← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. SUSAN DENISE TICE, Αρ. Υπόθεσης: 11128/13, 18/3/2016

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. SUSAN DENISE TICE, Αρ. Υπόθεσης: 11128/13, 18/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B50 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ:N. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11128/13 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. SUSAN DENISE TICE Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 18 Μαρτίου, 2016 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Γιασκούρη Για την Κατηγορουμένη: κ. Μ. Ιωάννου Κατηγορούμενη παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορία που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορία αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο: «Η κατηγορούμενη την 27η Ιουνίου 2012, στη Γερμασόγεια της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΗΗΒ 154 στην οδό Χριστάκη Κράνου, δεν κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και προκάλεσε τροχαίο δυστύχημα.» Η 2η κατηγορία, για οδήγηση ενώ η αναλογία της αλκοόλης στο αίμα της υπερέβαινε το επιτρεπόμενο όριο, διεκόπη ενώ η δίκη βρισκόταν σε εξέλιξη. Η Μαρτυρία Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη των κατηγοριών, παρουσίασε ως μάρτυρα τον Αναπλ. Λ/χια. 3027 Ανδρέα Περικλέους (ΜΚ 1), τον Αστ. 2869 Αργυράκη Αργυρού (ΜΚ 2) και την κα Μαρία Αυξεντίου, προϊσταμένη του Γενικού Χημείου (ΜΚ 3). Κατατέθηκαν συνολικά 12 Τεκμήρια. Η μαρτυρία των ΜΚ 1 και 3 αφορούσε τη 2η κατηγορία που διεκόπη. Η μαρτυρία του ΜΚ 2 αφορούσε και τις δύο κατηγορίες. Η κατηγορούμενη άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Δεν παρουσίασε μάρτυρες. Θα αναφερθώ μόνο στη μαρτυρία που αφορά την 1η κατηγορία. Δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στη μαρτυρία των ΜΚ 1 και 3, γιατί αφορά αποκλειστικά τη διακοπείσα κατηγορία. Ο ΜΚ 2, Αστ. 2869 Αργυράκης Αργυρού, υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του αστυνομική κατάθεση του (Τεκμήριο 2) στην οποία αναφέρεται ότι στις 27/6/2012 και ώρα 22:50 μετέβη στη σκηνή τροχαίου δυστυχήματος στην οδό Χριστάκη Κράνου. Εκεί εντόπισε το όχημα με αριθμό εγγραφής ΗΗΒ 154, το οποίο ήταν στην τελική του θέση. Το όχημα είχε ζημιές στο μπροστινό του μέρος από τη σύγκρουση σε μεταλλικό πάσσαλο οδικού φωτισμού που βρισκόταν στη μεσαία διαχωριστική νησίδα του δρόμου. Η κατηγορούμενη είχε μεταφερθεί με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Η εντύπωση που απεκόμισε όταν την επισκέφθηκε στο νοσοκομείο ήταν ότι μύριζε έντονα αλκοόλη. Έλαβε μέτρα στη σκηνή και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο. Στις 2/8/2012 έλαβε κατάθεση από την κατηγορούμενη και στις 5/10/2012 την κατηγόρησε γραπτώς. Η κατηγορούμενη παραδέχθηκε, σύμφωνα με τον ίδιο, ενοχή. Προφορικά κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, ως Τεκμήριο 4 το συμμετρικό σχέδιο, την ανακριτική κατάθεση της κατηγορούμενης στα Αγγλικά, ημερομηνίας 2/8/2012, Τεκμήριο 5, τη μετάφραση στα Ελληνικά, Τεκμήριο 6, και την γραπτή κατηγορία, ημερομηνίας 5/10/2012 (Τεκμήριο 7 - Αγγλικά, Τεκμήριο 8 μετάφραση στα Ελληνικά). Στην ανακριτική κατάθεση της, η κατηγορούμενη παραδέχεται ότι είναι ιδιοκτήτρια του οχήματος με αρ. εγγραφής ΗΗΒ 154 και ότι την 27η Ιουνίου 2012, αφού προηγουμένως συνάντησε την αδελφή της και κατανάλωσαν δυο ποτά, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΗΗΒ 154 στην οδό Χριστάκη Κράνου και ενώ πλησίαζε στην οδό Περγάμου, συγκρούστηκε μόνη της σε μεταλλική κολώνα οδικού φωτισμού στη μεσαία διαχωριστική νησίδα του δρόμου. Φορούσε τη ζώνη ασφαλείας της, είχε τα φώτα της αναμμένα και δεν οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα. Σύμφωνα με την ίδια ενώ πλησίαζε στην οδό Περγάμου το αυτοκίνητο της γλίστρησε στη στροφή, κινήθηκε δεξιά και κτύπησε σε σιδερένιο ηλεκτρικό πάσσαλο στη δεξιά πλευρά στη μεσαία διαχωριστική νησίδα. Τραυματίστηκε ελαφρά και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Το επόμενο πρωί απολύθηκε. Όταν κατηγορήθηκε ανέφερε «λυπούμαι, νιώθω ντροπιασμένη» (Τεκμήρια 7 και 8). Ο ΜΚ 2 ανέφερε επίσης ότι διαπίστωσε την πορεία του οχήματος από ίχνη τροχοπέδησης στη σκηνή (Α1 στο σχέδιο Τεκμήριο 4). Καθόρισε το σημείο σύγκρουσης, με βάση τις ζημιές στο όχημα και στον πάσσαλο. Η νησίδα ήταν κτιστή, ύψους 15 εκ., ο φωτισμός καλός και η ορατότητα σύμφωνα με την πορεία της γύρω στα 80 με 100 μέτρα. Οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές και ο δρόμος στεγνός. Ανέφερε επίσης ότι η κατηγορούμενη συμφώνησε με το πρόχειρο σχέδιο, Τεκμήριο

  1. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν θυμόταν το περιεχόμενο τηλεφωνικής συνομιλίας που είχε με την κατηγορούμενη ούτε πότε έγινε. Του υποβλήθηκε ότι ο λόγος που έγινε το δυστύχημα ήταν λόγω μηχανικής βλάβης του οχήματος και η θέση του ήταν ότι κάτι τέτοιο δεν του είχε λεχθεί από την κατηγορούμενη. Δεν ήταν σίγουρος αν η υπογραφή που έφερε το πρόχειρο σχέδιο ήταν δική της, σίγουρα όμως δεν ήταν η δική του. Δεν θυμόταν επίσης πότε η κατηγορούμενη συμφώνησε με το πρόχειρο σχέδιο. Σημείωσε την απάντηση της κατηγορουμένης στην κατηγορία που αντιμετώπιζε αφού πρώτα της έδωσε την δέουσα προειδοποίηση (caution). Ο λόγος που καθυστέρησε να την κατηγορήσει ήταν γιατί περίμενε τα αποτελέσματα των αναλύσεων του αίματος της. Δεν έκρινε σκόπιμο να ελέγξει το όχημα μηχανολογικά αφού δεν υπήρχαν σημάδια πλαγιολίσθησης στην άσφαλτο. Η θέση του ήταν ότι η πρόκληση του δυστυχήματος οφειλόταν στην απώλεια ελέγχου του οχήματος από την κατηγορούμενη λόγω κατανάλωσης αλκοόλης. Δεν μπορούσε όμως να γνωρίζει το λόγο που το όχημα κινήθηκε δεξιότερα με αποτέλεσμα να προκληθεί η σύγκρουση. Υπήρχε μαύρισμα του τροχού μόνο στη διαχωριστική νησίδα. Δεν γνώριζε τι τραύματα έφερε η κατηγορούμενη ούτε πόσο καιρό έμεινε στο νοσοκομείο. Επειδή μύριζε έντονα αλκοόλη ζήτησε από τον γιατρό να ληφθεί δείγμα αίματος. Οι Εισηγήσεις των συνηγόρων Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής εισηγήθηκε ότι έχει στοιχειοθετηθεί η υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης. Η θέση της ήταν ότι αποδείχθηκαν όλα τα συστατικά του αδικήματος. Η κατηγορούμενη, εισηγήθηκε, δεν παρέθεσε οποιαδήποτε εξήγηση ως προς το λόγο που κινήθηκε δεξιότερα και κτύπησε στον ηλεκτρικό πάσσαλο στη μεσαία διαχωριστική νησίδα. Ο συνήγορος της κατηγορουμένης εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης. Ο ΜΚ 2 δεν ερεύνησε το λόγο που «γλίστρησε» το όχημα της κατηγορούμενης. Από τη στιγμή που θεώρησε ότι το δυστύχημα προκλήθηκε από την κατανάλωση αλκοόλης και η κατηγορία για την οδήγηση υπό την επήρεια διεκόπη συμπαρασύρεται όλη η μαρτυρία που έδωσε. Δεν έχει αποδειχθεί αμελής οδήγηση, ανέφερε, από πλευράς της κατηγορούμενης. Αξιολόγηση της Μαρτυρίας Από την ενώπιον μου μαρτυρία και τη γραμμή της αντεξέτασης που ακολουθήθηκε είναι αποδεκτά τα ακόλουθα: - Η κατηγορούμενη οδηγούσε στις 27/6/2012 το όχημα με αρ. εγγραφής ΗΗΒ
  2. - Ενώ οδηγούσε στην οδό Χριστάκη Κράνου, με βόρεια κατεύθυνση, πλησιάζοντας στην οδό Περγάμου, παρεξέκλινε της πορείας της με αποτέλεσμα να συγκρουστεί το όχημα της σε ηλεκτρικό πάσσαλο στα δεξιά του δρόμου επί κτιστής νησίδας. - Η κατηγορούμενη τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού για νοσηλεία. Αυτό που αμφισβητείται είναι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες η κατηγορούμενη απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος, αν δηλαδή η απώλεια ελέγχου οφειλόταν σε οδήγηση του οχήματος χωρίς την δέουσα προσοχή και επιμέλεια ή σε συνθήκες που την απαλλάσσουν ευθύνης και συγκεκριμένα λόγω μηχανικής βλάβης. Ο ΜΚ 2 ερωτήθηκε για το ενδεχόμενο ύπαρξης μηχανικής βλάβης και η θέση του ήταν ότι κάτι τέτοιο δεν του είχε τεθεί από την κατηγορούμενη. Η θέση του ήταν ότι το δυστύχημα προκλήθηκε λόγω απώλειας ελέγχου του οχήματος από την κατηγορούμενη γιατί είχε καταναλώσει αλκοόλη. Δεν διερεύνησε επομένως αν το όχημα υπέστη οποιαδήποτε μηχανολογική βλάβη. Εξέτασα επομένως κατά πόσο η απόσυρση της 2ης κατηγορίας, της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης πέραν του επιτρεπόμενου ορίου, θέτει εν αμφιβόλω την αξιοπιστία του μάρτυρα. Κρίνω ότι, υπό τις περιστάσεις, δεν δημιουργείται πρόβλημα αξιοπιστίας του μάρτυρα, τον οποίο δέχομαι ως αξιόπιστο. Παρά το γεγονός ότι η εκτίμηση του ότι η απώλεια ελέγχου του οχήματος οφειλόταν στην κατανάλωση αλκοόλης, τα ευρήματα του επί της σκηνής δεν έχουν αμφισβητηθεί ούτε καταδείχθηκαν να είναι λανθασμένα. Επομένως παρά το γεγονός ότι δεν έχει καταδειχθεί ως αιτία του δυστυχήματος η κατανάλωση αλκοόλης η υπόλοιπη μαρτυρία του που αφορά μετρήσεις, εντοπισμό του οχήματος και της οδηγού παρέμεινε αναντίλεκτη. Δέχομαι επομένως, τις μετρήσεις στο σημείο σύγκρουσης, το μαύρισμα επί της κτιστής νησίδας και την τελική θέση του οχήματος όπως αυτές αποτυπώνονται στο πρόχειρο σχέδιο Τεκμήριο 3 και στο συμμετρικό σχέδιο, Τεκμήριο
  3. Σημειώνω όμως ότι δεν έχει αποδειχθεί η υπογραφή της κατηγορουμένης επί του προχείρου σχεδίου, Τεκμήριο
  4. Ευρήματα Καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: - Η κατηγορούμενη οδηγούσε στις 27/6/2012 το όχημα με αρ. εγγραφής ΗΗΒ
  5. - Ενώ οδηγούσε στην οδό Χριστάκη Κράνου, με βόρεια κατεύθυνση, πλησίαζοντας στην οδό Περγάμου, παρεξέκλινε της πορείας της με αποτέλεσμα να συγκρουστεί το όχημα της σε ηλεκτρικό πάσσαλο στα δεξιά του δρόμου επί κτιστής νησίδας. - Η νησίδα ήταν κτιστή, ύψους 15 εκ., ο φωτισμός καλός και η ορατότητα σύμφωνα με την πορεία της γύρω στα 80 με 100 μέτρα. - Το όχημα της κατηγορούμενης άφησε ίχνη τροχοπέδησης, μαυρίσματα, στην άκρη της νησίδας. - Οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές, ο φωτισμός ικανοποιητικός και ο δρόμος ήταν στεγνός. - Η κατηγορούμενη τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού για νοσηλεία. Απομένει να εξετάσω κατά πόσο έχει καταδειχθεί αμέλεια από πλευράς της κατηγορούμενης. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με το άρθρο 8[1] του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72σε κατηγορία αμελούς οδήγησης πρέπει να αποδειχθεί ότι:
  6. ο κατηγορούμενος ήταν ο οδηγός,
  7. το όχημα οδηγείτο,
  8. το όχημα ήταν μηχανοκίνητο,
  9. το όχημα οδηγείτο σε δρόμο και
  10. το όχημα οδηγείτο χωρίς την δέουσα προσοχή και επιμέλεια. (βλ. Archbold, Magistrates' Courts Criminal Practice 2013, σελ.1226 - 1227, §17-31[2]) Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας

(1998)2 AAΔ 68, αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελ. 73: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ίδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202).» Στη Χρυσοστόμου ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 300 (με αναφορά στην R. v Spurge [1961] 2 All E.R. 688), διατυπώθηκε η αρχή ότι αποτελεί υπεράσπιση σε κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης, όπως επίσης και σε κατηγορία αμελούς οδήγησης, ότι ο οδηγός χωρίς δική του υπαιτιότητα στερήθηκε του ελέγχου του μηχανοκίνητου οχήματος του ένεκα μηχανικής του βλάβης για την οποία δεν γνώριζε και η οποία δεν ήταν τέτοια που θα έπρεπε να την είχε ανακαλύψει εάν ασκούσε εύλογη σύνεση και εφόσον υπάρχει κάποια μαρτυρία για τέτοια βλάβη, ο κατηγορούμενος πρέπει να αθωωθεί εάν η εξήγησή του αφήνει πραγματική αμφιβολία στη σκέψη του Δικαστηρίου. Λέχθηκε επίσης ότι, υποθέσεις στις οποίες μπορεί με επιτυχία να γίνει επίκληση μιας τέτοιας υπεράσπισης είναι σπάνιες. Αναφέρθηκε επίσης στη ρηθείσα απόφαση ότι, σε υποθέσεις επικίνδυνης (ή αμελούς) οδήγησης το βάρος της αποδείξεως ουδέποτε μετατίθεται στην υπεράσπιση. Αυτό δεν σημαίνει ότι εάν η κατηγορούσα αρχή αποδείξει ότι ένα αυτοκίνητο οδηγούμενο από τον κατηγορούμενο έχει θέσει σε κίνδυνο το κοινό, ο κατηγορούμενος θα μπορούσε με επιτυχία να υποβάλει στο τέλος της υπόθεσης της κατηγορίας ότι δεν είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση για να κληθεί να απαντήσει, για το λόγο ότι η κατηγορούσα αρχή δεν ανέτρεψε την υπεράσπιση της μηχανικής βλάβης. Το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει μια τέτοια ειδική υπεράσπιση, εκτός εάν και μέχρις ότου προβληθεί από τον κατηγορούμενο. Όταν όμως έχει προβληθεί πρέπει να εξεταστεί με το υπόλοιπο της μαρτυρίας στην υπόθεση. Εάν η εξήγηση του κατηγορουμένου αφήνει πραγματική αμφιβολία στη σκέψη του Δικαστηρίου, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται να αθωωθεί. Εάν το Δικαστήριο όμως απορρίψει την εξήγηση του κατηγορουμένου, τότε πρέπει να τον καταδικάσει. Το γεγονός ότι τα γεγονότα είναι στη γνώση του κατηγορούμενου δεν μετατοπίζει το βάρος. Δεν υπάρχει κανόνας δικαίου ότι όπου τα γεγονότα είναι κατά ιδιάζοντα τρόπο στη γνώση του κατηγορουμένου το βάρος της απόδειξης οποιασδήποτε υπεράσπισης που στηρίζεται πάνω σε τέτοια γεγονότα μετατίθεται στον κατηγορούμενο. Στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 23rd ed, 2007, σελ. 1/413, §5.50[3], αναφέρεται ότι στις ποινικές υποθέσεις το δόγμα του res ipsa loquitur δεν έχει εφαρμογή. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αντικρούσει κάθε πιθανή εξήγηση του κατηγορούμενου για να πετύχει καταδίκη εάν τα γεγονότα στη σκηνή του δυστυχήματος είναι τέτοια που, στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης από τον κατηγορούμενο, το Δικαστήριο δεν έχει επιλογή παρά να καταδικάσει. Είναι σύνηθες, όπως αναφέρεται στο σχετικό σύγγραμμα, ότι η μόνη μαρτυρία που δυνατόν να προσκομιστεί από την κατηγορούσα αρχή είναι μαρτυρία ότι το όχημα του κατηγορούμενου εξήλθε του δρόμου και κτύπησε σε παρακείμενο τοίχο ή βρέθηκε αναποδογυρισμένο. Εάν στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης από τον κατηγορούμενο το μόνο συμπέρασμα στο οποίο μπορεί να καταλήξει το Δικαστήριο είναι ότι ο κατηγορούμενος ήταν αμελής το Δικαστήριο πρέπει να τον καταδικάσει (βλ. Rabjohns v Burgar [1971] R.T.R. 234, Watts v Carter [1971] R.T.R. 232 και Wright v Wenlock [1971] R.T.R. 228). Όπου όμως ο κατηγορούμενος, δίδει εξήγηση, η οποία δεν είναι ευφάνταστη (fanciful) η κατηγορούσα αρχή οφείλει να την αντικρούσει και αν δεν το πράξει τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται να έχει το όφελος της αμφιβολίας (βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, 23rd ed, 2007, σελ. 1/414, §5.51[4] με αναφορά στη Spurge). Συμπεράσματα Από την ενώπιον μου μαρτυρία έχει καταδειχθεί και έχω αποδεχθεί τη σύγκρουση σε παρακείμενο του δρόμου πάσσαλο. Διαπίστωσα επίσης ότι το όχημα παρεξέκλινε της πορείας του, ότι η ορατότητα ήταν καλή, οι καιρικές συνθήκες καλές και ο δρόμος στεγνός. Από πλευράς υπεράσπισης ηγέρθη ενδεχόμενο μηχανικής βλάβης κατά την αντεξέταση του ΜΚ
  1. Εξέτασα αν αυτό αποτελεί επαρκή εξήγηση, όπως προβλήθηκε, η οποία να μου δημιουργεί αμφιβολία. Το ζήτημα όπως έχει τεθεί αποτελεί αόριστη εισήγηση, αφού στον μάρτυρα πέραν της εισήγησης ότι υπήρχε μηχανολογικό πρόβλημα στο εν λόγω όχημα, δεν διευκρινίστηκε ακριβώς πιο ήταν αυτό το πρόβλημα, αν για παράδειγμα τα φρένα ή το σύστημα διεύθυνσης του οχήματος ήταν ελαττωματικά. Σημειώνω ότι στην ανακριτική κατάθεση της κατηγορουμένης (Τεκμήρια 5 και 6) δεν υπάρχει ισχυρισμός για μηχανολογικό πρόβλημα αλλά αναφέρεται μόνο ότι το όχημα «γλίστρησε». Το αιτιολογικό της Χρυσοστόμου και της Spurge δεν καλύπτει αόριστες και γενικόλογες εισηγήσεις από πλευράς υπεράσπισης, χωρίς βέβαια να απαλλάσσει την κατηγορούσα αρχή από την υποχρέωση απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στη βάση των ευρημάτων μου κρίνω ότι το μόνο συμπέρασμα στο οποίο μπορώ να καταλήξω είναι ότι το δυστύχημα προκλήθηκε λόγω αμέλειας της κατηγορούμενης. Κρίνω ότι με την ενώπιον μου μαρτυρία η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 1η κατηγορία. Κατάληξη Η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην 1η κατηγορία. Υπ.).................................................. Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final/Negligent driving Αναφορά: Ποινική/Τελική/Αμελής Οδήγηση [1]
  2. Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας 1000 λίρες ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης. [2] The elements of this offence that the prosecution must prove are that: - the defendant was the driver; - the vehicle was being driven; - the vehicle was a mechanically propelled vehicle; - the vehicle was being driven on a road or other public place; - the vehicle was being driven without due care and attention; [3] 'Frequently the only evidence which the police are able to bring is evidence of the defendant's vehicle leaving the road and a collision occurring with a wall or a pole or the vehicle ending up in a ditch or upside down in a field. In the absence of any explanation by the defendant, if the only conclusion which it is possible to draw is that the defendant was negligent or had departed from what a reasonably prudent and competent driver would have done in the circumstances, a court should convict. The doctrine of res ipsa loquitur is a rule of evidence applicable to the tort of negligence and as such has no application to the criminal law. But the fact that res ipsa loquitur has no application to criminal law does not mean that the prosecution have to negative every possible explanation of a defendant before he can be convicted of careless driving where the facts at the scene of an accident are such that, in the absence of any explanation by the defendant, a court can have no alternative but to convict.' [4] 'However, if an explanation, other than a fanciful explanation, is given by the defendant it is for the prosecution to disprove it and unless it is disproved the defendant is entitled to the benefit of the doubt.' cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.