← Κύπρος

ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΛΙΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΑΛΑΣΣΙΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. ΧΡΗΣΤΟΥ ΚΑΤΤΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 6473/14, 31/3/2016

ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΛΙΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΑΛΑΣΣΙΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. ΧΡΗΣΤΟΥ ΚΑΤΤΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 6473/14, 31/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6473/14 Μεταξύ: ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΛΙΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΑΛΑΣΣΙΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας εναντίον ΧΡΗΣΤΟΥ ΚΑΤΤΟΥ από το Παλαιχώρι Κατηγορούμενος Ημερομηνία:31 Μαρτίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σωκράτους Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χ' Λοϊζου Κατηγορούμενος παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει συνολικά τρεις κατηγορίες. Ειδικότερα, στον κατηγορούμενο καταλογίζονται τα εξής: «Πρώτη Κατηγορία Παρεμπόδιση Επιθεωρητή Αλιείας στην εκτέλεση νόμιμων του καθηκόντων και παράλειψη συμμόρφωσης με οδηγίες και εντολές του Επιθεωρητή Αλιείας κατά παράβασιν των άρθρων 2,4,5,6

(1)
(2)
(3)
(4)
(7)
(8)του περί Εφαρμογής Κοινοτικών Αποφάσεων και Κοινοτικών Κανονισμών που αφορούν θέματα Νόμου (134(I)/2006), άρθρο 6
(8)και άρθρο 7 του Περί Αλιείας Νόμου Κεφ. 135. Λεπτομέρειες Αδικήματος Ο κατηγορούμενος κατά ή περί την 04/08/12 και περί ώρα 0230 πμ, ενώ βρισκόταν στην παραλία του ξενοδοχείου "Crowne Plaza" στη Λεμεσό και συγκεκριμένα στη ράμπα καθέλκυσης σκαφών, παρεμπόδισε τον επιθεωρητή του Τμήματος Αλιείας Κώστα Κοναρή, από την άσκηση των καθηκόντων που του παρέχει ο Νόμος δηλαδή εμπόδισε αυτόν από τη διενέργεια ελέγχου, ωε είχε δικαίωμα να πράξει στο σκάφος που είχε στην κατοχή του ο κατηγορούμενος και αρνήθηκε να συμμορφωθεί με οδηγίες και εντολές του πιο πάνω Επιθεωρητή και/ή αρνήθηκε να του παρουσιάσει την πολιτική του ταυτότητα. Δεύτερη Κατηγορία Αλιεία με ψαροτούφεκο χωρίς την σχετική ερασιτεχνική άδεια αλιείας κατά παράβαση του περί Αλιείας Νόμου Κ.135 και Νόμοι του 1961 μέχρι 2009, Άρθρο 3Β
(1), Κανονισμός 17(Β). Λεπτομέρειες Αδικήματος Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 04/08/12 και περί ώρα 0230 π.μ., στη θαλάσσια περιοχή του ξενοδοχείου "Crowne Plaza" στη Λεμεσό, ψάρευε με τη χρήση ψαροτούφεκου χωρίς να εξασφαλίσει εκ των προτέρων ερασιτεχνική άδεια αλιείας από την αρμόδια αρχή. Τρίτη Κατηγορία Αλιεία με τη χρήση ψαροτούφεκου μετά τη δύση του ήλιου, κατά παράβαση του περί Αλιείας Νόμου Κ.135 και Νόμοι του 1961 μέχρι 2009, Άρθρο 6, Κανονισμός 17
(2)(α), Νόμος 134(I)/2006, άρθρο 11, Κανονισμός (ΕΚ) 1967/2006, άρθρο 8
(4). Λεπτομέρειες Αδικήματος Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 04/08/12 και περί ώρα 0230 π.μ., στη θαλάσσια περιοχή του ξενοδοχείου "Crowne Plaza" στη Λεμεσό, ψάρευε κατά τη διάρκεια της νύχτας κατά παράβαση του περί Αλιείας Νόμου.» Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν δύο μάρτυρες, ο Παντελής Προδρόμου (ΜΚ1) και ο Κώστας Κονναρής (ΜΚ2), Λειτουργοί Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών στο Τμήμα Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνών (ΤΑΘΕ). Οι εν λόγω μάρτυρες, οι οποίοι αντεξετάσθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο για τον κατηγορούμενο, πέραν της μαρτυρίας τους, προς απόδειξη της υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου κατέθεσαν τα ακόλουθα Τεκμήρια 1-7: Γραπτή κατηγορία κατηγορούμενου ημερομηνίας 10/9/12 Φωτοαντίγραφο «ειδοποίησης» προς κατηγορούμενο ημερ. 03/09/12 Έντυπο Τμήματος Οδικών Μεταφορών (ΤΟΜ) ημερ. 22/8/12 αναφορικά με το όχημα με αρ. εγγραφής ΗΜΧ 332 Επιστολή ΤΑΘΕ προς κατηγορούμενο ημερ. 22/11/12 Απόδειξη παραλαβής Κυπριακών Ταχυδρομείων ημερ. 6/12/12 Γρατπή «Ενημέρωση Αδικήματος» με αύξοντα αρ. 1707 ημερ. 3/9/12 Γραπτή «Έκθεση Αδικήματος» με αύξοντα αρ. 1371 ημερ. 10/12/12 Η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής, όπως αυτή δύναται να εξαχθεί από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων και την προσκομισθείσα μέχρι τώρα μαρτυρία, είναι συνοπτικά η ακόλουθη: Τις πρώτες πρωινές ώρες της 04/08/12 και συγκεκριμένα στις 0230 μετά τα μεσάνυχτα, ο ΜΚ2, επιστρέφοντας από ταξίδι αναψυχής στο οποίο είχε μεταβεί νωρίτερα το ίδιο βράδυ, με το σκάφος του κοντά στις ακτές της Λεμεσού, με φιλικά και συγγενικά του πρόσωπα, είδε ένα αυτοκίνητο αρχικά να κινείται στην παραλία δυτικά του ξενοδοχείου "Crowne Plaza" στη Λεμεσό και στη συνέχεια να σταθμεύει πάνω στη ράμπα καθέλκυσης σκαφών που βρίσκεται ανατολικά της παραλίας. Το αυτοκίνητο ρυμουλκούσε «τρόλεϊ» πάνω στο οποίο ήταν τοποθετημένο φουσκωτό θαλάσσιο σκάφος. Κατά τον εν λόγω χρόνο, ο ΜΚ2 υπηρετούσε ως Λειτουργός στον Τομέα Ελέγχου και Διαρθρώσεων του ΤΑΘΕ και ήταν εκτός υπηρεσίας. Επειδή στον μάρτυρα δημιουργήθηκαν υποψίες ότι οι επιβαίνοντες του αυτοκινήτου είχαν σκοπό να προβούν σε νυχτερινό ψάρεμα με τη χρήση ψαροντούφεκου, πράγμα παράνομο, κατευθύνθηκε πεζός προς το μέρος τους. Ενώ κατευθυνόταν προς το αυτοκίνητο είδε δύο πρόσωπα να κατεβαίνουν από αυτό. Όταν έφτασε εκεί αυτοί ήδη κάθονταν στην παραλία και έπιναν καφέ. Στο πρόσωπο του κατηγορούμενου, ο μάρτυρας αναγνώρισε τον οδηγό του αυτοκινήτου το οποίο έφερε αρ. εγγραφής ΗΜΧ
  1. Αφού τους χαιρέτησε και τους υπέδειξε την υπηρεσιακή του ταυτότητα, και τους αποκάλυψε την ιδιότητα του, ήτοι Λειτουργός του ΤΑΘΕ, ο ΜΚ2 τους πληροφόρησε ότι επιθυμούσε να προβεί σε έλεγχο επειδή είχε εύλογη υποψία ότι θα πραγματοποιούσαν παράνομα νυχτερινό ψάρεμα με τη χρήση ψαροντούφεκου. Αυτοί τότε, τον πληροφόρησαν ότι μετέβησαν στο μέρος για να ψαρέψουν με ψαροντούφεκο όμως επειδή είχαν υπολογίσει λάθος την ώρα και ήρθαν πιο νωρίς αποφάσισαν να περιμένουν να περάσει η ώρα καθώς και φίλους τούς, τους οποίους ανέμεναν να έρθουν αργότερα. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος, ανταποκρινόμενος θετικά σε υπόδειξη του ΜΚ2, επιβιβάστηκε στο σκάφος που ήταν ακόμη πάνω στο τρόλεϊ και άνοιξε τους αποθηκευτικούς χώρους του όπως και το όχημα για σκοπούς επιθεώρησης και ελέγχου από τον ΜΚ
  2. Κατά τον έλεγχο του οχήματος δεν εντοπίσθηκε οτιδήποτε το ύποπτο ενώ κατά τον έλεγχο του σκάφους, υποδείχθηκε στον ΜΚ2 ένα ψαροντούφεκο το οποίο βρισκόταν στον δεξιό μπροστινό αποθηκευτικό χώρο. Σε ερώτηση του ΜΚ2 αν είχαν άδειες ερασιτεχνικής αλιείας, ο κατηγορούμενος και το άλλο πρόσωπο απάντησαν αρνητικά ενώ για το γεγονός ότι απαγορεύεται η αλιεία με ψαροντούφεκο τη νύχτα καθώς και ότι αλιεία με ψαροντούφεκο κατά τη διάρκεια της μέρας απαγορεύεται χωρίς άδεια, μόνο ο ένας από τους δύο φάνηκε να γνωρίζει. Κατά τη συζήτηση, ο κατηγορούμενος ανέφερε στον ΜΚ2 ότι ήταν από το Παλαιχώρι και ότι ήταν στη Λεμεσό για διακοπές. Όταν ο ΜΚ2 ζήτησε να προβεί σε εκ νέου έλεγχο του σκάφους, ζητώντας ταυτόχρονα και τις ταυτότητες τους αυτοί δυσανασχέτησαν και αφού επιβιβάστηκαν στο αυτοκίνητο απομακρύνθηκαν σε απόσταση περίπου 150 μέτρων όπου και σταμάτησαν. Ο ΜΚ2 αφού κατέγραψε τα στοιχεία του οχήματος αποχώρησε. Η ώρα ήταν γύρω στις 0300 π.μ. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι, σε κανένα στάδιο δεν είδε τον κατηγορούμενο, να εισέρχεται ή να εξέρχεται από τη θάλασσα, ή να ψαρεύει ή βάζει ή να βγάζει τη βάρκα στο νερό, ούτε και διαπίστωσε οτιδήποτε περί τούτου. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον ΜΚ2, ο κατηγορούμενος, μέχρι που αποχώρησε και έφυγε, ήταν ευχάριστος και συνεργάσιμος. Στη βάση της κατάθεσης που έδωσε ο ΜΚ2 στις 6/8/12 (Έγγραφο Α) και της σχετικής του καταγγελίας, ανατέθηκε στον ΜΚ1 η διερεύνηση και προώθηση της υπόθεσης. Ο τελευταίος, βασιζόμενος στην κατάθεση του ΜΚ2, κατέληξε, μέσω του ΤΟΜ (Τ.3), ότι ο οδηγός και ιδιοκτήτης του οχήματος με αρ. εγγραφής ΗΜΧ 332 είναι ο κατηγορούμενος τον οποίο και «ειδοποίησε» στις 3/9/12 όπως προσέλθει στο ΤΑΘΕ για κατάθεση, (Τ.2), πράγμα το οποίο ο τελευταίος έπραξε στις 10/9/
  3. Ο ΜΚ1 κατηγόρησε τότε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τη διάπραξη των πιο κάτω αδικημάτων - (Τ.1): α) Πρόθεση για αλιεία με ψαροντούφεκο χωρίς άδεια κατά παράβαση του Καν. 12
(1)του Κεφ.135 β) Πρόθεση για αλιεία με ψαροντούφεκο κατά τη διάρκεια της νύχτας κατά παράβαση του Καν.17
(2)β) του Κεφ.135 γ) Παρεμπόδιση Επιθεωρητή Αλιείας κατά την άσκηση των καθηκόντων του κατά παράβαση του Καν. 8(γ) του Ν.134(Ι)/2006. Στη συνέχεια και κατόπιν οδηγιών του Διευθυντή του ΤΑΘΕ (Τ.6), ο ΜΚ1 απέστειλε ειδοποίηση στον κατηγορούμενο για εξώδικη ρύθμιση των αδικημάτων που ο πρώτος διαπίστωσε ότι διαπράχθηκαν, αναφέροντας του ότι το εξώδικο πρόστιμο καθορίστηκε από τον Διευθυντή στα €400 (Τ.4 και 5). Όταν ο κατηγορούμενος δεν συμμορφώθηκε, δόθηκαν οδηγίες για ποινική δίωξη του εξ' ου και η παρούσα υπόθεση (Τ.7). Αυτή ήταν και η μόνη εμπλοκή του ΜΚ1 στην όλη υπόθεση. Ο ίδιος καμία γνώση έχει για τα όσα έλαβαν χώρα στις 4/8/12, ημερομηνία κατά την οποία ο ίδιος απουσίαζε με άδεια από την εργασία του. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον κατηγορούμενο υπέβαλε εισήγηση ότι δεν αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Όπως υποστήριξε ο κ. Χατζηλοίζου, από την προσκομισθείσα μαρτυρία, ουδόλως καταδείχτηκε, έστω και εκ πρώτης όψεως, ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα της αλιείας με ψαροντούφεκο χωρίς άδεια ή της νυχτερινής αλιείας με ψαροντούφεκο. Αντίθετα, αυτό που σύμφωνα με τον συνήγορο η μαρτυρία καταδεικνύει, ήταν ότι ο κατηγορούμενος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ούτε ψάρευε αλλά ούτε και η βάρκα του ήταν μέσα στο νερό, αυτός μάλιστα καθόταν στην παραλία με τον φίλο του και έπιναν καφέ. Όσον αφορά το αδίκημα της παρεμπόδισης Επιθεωρητή Αλιείας, αντικείμενο της πρώτης κατηγορίας, ο κ. Χατζηλοίζου παρέπεμψε στις θέσεις του ΜΚ2 ότι ο κατηγορούμενος ήταν ευχάριστος και συνεργάσιμος και ότι μόλις του ζητήθηκε από τον ΜΚ2 άνοιξε και τη βάρκα και το όχημα του για έλεγχο. Στην αντίπερα όχθη, η ευπαίδευτη συνήγορος για την κατηγορούσα αρχή απέρριψε την εισήγηση της υπεράσπισης. Σύμφωνα με την κα Σωκράτους, από την προσκομισθείσα μαρτυρία δικαιολογείται πλήρως η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία. Εξέτασα με προσοχή της εκατέρωθεν θέσεις υπό το φως και των νομικών αρχών που διέπουν το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Οι εν λόγω αρχές είναι πολύ καλά γνωστές και δεν προτίθεμαι να της επαναλάβω. Παραπέμπω ενδεικτικά στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, In Re Kakos
(1985)1 CL.R. 250 και Azinas and Another v. Police,
(1981)2 CL.R. 9, ως επίσης και στη Δικαστική Πρακτική του 1962. Σύμφωνα με τις πιο πάνω αρχές η απαλλαγή του κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό δικαιολογείται μόνο όταν: α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, ή β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Το πρώτο σκέλος αφορά τα εξωτερικά γνωρίσματα του αδικήματος, δηλαδή τα συστατικά του στοιχεία ενώ το δεύτερο αφορά την ποιότητα της προσκομισθείσας μαρτυρίας, αντικειμενικά πάντα κρινόμενης. Ως έχει επίσης νομολογηθεί, η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία δικαιολογείται μόνο αν έχει παρουσιαστεί από πλευράς της κατηγορούσας αρχής, αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence), τέτοιας φύσης, που στην απουσία ικανοποιητικής εξήγησης από πλευράς κατηγορουμένου, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας. Άλλωστε ο κατηγορούμενος καλείται σε απολογία για να υπερασπίσει τον εαυτό του και όχι για να καλύψει ή να συμπληρώσει τα κενά ή τις ατέλειες της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής, (βλ. σχ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ 82 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9. Με γνώμονα τα πιο πάνω, διεξήλθα το μαρτυρικό υλικό, έχοντας κατά νου συνέχεια και το κατηγορητήριο και παρατηρώ τα εξής. Ένεκα της συνάφειας που παρουσιάζουν η δεύτερη και τρίτη κατηγορία, θεωρώ ορθό όπως προχωρήσω πρώτα με την εξέταση αυτών των κατηγοριών. Οι εν λόγω κατηγορίες, όπως προκύπτει από τις αντίστοιχες λεπτομέρειες τους, αφορούν ουσιαστικά την ίδια συμπεριφορά ήτοι αλιεία με ψαροντούφεκο. Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ των αδικημάτων, αντικείμενο των κατηγοριών 2 και 3 αντίστοιχα, έγκειται στο εξής: Η αλιεία με ψαροντούφεκο δεν επιτρέπεται εκτός αν έχει προηγουμένως εξασφαλιστεί σχετική άδεια από τον Διευθυντή του ΤΑΘΕ (βλ. σχ. Αρ. 3Β του περί Αλιείας Νόμου Κεφ.135[1] και Καν.12, 17
(1)και 17Β των Περί Αλιείας Κανονισμών του 1990 ως αυτοί τροποποιήθηκαν την 29/7/05 με την Κ.Δ.Π. 354/2005 («Κανονισμοί»)[2]), ενώ το ψάρεμα με ψαροντούφεκο κατά τη διάρκεια της νύχτας ή όπως προσδιορίζεται από τη σχετική νομοθεσία «από τη δύση μέχρι την ανατολή του ηλίου» απαγορεύεται ούτως ή άλλως και επομένως δεν τίθεται θέμα εξασφάλισης άδειας. (βλ. σχ. αρ.6 του περί Αλιείας Νόμου Κεφ.135 και Καν. 17
(2)(α) των Κανονισμών[3] καθώς και αρ.11 του Ν.134(Ι)/2006[4] και παρ. 406 του Δεύτερου Παραρτήματος του Ν.134(Ι)/2006[5] που αφορά τον Κανονισμό (ΕΚ) 1967/2006.) - σχετικό το αρ. 8
(4)του ΕΚ.[6]) Επομένως, εκείνο που πρέπει να εξεταστεί πρώτα, είναι το αν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως, το κοινό συστατικό στοιχείο των δύο αδικημάτων, ήτοι ότι ο κατηγορούμενος ψάρευε με ψαροντούφεκο. Μόνο αν η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα είναι καταφατική θα τεθεί προς εξέταση το θέμα της ώρας που ψάρευε ο κατηγορούμενος και σε περίπτωση που δεν ήταν νύκτα, τότε, κατά πόσο είχε άδεια για το σκοπό αυτό. Η επί του προκειμένου μαρτυρία του ΜΚ2, φέρει τον κατηγορούμενο κατά τον ουσιώδη χρόνο να κάθεται στην παραλία με ένα φίλο του και να πίνουν καφέ ενώ η βάρκα τους ήταν καθ' όλη τη διάρκεια της εκεί παραμονής του ΜΚ2, πάνω στο «τρόλλεϊ». Καμιά μαρτυρία υπάρχει που να φέρει τον κατηγορούμενο να εισέρχεται στη ή να εξέρχεται από τη θάλασσα με ή χωρίς τη βάρκα του με σκοπό την αλιεία με ψαροντούφεκο ή που αξιολογούμενη στο τέλος της ημέρας θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυτό το συμπέρασμα. Ούτε και ο κατηγορούμενος ή ο φίλος του επιχείρησαν σε οποιοδήποτε στάδιο να μετακινήσουν τη βάρκα από την αρχική της θέση. Η μόνη μαρτυρία που προσκομίσθηκε είναι η ύπαρξη ψαροντούφεκου στη βάρκα και η αναφορά του κατηγορούμενου σχετικά με τον σκοπό της εκεί μετάβασης του. Από την εν λόγω μαρτυρία, δεν μπορεί, κατά την άποψη μου, να στοιχειοθετηθεί, εκ πρώτης όψεως, ότι ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ψάρευε με ψαροντούφεκο ως του καταλογίζεται. Το ότι πρόθεση του ήταν να ψαρέψει με ψαροντούφεκο σε κάποιο μεταγενέστερο χρόνο, για τους πιο κάτω λόγους, ουδόλως διαφοροποιεί την εν λόγω κατάληξη μου. Κατά πρώτο, πουθενά στο Κεφ.135 ή στον Ν.134(Ι)/06 υπάρχει αδίκημα «πρόθεσης για αλιεία», όπως μάλιστα οι ΜΚ1 και ΜΚ2 κατηγόρησαν και γραπτώς τον κατηγορούμενο. Το αδίκημα της εν λόγω νομοθεσίας είναι ξεκάθαρο, ήτοι αλιεία με τη χρήση ψαροντούφεκου, τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο. Η θεμελιακή αρχή του Nullum Crimen, Nulla Poena Cine Lege που επιβάλλει ότι ουδέν έγκλημα υφίσταται και ουδεμία ποινή επιβάλλεται άνευ Νόμου τυγχάνει πλήρους εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση (βλ. σχ. Ευαγγέλου Σάββας ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 371, Σάββα Σάββας ν. Δήμου Πάφου ,
(2011)2 Α.Α.Δ. 496 και η νομολογία και συγγράμματα στα οποία οι εν λόγω αποφάσεις παραπέμπουν). Κατά δεύτερο, το ότι ο κατηγορούμενος εκδήλωσε πρόθεση να ψαρέψει σε κάποιο μεταγενέστερο χρόνο, οπόταν και αν το έπραττε αυτό τότε ενδεχομένως να διέπραττε κάποιο από τα δύο αδικήματα, αντικείμενο των κατηγοριών 2 και 3, δεν μπορεί παρά να συνιστά μαρτυρία τόσο αντινομική και τέτοιου χαμηλού βαθμού πειστικότητας, που κανένα Δικαστήριο θα μπορούσε να καταδικάσει τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα που κατηγορείται. Οι σχετικές κατηγορίες υπενθυμίζω, καταλογίζουν στον κατηγορούμενο ως γεγονός την άσκηση αλιείας. Πέραν τούτου, ακόμα και το αδίκημα που ενδεχομένως ο κατηγορούμενος να διέπραττε, αν αποφάσιζε να υλοποιήσει τη πρόθεση του σε μεταγενέστερο χρόνο, είναι και αυτό υποθετικό, ενόψει της ειδοποιού διαφοράς που έχω επισημάνει ανωτέρω. Επισημαίνω εδώ ότι ο ΜΚ2, έφυγε από τη σκηνή στις 0300 π.μ., ήτοι πολύ πριν την ανατολή του ήλιου και καμία μαρτυρία υπάρχει για το τι επακολούθησε. Η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία υπό αυτές τις συνθήκες ουδόλως δικαιολογείται. Πρόκειται περί ποινικής υπόθεσης στην οποία δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες κι' αν είναι. Κάτι τέτοιο θα καταστρατηγούσε το ίδιο το θεμέλιο της δίκαιης δίκης. (βλ. σχ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σάκκος Δημήτρης Π. ν. Δημοκρατίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. 510). Τέλος, ούτε και το αδίκημα της απόπειρας κατά παράβαση του αρ.366 Κεφ.154[7], μπορεί να αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως από την προσκομισθείσα μαρτυρία. Η εν λόγω μαρτυρία περιορίζεται μόνο στο ότι ο κατηγορούμενος μετέβηκε στο χώρο μεταφέροντας με το όχημα τη βάρκα του διότι επιθυμούσε σε μελλοντικό αλλά ακαθόριστο χρόνο να ψαρέψει. Μετά τη συνομιλία του με τον ΜΚ2 έφυγε από το συγκεκριμένο σημείο αναφέροντας μάλιστα ότι δεν επιθυμούσε πλέον να ψαρέψει. Δεν θεωρώ ότι οι εν λόγω ενέργειες του κατηγορούμενου συνιστούν «έκδηλες» πράξεις για πραγμάτωση της επιθυμίας του. Το πολύ οι εν λόγω πράξεις να ανάγονται στη σφαίρα της προπαρασκευής. (βλ. σχ. POLICE ν. STYLLIS CHRYSANTHOU OTHERS, (V15)1 Α.Α.Δ. 50). Ούτε και θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι τα «σχέδια» του κατηγορούμενου ματαιώθηκαν από τον ΜΚ2 αφού σύμφωνα με τον τελευταίο όταν αυτός έφτασε στο σημείο ο κατηγορούμενος απλά καθόταν στην παραλία και έπινε καφέ. Ενόψει όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι δεν απεδείχθει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου σε σχέση με την δεύτερη και τρίτη κατηγορία. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί και να απαλλαχθεί στις εν λόγω κατηγορίες. Προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσο αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, ήτοι η παρεμπόδιση Επιθεωρητή Αλιείας από την άσκηση των καθηκόντων του. Σύμφωνα με τον ΜΚ2, η παρεμπόδιση συνέβη όταν ο κατηγορούμενος και ο φίλος του, οι οποίοι αρχικά ήταν συνεργάσιμοι και είχαν συμμορφωθεί με τις οδηγίες και εντολές του, δεν επέδειξαν τις ταυτότητες τους όταν τους το ζήτησε και δεν συνεργάστηκαν για την διενέργεια δεύτερου ελέγχου στο σκάφος τους. Κατ' αρχάς σημειώνω ότι η κατηγορία εδράζεται στις πρόνοιες των αρ.5 και 6
(1), 6
(2), 6
(7)και 6(β) του Ν.134(Ι)/06 ως επίσης και στις πρόνοιες του αρ. 7 του Κεφ.135. Το αρ.6 του Ν.134(Ι)/06, ως αυτό ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, παρείχε σε Επιθεωρητή Αλιείας, εξουσίες εισόδου, επιθεώρησης και συναφών ενεργειών, οποιουδήποτε υποστατικού εκτός από κατοικίας, ή μεταφορικού μέσου ενώ ταυτόχρονα δημιουργούσε υποχρέωση στον κάτοχο ή ιδιοκτήτη τέτοιου υποστατικού ή μέσου, να συμμορφωθεί με τις οδηγίες του Επιθεωρητή. Παράλειψη συμμόρφωσης με αυτή την υποχρέωση συνιστούσε ποινικό αδίκημα.[8] Στις 27/12/2013, ήτοι ένα και πλέον χρόνο μετά την διάπραξη του κατ' ισχυρισμό αδικήματος, το αρ.6 του Ν.134(Ι)/06 τροποποιήθηκε με τον N. 183(I)/2013 κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι προαναφερόμενες εξουσίες του Επιθεωρητή Αλιείας να μπορούν να ασκηθούν και από οποιοδήποτε «λειτουργό του Τμήματος Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών», όταν τέτοιος «Επιθεωρητής ή λειτουργός του Τμήματος Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών, .... έχει εύλογες αιτίες να υποψιάζεται ότι έχει διαπραχθεί αδίκημα ή πιθανό να διαπραχθεί αδίκημα με βάση τον Νόμο,... σε οποιοδήποτε υποστατικό ή άλλο χώρο ..... στο οποίο έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι διεξάγεται οποιασδήποτε μορφής αλιευτική δραστηριότητα.». Στην παρούσα υπόθεση, ο ΜΚ2 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία, Λειτουργός του ΤΑΘΕ και όχι Επιθεωρητής Αλιείας. Υπό την ιδιότητα του Λειτουργού είναι που παρουσιάστηκε στον κατηγορούμενο και υπό αυτή την ιδιότητα είναι που προέβη στις ενέργειες και οδηγίες που ανέφερε. Η ιδιότητα του ΜΚ2 ως Λειτουργού αναφέρεται και στην επιστολή που στάληκε στον κατηγορούμενο για εξώδικη ρύθμιση των αδικημάτων που ο Διευθυντής του ΤΑΘΕ διαπίστωσε ότι διαπράχθηκαν (Τ.4). Είναι με αυτή την ιδιότητα που ο ΜΚ2 κατέθεσε και στο Δικαστήριο την μαρτυρία του (Έγγραφο Α). Από την προαναφερόμενη τροποποίηση του Ν.134(Ι)/06, η οποία είναι και η Νομοθεσία στη βάση της οποίας κατηγορήθηκε ο κατηγορούμενος από τον ΜΚ1, συνάγεται ότι κατά τον ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο, ήτοι στις 4/8/12, η εξουσία που παρείχε το αρ.6 του Ν.134(Ι)/06 μπορούσε να ασκηθεί μόνο από Επιθεωρητή Αλιείας και όχι από Λειτουργό του ΤΑΘΕ. Συνεπώς, για να μπορούσε ο κατηγορούμενος να διαπράξει το αδίκημα του αρ.6
(8)(γ), θα έπρεπε ο ΜΚ2, ως το πρόσωπο που κατ' ισχυρισμό παρεμποδίστηκε και με τις οδηγίες του οποίου ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι δεν συμμορφώθηκε, να ήταν Επιθεωρητής Αλιείας και όχι απλά Λειτουργός του ΤΑΘΕ ως ήταν τελικά. Επομένως, ο κατηγορούμενος δεν θα μπορούσε, υπό τις περιστάσεις να θεωρηθεί ότι παρεμπόδισε «Επιθεωρητή Αλιείας» κατά παράβαση του αρ. 6
(8)(γ) Ν.134(Ι)/06, ως του καταλογίζεται με τις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας. Στην νομική βάση της έκθεσης αδικήματος της πρώτης κατηγορίας περιλαμβάνεται βέβαια και το αρ. 7 του Κεφ.135 το οποίο παρέχει παρόμοιες εξουσίες εισόδου και επιθεώρησης σε Λειτουργό του ΤΑΘΕ όπως ήταν ο ΜΚ2. Αρκεί όμως να διεξέλθει ένας τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου για να διαπιστώσει ότι ουδέν αδίκημα δημιουργείται από τυχόν «παρεμπόδιση» ή «μη συμμόρφωση με τις οδηγίες» ενός τέτοιου Λειτουργού[9]. Επομένως ούτε στη βάση του αρ.7 Κεφ.135 θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί το σχετικό αδίκημα που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο. Ανεξάρτητα όμως με τα πιο πάνω, ούτε και η συμπεριφορά που επέδειξε, σύμφωνα με τη μαρτυρία, ο κατηγορούμενος, μπορεί να στοιχειοθετεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του σε σχέση με το αδίκημα, αντικείμενο της πρώτης κατηγορίας. Κρίνω επομένως ότι ούτε και για την πρώτη κατηγορία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, και δη το κατά πόσο ο αθωωθείς κατηγορούμενος δικαιούται σε έξοδα, το θέμα μπορεί να άπτεται της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (βλ. 168 και 169 Κεφ.155[10] καθώς και Χαραλάμπους Πάμπος, Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. (Αρ. 2),
(2000)2 Α.Α.Δ. 603, Katharina v. Ευθυμίου και άλλων
(1998)2 Α.Α.Δ. 78, Pishorn v. Police
(1973)9 J.S.C. 1132), όμως η παρούσα υπόθεση έχει καταχωρηθεί από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και «Σύμφωνα με τα άρθρα 167, 168 και 169 της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ. 155, όπως ερμηνεύθηκαν από τη νομολογία, ούτε τα πρωτόδικα δικαστήρια ούτε το Εφετείο έχει εξουσία να επιδικάζει έξοδα σε αθωωθέντα κατηγορούμενο, πληρωτέα από το Δημόσιο Ταμείο. (Βλέπε Pishorn v. Police
(1973)9 J.S.C., p. 1132).» - Θωμά Θάσος ν. Αστυνομίας,
(2000)2 Α.Α.Δ.
  1. Επομένως δεν επιδικάζονται έξοδα προς όφελος του κατηγορούμενου. Τέλος και προτού αφήσω την απόφαση μου, θεωρώ ορθό όπως θέσω για σκοπούς προβληματισμού το εξής. Η θέσπιση του Ν.134(Ι)/2006 για την εφαρμογή των Κοινοτικών Αποφάσεων οδήγησε στην ύπαρξη δύο Νομοθετημάτων που αφορούν την αλιεία στην Κυπριακή Δημοκρατία. Από την μια ο προαναφερόμενος Νόμος και από την άλλη το Κεφ.
  2. Σε μεγάλο βαθμό και δη στα θέματα αλιευτικής πρακτικής τα δύο Νομοθετήματα φαίνεται να αλληλοκαλύπτονται. Αν αναλογιστεί ένας ότι οι κοινοτικές αποφάσεις πλαίσιο (framework decisions) και οι ευρωπαϊκοί Κανονισμοί (regulations) δεν χρειάζονται νέα ξεχωριστή εναρμονιστική νομοθεσία αλλά ανάλογη διαμόρφωση της υφιστάμενης νομοθεσίας τότε εύλογα δημιουργείται το ερώτημα προς τι η ανάγκη για τον Ν.134(Ι)/2006 αφού απλή τροποποίηση του Κεφ.135 θα ήταν αρκετή; Ακόμη όμως και αν κρίθηκε αναγκαία η θέσπιση νέας Νομοθεσίας τότε θα έπρεπε να είχε γίνει σχετική πρόβλεψη για το πεδίο εμβέλειας και εφαρμογής του Κεφ.
  3. Το αποτέλεσμα της ταυτόχρονης ύπαρξης και των δύο νομοθετημάτων είναι να υπάρχουν για την ίδια επιλήψημη συμπεριφορά, ταυτόσημα αδικήματα, διαφορετικής όμως σοβαρότητας όπως μπορεί να διαπιστωθεί από τις αντίστοιχες προβλεπόμενες ποινές οι οποίες διαφέρουν. Δεν θα ασχοληθώ με τις συνέπειες που η ταυτόχρονη συνύπαρξη των δύο νομοθετημάτων δυνατό να έχει για τη δίωξη των αδικοπραγούντων ή με το το κατά πόσο μπορούν να συμπεριλαμβάνονται και τα δύο νομοθετήματα στην ίδια κατηγορία ή στο ίδιο κατηγορητήριο, αυτό θα πρέπει όμως να προβληματίσει τις αρμόδιες αρχές για το μέλλον. (Υπ.).................................... Λ. Πασχαλίδης Προσ.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΜΚ Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Παράνομη Αλιεία/ Νυκτερινή Αλιεία με Ψαροντούφεκο/Παρεμπόδιση Επιθεωρητή [1] Αρ. 3Β.
(1)Ουδείς ασκεί ερασιτεχνική αλιεία, είτε ατομικά είτε συλλογικά, στη θάλασσα, λίμνες, ποταμούς ή υδατοφράκτες, χωρίς την προηγούμενη εξασφάλιση της άδειας ερασιτεχνικής αλιείας, που απαιτείται σύμφωνα με τους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου.
(2)Οποιοσδήποτε ενεργεί κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος άρθρου είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες λίρες ή και στις δύο ποινές μαζί. [2] Καν. 12.—
(1)Απαγορεύεται η καταδίωξη, σύλληψη, θανάτωση, κατοχή ή πώληση με οποιοδήποτε τρόπο οποιουδήποτε είδους ψαριών των εσωτερικών υδάτων, εκτός αν για το σκοπό αυτό δοθεί γραπτή άδεια από το Διευθυντή. Καν.17
(1)Επιτρέπεται η χρήση ψαροντούφεκου χωρίς βοηθήματα (ελεύθερη κατάδυση) μόνο σε πρόσωπα ηλικίας μεγαλύτερης των δεκαεπτά
(17)ετών. 17Β.-
(1)Η άδεια ερασιτεχνικής αλιείας που απαιτείται βάσει των Κανονισμών 17
(2)και 17Α εκδίδεται από το Διευθυντή ή οποιοδήποτε εξουσιοδοτημένο από αυτόν λειτουργό, σύμφωνα με τον τύπο που εκτίθεται στο Παράρτημα III, αφού καταβληθούν τα τέλη που προβλέπονται στο Παράρτημα IV. [3] Καν. 17.-
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου
(1), απαγορεύεται η χρήση ψαροντούφεκου - (α) από τη δύση μέχρι την ανατολή του ηλίου [4] Αρ.11 Ν.134(Ι)/2006- Οποιοδήποτε πρόσωπο - ... (β) χρησιμοποιεί αλιευτικές μεθόδους που απαγορεύονται από Κοινοτική Απόφαση ή/και Κοινοτικό Κανονισμό· ... (ιβ) παραβαίνει οποιαδήποτε επιτακτική ή απαγορευτική διάταξη Κοινοτικής Απόφασης ή Κοινοτικού Κανονισμού· είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή σε αμφότερες τις ποινές. [5] Η παρ. 406 προστέθηκε στο Δεύτερο Παράρτημα του Ν.134(Ι)/2006 την 16/3/07 με την ΚΔΠ 126/2007. [6] Κανονισμός (ΕΚ) 1967/2006 της 21ης Δεκεμβρίου 2006 σχετικά με μέτρα διαχείρισης για τη βιώσιμη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων στη Μεσόγειο Θάλασσα, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2847/93 και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1626/94. Αρ.8
(4)- Τα ψαροντούφεκα απαγορεύονται εάν χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με υποβρύχια αναπνευστική συσκευή (μπουκάλα οξυγόνου) ή κατά τη διάρκεια της νύχτας από τη δύση μέχρι την ανατολή του ηλίου. [7] Αρ. 366. Όποιος προτίθεται να διαπράξει ποινικό αδίκημα, αρχίζει να θέτει την πρόθεση του σε εφαρμογή με μέσα που είναι πρόσφορα για την πραγμάτωση της και φανερώνει τέτοια πρόθεση με κάποια έκδηλη πράξη, αλλά δεν πραγματώνει την πρόθεση του σε τέτοιο βαθμό ώστε να διαπράξει το ποινικό αδίκημα, θεωρείται ότι αποπειράται να το διαπράξει. Είναι αδιάφορο, εκτός καθόσον αφορά στην ποινή, κατά πόσο ο υπαίτιος διενήργησε οτιδήποτε το οποίο ήταν αναγκαίο εκ μέρους του για συμπλήρωση της διάπραξης του ποινικού αδικήματος ή κατά πόσο η πλήρης πραγμάτωση της πρόθεσης του αποτράπηκε λόγω περιστατικών ανεξάρτητων από τη βούληση του ή κατά πόσο υπαναχώρησε εκούσια από την περαιτέρω επιδίωξη της πρόθεσης του. Είναι αδιάφορο ότι, λόγω περιστατικών που δεν είναι γνωστά στον υπαίτιο, η πραγμάτωση του ποινικού αδικήματος ήταν εξ αντικειμένου αδύνατος. [8] Αρ.6.-
(1)Με σκοπό τη διακρίβωση της εκπλήρωσης οποιασδήποτε υποχρέωσης, η οποία απορρέει από τον παρόντα Νόμο, εκδιδόμενο δυνάμει αυτού διάταγμα, Κοινοτικό Κανονισμό ή Κοινοτική Απόφαση, κάθε Επιθεωρητής έχει εξουσία σε εύλογο χρόνο και, σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, σε οποιοδήποτε χρόνο - (α) Να εισέρχεται, επιθεωρεί, ερευνά και διενεργεί έλεγχο σε οποιοδήποτε υποστατικό ή άλλο χώρο, εκτός από κατοικία, το οποίο έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι είναι σχετικό υποστατικό ή άλλος χώρος ή στον οποίο έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι προσφέρεται ή παρέχεται σχετική υπηρεσία ή παρασκευάζεται προς διάθεση στην αγορά, αποθηκεύεται προς διάθεση στην αγορά, διατίθεται στην αγορά ή για εμπορικό, βιομηχανικό, βιοτεχνικό ή επαγγελματικό σκοπό χρησιμοποιείται σχετικό προϊόν, να ανοίγει και εξετάζει οποιαδήποτε συσκευασία για την οποία έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι περιέχει σχετικό προϊόν, να εξετάζει οτιδήποτε για το οποίο έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι είναι σχετικό προϊόν ή σχετίζεται με την προσφορά ή παροχή σχετικής υπηρεσίας, να παίρνει, αφού καταβάλει εύλογο τίμημα, δείγμα για το οποίο έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι είναι σχετικό προϊόν ή σχετίζεται με την προσφορά ή παροχή σχετικής υπηρεσίας, να εξετάζει οτιδήποτε για το οποίο έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι χρησιμοποιείται ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά την προαναφερόμενη παρασκευή προς διάθεση στην αγορά, αποθήκευση προς διάθεση στην αγορά, διάθεση στην αγορά ή χρήση και να επιθεωρεί και να εξετάζει το σχετικό υποστατικό ή άλλο χώρο καθώς και οποιαδήποτε εφαρμοστέα σε αυτό μέθοδο ή διαδικασία που αφορά το σχετικό υποστατικό ή άλλο χώρο ή την σχετική υπηρεσία ή το σχετικό προϊόν· (β) να ανακόπτει, εισέρχεται, επιθεωρεί, ερευνά και διενεργεί έλεγχο σε οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο ξηράς, θάλασσας ή αέρα, το οποίο έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι είναι σχετικό μεταφορικό μέσο ή στο οποίο έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι προσφέρεται ή παρέχεται σχετική υπηρεσία ή μεταφέρεται, διατίθεται στην αγορά ή για εμπορικούς ή επαγγελματικούς σκοπούς χρησιμοποιείται σχετικό προϊόν, να ανοίγει και εξετάζει οποιαδήποτε συσκευασία για την οποία έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι περιέχει σχετικό προϊόν, να εξετάζει οτιδήποτε για το οποίο έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι είναι σχετικό προϊόν ή σχετίζεται με την προσφορά ή παροχή σχετικής υπηρεσίας, να παίρνει, αφού καταβάλει εύλογο τίμημα, δείγμα για το οποίο έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι είναι σχετικό προϊόν ή σχετίζεται με την προσφορά ή παροχή σχετικής υπηρεσίας και να επιθεωρεί και εξετάζει το σχετικό μεταφορικό μέσο καθώς και οποιαδήποτε εφαρμοστέα σε αυτό μέθοδο ή διαδικασία που αφορά το σχετικό μεταφορικό μέσο ή τη σχετική υπηρεσία ή το σχετικό προϊόν· ...
(2)Ο κάτοχος και ο υπεύθυνος οποιουδήποτε σχετικού υποστατικού ή άλλου χώρου ή σχετικού μεταφορικού μέσου και ο κάτοχος σχετικού προϊόντος και ο προσφέρων ή παρέχων σχετική υπηρεσία, και οποιοδήποτε πρόσωπο απασχολείται σε σχετικό υποστατικό ή άλλο χώρο ή σχετικό μεταφορικό μέσο, στο οποίο εισέρχεται Επιθεωρητής δυνάμει του εδαφίου
(1), έχουν έκαστος υποχρέωση να παρέχουν στον Επιθεωρητή οποιαδήποτε πληροφορία που κατέχουν και διευκόλυνση, την οποία ο Επιθεωρητής εύλογα απαιτεί, ο δε Επιθεωρητής έχει εξουσία να απαιτεί και να λαμβάνει οποιαδήποτε τέτοια πληροφορία και διευκόλυνση. ....
(8)Διαπράττει ποινικό αδίκημα πρόσωπο το οποίο - ... (γ) σκόπιμα παρεμποδίζει Επιθεωρητή από την άσκηση των εξουσιών που του χορηγεί το παρόν άρθρο ή παραλείπει να συμμορφωθεί με οποιαδήποτε οδηγία ή εντολή Επιθεωρητή, η οποία δίδεται με βάση τον παρόντα Νόμο, και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες λίρες ή σε αμφότερες τις ποινές. [9] Αρ.7 Κεφ.135 - Οπoιoδήπoτε όργαvo τάξης ή λειτoυργός τoυ Τμήματος Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών ή του Τμήματος Εμπορικής Ναυτιλίας δύvαται, όταv έχει εύλoγες αιτίες vα υπoψιάζεται ότι διαπράχτηκε αδίκημα ή πιθαvόv vα διαπραχτεί βάσει τωv διατάξεωv τoυ Νόμoυ αυτoύ ή oπoιoυδήπoτε Καvovισμoύ πoυ γίvεται δυvάμει αυτoύ, δύvαται χωρίς έvταλμα- (α) vα εισέρχεται εvτός oπoιασδήπoτε ιδιoκτησίας, εκτός από κατoικία, κατά τη διάρκεια της ημέρας ή vα αvακόπτει oπoιoδήπoτε όχημα ή vα επιβιβάζεται σε oπoιoδήπoτε πλoίo και vα ερευvά τηv ιδιoκτησία, τo όχημα ή τo πλoίo και vα εξετάζει oπoιoδήπoτε αλίευμα, εξoπλισμό, εργαλείo ή άλλη συσκευή ή υλικό τo oπoίo δύvαται vα χρησιμoπoιηθεί για τηv αλιεία ιχθύωv και vα μετρά oπoιoδήπoτε αλιευτικό δίκτυ πoυ βρίσκεται εvτός της ιδιoκτησίας, τoυ oχήματoς ή τoυ πλoίoυ αυτoύ. (β) Να κατάσχει και κατακρατεί, εvώ εκκρεμεί απόφαση για αυτό, oπoιoδήπoτε σκάφoς, αλίευμα, εξoπλισμό, εργαλείo ή άλλη συσκευή ή υλικό ή οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο, το οποίο χρησιμοποιείται ή τo oπoίo δύvαται vα χρησιμoπoιηθεί κατά παράβαση τoυ Νόμoυ αυτoύ ή oπoιωvδήπoτε Καvovισμώv πoυ γίvovται δυvάμει αυτόυ: Νoείται ότι τo αλίευμα δύvαται vα πωληθεί και τo πρoϊόv αυτoύ vα κατακρατηθεί εvώ εκκρεμεί η απόφαση. [10] 168. Όταν πρόσωπο καταδικάζεται για ποινικό αδίκημα, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει αυτό να καταβάλει τα έξοδα της κατηγορίας επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη ποινή η οποία δύναται να επιβληθεί σε αυτό και σε περίπτωση δημοσίων διώξεων τα έξοδα αυτά, όταν εισπραχθούν, καταβάλλονται στις δημόσιες προσόδους. 169. Αν σε συνοπτική δίκη ο κατηγορούμενος αθωωθεί το Δικαστήριο δύναται να διατάξει οποιοδήποτε πρόσωπο από το οποίο κατά τη γνώμη του προσάχθηκε κατηγορία ή οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει υπεύθυνο για την πρόκληση της πρόσαψης κατηγορίας, να καταβάλει στον κατηγορούμενο τα έξοδα αυτού. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.