← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χριστάκης Κτωρής, Αρ. Υπόθεσης: 27054/12, 16/3/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χριστάκης Κτωρής, Αρ. Υπόθεσης: 27054/12, 16/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B48 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 27054/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και Χριστάκης Κτωρής Ημερομηνία: 16.3.2016. Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Λ. Μάρκου. Για τον κατηγορούμενο: κ. Γ. Κονναρής. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 1). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ως έχουν τροποποιηθεί, ο κατηγορούμενος μεταξύ τις 12.10.09 και του μηνός Ιανουαρίου 2010, στην Λεμεσό, έκλεψε το χρηματικό ποσό των €10.755, περιουσία της εταιρείας ΘΕΚ ΟΙΚΟ-ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΛΤΔ. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο 5 μάρτυρες. Δηλώθηκαν επίσης ως παραδεκτά γεγονότα, τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα: · Στις 20.10.10 και ώρα 09:40, ο Λοχ.3004 Α. Ιωάννου συνέλαβε στο Δικαστήριο Λεμεσού τον κατηγορούμενο, κατόπιν εντάλματος σύλληψης που εκκρεμούσε εναντίον του. Αφού του εξήγησε τον λόγο της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο εκείνος απάντησε «Εντάξει». Ακολούθως παρέδωσε τον κατηγορούμενο στον Αστ.556 Α. Αποστόλου του Τ.Α.Ε. Λεμεσού για τα περαιτέρω. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης Α/Αστ. 2762 Μιχάλης Πιττάλης, του Τ.Α.Ε. Λεμεσού, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Την 1.6.10 έλαβε κατάθεση από τον Παναγιώτη Κλεοβούλου, στην οποία υπέβαλε το παράπονο του για την παρούσα. Στις 20.10.10 στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 2). Στην συνέχεια την ίδια μέρα κατηγόρησε αυτόν γραπτώς ότι περί τον Ιανουάριο του 2010, με ψευδείς παραστάσεις απέσπασε το χρηματικό ποσό των €11.055 περιουσία της εταιρείας ΘΕΚ ΟΙΚΟ-ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΛΤΔ. Αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο ο κατηγορούμενος απάντησε «Δεν αποδέχομαι την κατηγορία διότι εγώ εισέπραξα τα λεφτά για τους μισθούς μου.» (τεκμήριο 3). Ενόψει των ισχυρισμών του κατηγορούμενου, στις 23.10.10 έλαβε νέα κατάθεση από τον Κλεοβούλου. Δεν του κοινοποιήθηκε οποιοδήποτε έγγραφο για τερματισμό εργασίας του κατηγορούμενου, ούτε αποτάθηκε σχετικά στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ούτε γνωρίζει εάν η παραπονούμενη εταιρεία έβαζε κοινωνικές ασφαλίσεις στον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος δεν ήταν μέτοχος, ούτε διευθυντής της εταιρείας. Κατάθεση έλαβε και από τον Νίκο Χριστοφή (την 1.6.10). Μετά την λήψη της εν λόγω κατάθεσης ο Χριστοφή τον επισκέφθηκε στο γραφείο του και του έδωσε αντίγραφο αγωγής που καταχώρησε εναντίον αυτού και της συζύγου του η πιο πάνω εταιρεία για το ίδιο ποσό που αφορά η παρούσα. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Παναγιώτης Κλεοβούλου, ο οποίος κατά την μαρτυρία του υιοθέτησε τις δύο καταθέσεις του (τεκμήρια 5 και 6) όπου ανέφερε τα ακόλουθα: Είναι δικηγόρος και ο διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας ΘΕΚ ΟΙΚΟ - ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΛΤΔ (στο εξής η εταιρεία), η οποία ασχολείτο με την εγκατάσταση φωτοβολταικών και ανανεώσιμων ενεργειών. Ο κατηγορούμενος ήταν συνεργάτης της εν λόγω εταιρείας. Η συνεργασία τους άρχισε με την ίδρυση της εταιρείας δηλαδή στις 26.3.
  1. Ο κατηγορούμενος ήταν κάτοχος της τεχνογνωσίας φωτοβολταικών συστημάτων, υπεύθυνος για την ανεύρεση πελατών που ήθελαν τέτοια συστήματα και θα έπαιρνε προμήθεια από το κλείσιμο της κάθε δουλειάς. Η συνεργασία μαζί του σταμάτησε περί τον Σεπτέμβρη του 2009 διότι ο μάρτυρας τον υποψιάστηκε ότι του έκλεψε χρήματα από το γραφείο του. Κατά τον Ιούλιο του 2009 η εταιρεία συμφώνησε με την Τιμοθέα Αθηνοδώρου, σύζυγο του Νίκου Χριστοφή, όπως τοποθετηθεί σύστημα φωτοβολταικών στο σπίτι της. Την τοποθέτηση και την αγορά των φωτοβολταικών αναλάμβανε η εταιρεία SW SOLARWATT LTD, από την οποία η εταιρεία έπαιρνε κάποιο ποσοστό. Το κόστος αγοράς και τοποθέτησης του συστήματος ήταν €23.000 και κάτι με το ΦΠΑ. Από αυτό, ο πελάτης έδωσε ένα ποσό περίπου €9.414 και το υπόλοιπο ποσό το πλήρωσε η εταιρεία αφού αυτό το ποσό θα χρηματοδοτείτο από τα προγράμματα επιχορηγήσεων της Ε.Ε. Η εταιρεία περίμενε να της αποσταλεί σχετική επιταγή από το αρμόδιο Υπουργείο, για το ποσό των €11.055, που θα παραλάμβανε η Αθηνοδώρου, η οποία θα την έδινε στην εταιρεία για εξόφληση της δουλείας. Αρχικά η επιταγή αναμενόταν τον Οκτώβριο. Περί τον Δεκέμβριο του 2009 του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος για να τον πληροφορήσει ότι η χορηγία θα αποστελλόταν περίπου τέλος Φεβρουαρίου με αρχές Μαρτίου του
  2. Επειδή μέχρι την 1.6.10 ο μάρτυρας δεν πήρε οτιδήποτε, επικοινώνησε με το Υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας με το Τμήμα ενέργειας και μίλησε με κάποιον Αλέξανδρο, ο οποίος του είπε ότι η επιταγή είχε σταλεί τον Δεκέμβριο του 2009 στην Αθηνοδώρου, στην διεύθυνση της. Ο μάρτυρας επικοινώνησε με τον Νίκο Χριστοφή, ο οποίος του επιβεβαίωσε ότι είχε λάβει την επιταγή, την είχε κάνει κατάθεση στον λογαριασμό του και έκδωσε δική του επιταγή, με το ίδιο ποσό στον κατηγορούμενο Στον φάκελο της εταιρείας ο κατηγορούμενος δεν άφησε τα στοιχεία της εγκατάστασης στο σπίτι της Αθηνοδώρου, αριθμό φακέλου κλπ. Επιπρόσθετα με αυτά που ανέφερε στην πρώτη του κατάθεση, στις 23.10.10 στην δεύτερη του κατάθεση (τεκμήριο 6) ανέφερε ότι περιήλθε στην αντίληψη του ότι ο κατηγορούμενος προσέγγισε διάφορους δικηγόρους για του κινήσει αγωγή ότι δήθεν του χρωστά μισθούς ή ζητούσε την συμβουλή τους πώς να χειριστεί το θέμα της κλοπής του εν θέματι ποσού που ισχυριζόταν ότι του όφειλε ο μάρτυρας για μισθούς. Με τον κατηγορούμενο δεν είχε καμία συμφωνία να του πληρώνει μισθό αλλά ούτε και πρόσφερε υπηρεσία για να δικαιούται μισθούς. Η παραπονούμενη εταιρεία έγινε με την παράκληση του κατηγορούμενου για να βοηθηθεί ο ίδιος για να ξεπεράσει τα οικονομικά του προβλήματα και ο μάρτυρας αφελώς προσπάθησε να τον βοηθήσει. Η συνεννόηση τους ήταν να βρίσκει ο κατηγορούμενος πελάτες για την εταιρεία και να παίρνει προμήθεια. Με τον μόνο πελάτη της εταιρείας που κατάφερε ο κατηγορούμενος να κλείσει συμφωνία ήταν η Τιμοθέα Αθηνοδώρου. Στις 15.10.10 ο μάρτυρας δέχθηκε ένα μήνυμα sms από άγνωστο του αριθμό τηλέφωνου, που έλεγε ότι ο μάρτυρας είναι καλό παιδί και ότι λυπάται που τον πλήγωσε και ότι ήθελε να τον συγχωρέσει και ότι αυτό που έκανε το έκανε για να γλυτώσει από τον υπόκοσμο και επικαλείτο τα φιλάνθρωπα αισθήματα του μάρτυρα και τον Θεό. Ζήτησε από τον μάρτυρα να τον βοηθήσει και κατέληγε ότι την Κυριακή θα μάθει ποίος του έστειλε το μήνυμα. Την Κυριακή το μεσημέρι ο μάρτυρας δέχθηκε τηλέφωνο από το τηλέφωνο του γνωστού του Γιάννη Ιωάννου, ο οποίος είναι και φίλος του κατηγορούμενου. Στο τηλέφωνο όμως ήταν ο Τριαντάφυλλος Καπελάρης, Δικαστής του Ελληνικού Δημοσίου και αδελφικός φίλος του μάρτυρα καθώς επίσης και φίλος του Γιάννη Ιωάννου. Ο Καπελαρής είπε στον μάρτυρα ότι ήταν Λεμεσό και ότι απέναντι του είχε κάποιο Χρίστο Κτωρή, ο οποίος ζητούσε μέσω του Καπελάρη να αποσύρει ο μάρτυρας την καταγγελία από την Αστυνομία και ότι θα διευθετούσε το χρέος, πρόταση την οποία ο μάρτυρας απέρριψε ασυζήτητι. Ο κατηγορούμενος αποκάλυψε στον Καπελαρή ότι το περίεργο sms που είχε δεχθεί ο μάρτυρας ήταν δικό του. Από τον ίδιο αριθμό τηλεφώνου ο μάρτυρας δέχθηκε τηλέφωνο την Δευτέρα το πρωί και δεν το απάντησε. Μετά που έδιωξε τον κατηγορούμενο τηλεφωνικώς από το γραφείο, καθ' ον χρόνον ο μάρτυρας ήταν διακοπές δηλαδή περί τον Αύγουστο του 2009, όταν επέστρεψε από τις διακοπές βρέθηκε με τον κατηγορούμενο για να του δώσει ο τελευταίος ένα αυτοκίνητο του μάρτυρα που του είχε δώσει για να διακινείται. Πέραν αυτού ο κατηγορούμενος πήγε ακόμη μία φορά στο γραφείο του μάρτυρα περί τον Σεπτέμβριο του 2009 για να τον ρωτήσει για τον φάκελο μίας Αγγλίδας πελάτισσας που του είχε στείλει. Περί τον Οκτώβρη ο μάρτυρας τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο για να μάθει για την επιχορήγηση διότι οι προμηθευτές στους οποίους η εταιρεία είχε δώσει επιταγή μεταχρονολογημένη απαιτούσαν την πληρωμή και αναγκάστηκε ο μάρτυρας να τους πληρώσει προσωπικά. Ο κατηγορούμενος του είπε ότι θα αργούσε η επιχορήγηση. Τον Δεκέμβριο του 2009 όλος αιφνιδίως ο μάρτυρας δέχθηκε τηλέφωνο από τον κατηγορούμενο ότι η επιχορήγηση στην Αθηνοδώρου δεν θα εδίνετο πριν τον Φεβρουάριο, Μάρτιο. Περαιτέρω κατά την μαρτυρία του κατέθεσε και γραπτή δήλωση, με το όλο ιστορικό της υπόθεσης, την οποία ετοίμασε ως προσχέδιο για σκοπούς της αγωγής που η εταιρεία κίνησε εναντίον του Νίκου Χριστοφή και στην βάση των εγγράφων που ανταλλάχθηκαν εκεί. Συγκεκριμένα αναφέρει βασικά ότι: Στις 14.5.09 η ΘΕΚ ΟΙΚΟ‑ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΛΤΔ (στο εξής η εταιρεία) της οποίας είναι διευθυντής, υπέγραψε και εξέδωσε προσφορά για €22.920,23 (κατέθεσε αντίγραφο ως τεκμήριο 8), η οποία αφορούσε την Τιμοθέα Αθηνοδώρου. Η προσφορά φέρει σφραγίδα της εταιρείας αλλά η υπογραφή και το όνομα που αναγράφει δεν είναι του μάρτυρα. Την προσφορά, όπως και τα υπόλοιπα έγγραφα τα ετοίμαζε ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε την τεχνογνωσία. Στις 9.7.09 η εταιρεία εξέδωσε τιμολόγιο για €23.116,07 προς την Τιμοθέα (κατέθεσε αντίγραφο ως τεκμήριο 9). Ούτε στο έγγραφο αυτό η γραφή και η υπογραφή είναι του μάρτυρα. Στις 10.7.09 η Τιμοθέα πλήρωσε τα ακόλουθα ποσά: (α) €4.560,51 με επιταγή του Νίκου Χριστοφή, της Τράπεζας Κύπρου, με αρ. 69061522 ημερ. 10.7.09 (κατέθεσε αντίγραφο ως τεκμήριο 10) στο όνομα της εταιρείας, η οποία κατετέθη στο λογαριασμό της εταιρείας στην USB Bank (κατέθεσε αντίγραφο ως τεκμήριο 11), (β) €4.500 με επιταγή ανοικτή, την οποία εξέδωσε η Ελένη Σάζου, της Τράπεζας Κύπρου, με αριθμό 69258267, ημερ. 8.7.09 (κατέθεσε αντίγραφο ως τεκμήριο 12), στην οποία συμπλήρωσε ο κατηγορούμενος το όνομα του. Την επιταγή αυτή, αν θυμάται καλά ο μάρτυρας, σταμάτησαν καθοδόν, σε μιαν Τράπεζα Κύπρου και την εξαργύρωσαν και κατέθεσε το ποσό αυθημερόν στη USB Bank (κατέθεσε αντίγραφο ως τεκμήριο 13), (γ) €2.700 μετρητά (τα οποία λόγισαν ως €3.000 λόγω έκπτωσης μετά από εισήγηση του κατηγορούμενου. Το ποσό αυτό κατετέθη στη USB Bank στις 13.7.09 (κατέθεσε αντίγραφο ως τεκμήριο 14). Περαιτέρω την ίδια ημέρα δηλ. 10.7.09 ο Νίκος Χριστοφή εξέδωσε την επιταγή με αρ. 69061523, μεταχρονολογημένη για τις 10.10.09, επ' ονόματι της εταιρείας, για €11.055,51 (κατέθεσε αντίγραφο ως τεκμήριο 15). Αυτή την επιταγή ο μάρτυρας την τοποθέτησε στον φάκελο της εταιρείας. Στις 10.8.09 η εταιρεία εξέδωσε απόδειξη €23.116,07 προς την Τιμοθέα (κατέθεσε αντίγραφο ως τεκμήριο 16). Αυτή η απόδειξη φέρει την σφραγίδα της εταιρείας και την υπογραφή του μάρτυρα. Την ετοίμασε όμως, εκτύπωσε και παρέδωσε ο κατηγορούμενος στην Αθηνοδώρου. Τον Αύγουστο ο μάρτυρας πήγε διακοπές και ο τότε ασκούμενος δικηγόρος στο γραφείο του, Παναγιώτης Παναγιώτου του κατήγγειλε ότι ο κατηγορούμενος έκλεψε από συρτάρι του γραφείου €
  3. Όταν επανήλθε ο μάρτυρας, είπε στον κατηγορούμενο να μην ξαναπατήσει το πόδι του στο γραφείο και του απέσπασε και το αυτοκίνητο που του είχε παραχωρήσει. Στο μεταξύ ο μάρτυρας είχε εκδώσει στην Solarwatt μεταχρονολογημένη επιταγή μέχρι τον Οκτώβριο, την οποία του ζήτησαν να πληρώσει. Τότε ο μάρτυρας τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο για να τον ρωτήσει αν ήλθε η επιχορήγηση και εκείνος του απάντησε ότι δεν γνώριζε. Τον Δεκέμβριο τηλεφώνησε στον μάρτυρα ο κατηγορούμενος, ότι η επιχορήγηση καθυστερεί και θα αποστελλόταν τέλος Φεβρουαρίου με αρχές Μαρτίου
  4. Τον Ιούνιο επειδή καθυστέρησε η επιχορήγηση ο μάρτυρας τηλεφώνησε στο Υπουργείο και τον πληροφόρησαν ότι η χορηγία απεστάλη τον Δεκέμβριο 2009 στην Τιμοθέα. Αυθημερόν τηλεφώνησε στον Χριστοφή, ο οποίος του είπε ότι τα λεφτά τα έδωσε στον κατηγορούμενο. Την ίδια ημέρα ο μάρτυρας κατήγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία. Η Αστυνομία συνέλαβε τον κατηγορούμενο στο Δικαστήριο, μετά που ο μάρτυρας που τον είδε εκεί την ειδοποίησε. Στις 26.7.10 ο μάρτυρας καταχώρησε την Αγωγή με αρ. 3736/10 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού με ενάγουσα την εταιρεία και εναγόμενους την Τιμοθέα Αθηνοδώρου και τον Νίκο Χριστοφή διότι η εταιρεία δεν πληρώθηκε και αν πλήρωσαν τον κατηγορούμενο ενήργησαν αμελώς και έχει ευθύνη απέναντι στην εταιρεία να προπληρώσουν το τιμολόγιο τους. Μέσα από την Αγωγή έλαβε και τις απαραίτητες πληροφορίες και λεπτομέρειες, πως ο κατηγορούμενος ενήργησε, συνεργούσης και της επιπολαιότητας του Χριστοφή και της ολιγωρίας του μάρτυρα. Ο κατηγορούμενος έκλεψε από το φάκελο την επιταγή (τεκμήριο 15) και από τον υπολογιστή έσβησε όλα τα στοιχεία της εταιρείας. Περί τον Οκτώβριο ο κατηγορούμενος έπεισε τον Χριστοφή και του εξέδωσε την επιταγή με αρ. 69061535 για €5.000 επ' ονόματι του, με ημερομηνία πληρωμής την 12.10.09 (κατέθεσε αντίγραφο ως τεκμήριο 17), η οποία εξαργυρώθηκε αυθημερόν και μίαν επιταγή με αριθμό 69061536, μεταχρονολογημένη για τις 10.1.10 (κατέθεσε αντίγραφο ως τεκμήριο 18). Μέσω της Αγωγής ο Χριστοφή έδωσε στον μάρτυρα και μια σημείωση, η οποία ως ο μάρτυρας εικάζει γράφτηκε στην πίσω πλευρά της επιταγής με αρ. 69061523 αφού τοποθετήθηκε στο πάνω σημείο ο λογαριασμός της εταιρείας στην USB και προσποιείται το λεκτικό και τη μονογραφή του μάρτυρα, ότι δόθηκαν οι δύο ως άνω επιταγές σε αντικατάσταση της «παρούσης» επιταγής (κατέθεσε αντίγραφο ως τεκμήριο 19). Περαιτέρω μέσω της αγωγής ο Χριστοφή αποκάλυψε απόδειξη είσπραξης με ημερ. 7.7.09 και σφραγίδα της εταιρείας ότι λήφθηκαν δύο επιταγές 7.7.09 για €4.500 και 10.10.09 για €11,055.51 και μετρητά τα υπόλοιπα (κατέθεσε αντίγραφο ως τεκμήριο 20). Η απόδειξη φέρει υπογραφή του κατηγορούμενου και ο Χριστοφή λέει ότι του την έδωσε ο κατηγορούμενος και ότι με τις επιταγές αυτές εξόφλησε την εταιρεία. Η επιταγή από το Υπουργείο φέρει ημερομηνία 28.12.09 και είναι επ' ονόματι της Τιμοθέας (κατέθεσε αντίγραφο ως τεκμήριο 21). Η καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου είναι σε σχέση με τις επιταγές τεκμήρια 17 και
  5. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο Νίκος Χριστοφή, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Είναι σύζυγος της Τιμοθέας Αθηνοδώρου. Περί το τέλος του 2008 συνάντησε τον κατηγορούμενο, ο οποίος εργαζόταν αρχικά σε άλλη εταιρεία και μετέπειτα στην εταιρεία με φωτοβολταϊκά ΟΙΚΟ - ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΛΤΔ, όπου, ως ο κατηγορούμενος του είπε, ήταν συνεταίρος με τον Μ.Κ.2 και ενδιαφέρθηκε να βάλει φωτοβολταϊκά στην ταράτσα της οικίας του. Ο κατηγορούμενος πήγε στο σπίτι του μάρτυρα, του έδωσε προσφορά, η οποία ανήλθε στα €23.116,07, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. (τεκμήριο 9) από τα οποία τα €11.055,51 θα επιχορηγούνταν από το Υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας και τα υπόλοιπα θα τα πλήρωνε ο μάρτυρας. Ο μάρτυρας συμφώνησε με την προσφορά. Ο κατηγορούμενος πήρε τα σχέδια και τα κοτσιάνια και έκανε όλες τις απαραίτητες διαδικασίες. Τον Ιούλιο του 2009 τοποθέτησαν στο σπίτι του μάρτυρα τα φωτοβολταϊκά. Αργότερα τον ίδιο μήνα πήγαν στον σπίτι του ο Μ.Κ.2 και ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος του σύστησε τον Μ.Κ.2 ως συνεταίρο του στην εταιρεία και ο Μ.Κ.2 είπε στον κατηγορούμενο και έδωσε στον μάρτυρα μια κάρτα, η οποία αναγράφει «ΟΙΚΟ - ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΛΤΔ» «Χριστάκης Κτωρή Διευθυντής Μάρκετινγκ & Πωλήσεων» (τεκμήριο 24). Για να πάρει την επιχορήγηση ο μάρτυρας, του είπαν οι δύο, ότι εκείνοι έπρεπε να γράψουν στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας του Υπουργείου ότι πληρώθηκαν. Προς πληρωμή ο μάρτυρας έδωσε στον Μ.Κ.2 μία επιταγή των €4.500 (τεκμήριο 12), την οποία του έδωσε ο αδελφός του με εκδότη τη νύφη του και έφερε ημερομηνία 8.7.09, μία μεταχρονολογημένη επιταγή των €11.055,51 (τεκμήριο 15) όσο δηλαδή θα ήταν η επιχορήγηση, μια επιταγή για το ποσό των €4.560,51 (τεκμήριο 10) και €3.000 σε μετρητά και την ίδια ημέρα του έδωσαν απόδειξη, την οποία πρέπει να υπέγραψε ο κατηγορούμενος (τεκμήριο 20). Επειδή ο μάρτυρας είχε κάποιο πρόβλημα με τα χέρια του ζήτησε από τον Μ.Κ.2 και συμπλήρωσε εκείνος τις επιταγές τεκμήρια 10 και
  6. Την επιταγή τεκμήριο 12, ο Μ.Κ.2, στην παρουσία του μάρτυρα, την έδωσε στον κατηγορούμενο. Η μεταχρονολογημένη επιταγή τεκμήριο 15 ήταν πληρωτέα στις 10.10.
  7. Η επιχορήγηση όμως άργησε. Πριν της 10.10.09 επικοινώνησε μαζί του ο κατηγορούμενος και του είπε ότι έχουν οικονομικό πρόβλημα γιατί έπρεπε να πληρώσουν κάτι για τα υλικά που αγόρασαν για να βάλουν τα φωτοβολταϊκά και θα τους βάλουν στο Κ.Α.Π. Ο μάρτυρας του είπε ότι η συμφωνία τους ήταν διαφορετική και συγκεκριμένα να τους δώσει τα λεφτά όταν έλθει η επιχορήγηση. Ο κατηγορούμενος επέμενε ότι θα έχει πρόβλημα με τις επιταγές που έβγαλαν εκείνοι και τον παρακάλεσε να του δώσει έστω κάτι. Ο μάρτυρας του είπε ότι δεν έχει όλο το ποσό και ότι μπορούσε να του δώσει ένα μέρος και για το άλλο να τους εκδώσει μεταχρονολογημένη επιταγή αφού του έφερνε την επιταγή τεκμήριο
  8. Στις 12.10.09 πήγε ο κατηγορούμενος, επέστρεψε στον μάρτυρα την επιταγή τεκμήριο 15 και ο μάρτυρας του έδωσε δύο επιταγές, η μία €5.000 πληρωτέα την ίδια ημέρα (τεκμήριο 17) και η άλλη μεταχρονολογημένη για την 10.1.10 για το ποσό των €5.755 (τεκμήριο 18), αφού του έγινε έκπτωση €
  9. Το τεκμήριο 19, που φαίνεται ότι αποτελεί αντίγραφο του πίσω μέρους της επιταγής τεκμήριο 15, γράφτηκε την ημέρα που ο κατηγορούμενος του επέστρεψε την εν λόγω επιταγή και συγκεκριμένα αναφέρει ότι εκδόθηκαν οι επιταγές τεκμήρια 17 και 18 προς αντικατάσταση «της παρούσας επιταγής». Την 28.12.09 ο μάρτυρας έλαβε την επιχορήγηση ύψους €11.056 σε επιταγή στο όνομα της γυναίκας του (τεκμήριο 21). Την έκανε κατάθεση στον λογαριασμό του και λίγες μέρες μετά τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο, ο οποίος πήγε και του έδωσε ο μάρτυρας το ποσό των €5.755 οπόταν ο κατηγορούμενος του έδωσε πίσω την επιταγή που του είχε δώσει (τεκμήριο 18) και έτσι ξόφλησαν. Την 1.6.10 του τηλεφώνησε ο Μ.Κ.2 και τον ρώτησε αν πήρε την επιχορήγηση. Ο μάρτυρας του είπε ότι την πήρε και ότι πήγε ο κατηγορούμενος και εξόφλησε ο μάρτυρας το ποσό που τους χρωστούσε, ως υπόλοιπο της μεταχρονολογημένης επιταγής. Ο Μ.Κ.2 του είπε τότε «Α τον απατεώνα, έκλεψε με. Σε παρακαλώ μην του πεις τίποτε και θα τον καταγγείλω στην Αστυνομία». Την ίδια ημέρα τηλεφώνησαν στον μάρτυρα από την Αστυνομία και πήγε και έδωσε κατάθεση. Ο μάρτυρας δεν γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος και ο Μ.Κ.2 είχαν διακόψει την συνεργασία τους. Πλην της φοράς που πήγε με τον κατηγορούμενο στο σπίτι του μάρτυρα και της 1.6.10, δεν είχε με τον Μ.Κ.2 άλλη επικοινωνία. Όλα τα σχετικά τα έκανε ο κατηγορούμενος. Παρόλο ότι ο μάρτυρας εξόφλησε για την τοποθέτηση των φωτοβολταϊκών, ο Μ.Κ.2 κίνησε εναντίον αυτού και της συζύγου του την Αγωγή αρ. 3736/10 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, με την οποία ισχυρίζεται ότι ο μάρτυρας του χρωστά το ποσό των €11.355,56 (τεκμήριο 23). Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε η Ειρήνη Σωκράτους, η οποία ανέφερε τα εξής: Εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο του Μ.Κ.
  10. Γνωρίζει τον κατηγορούμενο από το εν λόγω γραφείο. Συγκεκριμένα αυτός εμφανίσθηκε στο γραφείο περί το 2009 και πήγαινε καθημερινά. Όταν η μάρτυρας ρώτησε τον Μ.Κ.2 εκείνος της είπε ότι επειδή είχε μια εταιρεία που ασχολείτο με την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών, ο κατηγορούμενος απλά βοηθούσε στην ανεύρεση πελατών. Η μάρτυρας ήταν γραμματέας της εν λόγω εταιρείας, η οποία συστάθηκε τον Μάρτιο του
  11. Ο ρόλος της όμως ήταν εντελώς τυπικός δηλ. δεν είχε οποιαδήποτε αρμοδιότητα. Η μέτοχος της εταιρείας ήταν η Χριστίνα Κλεοβούλου, αδελφή του Μ.Κ.2, η οποία μένει στην Πάφο. Δεν γνωρίζει ποια ήταν η σχέση του Μ.Κ.2 και του κατηγορούμενου στην εταιρεία. Γνωρίζει ότι ιδρύθηκε η εταιρεία και ότι θα ασχολείτο ο Μ.Κ.2 με την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών. Ο Μ.Κ.2 πήρε στο γραφείο τον κατηγορούμενο, τον οποίο τους είχε συστήσει ως συνεργάτη του ότι θα τον βοηθούσε στην εταιρεία βρίσκοντας πελάτες. Δεν γνωρίζει ούτε πόσους πελάτες είχαν, τι δουλειές έκαναν, τι έσοδα και τι έξοδα είχαν ή τι συμφωνία είχαν κάνει. Λόγω του ότι η μάρτυρας εργαζόταν πάρα πολλές ώρες στο γραφείο έβλεπε τον κατηγορούμενο καθημερινά και αρκετές ώρες. Δεν θυμάται ακριβώς από πότε μέχρι πότε γινόταν αυτό. Θυμάται ότι ήταν το 2009 και ότι ο κατηγορούμενος συνέχισε να πηγαίνει στο γραφείο μέχρι το τέλος του καλοκαιριού του ίδιου χρόνου. Τότε το καλοκαίρι ο Μ.Κ.2 πήγε με άδεια και η μάρτυρας ήταν στο γραφείο με άλλο δικηγόρο. Διαπίστωσαν ότι ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύτηκε το γεγονός της απουσίας του Μ.Κ.2, πήγαινε στο γραφείο, χρησιμοποιούσε το τηλέφωνο για αρκετές ώρες και ήλθε ένας φουσκωμένος λογαριασμός. Εκτός από το τηλέφωνο ο κατηγορούμενος είχε και πρόσβαση σε όλα τα αρχεία, ηλεκτρονικά και μη του γραφείου. Γνωρίζει για την καταγγελία που έκανε ο Μ.Κ.2 εναντίον του κατηγορούμενου εφόσον εργάζεται στο γραφείο του πρώτου και από τα όσα αυτός της είπε. Μάλιστα έλεγε επανειλημμένα στον Μ.Κ.2 να μην επιτρέπει την είσοδο του κατηγορούμενου στο γραφείο. Κατάλαβε από την αρχή τις προθέσεις του μέχρι που επαληθεύτηκε. Ο κατηγορούμενος ήταν άνθρωπος που συμπεριφερόταν πολύ περίεργα. Συγκεκριμένα όταν ήταν στο γραφείο ήταν σαν να είχε μυστικοπάθεια. Όταν μιλούσε στο τηλέφωνο μιλούσε χαμηλόφωνα και ήταν πολύ κλειστός, δεν ανοιγόταν με το υπόλοιπο προσωπικό. Συνήθως καθόταν στον χώρος της γραμματέα και κάποτε στο γραφείο κάποιου από τους δικηγόρους. Δεν είχε δικό του γραφείο. Η μάρτυρας δεν άκουσε τον Μ.Κ.2 ποτέ να κάνει παρατήρηση στον κατηγορούμενο για το που καθόταν. Εξήγησε δε, σε σχέση με τα όσα ανέφερε για τις προθέσεις του κατηγορούμενου, ότι ήταν μια προσωπική άποψη την οποία εξέφρασε στον Μ.Κ.
  12. Δεν της άρεσε ο κατηγορούμενος από την πρώτη μέρα που πάτησε το πόδι του στο γραφείο και δεν τον συμπάθησε γιατί φαινόταν άνθρωπος, ο οποίος προσπαθούσε να εκμεταλλευτεί κάτι που σύμφωνα με την ίδια συμπέρανε από το ότι αυτός πήγαινε στο γραφείο ώρες που απουσίαζε ο Μ.Κ.2, κρατούσε και το αυτοκίνητο του Μ.Κ.2 για πάρα πολύ καιρό, πήγε στο γραφείο όταν ο Μ.Κ.2 απουσίαζε σε ταξίδι και έκαμνε χρήση του τηλεφώνου. Ως Μ.Κ.5 κατέθεσε ο Τριαντάφυλλος Καπελάρης, ο οποίος ανέφερε τα εξής: Είναι αδελφικός φίλος με τον Μ.Κ.
  13. Πριν από χρόνια, δεν μπορεί να προσδιορίσει πότε ακριβώς, επισκέφθηκε στο γραφείο του στην Λεμεσό, τον Μ.Κ.
  14. Ο τελευταίος βρισκόταν με κάποιον κύριο, ο οποίος εκείνη την ώρα έβγαινε έξω από το γραφείο. Ο Μ.Κ.2 του είπε ότι με τον κύριο αυτόν θα έκαναν μια δουλειά, η οποία είχε σχέση με φωτοβολταϊκά. Ο μάρτυρας δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Τον κύριο δε αυτόν δεν τον ξαναείδε έκτοτε. Μετά από πάροδο κάποιου χρονικού διαστήματος, κάποιων μηνών, ο Μ.Κ.2 τηλεφώνησε έξαλλος στον μάρτυρα και του είπε ότι ο προαναφερόμενος κύριος του είχε φάει χρήματα, τα οποία του είχε δώσει για να προωθηθεί η επένδυση. Παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα ίσως και χρόνια, πάλι δεν μπορεί να προσδιορίσει ακριβώς, μπορεί να ήταν το 2010, 2011 ή 2012, και ο μάρτυρας επισκέφθηκε ένα βράδυ στην Λεμεσό, τον φίλο του Γιαννάκη Ιωάννου. Εκεί μαζί με τον Ιωάννου βρισκόταν κάποιος κύριος, ο οποίος του συστήθηκε ως Κτωρής και τον οποίο δεν είχε δει ξανά πριν. Αυτός του είπε, συνηγορούντος του Ιωάννου, αν μπορούσε να μεσολαβήσει στον Μ.Κ.2, προκειμένου να αποσυρθεί μια καταγγελία που είχε υποβάλει ο τελευταίος εναντίον του και να κοιτάξουν να τα βρουν. Την ίδια ώρα ή το επόμενο πρωί ο μάρτυρας επικοινώνησε με τον Μ.Κ.2 και του έθεσε υπόψη του τα πιο πάνω. Ο Μ.Κ.2 έξαλλος απάντησε ότι δεν θέλει να ακούσει για αυτήν την ιστορία και ότι προτίθετο να πάρει τον Κτωρή στη Δικαιοσύνη. Του ανέφερε επίσης ότι η διαφορά τους άπτετο του εγχειρήματος με τα φωτοβολταϊκά, για την οποία του είχε ξαναμιλήσει. Τέλος η εκδοχή του κατηγορούμενου ως την ανέφερε στην κατάθεση του, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του ήταν η ακόλουθη: Τον Μάρτιο του 2009 ξεκίνησε με τον Μ.Κ.2 την εταιρεία ΘΕΚ ΟΙΚΟ-ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΛΤΔ, η οποία ασχολείτο με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας κυρίως φωτοβολταϊκά. Τον Μ.Κ.2 τον γνώριζε για χρόνια και ήταν ο δικηγόρος του. Συμφώνησαν να διοριστεί ο κατηγορούμενος ως Διευθυντής marketing και πωλήσεων, να λαμβάνει μισθό €1.500 μηνιαίως και επίσης να λαμβάνει προμήθεια επί των πωλήσεων. Τον Ιούνιο του 2009 συμφώνησαν με τον Μ.Κ.3, ο οποίος ήταν φίλος του πατέρα του, να τοποθετήσει φωτοβολταϊκά στον σπίτι του. Ο κατηγορούμενος του έδωσε προσφορά στο όνομα της γυναίκας του Τιμοθέας Αθηνοδώρου για το ποσό των €23.116,07, η οποία περιλάμβανε πλήρη εγκατάσταση του συστήματος. Η συμφωνία που έγινε για την πληρωμή ήταν ο Μ.Κ.3 να πληρώσει το 60% και το 40% να πληρωθεί όταν θα έπαιρνε την επιχορήγηση. Ο Μ.Κ.3 τους έδωσε μετρητά και επιταγή και πληρώθηκε η εταιρεία ενώ για την επιχορήγηση τους έδωσε μία μεταχρονολογημένη επιταγή για το ποσό των €11.
  15. Τον Οκτώβριο του 2009, λόγω του ότι είχαν οικονομικές διαφορές με τον Μ.Κ.2 και είχαν και οι δύο άμεση ανάγκη από χρήματα ο Μ.Κ.2 ζήτησε από τον κατηγορούμενο να μιλήσει με τον Μ.Κ.3 αν μπορούσε να τους πληρώσει οποιοδήποτε ποσό μέχρι να εισπράξει την επιταγή της επιχορήγησης από την Δημοκρατία. Ο κατηγορούμενος επικοινώνησε με τον Μ.Κ.3 και όταν μίλησαν εκείνος του είπε να του δώσει μια επιταγή των €5.000 πληρωτέα αμέσως και μια μεταχρονολογημένη για τον Γενάρη του 2010, για το ποσό των €5.755 και ο κατηγορούμενος του χάρισε €
  16. Την επιταγή των €5.000 ο κατηγορούμενος την άλλαξε στην Τράπεζα Κύπρου, κράτησε €3.000 για δύο μηνιαίους μισθούς και παρέδωσε στον Μ.Κ.2 τις €2.000 για να τις δώσει στον έμπορα και την επιταγή των €5.
  17. Ο Μ.Κ.2 δεν τον είχε απολύσει από την εταιρεία αλλά του ζήτησε να παραμείνει part time ως πωλητής όπως και έγινε. Τον Ιανουάριο του 2010 τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο ο Μ.Κ.3 ότι είχε λάβει την επιταγή της επιχορήγησης και του ζήτησε την επιταγή των €5.755 πίσω για να τους πληρώσει σε μετρητά το υπόλοιπο. Ο κατηγορούμενος ενημέρωσε τον Μ.Κ.2, ο οποίος του έδωσε την επιταγή των €5.755 και την πήρε στον Μ.Κ.3, ο οποίος του έδωσε τα χρήματα σε μετρητά. Ο κατηγορούμενος ενημέρωσε τηλεφωνικώς τον Μ.Κ.2 ότι έλαβε τα χρήματα και ότι ήθελε χρήματα για τους μισθούς του. Εκείνος του είπε ότι είχε ζημιά η εταιρεία, χρειαζόταν τα χρήματα και έπρεπε να συνεισφέρει και ο κατηγορούμενος στην ζημιά αλλά ο τελευταίος προτίμησε και τα πήρε για τους μισθούς του. Πέραν των πιο πάνω στην λοιπή κυρίως εξέτασης του πρόσθεσε τα εξής: Γνώρισε, μέσω κάποιου φίλου το 2001, τον Μ.Κ.2 όταν αυτός στεγαζόταν στο γραφείο άλλου δικηγόρου. Δεν έκαναν όμως πολλή παρέα. Του πήρε και κάποιους πελάτες. Τον Φεβρουάριο του 2009 όταν ξαναβρεθήκαν συζητούσαν στο γραφείο του Μ.Κ.2 για φωτοβολταϊκά και ο Μ.Κ.2 ενδιαφέρθηκε να κάνουν μαζί μια εταιρεία. Ο Μ.Κ.2 τον ρώτησε πώς θέλει να συνεργαστούν και αυτός του απάντησε ότι θέλει μετοχές στην εταιρεία και επειδή τότε ήταν σε πτώχευση και δεν μπορούσε να έχει μετοχές, έναν μισθό διακίνησης και ένα αυτοκίνητο. Ο Μ.Κ.2 τον ρώτησε πόσα έσοδα θα είχαν περίπου για να τον βοηθήσει και εκείνος με πελάτες. Ο κατηγορούμενος του ανέφερε και ο Μ.Κ.2 το δέχθηκε και ο Μ.Κ.2 προχώρησε και δημιούργησε την εταιρεία και ξεκινήσαν δουλειά. Βρήκαν τον πρώτο τους πελάτη, τον Μ.Κ.3 και έγινε η πρώτη εγκατάσταση φωτοβολταϊκού συστήματος. Στο σπίτι του Μ.Κ.3 ο κατηγορούμενος πήρε και τον Μ.Κ.2 για να δει τι είναι το φωτοβολταϊκό γιατί δεν γνώριζε καθόλου πώς μπαίνουν τα συστήματα και του άρεσε πάρα πολύ η ιδέα. Του είπε δε ο Μ.Κ.2 ότι θα του δώσει και εκείνος μια λίστα με πελάτες. Οι πελάτες αυτοί οι περισσότεροι ήταν αποτυχία. Συνέχιζε ο κατηγορούμενος να βλέπει πελάτες του Μ.Κ.2 και δικούς του, έδωσαν πολλές προσφορές, περίμεναν απαντήσεις και για φωτοβολταϊκό πάρκο 1.000.000 και πολλά και διάφορα. Όσον αφορά τον Μ.Κ.3 εκείνος πλήρωσε το ποσό όλο και είχε μείνει ένα υπόλοιπο €11.055, το οποίο τους έδωσε μεταχρονολογημένη επιταγή και συμφωνήσαν όταν ο Μ.Κ.3 πάρει τη χορηγία από την Κυβέρνηση να τους δώσει τα λεφτά. Η εταιρεία εξέδωσε στην εταιρεία που είχε εγκαταστήσει τα φωτοβολταϊκά, μεταχρονολογημένες επιταγές. Όταν ήρθε η πρώτη επιταγή μέσα και έπρεπε να πληρωθεί, τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο ο Μ.Κ.2 και του είπε «Να πάμε να εισπράξουμε τον Οκτώβριο». Τον Σεπτέμβριο ο Μ.Κ.2 δεν ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι χάθηκαν €300, του έδωσε ο Μ.Κ.2 τις επιταγές και του είπε να πάει στον Μ.Κ.3 να εισπράξει τα λεφτά και να τα πάρει «μέσα». Τέλος του Σεπτέμβρη ο Μ.Κ.2 του είπε «Θα σταματήσουμε τη συνεργασία μας σαν μισθωτός και θα είσαι μόνο με προμήθεια». Ο κατηγορούμενος του είπε εντάξει και τον ρώτησε πώς θα πάρει τους μισθούς των 5‑6 μηνών. Ο Μ.Κ.2 του είπε ότι θα τα βρουν και το πολύ να υποστεί ο κατηγορούμενος κάποιες συνέπειες σαν συνέταιρος. Ο κατηγορούμενος του είπε τότε «Εντάξει, θα τα έβρουμε». Ο κατηγορούμενος προχώρησε, εισέπραξε κάποια λεφτά από τον Μ.Κ.3, έδωσε στον Μ.Κ.2 €1.500 και του είπε «Θα πάρω δύο μήνες μισθούς €3.000». Ο Μ.Κ.2 ωρυόταν στο γραφείο του, τσακωθήκαν και είπε στον κατηγορούμενο «Είναι απαράδεχτο, πάρε 800, πάρε 1.000, πάρε τόσα». Ο κατηγορούμενος του είπε «Δεν γίνεται, χρωστώ και εγώ, έχω υποχρεώσεις. Εδανείζουμουν λεφτά από φίλους μου για να καλύφκω έξοδα, για να πηγαίνω να βλέπω πελάτες. Εσύ μόνο €600 μου είχες δώσει μέχρι σήμερα έναντι, είναι απαράδεχτο». Βρήκαν όμως μια λύση αλλά ο Μ.Κ.2 ήταν κακοφανισμένος. Ο κατηγορούμενος έδωσε στον Μ.Κ.2 και την επιταγή την μεταχρονολογημένη που τους έδωσε ο Μ.Κ.3 και τα υπόλοιπα λεφτά και έφυγε. Τον Δεκέμβριο του τηλεφώνησε ο Μ.Κ.2 τον και τον ρώτησε τι γίνεται με την επιχορήγηση. Ο κατηγορούμενος του είπε «Σε 1‑2 μήνες. Τους βάζω πίεση στο Υπουργείο γιατί με γνωρίζουν και θα μου τη στείλουν. Θα πάρεις τα λεφτά, αλλά τι θα γίνει με τους μισθούς μου;». Ο Μ.Κ.2 του είπε «Θα τα βρούμε, δεν έχει πρόβλημα». Όταν ο κατηγορούμενος πήγε και πήρε τα λεφτά από τον Μ.Κ.3 τηλεφώνησε στον Μ.Κ.2 και του είπε «Να βρεθούμε, αλλά πρέπει να μου δώσεις τους μισθούς μου γιατί είναι αδικία». Ο Μ.Κ.2 τον ύβρισε από το τηλέφωνο με βρισιές, οι οποίες τον ανάγκασαν να βγει από τα ρούχα του. Του είπε για τη μάνα του, για την ράτσα του και ότι εκείνος δικαιούται τα λεφτά και υπέστη την ζημιά. Όμως ο κατηγορούμενος πήρε τα λεφτά και ο Μ.Κ.2 του είπε ότι θα πάει στην Αστυνομία. Έτσι έκανε. Πήγε και τον κατήγγειλε και κατέληξαν στο Δικαστήριο. Ως προς την λύση που βρήκαν είπε ότι ήταν για την πρώτη επιταγή, τον Οκτώβριο και συγκεκριμένα να πάρει ο κατηγορούμενος ένα μισθό, ένα ποσό κάποιους μισθούς και να δώσει και κάποια στην εταιρεία. Μετά θα μπορούσε να πάει στο γραφείο του Μ.Κ.2 με τη δεύτερη επιταγή και να τα έβρισκαν διαφορετικά. Αλλά όταν ο Μ.Κ.2 έβρισε την οικογένεια του τελείωσε. Το ποσό της δεύτερης επιταγής το κράτησε ο κατηγορούμενος για τους μισθούς του. Έτσι έπρεπε και ακόμη ο Μ.Κ.2 του χρωστά. Και αυτά τα γνώριζε ο Μ.Κ
  18. Τον Μ.Κ.5 δεν τον έχει συναντήσει πριν από την ημέρα που ήλθε στο Δικαστήριο. Τον έχει ακουστά μέσω κάποιων φίλων του Μ.Κ.
  19. Απλούστατα κάποιος κοινός φίλος του κατηγορούμενου και του Μ.Κ.2 θα βρίσκονταν για καφέ κάπου, τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο και του είπε «Έχω έναν φίλο Τριαντάφυλλο Δικαστή και θα του μιλήσω για να τα βρείτε ξανά με τον κύριο Κλεοβούλου. Ο κατηγορούμενος του είπε «Δεν θα κάνεις τίποτα. Άσ' τον να κάνει ό,τι θέλει». Αξιολόγηση της μαρτυρίας Ο Μ.Κ.1, εξεταστής της υπόθεσης, μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία του περιέγραψε όλες τις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης και ανέφερε όλα όσα γνώριζε για αυτήν, χωρίς ουσιαστικά να αμφισβητηθεί. Ως εκ των άνω μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Ο Μ.Κ.3 μου έκανε επίσης καλή εντύπωση. Περιέγραψε με σαφήνεια και λεπτομέρεια τα γεγονότα όπως τα γνώριζε προσωπικά, με βάση την μνήμη του και τα έγγραφα που είχε στην κατοχή του και γενικά η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του. Ως εκ των άνω γίνεται δεκτή. Καλή εντύπωση μου έκανε και ο Μ.Κ.5, ο οποίος επίσης ανέφερε όσα γνώριζε με βάση την μνήμη του ενώ ούτε αυτού η μαρτυρία αμφισβητήθηκε. Συνεπώς γίνεται δεκτή. Πρέπει δε να λεχθεί ότι δεν προκύπτει από τη μαρτυρία του ότι το πρόσωπο που συνάντησε στην Λεμεσό όταν επισκέφθηκε φίλο του και του συστήθηκε ως Κτωρής, ζητώντας του να μεσολαβήσει στον Μ.Κ.2, για να αποσυρθεί η καταγγελία εναντίον του και να τα βρουν, είναι ο κατηγορούμενος. Αυτό γιατί το πρόσωπο αυτό, ως είπε δεν το είχε δει ξανά, κάτι που δείχνει ότι ήταν άλλο από αυτό που συνάντησε πολύ πριν στο γραφείο του Μ.Κ.2 και για το οποίο ο τελευταίος του είχε πει ότι θα έκαναν μια δουλειά, η οποία είχε σχέση με φωτοβολταϊκά. Δεν του ζητήθηκε δε να αναφέρει εάν αναγνωρίζει τον κατηγορούμενο ως ένα από τα πρόσωπα στα οποία αναφέρθηκε. Τα πιο πάνω όμως δεν καθιστούν την σχετική μαρτυρία του Μ.Κ.2 ψευδή εφόσον εκείνος δεν ήταν παρών στην συνάντηση του συγκεκριμένου προσώπου με τον Μ.Κ.5 και συνεπώς τα όσα είπε, αποδίδοντας τα στον κατηγορούμενο, προφανώς αποτελούν συμπέρασμα του από το γεγονός ότι ο Μ.Κ.5 του είπε ότι επρόκειτο για κάποιον που του συστήθηκε ως Κτωρής. Η μαρτυρία της Μ.Κ.4 διακρίνεται σαφώς σε δύο μέρη. Το πρώτο αφορά το τι γνώριζε για την παραπονούμενη εταιρεία και για τον ρόλο του κατηγορούμενου σε αυτήν. Από τα όσα η ίδια ανέφερε η γνώση της για τα ανωτέρω προέκυπτε, πέραν από το ότι ήταν γραμματέας στην εταιρεία με τυπικό και μόνο ρόλο, από τα όσα της ανέφερε ο Μ.Κ.
  20. Δεν είχε δηλ. προσωπική γνώση. Για τα θέματα λοιπόν αυτά η μαρτυρία της δεν προσθέτει ούτε και επιβεβαιώνει οτιδήποτε από τα όσα είπε ο Μ.Κ.
  21. Το δεύτερο μέρος αφορά την συμπεριφορά του κατηγορούμενου όταν αυτή είχε την ευκαιρία να τον δει στο δικηγορικό γραφείο του Μ.Κ.
  22. Από την μαρτυρία αυτή γίνονται μεν δεκτά τα όσα είπε με εξαίρεση τις εντυπώσεις, τα συμπεράσματα και τις κρίσεις στις οποίες αυτή, προφανώς υποκειμενικά, κατέληξε όσον αφορά τον χαρακτήρα και τους σκοπούς του κατηγορούμενου. Άλλωστε και η ίδια δέχθηκε ότι αυτά είναι προσωπικές της απόψεις. Όσον αφορά τις δοσοληψίες της παραπονούμενης εταιρείας με τον Μ.Κ.3 και την σύζυγο του, ως έχει προαναφερθεί, η μαρτυρία του Μ.Κ.3 ήταν ουσιαστικά κοινώς αποδεκτή. Ο τελευταίος χειρίστηκε το όλο θέμα από δικής του πλευράς και για τον σκοπό αυτό, πλην μιας συνάντησης στην οποία ήταν και ο Μ.Κ.2, είχε επαφή μόνο με τον κατηγορούμενο. Συνεπώς στα σημεία εκείνα που η μαρτυρία του Μ.Κ.2 διαφοροποιείται ή έρχεται σε αντίθεση με την μαρτυρία του Μ.Κ.3 δεκτή είναι η μαρτυρία του τελευταίου. Αυτό γιατί και από τα όσα ο ίδιος ο Μ.Κ.2 ανέφερε, με τον Μ.Κ.3 ο ίδιος συναντήθηκε μόνο μια φορά, όλα τα σχετικά τα χειριζόταν ο κατηγορούμενος και πλείστα των σχετικών τεκμηρίων που κατέθεσε ο Μ.Κ.2 στο Δικαστήριο (συνοδεύοντα ουσιαστικά την γραπτή του δήλωση τεκμήριο 7) τα έλαβε από τον αντίδικο του στα πλαίσια ανταλλαγής εγγράφων στην Αγωγή που κίνησε η παραπονούμενη εταιρεία εναντίον του Μ.Κ.3 και της συζύγου του, για το ίδιο ποσό που αποδίδει ο Μ.Κ.2 ότι έκλεψε ο κατηγορούμενος στην παρούσα. Είπε δε σχετικά ο Μ.Κ.2 στην πρώτη του κατάθεση ότι στον φάκελο της εταιρείας ο κατηγορούμενος δεν άφησε τα στοιχεία της εγκατάστασης στο σπίτι του Μ.Κ.
  23. Περαιτέρω κατά την μαρτυρία του ανέφερε σχετικά ότι μέχρι που τον έδιωξε, ο κατηγορούμενος είχε το ελεύθερο και έμπαινε στο γραφείο του όποτε ήθελε μέρα ή νύκτα, αργίες ή εργάσιμες μέρες και έπαιρνε το κομπιούτερ και έγραφε ό,τι ήθελε. Από τα λοιπά θέματα, τα κύρια και ουσιώδη στην παρούσα είναι το ποιος ήταν ο ρόλος και η αμοιβή του κατηγορούμενου στα πλαίσια της λειτουργίας της παραπονούμενης εταιρείας αλλά και το υπό ποιες συνθήκες επιστράφηκε η μεταχρονολογημένη επιταγή τεκμήριο 15 στον Μ.Κ.3, δόθηκαν οι επιταγές τεκμήρια 17 και 18 και λήφθηκε η αξία τους. Επί αυτών οι θέσεις του Μ.Κ.2 είναι εκ διαμέτρου αντίθετες με αυτές του κατηγορούμενου. Για τα πιο πάνω θέματα ο Μ.Κ.2 γενικά μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις, δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις, οι θέσεις του ήταν σταθερές και συνεπείς, βρίσκουν έρεισμα στην λογική αλλά και στα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί και δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση του. Όσον αφορά τον ρόλο του κατηγορούμενου στην παραπονούμενη εταιρεία είπε ότι η συμφωνία τους ήταν ο κατηγορούμενος να βρίσκει πελάτες και να παίρνει προμήθεια και όχι μισθό. Για τον σκοπό αυτό του είχε παραχωρήσει και αυτοκίνητο και εργαζόταν χωρίς ωράριο. Διευκρίνισε δε στην αντεξέταση του ότι ο κατηγορούμενος του δήλωσε ότι ήταν πτωχεύσας και δεν μπορούσε να εμπορεύεται με το όνομα του ή να συστήσει εταιρεία ενώ από την άλλη ο ίδιος έβλεπε ότι τα φωτοβολταϊκά ήταν μα επιχείρηση, η οποία είχε προοπτική και ήθελε να εκμεταλλευτεί την τεχνογνωσία του κατηγορούμενου και να κάνει μια εταιρεία να βοηθηθεί και ο κατηγορούμενος. Με αυτήν την προοπτική έκαναν την εταιρεία. Επρόκειτο για εταιρεία που συνεστήθη με σκοπό να δίδει προσφορές για εγκατάσταση φωτοβολταϊκών σε διάφορους αγοραστές και δεν είχε κεφάλαια δικά της. Η εταιρεία ουσιαστικά θα μεσολαβούσε να βρίσκει πελάτες, άλλη εταιρεία θα εγκαθιστούσε τα εν λόγω συστήματα και η πρώτη θα είχε ως κέρδος μια προμήθεια και από αυτήν την προμήθεια θα έδινε ένα ποσοστό στον κατηγορούμενο. Η συνεργασία τους άρχισε με την ίδρυση της εταιρείας δηλαδή στις 26.3.
  24. Η μόνη δουλειά που ολοκλήρωσε η εταιρεία ήταν αυτή που αφορούσε την οικία του Μ.Κ.
  25. Η συνεργασία με τον κατηγορούμενο σταμάτησε περί τα τέλη Αυγούστου του 2009 διότι ο Μ.Κ.2 τον υποψιάστηκε ότι του έκλεψε χρήματα από το γραφείο. Ανέφερε επίσης στην κυρίως εξέταση του ότι για πρώτη φορά περιήλθε στην αντίληψη του ότι ο κατηγορούμενος προσέγγισε διάφορους δικηγόρους για του κινήσει αγωγή ότι δήθεν του χρωστά μισθούς, μετά την καταγγελία που έκανε στην Αστυνομία. Εδώ θα πρέπει να λεχθεί ότι, ως θα εξηγηθεί κατωτέρω, ακόμη και ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην δική του εκδοχή δεν ανέφερε ότι έθεσε θέμα μη πληρωμής μισθών παρά μόνο περί τον Σεπτέμβριο με Οκτώβριο του 2009 δηλ. 6 μήνες μετά την ίδρυση της εταιρείας. Δεν μου διαφεύγει ότι ο Μ.Κ.2 αρνήθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν διευθυντής πωλήσεων στην εταιρεία ενώ σύμφωνα με τον Μ.Κ.3 κατά την συνάντηση που ήταν παρών, ο Μ.Κ.2 είπε στον κατηγορούμενο και έδωσε στον Μ.Κ.3 το τεκμήριο 24 δηλ. μια κάρτα, η οποία αναγράφει «ΟΙΚΟ - ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΛΤΔ» «Χριστάκης Κτωρή Διευθυντής Μάρκετινγκ & Πωλήσεων». Αυτό όμως θα πρέπει να λεχθεί ότι, λαμβανομένης υπόψην του συνόλου της μαρτυρίας, δεν καθιστά την μαρτυρία του Μ.Κ.2 αναξιόπιστη καθότι ακόμη και εάν ο κατηγορούμενος είχε αυτό τον τίτλο στην παραπονούμενη δεν σημαίνει ότι εργαζόταν και με μισθό (δηλ. πλην προμήθειας). Λογική όμως κρίνεται και η εκδοχή που έδωσε ο Μ.Κ.2 σε σχέση με την μεταχρονολογημένη επιταγή με ημερ. πληρωμής 10.10.09 (τεκμήριο 15). Ουσιαστικά υποστήριξε ότι τον Ιούλιο, μετά που του την έδωσε ο Μ.Κ.3 εν αναμονή της επιχορήγησης που θα λάμβανε ο τελευταίος ώστε να εξοφλήσει την παραπονούμενη, ο Μ.Κ.2 την έβαλε στον φάκελο της εταιρείας για το συγκεκριμένο έργο. Η επιχορήγηση αναμενόταν τον Οκτώβριο. Τον Οκτώβριο του 2009 ο Μ.Κ.2 τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο για να μάθει για την επιχορήγηση διότι οι προμηθευτές στους οποίους η εταιρεία είχε δώσει μεταχρονολογημένη επιταγή απαιτούσαν την πληρωμή και αναγκάστηκε ο Μ.Κ.2 να τους πληρώσει προσωπικά. Ο κατηγορούμενος του είπε ότι δεν γνώριζε. Τον Δεκέμβριο του 2009 ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον Μ.Κ.2 και του είπε ότι η επιχορήγηση θα αποστελλόταν περίπου τέλος Φεβρουαρίου με αρχές Μαρτίου του
  26. Ο μάρτυρας επειδή παρακολουθούσε και ήξερε για τις επιχορηγήσεις, είχε αρχίσει τότε η κρίση να δείχνει τα δόντια της και θα καθυστερούσαν τον Δεκέμβριο, το δέχτηκε. Λόγω και φόρτου εργασίας και αμέλειας του και ότι δεν περίμενε ότι θα γινόταν αυτό που έγινε από τον κατηγορούμενο, δεν ενδιαφέρθηκε για το θέμα παρά μόνο την 1.6.
  27. Τότε αφού επικοινώνησε με το Υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας έμαθε ότι η επιταγή για την επιχορήγηση είχε σταλεί τον Δεκέμβριο του 2009 στην Αθηνοδώρου. Την ίδια ημέρα τηλεφώνησε στον Μ.Κ.3, ο οποίος του επιβεβαίωσε το πιο πάνω και του είπε ότι την επιταγή της επιχορήγησης την είχε κάνει κατάθεση στον λογαριασμό του και έκδωσε δική του επιταγή, με το ίδιο ποσό στον κατηγορούμενο. Έτσι προχώρησε σε καταγγελία στην Αστυνομία. Τότε ήταν που αντιλήφθηκε και ότι από τον φάκελο του έργου, ο οποίος βρισκόταν στο αρχείο του γραφείου του όπως όλοι οι φακέλοι, έλειπε η επιταγή τεκμήριο 15 και ότι από τον υπολογιστή ο κατηγορούμενος έσβησε όλα τα στοιχεία της εταιρείας. Τόσο η λήψη της επιταγής από τον φάκελο όσο και η ανταλλαγή και λήψη του ποσού που αυτή αφορούσε έγιναν εν αγνοία του και χωρίς την συγκατάθεση του. Όσον αφορά το γιατί παρά τα πιο πάνω κίνησε αγωγή εναντίον του Μ.Κ.3 και της συζύγου του, είπε ότι το έκανε γιατί ο Μ.Κ.3 άφησε την εταιρεία απλήρωτη και ότι εάν εκείνος αμελώς ενήργησε και αμελώς πλήρωσε άλλο πρόσωπο και όχι την εταιρεία αυτό δεν ενδιαφέρει την εταιρεία. Θεώρησε δε σωστό η εταιρεία να κινηθεί εναντίον του αντισυμβαλλόμενου της, ο οποίος ήταν ο Μ.Κ.3 και η σύζυγος του. Θα πρέπει δε να λεχθεί σχετικά ότι ανεξάρτητα του κατά πόσο υπάρχει βάσιμη αξίωση στην εν λόγω αγωγή, κάτι που προφανώς θα κριθεί από το Δικαστήριο το οποίο θα την εκδικάσει, το γεγονός ότι η παραπονούμενη κινήθηκε νομικά εναντίον των πιο πάνω έστω για τον προαναφερόμενο λόγο, δεν αναιρεί την εκδοχή του Μ.Κ.2 αλλά αντίθετα συνάδει κατά την κρίση μου με αυτήν. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Κ.2, με τις σχετικές διευκρινίσεις που έγιναν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας των Μ.Κ.3 και Μ.Κ.5, γίνεται δεκτή. Αντίθετα ο κατηγορούμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Προσπάθησε να πείσει ότι έλαβε €8.755 από την συνολική αξία της επιταγής τεκμήριο 15, γιατί η παραπονούμενη εταιρεία δεν του πλήρωσε τους συμφωνημένους και οφειλόμενους προς αυτόν μισθούς. Μάλιστα ισχυρίσθηκε ότι για ποσό €3.000 από το πιο πάνω ποσό, είχε συγκατατεθεί ο Μ.Κ.2 ως διευθυντής της παραπονούμενης αλλά και ότι αυτός γνώριζε και για την λήψη του υπόλοιπου ποσού αλλά και για τον λόγο που ο κατηγορούμενος προχώρησε να το οικειοποιηθεί χωρίς την συγκατάθεση του. Η όλη όμως προσπάθεια του στερείται πειστικότητας, δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική και συνίσταται προφανώς σε εκ των υστέρων σκέψεις του, για να δικαιολογήσει τις παράνομες ενέργειες του. Συγκεκριμένα: Όσον αφορά το ρόλο του και την αμοιβή του στην παραπονούμενη εταιρεία, στην κατάθεση του, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, είπε ότι τον Μάρτιο του 2009 ξεκίνησε με τον Μ.Κ.2 την εταιρεία, η οποία ασχολείτο με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας κυρίως φωτοβολταϊκά. Συμφώνησαν να διοριστεί ο κατηγορούμενος ως Διευθυντής marketing και πωλήσεων, να λαμβάνει μισθό €1.500 μηνιαίως και επίσης να λαμβάνει προμήθεια επί των πωλήσεων. Στο υπόλοιπο της κυρίως εξέτασης του είπε σχετικά ότι όταν τον Φεβρουάριο του 2009 συζητούσαν στο γραφείο του Μ.Κ.2 ο τελευταίος τον ρώτησε πώς θέλει να συνεργαστούν και ο κατηγορούμενος του απάντησε ότι θέλει μετοχές στην εταιρεία και επειδή τότε ήταν σε πτώχευση και δεν μπορούσε να έχει μετοχές, έναν μισθό διακίνησης και ένα αυτοκίνητο και ο Μ.Κ.2 δέχθηκε και προχώρησε και δημιούργησε την εταιρεία. Δεν αναφέρθηκε δηλ. στο ότι η συμφωνία τους περιλάμβανε και προμήθεια, όπως είπε στην κατάθεση του. Στην αντεξέταση του όσον αφορά τη συμφωνία σε σχέση με την αμοιβή του είπε ότι προσπάθησε να το κάνει γραπτώς από τους πρώτους μήνες και είπε στον Μ.Κ.2 επανειλημμένα να κάνουν ένα πρόχειρο συμβόλαιο και εκείνος του είπε «Έλα ρε Χρίστο, δεν μου έχεις εμπιστοσύνη;». Ο κατηγορούμενος του είπε ότι έπρεπε να γίνει και ο Μ.Κ.2 του είπε «Δεν μου έχεις εμπιστοσύνη; Αφού είσαι σε πτώχευση». Όμως η θέση αυτή δεν τέθηκε καν στον Μ.Κ.2 για να την σχολιάσει. Στην μαρτυρία του ο κατηγορούμενος πουθενά δεν ανέφερε ότι στο χρονικό διάστημα από την ίδρυση της εταιρείας δηλ. τον Μάρτιο του 2009 και μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2009, έγινε οποιαδήποτε συζήτηση για τους μισθούς του ή ότι δεν του καταβάλλονταν και ζήτησε την καταβολή τέτοιων, κάτι που θα ήταν λογικό να γίνει εάν πράγματι είχαν συμφωνήσει να λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των €1.
  28. Δεν έδωσε δε καμία δικαιολογία για το ότι δεν ζήτησε τους μισθούς του για το διάστημα αυτό ή έστω γιατί δεν έγινε οποιαδήποτε συζήτηση για το θέμα. Για πρώτη φορά, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, έκανε αναφορά στον Μ.Κ.2 για μισθούς όταν εκείνος του ζήτησε να απευθυνθεί στον Μ.Κ.3 για να τους εξοφλήσει το υπόλοιπο δηλ. τον Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο του
  29. Στην αντεξέταση του ερωτώμενος πόσα λεφτά πήρε από την συγκεκριμένη δουλειά, πλην αυτά των τεκμηρίων 17 και 18, είπε ότι ο Μ.Κ.2 του έδωσε μόνο €600 για πεζίνες, χωρίς και πάλι να πει ότι τέθηκε οποιοδήποτε θέμα μισθών μέχρι τον Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο του
  30. Στην κατάθεση του είπε ότι όταν ο Μ.Κ.2 του ζήτησε να πάει να εισπράξει το υπόλοιπο από τον Μ.Κ.3, αυτός επέστρεψε την μεταχρονολογημένη επιταγή (τεκμήριο 15) στον Μ.Κ.3 και εκείνος του έδωσε την επιταγή των €5.000 πληρωτέα αμέσως (τεκμήριο 17) και την μεταχρονολογημένη επιταγή για τον ποσό των €5.755 (τεκμήριο 18). Όσον αφορά τις εν λόγω επιταγές (τεκμήρια 17 και 18) στην κατάθεση του είπε ότι τον Οκτώβριο του 2009 λόγω του ότι είχαν οικονομικές διαφορές με τον Μ.Κ.2 (που δεν διευκρίνισε ποιες ακριβώς ήταν και πότε εγέρθηκαν) και είχαν και οι δύο άμεση ανάγκη από χρήματα, ο Μ.Κ.2 του ζήτησε να μιλήσει με τον Μ.Κ.3 αν μπορούσε να τους πληρώσει οποιοδήποτε ποσό μέχρι να εισπράξει την επιταγή της επιχορήγησης. Έτσι αφού επικοινώνησε με τον Μ.Κ.3 εκείνος του έδωσε τις επιταγές τεκμήρια 17 και 18 και ο κατηγορούμενος του χάρισε €
  31. Την επιταγή των €5.000 ο κατηγορούμενος την άλλαξε στην Τράπεζα Κύπρου και κράτησε €3.000 για δύο μηνιαίους μισθούς και παρέδωσε στον Μ.Κ.2 τις €2.000 και την επιταγή τεκμήριο
  32. Ήταν δε η θέση του ότι ο Μ.Κ.2 δεν τον είχε απολύσει από την εταιρεία αλλά του ζήτησε να παραμείνει part time ως πωλητής. Στην υπόλοιπη κυρίως εξέταση του είπε ότι τέλος του Σεπτέμβρη ο Μ.Κ.2 του είπε «Θα σταματήσουμε τη συνεργασία μας σαν μισθωτός και θα είσαι μόνο με προμήθεια». Ο κατηγορούμενος του είπε εντάξει και τον ρώτησε πώς θα πάρει τους μισθούς των 5‑6 μηνών. Περαιτέρω στην υπόλοιπη κυρίως εξέταση του είπε, σε αντίθεση με την κατάθεση του, ότι ήταν τον Σεπτέμβριο που ο Μ.Κ.2 του έδωσε την επιταγή και του είπε να πάει στον Μ.Κ.3 να εισπράξει τα λεφτά και να τα πάρει «μέσα». Όταν τον ρώτησε τότε ο κατηγορούμενος πώς θα πάρει τους μισθούς των 5‑6 μηνών, ο Μ.Κ.2 του είπε ότι θα τα βρουν και το πολύ να υποστεί ο κατηγορούμενος κάποιες συνέπειες σαν συνέταιρος. Ο κατηγορούμενος προχώρησε, εισέπραξε κάποια λεφτά από τον Μ.Κ.3, έδωσε στον Μ.Κ.2, €1.500 και του είπε «Θα πάρω δύο μήνες μισθούς €3.000». Ο Μ.Κ.2 ωρυόταν στο γραφείο του, τσακωθήκαν και είπε στον κατηγορούμενο «Είναι απαράδεχτο, πάρε 800, πάρε 1.000, πάρε τόσα». Ο κατηγορούμενος του είπε «Δεν γίνεται, χρωστώ και εγώ, έχω υποχρεώσεις. Εδανείζουμουν λεφτά από φίλους μου για να καλύφκω έξοδα, για να πηγαίνω να βλέπω πελάτες. Εσύ μόνο €600 μου είχες δώσει μέχρι σήμερα έναντι, είναι απαράδεκτο». Βρήκαν όμως μια λύση αλλά ο Μ.Κ.2 ήταν κακοφανισμένος. Σε άλλο σημείο της κυρίως εξέτασης του είπε ότι η λύση που βρήκαν ήταν για την επιταγή τεκμήριο 17, να πάρει ο κατηγορούμενος «ένα μισθό, ένα ποσό κάποιους μισθούς» και να δώσει και κάποια στην εταιρεία δηλ. απέφυγε να μιλήσει με ακρίβεια. Μετά θα μπορούσε να πάει στο γραφείο του Μ.Κ.2 με τη επιταγή τεκμήριο 18 και να τα έβρισκαν διαφορετικά. Εδώ θα πρέπει να λεχθεί ότι ενώ στην κατάθεση του είπε ότι πήρε ποσό για δύο μισθούς και έδωσε στον Μ.Κ.2, €2.000 στην κυρίως εξέταση του είπε ότι του έδωσε €1.500 χωρίς να αναφέρει τι έγινε το υπόλοιπο ποσό των €
  33. Περαιτέρω ήταν η θέση του στην κυρίως εξέταση ότι ο κατηγορούμενος έδωσε στον Μ.Κ.2 και την επιταγή τεκμήριο 18 και έφυγε ενώ ως αναφέρθηκε ανωτέρω, πριν είπε ότι μετά θα μπορούσε να πάει με την επιταγή αυτή στο γραφείο του Μ.Κ.2 και να τα έβρισκαν. Συμφώνησε όμως στην αντεξέταση του ότι το ποσό των €10.755 ανήκε στην παραπονούμενη εταιρεία. Όσον αφορά το υπόλοιπο ποσό δηλ. αυτό που αφορούσε το τεκμήριο 18 είπε στην κατάθεση του ότι τον Ιανουάριο του 2010 του τηλεφώνησε ο Μ.Κ.3 ότι είχε λάβει την επιταγή της επιχορήγησης και του ζήτησε την επιταγή τεκμήριο 18 πίσω για να τους πληρώσει σε μετρητά το υπόλοιπο. Ο κατηγορούμενος ενημέρωσε τον Μ.Κ.2, ο οποίος του έδωσε το τεκμήριο 18 και την πήρε στον Μ.Κ.3, ο οποίος του έδωσε τα χρήματα σε μετρητά. Ο κατηγορούμενος ενημέρωσε τον Μ.Κ.2 τηλεφωνικώς ότι είχε λάβει τα χρήματα και ότι ήθελε χρήματα για τους μισθούς του, εκείνος του ανάφερε ότι είχε ζημιά η εταιρεία και ότι τα χρήματα τα χρειαζόταν και ότι έπρεπε να συνεισφέρει και ο κατηγορούμενος στην ζημιά αλλά ο τελευταίος προτίμησε και τα πήρε για τους μισθούς του. Στην υπόλοιπη κυρίως εξέταση του είπε για πρώτη φορά ότι του τηλεφώνησε ο Μ.Κ.2 τον Δεκέμβρη και τον ρώτησε τι γίνεται με την επιχορήγηση, κάτι που δεν ανέφερε στην κατάθεση του, προφανώς για να δικαιολογήσει αυτό που είπε ο Μ.Κ.2 και να συνάδει με την δική του εκδοχή. Είπε μάλιστα επίσης για πρώτη φορά ότι τότε είπε στον Μ.Κ.2 «Σε 1‑2 μήνες. Τους βάζω πίεση στο Υπουργείο γιατί με γνωρίζουν και θα μου τη στείλουν. Θα πάρεις τα λεφτά, αλλά τι θα γίνει με τους μισθούς μου;». Ο Μ.Κ.2 του είπε «Θα τα βρούμε, δεν έχει πρόβλημα». Όταν ο κατηγορούμενος πήγε και πήρε τα λεφτά από τον Μ.Κ.3 τηλεφώνησε στον Μ.Κ.2 και του είπε «Να βρεθούμε, αλλά πρέπει να μου δώσεις τους μισθούς μου γιατί είναι αδικία». Ο Μ.Κ.2 τον έβρισε από το τηλέφωνο με βρισιές, οι οποίες τον ανάγκασαν να βγει από τα ρούχα του. Όταν ο Μ.Κ.2 έβρισε την οικογένεια του τελείωσε. Το ποσό της δεύτερης επιταγής το κράτησε για τους μισθούς του. Έτσι έπρεπε και ακόμη ο Μ.Κ.2 του χρωστά. Σε σχέση με τα πιο πάνω θα πρέπει κατ' αρχήν να λεχθεί ότι στην κατάθεση του δεν αναφέρθηκε σε εξυβρίσεις εκ μέρους του Μ.Κ.2 όπως δεν έκανε και στην αντεξέταση του όπου είπε ότι μετά που πήρε την επιταγή τεκμήριο 18 και έλαβε το ποσό της από τον Μ.Κ.3 τηλεφώνησε στον Μ.Κ.2 και του είπε «Έρχομαι μέσα να έβρουμε λύση με αυτά τα λεφτά. Θα μου δώσεις τους μισθούς μου;» οπόταν ο Μ.Κ.2 του είπε «Όχι, θα υποστείς τις συνέπειες, έλα μέσα να δούμε τι θα κάνουμε». Περαιτέρω στην αντεξέταση του σε αντίθεση με την κυρίως εξέταση του δέχθηκε ότι ήταν αυτός που τηλεφώνησε στον Μ.Κ.2 τον Δεκέμβριο του 2009 και του ανέφερε ότι η χορηγία θα ερχόταν σε 1 με 3 μήνες. Πέραν όμως των πιο πάνω δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική η θέση του κατηγορούμενου ότι ενώ ο Μ.Κ.2, όταν προηγουμένως του είχε δώσει μόνο ένα μέρος του ποσού που είχε εισπράξει για την πρώτη επιταγή τεκμήριο 17, θέτοντας θέμα πληρωμής μισθών, ωρυόταν, τσακώθηκαν και αν και βρήκαν λύση ήταν κακοφανισμένος με τον κατηγορούμενο, εντούτοις αντί να πάει να εισπράξει ο ίδιος το ποσό της επιταγής, να έδωσε αυτήν στον κατηγορούμενο να την εισπράξει. Περαιτέρω ενώ ως προκύπτει από την μαρτυρία, ο Μ.Κ.3 έδωσε στον κατηγορούμενο τις επιταγές τεκμήρια 17 και 18 χωρίς να συμπληρώσει το όνομα του δικαιούχου, ο κατηγορούμενος προχώρησε στην συμπλήρωση του ονόματος του στο τεκμήριο 17, χωρίς να αναφέρει καν ότι ο Μ.Κ.2 του έδωσε τέτοια εξουσιοδότηση. Όσον αφορά τη θέση του κατηγορούμενου ότι ακόμη ο Μ.Κ.2 του χρωστά, θα πρέπει να λεχθεί ότι είναι και αυτή όψιμη εφόσον εάν ίσχυε κάτι τέτοιο θα αναμενόταν να διεκδικήσει αυτά που του οφείλονταν ή έστω να δώσει μια δικαιολογία γιατί δεν το έπραξε. Κατά τον ίδιο τρόπο θα μπορούσε να προβεί σε καταγγελία στις αρμόδιες αρχές για την μη καταβολή των μισθών του και για μη καταβολή των ανάλογων εισφορών κοινωνικών ασφαλίσεων. Η σχετική θέση του ότι δεν είχε γραπτή συμφωνία και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να αξιώσει τους μισθούς του δικαστικά, προφανώς δεν ευσταθεί καθότι δεν είναι απαραίτητη η ύπαρξη τέτοιας γραπτής συμφωνία για κανένα από τα πιο πάνω. Περαιτέρω δεν είναι λογικό, πάντα με βάση την εκδοχή του κατηγορούμενου, ο Μ.Κ.2 να συγκατατέθηκε τουλάχιστον για το ποσό των €3.000 που πήραν από τον Μ.Κ.3 με την εξαργύρωση της επιταγής τεκμήριο 17 και ενώ γνώριζε από τον Ιανουάριο του 2010 και για την λήψη του ποσού που αφορούσε την επιταγή τεκμήριο 18 (κάτι που σήμαινε λογικά ότι γνώριζε και ότι ο Μ.Κ.3 έλαβε την επιχορήγηση) που με αυτό ο Μ.Κ.3 ουσιαστικά θα εξοφλούσε όλο το τίμημα, εντούτοις ο Μ.Κ.2 να τηλεφώνησε τον Ιούνιο του 2010 στην αρμόδια αρχή για να μάθει κατά πόσο στάληκε η επιχορήγηση στον Μ.Κ.3 και όταν πληροφορήθηκε ότι αυτό έγινε, την ίδια ημέρα να τηλεφώνησε και στον Μ.Κ.3 και να τον ρώτησε σχετικά, κάτι που επιβεβαιώνει και ο Μ.Κ.
  34. Η δε θέση που υποβλήθηκε στον Μ.Κ.2 κατά την αντεξέταση του ότι κατήγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία γιατί μετάνιωσε (χωρίς να δίδεται λόγος για αυτό) δεν έγινε δεκτή από τον Μ.Κ.2 αλλά εν πάση περιπτώσει πέραν της γενικότητας της δεν τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να δείχνει ότι πράγματι ο Μ.Κ.2 μετάνιωσε για οποιονδήποτε λόγο και προχώρησε ψευδώς στην καταγγελία στην Αστυνομία. Αντίθετα όταν ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο στην αντεξέταση του να δώσει μια εξήγηση είπε ότι δεν γνωρίζει αλλά έσπευσε να προσθέσει ότι μπορεί ο Μ.Κ.2 να προβληματιζόταν. Για να ενισχύσει δε αυτή του την υπόθεση πρόσθεσε, για πρώτη φορά, ότι ο Μ.Κ.2 του τηλεφώνησε τον Φεβρουάριο του 2010 και του ζήτησε να του πάρει τα λεφτά αλλιώς θα πήγαινε στην Αστυνομία. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης του σε υποβολή ότι ο Μ.Κ.2 επικοινώνησε με τον Μ.Κ.3 και ήταν ο τελευταίος που του επιβεβαίωσε ότι είχε λάβει την επιχορήγηση και είχε δώσει επιταγές για το ίδιο ποσό στον κατηγορούμενο, απάντησε ότι το γνώριζε ο Μ.Κ.2 και πρόσθεσε μη πειστικά, για να δικαιολογήσει προφανώς το γιατί ο Μ.Κ.2 να το κάνει αυτό, ότι μπορεί να ήθελε να το διασταυρώσει. Δεν είναι όμως λογικό ο Μ.Κ.2 να γνώριζε ότι εξοφλήθηκε η οφειλή από τον Μ.Κ.3, από τον Ιανουάριου του 2010 και εν τούτοις τον Ιούνιο του 2010 να του τηλεφώνησε για να διασταυρώσει εάν πήρε τα λεφτά από την επιχορήγηση. Περαιτέρω στην αντεξέταση του ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι όλα τα έγγραφα που έκανε σε σχέση με την εταιρεία όπως αιτήσεις, επιστολές κλπ τα έκανε στο γραφείο του, που είχε στο γραφείο του Μ.Κ.
  35. Είπε επίσης ότι είχε κοντά του και τους φακέλους των εταιρειών και των συμφωνιών. Όταν όμως ρωτήθηκε εάν είχε στην κατοχή του και τον φάκελο που αφορούσε την συναλλαγή με τον Μ.Κ.3, προφανώς για να πείσει ότι δεν ήταν υπό την κατοχή του και ότι δεν μπορούσε να λάβει έτσι κατοχή της επιταγής τεκμήριο 15, είπε ότι αυτός «Ήταν στο γραφείο του κύριου Κλεοβούλου, μέσα στα γραφεία μας. Τι στο γραφείο το δικό μου ή στου κύριου Κλεοβούλου; Οι επιταγές όμως από θέμα χρηματοοικονομικής άποψης τις είχε στο γραφείο του ο κύριος Κλεοβούλου». Πριν λοιπόν ρωτηθεί για το θέμα των επιταγών και για να πείσει ότι αυτές δεν ήταν στον φάκελο όπως υποστήριξε ο Μ.Κ.2, έσπευσε μη πειστικά να δείξει ότι τις είχε στην κατοχή του ο Μ.Κ.2, προφανώς για να συνάδει με την εκδοχή του ότι εκείνος του έδωσε τόσο το τεκμήριο 15 όσο και το τεκμήριο
  36. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια και συναφώς η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει δεκτή και απορρίπτεται. Ευρήματα Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή και τα παραδεκτά γεγονότα καταλήγω στα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος γνώριζε τον Μ.Κ.2 ενόψει του ότι ο τελευταίος ήταν δικηγόρος του στο παρελθόν. Το 2009 ο κατηγορούμενος πρότεινε στον Μ.Κ.2 να δημιουργήσουν μια εταιρεία, η οποία να ασχολείται με την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών συστημάτων. Ο κατηγορούμενος δήλωσε στον Μ.Κ.2 ότι ήταν πτωχεύσας και δεν μπορούσε να εμπορεύεται με το όνομα του, ούτε να συστήσει εταιρεία, ούτε και να μπει μέτοχος τέτοιας. Ο Μ.Κ.2 έβλεπε ότι τα φωτοβολταϊκά ήταν μια επιχείρηση, η οποία είχε προοπτική και ήθελε να εκμεταλλευτεί την τεχνογνωσία του κατηγορούμενου και να κάνει μια εταιρεία να βοηθηθεί και ο κατηγορούμενος. Έτσι με αυτήν την προοπτική ιδρύθηκε στις 26.3.09 η εταιρεία ΘΕΚ ΟΙΚΟ - ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΛΤΔ (στο εξής η εταιρεία) με μοναδικό διευθυντή τον Μ.Κ.2 και μοναδική μέτοχο μια εκ των αδελφών του Μ.Κ.
  37. Η εταιρεία θα έδιδε προσφορές για εγκατάσταση φωτοβολταϊκών συστημάτων σε διάφορους αγοραστές και δεν είχε δικά της κεφάλαια. Αυτή θα μεσολαβούσε να βρίσκει πελάτες, άλλη εταιρεία θα εγκαθιστούσε τα εν λόγω συστήματα και η εταιρεία θα είχε ως κέρδος μια προμήθεια, που θα έπαιρνε από την εταιρεία που θα έκανε την εγκατάσταση. Η συμφωνία με τον κατηγορούμενο ήταν αυτός να βρίσκει πελάτες, δεν θα έπαιρνε όμως μισθό αλλά προμήθεια από την προαναφερόμενη προμήθεια που θα έπαιρνε η εταιρεία. Για τον πιο πάνω σκοπό ο κατηγορούμενος δεν είχε ωράριο και ο Μ.Κ.2 του παραχώρησε και αυτοκίνητο. Ορίσθηκε δε ο κατηγορούμενος ως Διευθυντής Μάρκετινγκ & Πωλήσεων της εταιρείας. Τους όρους όμως της όποιας συμφωνίας με τους πελάτες θα τους διαπραγματευόταν ο Μ.Κ.2, ως διευθυντής της εταιρείας. Η συνεργασία κατηγορούμενου και εταιρείας άρχισε από την ίδρυση αυτής. Η μόνη εργασία που εκτέλεσε η εταιρεία ήταν η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών στο σπίτι του Μ.Κ.
  38. Συγκεκριμένα μετά από συνάντηση που είχε ο κατηγορούμενος με τον Μ.Κ.3, ο τελευταίος ενδιαφέρθηκε να τοποθετήσει φωτοβολταϊκά στην οικία του. Για τον σκοπό αυτό ο κατηγορούμενος έδωσε στον Μ.Κ.3 σχετική προσφορά για το συνολικό ποσό των €23.116,07, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Από το πιο πάνω ποσό, τα €11.055,51 θα επιχορηγούνταν από το Υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας, από τα προγράμματα επιχορηγήσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και τα υπόλοιπα θα τα πλήρωνε ο Μ.Κ.3, ο οποίος συμφώνησε έτσι με την προσφορά. Ο κατηγορούμενος πήρε τα σχέδια και τα απαραίτητα έγγραφα και προέβη στις απαιτούμενες διαδικασίες. Στα πλαίσια της εν λόγω συμφωνίας τα φωτοβολταϊκά εγκαταστάθηκαν στην οικία του Μ.Κ.3 από άλλη εταιρεία και συγκεκριμένα από την SW SOLARWATT LTD, περί τις αρχές Ιουλίου του
  39. Στις 9.7.09 η εταιρεία εξέδωσε προς την σύζυγο του Μ.Κ.3 σχετικό τιμολόγιο (τεκμήριο 9). Στις 10.7.09 πήγαν στον σπίτι του Μ.Κ.3, ο Μ.Κ.2 και ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος του σύστησε τον Μ.Κ.2 ως συνεταίρο του και ο Μ.Κ.2 είπε στον κατηγορούμενο και έδωσε στον μάρτυρα μια κάρτα, η οποία αναγράφει «ΟΙΚΟ - ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΛΤΔ» «Χριστάκης Κτωρή Διευθυντής Μάρκετινγκ & Πωλήσεων». Οι Μ.Κ.2 και κατηγορούμενος είπαν στον Μ.Κ.3 ότι για να πάρει την επιχορήγηση έπρεπε να γράψουν εκείνοι στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας του Υπουργείου ότι πληρώθηκαν. Προς πληρωμή ο Μ.Κ.3 έδωσε στον Μ.Κ.2 μία επιταγή για το ποσό των €4.500 (τεκμήριο 12), την οποία είχε δώσει στον Μ.Κ.3 ο αδελφός του με εκδότη της νύφη του και έφερε ημερομηνία 8.7.09, μία επιταγή με ημερομηνία 10.10.09 δηλ. μεταχρονολογημένη για το ποσό των €11.055,51 (τεκμήριο 15) όσο δηλαδή θα ήταν το ποσό της επιχορήγησης, μια επιταγή για το ποσό των €4.560,51, με ημερομηνία 10.7.09 (τεκμήριο 10) και €3.000 σε μετρητά. Οι επιταγές τεκμήρια 10 και 12 εξαργυρώθηκαν και μαζί με το ποσό των €2.700 κατατέθηκαν σε λογαριασμό της εταιρείας (βλ. τεκμήρια 11, 13 και 14). Την επιταγή τεκμήριο 15 ο Μ.Κ.2 την τοποθέτησε στον φάκελο που διατηρούσαν για το συγκεκριμένο έργο, εν αναμονή της επιχορήγησης, προς εξόφληση της οφειλής για την προαναφερόμενη εγκατάσταση. Ο εν λόγω φάκελος βρισκόταν στο αρχείο, στο δικηγορικό γραφείο του Μ.Κ.2, με όλους τους άλλους φακέλους, Περί τα τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου του 2009, ο Μ.Κ.2 τερμάτισε την συνεργασία με τον κατηγορούμενο όταν ο πρώτος υποψιάστηκε ότι ο κατηγορούμενος του έκλεψε κάποια χρήματα από το γραφείο. Μέχρι τότε ο κατηγορούμενος είχε το ελεύθερο και έμπαινε στο γραφείο του Μ.Κ.2 όποτε ήθελε, μέρα ή νύκτα, εργάσιμες μέρες ή αργίες και χρησιμοποιούσε το κομπιούτερ έχοντας πρόσβαση σε όλα τα αρχεία του γραφείου, ηλεκτρονικά και μη. Τον Οκτώβριο του 2009 ο Μ.Κ.2 τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο για να μάθει για την επιχορήγηση διότι η εταιρεία που έκανε την εγκατάσταση, στην οποία η εταιρεία είχε δώσει επιταγή μεταχρονολογημένη μέχρι τον Οκτώβριο, απαιτούσε την πληρωμή και αναγκάστηκε ο Μ.Κ.2 να τους πληρώσει προσωπικά. Ο κατηγορούμενος του είπε ότι δεν γνώριζε. Πριν της 10.10.09 επικοινώνησε με τον Μ.Κ.3 ο κατηγορούμενος και του είπε ότι έχουν οικονομικό πρόβλημα γιατί έπρεπε να πληρώσουν κάτι για τα υλικά που αγόρασαν για να βάλουν τα φωτοβολταϊκά και θα τους βάλουν στο Κ.Α.Π. Ο Μ.Κ.3 του είπε ότι η συμφωνία τους ήταν διαφορετική ήτοι να τους δώσει τα λεφτά όταν έλθει η επιχορήγηση. Ο κατηγορούμενος επέμενε ότι θα έχει πρόβλημα με τις επιταγές που έβγαλαν εκείνοι και τον παρακάλεσε να του δώσει έστω κάτι. Ο Μ.Κ.3 του είπε ότι δεν έχει όλο το ποσό και ότι μπορούσε να του δώσει ένα μέρος και για το άλλο να εκδώσει μεταχρονολογημένη επιταγή αφού του έφερνε την επιταγή τεκμήριο
  40. Στις 12.10.09 πήγε ο κατηγορούμενος, επέστρεψε στον Μ.Κ.3 την επιταγή τεκμήριο 15 και ο Μ.Κ.3 του έδωσε δύο επιταγές, η μία για το ποσό των €5.000 πληρωτέα την ίδια ημέρα (τεκμήριο 17) και η άλλη με ημερομηνία 10.1.10 δηλ. μεταχρονολογημένη για το ποσό των €5.755 (τεκμήριο 18) αφού έγινε στον Μ.Κ.3 έκπτωση €
  41. Στο πίσω μέρος της επιταγής τεκμήριο 15 γράφηκε την ίδια ημέρα ότι εκδόθηκαν οι επιταγές τεκμήρια 17 και 18 προς αντικατάσταση «της παρούσας επιταγής» (βλ. τεκμήριο 19). Την ίδια ημέρα δηλ. 12.10.09, ο κατηγορούμενος, αναγράφοντας το όνομα του στην θέση του δικαιούχου, εξαργύρωσε την επιταγή τεκμήριο 17 και έλαβε το αντίστοιχο ποσό των €5.
  42. Τον Δεκέμβριο του 2009 ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον Μ.Κ.2 και του είπε ότι η επιχορήγηση θα αποστελλόταν περίπου τα τέλη Φεβρουαρίου με αρχές Μαρτίου του
  43. Ο Μ.Κ.2 επειδή παρακολουθούσε και ήξερε για τις επιχορηγήσεις, ότι τότε είχε αρχίσει η κρίση και θα καθυστερούσαν τον Δεκέμβριο, το δέχτηκε. Στις 28.12.09 ο Μ.Κ.3 έλαβε με επιταγή, στο όνομα της συζύγου του (τεκμήριο 21), το ποσό της επιχορήγησης δηλ. €11.
  44. Έκανε κατάθεση αυτής στον λογαριασμό του και λίγες μέρες μετά τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο, ο οποίος πήγε και του έδωσε ο Μ.Κ.3 το ποσό των €5.755 σε μετρητά οπόταν ο κατηγορούμενος του επέστρεψε την επιταγή τεκμήριο
  45. Ο Μ.Κ.3 δεν γνώριζε τότε ότι ο κατηγορούμενος και ο Μ.Κ.2 είχαν διακόψει την συνεργασία τους. Ο Μ.Κ.2 ενόψει και του φόρτου εργασίας του, αμέλησε να μάθει τι έγινε με την επιχορήγηση κάτι που έκανε τελικά την 1.6.
  46. Τότε αφού επικοινώνησε με το Υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας έμαθε ότι η επιταγή για την επιχορήγηση είχε σταλεί τον Δεκέμβριο του 2009 στην σύζυγο του Μ.Κ.
  47. Την ίδια ημέρα τηλεφώνησε στον Μ.Κ.3, ο οποίος του επιβεβαίωσε το πιο πάνω και του είπε ότι την επιταγή της επιχορήγησης την είχε κάνει κατάθεση στον λογαριασμό του και ότι πήγε ο κατηγορούμενος και ο Μ.Κ.3 του εξόφλησε το ποσό που τους χρωστούσε, ως υπόλοιπο της μεταχρονολογημένης επιταγής τεκμήριο
  48. Έτσι ο Μ.Κ.2 προχώρησε σε καταγγελία στην Αστυνομία. Τότε ήταν που αντιλήφθηκε ότι από τον φάκελο του συγκεκριμένου έργου, έλειπε η επιταγή τεκμήριο 15 και τα στοιχεία της εγκατάστασης στο σπίτι του Μ.Κ.3 καθώς και ότι σβήστηκαν από τον υπολογιστή όλα τα στοιχεία της εταιρείας. Τόσο η λήψη της επιταγής τεκμήριο 15 από τον φάκελο όσο και η ανταλλαγή και λήψη του ποσού που αυτή αφορούσε έγιναν εν αγνοία και χωρίς την συγκατάθεση του Μ.Κ.2, ως του μόνου διευθυντή της εταιρείας και κατ' επέκταση εν αγνοία και χωρίς την συγκατάθεση της εταιρείας. Νομική πτυχή Το αδίκημα της κλοπής εδράζεται στα άρθρα 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα. Η σχετική με αυτό νομολογία έχει πρόσφατα συνοψισθεί, με αναφορά και στην αγγλική νομολογία, στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ
  1. Τα συστατικά στοιχεία λοιπόν του εν λόγω αδικήματος ως προκύπτουν και από την εν λόγω απόφαση είναι τα εξής:
  2. Ο κατηγορούμενος να απέκτησε κατοχή και να αποκόμισε περιουσία,
  3. Αυτό να έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, ο κατηγορούμενος στη συνέχεια να την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση,
  4. Ο κατηγορούμενος να ενήργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη,
  5. Η περιουσία να είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και
  6. Ο κατηγορούμενος να είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη της μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, να προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Η διάταξη του άρθρου 255 του Κεφ. 154 είναι σχεδόν ταυτόσημη με το άρθρο 1 του Αγγλικού Larceny Act του 1916, το οποίο κωδικοποίησε στην ουσία το Κοινοδίκαιο όσον αφορά το αδίκημα της κλοπής. Όσον αφορά την έννοια της λέξης «fraudulently» («με δόλιο τρόπο» στην ελληνική μετάφραση του πρωτότυπο κειμένου του άρθρου 255) στην υπόθεση Platritis v. The Police
(1967)2 C.L.R. 174, υιοθετήθηκε ουσιαστικά η ερμηνεία που δόθηκε στην Αγγλία και συγκεκριμένα στην υπόθεση R. v. Williams and Another [1953] 1 All E.R. 1068, στα πλαίσια του Larceny Act του 1916, ότι δηλ. η λέξη «fraudulently» σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως δηλαδή χωρίς λάθος. Αποφασίσθηκε επίσης ότι η ελπίδα ή η προσδοκία εκ μέρους του κατηγορούμενου για επιστροφή των χρημάτων δεν συνιστά υπεράσπιση. Στην συνέχεια όμως στην Zissimides v. The Republic
(1978)2 C.L.R. 382, το Ανώτατο Δικαστήριο χωρίς να ανατρέπει την υπόθεση Platritis, στην βάση του ότι δεν έπρεπε να αγνοηθούν οι αρχές του Κοινοδικαίου ως αυτές διαμορφώθηκαν στην υπόθεση R. v. Feeley [1973] 1 All E.R. 341, η οποία όμως ερμήνευσε το αντίστοιχο άρθρο του Thefts Act του 1968 (το οποίο κατήργησε και αντικατέστησε το Larceny Act του 1916), διαφοροποίησε την ερμηνεία που δόθηκε στην Platritis. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες διατυπώθηκαν όμως στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την πραγματική έννοια της λέξης «fraudulently», μετά την υπόθεση Feely, επεξηγήθηκαν από τη μεταγενέστερη υπόθεση Azinas and another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, όπου, μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η ορθή ερμηνεία του «fraudulently» είναι όπως είχε δοθεί στην υπόθεση Platritis (βλ. επίσης Ανδρονίκου ανωτέρω και Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 14). Συνεπώς κρίθηκε ότι η λέξη «fraudulently» αποσκοπούσε στον να προσθέσει κάτι στην φράση «without a claim of right made in good faith» (χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη στην ελληνική μετάφραση) και συγκεκριμένα ότι τόσο η κατοχή όσο και η αποκόμιση πρέπει να γίνει σκόπιμα και χωρίς λάθος εκ μέρους του κατηγορούμενου, ότι η περιουσία ανήκε σε άλλο πρόσωπο. Περαιτέρω πρέπει να γίνεται χωρίς αξίωση δικαιώµατος που γίνεται µε καλή πίστη. Το πιο πάνω δεν σημαίνει με απάτη ή καταδολίευση αλλά σκόπιμα και εκ προθέσεως και χωρίς το προαναφερόμενο λάθος. Η θέση νομολογία αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14. Από δε την Ανδρονίκου ανωτέρω προκύπτουν περαιτέρω τα ακόλουθα: · Όσον αφορά την φράση «με δόλιο τρόπο» («fraudulently») που σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα βρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. · Αναφορικά δε με την έννοια του ιδιοκτήτη («owner»), αυτή περιλαμβάνει, σύμφωνα με το εδάφιο 2(γ) του άρθρου 255 και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ιδιοκτησία οποιουδήποτε πράγματος δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. · Αντικείμενο κλοπής μπορεί να αποτελέσει οποιοδήποτε πράγμα που έχει αξία και ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο (βλ. άρθρο 255
(3). Η έννοια της λέξης «περιουσία» («property») είναι πολύ ευρεία και περιλαμβάνει σχεδόν οποιαδήποτε μορφή περιουσίας, κάθε έμψυχο ή άψυχο, δυνάμενο να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας (βλ. και άρθρο 4 του Κεφ. 154). · Δεν είναι αναγκαία δε η φυσική αποκόμιση της περιουσίας. Όσον δε αφορά το πότε υπάρχει αξίωση δικαιώµατος που γίνεται µε καλή πίστη, στην R. v. Bernhard [1938] 2 K.B. 264 (26 Cr. App. R. 137) λέχθηκε ότι ένα πρόσωπο έχει τέτοια αξίωση όταν ειλικρινά διεκδικεί αυτό που πιστεύει να είναι μια νόμιμη αξίωση, ακόμη και εάν τελικά αυτή κρίνεται ότι δεν βασίζεται στο νόμο ή στα γεγονότα («was honestly asserting what he believed to be a lawful claim, even though it might eventually be found to be invalid in law or on the facts» στο αγγλικό κείμενο). Λέχθηκε, με πιο απλά λόγια, ότι εάν ο κατηγορούμενος ειλικρινά πίστευε ότι είχε μια αξίωση, θα πρέπει να αθωωθεί, παρόλο ότι λανθασμένα το πίστευε. Ως περαιτέρω λέχθηκε, οι ουσιώδεις λέξεις που χρησιμοποιούνταν στο άρθρο 1 του Larceny Act 1916, ήταν δηλωτικές του Κοινοδικαίου και της σχετικής μέχρι τότε νομολογίας επί του θέματος (γίνεται επίσης παραπομπή στην υπόθεση Clayton
(1921)15 Cr. App. R. 45). Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η υπόθεση R. v. Bernhard υιοθετήθηκε στην Savva v. The Police
(1973)2 C.L.R. 331, στα πλαίσια της υπεράσπισης του άρθρου 8 του Ποινικού Κώδικα, όπου προβλέπεται ότι αδίκημα εναντίον περιουσίας δεν καταλογίζεται σε εκείνο που το έπραξε αν η πράξη ή παράλειψη που συνιστούσε αυτό διαπράχτηκε κατά την άσκηση ειλικρινής αξίωσης δικαιώµατος και χωρίς πρόθεση καταδολίευσης Στην Χαραλάμπους ανωτέρω λέχθηκε δε ότι η πρόθεση μόνιμης αποστέρησης του ιδιοκτήτη από το αντικείμενο της κλοπής, ενδιαφέρει ως συστατικό του αδικήματος εφόσον υπήρχε κατά το χρόνο λήψης του αντικειμένου ή όταν η περίπτωση εμπίπτει στην επιφύλαξη στο άρθρο 255 του Κεφ. 154, εφόσον συνοδεύει την "ιδιοποίησή" του. Δεν έχει δε επίδραση στη στοιχειοθέτηση της κλοπής το γεγονός ότι δεν κατέστη δυνατόν να εντοπισθεί το κλαπέν ποσό ή η κατάληξη του (βλ. Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ 646). Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες νομικές αρχές καταλήγω στα ακόλουθα: Έχει αποδειχθεί χωρίς αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος, αφού προηγουμένως έλαβε κατοχή της επιταγής τεκμήριο 15, με την οποία θα εξοφλείτο το υπόλοιπο που οφειλόταν στην παραπονούμενη εταιρεία για την εγκατάσταση των φωτοβολταικών που έγινε στην οικία του Μ.Κ.3, και αφού παρέδωσε αυτήν στον Μ.Κ.3, χωρίς την συγκατάθεση της εταιρείας και εν αγνοία αυτής, στις 12.10.09, εξαργυρώνοντας την επιταγή τεκμήριο 17, απέκτησε κατοχή και αποκόμισε το ποσό των €5.
  1. Περαιτέρω στις αρχές Ιανουαρίου 2010 απέκτησε κατοχή και αποκόμισε το ποσό των €5.755, στην βάση της επιταγής τεκμήριο 18, που έλαβε από τον Μ.Κ.3 στις 12.10.09, μαζί με την επιταγή τεκμήριο 17, προς αντικατάσταση της επιταγής τεκμήριο
  2. Τα πιο πάνω ποσά τα οποία συμποσούνται στο ποσό των €10.755 ήταν περιουσία της εταιρείας και λήφθηκαν από τον κατηγορούμενο, χωρίς την συγκατάθεση αυτής. Προκύπτει δε από όλες τις περιστάσεις ότι ο κατηγορούμενος είχε, κατά τον χρόνο απόκτησης κατοχής της εν λόγω περιουσίας, την πρόθεση να αποστερήσει αυτήν από την ιδιοκτήτρια εταιρεία μόνιμα. Τόσο η κατοχή όσο και η αποκόμιση της περιουσίας αυτής έγινε σκόπιμα εκ μέρους του κατηγορούμενου και χωρίς λάθος, ότι αυτή ανήκε στην εταιρεία. Αυτό που μένει λοιπόν να εξετασθεί είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος ενήργησε με τον τρόπο αυτό χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη. Ως έχει προαναφερθεί η θέση του είναι ότι έλαβε μέρος μόνο του πιο πάνω ποσού και συγκεκριμένα ύψους €8.755, ως μισθούς που του όφειλε η εταιρεία. Η θέση του όμως ότι η συμφωνία με την εταιρεία ήταν να παίρνει και μηνιαίο μισθό, για τους λόγους που εξηγήθηκαν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, έχει απορριφθεί. Αντίθετα αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία του κατηγορούμενου με την εταιρεία δεν περιλάμβανε μηνιαίο μισθό. Συνεπώς δεν μπορεί να λεχθεί ότι κατά τους κρίσιμους για την παρούσα χρόνους, έστω και λανθασμένα ο κατηγορούμενος πίστευε ότι είχε τέτοια αξίωση και ότι τέτοια πεποίθηση του ήταν ειλικρινής. Περαιτέρω δεν ήταν η θέση του ότι πήρε το εν λόγω ποσό ως προμήθεια που του οφειλόταν με βάση την συμφωνία του με την εταιρεία. Ακόμη όμως και να προέβαλλε τέτοια θέση και πάλι αυτή δεν θα μπορούσε να ευσταθήσει καθότι, ως ο ίδιος είπε, η προμήθεια που είχαν συμφωνήσει δεν ανερχόταν παρά μόνο στο 2%, αφαιρουμένου του Φ.Π.Α. Λαμβανομένου δε υπόψην ότι το συνολικό κόστος του συγκεκριμένου έργου ήταν €23.116,07, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., από το οποίο η εταιρεία θα είχε κάποιο κέρδος από προμήθεια που θα έπαιρνε από την εταιρεία που έκανε την εγκατάσταση, το ποσό των €10.755 που πήρε ο κατηγορούμενος, δεν αντιστοιχεί στην εν λόγω προμήθεια του. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι ο κατηγορούμενος δεν έλαβε το εν λόγω ποσό έχοντας αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη. Καταληκτικά κρίνεται ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος και συναφώς ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία
  3. (Υπ.) ......................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Κλοπή). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.