← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ανδρέας Μάππουρας, Αρ. Υπόθεσης: 2716/14, 30/3/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ανδρέας Μάππουρας, Αρ. Υπόθεσης: 2716/14, 30/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B59 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Δρουσιώτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2716/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ανδρέας Μάππουρας Κατηγορούμενος -------- Ημερομηνία: 30 Μαρτίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Β. Δανιηλίδου Για τον Κατηγορούμενο: κα Α. Ιωάννου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η O κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά 16 κατηγορίες. Οι τρεις εξ αυτών αφορούν αδικήματα συνομωσίας, έξι αδικήματα πλαστογραφίας, έξι αδικήματα κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και μία κατηγορία απόσπαση εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις. Με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, μεταξύ του μηνός Ιουλίου και του μηνός Σεπτεμβρίου του 2011, συνωμότησε με τον Sandulesei George Leonid να πλαστογραφήσουν και να κυκλοφορήσουν πλαστό έγγραφο και να αποσπάσουν εμπορεύματα και χρήματα με ψευδείς παραστάσεις (κατηγορίες 1 - 3). Περαιτέρω κατηγορείται ότι στις 4.12.2011 πλαστογράφησε και κυκλοφόρησε την επιταγή του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου με αριθμό 31528133 η οποία εκδόθηκε από την εταιρεία Otriros Enterprises Ltd συμπληρώνοντας την αριθμητικώς και ολογράφως για το ποσό των €1.000 και υπογράφοντας την με το όνομα του χωρίς την εξουσιοδότηση του διευθυντή της πιο πάνω εταιρείας Sandulesei George Leonid (κατηγορίες 4 και 5). Το ίδιο έγινε στις 13.11.2011 με την επιταγή με αριθμό 32141414 για το ποσό των €1.000 (κατηγορίες 6 και 7), το ίδιο έγινε στις 30.10.11 για την επιταγή με αριθμό 32141407 για το ποσό των €1.651,56 (κατηγορίες 8 και 9), το ίδιο έγινε στις 23.11.11 για την επιταγή με αριθμό 32141408 για το ποσό €1.684,75 (κατηγορίες 10 και 11), το ίδιο έγινε στις 15.12.11 για την επιταγή με αριθμό 32141409 για το ποσό των €1.799,56 (κατηγορίες 12 και 13) και το ίδιο έγινε στις 30.10.11 για την επιταγή 31528132 για το ποσό των €704,30 (κατηγορίες 14 και 15). Επίσης ο κατηγορούμενος μεταξύ του μηνός Ιουλίου 2011 και του μηνός Σεπτεμβρίου 2011 με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασε από την εταιρεία THE L.M. CHEMICAL INDUSTRY LTD, μέσω της Μαρίας Μιχαηλίδου προϊόντα ειδών καθαρισμού συνολικής αξίας €7.840,17 των ψευδών παραστάσεων συνισταμένων στην ουσία και στο αποτέλεσμα στο ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε τις πιο πάνω αναφερόμενες επιταγές για την αγορά των πιο πάνω προϊόντων ψευδώς προσποιηθείς ότι οι επιταγές ήταν γνήσιες ενώ στην πραγματικότητα ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ήταν πλαστογραφημένες. Η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε πέντε μάρτυρες και ο κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Κατατέθηκαν συνολικά 32 Τεκμήρια και συγκεκριμένα το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 24 μέχρι 28 που αποτελούν τις καταθέσεις του Λοχία 32 Χαραλάμπους, του Αστ. 3512 Περικλέους, του Αστ. 4885 Σοφοκλέους, του Λοχία 1506 Γεωργίου και Αστ. 1635 Χ΄΄ Βασίλη, τέθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου υπό μορφή παραδεκτών γεγονότων. Οι καταθέσεις των Μ.Κ. 1 - 4 κατατέθησαν και σημειώθησαν ως Ενδείξεις Α - Δ και αποτελούν μέρος της κυρίως εξέτασης τους. Η Μ.Κ.1 Αστ. 1891 Μαρία Αττεσλή εξεταστής της υπόθεσης ανέφερε ότι μετά την καταγγελία της Μαρίας Μιχαηλίδου Γραμματέα της Εταιρείας The L.M.Chemical Industry Ltd προχώρησε στη διερεύνηση της υπόθεσης. Έλαβε κατάθεση από το Νίκο Π΄΄ Θεοδούλου υπάλληλο της πιο πάνω εταιρείας στην οποία της ανέφερε ότι δεχόταν τηλεφωνικώς παραγγελίες από τον κατηγορούμενο, παραγγελίες τις οποίες παρέδιδε σε αποθήκη στην οδό Αθηνάς 35 στην Πάφο και ο κατηγορούμενος του έδιδε επιταγές για πληρωμή των προϊόντων που του παρέδιδε, κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά σε κάθε επιταγή ποιος υπέγραφε και ποιος συμπλήρωνε τις επιταγές. Η Μαρία Μιχαηλίδου της ανέφερε ότι αρχικά ο κατηγορούμενος για εξόφληση των όσων όφειλε στην πιο πάνω εταιρεία τους έδωσε 13 συνολικά μεταχρονολογημένες επιταγές της Λαϊκής Τράπεζας από τις οποίες εξαργυρώθηκε μόνο η μία επιταγή. Αργότερα ο κατηγορούμενος αντικατάστησε τις πιο πάνω επιταγές με 8 επιταγές του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου για το συνολικό ποσό των €9.747,43 και από αυτές τις επιταγές εξαργυρώθηκε μόνο μία. Στις 13.12.11 προέβηκε σε συμπληρωματική κατάθεση στην οποία ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε προς το παρόν στάδιο την ανάμειξη της αστυνομίας. Στις 6.8.2012 επανήλθε η Μαρία Μιχαηλίδου όπου κατήγγειλε εκ νέου ότι μέχρι τον Μάρτιο του 2012 της εξόφλησε το ποσό των €3.225 και εκκρεμούσε ποσό €7.840,17 και τις παρέδωσε 6 πρωτότυπες επιταγές. Στις 5.9.12 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ήταν αποθηκάριος της εταιρείας Otriros Enterprises Ltd και ότι ενεργούσε κάτω από τις οδηγίες του εργοδότη του Sandulesei George Leonid. Αρνήθηκε ότι υπέγραψε ως εκδότης της επιταγές της εταιρείας Otriros Enterprises Ltd προς την εταιρεία L.M. Chemical Industry Ltd. Την ίδια μέρα έλαβε συμπληρωματική κατάθεση από το Νίκο Π΄΄ Θεοδούλου ο οποίος είδε και αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το άτομο που έκανε τις παραγγελίες, παραλάμβανε προϊόντα και του έδιδε τις επιταγές της εταιρείας Otriros Enterprises Ltd και είναι αυτός που υπέγραψε ως εκδότης των επιταγών του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου. Επίσης ο Π΄΄ Θεοδούλου αναγνώρισε ένα πλαστικό δοχείο 4 λίτρων με την ονομασία Trust χρώματος μπλε που φέρει ημερομηνία παρασκευής 24.1.11 και της ανέφερε ότι τα προϊόντα του είδους αυτού με ίδια ημερομηνία παρασκευής τα πώλησε στην εταιρεία Otriros Enterprises Ltd και σε κανένα άλλο πελάτη. Περαιτέρω της ανέφερε ότι στην περιοχή Λάρνακος δεν πώλησε ποτέ τέτοιο προϊόν καθότι ο εκεί μεταπωλητής τους αγοράζει δοχεία των 5 λίτρων και όχι των 4 όπως ήταν αυτό. Κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 3 το πλαστικό δοχείο με την ονομασία Trust το οποίο περιέχει μπλε υγρό, ως Τεκμήριο 4 τη φωτογραφία του Τεκμηρίου 3 και ως Τεκμήρια 5 -10 τις έξι επίδικες επιταγές που φέρουν αριθμούς 31528132, 31528133, 32141407, 32141408, 32141409 και 32141414 αντίστοιχα. Η μάρτυρας αντεξεταζόμενη ανέφερε τον τρόπο λειτουργίας του λογαριασμού και έκφρασε τη θέση ότι κάποιες εταιρείες, όπως και η παρούσα, με διευθυντή αλλοδαπό πρόσωπο ανοίγουν λογαριασμό σε τραπεζικό ίδρυμα πληρώνονται αρχικά 1 με 2 επιταγές, οι υπόλοιπες δεν πληρώνονται παγοποιείται ο λογαριασμός και εξαφανίζεται ο διευθυντής της εταιρείας. Η Μ.Κ.2 Μαρία Μιχαηλίδου ανέφερε ότι είναι γραμματέας της εταιρείας L.M.Chemical Industry Ltd . Έδωσε τρεις καταθέσεις στις οποίες επεξηγεί την παραγωγή της εταιρείας της και το πώς συνεργάστηκαν με την εταιρεία Οtriros Enterprises Ltd και με τον κατηγορούμενο. Σε αδρές γραμμές αναφέρθηκε στις παραγγελίες που έθεσε η εταιρεία Otriros Enterprises Ltd στον υπεύθυνο πωλήσεων της εταιρείας Νίκο Π΄΄ Θεοδούλου. Στο ότι ο κατηγορούμενος παρέδωσε αρχικά 13 επιταγές της Λαϊκής Τράπεζας από τις οποίες εξαργυρώθηκε μόνο μία για το ποσό των €738,75 την ανταλλαγή τους με άλλες 8 επιταγές του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου από τις οποίες εξαργυρώθηκε μόνο η μία. Στις 13.12.2011 με νέα κατάθεση της πληροφορεί τα στοιχεία του κατηγορούμενου και αναφέρει ότι συμφώνησαν να της πληρώσει όλο το οφειλόμενο ποσό των ακάλυπτων επιταγών με 4 δόσεις και δεν επιθυμούσε την περαιτέρω ανάμειξη της αστυνομίας προς το παρόν. Στις 6.8.2012 έδωσε νέα κατάθεση όπου αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος κατέθεσε στο λογαριασμό της στη Λαϊκή Τράπεζα το ποσό των €2.725 που αντιστοιχούσε στην εξόφληση δύο επιταγών και το ποσό των €500 που αφορούσε ακόμη μία επιταγή. Έκτοτε σταμάτησε να επικοινωνεί μαζί της και εκκρεμούν οι επιταγές 32141407 με ημερομηνία πληρωμής 30.10.11 για το ποσό των €1.651,56, 32141414 με ημερομηνία πληρωμής 13.11.11 για το ποσό των €1.000, 32141408 με ημερομηνία πληρωμής 23.11.11 για το ποσό των €1.684,75, 32141409 με ημερομηνία πληρωμής 15.12.11 για το ποσό των €1.799,56, 32528132 με ημερομηνία πληρωμής 30.10.11 για το ποσό των €704,30 και 31528133 με ημερομηνία πληρωμής 4.12.11 για το ποσό των €1.

  1. Η μάρτυρας αναγνώρισε τα Τεκμήρια 5 - 10 ότι είναι οι επιταγές που τους έδωσε ο κατηγορούμενος και κάνει αναφορά στις καταθέσεις της και μέχρι σήμερα δεν έχουν εξοφληθεί. Αναγνώρισε από το Τεκμήριο 4 ότι είναι φωτογραφία του καθαριστικού αποχωρητηρίου που κατασκευάζει η εταιρεία της. Αντεξεταζόμενη παραδέχθηκε ότι συμφώνησε με τον κατηγορούμενο να εξοφλήσει τα ποσά που όφειλε στην εταιρεία της με τρεις ισόποσες δόσεις, η συμφωνία έγινε τηλεφωνικά και όταν κατέθετε το ποσό στο λογαριασμό της εταιρείας της του επέστρεψε τις επιταγές με Akis Express. Τον κατηγορούμενο δεν τον γνώριζε διότι οποιαδήποτε επικοινωνία είχε ήταν με τον υπεύθυνο της εταιρείας της Νίκο Π΄΄ Θεοδούλου και η πρώτη επικοινωνία που είχε μαζί του ήταν όταν υπήρχε πρόβλημα με τις επιταγές της Λαϊκής. Ο Μ.Κ.3 Δημήτρης Κλεοβούλου είναι Τμηματάρχης στο κεντρικό κατάστημα του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου. Αναφέρθηκε στο άνοιγμα του λογαριασμού με αριθμό 40028-40-06401-3 στις 25.7.11 από τον Sandulesei George Leonid από τη Ρουμανία με αριθμό ρουμανικής ταυτότητος AS741801 στο όνομα της εταιρείας Otriros Enterprises Ltd. Ο λογαριασμός ήταν τρεχούμενος χωρίς παρατράβηγμα και δικαίωμα υπογραφής είχε μόνο ο George Leonid Sandulesei. Στις 7.10.11 έστειλαν επιστολή στον George Leonid Sandulesei με την οποία τον ενημέρωναν ότι η τράπεζα του παγοποίησε το λογαριασμό που διατηρούσε λόγω κακής χρήσης του βιβλιαρίου επιταγών, την έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών και την επανειλημμένη ακύρωση αυτών. Ο George Leonid Sandulesei στις 10.10.11 ήλθε στην τράπεζα όπου του εξήγησε τους λόγους για τους οποίους η τράπεζα παγοποίησε το λογαριασμό και κατά το κλείσιμο υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο €3,91 το οποίο και πλήρωσε. Για τις επιταγές 31528133, 32141408, 32141414, 31528132, 32141407 και 32141409 Τεκμήρια 6, 8, 10, 5, 7 και 9 αντίστοιχα ανέφερε ότι είναι επιταγές οι οποίες εκδόθηκαν από την εταιρεία Otriros Enterprises Ltd, παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή από άλλες τράπεζες και επεστράφησαν με την ένδειξη ότι ο λογαριασμός έκλεισε. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 21 φωτοαντίγραφο αίτησης για άνοιγμα λογαριασμού της εταιρείας Otriros Enterprises Ltd, ως Τεκμήριο 22 φωτοαντίγραφο κατάστασης του λογαριασμού της πιο πάνω εταιρείας και ως Τεκμήριο 23 φωτοαντίγραφο της ειδοποίησης παγοποίησης του λογαριασμού. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο ανέφερε ότι συνόδευε τον διευθυντή της εταιρείας Otriros Enterprises Ltd όταν θα έκανε μία κατάθεση. Ο Μ.Κ.4 Νίκος Π΄΄ Θεοδούλου στην κατάθεση του Τεκμήριο 20 αναφέρει ότι είναι υπεύθυνος των πωλήσεων της L.M. Chemical Industry Ltd και περαιτέρω αναφέρει τη συνεργασία που είχε με τον κατηγορούμενο ως αντιπρόσωπος της εταιρείας Otriros Enterprises ltd και τις παραδόσεις προϊόντων τις οποίες του είχε παραγγείλει. Αναφέρθηκε και αυτός ο μάρτυρας αρχικά στις επιταγές που δόθησαν από τον κατηγορούμενο της Λαϊκής τράπεζας και αργότερα την ανταλλαγή τους με επιταγές του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου. Ο μάρτυρας περαιτέρω εξήγησε για την κάθε επιταγή που παραλάμβανε από τον κατηγορούμενο, σε κάποιες από αυτές ανέφερε ότι είδε τον κατηγορούμενο να της συμπληρώνει αλλά τις υπέγραφε ο Ρουμάνος και σε άλλες ότι τις συμπλήρωσε και τις υπέγραψε ο κατηγορούμενος. Στη συμπληρωματική του κατάθεση είδε και αναγνώρισε στο ΤΑΕ Λεμεσού τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που έκανε τις παραγγελίες, παρέλαβε τα προϊόντα, του έδωσε τις επιταγές και περαιτέρω για τις επιταγές του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου ανέφερε ότι είναι αυτός που τις συμπλήρωσε και τις υπόγραψε ως εκδότης. Επίσης αναγνώρισε ένα τετράλιτρο μπετόνι με την ονομασία Trust χρώματος μπλε για την τουαλέτα ότι είναι ένα από τα προϊόντα που κατασκευάζει η εταιρεία που εργάζεται. Ο μάρτυρας βλέποντας τα Τεκμήρια 5 - 10 αναγνώρισε τις επιταγές και ανέφερε ότι είναι αυτές που έκδωσε και υπόγραψε και του παρέδωσε ο κατηγορούμενος. Ο Μ.Κ.5 Γιώργος Χρυσάνθου εργάζεται στο Εργαστήριο Γραφολογίας της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών Αστυνομίας Κύπρου. Τα προσόντα του αναφέρονται στο Τεκμήριο 29 και με βάση το Τεκμήριο 30 είναι πρόσωπο που έχει δικαίωμα υπογραφής των εκθέσεων του Εργαστηρίου Γραφολογίας της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών Αστυνομίας Κύπρου. Ο μάρτυρας αυτός εξέτασε τις επίδικες επιταγές έχοντας στην κατοχή του 30 φωτοαντίγραφα επιταγής με δείγμα γραφής και υπογραφής του Αντρέα Μαππούρα και το έντυπο του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου στο όνομα Sandulesei George Leonid στο οποίο υπάρχει δείγμα υπογραφής, Τεκμήριο
  2. Αποτέλεσμα της εξέτασης είναι ότι οι αμφισβητούμενη γραφή, συμπλήρωση στις επίδικες επιταγές σε σύγκριση με τα αντίστοιχα δείγματα γραφής που αποδίδονται στον Αντρέα Μαππούρα παρουσιάζουν ουσιώδεις ομοιότητες μεταξύ τους και κατά τη γνώμη του η αμφισβητούμενη γραφή στις επιταγές έγινε από αυτόν. Είναι δε περαιτέρω η θέση του ότι οι υπογραφές στις επίδικες επιταγές είναι ελεύθερα γραμμένες και δεν μπορεί να γίνει σύγκριση με το δείγμα στο όνομα του Sandulesei George Leonid διότι πρόκειται για ένα δείγμα και οποιαδήποτε σύγκριση με τις αμφισβητούμενες υπογραφές και εκφορά απόλυτης γνώμης είναι επισφαλής. Έχει όμως προχωρήσει στη σύγκριση και βρίσκει ότι είναι ίδια μορφή και ο τρόπος σχηματισμού υπάρχει σε όλες τις υπογραφές που δημιουργεί την υποψία ότι δυνατό τόσο οι αμφισβητούμενες υπογραφές όσο και η υπογραφή δείγμα να αποτελούν γνήσια υπογραφή του ιδίου του προσώπου. Προχώρησε και σε σύγκριση των αμφισβητούμενων υπογραφών με τα δείγματα υπογραφών που αποδίδονται στον Αντρέα Μαππούρα και διαπίστωσε να παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους ως προς τη μορφή και τον τρόπο σχηματισμού τους και κατά τη γνώμη του δεν πρόκειται για γνήσια υπογραφή του. Ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του αναφέρει ότι στις αρχές του 2011 γνώρισε τον George Leonid από τη Ρουμανία και του ζήτησε να εργαστεί στην εταιρεία του Otriros Enterprises Ltd ως αποθηκάριος στις αποθήκες που διατηρεί η εταιρεία του στην Πάφο. Ο μισθός του θα ήταν €1.100 μηνιαίως πλέον μεταφορικά. Τον μισθό του τον πλήρωνε κάθε τέλος του μηνός, συνήθως σε μετρητά και τα μεταφορικά καθημερινά. Ο George Leonid ήταν ο διευθυντής της εταιρείας και το καλοκαίρι του έδωσε οδηγίες να επικοινωνήσει με την εταιρεία L.M. Chemical Industry Ltd και να παραγγείλει υγρά καθαρισμού και σκόνες καθαρισμού. Επικοινώνησε, δεν θυμάται όμως το ύψος της παραγγελίας ούτε και τη συμφωνία που έκανε. Προϊόντα από τη συγκεκριμένη εταιρεία παραλάμβανε τόσο ο ίδιος όσο και ο George Leonid. Δεν γνωρίζει πόσης αξίας ανήλθαν οι παραγγελίες. Δεν γνωρίζει την ιδιοκτήτρια της εταιρείας και δεν θυμάται πόσο καιρό έμειναν προϊόντα της εταιρείας στις αποθήκες της Otriros Enterprises Ltd. Μαζί με τον George Leonid πήγε στην Λαϊκή Τράπεζα στην Πάφο για να ανοίξει λογαριασμό για την εταιρεία. Δεν γνωρίζει το είδος του λογαριασμού και δικαίωμα υπογραφής είχε μόνο ο Leonid. Υπέγραφε πάντοτε ο Leonid τις επιταγές χωρίς να συμπληρώνει οτιδήποτε άλλο, τα ποσά και οι ημερομηνίες πληρωμής συμπληρώνονταν από τον ίδιο και στη συνέχεια ο George Leonid έλεγχε τις επιταγές πριν τις παραδώσει. Ανέφερε περαιτέρω ότι έδιδαν και μεταχρονολογημένες επιταγές. Δεν γνωρίζει το λόγο για τον οποίο η Λαϊκή έκλεισε το λογαριασμό της Otriros Enterprises Ltd και ο George Leonid πήγε στο Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου και άνοιξε λογαριασμό στο όνομα της εταιρείας. Δεν γνωρίζει τον αριθμό λογαριασμού και δεν μίλησε ποτέ με τον διευθυντή του Συνεργατικού. Η μόνη σχέση που είχε με το Συνεργατικό ήταν μία κατάθεση στο λογαριασμό. Χωρίς να γνωρίζει λεπτομέρειες η Οtriros αντικατέστησε τις επιταγές της Λαϊκής στην εταιρεία L.M. Chemical Industry Ltd με επιταγές του Ελληνικού συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου. Το βιβλιάριο επιταγών το είχε μόνο ο George Leonid και δικαίωμα υπογραφής είχε μόνο ο ίδιος. Δεν θυμάται αν είναι ο ίδιος που έδωσε τις επιταγές του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου αλλά σίγουρα δεν τις υπέγραψε ο ίδιος. Τις επιταγές Τεκμήρια 5 - 10 που του υπεδείχθησαν από την εξετάστρια αναγνώρισε σε όλες την υπογραφή του George Leonid και επίσης αναγνώρισε ότι η συμπλήρωση των ποσών αριθμητικώς και ολογράφως καθώς και οι ημερομηνίες έγιναν από τον ίδιο κατόπιν οδηγιών του George Leonid. Δεν γνωρίζει ποιες εξαργυρώθηκαν και ποιες όχι και από τον Οκτώβριο του 11 σταμάτησε να εργάζεται στην εταιρεία Otriros γιατί δεν τον πλήρωνε. Παραδέχεται ότι η Μαρία Μιχαηλίδου της εταιρείας L.M. Chemical Industry Ltd επικοινώνησε μαζί του και ότι κατέθεσε κάποια ποσά στο λογαριασμό της εταιρείας, δεν θυμάται το ποσό αλλά ήταν μετά από συνεννόηση με τον George Leonid. Τις επιταγές που του επέστρεψε η Μιχαηλίδου της έδωσε στον George Leonid προσωπικά. Ο Leonid του υποσχέθηκε ότι θα του έστελνε και άλλα λεφτά χωρίς να το πράξει με αποτέλεσμα να μην καταθέσει άλλα λεφτά στο λογαριασμό της Μιχαηλίδου. Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και με αυτή την προσοχή προχωρώ στην εξέταση της μαρτυρίας τους, αφού το έργο της αξιοπιστίας είναι ένα πολυσύνθετο και λεπτό έργο παρατήρησης κατατεθέντων μαρτύρων και ορθά έχει χαρακτηριστεί ως σημαντικότερο καθήκον του Δικαστηρίου (βλέπε C & A Pelekanos Associates Ltd

(1999)1 (Β) ΑΑΔ 1273). Η Μ.Κ.1 Αστ. 1891 Μαρία Αττεσλή έχει αφήσει θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και έχει παρουσιάσει τα γεγονότα όπως αυτά περιήλθαν στην αντίληψη της από τις καταθέσεις της αξιωματούχου και υπαλλήλου της παραπονούμενης εταιρείας καθώς και τις έρευνες που προέβηκε η ίδια στα τραπεζικά ιδρύματα. Η έκφραση γνώμης, το πώς ενεργούν κάποιου είδους εταιρείες στα οικονομικά δρώμενα του τόπου παρόλο που δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, διαπιστώνεται να είναι ένα υπαρκτό γεγονός. Θετική εντύπωση έχει αφήσει στο Δικαστήριο και η γραμματέας της παραπονούμενης εταιρείας Μαρία Μιχαηλίδου της οποίας η μαρτυρία της άνετα μπορεί να χαρακτηριστεί ως μαρτυρία η οποία έχει παραθέσει τα γεγονότα όπως η ίδια τα είδε ή τα ενημερώθηκε παρουσιάζοντας άμεσα και από πού άντλησε τη γνώση της. Η μάρτυρας ήταν ξεκάθαρη ότι με τον κατηγορούμενο επικοινώνησε όταν διαπιστώθηκε να υπάρχει πρόβλημα στην εξαργύρωση των επιταγών καθώς και ότι συμφώνησε μαζί του να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό στην εταιρεία της με ισόποσες δόσεις με κατάθεση στο λογαριασμό της εταιρείας. Αυτά που ανέφερε η μάρτυρας ενισχύονται και από την κατάθεση του ιδίου του κατηγορουμένου, ο οποίος παραδέχεται ότι κατέθεσε κάποια ποσά στο λογαριασμό της παραπονούμενης εταιρείας και η μάρτυρας του επέστρεψε τις επιταγές που αφορούσαν τα ποσά που κατάθεσε. Περαιτέρω η ειλικρίνεια της έγκειται και στο γεγονός ότι μετά την αρχική της κατάθεση επιστρέφει στην αστυνομία και αναφέρει την ύπαρξη συμφωνίας με τον κατηγορούμενο. Καθόλα αξιόπιστη και αποδεκτή κρίνεται η μαρτυρία του Μ.Κ.3 Αντρέα Χατζηβασίλη, Τμηματάρχη στο κεντρικό κατάστημα του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου. Τα όσα έχει αναφέρει ο μάρτυρας δεν έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Έχω εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή τη μαρτυρία του Μ.Κ.4 Νίκου Π΄΄ Θεοδούλου λόγω και της αντεξέτασης που υπεβλήθη αλλά και τη σχέση του με την παραπονούμενη εταιρεία, ιδιαιτέρως δε από τη στιγμή που ήταν ο υπεύθυνος πωλήσεων και είναι αυτός που έχει παραδώσει όλα τα προϊόντα στον κατηγορούμενο και παρέλαβε τόσο αρχικά τις επιταγές της Λαϊκής Τράπεζας όσο και τις επιταγές του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου. Εξετάζοντας με ιδιαίτερη αυστηρότητα τη μαρτυρία του διαπιστώνω ότι ο μάρτυρας έχει παραμείνει σταθερός στις απαντήσεις του, ήταν πλήρως επεξηγηματικός και επί του σημείου που η υπεράσπιση αμφισβητά τη μαρτυρία του ήταν ξεκάθαρος για το γεγονός ότι τις επιταγές του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου είναι ο κατηγορούμενος στην παρουσία του που τις συμπλήρωσε και τις υπέγραψε. Ειδικά στην κατάθεση του Τεκμήριο 20 περιγράφει με λεπτομέρεια ο μάρτυρας τόσο την παράδοση των προϊόντων κάθε φορά, τα πρόσωπα που βρίσκονταν τη στιγμή της παράδοσης, ποιος υπέγραφε και ποιος συμπλήρωνε τις επιταγές τις οποίες παραλάμβανε. Τώρα αν μετά από παρέλευση τεσσάρων και πλέον χρόνων δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί αν η πρώτη φορά που κάνει αναφορά ότι είδε τον κατηγορούμενο να υπογράφει στην θέση του εκδότη αφορούσε επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας ή του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου ο μάρτυρας ήταν ξεκάθαρος για ποιο λόγο θυμόταν ότι τις επιταγές του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου τις συμπλήρωσε και τις υπόγραψε ο κατηγορούμενος γιατί τη συγκεκριμένη μέρα στο χώρο που του παρέδιδε τα προϊόντα και του παρέδωσε και τις επιταγές βρισκόταν μόνο ο κατηγορούμενος. Η μαρτυρία του κρίνεται καθόλα αξιόπιστη και αποδεκτή. Ο Μ.Κ.5 Λοχίας 837 Γιώργος Χρυσάνθου, εργάζεται στο εργαστήριο γραφολογίας της υπηρεσίας εγκληματολογικών ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας γραφολόγος. Όσο αφορά την προσέγγιση και εξέταση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα υπάρχει πληθώρα νομολογίας, βλ. Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 CLR
  1. Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο θα πρέπει να πειστεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει και στη συνέχεια να εξετάσει αν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά τεκμήρια έτσι ώστε να τον καταστήσει ικανό να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του προκειμένου να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία. Αφού έλαβα υπόψη μου τα προσόντα, τη πείρα και τις γνώσεις του μάρτυρα καθώς και τις αρχές που καθορίζουν πότε ένας μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας, είναι η κατάληξη μου ότι ο Μ.Κ.5 είναι εμπειρογνώμονας γραφολόγος. Επομένως η μαρτυρία του θα προσεγγιστεί και αξιολογηθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση και προσέγγιση εμπειρογνωμόνων μαρτύρων. Ο εν λόγω μάρτυρας εξέτασε τη συμπλήρωση των επιδίκων επιταγών, Τεκμήρια Δικαστηρίου 5 - 10, και την υπογραφή στη θέση «υπογραφή(ες)» και σύγκρινε τόσο τη συμπλήρωση όσο και την υπογραφή. Για τη συμπλήρωση των επιταγών ο μάρτυρας ήταν ξεκάθαρος ότι σε σύγκριση με τα αντίστοιχα δείγματα γραφής που αποδίδονται στον Αντρέα Μαππούρα, παρουσιάζουν ουσιώδεις ομοιότητες μεταξύ τους και κατά τη γνώμη του η συμπλήρωση στις επιταγές έγινε από αυτόν. Για δε τις υπογραφές του εκδότη στις επιταγές Τεκμήρια 5 - 10 λόγω των όσων εξηγεί στην έκθεση του Τεκμήριο 31 και επειδή δεν περιέχουν οποιαδήποτε γράμματα του αλφαβήτου, διαπιστώνει ότι είναι ελεύθερα γραμμένες με συνέπεια ως προς τη μορφή και τρόπο σχηματισμού τους αλλά και ποικιλία σε επιμέρους ιδιαίτερα ατομικά χαρακτηριστικά. Η υπογραφή στο δείγμα που υποβλήθηκε για σκοπούς σύγκρισης είναι περιορισμένη γιατί είναι ένα μόνο δείγμα και η εκφορά απόλυτης γνώμης καθίσταται επισφαλής. Όμως του δημιουργεί την υποψία ότι δυνατό τόσο οι αμφισβητούμενες υπογραφές και η υπογραφή δείγμα να αποτελούν γνήσια υπογραφή του ιδίου προσώπου. Σε σχέση με τα δείγματα που αποδίδονται στον Αντρέα Μαππούρα παρουσιάζουν διαφορές ως προς τη μορφή και τον τρόπο σχηματισμού τους και δεν πρόκειται για γνήσια υπογραφή του Αντρέα Μαππούρα. Κατά τη προφορική μαρτυρία του ο Μ.Κ.5 εξήγησε με λεπτομέρεια την γραφολογική εξέταση που έκανε και τη μέθοδο που ακολούθησε για να καταλήξει στα συμπεράσματα του υποδεικνύοντας σχετικά σε συγκριτικό πίνακα (Τεκμήριο 32), με φωτογραφικές μεγεθύνσεις των αμφισβητούμενων γραφών και υπογραφών δείγμα. Περαιτέρω σε σχέση με την υπογραφή του Αντρέα Μαππούρα προφορικά στο Δικαστήριο ανέφερε αυτά που είδε στη γενική μορφή των δειγμάτων σε σχέση με τον τρόπο σχηματισμού και τόνισε ότι υπάρχουν κάποια χαρακτηριστικά τα οποία δεν πέρασαν από τον ίδιο απαρατήρητα όπως είναι η θέση της υπογραφής, δηλαδή κάτω από τη γραμμή και το γεγονός ότι μέσα στο σχηματισμό τους στην όλη πλοκή υπάρχει κάποιο μόρφωμα όπως το Α το οποίο προσομοιάζει κάπως με το αμφισβητούμενο αλλά και του δειγματικού υλικού. Αυτό που λέει είναι ότι δεν είναι γνήσια η υπογραφή του, δεν είναι ο συνήθης τρόπος που υπογράφει και είναι η θέση του ότι δεν μπορεί να καθοριστεί με ασφάλεια κατά πόσο είναι η υπογραφή του Leonid ούτε το γεγονός ότι δεν είναι η γνήσια υπογραφή του. Περαιτέρω ο μάρτυρας εξήγησε για ποιο λόγο δεν μπορεί να πει με ασφαλές συμπέρασμα ότι οι υπογραφές στις επίδικες επιταγές είναι οι υπογραφές του Leonid λόγω του ότι έχει στην κατοχή του ένα και μόνο δείγμα. Ο Μ.Κ.5 έχει αφήσει θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Υπήρξε επεξηγηματικός, σαφής στις θέσεις του, έδωσε αλλά και επεξήγησε με λεπτομέρεια όλα τα δεδομένα τα οποία χρησιμοποίησε για να καταλήξει στα συμπεράσματα του και περαιτέρω στο Δικαστήριο επεξήγησε επαρκώς πως και γιατί κατάληξε σ΄ αυτά τα συμπεράσματα και ειδικά γιατί δεν μπορεί να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα ότι οι υπογραφές στις επίδικες επιταγές είναι του Leonid. Ο κατηγορούμενος άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Στην κατάθεση του όμως το μόνο πράγμα που αρνείται είναι ότι δεν έχει υπογράψει τις επίδικες επιταγές. Συμφωνεί ότι κατάθεσε κάποια ποσά στο λογαριασμό της παραπονούμενης εταιρείας μετά που μίλησε με την κα Μιχαηλίδου, γραμματέα της εταιρείας και ισχυρίζεται ότι αυτό το έκανε κατόπιν συνεννόησης με το διευθυντή της Otriros Enterprises Ltd George Leonid. Όμως σε κάποια άλλο σημείο της κατάθεσης του αναφέρει ότι από τον Οκτώβριο του 2011 έπαυσε να εργοδοτείται από την εταιρεία και δεν γνωρίζει ούτε καν τα τηλέφωνα επικοινωνίας του George Leonid. Τα αδικήματα της πλαστογραφίας στην παρούσα εδράζονται στα άρθρα 331, 333 (α)(δ)(ι) και 336 του Ποινικού Κώδικα ενώ το αδίκημα της κυκλοφορίας στο άρθρο 339 και
  2. Οι εν λόγω διατάξεις έχουν ως εξής: «
  3. Πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού έγγραφου με σκοπό καταδολίευσης.
  4. Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος- (α) καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα ............. (δ) υπογράφει έγγραφο- (i) με το όνομα άλλου χωρίς την εξουσιοδότηση του, ανεξάρτητα αν το όνομα αυτό είναι το ίδιο με εκείνο που υπογράφει αυτός ή όχι ..................
  5. Όποιος πλαστογραφεί διαθήκη, έγγραφο τίτλου γης, δικαστικό πρακτικό, πληρεξούσιο έγγραφο, τραπεζογραμμάτιο, συναλλαγματική, γραμμάτιο εις διαταγή ή άλλο διαπραγματεύσιμο έγγραφο, ασφαλιστήριο, τραπεζιτική επιταγή ή άλλη εξουσιοδότηση πληρωμής χρημάτων από πρόσωπο που διεξάγει εργασία ως τραπεζίτης, περιλαμβανομένης πιστωτικής κάρτας, υπόκειται σε φυλάκιση δεκατεσσάρων χρόνων.
  6. Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πλαστογραφίας λοιπόν είναι:
  7. Ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου
  8. Με σκοπό καταδολίευσης. Όσον αφορά το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Arcbold 2002 par. 22-8, σε σχέση με την ιστορία του αδικήματος της πλαστογραφίας στο κοινοδίκαιο: «The concept of forgery and the rationale of the offence were summarised in paragraphs 41 to 43 of the Law Commission report: "By the middle of the nineteenth century it was established that for the purpose of the law of forgery the fact that determined whether a document was false was not that it contained lies, but that it told a lie about itself. It was in R. v. Windsor
(1865)10 Cox 118, 123 that Blackburn J. said: 'Forgery is the false making of an instrument purporting to be that which it is not, it is not the making of an instrument which purports to be what it really is, but which contains false statements. Telling a lie does not become a forgery because it is reduced into writing.' This test was applied in the Court of Appeal in R. v. Dodge and Harris [1972] 1 Q.B. 416. ... As we have said ... the primary reason for retaining a law of forgery is to penalise the making of documents which, because of the spurious air of authenticity given to them are likely to lead to their acceptance as true statements of the facts related in them. We do not think that there is any need for the extension of forgery to cover falsehoods that are reduced to writing. ... The essential feature of a false instrument in relation to forgery is that it is an instrument which `tells a lie about itself' in the sense that it purports to be made by a person who did not make it (or altered by a person who did not alter it) or otherwise purports to be made or altered in circumstances in which it was not made or altered."» Πρέπει δε να λεχθεί ότι η ίδια ερμηνεία σε σχέση με το θέμα αυτό δίδεται και από τη δική μας νομολογία. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1984)2 CLR 65 σελ.91: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το καθοριστικό στοιχείο για να θεωρείται ένα έγγραφο πλαστό δεν είναι το γεγονός ότι περιέχει ψέματα αλλά ότι λέει ψέματα για τον εαυτό του. Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης δίδεται στο άρθρο 334 του Ποινικού Κώδικα. Περαιτέρω σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold Archbold 35th ed. σελ. σελ. 775, η έννοια αυτή, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 12 έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Περαιτέρω εάν μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της υπόθεσης ότι ήταν η πρόθεση του κατηγορούμενου να καταδολιεύσει δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι εξαπατήθηκε ή ότι υπήρχε πρόθεση εξαπάτησης κάποιου συγκεκριμένου προσώπου. Αντίθετα η πρόθεση καταδολίευσης αποδεικνύεται επαρκώς αν υπάρχει κάποιο άτομο γενικά που θα μπορούσε να καταδολιευτεί δηλ. οι ενέργειες του κατηγορούμενου να μπορούσαν να οδηγήσουν κάποιο πρόσωπο - όχι συγκεκριμένο - να ενεργήσει σε βλάβη του. Περαιτέρω η πρόθεση καταδολίευσης δεν περιορίζεται στην πρόκληση οικονομικής ζημιάς αλλά καλύπτει και οιανδήποτε άλλη βλάβη στο θύμα έστω και αν αυτή δεν είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσης. Ακόμη και η πιθανότητα βλάβης δηλ. να ενεργήσει κάποιος εναντίον του συμφέροντος του είναι αρκετή (βλ. Archbold 37η έκδοση σελ. 670, Welham (ανωτέρω) και Georghiou (ανωτέρω). Η σχετική πρόθεση δεν είναι πάντοτε στοιχείο δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Τέλος στη Georghiou (ανωτέρω) διευκρινίστηκε ότι δεν είναι αναγκαίο το έγγραφο που πλαστογραφείται να παράγει έννομα αποτελέσματα για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα. Το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις προβλέπεται από τα άρθρα 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, ως ακολούθως: «
  1. Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.
  2. Όποιος με ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων». Από το λεκτικό λοιπόν των εν λόγω άρθρων συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι:
  3. Η ψευδής παράστασης δηλ. παράσταση γεγονότος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα,
  4. Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή,
  5. Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης,
  6. Με τη ψευδή παράσταση δηλ. ως αποτέλεσμα αυτής ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Όσον αφορά το στοιχείο της ψευδούς παράστασης αυτή δεν είναι ανάγκη να είναι με λέξεις. Είναι αρκετή ακόμη και συμπεριφορά και πράξεις χωρίς προφορική επικοινωνία από τα οποία συνάγεται τέτοια παράσταση. Περαιτέρω η παράσταση αυτή πρέπει να αφορά γεγονός του παρελθόντος ή του παρόντος δηλ. παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Μια απλή έκθεση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν είναι ικανοποιητική για στοιχειοθέτηση ψευδούς παράστασης. Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, επίσης δεν αποτελεί ψευδή παράσταση. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Αν όμως παράσταση για υπάρχοντα γεγονότα συνοδεύεται και από υπόσχεση ότι ο κατηγορούμενος θα πράξει κάτι στο μέλλον τότε είναι αρκετή για απόδειξη του στοιχείου αυτού. Ψευδής παράσταση μπορεί επίσης να υπάρχει όταν δίδεται υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά σε συνδυασμό με ψευδή παράσταση ότι αυτός που υπόσχεται έχει την εξουσία να κάνει το υποσχεθέν. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι η απόσπαση έγινε γιατί η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου, ο οποίος επειδή είτε εν όλο είτε εν μέρη στηριζόμενος σε αυτήν παρακινήθηκε να δώσει τα χρήματα ή την περιουσία. Με άλλα λόγια η απόσπαση πρέπει να είναι αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης. (Για τα πιο πάνω βλ. Archbold 35th ed. σελ. 758-780, Russel on Crime Τόμος 2, σελ. 1171 - 1184, Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία). Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω για το αδίκημα της πλαστογραφίας ισχύουν και για το υπό εξέταση αδίκημα. Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί περαιτέρω ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Από τα όσα δε έχουν αναφερθεί στην Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αδικοπραγών προβαίνει σε ψευδή παράσταση, το ψευδές της οποίας γνωρίζει κατά το χρόνο που κάνει την παράσταση και περαιτέρω ότι τον ίδιο χρόνο το κάνει αυτό με σκοπό καταδολίευσης. Κατά συνέπεια κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του αδικοπραγούντος για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος που αυτός κάνει την εν λόγω παράσταση. Μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία διαπιστώνεται ότι ο κατηγορούμενος συμπλήρωσε, υπέγραψε και παρέδωσε στον Μ.Κ.4 τις επιταγές του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου Τεκμήρια 5 - 10 της εταιρείας Otriros Enterprises Ltd, υπογράφοντας ως εκδότης με την υπογραφή του προσώπου το οποίο είχε εξουσία να υπογράφει δηλαδή του Sandulesei George Leonid. Η θέση του εμπειρογνώμονα, Μ.Κ.5, ότι δυνατό οι αμφισβητούμενες υπογραφές επί των επιδίκων επιταγών και η υπογραφή δείγμα να αποτελούν γνήσια υπογραφή του ιδίου προσώπου δεν είναι καθοριστική αλλά όπως ο ίδιος τονίζει του δημιουργεί την υποψία ότι δυνατό να αποτελεί γνήσια υπογραφή. Συνεπώς δεν αντιβαίνει τη μαρτυρία του Μ.Κ.4 που είδε τον κατηγορούμενο να συμπληρώνει και να υπογράφει τις επίδικες επιταγές. Στο στάδιο των αγορεύσεων η ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι δεν είχε εξουσιοδότηση από τον Sandulesei George Leonid για την υπογραφή. Κάτι το οποίο ο ίδιος ο κατηγορούμενος αρνείται εφόσον ισχυρίζεται ότι δεν είναι αυτός που υπέγραφε τις επιταγές. Περαιτέρω δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ότι ο κατηγορούμενος τις υπέγραψε με εξουσιοδότηση του πιο πάνω προσώπου και εν πάση περιπτώσει το πρόσωπο που υπογράφει με εξουσιοδότηση θέτει τη δική του υπογραφή και αναφέρει ότι είναι κατόπιν εξουσιοδότησης. Οι πιο πάνω επιταγές δόθηκαν στον Μ.Κ.4, κατατέθηκαν σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 σε τραπεζικά ιδρύματα, παρουσιάστηκαν στο Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου και οι επιταγές επεστράφησαν με την ένδειξη ότι ο λογαριασμός έκλεισε χωρίς να πληρωθούν. Ο κατηγορούμενος ανέλαβε να πληρώσει τα ποσά που όφειλε στην παραπονούμενη εταιρεία, κατέβαλε έναντι το ποσό των €3.225 και παρέμεινε απλήρωτο το ποσό των €7.840,
  1. Οι επιταγές αυτές δόθηκαν από τον κατηγορούμενο στο Μ.Κ.4 ενώ γνώριζε ότι τις υπέγραψε ο ίδιος με την υπογραφή του Leonid και ουσιαστικά αντικαθιστούσε επιταγές της Λαϊκής Τράπεζας, που όπως ο ίδιος παραδέχεται παγοποιήθηκε ο λογαριασμός και είχαν δοθεί στην εταιρεία The L.M. Chemical Industry Ltd για την εξόφληση τιμολογίων για προϊόντα που η εταιρεία παρέδωσε στην εταιρεία Otriros Enterprises Ltd, προϊόντα τα οποία παρέλαβε από τον Μ.Κ.4 ο κατηγορούμενος στην οδό Αθηνάς 35 στην Πάφο. Με βάση όλα τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι η κατηγορούσα αρχή, ως όφειλε, έχει αποδείξει τα συστατικά στοιχεία της πλαστογραφίας εφόσον οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 5 - 10, που αφορούν τις κατηγορίες 6, 8, 10, 12, 14 έχουν υπογραφεί από τον κατηγορούμενο χωρίς εξουσιοδότηση και έχουν δοθεί από αυτόν στον Μ.Κ.4 και στη συνέχεια έχουν κατατεθεί σε τραπεζικά ιδρύματα με σκοπό να εξοφλήσουν τα ποσά που όφειλε η εταιρεία Otriros Enterprises Ltd στην The L.M. Chemical Industry Ltd. Αυτό καταδεικνύει και την ύπαρξη του στοιχείου της καταδολίευσης. Συνεπώς αποδείχθησαν και τα συστατικά στοιχεία της κυκλοφορίας που αφορούν τις κατηγορίες 7, 9, 11, 13 και
  2. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος παρέδωσε αυτές τις επιταγές στον Μ.Κ.4 ενώ γνώριζε ότι ήταν πλαστογραφημένες τις έδωσε για την πληρωμή προϊόντων ειδών καθαρισμού που αγόρασε η εταιρεία Otriros Enterprises Ltd από την εταιρεία The L.M. Chemical Industry Ltd. Η παράδοση των εν λόγω πλαστών επιταγών ως γνήσιων στοιχειοθετεί ψευδή παράσταση η οποία σε συνδυασμό με σκοπό την καταδολίευση που προαναφέρθηκε οδήγησε στην απόσπαση από την παραπονούμενη την αξία των προϊόντων που αυτή παρέδωσε στην Otriros Entrerprises Ltd. Συνεπώς έχουν αποδειχθεί και τα συστατικά στοιχεία της 16ης κατηγορίας. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και τις κατηγορίες 1 -3 που αφορούν συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του Άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα το οποίο αναφέρει: «
  3. Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή.» To αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος είναι αυτοτελές αδίκημα και εξετάζεται έστω και αν δεν αποδειχθεί το αδίκημα που τα άτομα συνωμότησαν να διαπράξουν. Απαιτεί δε τη συνομολόγηση συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ατόμων. Η προσφερθείσα μαρτυρία από την κατηγορούσα αρχή επ΄ αυτού του θέματος μπορεί άνετα να χαρακτηριστεί ως εντελώς ανεπαρκής με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην είναι σε θέση να καταλήξει σε συμπεράσματα τα οποία να αποδεικνύουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος με αποτέλεσμα οι κατηγορίες που αφορούν τη συνομωσία να οδηγούνται σε απόρριψη. Ως εκ των ανωτέρω βρίσκω ένοχο τον κατηγορούμενο στις κατηγορίες 4 μέχρι 16, αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες 1 -
  4. (Υπ.) ................. Μ. Δρουσιώτης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /ΟΟ Subject: Criminal / General / Final Αναφορά: Συνομωσία - πλαστογραφία - κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου -απόσπαση εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.