← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. EV.DI.MA Contructions Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2681/13, 18/3/2016

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. EV.DI.MA Contructions Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2681/13, 18/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2681/13 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και

  1. EV.DI.MA Contructions Ltd
  2. Ευάγγελος Αυξεντίου
  3. Δημήτρης Ζορπάς
  4. Γεώργιος Κωστή Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 18/3/2016 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Γ. Αργυρού Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Π. Ευσταθίου (για την απαγγελία της απόφασης κα Μ. Ευσταθίου) Για τους κατηγορούμενους 3 και 4: κ. Γ. Κονναρής Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 αντιμετωπίζουν μία μόνο κατηγορία για καταστροφή αρχαιοτήτων, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 10

(1)(α) του Περί Αρχαιοτήτων Νόμου, Κεφ. 31 όπως έχει τροποποιηθεί και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Η κατηγορία εναντίον της κατηγορούμενης εταιρείας 1, έχει διακοπεί σε προηγούμενο στάδιο και η κατηγορούμενη 1 έχει απαλλαγεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι μεταξύ της 2ας και της 6ης Μαρτίου του 2012 στην περιοχή «Βούναρος», έδαφος του χωριού Ύψωνας της επαρχίας Λεμεσού, κατέστρεψαν αρχαιότητες, δηλαδή πέντε λαξευτούς αρχαίους τάφους της πρώϊμης με μέσης εποχής του χαλκού, καθώς επίσης και δύο τάφους ο ένας διαστάσεων 2.00 Χ 2.20 μ. της μέσης εποχής του χαλκού 2300 πχ και ο άλλος διαστάσεων 2.70 Χ 3.20 μ. της εποχής 300 πχ. Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκαν και μαρτύρησαν στο Δικαστήριο, ο Λοχίας 2492 Σταύρος Περικλέους, ο Αστυφ. 1953 Μιχάλης Παναγιώτου, η Πωλίνα Χριστοφή και ο Γιάννης Βιολάρης (Μ.Κ.1-4). Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων, υπέβαλαν δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 όπως τροποποιήθηκε, εισήγηση, ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων έτσι ώστε αυτοί να κληθούν σε απολογία. Πιο συγκεκριμένα ήταν η θέση του κ. Ευσταθίου ήταν ότι δεν αποδείχθηκαν δύο συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Ότι δηλαδή, αυτά που σύμφωνα με τη θέση της κατηγορούσας αρχής έχουν καταστραφεί, αποτελούν αρχαιότητες, όπως ακόμα δεν αποδείχθηκε και το στοιχείο της γνώσης. Δεν υπήρξε επίσης σύμφωνα με τη θέση του, ικανή μαρτυρία που να αποδεικνύει την παρουσία του πελάτη του, του κατηγορούμενου 2 στο χώρο. Την μη κλήση των πελατών του σε απολογία εισηγήθηκε και ο κ. Κονναρής ο οποίος υποστήριξε επίσης ότι δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Αντίθετη υπήρξε η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής ο οποίος ανέπτυξε αντίθετη επιχειρηματολογία. Η απαλλαγή κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου σε αυτή. [ Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E. R. 448]. H κλήση κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Αzinas and another v. Police, (πιο πάνω)). Ως προς το βαθμό απόδειξης που πρέπει να αποδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9. Βοηθητική επίσης για το ζήτημα που εξετάζεται είναι η υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145. Το αδίκημα το οποίο οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν δημιουργείται από το άρθρο 10
(1)(α) του Περί Αρχαιοτήτων Νόμου, Κεφ. 131 και προνοεί τα ακόλουθα. 10.—
(1)Οποιοδήποτε πρόσωπο είτε έχει ωφέλιµο συµφέρον σε αυτό είτε όχι το οποίο— (α) καταστρέφει, προκαλεί φθορά ή αλλοιώνει αρχαίο µνηµείο ή αρχαιότητα .............................................................................................................είναι ένοχο αδικήματος......................................................................................................». Η ερμηνεία του όρου «αρχαιότητα» δίδεται στο άρθρο 2 του Κεφ. 31 και σηµαίνει «κάθε αντικείµενο είτε κινητό είτε τµήµα ακίνητης ιδιοκτησίας, το οποίο αποτελεί έργο αρχιτεκτονικής, γλυπτικής, γραφικής, ζωγραφικής ή οποιασδήποτε γενικά τέχνης, το οποίο έχει µε ανθρώπινη ενέργεια παραχθεί, λαξευθεί, γραφεί, ζωγραφισθεί ή γενικά κατασκευασθεί µε οποιοδήποτε τρόπο και µε οποιαδήποτε ύλη πριν από τα τελευταία εκατόν χρόνια και το οποίο βρέθηκε, ανακαλύφθηκε ή ανασκάφηκε στην Κύπρο, περιλαµβανοµένων των θαλασσίων ζωνών της Κύπρου, και περιλαµβάνει κάθε τέτοιο αντικείµενο ή µέρος του το οποίο έχει προστεθεί, ανακατασκευασθεί, αναπροσαρµοσθεί ή υποκατασταθεί µεταγενέστερα: Νοείται ότι για έργα εκκλησιαστικής ή λαϊκής τέχνης µεγάλης αρχαιολογικής ή καλλιτεχνικής ή ιστορικής σηµασίας, αντί του χρονολογικού οροσήµου των εκατόν χρόνων, θα λογίζεται το έτος 1940 µ.Χ., ανεξάρτητα από τον τόπο κατασκευής ή προέλευσής τους». Σε σχέση με αυτό το συστατικό στοιχείο, σχετικές ήταν η μαρτυρία των Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4.Και τα δύο αυτά πρόσωπα εργάζονται ως αρχαιολογικοί λειτουργοί στο Τμήμα Αρχαιοτήτων. Η Μ.Κ.3 ήταν η αρχαιολόγος που μετέβη στο ακίνητο μετά τη λήψη πληροφορίας για καταστροφή αρχαίων τάφων και αυτή που στη συνέχεια προχώρησε σε ανασκαφική διερεύνηση και εξετάσεις στο τεμάχιο, ο δε Μ.Κ.4, είναι ο προϊστάμενος του τμήματος στην επαρχία της Λεμεσού, ο οποίος επίσης μετέβη στο μέρος μετά τη λήψη της πληροφορίας. Οι μάρτυρες αυτοί, καθόρισαν χρονολογικά τις περιόδους των τάφων. Έτσι και στην περίπτωση που η μαρτυρία τους θα γινόταν αποδεκτή στο τέλος της δίκης, οι ισχυρισμοί που προέβαλαν θα ήταν ικανοί να αποδείξουν αυτό το συστατικό στοιχείο. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω τη θέση ότι οι κατηγορούμενοι δεν θα πρέπει να κληθούν σε απολογία γιατί δεν αποδείχθηκε το συστατικό στοιχείο της γνώσης. Όπως προκύπτει από τη νομολογία σε αδικήματα για τα οποία οι πρόνοιες του Νόμου δεν απαγορεύουν συγκεκριμένη συμπεριφορά, αλλά επιβάλλουν ειδικό καθήκον, η ένοχη σκέψη κάποιου κατηγορούμενου αποτελεί συστατικό στοιχείο των αδικημάτων αυτών. Καθοδηγητική είναι η υπόθεση Harding v. Price
(1948)1 All E.R. 283 που αφορούσε αδίκημα παράλειψης αναφοράς τροχαίου ατυχήματος στο οποίο ενεπλάκη ο κατηγορούμενος. Αποφασίστηκε ότι συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ήταν η γνώση του κατηγορουμένου ότι ενεπλάκη σε ατύχημα με την έννοια ότι η άγνοια του ατυχήματος αποτελεί υπεράσπιση. Διαφορετικά θα ζητείτο από τον κατηγορούμενο να καταθέσει κάτι που δεν γνώριζε. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα. «If apart from authority, one seems to find a principle applicable to this matter it may be thus stated. If a statute contains an absolute prohibition against the doing of some act, as a general rule mens rea is not a constituent of the offence, but there is all the difference between prohibiting an act and imposing a duty to do something on the happening of a certain event. Unless a man knows that the event has happened, how can he carry out the duty imposed? If the duty be to report, he cannot report something of which he has no knowledge. That is the ratio decidendi of Nichols v. Hall
(1873)L.R. 8, C.P. 322, and, in my opinion, it is applicable to and decisive of the present case. Any other view would lead to calling on a man to do the impossible . Και στο εξεταζόμενο αδίκημα ο νομοθέτης επιβάλλει με το συγκεκριμένο άρθρο ειδικό καθήκον, γι' αυτό και η γνώση για την ύπαρξη αρχαιοτήτων αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Το στοιχείο τούτο μπορεί να αποδειχθεί είτε με άμεση, είτε με περιστατική μαρτυρία. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η μαρτυρία δεν πρέπει να παρουσιάζει κενά, αλλά να είναι τέτοιας υφής που να μην επιτρέπει την εξαγωγή οποιουδήποτε άλλου συμπεράσματος, εκτός του ότι οι κατηγορούμενοι είχαν γνώση για την ύπαρξη αρχαιοτήτων. Η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί για απόδειξη αυτού του συστατικού στοιχείου, προέρχεται από τους αρχαιολόγους, Μ.Κ.3 και 4. Και οι δύο αυτοί μάρτυρες, μετέβησαν όπως είπαν στο τεμάχιο μετά την ολοκλήρωση των χωματουργικών εργασιών και μετά τη λήψη πληροφορίας για εντοπισμό αρχαιοτήτων. Και οι δύο, εξέφρασαν ο καθένας την άποψη του κατά πόσο οι τάφοι αυτοί θα έπρεπε να γίνουν αντιληπτοί. Όμως οι απόψεις αυτές, ακόμα και στην περίπτωση που αποφασισθεί όπως οι κατηγορούμενοι κληθούν σε απολογία, δεν θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη και να αξιολογηθούν από το Δικαστήριο. Και αυτό γιατί το κατά πόσον ένας μέσος πολίτης ήταν σε θέση ή όχι να αντιληφθεί την ύπαρξη των τάφων στο συγκεκριμένο ακίνητο, δεν είναι ζήτημα εμπειρογνωμοσύνης που θα όφειλε το Δικαστήριο και εφόσον οι κατηγορούμενοι καλούνταν να προβάλουν την υπεράσπιση τους να αξιολογήσει. Εκείνο που στο στάδιο αυτό έχει σημασία και πρέπει να εξετασθεί, είναι εάν η προσκομισθείσα προς απόδειξη αυτού του συστατικού στοιχείου μαρτυρία είναι αρκετά ικανή και ικανοποιητική να το αποδείξει. Όπως λέχθηκε και στην Kallenos πιο πάνω, εκείνο που και στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει είναι: «...... αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρά στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία». Έτσι και στην παρούσα περίπτωση η κλήση των κατηγορούμενων σε απολογία με βάση και μόνο τις απόψεις των δύο αρχαιολόγων απόψεις που σημαντικό είναι και πάλι να επαναληφθεί ότι εκφράσθηκαν για θέμα που δεν εμπίπτει στα πλαίσια της εμπειρογνωμοσύνης τους, θα έδινε την ευκαιρία στην κατηγορούσα αρχή να συμπληρώσει κενά και να διορθώσει ατέλειες που υπάρχουν στην εκ μέρους της προσκομισθείσα μαρτυρία. Και αυτό λαμβάνοντας υπόψη το πολύ σημαντικό στοιχείο ότι αυτή είναι η μοναδική μαρτυρία που έχει προσκομισθεί προς απόδειξη αυτού του συστατικού στοιχείου, καθότι καμιά άλλη μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως για παράδειγμα πως ήταν η περιοχή πριν την εκσκαφή, τι αντίκρυζε κάποιος επί τόπου πριν αλλά και κατά τη διάρκεια της εκσκαφής, τι εικόνα παρουσιάζαν οι τάφοι κ.λ.π.. Ενόψει της αποτυχίας της κατηγορούσας αρχής να προσκομίσει ικανή και ισχυρή μαρτυρία προς απόδειξη του συστατικού αυτού στοιχείου της γνώσης, η εισήγηση της υπεράσπισης για μη κλήση των κατηγορούμενων σε απολογία θα έχει επιτυχή κατάληξη. Παρόλο που το ζήτημα έχει πλέον κριθεί, πρέπει να λεχθεί ότι σημαντικό κενό παρουσιάζεται στη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής όσο αφορά την σύνδεση οποιουδήποτε από τους κατηγορούμενους με το αδίκημα που τους αποδίδεται. Σύμφωνα με την προσκομισθείσα από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρία, η καταστροφή των αρχαιοτήτων έγινε κατά την εκτέλεση των χωματουργικών εργασιών στο ακίνητο. Τις εργασίες αυτές, τις διεξήγαγε κάποια εταιρεία με την επωνυμία Ανδρέας Πολυκάρπου Λτδ. Όμως, κανένα άλλο στοιχείο δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να συνδέει επαρκώς τους κατηγορούμενους με το αδίκημα που τους αποδίδεται. Δεν υπάρχει κατ' αρχήν μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 βρίσκονταν στο χώρο και ήταν παρόντες κατά την εκτέλεση των χωματουργικών εργασιών που ήταν ο χρόνος που σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία διαπράχθηκε το αδίκημα. Δεν παρουσιάσθηκε ακόμα μαρτυρία για τις ενέργειες του κάθε κατηγορούμενου τον συγκεκριμένο χρόνο που να συνδέει τον καθένα από αυτούς ξεχωριστά με το αδίκημα που τους καταλογίζεται, ούτε και αν οι ενέργειες τους αυτές ήταν που προκάλεσαν την καταστροφή των τάφων. Τι έκαναν οι κατηγορούμενοι και ο καθένας από αυτούς ξεχωριστά και πως προκάλεσαν την καταστροφή των τάφων; Καμία μαρτυρία δεν υπάρχει. Κρίνεται συνεπώς ότι καμία θετική μαρτυρία δεν έχει προσκομισθεί που να συνδέει ικανοποιητικά τους κατηγορούμενους με το αδίκημα που τους αποδίδεται. Κανένας από τους μάρτυρες κατηγορίας δεν έδωσε τέτοια μαρτυρία που στην περίπτωση που αυτή γινόταν αποδεκτή αν οι κατηγορούμενοι καλούνταν σε απολογία, θα μπορούσε να αποδείξει την παρουσία τους στο χώρο και να τους συνδέσει με το διαπραχθέν αδίκημα, ότι δηλαδή αυτοί με κάποια συγκεκριμένη ενέργεια τους, κατέστρεψαν αρχαιότητες. Κατά συνέπεια και για τους πιο πάνω λόγους, οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 αθωώνονται και απαλλάσσονται στην κατηγορία που αντιμετωπίζουν. (Υπ.)................ Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.