ΔΕΣΠΩ ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 31172/14, 27/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ:Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 31172/14 ΔΕΣΠΩ ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗ Παραπονούμενη εναντίον ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ Κατηγορούμενη ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27 Απριλίου 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την παραπονούμενη: κος. Νεοφύτου (για να ακούσει απόφαση η κα. Αριστείδου) Για την κατηγορούμενη κα. Μαργώνη με κο. Ιγνατίου Κατηγορούμενη: παρούσα ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει 3 κατηγορίες για το αδίκημα της έκδοσης 3 επιταγών χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, η κατηγορούμενη κατά ή περί τις 10/12/2013, τις 8/12/2013 και τις 27/3/2014 εξέδωσε σε διαταγή και προς όφελος της παραπονούμενης, 3 επιταγές αντίστοιχα της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κυπερούντας με αριθμούς 35934430, 35934429 και 41948301 για τα ποσά των €3.500,00σ, €2.500,00σ και €9.750,00σ αντίστοιχα και οι οποίες αφού παρουσιάστηκαν δεόντως στην Τράπεζα για να πληρωθούν, εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία που κατέστησαν πληρωτέες, επιστράφηκαν απλήρωτες με τις ενδείξεις «Αποταθείτε Στον Εκδότη Ακάλυπτη Επιταγή» και «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΚΑΠ» και παραμένουν απλήρωτες μέχρι σήμερα μετά που παρήλθαν και οι 15 ημέρες από την παρουσίαση τους στην Τράπεζα. Η κατηγορούμενη καταχώρησε μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Προς απόδειξη της υπόθεσης της, η πλευρά της παραπονούμενης, παρουσίασε συνολικά 3 μάρτυρες κατηγορίας ενώ η κατηγορούμενη μετά την κλήση της σε απολογία με απόφαση του Δικαστηρίου για την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της, επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία ενώ κάλεσε περαιτέρω 5 μάρτυρες Υπεράσπισης. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ KAI ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Προτού προχωρήσω με ανάλυση της μαρτυρίας των μαρτύρων που ενώπιον μου κατέθεσαν οφείλω να αναφέρω ότι μοναδικό επίδικο ζήτημα, ως διαφάνηκε και μέσα από την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας αλλά και της μαρτυρίας των μαρτύρων υπεράσπισης αποτέλεσε το νόμιμο αντάλλαγμα των επιταγών, υπεράσπιση η οποία και ευθύς εξαρχής προωθήθηκε από την πλευρά της κατηγορούμενης. Σε κανένα σημείο δεν αμφισβητήθηκε η έκδοση των επιταγών από την κατηγορούμενη, η πατρότητα των υπογραφών επ' αυτών ή η κατάθεση και επιστροφή τους με τις ενδείξεις και σφραγίδες που υπάρχουν σε αυτές. Συνεπώς η παράθεση της μαρτυρίας κατωτέρω και η αξιολόγηση της γίνεται λαμβάνοντας υπόψη τις θέσεις αυτές. MK1 - Δέσπω Μαυρομμάτη - παραπονούμενη Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε η παραπονούμενη. Η ΜΚ1 ανέφερε ότι την κατηγορούμενη την γνωρίζει ως παιδική φίλη της μητέρας της. Η ΜΚ1 διατηρεί κατάστημα γυναικείων ενδυμάτων στην Λεμεσό ενώ η κατηγορούμενη ήταν πελάτισσα της από το έτος 2010 - 2011 περίπου. Η κατηγορούμενη επισκεπτόταν τον κατάστημα της ΜΚ1 ή αφού έβλεπε κάποια ρούχα στο διαδίκτυο, σε σελίδα κοινωνικής δικτύωσης, της τηλεφωνούσε και ζητούσε όπως της τα μεταφέρουν στο δικό της κατάστημα για να τα αγοράσει. ΟΙ συναλλαγές γίνονταν κάποιες φορές με πίστωση, ή με επιταγές που κάποτε εξαργυρώνονταν και κάποτε όχι. Όταν οι επιταγές δεν εξαργυρώνονταν τις έδιδαν πίσω και λάμβαναν άλλες με άλλη ημερομηνία πληρωμής. Από τον Δεκέμβριο του 2013 λόγω μη τίμησης επιταγών και λόγω του ότι το υπόλοιπο της κατηγορούμενης ανήλθε σε ποσό υψηλό σταμάτησε να συνεργάζεται μαζί της. Κατέθεσε ως Τεκμήρια τις 2 πρώτες επίδικες επιταγές για τις οποίες ανέφερε ότι συμπληρώθηκαν από την κατηγορούμενη στην παρουσία της μητέρας της. Για το τεκμήριο 1 ανέφερε ότι την κατέθεσε στις 9/12 ενώ το τεκμήριο 2 στις 10/12/
- Αμφότερες οι επιταγές τεκμήρια 1 και 2 δεν τιμήθηκαν λόγω μη επαρκών υπολοίπων στον λογαριασμό. Αφού επιστράφηκαν μίλησε με την κατηγορούμενη η οποία της είπε ότι ανέμενε ένα δάνειο να εγκριθεί και ως εκ τούτου κατέθεσε ξανά την μια στις 13/12 και πάλι όμως δεν τιμήθηκε όπως επίσης και την 2η επιταγή στις 16/12 με το ίδιο αποτέλεσμα. Βασιζόμενη στις υποσχέσεις της κατηγορούμενης της έδωσε αρκετό χρόνο και αφού δεν πληρώθηκε σταμάτησε να δίδει στην κατηγορούμενη άλλα ρούχα. Κατέθεσε ως τεκμήριο 3 την τρίτη επιταγή για το ποσό των €9.750- για την οποία είπε ότι εάν δηλωνόταν μαζί με το ποσό των άλλων δύο επιταγών, θα εξοφλείτο το υπόλοιπο της κατηγορούμενης. Το τεκμήριο 3 φέρει ημερομηνία πληρωμής 27/03/
- Και αυτή η επιταγή συμπληρώθηκε από την κατηγορούμενη στην παρουσία της μητέρας της και εκτός από το όνομα το οποίο συμπλήρωσε η ΜΚ1, όλα τα υπόλοιπα στοιχεία συμπληρώθηκαν από την κατηγορούμενη. Το σύνολο των τριών επιταγών, τεκμήρια 1, 2 και 3, ανερχόταν στις €15.950- και αντιπροσώπευε ρούχα, υποδήματα και τσάντες που η κατηγορούμενη αγόρασε. Και το τεκμήριο 3 επιστράφηκε πίσω λόγω ανεπαρκών υπολοίπων, ενώ μέχρι σήμερα κανένα ποσό δεν έχει λάβει έναντι των αντικειμένων που αγοράσθηκαν. Ακολούθησε αναλυτική αναφορά της ΜΚ1 στις ημερομηνίες που κατέθεσε την κάθε επιταγή ξεχωριστά. Το τεκμήριο 1 κατατέθηκε στις 09/12/2013, στις 13/12/20136 και ακολούθως στις 11/04/
- Το τεκμήριο 2 κατατέθηκε στις 10/12/2013, στις 16/12/2013 και τέλος στις 11/04/
- Το τεκμήριο 3 κατατέθηκε στις 27/03/2014, ακολούθως στις 09/04/2014 και τέλος στις 25/04/
- Σύμφωνα με την ΜΚ1 οι πρώτες δύο επιταγές παραδόθηκαν αρχές Δεκεμβρίου ενώ η τρίτη τον Μάρτιο. Με οδηγίες της κατηγορούμενης, αφού κατέθεσε τα τεκμήρια 1 και 2 δύο φορές, περίμενε για να μπορέσουν αυτές να τιμηθούν, ενώ όταν κατέθεσε και την τρίτη επιταγή τον Μάρτιο του 2014 κατάλαβε ότι η κατηγορούμενη την κορόιδευε, έτσι κατέθεσε ξανά και ξανά, ως αναφέρει, τις άλλες δύο επιταγές οπόταν και ο λογαριασμός της κατηγορούμενης παγοποιήθηκε και μπήκε στο ΚΑΠ. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ1 ανέφερε ότι το κατάστημά της ονομάζεται Lady D Boutique και την ίδια επωνυμία φέρει και η ιστοσελίδα της στο face book, ενώ η κατηγορούμενη διατηρεί ινστιτούτο αισθητικής με την επωνυμία Jurlique. Επέμενε στον ισχυρισμό της ότι κάποια από τα ρούχα που ζητούσε η κατηγορούμενη τα έπαιρνε η μητέρα της στο ινστιτούτο της, ενδεχομένως κάποια από τα ρούχα που έπαιρναν να τα αγόραζαν και πελάτισσες της κατηγορούμενης. Οι τιμές των προϊόντων που πουλά η ΜΚ1 κυμαίνονται από €10- μέχρι €15- και μπορεί να φτάσουν και τα €300-. Για τις πωλήσεις από το κατάστημά της εκδίδει και τιμολόγια και αποδείξεις, ενώ στο ερώτημα για το κατά πόσο μπορεί να παρουσιάσει αναλυτική κατάσταση του τι αγόρασε η κατηγορούμενη, αναφέρθηκε σε ένα βιβλίο που κρατούσε με ανάλυση όλων των προϊόντων. Η ΜΚ1 συμφώνησε ότι το ποσό που οφείλεται είναι αρκετά μεγάλο και έδωσε την ακόλουθη αιτιολογία, στις αρχές Δεκεμβρίου διοργανώθηκε από την ΜΚ1 στο κατάστημά της cocktail party στο οποίο η κατηγορούμενη πήγε με τις κόρες της. Λόγω του κόσμου που υπήρχε εκείνη τη μέρα, οι αγορές βγήκαν εκτός ορίων και γι' αυτό το ποσό ανέβηκε σε ψηλά επίπεδα. Στο ερώτημα κατά πόσο η μητέρα της αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα με κάποιον λογιστή, η ΜΚ1 απάντησε θετικά αναφέροντας ότι για τον συγκεκριμένο λογιστή έγινε καταγγελία και στην αστυνομία, λόγω απειλών, περίπου 15 χρόνια πριν. Στο ερώτημα γιατί οι επιταγές της δίδονταν χωρίς όνομα, η ΜΚ1 είπε ότι ήταν ευθύνη της κατηγορούμενης, η ίδια επιθυμούσε να της παραδίδει έτσι και αν επιθυμούσε η κατηγορούμενη θα μπορούσε να ανακαλέσει την πληρωμή τους. Η υπεράσπιση έθεσε ξεκάθαρα στην ΜΚ1 τη θέση ότι οι επιταγές αυτές εκδόθηκαν προκειμένου να παρουσιαστούν από τη μητέρα της στον λογιστή που την απειλούσε ότι θα σκότωνε τον γιο της ΜΚ
- Η ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν το γνωρίζει αυτό, δεν μπορεί να γνωρίζει αν έγινε αυτό το συμβάν τον Δεκέμβρη του 2013, αλλά γνωρίζει ότι αυτά τα γεγονότα έλαβαν χώρα πριν 15 χρόνια. Επανέλαβε δε, ότι εάν έτσι είχαν τα πράγματα, η κατηγορούμενη θα έπρεπε να ανακαλούσε την πληρωμή των επιταγών. Η υπεράσπιση επέμενε στην καταχώρηση αποδεικτικών στοιχείων για τα ρούχα που αγοράστηκαν για το ποσό αυτό. Ενώ η ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν έχει μαζί της τα στοιχεία αυτά, καθότι θεώρησε ότι οι επιταγές από μόνες τους είναι αποδεικτικά στοιχεία, ενώ ανέφερε ότι εάν της δοθεί χρόνος μπορεί να τα παρουσιάσει. Η ΜΚ1 ανέφερε ότι η συνεργασία τους δεν ήταν πάντα σταθερή και ποτέ δεν ξοφλήθηκε το ποσό που της όφειλε, καθότι πάντα υπήρχε υπόλοιπο. Το ποσό των προϊόντων που κατ' ισχυρισμό της ΜΚ1 αγόρασε η κατηγορούμενη, δεν προέκυψε από μία αγορά αλλά μπορεί να αφορούσε περίοδο 5 μηνών ή ακόμα και 1ος χρόνου. Το δε υπόλοιπο μαζεύτηκε από το
- Για τις επιταγές που έπαιρνε και στο παρελθόν, ανέφερε ότι είχαν αντίκρισμα και γι' αυτές έδινε και αποδείξεις, τις οποίες όμως δεν είχε μαζί της στο Δικαστήριο. Αναφορά έγινε και σε άλλη υπόθεση για τα ίδια αδικήματα η οποία αποσύρθηκε. Η ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν κλήθηκε από την αστυνομία να δώσει κατάθεση για την καταγγελία που ισχυρίζεται η κατηγορούμενη ότι έκανε στην αστυνομία για τις επιταγές, ενώ ισχυρίστηκε ότι είχε λάβει κάποτε ένα τηλεφώνημα από ένα αστυνομικό ο οποίος της ζήτησε να επιστρέψει τις επιταγές, αλλά επειδή δεν δόθηκε κατάθεση από την κατηγορούμενη, αρνήθηκε. Επιπλέον, σύμφωνα με την ΜΚ1, ο εν λόγω αστυνομικός στη συνέχεια φάνηκε ότι είχε φιλικές σχέσεις με την κατηγορούμενη. Η μητέρα της κλήθηκε να δώσει κατάθεση καθότι υπήρχε καταγγελία ότι έλαβε τις επιταγές για να τις παρουσιάσει σε τοκογλύφους. Σύμφωνα με την ΜΚ1, η κατηγορούμενη καταχώρησε εναντίον της ίδιας και της μητέρας της αγωγή για την οποία καταχώρησαν προσωπική εμφάνιση, αλλά εκδόθηκε απόφαση για την οποία εκκρεμεί αίτηση παραμερισμού. Η ΜΚ1 αρνήθηκε ότι η μοναδική συναλλαγή που είχε η κατηγορούμενη μαζί της ήταν η μεταφορά ρούχων στο κατάστημα της κατηγορούμενης, για αγορά από πελάτισσές της και ότι αυτά πληρώνονταν πάντοτε της μετρητοίς. Η ΜΚ1 δεν μπορούσε να θυμηθεί ποιο ποσό ήταν αυτό που συγκεντρώθηκε στο cocktail party αλλά μπορεί να θυμηθεί ότι ήταν ένα σεβαστό ποσό. Στην υποβολή ότι οι επιταγές δόθηκαν χωρίς αντάλλαγμα με μοναδικό σκοπό να χρησιμοποιηθούν από τη μητέρα της ως βοήθεια στις απειλές που δεχόταν, η ΜΚ1 αρνήθηκε, αναφέροντας ότι μπορούσαν να είχε γίνει, αν υφίστατο αυτό, ανάκληση της πληρωμής τους. Η ΜΚ1 αναφέρω εξαρχής ότι δεν άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της κινήθηκε σε όλη της την διάρκεια σε ένα κλίμα αοριστίας και ασάφειας ενώ σε αρκετά σημεία η ΜΚ1 ήταν εριστική στις αναφορές της προς της κατηγορούμενη κατά τρόπο αδικαιολόγητο. Η πιο πάνω κατάληξη μου βασίστηκε στα κάτωθι σημεία: - Η ΜΚ1 ενώ παρουσιάστηκε ως μια επιχειρηματίας ιδιοκτήτρια καταστήματος ειδών ένδυσης με συνέπεια σε όλες τις υποχρεώσεις από την μια, από την άλλη προέβαλε την θέση ότι στα πλαίσια αυτής της μικρής επιχείρησης είχε την δυνατότητα να παρέχει πίστωση ύψους €15.0000= και πλέον χιλιάδων. - Ενώ αναφέρει ότι διεκδικεί αυτά τα ποσά τα οποία προέκυψαν από πώληση ενδυμάτων και αξεσουάρ και για όλες τις πράξεις αυτές εξέδιδε τιμολόγια και αποδείξεις ουδεμία απόδειξη παρουσίασε προς απόδειξη των ισχυρισμών της. Σημειώνω εδώ ότι παρά το ότι υπάρχει τεκμήριο για το νόμιμο αντάλλαγμα στις επιταγές η ίδια η ΜΚ1 μέσα από την κυρίως εξέταση της επέλεξε να αναφερθεί με λεπτομέρεια στο αντάλλαγμα των επιταγών και στα προϊόντα ενώ το κεφάλαιο αυτό αποτέλεσε μεγάλο μέρος και της αντεξέτασης της, ενόψει και της μετατόπισης του βάρους για ανατροπή του τεκμηρίου αυτού στους ώμους της κατηγορούμενης. - Περαιτέρω η ίδια η ΜΚ1 δεν αμφισβήτησε ευθέως τις υποβολές και θέσεις της υπεράσπισης ότι οι επιταγές αυτές δόθηκαν απλά για να υποδειχθούν σε τρίτο πρόσωπο που απειλούσε την μητέρα της, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι «Και εγώ σας απαντώ ότι δεν το γνωρίζω αυτό. Το γνωρίζω από πολλά παλιά, πριν 15 χρόνια. Δεν το γνωρίζω ότι έγινε το 2013 τον Δεκέμβρη. Αλλά και πάλι σας λέω γιατί δεν τις έκαμε stop - payment που την στιγμή που είδε ότι τις κατέθεσα στη δική μου τράπεζα και γιατί μου έδωσε τρίτη επιταγή.» - Ενώ ως ανωτέρω δεν αμφισβητεί τα όσα ενδεχομένως να διαμείφθηκαν μεταξύ της μητέρας της και της κατηγορούμενης ταυτόχρονα επιμένει ότι οι επιταγές αυτές δόθηκαν ως πληρωμή για ρούχα και άλλα προϊόντα αλλά και αναφέρει ότι οι εν λόγω δοσοληψίες κυρίως λάμβαναν χώρα μεταξύ της μητέρας της και της κατηγορούμενης. - Μέσα από την μαρτυρία της ΜΚ1 δεν αναφέρθηκε το χρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο προέκυψε το ισχυριζόμενο υπόλοιπο, αναφέροντας γενικά ότι μπορεί να είναι 5 μήνες ή και ένας χρόνος αλλά και σε άλλο σημείο ότι από το 2011 που ξεκίνησε η συνεργασία πάντα υπήρχε υπόλοιπο το οποίο ποτέ δεν εξοφλήθηκε. Σε άλλο σημείο η ΜΚ1 αναφέρει ως χρονικό σημείο κομβικό για την άνοδο του ποσού στις χιλιάδες αυτές, ένα κοκτέιλ πάρτη που έλαβε χώρα, χωρίς όμως να παρουσιάσει οιαδήποτε απόδειξη, τιμολόγιο ή κατάσταση για τις αγορές που ισχυρίζεται ότι έκαναν την ημέρα εκείνη η κατηγορούμενη και οι κόρες της. Η δε αναφορά της ότι στο συγκεκριμένο πάρτι η κατάσταση με τις αγορές ξέφυγε εκτός ορίων στερείται λογικής. Πως είναι δυνατό μια επιχείρηση να αποξενώνει επί πιστώσει αντικείμενα και προϊόντα μερικών χιλιάδων χωρίς να διατηρεί τουλάχιστον μια κατάσταση καταγραφής των όσων πουλήθηκαν. Ακόμα και αν πιστέψω ότι με την κατηγορούμενη υφίστατο μια στενή φιλική σχέση εμπιστοσύνης, η κατάσταση που περιγράφει η ΜΚ1 αναφορικά με τις μεταξύ τους συναλλαγές στερείται λογικής. - Αναφορικά δε με τις επιταγές και τις ημερομηνίες κατάθεσης τους, αδιευκρίνιστο παρέμεινε γιατί ανέμενε να παρέλθει τόσος χρόνος για να τις καταθέσει ξανά μαζί με την 3η επιταγή ή γιατί παρέλαβε αυτήν την τρίτη επιταγή εφόσον οι άλλες 2 προηγούμενες δεν τιμήθηκαν. Συνεπακόλουθα των όσων ανωτέρω προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω πέραν των μη αμφισβητούμενων και κοινά αποδεκτών γεγονότων η μαρτυρία της ΜΚ1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Τα όσα διαμείφθηκαν μεταξύ της ίδιας και της κατηγορούμενης αλλά και το ακριβές πλαίσιο συνεργασίας τους δεν μπορεί να εξαχθεί με ασφάλεια από τα όσα η ΜΚ1 ανέφερε. Παρά την ύπαρξη του τεκμηρίου του νομίμου ανταλλάγματος η μαρτυρία της ΜΚ1 δεν έχει να προσφέρει καμία δυνατότητα αποδοχής της ως αξιόπιστη. MK2 - Χρυστάλλα Καλογήρου Η παραπονούμενη είναι η κόρη της ΜΚ2, ενώ με την κατηγορούμενη ήταν συμμαθήτρια και παλιά παιδική φίλη. Η κατηγορούμενη συνεργαζόταν με την κόρη της από την οποία αγόραζε ρούχα είτε από το κατάστημα, είτε τα ζητούσε τηλεφωνικώς να της τα πάρουν στο κατάστημά της. Η συνεργασία ξεκίνησε περίπου το
- Όταν η ίδια η ΜΚ2 έπαιρνε τα ρούχα στην κατηγορούμενη, κατέγραφαν τι αγόραζε και όταν μαζευόταν ένα ποσό η ίδια παραλάμβανε επιταγές τις οποίες η κατηγορούμενη συμπλήρωνε μπροστά της και τις παρέδιδε στην κόρη της. Αναγνώρισε τα τεκμήρια 1, 2 και 3 ως επιταγές που παρέλαβε η ίδια από την κατηγορούμενη. Τα τεκμήρια 1 και 2 τα παρέλαβε δύο μέρες πριν τις 08/12 ενώ το τεκμήριο 3 περίπου στις 23 ή 24 Μαρτίου του
- Οι επιταγές της παραδόθηκαν στο κατάστημα της κατηγορούμενης, συμπληρωμένες από την τελευταία, πλην του ονόματος του δικαιούχου που η ίδια η κατηγορούμενη ζήτησε να καταγραφεί από την ίδια. Λάμβανε και στο παρελθόν επιταγές από την κατηγορούμενη για ποσά €1.000- €1.500- ή και €2.000-. Σύμφωνα με την ΜΚ2, η κατηγορούμενη ήθελε συνεχώς ρούχα γιατί εμφανιζόταν στην τηλεόραση αλλά και σε σεμινάρια και έτυχε να αγοράσει μέσα σε μία μέρα ακόμη και ρούχα αξίας €1.200-, €400-, €600- ή και €700-. Η ΜΚ2 κατέθεσε το τεκμήριο 5 που αποτελείται από χειρόγραφες σημειώσεις της ίδιας σε χαρτάκια με ημερομηνίες και ποσά. Σημειώνω εδώ ότι το τεκμήριο 5 αποτελείται από 8 χαρτάκια (σημειώσεων γραφείου) εις τα οποία με χειρόγραφη γραφή αναφέρονται κομμάτια ρούχων με αναφορά για κάποια σε ποσό και για κάποια άλλα όχι, παρατίθεται συνοπτική αναφορά του είδος του ρούχου (για παράδειγμα 1 φόρεμα μαύρο πέρλες), σε κάποια σημεία υπάρχουν ημερομηνίες αλλά όχι χρονολογίες (π.χ.13/11) και κάπου αλλού υπάρχουν πρόχειρες πράξεις πρόσθεσης και αφαίρεσης έκπτωσης με το υπόλοιπο. Οι αναφορές αυτές είναι σκόρπιες και δυσανάγνωστες. Αναφορικά με την καταγγελία που υπέβαλε η κατηγορούμενη στην Αστυνομία, η ΜΚ2 ανέφερε ότι ειδοποιήθηκε τέλη Απριλίου αρχές Μαΐου από την αστυνομία για την καταγγελία με τους ισχυρισμούς της κατηγορούμενης ενώ η ίδια τους ανέφερε ότι εκτός από την 3η επιταγή είχε και άλλες 2 και αφορούσαν όλες αγορές από την επιχείρηση της κόρης της. Κλήθηκε και έδωσε κατάθεση και για τις 3 επιταγές και διερωτήθηκε γιατί η κατηγορούμενη δεν ζήτησε πίσω τις 2 επιταγές παρά μόνο εξέδωσε και την 3η. Η ΜΚ2 αναφέρθηκε σε σχέσεις της κατηγορούμενης με τοκογλύφους οι οποίοι κτύπησαν και τα αυτοκίνητα της ενώ παράλληλα την απειλούσαν ότι θα την σκοτώσουν. Μέχρι σήμερα δεν έλαβε κανένα κατηγορητήριο για τις καταγγελίες της κατηγορούμενης εναντίον της ενώ ανάφερε ότι η κατηγορούμενη με αγωγή ζητά τα ποσά των επιταγών τα οποία ποτέ δεν εισέπραξαν ούτε η ίδια ούτε η κόρη της. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν έχει κάποια ενασχόληση αλλά βοηθά την κόρη της στην επιχείρηση της. Παλαιότερα πριν 4 - 5 χρόνια διατηρούσε με τον σύζυγο της κατάστημα συναλλαγών ξένων νομισμάτων ενώ η ταμπέλα έξω από το κατάστημα της κόρης της για τις υπηρεσίες συναλλάγματος παρέμεινε από παλιά. Σύμφωνα με την υποβολή της υπεράσπισης η ΜΚ2 ζήτησε και έλαβε από την κατηγορούμενη εκτός από τις επιταγές και σε μετρητά ποσό €2.000= και άλλα €2.000= από τον αδελφό της με σκοπό να τα επενδύσει και να έχουν κέρδος. Την θέση αυτή αρνήθηκε έντονα η ΜΚ2 αναφέροντας όμως ότι όταν κλήθηκε από την αστυνομία να καταθέσει για τις 3 επίδικες επιταγές ερωτήθηκε και για τις €4.000= τις οποίες αρνήθηκε ότι απέσπασε. Αναφορικά με τα προϊόντα στο κατάστημα ανέφερε ότι αυτά αξίζουν μέχρι και €380= και οι εισαγωγές τους γίνονται από Ελλάδα και Γαλλία. Η ΜΚ2 επανέλαβε τα όσα η ΜΚ1 ανέφερε σε σχέση με τις αγορές της κατηγορούμενης, τις επισκέψεις στο κατάστημα της και τα ρούχα που παρέδιδε στο ινστιτούτο της ενώ αναφέρθηκε και στο κοκτέιλ πάρτι για το οποίο καταχώρησε και Τεκμήριο τις φωτογραφίες από περιοδικό που λήφθηκαν στο πάρτι και οι οποίες παρουσιάζουν την κατηγορούμενη, τις κόρες της, την ΜΚ1 αλλά και την ίδια. Σύμφωνα με την ΜΚ2 το υπόλοιπο αυτό των €15.750= δημιουργήθηκε από το 2012 μέχρι το τέλος του 2013 ενώ μπορεί να είναι και 1 ½ χρόνο όχι
- Η ΜΚ2 δεν μπόρεσε να καθορίσει τι ποσά εξοφλήθηκαν παλαιότερα καθότι θυμάται μόνο τα υπόλοιπα που οφείλονται. Σύμφωνα με την ΜΚ2 η κατηγορούμενη έδωσε και στο παρελθόν επιταγές που δεν τιμήθηκαν και για τα ποσά των οποίων παρέδωσε τα τεκμήρια 1 και
- Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι πάντοτε έπαιρνε ρούχα στο ινστιτούτο της κατηγορούμενης μετά που η ίδια το ζητούσε, τα άφηνε εκεί τα δοκίμαζαν και αφού αποφάσιζαν κατέγραφαν αμφότερες τις αγοραζόταν και έφευγε. Σε περιπτώσεις που αγόρασαν ρούχα πελάτισσες της κατηγορούμενης και πλήρωναν μετρητά αφού επέστρεφε στο κατάστημα, η κόρη της τα κτυπούσε στην ταμειακή μηχανή. Για τις αγορές της κατηγορούμενης δεν εξέδιδε τιμολόγιο καθότι λάμβανε επιταγές. Για το τεκμήριο 5 η ΜΚ2 ανέφερε ότι είναι ενδεικτικό και δεν αφορά και τις €15.750= ενώ ανέφερε ότι μέσα από αυτό το τεκμήριο φαίνεται ότι η κατηγορούμενη έκανε αγορές όπως για παράδειγμα γούνας ύψους €293= γούνες δε μπορεί να αγόραζε και 3 - 4 μέσα σε ένα μήνα. Από την στιγμή που έλαβε τις επιταγές δεν κράτησε όλες τις σημειώσεις τις χειρόγραφες που φαίνονται τα ποσά. Η ΜΚ2 αρνήθηκε την υποβολή ότι η κατηγορούμενη την στήριζε οικονομικά αναφέροντας ότι η ίδια η κατηγορούμενη αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα λέγοντας μάλιστα ότι την απειλούσαν τοκογλύφοι, από την Ρουμανία, και της έκαναν ζημιάς στο αυτοκίνητο της ίδιας και της κόρης της. Τα προβλήματα αυτά παρουσιάστηκαν τους τελευταίους μήνες της συνεργασίας τους. Στην μάρτυρα υποβλήθηκε η ερώτηση κατά πόσον είχε συμβεί ένα περιστατικό που η ίδια υπό τις απειλές του λογιστή της βρέθηκε εγκαταλελειμμένη σε απόμακρη περιοχή και ζήτησε βοήθεια από την κατηγορούμενη. Η ΜΚ2 αρνήθηκε ότι έλαβε χώρα τέτοιο περιστατικό ενώ ανέφερε ότι με την κατηγορούμενη μιλούσαν για τα προβλήματα τους η μια στην άλλη. Περαιτέρω της υποβλήθηκε η θέση ότι οι απειλές αυτές επανήλθαν από τον ίδιο τον λογιστή και γι'αυτό η ίδια ζήτησε από την κατηγορούμενη να της εκδώσει τις 3 επιταγές για να τις παρουσιάσει ως εγγύηση στον εν λόγω λογιστή. Η ΜΚ2 απαντώντας στο ερώτημα αυτό ανάφερε τα εξής: «Είναι πολύ άσχημο να έχεις μια φίλη, που νομίζεις ότι είναι πραγματική φίλη, για πριν πολλά χρόνια; Που συνέβησαν κάτι και να μιλήσεις μαζί της και να έρθει να χρησιμοποιεί μετά από 10, 15 χρόνια αυτήν την υπόθεση, η οποία δεν υπάρχει καν, τελείωσε αυτή η υπόθεση.» Η ΜΚ2 διερωτήθηκε σε πολλές περιπτώσεις της αντεξέτασης της γιατί η κατηγορούμενη εφόσον τις έδωσε μόνο για να υποδειχθούν στον λογιστή της γιατί δεν τις ζήτησε πίσω μετά που είδε ότι αυτές κατατέθηκαν και γιατί εξέδωσε και 3η επιταγή, ενώ αρνήθηκε ότι η ίδια ζήτησε όπως κατατεθούν μόνο μια φορά και γι' αυτό τον λόγο δεν τις ξανακατάθεσε μέχρι και τον Μάρτιο του 2014.Η ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν διατηρεί τραπεζιτικό λογαριασμό στο όνομα της και αρνήθηκε ότι αυτός είναι ο λόγος που οι επιταγές κατατέθηκαν σε λογαριασμό της κόρης της. Η μαρτυρία της ΜΚ2 στο σύνολο της δεν άφησε καλή εντύπωση και εικόνα στο Δικαστήριο. Παρά τα όσα αναφέρθηκαν η ΜΚ2 απάντησε στην πλειοψηφία των ερωτήσεων της αντεξέτασης με ερωτήματα και όχι με σαφείς και πειστικές απαντήσεις. Παρά τις επανειλημμένες ερωτήσεις προς την ίδια κυρίως κατά την αντεξέταση της δεν παρουσίασε οιοδήποτε στοιχείο από το οποίο να προκύπτει το συνολικό ποσό που κατ' ισχυρισμό αφορά την αγορά προϊόντων από το κατάστημα της κόρης της. Παρά το ότι, ενόψει του τεκμηρίου της ύπαρξης νομίμου ανταλλάγματος, δεν υπήρχε υποχρέωση απόδειξης αυτού, μέσα από την αντεξέταση της ΜΚ2 και τις απαντήσεις της κλονίστηκε η ύπαρξη αυτού του τεκμηρίου και η ασάφεια που δημιουργήθηκε από την μαρτυρία της ΜΚ1 για το ίδιο θέμα δεν κατάφερε να διευκρινιστεί με την μαρτυρία της ΜΚ
- Αναπάντητο παρέμεινε το ερώτημα πως μια μητέρα, στην προκειμένη περίπτωση η ΜΚ2, που βοηθά και στηρίζει την κόρη της στην επιχείρηση της, κατάφερε να αποξενώσει προϊόντα αξίας πέραν των €15.000= χωρίς να έχει στα χέρια της τουλάχιστον μια αναλυτική κατάσταση με ημερομηνίες, ποσά και τα αντικείμενα που πωλήθηκαν εφόσον τις επιταγές προς πληρωμή αυτών ως η ίδια αναφέρεται δεν τις λάμβανε με την κάθε αγορά ξεχωριστά. Περαιτέρω στερείται κάθε λογικής και καμία ουσιαστική σημασία δεν μπορώ να προσδώσω στο τεκμήριο 5, τα χειρόγραφα, κακογραμμένα χαρτάκια επί των οποίων υπάρχουν ασαφείς αναφορές σε κομμάτια ρούχων, χωρίς ημερομηνία και χρονιά, χωρίς όνομα και από τα οποία εν πάσει περιπτώσει δεν μπορεί να προκύψει υπόλοιπο που έστω να πλησιάζει το ισχυριζόμενο. Μελετώντας πολύ προσεκτικά την μαρτυρία της ΜΚ2 έχω καταλήξει ότι οι ακριβείς συνθήκες συνεργασίας της ΜΚ2 και της κατηγορούμενης και οι λεπτομέρειες των μεταξύ τους σχέσεων περιβάλλονται από ένα πέπλο μυστηρίου, αόριστων αναφορών σε γεγονότων που άπτονται και ενδεχόμενης διάπραξης σοβαρών ποινικών αδικημάτων ανάμεσα στις ΜΚ2 και την κατηγορούμενη. Ενόψει της κατάληξης αυτής καμία αναφορά δεν μπορώ να αποδεχθώ και ως εκ τούτου η μαρτυρία της ΜΚ2 απορρίπτεται στην ολότητα της ως αναξιόπιστη. ΜΚ3 - Παντελής Μιχαήλ Ο ΜΚ3 είναι τραπεζιτικός υπάλληλος της ΣΠΕ Τροόδους Λτδ με την οποία συγχωνεύθηκε η ΣΠΕ Κυπερούντας τα τελευταία 6 χρόνια. Αναγνώρισε τα τεκμήρια 1, 2 και 3, τις επίδικες επιταγές, ως επιταγές εκδοθείσες από λογαριασμό του ιδρύματος εις το οποίο εργάζεται και ο οποίος ανήκει στην κατηγορούμενη. Ανέλυσε για κάθε τεκμήριο ξεχωριστά πότε αυτή κατατέθηκε, πότε παρουσιάστηκε στο ίδρυμα τους για πληρωμή και την επιστροφή αυτών λόγω της μη τίμησης τους. Ο εν λόγω λογαριασμός καταχωρήθηκε στο ΚΑΠ όπως επίσης και το όνομα της κατηγορούμενης με αιτία τις επίδικες επιταγές. Οι επίδικες επιταγές βάση του δείγματος της υπογραφής που έχουν στο αρχείο τους υπογράφηκαν από την κατηγορούμενη. Αναφέρθηκε σε άλλες επιταγές και κατά πόσο επιστράφηκαν ως απλήρωτες από τον ίδιο λογαριασμό αναφέροντας αριθμούς επιταγών οι οποίες του υποδείχθηκαν από τον συνήγορο της παραπονούμενης αλλά και σε άλλες επιταγές κατά το έτος 2013 οι οποίες εκδόθηκαν από τον επίδικο λογαριασμό και δεν τιμήθηκαν. Τα τεκμήρια 1 και 2 εκδόθηκαν από το ίδιο βιβλιάριο επιταγών ενώ το τεκμήριο 3 από διαφορετικό. Κατέθεσε ως τεκμήριο 7 αντίγραφο της κατάστασης του επίδικου λογαριασμού και το δείγμα υπογραφής ως Τεκμήριο
- ΟΙ επιταγές τεκμήρια 1, 2 και 3 σύμφωνα με τον ΜΚ3 δεν τιμήθηκαν. Ο ΜΚ3 αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η κατηγορούμενη διατηρεί και άλλους λογαριασμούς στο ίδρυμα τους συνδεδεμένους με εταιρεία και κανένας εξ' αυτών δεν είναι παγοποιημένος ενώ όλες οι επιταγές που ανέφερε ως επιστραφείσες, επιστράφηκαν λόγω μη επαρκών υπολοίπων. Ανάλυσε τα υπόλοιπα του επίδικου λογαριασμού κατά τον χρόνο παρουσίασης των επίδικων επιταγών προς πληρωμή ενώ δεν μπορούσε να αναφέρει τα υπόλοιπα των άλλων λογαριασμών της κατηγορούμενης από τους οποίους όμως σημείωσε στην επανεξέταση ότι δεν είχαν εντολή να μεταφέρουν χρήματα στον επίδικο. Ο ΜΚ3 έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ο μάρτυρας αυτός απάντησε με σαφήνεια και αμεσότητα στις ερωτήσεις που του τέθηκαν. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι ο ΜΚ3 δεν είχε οποιοδήποτε συμφέρον στην υπόθεση και τα όσα ανέφερε φαίνεται να προκύπτουν από το αρχείο που διατηρείτε στο ίδρυμα που εργάζεται. Οφείλω βεβαίως να αναφέρω ότι η μαρτυρία του ΜΚ3 δεν προσέφερε οτιδήποτε το ουσιώδες σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα καθότι τόσο η κατάθεση των επιταγών όσο και η μη τίμηση τους λόγω μη επαρκών υπόλοιπων δεν έχει αμφισβητηθεί από την πλευρά της Υπεράσπισης. Ο ΜΚ3 βεβαίως δεν ήταν δυνατό να γνωρίζει, και δεν τέθηκε και τέτοιος ισχυρισμός, οτιδήποτε για τους λόγους έκδοσης των επιταγών αυτών και την ύπαρξη ή μη νόμιμου ανταλλάγματος. Ως εκ τούτου όσον αφορά την πορεία των επίδικων επιταγών, την κατάθεση και την μη τίμηση τους η μαρτυρία του ΜΚ3 γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας από πλευράς παραπονούμενης, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης δεν προέβαλε εισήγηση αναφορικά με την εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε αντίθεση με τον ευπαίδευτο συνήγορο της παραπονούμενης ο οποίος εισηγήθηκε ότι με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία η κατηγορούμενη έπρεπε να κληθεί σε απολογία. Με βάση ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου η κατηγορούμενη κλήθηκε σε απολογία και προέβη ως ήταν δικαίωμα της σε ένορκη κατάθεση κάλεσε δε περαιτέρω 5 μάρτυρες υπεράσπισης. Κατηγορούμενη Η κατηγορούμενη ανέφερε στο Δικαστήριο το ιστορικό της γνωριμίας της με την μητέρα της παραπονούμενης. Η κατηγορούμενη εν συντομία ανέφερε ότι η ΜΚ2 ήταν συμμαθήτρια της από το Δημοτικό. Η κατηγορούμενη έλειπε στην Αυστραλία για 20 χρόνια και όταν επέστρεψε στην Κύπρο, έψαξε και βρήκε τις παλιές της συμμαθήτριες. Επικοινώνησε μαζί τους περίπου στα μέσα του 2000 και διοργάνωσε ένα δείπνο στο σπίτι της. Η κατηγορούμενη εργαζόταν αρχικά σε εταιρεία καλλυντικών και ακολούθως άνοιξε ινστιτούτο στο οποίο εργαζόταν με τις κόρες τις. Από την επανασύνδεση της με την ΜΚ2 και τον σύζυγο της, ο οποίος επίσης ήταν συμμαθητής της, και έπειτα βρισκόντουσαν πολύ συχνά σε εξόδους. Κάποια στιγμή ο σύζυγος της ΜΚ2 την έψαχνε και τηλεφώνησε στην κατηγορούμενη για να δει εάν την είδε. Η ίδια η κατηγορούμενη προσπάθησε να την βρει τηλεφωνικώς, πράγμα που πέτυχε και ενημερώθηκε ότι η ΜΚ2 βρισκόταν στο μοναστήρι στην περιοχή Αγίου Γεωργίου του Αλαμάνου σε άθλια κατάσταση και ήθελε να πεθάνει. Η κατηγορούμενη ισχυρίζεται ότι η ΜΚ2 της ανέφερε ότι απειλείτο από τον λογιστή της με την ύπαρξη ενός βίντεο όπου η ίδια η ΜΚ2 είχε πέσει θύμα βιασμού από τον εν λόγω λογιστή , ένα Ρώσο και ένα τραπεζιτικό υπάλληλο. Σύμφωνα με την κατηγορούμενη η ΜΚ2 της ανέφερε ότι κατά την επίσκεψη της σε ένα ξενοδοχείο για να αλλάξει συνάλλαγμα της έδωσαν να πιεί ένα ποτό και την βίασαν. Η κατηγορούμενη ισχυρίζεται ότι απαίτησε έντονα από την ΜΚ2 να καταγγείλει το περιστατικό στην Αστυνομία αλλιώς θα το κατάγγειλε η ίδια. Σύμφωνα με την κατηγορούμενη η ΜΚ2 μετέβηκε με τον σύζυγο της στην Αστυνομία και ακολούθως έδωσε και η ίδια κατάθεση για τα γεγονότα. Ακολούθως ενημερωνόταν από την ΜΚ2 ότι η υπόθεση συνεχιζόταν στην Δικαστήριο και ότι ο λογιστή της, της χρωστούσε περίπου μισό εκατομμύριο ευρώ. Σε αυτό το σημείο η κατηγορούμενη ισχυρίζεται ότι η ΜΚ2 της ανέφερε ότι το εν λόγω πρόσωπο επανήλθε με απειλές και ζήτησε πάλι λεφτά. Η κατηγορούμενη ισχυρίζεται ότι ακόμα και ο σύζυγος της ΜΚ2 της ανέφερε ότι έδωσε μεγάλα ποσά στον λογιστή και ότι ο ίδιος ακόμα της ανέφερε ότι η ΜΚ2 έδινε λεφτά από την επιχείρηση του συναλλάγματος αλλά και από την οικογένεια της. Ακολούθως αναφέρθηκε στο κατάστημα ρούχων που άνοιξαν στο οποίο η ίδια πήγε 2 - 3 φορές αγόρασε κάποια ρούχα και τα πλήρωνε ενώ η ΜΚ2 επισκεπτόταν το ινστιτούτο της όπου έπαιρνε ρούχα και ρωτούσε αν ήθελαν να τα δουν τόσο η ίδια όσο και οι πελάτισσες της. Ότι αγόραζαν είτε αυτή είτε οι κόρες της είτε οι πελάτισσες της τα πλήρωναν. Στο διάστημα αυτό επανήλθε ο λογιστής ο οποίος απειλούσε την ΜΚ2 με αποτέλεσμα η ΜΚ2 να της ζητήσει τις πρώτες 2 επιταγές (τεκμήρια 1 και 2). Σύμφωνα με την κατηγορούμενη η ΜΚ2 της ανέφερε ότι θα της δείξει στο πρόσωπο αυτό και δεν θα τις κατέθετε. Μετά που η ίδια είδε ότι αυτές κατατέθηκαν στον λογαριασμό της κόρης της, η ΜΚ2 της είπε ότι έπρεπε να τις καταθέσει μια φορά για να αποδείξει στον λογιστή ότι είχε λεφτά και ότι η ίδια δεν είχε λογαριασμό γιατί τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγος της είναι σε πτώχευση. Σύμφωνα πάντα με την κατηγορούμενη ζήτησε πίσω τις 2 πρώτες επιταγές τις οποίες η ΜΚ2 την βεβαίωσε ότι κατέστρεψε. Ακολούθησε αίτημα της ΜΚ2, η οποία ήταν σε άθλια κατάσταση, για την έκδοση της 3ης επιταγής (τεκμήριο 3) στις 27/3/
- Η κατηγορούμενη της ανέφερε ότι δεν μπορεί να την καταθέσει γιατί δεν έχει τόσα χρήματα στον λογαριασμό της και θα μπει στο ΚΑΠ και η ΜΚ2 την διαβεβαίωσε, κλαίγοντας και ορκιζόμενη στα εγγόνια της ότι δεν θα την καταθέσει απλά θα την δείξει στον λογιστή. Στο μεταξύ και πριν την έκδοση των επιταγών η κατηγορούμενη αναφέρθηκε και στην κατ' ισχυρισμό της παράδοσης μετρητών ύψους €4.000= στην ΜΚ2 από την ίδια και τον αδελφό της που ήταν μοναχός, στην παρουσία κάποιας άλλης μοναχής επ' ονόματι Αδελφή Ισιδώρα με σκοπό η ΜΚ2 να τα επενδύσει μέσω κάποιου Σάββα Μιχαήλ που εργαζόταν στα πλοία με σκοπό το κέρδος. Τα χρήματα αυτά τα έδωσαν στις 14/11/
- Σε σχέση με τις επίδικες επιταγές όταν αντιλήφθηκε ότι κατατέθηκαν για πληρωμή εκ νέου και οι πρώτες 2 από τον τραπεζίτη μου του ζήτησα να τις αποσύρει και μου είπε δεν μπορεί εφόσον ήδη καταχωρήθηκαν στο σύστημα. Αρνήθηκε τους ισχυρισμούς ότι τα ποσά των επιταγών αφορούσαν ρούχα και ότι η ίδια έκανε τόσο μεγάλες αγορές σε είδη ένδυσης. Περαιτέρω αναφέρθηκε στα ποσά που ξόδεψε περίπου σε ρούχα από το εν λόγω κατάστημα και στις επισκέψεις της στο κατάστημα της παραπονούμενης. Τα προϊόντα που αγόραζε τα πλήρωνε με μετρητά και κάποιες φορές έδωσε και επιταγές. Η ίδια κατάγγειλε το συμβάν με τις επιταγές στην Αστυνομία και κατέθεσε ως Τεκμήριο 10 έγγραφο - βεβαίωση από το ΤΑΕ ότι για τις εν λόγω επιταγές υπέβαλε καταγγελία και το οποίο έγγραφο αποστάληκε στο ΚΑΠ ημερ. 2/5/
- Κατά την διάρκεια αυτών των γεγονότων η ΜΚ2 δεν της απαντούσε το τηλέφωνο ή στα γραπτά μηνύματα που της έστελνε και μια φορά της απάντησε ότι δεν την αφήνουν ο σύζυγος και η κόρη της να της μιλήσει. Η κόρη της κατηγορούμενης ενόψει της κατάστασης αυτής πήρε τηλέφωνο την παραπονούμενη η οποία πρώτη φορά επικαλέστηκε ότι τα ποσά των επιταγών αφορούν ρούχα που η κατηγορούμενη, οι κόρες της και οι πελάτισσες της αγόραζαν. Ο σύζυγος της ΜΚ2 ανέφερε στην κατηγορούμενη ότι θα μιλήσει στην σύζυγο του ενώ όταν μετέβηκε στο κατάστημα της παραπονούμενης με άλλο πρόσωπο συνέχισαν να φωνάζουν ότι τα χρήματα οφείλονται για ρούχα. Σε σχέση με άλλη επιταγή που έδωσε στην παραπονούμενη και επιστράφηκε ανέφερε ότι αυτή αφορούσε ρούχα και δεν ξανακατατέθηκε γιατί πληρώθηκε σε μετρητά. Η κατηγορούμενη εξήγησε ότι κάποιες φορές έτυχε να επιστραφούν επιταγές γιατί δεν προλάβαινε να πάει στην ΣΠΕ Κυπερούντας να καταθέσει μετρητά και ακόμα για 50 - 100 € επέστρεφαν επιταγές για τις οποίες κατέθετε χρήματα και δεν είχε πρόβλημα. Ακολούθως η κατηγορούμενη κατέθεσε ως τεκμήρια έγγραφα - βεβαιώσεις από τους δικαιούχους των επιταγών που ανέφερε ο ΜΚ3 ότι επιστράφηκαν και στις οποίες αναφέρεται ότι δεν οφείλεται οιοδήποτε ποσό. Αντεξεταζόμενη η κατηγορούμενη ερωτήθηκε για τις επιταγές που επιστράφηκαν κατά καιρούς από τον λογαριασμό της ως μη τιμηθείσες. Περαιτέρω επανέλαβε ότι τις επίδικες επιταγές τις παρέδωσε μόνο για να βοηθήσει την ΜΚ2 να τις παρουσιάσει ως εγγύηση και όχι γιατί όφειλε τα ποσά αυτά ενώ κατήγγειλε τους ισχυρισμούς της στην Αστυνομία 1 μήνα και πλέον μετά την παρουσίαση του τεκμηρίου 3 καθότι τότε ενημερώθηκε από την τράπεζα για το ΚΑΠ. Για το περιστατικό που ισχυρίζεται ότι έλαβε χώρα στην περιοχή Αγίου Γεωργίου του Αλαμάνου η κατηγορούμενη επέμεινε στους ισχυρισμούς της και το τοποθέτησε χρονικά στα έτη 2002, 2003 ή 2004 καθότι δεν μπορούσε να θυμηθεί ενώ ισχυρίστηκε ότι απ' ότι θυμάται ο λογιστής ήταν κάποιος Γιαννάκης και σύμφωνα με την ΜΚ2 αυτός οδηγήθηκε στο Δικαστήριο. Την ίδια δεν την κάλεσαν μάρτυρα σε κάποια δικαστική διαδικασία. Σύμφωνα με την κατηγορούμενη, η ΜΚ2 και ο σύζυγος της είχαν διαφορές με τον λογιστή τους ο οποίος τους απέσπασε 500.000€ ως οι ισχυρισμοί τους, ενώ είχε δικαίωμα να υπογράφει με πληρεξούσιο επιταγές τους και λάμβανε χρήματα. Η κατηγορούμενη δεν ρώτησε την ΜΚ2 γιατί ήθελε 2 επιταγές αρχικά και όχι μια με το συνολικό ποσό αλλά πίστεψε αρχικά ότι η ΜΚ2 απλά ήθελε να παρουσιάσει στον λογιστή τις επιταγές αυτές ενώ η ίδια ήταν ξεκάθαρη με την ΜΚ2 ότι δεν μπορούσαν να τιμηθούν οι επιταγές και η τελευταία την διαβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε πρόβλημα. Η κατηγορούμενη επέμεινε ότι για τις €4.000= που απέσπασε η ΜΚ2 απο αυτήν η Αστυνομία καταχώρησε υπόθεση αλλά δεν κατέστη δυνατή η επίδοση σε αυτήν. Η αντεξέταση της κατηγορούμενης συνεχίστηκε με αναφορά στις αστικές διαδικασίες που εκκρεμούν μεταξύ της ιδίας, της ΜΚ2 και της παραπονούμενης και αναφέρω από το μέρος αυτό ότι η κατηγορούμενη διεκδίκησε με αγωγή τα χρήματα των επιταγών ενόψει του ότι καταχωρήθηκε στο ΚΑΠ και δεν μπορούσε να εκδώσει πλέον επιταγές με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιές ενώ επέμεινε ότι τα χρήματα αυτά των επιταγών δεν οφείλονται στην παραπονούμενη και ουδέν υπόλοιπο υπήρξε στην μεταξύ τους συνεργασία από αγορά ρούχων. Για τις αγορές που έκανε πάντα πλήρωνε και ποτέ δεν έλαβε απόδειξη από την παραπονούμενη γιατί δεν εξέδιδε ούτε τιμολόγια ούτε αποδείξεις πέραν από τα χαρτάκια που η ΜΚ2 παρουσίασε. Η κατηγορούμενη περαιτέρω αντεξετάστηκε επί των τεκμηρίων που κατέθεσε και συγκεκριμένα τις αποδείξεις πληρωμής διαφόρων συνεργατών της. Η κατηγορούμενη αρνήθηκε τον ισχυρισμό ότι λόγω οικονομικών της προβλημάτων ζήτησε πίστωση από την παραπονούμενη και την ΜΚ2 και επέμεινε ότι καταχώρησε καταγγελία εναντίον της ΜΚ2 στον Λοχία 0872, Δημήτρη Παύλου ενώ για την υπόθεση με τις €4.000= ενημέρωσε την αστυνομία που βρίσκεται η ΜΚ2 για να της επιδώσουν το κατηγορητήριο. Η κατηγορούμενη από την δική της μεριά οφείλω να αναφέρω ότι επίσης δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της κατηγορούμενης επιβεβαίωσε την συνολική εικόνα που απεκόμισα από όλους τους μάρτυρες και ιδιαίτερα τις ΜΚ1 και 2 και επεξηγώ με το κάτωθι σκεπτικό. Πώς είναι δυνατό η κατηγορούμενη, ένα πρόσωπο που απουσίαζε πολλά χρόνια από την Κύπρο, με την επιστροφή της και την επανένωση της με παλιές φίλες να δημιουργεί τόσο στενές σχέσεις ώστε να εκδίδει χωρίς να αναγράφει δικαιούχο επιταγές με σκοπό να παρουσιαστούν σε κάποιο ισχυριζόμενο εκβιαστή χωρίς να διερωτάται ή να υποψιάζεται τι θα συμβεί και την πιθανότητα αυτές οι επιταγές ακόμα και να δίδονταν σε τρίτο πρόσωπο. Ακόμα και αν δεχτώ ότι πείσθηκε αναφορικά με τις πρώτες 2 επιταγές, πως αντέχει στην βάσανο της λογικής η έκδοση και της 3ης επιταγής μετά από κατάθεση μάλιστα των πρώτων 2 ενώ αναφέρει ότι έλαβε διαβεβαιώσεις ότι δεν θα πράξει αυτό. Σημειώνω περαιτέρω ότι όλες οι επιταγές φέρεται να εκδόθηκαν μετά που η κατηγορούμενη κατ' ισχυρισμό της εξαπατήθηκε με απόσπαση €4.000=. Η μαρτυρία της κατηγορούμενης στο σύνολο της κινείται στα ίδια πλαίσια, ασάφειας και αοριστίας με των ΜΚ1 και
- Από την μαρτυρία της κατηγορούμενης δεν κρίνω ότι μπορεί να προκύψει οιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα, αντίθετα ενισχύεται η κατάληξη μου ότι τα όσα γεγονότα πραγματικά έλαβαν χώρα μεταξύ ΜΚ2 και κατηγορούμενης παραμένουν αποκλειστικά στην γνώση των ιδίων και καμία εξ΄ αυτών δεν ανέφερε την απόλυτη αλήθεια στο Δικαστήριο. ΜΥ1 Αλεξία Κουριεύς και ΜΥ2 Πολύμνια Κύρου Οι ΜΥ 1 και 2 κόρη και υπάλληλος συνεργάτης της κατηγορούμενης αντίστοιχα προσήλθαν στο Δικαστήριο και κατέθεσαν τα όσα οι ίδιες ισχυρίζονται ότι γνωρίζουν σε σχέση με την υπόθεση και ιδιαίτερα τις επίδικες επιταγές. Η ΜΥ1 αναφέρθηκε στην επιστροφή της οικογένειας της στην Κύπρο και στην σχέση της μητέρας της με την ΜΚ
- Αναφέρθηκε στο ποσό των €4.000= που η κατηγορούμενη και ο θείος της έδωσαν στην ΜΚ2 αλλά και για τις απειλές προς την ΜΚ2 από κάποιο πρόσωπο που είχε σαν αποτέλεσμα να εκδοθούν οι επίδικες επιταγές. Η ίδια είχε προειδοποιήσει την μητέρα της να μην εκδώσει την 3η επιταγή λόγω του ύψους του ποσού όμως η μητέρα της πάντα βοηθούσε όποιον είχε ανάγκη. Η ίδια άκουσε την ιστορία για τους εκβιασμούς, τις απειλές και τον βιασμό στο σπίτι της αδελφής της από την μητέρα της, χωρίς όμως να καθορίσει χρονικά πότε αυτά έλαβαν χώρα ή πότε η ίδια το άκουσε. Αναφορικά με το κατάστημα με τα ρούχα η ΜΥ1 ανέφερε ότι ψώνιζαν κάποιες φορές από τα ρούχα που τους έπαιρναν στο ινστιτούτο τους και πάντα πλήρωναν, ενώ η ίδια πήγε στο κατάστημα μόνο μια φορά όπου δεν βρήκε κάτι που να της αρέσει για να αγοράσει. Η ΜΥ1 ανέφερε ότι χειριζόταν η ίδια τα λογιστικά της εταιρείας τους και θυμάται ότι κάποιες φορές πλήρωσαν με επιταγή της εταιρείας τους για ρούχα. Όταν είδε ότι η μητέρα της εξέδωσε τις πρώτες 2 επιταγές ρώτησε τον σκοπό και η τελευταία της είπε ότι ήθελε η ΜΚ2 να τις δείξει κάπου γιατί την απειλούσαν. Για την έκδοση της 3ης επιταγής η ίδια έμαθε μετά που εκδόθηκε αλλιώς θα απέτρεπε την μητέρα της από αυτό. Η ΜΥ2 είναι κομμώτρια στο ινστιτούτο της κατηγορούμενης. Η ΜΥ2 ανέφερε ότι γνωρίζει για τους εκβιασμούς και το ισχυριζόμενο βίντεο και η κατηγορούμενη εξέδωσε αυτές τις επιταγές στην ΜΚ2 για να την βοηθήσει. Την ιστορία αυτή την άκουσε η ίδια στο κομμωτήριο όταν η ΜΚ2 την εξιστορούσε σε κάποιες κοπέλες. Η ίδια θυμάται ότι η ΜΚ2 πήγαινε στο ινστιτούτο τους και για απλή επίσκεψη για καφέ λόγω της σχέσης της με την κατηγορούμενη και ως πελάτισσα. Η ίδια η ΜΥ2 επισκέφθηκε το κατάστημα ρούχων 2 φορές και ψώνισε ενώ έτυχε να αγοράσει ρούχα και όταν η ΜΚ2 τα έφερνε στο ινστιτούτο τους. Πάντα πλήρωναν άμεσα τα ρούχα με μετρητά. Η ΜΥ2 αναφέρθηκε και στην οικονομική συνέπεια της κατηγορούμενης ως επιχειρηματία. Η ΜΥ2 αντεξετάστηκε για τις επισκέψεις της ΜΚ2 στο ινστιτούτο ενώ αναφέρθηκε και επανέλαβε ότι τα περιστατικά που οδήγησαν στην έκδοση των επίδικων επιταγών τα άκουσε η ίδια ενώ ήταν παρούσα που η κατηγορούμενη έδωσε €2.000= στην ΜΚ2 για να τα επενδύσει. Αμφότερες οι ΜΥ1 και 2 δεν καταλήγω ότι προσέθεσαν οτιδήποτε το ουσιώδες σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Οι ΜΥ 1 και 2 απλά αναφέρθηκαν σε ισχυριζόμενα γεγονότα για τα οποία δεν είχαν προσωπική γνώση και πέραν τούτου χωρίς να τα καθορίσουν χρονικά. Αμφοτέρων η μαρτυρία κινήθηκε σε ένα κλίμα αοριστίας και ασάφειας. Πέραν των αναφορών τους στον τρόπο συνεργασίας τους με την ΜΚ2 και την αγορά ρούχων όσον αφορά τις επίδικες επιταγές επανέλαβαν ότι η κατηγορούμενη ισχυρίζεται. Ενώ αναφέρονται σε γνώση για τα περιστατικά εκβιασμών, παράλληλα τα τοποθετούν πριν πολλά χρόνια χωρίς να τα συνδέουν με την έκδοση των επιταγών το 2013 και
- Δεν έχω καμία αμφιβολία λαμβάνοντας υπόψη μου και την σχέση μιας έκαστης εξ' αυτών των μαρτύρων με την κατηγορούμενη ότι προσήλθαν στο Δικαστήριο με σκοπό να πείσουν περί της δικής της εκδοχής. Οφείλω φυσικά να αναφέρω ότι δεν απεκόμισα την εντύπωση ότι οι ΜΥ 1 και 2 είπαν ψέματα αλλά αυτό που απεκόμισα είναι ότι αυτές δεν γνωρίζουν την αλήθεια για το τι ακριβώς έλαβε χώρα μεταξύ ΜΚ2 και κατηγορούμενης ούτε γιατί ακριβώς εκδόθηκαν οι επιταγές, απλά επανέλαβαν και ανέφεραν την θέση και ισχυρισμούς της κατηγορούμενης. Συνεπώς δεν δύναμαι να αποδεχτώ ούτε την δική τους μαρτυρία. ΜΥ3 - Υπαστυνόμος Ελευθέριος Κυριάκου Ως ΜΥ3 κλήθηκε ο Υπαστυνόμος του ΤΑΕ Λεμεσού ο οποίος αναφέρθηκε στην καταγγελία που η ΜΚ2 υπέβαλε το 2000 ή το 2001 για απαίτηση χρημάτων με απειλές και απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Ο ίδιος ήταν ο ανακριτής ο οποίος έκανε τις έρευνες. Η υπόθεση αυτή αποστάληκε στην Νομική Υπηρεσία όπου χαρακτηρίσθηκε ως «άλλως διατεθείσα» καθότι δεν υπήρχε ικανοποιητική μαρτυρία για την ποινική δίωξη οιουδήποτε προσώπου. Ο ίδιος νομίζει ότι περί το 2002 - 03 ο συνάδελφος του Λοχίας 813 χειρίστηκε ακόμα μια καταγγελία σε σχέση με την ΜΚ2 αλλά δεν γνωρίζει το περιεχόμενο της. Την κατηγορούμενη 1η φορά την είδε στο Δικαστήριο και δεν την γνωρίζει. Αναφέρω ότι αποδέχομαι στο σύνολο της την μαρτυρία του ΜΥ3 ως πλήρως αξιόπιστη. Το πρόσωπο αυτό ανέφερε με ειλικρίνεια τα όσα γνωρίζει στο πλαίσιο της υπηρεσίας του ως ανακριτής χωρίς να έχει συμφέρον είτε ως προς την μια είτε ως προς την άλλη πλευρά. Τα όσα ο ΜΥ3 ανέφερε δεν σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα ζητήματα αλλά ενισχύουν την εικόνα που ήδη παρουσιάστηκε ότι μεταξύ της ΜΚ2 και της κατηγορούμενης ενδεχομένως να έχουν επισυμβεί γεγονότα που παραμένουν άγνωστα και επιβεβαιώνουν ότι τα όσα αναφέρθηκαν δεν είναι η ολόκληρη η αλήθεια. ΜΥ4 - Αστυφύλακας 494 Μάριος Φιλίππου Ο ΜΥ4, αστυφύλακας στο ΤΑΕ Λεμεσού ανέφερε ότι γνωρίζει την κατηγορούμενη η οποία υπέβαλε καταγγελία στις 23/4/2014 εναντίον της ΜΚ2 για απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Η ίδια καταγγελία λήφθηκε και από τον αδελφό της κατηγορούμενης Ιωάννη Αλεξάνδρου. Ο ίδιος έλαβε καταθέσεις από άτομα που κρίθηκε ότι πρέπει να καταθέσουν και απέστειλε στην Εισαγγελία Λεμεσού τον φάκελο για να επιληφθεί της ποινικής δίωξης. Μέχρι σήμερα δεν κλήθηκε ως μάρτυρας στην υπόθεση αυτή και ενημερώθηκε ότι η ΜΚ2 δεν εντοπίστηκε για να της επιδοθεί το κατηγορητήριο ενώ δόθηκαν νέα στοιχεία και αναμένεται η επίδοση. Η κατηγορούμενη πέραν της πιο πάνω υπόθεσης φαίνεται από το σύστημα και το αρχείο τους ότι υπέβαλε καταγγελία και για ακάλυπτες επιταγές σε άλλο συνάδελφο του στις 11/4/2014 για την οποία δεν γνωρίζει εάν προωθήθηκε υπόθεση. Στο ίδιο κλίμα με τον ΜΥ3, η μαρτυρία του ΜΥ4 γίνεται αποδεχτή στο σύνολο της. Ο ΜΥ4 ανέφερε τα όσα γνωρίζει από την υπηρεσία και εργασία του με απλότητα και ευθύτητα χωρίς να δημιουργήσει την εντύπωση ότι προσήλθε για να βοηθήσει είτε την μια είτε την άλλη πλευρά. Αντίθετα μέσα και από την δική του μαρτυρία όπως και του ΜΥ3 φαίνεται ότι οι πολλαπλές καταγγελίες ενισχύουν την ασάφεια των γεγονότων και το θολό τοπίο της ιστορίας ως αυτή πραγματικά έχει. ΜΥ5 - Λοχίας 176 Ελένη Μιχαήλ Ως τελευταία μάρτυρας κλήθηκε η ΜΥ5 Λοχίας στο ΤΑΕ Λεμεσού. Από ότι θυμάται το 2004 η ΜΚ3 υπέβαλε καταγγελία την οποία η ίδια με τον Λοχία 813, Άνδρο Ανδρέου διερεύνησε. Η ίδια πήρε κατάθεση από την ΜΚ
- Στο ερώτημα τι αφορούσε η καταγγελία αυτή η ΜΥ5 δεν απάντησε αναφέροντας ότι ο φάκελος, λόγω του ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα, έχει καταστραφεί και προτιμά να μην αναφέρει κάτι χωρίς το ποινικό φάκελο στην κατοχή της. Δεν γνωρίζει εάν προωθήθηκε υπόθεση καθότι την τελική έκβαση την γνωρίζει ο Λοχίας
- Η ΜΥ5 παρά τις επίμονες ερωτήσεις να αναφέρει έστω από μνήμης τι γενικά αφορούσε η υπόθεση αρνήθηκε να πράξει τούτο επικαλούμενη ότι για να είναι ακριβής θα έπρεπε να έχει τον φάκελο μπροστά της. Την κατηγορούμενη δεν την γνωρίζει. Η ΜΥ5 άφησε στο Δικαστήριο την εικόνα ότι δεν επιθυμούσε για άγνωστους λόγους να αναφέρει τα όσα θυμάται. Από την μια θυμάται ότι υποβλήθηκε καταγγελία από την ΜΚ2 ενώ πέρα από το ότι αυτή αφορούσε ποινικό αδίκημα δεν μπορεί να θυμηθεί έστω και με γενική αναφορά τι είδους αδίκημα. Ενώ κλήθηκε για να δώσει κατάθεση για συγκεκριμένο ζήτημα δεν φρόντισε να ενημερωθεί για την εξέλιξη της υπόθεσης, εάν υπήρχε, αφήνοντας στο Δικαστήριο μια εικόνα αδικαιολόγητης άρνησης να απαντήσει σε οιαδήποτε ερώτηση. Βεβαίως από την μαρτυρία της κρατάω ως δεδομένο ότι υποβλήθηκε μια καταγγελία από την ΜΚ2 χωρίς όμως να γνωρίζω εάν αυτή συνδέεται με τα επίδικα ζητήματα ή τα υπόλοιπα γεγονότα που αναφέρθηκαν κατ' ισχυρισμών των λοιπών μαρτύρων. Τελικές Αγορεύσεις Με το πέρας της παρουσίασης και των μαρτύρων υπεράσπισης αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις με τις τελικές θέσεις και εισηγήσεις τους. (Έγγραφο Α για την κατηγορούμενη και Έγγραφο Β για την παραπονούμενη). Αμφότερες οι εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων, οι οποίες πρέπει να αναφερθεί ήσαν πολύ εμπεριστατωμένες και βοηθητικές για το Δικαστήριο τόσο από άποψη επιχειρημάτων όσο και από άποψη παραπομπών σε νομολογία, έχουν μελετηθεί δεόντως και έχουν ληφθεί υπό στο σύνολο τους, ως εκ τούτου δεν χρειάζεται να επαναληφθούν στην παρούσα απόφαση. Αναφορά θα γίνει όπου κριθεί απαραίτητο. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοΐζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: « Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές. » Από το λεκτικό του ως άνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Η έκδοση επιταγής.
(2)Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε.
(3)Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα.
(4)Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της.
(5)Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Μέσα από την πορεία της ακροαματικής διαδικασίας και παρά το ότι δεν υπήρξε κατάθεση παραδεκτών γεγονότων υπήρξε πλήρης αποδοχή από την Υπεράσπιση και καμία αμφισβήτηση της έκδοσης των επιταγών αυτών καθ' εαυτών με την υπογραφή της κατηγορούμενης, η πατρότητα της οποίας δεν αμφισβητήθηκε, η κατάθεση των επιταγών στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν και η επιστροφή τους λόγω μη επαρκών υπολοίπων και λόγω ΚΑΠ. Περαιτέρω κοινή θέση και μη αμφισβητούμενη ότι και οι 3 επιταγές δεν έχουν πληρωθεί εντός 15 ημερών από την παρουσίαση τους. Τα πιο πάνω αποτελούν ενόψει και της αποδοχής τους από αμφότερες τις πλευρές ευρήματα του Δικαστηρίου και με βάση την αποδεχτή μαρτυρία ανωτέρω. Εκείνο που αμφισβητήθηκε εξαρχής από την υπεράσπιση είναι η παράδοση των επιταγών με αντάλλαγμα και σκοπό πληρωμής ενώ αμφισβήτηση υπήρξε και στην νομιμοποίηση της παραπονούμενης να λάβει αυτές τις επιταγές. Αναφορά στις αγορεύσεις αμφότερων των συνηγόρων έχει γίνει και στο ζήτημα της μετατόπισης του βάρους απόδειξης της ύπαρξης νομίμου ανταλλάγματος ενόψει και του τεκμηρίου που υπάρχει. Σε σχέση με αυτό αναφέρω βεβαίως ότι είναι σταθερή θέση του δικαίου της απόδειξης ότι όταν το βάρος απόδειξης πέφτει στους ώμους του κατηγορούμενου, αυτό μπορεί να αποσεισθεί με μαρτυρία που ικανοποιεί το Δικαστήριο με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και όχι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως είναι το βάρος που φέρει η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την κατηγορία (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Μακρής
(1984)2 Α.Α.Δ. 332 και G. P. Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 182). Παρά τα πιο πάνω όμως παραπέμπω στα όσα καθοδηγητικά αναφέρθησαν στην Ποινική Έφεση 129/2011, 18 Δεκεμβρίου 2012, Μακάριος Παναγιώτου εναντίον Γεωργίας Φουρνίδου, 2012, 2 Α.Α.Δ. 916 σε σχέση με το νόμιμο αντάλλαγμα και την ύπαρξη τεκμηρίου: «Το τεκμήριο (presumption) δημιουργείται στην περίπτωση όπου, επειδή ένα γεγονός έχει αποδειχθεί, η ύπαρξη ενός άλλου γεγονότος μπορεί να εξαχθεί φυσιολογικά ως συμπέρασμα, χωρίς να απαιτείται η απόδειξη του, απλά και μόνο γιατί είναι πιθανό το γεγονός αυτό να έλαβε χώρα. Σε μια τέτοια περίπτωση το γεγονός που τεκμαίρεται θεωρείται δεδομένο, εκτός βέβαια αν το αντίθετο αποδειχθεί από την άλλη πλευρά. Στην περίπτωση του Άρθρου 30
(1)του Νόμου, Κεφ. 262, το μαχητό τεκμήριο της αντιπαροχής, το οποίο όντως δημιουργείται από τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, δεν ενεργοποιείται παρά μόνο αν αποδειχθεί, εκτός βέβαια και αν αυτό δεν αμφισβητείται, ότι ο παραπονούμενος είναι κάτοχος της επιταγής εν τη εννοία του Άρθρου 2 του Νόμου, Κεφ. 262. Σύμφωνα με τις εν λόγω πρόνοιες, ««Κάτοχος» σημαίνει το δικαιούχο ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά στην κατοχή του ή τον κομιστή αυτών». ««Κομιστής»», σύμφωνα με το ίδιο άρθρο «σημαίνει το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του συναλλαγματική ή γραμμάτιο το οποίο είναι πληρωτέο στον κομιστή». Στην παρούσα υπόθεση το κατά πόσο ο εφεσείων ήταν κάτοχος της επιταγής εν τη εννοία του Άρθρου 2 του Νόμου, αποτέλεσε ένα από τα σημεία αντιπαράθεσης κατά την πρωτόδικη διαδικασία. Στο πρωτόδικο δικαστήριο δημιουργήθηκαν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η επιταγή περιήλθε στην κατοχή του εφεσείοντα, όπως και ως προς το αντάλλαγμα της. Υπενθυμίζουμε ότι τόσο η μαρτυρία του εφεσείοντα, όσο και η μαρτυρία της εφεσίβλητης και του μάρτυρα της, απορρίφθηκαν ως αναξιόπιστες. Συνεπώς, το τεκμήριο της αντιπαροχής δεν δημιουργήθηκε εφόσον ο εφεσείων, ο οποίος έφερε και το βάρος απόδειξης, απέτυχε να αποδείξει ότι ήταν «κάτοχος» της επίδικης επιταγής. Στην παρούσα υπόθεση υπάρχει ακόμα μια παράμετρος. Ως προς την ύπαρξη αντιπαροχής ο εφεσείων επέλεξε να μην βασιστεί στο μαχητό τεκμήριο που δημιουργείται από το Άρθρο 30
(1)του Νόμου, αλλά επί της δικής του μαρτυρίας. Η επί του προκειμένου όμως εκδοχή του, δηλαδή ότι εξαργύρωσε την επιταγή και συνεπώς έδωσε αντιπαροχή, δεν έγινε δεκτή από το πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο υπενθυμίζουμε απέρριψε τη μαρτυρία του στο σύνολο της, ως αναξιόπιστη. Επομένως, υιοθέτηση της εισήγησης της υπεράσπισης αναπόφευκτα θα δημιουργούσε, υπό τις περιστάσεις, αντιφατική κατάσταση, καθότι θα οδηγούσε ουσιαστικά σε εξουδετέρωση της κρίσης του Δικαστηρίου ως προς το αναξιόπιστο της μαρτυρίας του εφεσείοντα.» (Ο τονισμός αποσπασμάτων είναι δικός μου). Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι από την στιγμή που η μαρτυρία των ΜΚ1 και 2, που ήταν και τα μοναδικά πρόσωπα που θα μπορούσαν να προωθήσουν και αποδείξουν τις θέσεις της παραπονούμενης, δεν έχει γίνει αποδεκτή αλλά απορρίφθηκε ως αναξιόπιστη, δεν έχει αποδειχθεί η νομιμοποίηση της παραπονούμενης στην κατοχή των επίδικων επιταγών και συνεπώς δεν έχει ενεργοποιηθεί το τεκμήριο της ύπαρξης νομίμου ανταλλάγματος. Σημειώνω βεβαίως ότι ούτε η μαρτυρία της κατηγορούμενης έχει γίνει αποδεχτή όμως στα πλαίσια του ποινικού μας δικαίου, όπου το βάρος απόδειξης κάθε στοιχείου εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή η απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούμενης ουδεμία σημασία έχει. Αναλύοντας την δοθείσα μαρτυρία και τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου στα πλαίσια εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης αποτελεί θλιβερή διαπίστωση ότι τα εμπλεκόμενα μέρη και κυρίως η ΜΚ2 ως το πρόσωπο που παρέλαβε τις επιταγές και η κατηγορούμενη παρέθεσαν στο Δικαστήριο ιστορίες που στερούνται λογικής ή μισές αλήθειες που δεν είναι δυνατό να γίνουν αποδεκτές. Η όλη εκδοχή από πλευράς ΜΚ2 από την μια, περί πώλησης ρούχων 15 και πλέον χιλιάδων ευρώ σε λιανική πώληση απο μια μικρή επιχείρηση, οι τοκογλύφοι που κυνηγούσαν την κατηγορούμενη και της κατέστρεψαν οχήματα και από την άλλη η εκδοχή της κατηγορούμενης για επενδύσεις σε πρόσωπα που εργάζονταν σε πλοία από πρώην μοναχό στην παρουσία μοναχής, οι εκβιασμοί συνεπεία ύπαρξης βίντεο βιασμού σε ξενοδοχείο, οι απομονωμένες περιοχές που κατέφυγε η ΜΚ2 αποτελούν σε συνδυασμό και με τον αόριστο τρόπο που τέθηκαν αλλά και της ανυπαρξίας χρονολογικής σειράς, κρίκους μιας αλυσίδας οι οποίοι μεταξύ τους δεν δύναται να έχουν συνοχή και να την συμπληρώσουν. Οι εκατέρωθεν καταγγελίες των μερών από την άλλη στις αστυνομικές αρχές επιβεβαιώνουν ότι μεταξύ των ΜΚ2 και της κατηγορούμενης ενδεχομένως να έχουν λάβει γεγονότα που μπορεί να οδήγησαν και στην έκδοση των επίδικων επιταγών, αλλά χωρίς τα γεγονότα αυτά δεν έχουν αποκαλυφθεί. Το όλο σκηνικό έκδοσης των επίδικων επιταγών, ο λόγος που εκδόθηκαν και η ύπαρξη ή μη ανταλλάγματος αποτελεί σκοτεινό σημείο το οποίο κανένας μάρτυρας δεν μπόρεσε να διαφωτίσει. Όλα αυτά που έχουν εκτυλιχθεί μόνο νέφη αμφιβολίας έχουν δημιουργήσει ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτές περιήλθαν στην κατοχή της παραπονούμενης, το αντάλλαγμα αυτών αλλά και τους λόγους της αρχικής έκδοσης τους. Η αλήθεια των όσων συνέβησαν παρέμεινε μακριά από το Δικαστήριο και τα μέρη κράτησαν αυτήν για τον εαυτό τους. Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω, τα μόνα ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα που δύνανται να εξαχθούν, είναι ότι οι επίδικες επιταγές υπογράφηκαν από την κατηγορούμενη και κατατέθηκαν στην τράπεζα την ημερομηνία που ο ΜΚ3 ανέφερε οπόταν και επιστράφηκαν ως απλήρωτες λόγω μη επαρκών υπολοίπων και ΚΑΠ. Ακόμα και η παράδοση των επιταγών στην ΜΚ2 χωρίς να αναγραφεί το όνομα του δικαιούχου παρά το ότι δεν αμφισβητήθηκε οφείλω να αναφέρω ότι δεν δύναται να καταστεί εύρημα μου ενόψει της αναξιοπιστίας τόσο της ΜΚ2 όσο και της κατηγορούμενης. Ακόμα και σε αυτό το σημείο έχουν δημιουργηθεί σοβαρές αμφιβολίες. Περαιτέρω καταλήγω ότι λόγω των αμφιβολιών που έχουν δημιουργηθεί αναφορικά με τις συνθήκες και τους λόγους κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, το αντάλλαγμα αυτών και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έφτασαν στην κατοχή της παραπονούμενης, η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Ενόψει της κατάληξης μου αυτής και της απόρριψης της υπόθεσης για τους λόγους που αναφέρθηκαν δεν εκδίδω καμία διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπ.)................ Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο