← Κύπρος

ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. MULTIDREAM LIMITED κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 12817/14, 26/4/2016

ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. MULTIDREAM LIMITED κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 12817/14, 26/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 12817/14 Μεταξύ ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ -ν-

  1. MULTIDREAM LIMITED (HE 139698)
  2. ΑΝΤΩΝΙΑ ΚΟΡΔΑΡΗ (ΑΔΤ 696303) Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 26 Απριλίου 2016 Για Παραπονούμενο: κος. Λ. Λυσσάνδρου Για Κατηγορούμενους 1 και 2: κα Ε. Σιάχουρου Κατηγορούμενη 2: Παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετώπιζαν αρχικά 4 κατηγορίες συνολικά, 2 έκαστος εξ' αυτών για αδικήματα κατά παράβαση του άρθρου 305 (Α)

(1)του Κεφ.154. Σε μεταγενέστερο στάδιο οι κατηγορίες 3 και 4 αποσύρθηκαν και οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώθηκαν και απηλλάγησαν σε αυτές. Προς εκδίκαση παρέμειναν οι κατηγορίες 1 και 2 επί του κατηγορητηρίου. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, οι Κατηγορούμενοι 1 αντιμετωπίζουν στην 1η κατηγορία το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 305Α
(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος οι Κατηγορούμενοι 1 εξέδωσαν προς όφελος του Παραπονούμενου την επιταγή της ΣΠΕ Μέσα Γειτονιάς με αριθμό 36335733 ημερ.19/8/2012, για το ποσό των €5.000= (στο εξής καλούμενη ως «η επίδικη επιταγή»), η οποία αφού εμφανίστηκε στην Τράπεζα εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της και επιστράφηκε με την ένδειξη Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΘΗΚΕ - ΚΑΠ και παραμένει μέχρι σήμερα ανεξόφλητη, παρόλο ότι παρήλθε περίοδος πέραν των 15 ημερών από την ημέρα της εν λόγω παρουσιάσεως. Η δε Κατηγορούμενη 2, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος που αντιμετωπίζει δυνάμει της 2ης κατηγορίας, κατηγορείται ότι ως Διευθύντρια και/ή ως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να υπογράφει εκ μέρους της 1ης κατηγορούμενης συνέργησε με αυτούς προς έκδοση της επίδικης επιταγής. Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι με αλλαγή απάντησης καταχώρησαν μη παραδοχή στις κατηγορίες που έκαστος εξ' αυτών αντιμετωπίζει και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν από τους ευπαιδεύτους συνηγόρους των διαδίκων και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο τα πιο κάτω γεγονότα και έγγραφα ως παραδεκτά: Η Κατηγορούμενη 2 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και μέχρι σήμερα Διευθύντρια της 1ης κατηγορούμενης εταιρείας, και το μοναδικό εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να υπογράφει επιταγές εκ μέρους της 1ης Κατηγορούμενης. Η κατηγορούμενη 1 είναι εγγεγραμμένη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με δραστηριότητες την εισαγωγή και διάθεση προϊόντων από το εξωτερικό. Η κατηγορούμενη 1 διατηρεί περίπτερο - μίνι μάρκετ στην περιοχή Αγίου Αθανασίου στην Λεμεσό. Η επίδικη επιταγή, τεκμήριο 4, έχει κατατεθεί στην Marfin Popular Bank στις 20/08/2012. Η επίδικη επιταγή έχει επιστραφεί με την ένδειξη ότι ο λογαριασμός έχει παγοποιηθεί - ΚΑΠ και σφραγίστηκε σχετικά στις 22/08/2012. Ο επίδικος λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 έχει καταχωρηθεί στο ΚΑΠ στις 08/08/2012. Περαιτέρω των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων κατατέθηκαν από κοινού τα Τεκμήρια 5 και 6: Τεκμήριο 5: Αντίγραφο καταγραφής της 1ης κατηγορούμενης στην ιστοσελίδα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου - Υπηρεσία ΚΑΠ. Τεκμήριο 6: Κατάσταση του επίδικου λογαριασμού περιόδου 10/08/2012 - 29/6/2013. Επιπλέον των πιο πάνω παραδεκτών εγγράφων και γεγονότων ο Παραπονούμενος προς απόδειξη της υπόθεσης του κάλεσε συνολικά 2 μάρτυρες κατηγορίας περιλαμβανομένου και του ιδίου ήτοι, ΜΚ1 Αντώνης Αντωνίου και την ΜΚ2 Νικολέτα Αγαπίου. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2 και αφού τους επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, η κατηγορούμενη 2 επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία ενώ κάλεσε ως μάρτυρα Υπεράσπισης, ΜΥ1, τον Μάριο Μαρκίδη. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v.Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ σε εκείνα τα μέρη της μαρτυρίας τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και είναι απαραίτητα για την αξιολόγηση της. Σημειώνω βεβαίως ότι δεν κρίνεται σκόπιμο και απαραίτητο να ασχοληθώ με τα κομμάτια εκείνα της μαρτυρίας που σχετίζονται με τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία ήδη καταγράφηκαν ανωτέρω. ΜΚ1 - Αντώνης Αντωνίου παραπονούμενος Ο ΜΚ1 είναι ο παραπονούμενος, ο οποίος για σκοπούς κυρίως εξέτασης του κατέθεσε γραπτή δήλωση, Έγγραφο Α. Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι γνωρίζει αμφότερους τους Κατηγορούμενους 1 και
  1. Στις αρχές του 2010 και λόγω των φιλικών σχέσεων που διατηρούσε τόσο με την 2η κατηγορούμενη όσο και με τον σύζυγο της του ζητήθηκε και ο ίδιος αποδέχτηκε να τους δανείσει χρήματα με σκοπό να εισάγουν προϊόντα από Ελλάδα. Τα χρήματα αυτά τα είχαν ανάγκη λόγω οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζαν, ως οι ίδιοι του ανέφεραν ενώ θα του επέστρεφαν τα χρήματα μετά την εισαγωγή και πώληση των προϊόντων αυτών στην Κύπρο. Περί τις αρχές του 2010 ξεκίνησε να δανείζει χρήματα στην 1η κατηγορούμενη μέσω της 2ης και του συζύγου της τα οποία ανήλθαν περί τις €70.000= ενώ παράλληλα τον διαβεβαίωναν ότι θα εξοφλήσουν. Αρχικά η κατηγορούμενη 2 και ο σύζυγος της του πρότειναν να του δώσουν μετοχές της 1ης κατηγορούμενης με στόχο την εξόφληση του δανεισθέν ποσού όμως αργότερα μετάνιωσαν. Περί τα τέλη του 2011 και αρχές του 2012, η κατηγορούμενη 2, παρέδωσε στον ίδιο μεταχρονολογημένες επιταγές της 1ης κατηγορούμενης ως έναντι και/ή ως πληρωμή του δανεισθέν ποσού. Οι επιταγές αυτές αρχικά εξαργυρώνονταν όταν ήταν πληρωτέες χωρίς πρόβλημα ενώ κατέθεσε ως Τεκμήρια αντίγραφα αυτών με τις αποδείξεις κατάθεσης τους. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 όλες οι επιταγές υπογράφηκαν ενώπιον του από την Κατηγορούμενη 2 και στην παρουσία του συζύγου της. Περί τον Αύγουστο του 2012 οι κατηγορούμενοι του ζήτησαν να τους παραδώσει τις επιταγές που κρατούσε και οι οποίες ήταν πληρωτέες σε μεταγενέστερο χρόνο με αντάλλαγμα άλλες επιταγές της ΣΠΕ Μέσα Γειτονιάς ενώ για την αλλαγή αυτή σύμφωνα με τον ίδιο του ανέφεραν ότι είχαν κάποια διαφωνία με την προηγούμενη τράπεζα τους. Η επίδικη επιταγή αποτελεί μέρος κατά τον ίδιο του συνόλου των επιταγών που του είχαν επανεκδώσει. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 όλα τα στοιχεία επί τις επιταγής συμπληρώθηκαν από την κατηγορούμενη 2 ενώπιον του και έφερε αυτή ημερομηνία πληρωμής την 19/8/
  2. Την επιταγή την κατέθεσε στην τράπεζα του και αυτή επιστράφηκε απλήρωτη λόγω ΚΑΠ. Μόλις ενημερώθηκε για την επιστροφή αυτής της επιταγής επικοινώνησε με την 2η κατηγορούμενη και τον σύζυγο της και συνεπεία αυτού δεν κατέθεσε τις υπόλοιπες επιταγές που κρατούσε. Η κατηγορούμενη 2 και ο σύζυγος της του ανέφεραν ότι χρειάζονταν λίγες μέρες και θα πλήρωναν το ποσό ενώ για τις υπόλοιπες θα το διευθετούσαν διαφορετικά. Παρά τις προσπάθειες του το ποσό των €5.000= παραμένει απλήρωτο ενώ τον Μάιο του 2014 μετά που κατάλαβε ότι δεν θα πληρωθεί έδωσε οδηγίες στου Δικηγόρους του για λήψη νομικών μέτρων. Περαιτέρω στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ο ΜΚ1 ανέφερε ότι συνολικά έλαβε επιταγές περίπου 35 - 40 χιλιάδες ευρώ και οι οποίες για 1 - 1 ½ χρόνο πληρώνονταν κανονικά χωρίς πρόβλημα. Για την επίδικη επιταγή ανέφερε ότι αφού επισκέφθηκε το περίπτερο της κατηγορούμενης 1, η 2η κατηγορούμενη τις υπέγραψε τις έβαλε σε φάκελο και του τις έδωσε, κάποιες πληρώθηκαν χωρίς πρόβλημα και ορισμένες όχι. Αναγνώρισε την 2η κατηγορούμενη ως το πρόσωπο στο εδώλιο του κατηγορούμενου ενώ ανέφερε ότι ο σύζυγος της είναι ο κος. Άνθιμος. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 είπε ότι γνωρίζει την κατηγορούμενη 2, χρόνια και γνωρίζει και την οικογένεια της ενώ ο ίδιος ως πελάτης πήγαινε στο περίπτερο της κάθε μέρα. Φιλικές σχέσεις είχε με τον σύζυγο της με τον οποίο έβγαινε και έξω ενώ με την ίδια μιλούσε εξοικειωμένα. Αρνήθηκε έντονα τις υποβολές ότι ψεύδεται και ότι ουδέποτε ήρθε σε επαφή με την κατηγορούμενη
  3. Στο ερώτημα εάν η κατηγορούμενη 2 ήταν παρούσα και αποδέχτηκε τα χρήματα από τον ίδιο, απάντησε ότι δεν ξέρει αν αποδέχτηκε να πάρει χρήματα, όμως κατά την παράδοση των επιταγών ήταν παρούσα. Ενώ για χρόνια επισκεπτόταν καθημερινά το περίπτερο χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα. Τα χρήματα τα δάνειζε με επιταγές που εξέδιδε στο όνομα της κατηγορούμενης 1, τις παρέδιδε στον σύζυγο της κατηγορούμενης 2 και στην παρουσία της, χωρίς να ξέρει όμως τις μεταξύ τους σχέσεις. Έδιδε επιταγές για συγκεκριμένο ποσό και λάμβανε επιταγές της 1ης κατηγορούμενης για το ίδιο ποσό. Αρνήθηκε την υποβολή ότι η κατηγορούμενη 2 ουδέποτε υπέγραψε τις επιταγές, βασιζόμενος και στο ότι η τράπεζα πάντα ελέγχει την υπογραφή πριν πληρώσει μία επιταγή. Με αναφορά στην πρόταση για μεταβίβαση μετοχών της εταιρείας στον ίδιο, ο ΜΚ1 απάντησε ότι η πρόταση έγινε το 2012 όταν ο σύζυγος της κατηγορούμενης 2 αρρώστησε και δεν μπορούσε να πληρώσει τις επιταγές. Ακολούθως όμως αρνήθηκαν να το πράξουν αυτό και του έδωσαν περαιτέρω επιταγές. Επέμενε επίσης ότι η πρόταση για τις μετοχές έγινε στην παρουσία της κατηγορούμενης 2, την οποία όμως θα ρωτούσε ο σύζυγός της. Ο ΜΚ1 καθόλι τη διάρκεια της αντεξέτασής του επέμενε στον ισχυρισμό του ότι η κατηγορούμενη 2 εξέδωσε τις επιταγές στην παρουσία του, ήταν ενήμερη για την επιστροφή των αρχικών επιταγών και την αντικατάσταση τους από τις επίδικες, ενώ η ίδια ήταν παρούσα όταν επιστράφηκαν οι επιταγές και ο σύζυγός της έδιδε υποσχέσεις για την τίμηση τους. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι είχε συνάντηση με την κόρη της κατηγορούμενης 2 όπου έγινε προσπάθεια διευθέτησης της παρούσας υπόθεσης. Ο ΜΚ1 παρά τη σταθερή μαρτυρία του, δεν μπορώ να πω ότι άφησε στο Δικαστήριο μια ολοκληρωμένη και σαφή εικόνα για τα όσα έχουν διαμειφθεί μεταξύ του ιδίου, των κατηγορουμένων 1 και 2 και του συζύγου της 2ης κατηγορούμενης. Αναμφίβολα, μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα φαίνεται ότι ο ΜΚ1 είχε στην κατοχή του επιταγή της 1ης κατηγορούμενης η οποία και δεν τιμήθηκε λόγω παγοποίησης του λογαριασμού από τον οποίο φέρεται να εκδόθηκε. Από τη μαρτυρία του αποδέχομαι το μέρος που αφορά την ύπαρξη κάποιας δοσοληψίας μεταξύ του ιδίου και του συζύγου της κατηγορούμενης 2, δεν μπορώ όμως να αποδεχτώ τα όσα ανέφερε σε σχέση με τους λόγους αλλά και τους ακριβείς όρους οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ τους του ιδίου και της κατηγορούμενης 1 δια μέσου της 2ης ως διευθύντριας. Η μαρτυρία του παρέμεινε ασαφής και μετέωρη, χωρίς να βασιστεί σε στοιχεία και/ή τεκμήρια που να μπορούσαν να την κάνουν πιστευτή. Ισχυρίζεται ότι δάνεισε ένα όχι ευκαταφρόνητο ποσό στην κατηγορούμενη 1, παράλληλα όμως καμία γραπτή συμφωνία ή οιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο κατατέθηκε προς στήριξη του ισχυρισμού του αυτού. Φυσικά η ύπαρξη νομίμου ανταλλάγματος, σύμφωνα και με αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αποτελεί μαχητό τεκμήριο και θα εξεταστεί κατωτέρω εάν αυτό το τεκμήριο κατάφερε η υπεράσπιση να ανατρέψει. Όμως προβληματισμό εύλογο κρίνω δημιουργεί η θέση ότι ένα πρόσωπο, στην προκειμένη ο παραπονούμενος, αποφάσισε χωρίς οιαδήποτε εξασφάλιση και εγγύηση, να δανείσει ποσό περί τις €70.000= σε πρόσωπα τα οποία γνώριζε μέσω ενός περιπτέρου, ακόμα και εάν με αυτά διατηρούσε φιλικές σχέσεις. Περαιτέρω, δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του ΜΥ1 για υπογραφή της επίδικης επιταγής από την κατηγορούμενη 2 στην παρουσία του. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 η κατηγορούμενη 2 υπέγραφε ενώπιον του σωρεία επιταγών και όχι μόνο την επίδικη, οι οποίες άλλοτε τιμόντουσαν εύκολα και άλλοτε με δυσκολία, αλλά πουθενά ο ίδιος δεν αναφέρει τι λέχθηκε μεταξύ του ιδίου και της κατηγορούμενης 2 σε οποιαδήποτε από τις συζητήσεις που ο ίδιος είχε με τον σύζυγο της κατηγορούμενης
  4. Μέσα από τη μαρτυρία του ΜΚ1 προκύπτει ότι η ίδια η κατηγορούμενη 2 υπέγραφε επιταγές για μεγάλα ποσά, ενώ όταν αυτές δεν τιμόντουσαν ο ίδιος είχε επικοινωνία με τον σύζυγό της και όχι με την ίδια, ενώ σε όλες αυτές τις συζητήσεις η ίδια φέρεται να ήταν παρούσα χωρίς να μιλά η να λαμβάνει μέρος σε αυτές με οιοδήποτε τρόπο. Επιπλέον, μέσα από τη μαρτυρία του ΜΚ1 απουσιάζει παντελώς ο χρόνος έκδοσης της επίδικης επιταγής, καθότι προκύπτει ότι αυτή ήταν μεταχρονολογημένη. Η μοναδική αναφορά σε χρόνο έκδοσης είναι το έτος 2012 και ο μήνας Αύγουστος χωρίς οποιαδήποτε άλλη διευκρίνιση. Περαιτέρω, αδιευκρίνιστο και άξιο απορίας παραμένει γιατί ο παραπονούμενος από τον Αύγουστο του 2012 που ήταν πληρωτέα η επίδικη επιταγή, δεν προχώρησε με οποιαδήποτε νομικά μέτρα και ανέμενε μέχρι τον Μάιο του 2014 να το πράξει αυτό, ενώ στο μεταξύ ουδεμία επιστολή ή οποιαδήποτε άλλη ενέργεια φάνηκε να έχει γίνει. Η πάροδος σχεδόν δύο χρόνων από την ισχυριζόμενη διάπραξη του αδικήματος μέχρι και την καταχώρηση του κατηγορητηρίου, δημιουργεί εύλογες σκέψεις αναφορικά με τα κίνητρα του παραπονούμενου και αφήνει σκιές όσον αφορά τις πραγματικές και αληθείς συνθήκες κάτω απο τις οποίες δόθηκε η επίδικη επιταγή. Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος μόνο της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και άλλο μέρος της να το απορρίψει (βλ. Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Συνεπώς από τη μαρτυρία του ΜΚ1 μπορώ να αποδεχθώ και αποδέχομαι την ύπαρξη κάποιας δοσοληψίας μεταξύ του ιδίου και του συζύγου της κατηγορούμενης 2, που είχε σαν αποτέλεσμα την παράδοση σε αυτόν επιταγών, περιλαμβανομένης και της επίδικης, της 1ης κατηγορούμενης εταιρείας. Περαιτέρω, είναι παραδεκτό ότι η επιταγή αυτή κατατέθηκε και δεν τιμήθηκε λόγω ΚΑΠ. Η πατρότητα της υπογραφής στην επίδικη επιταγή όμως κρίνω ότι μέσα από τη μαρτυρία του ΜΚ1 και ενόψει του ότι αυτή δεν έχει γίνει αποδεκτή στο μέρος αυτό δεν έχει αποδειχθεί. Εάν έχει αποδειχθεί με άλλο τρόπο θα εξεταστεί κατωτέρω. ΜΚ2-Νικολέτα Αγαπίου Η ΜΚ2 εργάζεται στην Περιφερειακή ΣΠΕ Λεμεσού Λτδ (πρώην ΣΠΕ Μέσα Γειτονιάς). Είναι υπεύθυνη του τμήματος τρεχούμενων λογαριασμών, θέση την οποία κατείχε και το 2012 στη ΣΠΕ Μέσα Γειτονιάς. Αναγνώρισε την επίδικη επιταγή ως εκδοθείσα από λογαριασμό που διατηρείτε στο ίδρυμα τους για τον οποίο δικαίωμα υπογραφής είχε η κατηγορούμενη 2, ως διευθύντρια, και κάποιος Βασίλης Πίτσιλλος. Την επίδικη επιταγή την υπόγραψε η κατηγορούμενη 2, όπως και την πλειοψηφία των επιταγών της 1ης κατηγορούμενης. Όταν κατατίθεται μία επιταγή, σύμφωνα με την ΜΚ2, ελέγχεται η υπογραφή κατά πόσο συμφωνεί με το δείγμα που έχουν στα αρχεία τους και εάν διαφέρει επιστρέφεται για τον λόγο αυτό. Η ΜΚ2 κατέθεσε το Τεκμήριο 7 την αίτηση για άνοιγμα του τρεχούμενου λογαριασμού, το Τεκμήριο 8 και το Τεκμήριο 9, έγγραφα στα οποία φαίνεται η υπογραφή της κατηγορούμενης
  1. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν έχει μαζί της τα δείγματα υπογραφής που δόθηκαν κατά το άνοιγμα του λογαριασμού, ενώ ερωτώμενη εάν η υπογραφή στην επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 4, ανήκει στην κατηγορούμενη 2, ανέφερε ότι κανονικά θα έπρεπε να είχε το δείγμα του λογαριασμού αλλά η ίδια δεν είναι γραφολόγος για να γνωρίζει κατά πόσο είναι της κατηγορούμενης 2 ή όχι. Με αναφορά στο Τεκμήριο 7, λέει ότι η υπογραφή στην επιταγή αναγνωρίζεται από την ίδια ως η υπογραφή της κατηγορούμενης 2, όμως επαναλαμβάνει ότι η ίδια δεν είναι γραφολόγος και δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα. Περαιτέρω συνέχισε λέγοντας ότι δεν μπορεί να απαντήσει εάν η υπογραφή στην επίδικη επιταγή είναι η αυθεντική υπογραφή της κατηγορούμενης 2, λέγοντας ότι το μικρό όνομα «Αντωνία» είναι το ίδιο, ίσως όμως να διαφέρει το επίθετο. Σημειώνω ότι τα Τεκμήρια 7, 8 και 9 κατατέθηκαν κατά την αντεξέταση της ΜΚ2 και ιδιαίτερα το Τεκμήριο 8 αποτελεί τα δείγματα υπογραφών των δύο προσώπων που υπόγραφαν για τον επίδικο λογαριασμό. Όταν της ζητήθηκε να συγκρίνει την υπογραφή στην επιταγή με τα δείγματα του Τεκμηρίου 8, επανέλαβε ότι η υπογραφή φαίνεται να διαφέρει χωρίς όμως να είναι γραφολόγος η ίδια. Η ΜΚ2 δεν μου έκανε κακή εντύπωση, αντίθετα άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο ως μάρτυρας γεγονότων, η οποία κρίνω ότι δεν είχε οποιοδήποτε λόγο να αναφέρει στο Δικαστήριο οτιδήποτε άλλο πέραν των όσων η ίδια γνώριζε λόγω της θέσης της. Μέσα από τη μαρτυρία της ΜΚ2 προκύπτει η κατάθεση της επίδικης επιταγής και η μη τίμηση της που αποτελεί ούτως ή άλλως παραδεκτό γεγονός. Βεβαίως ούτε μέσα από τη μαρτυρία της ΜΚ2 μπορεί να εξαχθεί με ασφάλεια και στον απαιτούμενο βαθμό συμπέρασμα αναφορικά με την πατρότητα της υπογραφής επί της επίδικης επιταγής. Η ΜΚ2 ήταν ξεκάθαρη στο ότι οι υπογραφές επί των τεκμηρίων που κατέθεσε και οι οποίες φαίνεται να ανήκουν στη 2η κατηγορούμενη, ομοιάζουν με την υπογραφή στην επίδικη επιταγή, έχουν όμως και διαφορές. Εν πάση περιπτώσει η ίδια ανέφερε επανειλημμένα ότι δεν είναι γραφολόγος και δεν μπορεί με ασφάλεια να αναφέρει ότι η υπογραφή είναι της κατηγορούμενης
  2. Άλλωστε κατά την αντεξέταση της, με εξαίρεση το ζήτημα της υπογραφής της κατηγορούμενης 2 επί της επίδικης επιταγής, δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία της αλλά κυρίως της υποβλήθηκαν διευκρινιστικές ερωτήσεις. Όσον αφορά όμως το ζήτημα της υπογραφής της επίδικης επιταγής από την κατηγορούμενη 2, θεωρώ ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασισθεί σε αυτό το σκέλος της μαρτυρίας της ΜΚ
  3. Ουσιαστικά αποτελεί μαρτυρία γνώμης και ως τέτοια δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Όπως η ίδια η ΜΚ2 παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση της, δεν διαθέτει γνώσεις γραφολογίας, ούτε και είδε την κατηγορούμενη 2 να θέτει την υπογραφή της επί της επίδικης επιταγής. Περαιτέρω, από τη μαρτυρία της δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η τελευταία είναι πρόσωπο εξοικειωμένο με την υπογραφή της κατηγορούμενης
  4. Κατά συνέπεια, με εξαίρεση το πιο πάνω αναφερόμενο μέρος της μαρτυρίας της ΜΚ2, η υπόλοιπη μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή (βλ. Mustafa v. Κακουρή κ.α (ανωτέρω)). Με τους ΜΚ1 και ΜΚ2 ολοκληρώθηκε η παρουσίαση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 μετά την κλήση τους σε απολογία συμφώνως του άρθρου 74 του Κεφ. 155, Νόμου Περί Ποινικής Δικονομίας, επέλεξαν, η μεν κατηγορούμενη 2 να δώσει ένορκη μαρτυρία και να παρουσιάσουν απο την άλλη ένα μάρτυρα υπεράσπισης. Κατηγορούμενη 2: H κατηγορούμενη 2 κατέθεσε για σκοπούς κυρίως εξέτασής της γραπτή δήλωση συμφώνως του Νόμου περί Αποδείξεων στην οποία συνοπτικά αναφέρει τα ακόλουθα: είναι η διευθύντρια της κατηγορούμενης 1 από το 2007 οπόταν ο σύζυγός της λόγω πτώχευσης χρειάστηκε να αποχωρήσει. Ως διευθύντρια της 1ης κατηγορούμενης γνώριζε τον παραπονούμενο ως πελάτη του περιπτέρου που διατηρεί η 1η κατηγορούμενη και ο ίδιος το επισκεπτόταν συχνά αφού και ο ίδιος διατηρεί πρακτορείο ΟΠΑ και στοιχημάτων στην περιοχή Αγίου Αθανασίου. Η ίδια δεν γνώριζε για τη φιλική σχέση που διατηρούσε ο παραπονούμενος με τον σύζυγό της, με τον οποίο σημειώνει ότι τον τελευταίο ενάμιση χρόνο είναι σε διάσταση. Για τις σχέσεις του συζύγου της με τον παραπονούμενο έμαθε όταν της επιδόθηκε η παρούσα ποινική υπόθεση. Ουδέποτε βρισκόταν παρούσα σε οποιαδήποτε συνεννόηση μεταξύ του παραπονούμενου και του συζύγου της και ουδέποτε η ίδια ζήτησε χρήματα από αυτόν. Οποιαδήποτε πράξη ή απαίτηση έγινε αυτοβούλως από τον σύζυγό της, γεγονός που και ο ίδιος ο παραπονούμενος παραδέχθηκε σε κατ' ιδίαν συζήτησή τους. Σύμφωνα με την κατηγορούμενη 2, η κατηγορούμενη 1 ουδέποτε είχε οικονομικά προβλήματα αντίθετα επέκτεινε τις δραστηριότητες της με δημιουργία άλλων επιχειρήσεων. Τα όσα ανέφερε ο ΜΚ1 για τις μετοχές της 1ης κατηγορούμενης είναι ψέματα, ενώ στην παρουσία της ίδιας ουδέποτε δόθηκαν μεταχρονολογημένες επιταγές στον παραπονούμενο. Δεν αμφισβήτησε η κατηγορούμενη 2 την παράδοση επιταγών στον παραπονούμενο, περιλαμβανομένης και της επίδικης, αλλά η θέση της είναι ότι αυτές τις παρέδωσε ο σύζυγός της στον παραπονούμενο, δεν φέρουν τη γνήσια υπογραφή της αλλά αντίθετα είναι προϊόν πλαστογραφίας, γεγονός το οποίο ο παραπονούμενος γνωρίζει πολύ καλά. Το γεγονός ότι σωρεία επιταγών προς τον παραπονούμενο εξαργυρώνονταν από την τράπεζα, υποθέτει ότι οφείλεται στην ομοιότητα της επίδικης υπογραφής με τη δική της. Σύμφωνα με την κατηγορούμενη 2, μόλις ο παραπονούμενος αντιλήφθηκε ότι ο εν διαστάση σύζυγός της δεν μπορούσε να πληρώσει τα χρέη του κινήθηκε εναντίον της. Ο παραπονούμενος ουδέποτε επικοινώνησε μαζί της για να την ενημερώσει για επιστροφή επιταγών, παρά το ότι επισκεπτόταν συχνά το περίπτερο, τη χαιρετούσε και ψώνιζε. Γνώση για την επίδικη επιταγή έλαβε με την επίδοση της ποινικής υπόθεσης και μετά από καυγάδες και διενέξεις έμαθε από τον σύζυγό της ότι έλαβε χρήματα από τον παραπονούμενο για προσωπική του χρήση και αφού έκλεψε αριθμό επιταγών της εταιρείας, τις υπέγραψε και τις παρέδωσε στον παραπονούμενο. Οι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί του παραπονούμενου για δική της εμπλοκή είναι αναληθείς και ψευδείς. Βασιζόμενη σε διαβεβαιώσεις του συζύγου της ότι θα επίλυε το ζήτημα, καταχώρησε αρχικά παραδοχή, θέλοντας στον σύζυγό της μια ευκαιρία να επανορθώσει, πράγμα το οποίο δεν έπραξε μέχρι που εγκατέλειψε την Κύπρο και μέχρι σήμερα παραμένει άφαντος. Σύμφωνα με την κατηγορούμενη 2, περί τα τέλη του 2014 και αρχές του 2015, ο παραπονούμενος επικοινώνησε μαζί της και με την κόρη της και ζήτησε να του επιστρέψουν τα χρήματα που δάνεισε στον σύζυγό της. Πρόταση την οποία η ίδια αρνήθηκε. Ακολούθως και αφού η δικηγόρος της διόρισε δικαστικό γραφολόγο, έδωσε δείγματα υπογραφής και σύμφωνα με την έρευνα του εν λόγω γραφολόγου η υπογραφή στην επίδικη επιταγή δεν είναι δική της. Αναγνώρισε περαιτέρω τα αποτελέσματα των γραφολογικών εξετάσεων, ενώ βλέποντας το Τεκμήριο 4, την επίδικη επιταγή, δήλωσε ότι η υπογραφή δεν είναι η δική της. Αντεξεταζόμενη η κατηγορούμενη 2 ανέφερε ότι για 24 χρόνια εργαζόταν αλλού, ενώ από το 2007 ανέλαβε χρέη διευθύντριας της 1ης κατηγορούμενης. Στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε η επιταγή, ήτοι της ΣΠΕ Μέσα Γειτονιάς, δεν πήγαινε η ίδια αλλά ο σύζυγός της. Η ίδια έμαθε για την επιστροφή της επιταγής και για την παγοποίηση του λογαριασμού μετά που της επιδόθηκε η ποινική υπόθεση και αυτό το βασίζει στο ότι δεν είχε επικοινωνία η ίδια, τις πλύστες φορές, με την τράπεζα αλλά ο σύζυγός της. Για τα λογιστικά βιβλία διατηρούσε συνεργασία με τον λογιστή Γιώργο Θεμιστοκλέους, ο οποίος ενδεχομένως να ανέφερε για το ΚΑΠ στον σύζυγό της, αλλά όχι στην ίδια. Μετά τον Αύγουστο του 2012 ο σύζυγός της ανέλαβε τους λογαριασμούς και η ίδια μετά που ενημερώθηκε για το ΚΑΠ δεν εξέδωσε άλλη επιταγή. Σύμφωνα με την κατηγορούμενη 2, ο σύζυγός της, της παρουσίαζε τιμολόγια για τα οποία έπρεπε να εκδώσει επιταγές και η ίδια υπέγραφε. Αυτό όμως ουδέποτε έγινε με δικαιούχο τον παραπονούμενο. Αρνήθηκε ότι έδωσε οποιαδήποτε άλλη επιταγή από άλλο τραπεζιτικό ίδρυμα στον παραπονούμενο, ενώ ισχυρίστηκε ότι όλες τις επιταγές προς τον παραπονούμενο τις πλαστογράφησε ο σύζυγός της. Ενώ αποφάσισε να καταγγείλει τον σύζυγό της στην Αστυνομία, την τελευταία στιγμή υποχώρησε λόγω των δύο παιδιών της, ένα εκ των οποίων είναι ανήλικο και αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα. Η ΣΠΕ Μέσα Γειτονιά ουδέποτε την ενημέρωσε για το ΚΑΠ, αλλά πιστεύει ότι ενημέρωσε τον σύζυγό της. Στην υποβολή ότι η τράπεζα με επιστολή ενημέρωσε για την καταγραφή στο ΚΑΠ, ανέφερε ότι όλα τα γράμματα πήγαιναν στο γραφείο του λογιστή τους και ο ίδιος πρέπει να ενημέρωσε τον σύζυγό της, αλλά όχι την ίδια. Δεν ανακάλεσε την πληρωμή των επιταγών γιατί δεν διαπίστωσε την παράδοση τους πριν αυτές να είναι πληρωτέες. Δεν αρνήθηκε ότι ο παραπονούμενος δάνεισε χρήματα στον σύζυγό της, αλλά ήταν έντονη στο ότι τα χρήματα αυτά δεν δόθηκαν ποτέ στην κατηγορούμενη
  5. Η κατηγορούμενη 2 ανέφερε ότι η οικονομική κατάσταση της 1ης κατηγορούμενης οφείλεται στον σύζυγό της, ο οποίος δανείστηκε όχι μόνο από τον παραπονούμενο αλλά και από άλλα πρόσωπα και γι' αυτό υπάρχουν και υποθέσεις στην Αστυνομία. Τον γραφολόγο, τον οποίο ανέφερε στην κυρίως εξέτασή της, δεν τον γνώριζε από πριν, ενώ τον είδε πρώτη φορά στο Δικαστήριο όπου έλαβε δείγματα της υπογραφής της. Την ίδια μέρα ο γραφολόγος της ζήτησε να του φέρει έγγραφα επί των οποίων να φαίνεται η υπογραφή της, η ίδια μετέβη στην οικία της και ότι έγγραφα μπόρεσε να βρει τα παρέδωσε στον γραφολόγο. Ο σύζυγός της αποχώρησε από την Κύπρο πριν το Πάσχα του 2014, ενώ μέχρι τότε συζούσαν για τυπικούς λόγους. Η κατηγορούμενη άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο παρά το επιφορτισμένο κλίμα εις το οποίο έδιδε μαρτυρία. Λαμβάνοντας υπόψη μου και την αόριστη μαρτυρία του ΜΚ1 αναφορικά με τις συνθήκες έκδοσης και παράδοσης της επίδικης επιταγής κρίνω ότι η κατηγορούμενη 2 έδωσε μια πιο σαφή εικόνα αναφορικά με τις συναλλαγές του εν διαστάσει συζύγου της με τον παραπονούμενο. Βεβαίως οφείλω να αναφέρω ότι προβληματίστηκα αναφορικά με τις θέσεις της κατηγορούμενης σε σχέση με την ύπαρξη και άλλων επιταγών απο την 1η κατηγορούμενη προς όφελος του παραπονούμενου και την άγνοια που αυτή είχε ενώ αυτές δεν αμφισβητήθηκε ότι εξαργυρώνονταν χωρίς πρόβλημα. Παρά την αναφορά αυτή στην μαρτυρία της κατηγορούμενης 2 που προκαλεί απορία, η θέση της ότι ευθύνη έχει ο εν διαστάσει σύζυγος της ο οποίος είχε και τον χειρισμό των οικονομικών δύναται και γίνεται αποδεκτή απο το Δικαστήριο νοουμένου ότι η μαρτυρία της κατηγορούμενης 2 δεν εξετάζεται μόνη της αλλά πάντοτε και σε συνδυασμό με την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Επεξηγώντας την θέση μου αυτή αναφέρω ότι ακόμα και ο ίδιος ο ΜΚ1 ανέφερε ότι τις διαπραγματεύσεις και τις συζητήσεις για το ποσό που ισχυρίζεται ότι δάνεισε τις είχε με τον σύζυγο της κατηγορούμενης 2 και η ίδια ενώ ήταν πάντα κατά τον ίδιο παρούσα δεν λάμβανε μέρος σε αυτές. Με συνδυασμό αυτή την θέση που ουσιαστικά αφήνει μετέωρη την ουσιαστική συμμετοχή της κατηγορούμενης 2 ενισχύεται η μαρτυρία της αναφορικά με τις συνθήκες έκδοσης της επιταγής και την θέση που ο σύζυγος της είχε στην διαχείριση των οικονομικών της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Περαιτέρω η κατηγορούμενη 2 ήταν σταθερή στις θέσεις και ισχυρισμούς της και στο πλαίσιο της μακροσκελούς αντεξέτασης της έδωσε την εικόνα ενός ανθρώπου που προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πεί την αλήθεια. Τα όσα ανέφερε συνεπώς γίνονται αποδεκτά απο το Δικαστήριο. ΜΥ1-Μάριος Μαρκίδης: Ως ΜΥ1 κατέθεσε ο Μάριος Μαρκίδης, ο οποίος στην κυρίως εξέτασή του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι δυνάμει της Κανονιστικής Διοικητικής Πράξης αρ. 152/98 ημερομηνίας 12.6.98 διορίστηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο ως εμπειρογνώμονας δικαστικός γραφολόγος. Αναγνώρισε το Τεκμήριο προς Αναγνώριση Α ως την Έκθεση του ημερομηνίας 19/11/2015, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε πλήρως (Τεκμήριο 10). Μέσω της δικηγόρου κας Έλενας Σιάχουρου, έλαβε εντολή για να διενεργήσει γραφολογική έρευνα και ετοιμασία έκθεσης με αντικείμενο τη γραφολογική διερεύνηση της γνησιότητας της υπογραφής που παρουσιάζεται στην επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 4), το οποίο εξέτασε στις 17/11/2015 στον ποινικό τμήμα του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Ο ΜΥ1 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι έτυχε εκπαίδευσης και ειδίκευσης στα εργαστήρια της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών της Αστυνομίας Κύπρου από το 1990-2013, στην εξέταση και ανάλυση γραφής και υπογραφών, στην ψηφιακή φωτογράφηση τεκμηρίων καθώς και στην εξέταση και αναγνώριση των στοιχείων ασφαλείας που περικλείονται στα έντυπα ασφαλείας. Επίσης, το 2007 του παραχωρήθηκε Πιστοποιητικό Διαπίστευσης με αρ. 346 (κατά ΕΛΟΤ ΕΝ ISO/IEC 17025:2005) για δικανική εξέταση αμφισβητούμενης γραφής και υπογραφής. Ο ΜΥ1 για τη γραφολογική σύγκριση μεταξύ της αμφισβητούμενης υπογραφής και των δειγμάτων εφάρμοσε τη «συγκριτική αναλυτική μέθοδο» η οποία είναι και διαπιστευμένη. Σύμφωνα με αυτή το ανθρώπινο χέρι δεν είναι ένας μηχανισμός που παράγει προϊόντα ακρίβειας αλλά ένας μηχανισμός που παράγει προϊόντα τα οποία υπόκεινται σε φυσικές παραλλαγές ή διακυμάνσεις που μπορεί να οφείλονται σε διάφορες αιτίες και κυμαίνονται μεταξύ ενός ανώτατου και ενός κατώτατου ορίου. Οι παραλλαγές αυτές όμως περιορίζονται μόνο στα επιφανειακά μέρη της γραφής, ενώ τα ιδιαίτερα ατομικά χαρακτηριστικά παραμένουν αναλλοίωτα και επαναλαμβάνονται. Προχώρησε σε αξιολόγηση της υπογραφής που εμφαίνεται επί της επίδικης επιταγής. Όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στην έκθεσή του εξετάστηκαν με τη βοήθεια μεγεθυντικού φακού και μικροσκοπίου. Για σκοπούς γραφολογικής σύγκρισης με την αμφισβητούμενη υπογραφή, χρησιμοποίησε συνολικά 39 δείγματα υπογραφής της κατηγορούμενης 2, 28 πρωτότυπα και 11 αντίγραφα. Απο αυτά τα 39 δείγματα, τα 15 είναι δείγματα ανύποπτου χρόνου και καλύπτουν μια περίοδο 21 χρόνων (απο το 1990 μέχρι το 2011) και τα οποία έχουν μεγαλύτερη γραφολογική αξία καθότι απουσιάζει παντελώς το στοιχείο της δόλιας προαίρεσης. Ο ΜΥ1 ανέλυσε με λεπτομέρεια τα γραφολογικά γνωρίσματα των δειγμάτων αλλά και της αμφισβητούμενης υπογραφής και επεξήγησε τον τρόπο τον οποίο χρησιμοποίησε για να καταλήξει στο αποτέλεσμα του. Δεν κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να αναλύσω με λεπτομέρεια τα όσα ο ΜΥ1 ανέφερε σε σχέση με τα γραφολογικά γνωρίσματα των υπογραφών που εξέτασε εφόσον όλος του ο συλλογισμός και η ανάλυση βρίσκεται καταγεγραμμένος τόσο στα πρακτικά όσο και στο Τεκμήριο 10 την έκθεση του. Συνοπτικά αναφέρω ότι ο ΜΥ1 κατέταξε τις διαφορές της αμφισβητούμενης υπογραφής με τα δείγματα σε τέσσερα σημεία. Κατά πρώτο λόγο υπάρχει διαφορά στην μορφή και στον τρόπο σχηματισμού των γραμμάτων, δεύτερο υπάρχει διαφορά στις συνδέσεις των γραμμάτων και τρίτο διαφέρει ο τονισμός. Τέλος σύμφωνα με τον ΜΥ1 διαφορά υπάρχει και στην σχέση των γραμμάτων με οριζόντια γραμμή. Εν κατακλείδι της κυρίως εξέτασης του ο ΜΥ1 ανέφερε ότι με βάση ττην έρευνα του η αμφισβητούμενη υπογραφή επί της επιταγής - τεκμήριο 4 παρουσιάζει διαφορές με τα δείγματα που έλαβε και χρησιμοποίησε για σύγκριση και καταλήγει ότι αυτή δεν είναι γνήσια υπογραφή της κατηγορούμενης
  6. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 απάντησε σε σωρεία ερωτήσεων αναφορικά με την μέθοδο που χρησιμοποίησε αλλά και τα δείγματα υπογραφής που είχε στην διάθεση του για να συγκρίνει με την αμφισβητούμενη επί της επίδικης επιταγής. Αναφορικά με τα έγγραφα που του παρουσίασε η κατηγορούμενη 2 ο ΜΥ1 ανέφερε ότι εκτός απο τα δείγματα που ο ίδιος λαμβάνει ζητώντας της κατηγορούμενης να υπογράψει ενώπιον του, ζήτησε να του παρουσιάσει δείγματα ανύποπτου χρόνου είτε σε επίσημα είτε σε ανεπίσημα έγγραφα κατά προτίμησε προτώτυπα και πλησιόχρονα με την αμφισβητούμενη υπογραφή. Περαιτέρω ανέφερε ότι στην έκθεση του επισυνάπτει αντίγραφα των εγγράφων που εξέτασε αλλά όπου αναφέρει ότι εξέτασε τα πρωτότυπα έτσι έγινε. Τα δείγματα που χρησιμοποίησε έχουν ημερομηνίες του 1990, 1991, 1997, 2001, 2002, 2011 και 24 δείγματα που λήφηκαν στις 17/11/
  7. Δέχτηκε την θέση ότι η πλειοψηφία των δειγμάτων δεν ήταν πλησιόχρονη της επίδικης υπογραφής πλην του 2011 όμως ανέφερε ότι η κάθε υπόθεση εξετάζεται με βάση τα δικά της δεδομένα. Επεξήγησε δε απαντώντας στην θέση ότι τα δείγματα δεν ήτνα πλησιόχρονα ότι ο κανόνας της δικαστικής γραφολογίας είναι να χρησιμοποιούνται όσο το δυνατό πλησιόχρονα δείγματα με την αμφισβητούμενη γραφή. Στην προκειμένη περίπτωση είχε μια υπογραφή του 2012 και δείγματα απο το 1990 μέχρι και το 2011 επιπλέον τα δείγματα που ο ίδιος έλαβε. Όλα τα δείγματα είχαν κοινά γραφολογικά γνωρίσματα, σταθερά και επαναλαμβανόμενα και έκρινε ότι και τα 39 είναι γνήσιες υπογραφές της κατηγορούμενης
  8. Συμφώνησε περαιτέρω ότι εξέτασε τα έγγραφα που του έφερε ο η κατηγορούμενη 2 ενώ όταν του ζητήθηκε να συγκρίνει την αμφισβητούμενη υπογραφή με Τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι δεν μπορεί να το πράξει αυτό χωρίς εξοπλισμό και η οποιαδήποτε άποψη τίθετο με αυτό τον τρόπο θα ήτο επισφαλής. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει το μορφωτικό επίπεδο της κατηγορούμενης 2, ενώ δεν την ρώτησε την μητρική της γλώσσα. Στην υποβολή ότι τα δεδομένα αυτά είναι απαραίτητα στην δικαστική γραφολογία απάντησε ότι υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια σύγκρισης και για την σύγκριση που γίνετε μεταξύ δειγμάτων και αμφισβητούμενης υπογραφής λαμβάνετε υπόψη κατά πόσο αυτά δόθηκαν κατόπιν ελεύθερης γραφής ή με προσπάθεια αντιγραφής η άλλα στοιχεία παραπλάνησης. Σύμφωνα με τον ΜΥ1 τα όσα του υποβλήθηκαν απο τον συνήγορο του παραπονούμενου αποτελούν στοιχεία εξεταζόμενα απο την γραφοψυχολογία και σεν έχουν σχέση με την δικαστική γραφολογία. Ο ΜΥ1 επέμεινε στην θέση του ότι ακολούθησε την νενομισμένη διαδικασία λήψης δειγμάτων απο την κατηγορούμενη 2 ακολουθώντας και την αστυνομική διάταξη 3/14 ανώ αρνήθηκε έντονα την θέση ότι κατά την λήψη των δειγμάτων η κατηγορούμενη 2 είχε μπροστά της το Τεκμήριο 4, την επίδικη επιταγή καθότι ο ίδιος είχε μόνο στην μνήμη της φωτογραφικής του το τεκμήριο 4, το οποίο νωρίτερα είχε λάβει στην παρουσία της αρμόδιας πρωτοκολλητού. Στο κατά πόσο θα έπρεπε να εξετάσει δείγμα γραφής της κατηγορούμενης και όχι μόνο υπογραφής, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι δεν μπορεί να συγκριθεί γραφή με υπογραφή καθότι πρόκειται για 2 διαφορετικά κεφάλαια της δικαστικής γραφολογίας. Ο ΜΥ1 αποδέχτηκε ότι αρκετά απο τα δείγματα που χρησιμοποίησε είναι παλαιά σε σχέση με τον χρόνο του τεκμηρίου 4 όμως κατά τον ίδιο παρουσιάζουν συνέπεια στα γραφολογικά τους γνωρίσματα ενώ ο ίδιος δεν γνωρίζει ποιό είναι το άτομο που κατ' ισχυρισμό της κατηγορούμενης υπέγραψε το τεκμήριο 4 και δεν τον ενδιαφέρει. Για την κατηγορούμενη 2 θυμάται ότι διορίστηκε για να εξετάσει και άλλη αμφισβητούμενη υπογραφή αλλά η κάθε υπόθεση είναι ξεχωριστή. Για αυτή την άλλη υπόθεση προχώρησε σε έρευνα λαμβάνοντας στοιχεία και απο το ΤΑΕ Λεμεσού όπου έλαβε φωτογραφίες δειγμάτων υπογραφής 2 προσώπων των οποίων την σχέση με την κατηγορούμενη δεν ήξερε. Δεν εξέτασε τα ληφθέντα ως πιο πάνω δείγματα για να προβεί σε έλεγχο κατά πόσο το ενα εκ των 2 προσώπων υπέγραψε την επίδικη επιταγή καθότι οι οδηγίες τους δεν ήταν αυτές και ο ίδιος δεν είναι αστυνομικός ανακριτής. Ο ΜΥ1 αντεξετάστηκε και αναφορικά με τα γραφολογικά γνωρίσματα και κάποιες διαφορές επί των δειγμάτων σε συγκεκριμένα γράμματα αναφέροντας ότι το ανθρώπινο χέρι δεν είναι μηχανισμός που παράγει προιόντα εργασίας όπως τον εκτυπωτή ή μια σφραγίδα αλλά είναι ενας μηχανισμός που παράγει προιόντα που υπόκεινται σε παραλλαγές. Αυτές οι παραλλαγές όμως επικεντρώνονται σε γενικά γραφολογικά γνωρίσματα της γραφής ενός προσώπου ενώ τα ιδιαίτερα γραφολογικά χαρακτηριστικά που προσδίδουν ατομικότητα στην γραφή ή υπογραφή είναι αυτά που παραμένουν αμετάβλητα και καθορίζουν το συγκεκριμένο άτομο. Για την υπό εξέταση περίπτωση και παραπέμποντας στην έκθεση του ο ΜΥ1 ανέφερε ότι έχει βασιστεί σε ένα συνδυασμό 4 γραφολογικών γνωρισμάτων ο οποίος παραμένει σταθερός, επαναλαμβανόμενος και δεν αλλοιώνεται με φωτοτύπιση σε βαθμό που να είναι μη αναγνωρίσιμος. Η υπογραφή με την πάροδο των ετών δημιουργεί παραλλαγές οι οποίες όμως κυμαίνονταισε φυσιολογικά πλαίσια. Στην παρούσα περίπτωση οι παραλλαγές που εντοπίζονται στα 25 χρόνια που καλύπτουν τα 39 δείγματα δεν ξεφεύγουν απο τα φυσιολογικά πλαίσια των παραλλαγών της γνήσιας υπογραφής της κατηγορούμενης
  9. Ολοκληρώνοντας την αντεξέταση του ο ΜΥ1 ανέφερε ότι όλα του τα συμπεράσματα βασίζονται στην συγκριτική μέθοδο η οποία είναι διαπιστευμένη ενώ η πλήρης γραφολογική εξέταση εντάσσεται στα πλαίσια των θεμελιωδών κανόνων που διέπουν την γραφολογική εξέταση. Η μαρτυρία του ΜΥ1 κατατάσσεται στην κατηγορία της μαρτυρίας πραγματογνώμονα, αφού ο ΜΥ1 κλήθηκε να καταθέσει σε σχέση με το κατά πόσο η υπογραφή που φαίνεται στην επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 4) είναι η γνήσια υπογραφή της κατηγορούμενης
  10. Το θέμα επομένως για το οποίο κλήθηκε να καταθέσει είναι εξειδικευμένο για το οποίο απαιτείται ειδική γνώση. Ο ΜΥ1 κατέθεσε για την ειδική εκπαίδευση της οποίας έτυχε αλλά και για την πείρα του και αυτό το σκέλος της μαρτυρίας του δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Ως προς τον τρόπο με τον οποίο τα Δικαστήρια προσεγγίζουν μαρτυρία προερχόμενη από πραγματογνώμονα αναφέρονται τα πιο κάτω στο σύγγραμμα «Δίκαιο της Απόδειξης» του πρώην Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Τάκη Ηλιάδη σελ. 139-140: «To καθήκον ενός πραγματογνώμονα έχει καθορισθεί αρκετά παραστατικά στην υπόθεση Davie v. Edinborough Magistrates ως ακολούθως: " Η υποχρέωση των πραγματογνωμόνων είναι να προμηθεύσουν στο Δικαστή ή στους ενόρκους τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων τους, για να μπορούν έτσι ο Δικαστής ή οι ένορκοι να σχηματίσουν την δική τους ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία" Η ίδια προσέγγιση έχει υιοθετηθεί και στην Κύπρο. Σύμφωνα με το Δικαστή Στυλιανίδη: " Με την πρόοδο της γνώσης, επιστήμης και τεχνολογίας, τα Δικαστήρια δέχονται μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώση τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα γίνεται αποδεκτή για να προμηθεύσει το Δικαστήριο με επιστημονική μαρτυρία, που μπορεί να μην βρίσκεται μέσα στις γνώσεις και εμπειρίες του Δικαστή.... Οι πραγματογνώμονες καλούνται ως μάρτυρες προς υποστήριξη των θέσεων των διαδίκων όταν εξετάζονται τεχνικά θέματα. Το καθήκον των μαρτύρων αυτών είναι η παρουσίαση των αναγκαίων επιστημονικών κριτηρίων για την δοκιμασία της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους, έτσι που να δώσει την ευχέρεια στο Δικαστήριο να σχηματίσει την δική του ανεξάρτητη γνώμη με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία." » Ο ΜΥ1 επεξήγησε την μέθοδο που εφάρμοσε, ήτοι την συγκριτική αναλυτική μέθοδο, προς τον σκοπό σύγκρισης της αμφισβητούμενης υπογραφής με τις υπογραφές - δείγματα της Κατηγορούμενης
  11. Περαιτέρω, έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα επιστημονικά κριτήρια με τα οποία εξακριβώνεται κατά πόσο μία υπογραφή είναι γνήσια ή όχι. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές, καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ΜΥ1 αποδέχομαι την μαρτυρία του ως αξιόπιστη καθότι αυτή δόθηκε εμπερειστατωμένα μέσα απο τις γνώσεις του ως εξιδεικευμένος γραφολόγος και κρίνω ότι οι θέσεις του αυτές δεν κλονίστηκαν κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Σημειώνω επίσης ότι κατά την αντεξέταση του ΜΥ1 οι θέσεις που προβλήθηκαν ακόμα και μέσα απο συγράμματα που αφορούν την δικαστική γραφολογία δεν κατάφεραν να εγείρουν αμφιβολίες ή να θέσουν ερωτηματικά σε σχέση με την ποιότητα και την επάρκεια της γραφολογικής εξέτασης που διενήργησε ο ΜΥ
  12. Τελικές Αγορεύσεις Με το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας με την παρουσίαση όλων των μαρτύρων, αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι παρουσίασαν με γραπτές αγορεύσεις τις τελικές τους θέσεις και εισηγήσεις (Έγγραφα Δ και Ε αντίστοιχα). Στις ομολογουμένες εμπεριστατωμένες και βοηθητικές τους αγορεύσεις ανέλυσαν απο την δική τους σκοπιά την δοθείσα μαρτυρία και με παρέπεμψαν σε νομολογία αλλά και συγγράμματα κυρίως σε σχέση με την δικαστική γραφολογία. Τα όσα αμφότεροι οι συνήγοροι ανέφεραν έχουν μελετηθεί δεόντως απο το Δικαστήριο και δεν υπάρχει λόγος να τα επαναλάβω στην παρούσα απόφαση. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καθώς και τα παραδεκτά γεγονότα καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Η Κατηγορούμενη 2 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και μέχρι σήμερα Διευθύντρια της 1ης κατηγορούμενης εταιρείας, και το μοναδικό εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να υπογράφει επιταγές εκ μέρους της 1ης Κατηγορούμενης. Η κατηγορούμενη 1 είναι εγγεγραμμένη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με δραστηριότητες την εισαγωγή και διάθεση προϊόντων από το εξωτερικό. Η κατηγορούμενη 1 διατηρεί περίπτερο - μίνι μάρκετ στην περιοχή Αγίου Αθανασίου στην Λεμεσό. Η επίδικη επιταγή, τεκμήριο 4, έχει κατατεθεί στην Marfin Popular Bank στις 20/08/
  13. Η επίδικη επιταγή έχει επιστραφεί με την ένδειξη ότι ο λογαριασμός έχει παγοποιηθεί - ΚΑΠ και σφραγίστηκε σχετικά στις 22/08/
  14. Ο επίδικος λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 έχει καταχωρηθεί στο ΚΑΠ στις 08/08/
  15. Η επίδικη επιταγή στα πλαίσια κάποιας σχέσης και/ή συναλλαγής του παραπονούμενου με τρίτο πρόσωπο παραδόθηκε στον παραπονούμενο απο το πρόσωπο αυτό. Η επίδικη επιταγή έφερε υπογραφή που ομοιάζει με την υπογραφή της κατηγορούμενης 2, του προσώπου που ήταν εξουσιοδοτημένο να υπογράφει επιταγές της 1ης κατηγορούμενης, και το τραπεζιτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επίδικη επιταγή δεν επέστρεψε αυτή λόγω διαφοράς στην υπογραφή. Νομική Πτυχή Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
  1. Η έκδοση επιταγής.
  2. Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
  3. Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα.
  4. Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
  5. Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Η Κατηγορούμενη 2 αντιμετωπίζει το αδίκημα της συνέργειας στην έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος. Ουσιαστικά κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  6. Έχει νομολογηθεί πως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σε αυτό, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός, δυνάμει του άρθρου 20 του Νόμου. (βλ. Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της Εταιρείας C.H. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas & Associates Ltd κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523). Η ευθύνη με βάση το άρθρο 305Α του Νόμου βαρύνει τον εκδότη και σε περιπτώσεις επιταγών εταιρείας, εκδότης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή σύμβουλος που υπογράφει την επιταγή, που γενικά θεωρείται ως αντιπρόσωπος της εταιρείας. Στην υπόθεση Bondina Ltd v. Rollaway Shower Blinds Ltd [1986] 1 W.L.R. 517, υποδείχθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, η οποία και παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000 στη σελίδα 70, παράγραφος Α. 5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 ΑΑΔ 261 αναφέρθηκε ότι έστω και αν μπορούσε να θεωρηθεί πως το αδίκημα του άρθρου 305Α του Νόμου είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης, όσον αφορά συνεργό θα πρέπει να αποδεικνύεται ένοχη διάνοια. Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι ( Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Συμπεράσματα Όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που άπτονται της κατάθεσης της επιταγής, της μη τίμησης της και της παρουσίασης της στην τράπεζα είναι παραδεκτά και ως τέτοια αποτέλεσαν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Εκείνο που παραμένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο αποδείχθηκε στον απαιτούμενο βαθμό η έκδοση της επιταγής η οποία βεβαίως άπτεται και είναι άμεσα συνυφασμένη με την υπογραφή της απο πρόσωπο το οποίο έχει εξουσιοδότηση να εκδίδει τέτοιες επιταγές. Βεβαίως το ζήτημα της ένοχης σκέψης της κατηγορούμενης 2 δεν εξετάζεται πριν την εξέταση της έκδοσης της επιταγής ενόψει του ότι σε περίπτωση που η έκδοση δεν έχει αποδειχθεί η εξέταση της ένοχης σκέψης παρέλκει ως αχρείαστη. Στην προκειμένη περίπτωση, απο την πρώτη στιγμή, απο τα αρχικά στάδια της ακρόασης η γραμμή της υπεράσπισης ήταν ξεκάθαρη. Η υπεράσπιση προώθησε ότι η επιταγή δεν εκδόθηκε απο την κατηγορούμενη 2 διευθύντρια αλλά αποτέλεσε προιόν κλοπής ή υπεξαίρεσης απο τον σύζυγο της ο οποίος και πλαστογράφησε την υπογραφή της. Αποτελεί δε εύρημα του Δικαστηρίου ότι η επιταγή αυτή δόθηκε απο το πρόσωπο αυτό στον παραπονούμενο. Η μαρτυρία του ΜΚ1, εξεταζόμενη όχι αποκλεισμένη απο την υπόλοιπη μαρτυρία αλλά πάντοτε ειδωμένη και σε σχέση με αυτήν, δεν έγινε αποδεκτή. Μέσα απο την προσαχθείσα από πλευράς παραπονούμενου μαρτυρία καταλήγω ότι η έκδοση της επιταγής απο την κατηγορούμενη 1 μέσω της κατηγορούμενης 2 ως του προσώπου που νομιμοποιείτο να πράξει τούτο δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, βαθμό. Σχετική στο σημείο αυτό είναι η απόφαση στην υπόθεση Γιάννη Βούρα -v- Ανδρέας, Λουκάς, Ματθαίος Γενικές Μεταφορές Λτδ κ.α.
(2003)2 ΑΑΔ 135) στην οποία με παρέπεμψε και ο ευπαίδευτος συνήγορος του παραπονούμενου όπου το Πρωτόδικο Δικαστήριο απάλλαξε και αθώωσε τους εφεσίβλητους με ενδιάμεση απόφαση του στο εκ πρώτης όψεως επειδή ακριβώς θεώρησε ότι δεν είχε αποδειχθεί η πατρότητα της υπογραφής με έναν από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους. Σύμφωνα με το Πρωτόδικο Δικαστήριο η τραπεζική υπάλληλος που είχε κληθεί να καταθέσει ανέφερε μεν για την υπογραφή της επιταγής ότι «την έχουν υπογράψει ο κ. Ματθαίος Ιωάννου και ο κ. Λουκάς Λουκά», όμως δεν έκαμε καμιά αναφορά από πού και πως γνωρίζει ότι είναι τα πρόσωπα αυτά που υπέγραψαν την επιταγή, ούτε αν γνωρίζει αν έχει δείγματα υπογραφής τους, παρά το γεγονός ότι, όπως ανέφερε, ήταν υπεύθυνη του λογαριασμού. Το Ανώτατο Δικαστήριο δε, απορρίπτοντας την Έφεση που ασκήθηκε κατά της αθωωτικής απόφασης ανέφερε τα εξής: " ... Δεν έχουμε πεισθεί ότι συντρέχουν λόγοι επέμβασης μας. Δεν υπήρχαν τα μαρτυρικά στοιχεία από τα οποία μπορούσε να συναχθεί ότι η εφεσίβλητη εταιρεία εξέδωσε την επιταγή. Ο εφεσίβλητος 2 δεν εμπλέκεται. Δεν υπήρξε καν ισχυρισμός ότι υπέγραψε την επιταγή. ... ... Η δικαστής ορθά χρησιμοποίησε την υπόθεση Μάρω Χ''Ιωάννου, ανωτέρω, για καθοδήγηση. Είναι εκ των ων ουκ άνευ να υπάρχει συμπαγής ή νόμιμη μαρτυρία αναφορικά με την πατρότητα της επιταγής. Χρειάζεται μαρτυρία που έχει δυνητικά τέτοια ποιότητα ή αξιοπιστία. Διαφορετικά ελλείπει ο συνδετικός κρίκος της συγκεκριμένης επιταγής με τον εκδότη της. Με την άρνηση των κατηγοριών, ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Και στην προκείμενη περίπτωση ότι οι εφεσίβλητοι εξέδωσαν την επίδικη επιταγή. Η υπεράσπιση δε δέχθηκε ποτέ, όπως προκύπτει από το χειρισμό της υπόθεσης, ότι είχαν τέτοια ανάμειξη. Είναι φανερό από τη σχετική μαρτυρία της Μ.Κ.2, ιδωμένης και υπό το πλαίσιο της όλης μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, ότι δεν είχε ιδία αντίληψη αναφορικά με την προέλευση των υπογραφών της επιταγής ή των οδηγιών για τη μη πληρωμή. Έλειπε επομένως παντελώς το υλικό που θα μπορούσε να στηρίξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. .. " Στο σημείο αυτό οφείλω βεβάιως να παραπέμψω και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ποινική Έφεση 272/15, Μιχάλη Ζιτή εναντίον Οργάνωση Παραγωγών Συνεργατική Εταιρεία Διαθέσεως Γεωργικών Προιόντων (ΣΕΓΙΔΕΠ) Λύσης Λτδ, 4/3/2016 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το ζήτημα της απόδειξης υπογραφής μιας επιταγής, «Το γεγονός ότι ο εφεσείων ήταν διευθυντής της Εταιρείας και το μόνο πρόσωπο που είχε εξουσία να υπογράφει επιταγές που αυτή εξέδιδε, ήταν αφ΄ εαυτού ικανό στοιχείο να εκληφθεί από την Τράπεζα ότι η υπογραφή στις εντολές ανάκλησης των επιταγών ήταν δική του εφόσον μόνο αυτός της είχε δώσει δείγμα υπογραφής για ό,τι είχε σχέση με τις επιταγές της Εταιρείας. Κάτω απ΄ αυτά τα δεδομένα το βάρος απόδειξης ότι η υπογραφή στις εντολές ανάκλησης δεν ήταν του εφεσείοντα είχε μετέλθει στον ίδιο εφόσον επρόκειτο για θέμα που ήταν αποκλειστικά στη σφαίρα της δικής του γνώσης και σε τέτοιες περιπτώσεις το να εναποτίθεται το υπό αναφορά βάρος στον αποδέκτη μιας επιταγής θα αντιστρατευόταν κάθε έννοια λογικής, θα έπληττε την ασφάλεια των συναλλαγών και θα δημιουργούσε πολυπλοκότητα σε ένα ζήτημα που από τη φύση του είναι απλό. Επικαλέστηκε συναφώς ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα την υπόθεση X¨Ιωάννου (ανωτέρω), όπου αποφασίστηκε πως «Από τη στιγμή που η εφεσείουσα αρνήθηκε την υπογραφή της επιταγής - και αυτό διεφάνη από την αρχή - ο κατήγορος όφειλε να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, την πατρότητα της υπογραφής με ένα από τους αποδεκτούς τρόπους απόδειξης». Παραβλέπει όμως ότι στην υπό κρίση περίπτωση ο εφεσείων δεν αρνήθηκε ευθαρσώς ότι η υπογραφή στις εντολές ανάκλησης δεν ήταν δική του, αλλά περιορίστηκε στο να κτίσει επιχειρηματολογία ότι δεν αποδείχτηκε ότι η υπογραφή ήταν δική του στη βάση της μαρτυρίας του τραπεζικού υπαλλήλου ότι δεν είναι γραφολόγος για να πει με βεβαιότητα πως η υπογραφή ήταν όντως δική του. Όπως παραγνωρίζει και το ότι τα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης διαφοροποιούνται ουσιωδώς από τα γεγονότα της X¨Ιωάννου. Στη Χ¨Ιωάννου ο παραπονούμενος είχε δανείσει χρήματα στον σύζυγο της εφεσείουσας ο οποίος ήταν εργοδότης του και ο τελευταίος του έδωσε επιταγή της συζύγου του, η οποία αρνήθηκε ότι είχε υπογράψει τέτοια επιταγή. Η παρούσα όμως αφορά υπογραφή εντολών ανάκλησης επιταγών που υπογράφηκαν από τον εφεσείοντα που μόνο αυτός είχε εξουσιοδότηση να υπογράφει και αν κάποιος άλλος, μη εξουσιοδοτημένος, είχε υπογράψει τις εν λόγω εντολές, το αναμενόμενο θα ήταν να προβεί σε ανάκληση των εντολών μη πληρωμής των επιταγών. Διαπιστώνεται δηλαδή εν τέλει ότι ο εφεσείων δεν ενεργεί με καλή πίστη και τα παράπονα που διατυπώνει για την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης κρίνονται παντελώς αβάσιμα». (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου). Η προκειμένη περίπτωση ομοιάζει με τα γεγονότα της Χ΄΄Ιωάννου ανωτέρω, συνεπώς προκύπτει ότι η κατηγορούσα Αρχή όφειλε υπό το φως της υπεράσπισης που τέθηκε ευθαρσώς και από την αρχή της ακρόασης, να παρουσιάσει μαρτυρία αναφορικά με την πατρότητα της υπογραφής επί της επίδικης επιταγής η οποία να είναι σε τέτοιο βαθμό ικανή να αποδείξει την αλήθεια των ισχυρισμών της. Ακόμα όμως και μέσα απο την μαρτυρία της ΜΚ2 η πατρότητα της υπογραφής δεν αποδείχθηκε αντίθετα παρέμεινε μετέωρη. Η ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν είναι γραφολόγος και παρά το ότι οι 2 υπογραφές του δείγματος και της επίδικης ομοιάζουν, έχουν και διαφορές. Καμία θετική μαρτυρία δεν δόθηκε ούτε απο την ΜΚ2 περί της πατρότητας της υπογραφής και ιδιαίτερα κανένας ισχυρισμός ότι η κατηγορούμενη 2 σίγουρα και χωρίς αμφιβολία υπέγραψε το Τεκμήριο 4. Συνεπώς και με βάση το σκεπτικό που ανωτέρω προσπάθησα να αναλύσω καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την έκδοση της επίδικης επιταγής και την πατρότητα της υπογραφής επ' αυτής. Οφείλω όμως να αναφέρω και τα όσα προκύπτουν μέσα απο την μαρτυρία του ΜΥ1. Σαφέστατα το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κατηγορίας βαρύνουν την πλευρά της Κατηγορούσας αρχής η οποία οφείλει να παρουσιάσει μαρτυρία για την απόδειξη αυτών πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στην παρούσα περίπτωση δεν έχει μεταφερθεί με οιοδήποτε αποδεχτό νομικά τρόπο το βάρος απόδειξης στους ώμους των κατηγορούμενων εφόσον η έκδοσης της επιταγής υπογραφόμενης από πρόσωπο εξουσιοδοτημένο να πράξει τούτο εναπόκειται αποκλειστικά στην πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής. Η μαρτυρία του ΜΥ1 όμως, η οποία έγινε αποδεκτή στο σύνολο της, οφείλω να αναφέρω ότι έχει κατ' ελάχιστον δημιουργήσει σοβαρές και προφανείς αμφιβολίες αναφορικά με την πατρότητα της υπογραφή επί της επίδικης επιταγής απο την κατηγορούμενη 2. Συνεπώς και με βάση τα όσα ανωτέρω ανέφερα καταλήγω ότι η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι 1 και 2 απαλλάσσονται και αθωώνονται στις κατηγορίες που ένας έκαστος εξ' αυτών αντιμετωπίζουν. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των κατηγορουμένων 1 και 2 και εναντίον του παραπονούμενου ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................... Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.