Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. VASILE STOISESCU, Αρ. Υπόθεσης: 8546/16, 19/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B73 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου-Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8546/16 ΑΙΤΗΣΗ ΠΑΡΑΠΟΜΠΗΣ ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού v. VASILE STOISESCU Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 19 Απριλίου, 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος. Γ. Αργυρού Για τον Κατηγορούμενο: κα. Α. Λαζάρου Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ (ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ) Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά 3 κατηγορίες οι οποίες αφορούν: 1. Εκβίαση κατά παράβαση του άρθρου 290Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, (Κατηγορία 1). 2. Απαίτηση περιουσίας με απειλές με σκοπό την κλοπή κατά παράβαση του άρθρου 290 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (Κατηγορία 2). 3. Αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(iii)
(2)και 5 (α) του Περί Παρεμπόδισης και καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες Νόμου 188
(1)2007 όπως τροποποιήθηκε. Ο κατηγορούμενος σε προηγούμενο στάδιο παραπέμφθηκε σε απευθείας δίκη στο Κακουργιοδικείο, το οποίο θα συνέλθει σε συνεδρία στη Λεμεσό στις 07/06/2016 και ώρα 9:00π.μ. Μετά την εξέλιξη αυτή, η Κατηγορούσα Αρχή υπέβαλε αίτημα όπως το Δικαστήριο διατάξει την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την έναρξη της δίκης του στο Κακουργιοδικείο. Το αίτημα αυτό προσέκρουσε στην ένσταση της συνηγόρου του κατηγορούμενου. Προς υποστήριξη του αιτήματός της η Κατηγορούσα Αρχή επικαλέσθηκε:
- την πιθανότητα / κίνδυνο μη προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη, όπως αυτή προκύπτει από : (α) τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος (β) την πιθανότητα καταδίκης του, με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία (γ) το ύψος των ποινών που προβλέπονται από τον Νόμο σε περίπτωση καταδίκης (δ) την πιθανότητα φυγοδικίας του κατηγορούμενου. Προς υποστήριξη των ανωτέρω ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής παρέπεμψε στο μαρτυρικό υλικό - Τεκμήριο 1, και ειδικότερα στην μαρτυρία του παραπονούμενου αλλά και στις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας 3 και 4 η οποία είναι ενισχυτική της μαρτυρίας του παραπονούμενου. Επίσης αναφέρθηκε στο ότι ο κατηγορούμενος, είναι ευρωπαίος υπήκοος, Ρουμάνος, ενώ στην Κύπρο διαμένει μόνο η αδελφή του η οποία είναι νυμφευμένη με Κύπριο. Δεν διατηρεί στενούς δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία και ο κίνδυνος διαφυγής του είναι μεγάλος.
- Την πιθανότητα διάπραξης από πλευράς του κατηγορούμενου άλλων αδικημάτων λόγω της φύσης του κατηγορητηρίου, της συχνότητας των ισχυριζόμενων διαπραχθέντων αδικημάτων.
- Τον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων καθότι υπάρχει εύλογη υποψία προς τούτο ενόψει του ότι ο κατηγορούμενος εργάζεται ως παρκαδόρος σε χώρο στάθμευσης που βρίσκεται πλησίον του ιατρείου του παραπονούμενου αλλά και πλησίον των μαρτύρων κατηγορίας 3 και
- Συνεπεία τούτων υπάρχει πιθανότητα να προκύψει επηρεασμός σε συνδυασμό με το ότι υπάρχει καταγεγραμμένη καταγγελία στην Αστυνομία, η οποία διερευνάται, ότι ο παραπονούμενος απειλήθηκε κατά τις 13 και 14 Απριλίου
- Η ευπαίδευτη συνήγορος Υπεράσπισης του κατηγορουμένου, στη δική της αγόρευση υποστηρίζοντας την ένσταση του κατηγορουμένου, υποστήριξε τους λόγους για τους οποίους, κατά την άποψή της, ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερος, με περιοριστικούς όρους, μέχρι την ημερομηνία της δίκης του, οι οποίοι συνοπτικά έχουν ως ακολούθως: - Η απόλυση με εγγύηση του κατηγορουμένου αποτελεί την πρώτη επιλογή του Δικαστηρίου σύμφωνα με την νομολογία και τυχόν διαταγή για κράτηση θα πρέπει να επιβάλλεται με φειδώ σύμφωνα και με σχετική νομολογία. Προς τούτο εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος δύναται να υπογράψει προσωπική εγγύηση ή εγγύηση μέσω αξιόχρεου εγγυητή για ποσό μέχρι και €10.000-, να παραδώσει τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και να παρουσιάζεται καθημερινά σε Αστυνομικό Σταθμό. - Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν θα πρέπει να απομονώνεται, αλλά θα πρέπει να κρίνεται σε συνδυασμό με τις άλλες προϋποθέσεις που έχουν καθιερωθεί νομολογιακά. Σύμφωνα με την ευπαίδευτη συνήγορο του κατηγορούμενου, τόσο η άρρωστη μητέρα του όσο και η αδελφή του είναι μόνιμοι κάτοικοι Κύπρου ενώ ο ίδιος διαμένει μόνιμα εδώ και 9 χρόνια στην Κύπρο. Περαιτέρω, δεν έχει άλλους συγγενείς σε οποιαδήποτε άλλη χώρα. Ο κατηγορούμενος σύμφωνα με τη συνήγορό του είναι καλού χαρακτήρα και προς τούτου υπάρχουν μάρτυρες. - Από την κράτησή του θα επηρεαστεί δυσμενώς η ετοιμασία της υπεράσπισής του. - Σε ότι αφορά τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων, η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου έθεσε τη θέση ότι για τις καταγγελθείσες απειλές στις 13 και 14 Απριλίου, ο κατηγορούμενος βρισκόταν υπό κράτηση ενώ για τον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων ανέφερε ότι ο ΜΚ4 έδωσε ήδη την κατάθεσή του και τα στοιχεία που του ζητήθηκαν, ως εκ τούτου δεν μπορεί να επηρεασθεί. Τα όσα αμφότεροι οι συνήγοροι ανέφερεαν για σκοπούς στήριξης των εκατέρωθεν θέσεών τους έχουν καταγραφεί και λαμβάνονται υπόψη, συνεπώς δεν υπάρχει λόγος να τα παραθέσω αυτούσια. Για την έκδοση της παρούσας απόφασης έχω λάβει υπόψη μου τα όσα εισηγήθηκαν αμφότερες οι πλευρές και έχω μελετήσει επισταμένως τη σχετική Νομολογία, στην οποία αναφέρθησαν αμφότεροι οι συνήγοροι, τόσο του Κατηγορούμενου, όσο και της Κατηγορούσας Αρχής. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - Εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση Η εξουσία του Δικαστηρίου όσον το αφορά αίτημα κράτησης του Κατηγορούμενου μέχρι την ημερομηνία της δίκης του ενώπιον του Κακουργιοδικείου, στο οποίο έχει ήδη παραπεμφθεί σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας αυτής, εδράζεται στα άρθρα 48 και 157
(1)της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155. Το Δικαστήριο, εξετάζοντας ένα αίτημα κράτησης κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του, πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτησή του αποτελεί έναν σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 373 αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Ως ζήτημα γενικής αρχής, η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά εφόσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στη δίκη του. Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία των κατηγορουμένων στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται αποδεκτή εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με βάση παγίως καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109 απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου και είναι:
- Η πιθανότητα/κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο
- Η πιθανότητα/κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων
- Η πιθανότητα/κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς δύναται να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης. Δεν είναι συνεπώς απαραίτητη η συνδρομή και των τριών πιο πάνω παραγόντων για να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7). Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολής αυστηρής ποινής, αποτελούν βασικούς δείκτες που αφορούν στην εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορουμένου στη δίκη του. Στη Θεοδωρίδη κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139, επισημάνθηκε ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα αυξημένο είναι και το κίνητρο του υποδίκου να αποφύγει τη δίκη του. Βεβαίως υπάρχουν διαβαθμίσεις στη σοβαρότητα των αδικημάτων ανάλογα με τις συνθήκες, τα γεγονότα και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. Στην Οικονομίδης V Αστυνομίας, Π.Ε. 7514, ημερ. 05.11.2003, επισημαίνεται ότι η σοβαρότητα του αδικήματος ήταν αυταπόδεικτη από τη στιγμή που για ένα από τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται προβλέπεται φυλάκιση δια βίου. Στην παρούσα υπόθεση τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρά. Ενδεικτικό της σοβαρότητας τους συνιστούν οι προβλεπόμενες από το νόμο ποινές που είναι μέχρι και 14 χρόνια φυλάκιση. Για τη διαπίστωση ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης εξετάζεται το υπάρχον μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο, χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγησή του ή σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης, εφόσον δεν αποφασίζεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας η ενοχή ή μη του κατηγορουμένου. Θέματα που σχετίζονται με ισχυρισμούς που αφορούν τη νομιμότητα της σύλληψης του υπόπτου, όπως επίσης και τη δεκτότητα μαρτυρίας που βασίζεται σε δηλώσεις του υπόπτου ή άλλα θέματα που αφορούν τη δεκτότητα μαρτυρίας (όπως ότι η μαρτυρία λήφθηκε παράνομα) εξετάζονται κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της ουσίας της υπόθεσης και όχι στο στάδιο της εξέτασης αίτησης για την κράτηση ή όχι Κατηγορουμένου. Έχω διεξέλθει με προσοχή το μαρτυρικό υλικό με βάση το οποίο έχει παραπεμφθεί ο Κατηγορούμενος σε απευθείας δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου, όπως αυτό παρουσιάζεται στις καταθέσεις (Τεκμήριο 1). Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας αυτής, κρίνω ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα και μόνο καταδίκης του Κατηγορούμενου στις κατηγορίες που θα αντιμετωπίσει χωρίς βεβαίως να αποκλείεται κάθε λογική προσδοκία για αθώωση. Προς την πιο πάνω κατάληξή μου λαμβάνω υπόψη μου την κατάθεση του Παραπονούμενου (κυανούν 1 και κυανούν 19), ως επίσης και τις καταθέσεις των ΜΚ3 και 4. Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω, υπογραμμίζω ότι η πιθανότητα μη προσέλευσης ενός κατηγορούμενου στη δίκη δεν πρέπει να εκτιμάται μόνο με αναφορά στη σοβαρότητα των αδικημάτων, την πιθανότητα καταδίκης και τις ποινές. Στην Κρίνος Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, αναφέρθηκαν τα εξής: «Είναι όμως επίσης νομολογημένο πως σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησόμενη ποινή, αυτόματα δηλαδή, χωρίς τον συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικασθεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος». Σημειώνω και την απόφαση Μιχάλης Α. Ψύλλας ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 201/2007, ημερ. 28.8.2007, όπου επαναλήφθηκε ότι η αναφορά στη σοβαρότητα των αδικημάτων δεν είναι αρκετή και πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και άλλες παράμετροι. Στην Χ" Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45 ανασκοπήθηκε η Νομολογία και εξηγήθηκε ακριβώς ότι η πρόβλεψη σε σχέση με τα ενδεχόμενα μπορεί να έχει ως πηγή «εγγενείς ενδείξεις» που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της υπόθεσης, αλλά και το ιστορικό του υποδίκου και στοιχεία από την ίδια την υπόθεση. Παράγοντες που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο κατά την εξέταση των πιο πάνω είναι, μεταξύ άλλων, εκείνοι που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμά του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται, καθώς και γενικότερα θέματα υγείας. Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Σιδερένος κ.α., Ποινικές Εφέσεις 73-76/2008, ημερ. 23.4.2008, λέχθηκε ότι οι προσωπικές συνθήκες εξετάζονται με αναφορά στο σχετικό κριτήριο, κατά πόσο δηλαδή οι συνθήκες αυτές ανατρέπουν τη σκέψη στον κατηγορούμενο να μην εμφανιστεί στο δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες που του προσάπτονται. Δεν εξετάζονται οι προσωπικές συνθήκες με σκοπό να επιδειχθεί επιείκεια στον κατηγορούμενο, απαλλάσσοντάς τον από την ταλαιπωρία της προφυλάκισης. Οι πιο πάνω παράγοντες πρέπει να συνεκτιμώνται ανάμεσα στα άλλα και με τον παράγοντα της παρακώλυσης στην ετοιμασία της υπεράσπισης λόγω της κράτησης (Savva & Another (No.2) V Police
(1997)2 C.L.R. 292), αλλά και με τον χρόνο κράτησης (Χ'' Δημητρίου ανωτέρω). Όλοι αυτοί οι παράγοντες έχουν αναγνωρισθεί από τη Νομολογία μας ως παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια αιτήσεων κράτησης. Ωστόσο, όπως υπογραμμίσθηκε στη Βασιλείου (ανωτέρω), τέτοιοι παράγοντες, όπως και οι επιπτώσεις της κράτησης στην προσωπική, οικογενειακή και επαγγελματική ζωή ενός υποδίκου, έστω και αν είναι δυσμενείς, δεν υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Στην παρούσα υπόθεση ο Κατηγορούμενος είναι Ρουμάνος πολίτης, λευκού ποινικού μητρώου. Στην Κύπρο σήμερα διαμένουν η μητέρα και η αδελφή του, ενώ σύμφωνα με τη συνήγορό του δεν διαθέτει άλλους δεσμούς σε οποιαδήποτε άλλη χώρα. Αναφορικά με τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής περί ύπαρξης κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων, θα πρέπει να αναφέρω ότι τα όσα έχουν λεχθεί προς υποστήριξη της προϋπόθεσης αυτής, δεν έχουν με έχουν πείσει ως προς την ισχύ τους. Ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και χωρίς οποιαδήποτε προηγούμενη ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά. Το γεγονός ότι κατηγορείται για σωρεία διάπραξης αδικημάτων σε ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν αποδεικνύει την απαιτούμενη, από τη νομολογία τόσο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ροπή και τάση προς διάπραξη αδικημάτων, καθότι δεν πρέπει να διαφεύγει ότι για τη διάπραξη των αδικημάτων του παρόντος κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος είναι αθώος μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο. Όσον αφορά τώρα την πιθανότητα και τον κίνδυνο μη προσέλευσης του Κατηγορούμενου στο Δικαστήριο, έχω να αναφέρω τα εξής, αφού μελέτησα όλα όσα αναφέρθηκαν ενώπιον μου από τους ευπαιδεύτους συνηγόρους. Είναι προφανές ότι ο κατηγορούμενος δεν διαθέτει ισχυρούς δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία. Το γεγονός ότι η μητέρα και η αδελφή του βρίσκονται στην Κύπρο δεν μπορεί να με οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι αυτός έχει απολέσει οποιαδήποτε σχέση ή δεσμό με τη χώρα καταγωγής του. Η δε χρονική διάρκεια των 9 ετών που παραμένει στην Κύπρο δεν είναι τέτοια που να δημιουργεί άρρητη σύνδεσή του με την Κυπριακή Δημοκρατία. Συνεπώς, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος ελλείψει οιονδήποτε σοβαρών και ουσιαστικών δεσμών με την Κυπριακή Δημοκρατία, πάντοτε βέβαια και σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία αντιμετωπίζει αλλά και της ορατής πιθανότητας καταδίκης του σε αυτά, υπάρχει ο κίνδυνος να διαφύγει της δίκης του. Έχοντας κατά νου όλα όσα προαναφέρω στην παρούσα απόφαση και συνεκτιμώντας τα αντικειμενικά δεδομένα, με την έννοια πως αυτά άπτονται της σοβαρότητας των κατηγοριών και της εκ πρώτης όψεως πιθανολόγηση καταδίκης στη βάση του μαρτυρικού υλικού και τα υποκειμενικά δεδομένα, όπως οι δεσμοί του κατηγορούμενου με την Κύπρο και προσμετρώντας αυτά ανάλογα με τη βαρύτητα της ύπαρξης κινδύνου να μην παρουσιαστεί ο κατηγορούμενος στη δίκη του ενώπιον του Κακουργιοδικείου, κρίνω ότι υπάρχει ο κίνδυνος αυτός. Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη τον κανόνα ότι δεν είναι απαραίτητο να συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την κράτηση ενός κατηγορούμενου, χωρίς ταυτόχρονα να παραβλέπω ότι το χρονικό διάστημα του ενάμιση περίπου μηνός μέχρι την ημερομηνία της δίκης του δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλο, κρίνω ότι η διακριτική μου ευχέρεια πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής και την κράτηση του κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του, αφού βρίσκω ότι η ατομική του ελευθερία θα πρέπει να υποχωρήσει έναντι του δημόσιου συμφέροντος. Παρά το ότι αρκεί μία και μόνο προϋπόθεση για έγκριση του αιτήματος και δεδομένου ότι έχω απορρίψει την εισήγηση περί ύπαρξης κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων, οφείλω να σχολιάσω και την εισήγηση για τον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων. Στο σημείο αυτό θα συμφωνήσω με τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων θα πρέπει να αποδειχθεί ως ένα ορατό ενδεχόμενο και δεν χρειάζεται παρουσιάσει μαρτυρίας προς επιβεβαίωση του κινδύνου αυτού. Τα όσα αναφέρθηκαν για την προϋπόθεση αυτή από τον κ. Αργυρού δεν έχουν αμφισβητηθεί από την συνήγορο υπεράσπισης. Η γειτνίαση του χώρου εργασίας του κατηγορούμενου με τον χώρο εργασίας του παραπονούμενων αλλά και των ΜΚ3 και 4, σε συνδυασμό με το ότι η μαρτυρία εναντίον του κατηγορούμενου αποτελείται κυρίως από τη μαρτυρία αυτών των προσώπων, είναι τέτοια δεδομένα που δημιουργούν μια εύλογη υποψία και με οδηγούν στο να καταλήξω ότι υπάρχει ορατός και μόνο ο κίνδυνος, εάν ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος να προσπαθήσει να επηρεάσει μάρτυρες. Αναφορά κρίνω ότι θα πρέπει ακόμα να γίνει και στους όρους που εισηγήθηκε η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου προς εξασφάλιση της εμφάνισής του στη δίκη, που όμως κρίνω ότι δεν είναι τόσο ισχυροί και τέτοιοι που θα απέτρεπαν τον κατηγορούμενο να αποφύγει τη δίκη του για να μην αντιμετωπίσει στην περίπτωση καταδίκης του, ποινές φυλάκισης που επιβάλλονται σε αυτού του είδους τα αδικήματα. Κατά συνέπεια, εκδίδω διάταγμα για την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι τις 07/06/2016 που είναι ορισμένη η παρούσα υπόθεση για εκδίκαση ενώπιον του Κακουργιοδικείου που συνεδριάζει στη Λεμεσό. (Υπ) .............. Ε. Δημητρίου-Παναγή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο