← Κύπρος

AVGOUSTINOS FOOD INDUSTRY LTD ν. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9152/13, 8/4/2016

AVGOUSTINOS FOOD INDUSTRY LTD ν. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9152/13, 8/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B66 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ - ΠΑΝΑΓΗ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9152/13 Μεταξύ: AVGOUSTINOS FOOD INDUSTRY LTD, Κατηγόρων v.

  1. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ,
  2. ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ ΟΡΦΑΝΙΔΗ,
  3. ΖΗΝΩΝΑΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
  4. ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
  5. ΠΑΝΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗΣ
  6. ΠΟΛΥΣ ΚΟΥΡΟΥΣΙΔΗΣ
  7. ΧΡΙΣΤΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ Κατηγορουμένων --------------------------------------------- Ημερομηνία: 08 Απριλίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή : κος. Μ. Ιωάννου Για την Κατηγορούμενη 1: καμία εμφάνιση Για τους κατηγορούμενους 2 και 7: κος. Τσαρδελλής Για τους κατηγορούμενους 3 και 5: κα. Κουμή Για τον κατηγορούμενο 6: κος. Κυριάκου Κατηγορούμενοι 2, 3, 4, 5, 6 και 7: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 24/04/2013 εναντίον 7 συνολικά προσώπων. Η υπόθεση αναφορικά με τον κατηγορούμενο 4 αποσύρθηκε και αυτός απαλλάγηκε των κατηγοριών ενώ για τους λοιπούς κατηγορούμενους και ως συνεπακόλουθο της καταχώρησης μη παραδοχής από αυτούς τους η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. ΚΑΤΗΓΟΡΗΤΗΡΙΟ 1η Κατηγορούμενη: Σύμφωνα με το κατηγορητήριο η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 1η, 4η, 6η, 8η, 11η, 13η, 15η, 18η, 20η, 22η, 25η και 27η. - Οι κατηγορίες 1η, 8η, 15η και 22η αφορούν το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  8. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται ότι κατά ή περί σε διάφορες ημερομηνίες των ετών 2012 και 2013, δια μέσου της κατηγορούμενης 2, υπό την ιδιότητα της ως εξουσιοδοτημένου προσώπου να υπογράφει για λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 και/ή του προσώπου το οποίο έχει την ευθύνη και/ή δικαίωμα εκδόσεως επιταγών από τον εν λόγω λογαριασμό της κατηγορούμενης 1, στην Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας, εξέδωσε και παρέδωσε και/ή κυκλοφόρησε επ' ονόματι των παραπονούμενων 4 επιταγές, ως αυτές περιγράφονται στις πιο πάνω κατηγορίες, οι οποίες κατά την παρουσίαση τους προς πληρωμή στην Τράπεζα σε εύλογο χρόνο από την ημερομηνία πληρωμής δεν εξοφλήθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη και/ή λόγω του ότι ο λογαριασμός ήταν κλειστός και/ή παγοποιημένος και παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο πέραν των 15 ημερών από τις εν λόγω παρουσιάσεις. - Οι κατηγορίες 4η, 11η, 18η και 25η αφορούν το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό καταδολίευσης κατά παράβαση των άρθρων 297, 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  9. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των πιο πάνω κατηγοριών, η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται ότι δια μέσου των κατηγορουμένων 2, 3, 5, 6 και 7 υπό την ιδιότητα τους ως αντιπροσώπων και/ή διευθυντών και/ή υπαλλήλων και/ή ατόμων που ενεργούσαν για λογαριασμό της, μεταξύ διαφόρων ημερομηνιών σε κάθε κατηγορία στην Λεμεσό, απέσπασε και/ή κατάφερε την εξασφάλιση και παράδοση από τους παραπονούμενους εμπορευμάτων και/ή αγαθών αξίας συγκεκριμένων ποσών ως αυτά φαίνονται επί των επίδικων επιταγών σε κάθε κατηγορία, με σκοπό την μεταπώληση τους στην λιανική αγορά σε υπεραγορές που διατηρούν, κατόπιν ψευδών παραστάσεων και με σκοπό την καταδολίευση των παραπονούμενων. Συγκεκριμένα η κατηγορούμενη 1, δια μέσου των κατηγορουμένων 2, 3, 5, 6 και 7 με σκοπό να ωθήσει και/ή προτρέψει και/ή παρακινήσει τους παραπονούμενους να τους παραδώσουν εμπορεύματα και αγαθά διάφορων αξιών παρέδωσαν προς όφελος των παραπονούμενων τις 4 επίδικες επιταγές ανωτέρω παριστάνοντας ότι οι εν λόγω επιταγές θα τιμηθούν κατά το συνήθη τρόπο ενώ ο λογαριασμός δεν διέθετε διαθέσιμα κεφάλαια και/ή ήταν κλειστός και/ή παγοποιημένος. - Οι κατηγορίες 6η, 13η, 20η και 27η αφορούν το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις και/ή δόλο κατά παράβαση του άρθρου 301 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  10. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των πιο πάνω κατηγοριών, η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται ότι δια μέσου των κατηγορουμένων 2, 3, 5, 6 και 7 υπό την ιδιότητα τους ως αντιπροσώπων και/ή διευθυντών και/ή υπαλλήλων και/ή ατόμων που ενεργούσαν για λογαριασμό της, μεταξύ διαφόρων ημερομηνιών σε κάθε κατηγορία στην Λεμεσό, εξασφάλισε από τους παραπονούμενους πίστωση με ψευδείς παραστάσεις και/ή άλλα δόλια μέσα και τους απέσπασαν και/ή κατάφεραν την εξασφάλιση και/ή παράδοση από τους παραπονούμενους εμπορευμάτων και/ή αγαθών με πίστωση με αξία διάφορα ποσά ως αυτά φαίνονται επί των επίδικων επιταγών σε κάθε κατηγορία, με σκοπό την μεταπώληση τους στην λιανική αγορά σε υπεραγορές που διατηρούν. Συγκεκριμένα οι κατηγορούμενοι 2, 3, 4, 6 και 7 με σκοπό να εξασφαλίσουν πίστωση τους ώθησαν και/ή προέτρεψαν και/ή παρακίνησαν τους παραπονούμενους να τους παραδώσουν εμπορεύματα και αγαθά διάφορων αξιών παρέδωσαν προς όφελος των παραπονούμενων τις 4 επίδικες επιταγές ανωτέρω παριστάνοντας ότι οι εν λόγω επιταγές θα τιμηθούν κατά το συνήθη τρόπο ενώ ο λογαριασμός δεν διέθετε διαθέσιμα κεφάλαια και/ή ήταν κλειστός και/ή παγοποιημένος. 2η κατηγορούμενη και κατηγορούμενοι 3, 5, 6 και 7 Σύμφωνα με το κατηγορητήριο η κατηγορούμενη 2 αντιμετωπίζει ξεχωριστά τις κατηγορίες 2η, 9η, 16η και 23η που αφορούν το αδίκημα της παροχή συνδρομής και/ή παρακίνησης και/ή συμμετοχή στην διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 20 και 305Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 ενώ περαιτέρω αντιμετωπίζει μαζί με τους κατηγορούμενους 3, 5, 6 και 7 τις κατηγορίες 5η, 7η, 12η, 14η, 19η, 21η, 26η και 28η που αφορούν τα αδικήματα της παροχής συνδρομής και/ή παρακίνησης της 1ης κατηγορούμενης και/ή την συμμετοχή στην διάπραξη του αδικήματος της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό καταδολίευσης κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 26, 297 και 198 του Κεφ.154 αλλά και το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις και/ή δόλο κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 26, 197 και 301 του Κεφ.
  11. - Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 2η, 9η, 16η και 23η, η κατηγορούμενη 2 κατηγορείται ότι σε διάφορες ημερομηνίες κατά το έτος 2012 και 2013 στην Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας υπό την ιδιότητα της ως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να υπογράφει για την κατηγορούμενη 1 και/ή πρόσωπο που έχει την ευθύνη και/ή δικαίωμα λειτουργίας και/ή διαχειρίσεως του τραπεζικού λογαριασμού της Κατηγορούμενης 1, υπέγραψε, εξέδωσε και παρέδωσε προς όφελος των παραπονούμενων τις 4 επιταγές που περιγράφονται στις πιο πάνω κατηγορίες και παρείχε συνδρομή και/ή παρακίνησε την κατηγορούμενη 1 στην έκδοση των ως άνω επιταγών προς όφελος των παραπονούμενων, και οι οποίες κατά την παρουσίαση τους στην τράπεζα η οποία έγινε μέσα σε εύλογο χρόνο από την ημερομηνία πληρωμής δεν εξοφλήθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη τους και/ή λόγω του ότι ο λογαριασμός ήταν κλειστός και/ή παγοποιημένος και παρέμειναν απλήρωτες πέραν των 15 ημερών από την παρουσίαση τους. - Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 5η, 12η, 19η και 26η οι κατηγορούμενοι 2, 3, 5, 6 και 7 κατηγορούνται ότι υπό την ιδιότητα τους ως αντιπρόσωποι και/ή διευθυντές και/ή υπάλληλοι και/ή άτομα που ενεργούσαν για λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης σε διάφορες ημερομηνίες στην Λεμεσό απέσπασαν και/ή κατάφεραν την εξασφάλιση και παράδοση από τους παραπονούμενους εμπορευμάτων και/ή αγαθών αξίας όσο και η κάθε έκαστη εκ των 4 επίδικων επιταγών με σκοπό την μεταπώληση τους στην λιανική αγορά σε υπεραγορές που διατηρεί η κατηγορούμενη 1, κατόπιν ψευδών παραστάσεων και με σκοπό την καταδολίευση των παραπονούμενων. Συγκεκριμένα οι κατηγορούμενοι 2, 3, 5, 6 και 7 ώθησαν και/ή προέτρεψαν και/ή παρακίνησαν τους παραπονούμενους να παραδώσουν στην κατηγορούμενη 1 εμπορεύματα και/ή αγαθά, αξίας ως οι επίδικες επιταγές και παρέδωσαν προς όφελος των παραπονούμενων τις 4 επίδικες επιταγές παριστάνοντας ότι οι εν λόγω επιταγές θα τιμηθούν κατά το συνήθη τρόπο ενώ ο λογαριασμός τους δεν διέθετε διαθέσιμα κεφάλαια και/ή ήταν κλειστός και/ή παγοποιημένος γεγονός το οποίο οι κατηγορούμενοι 2, 3, 5, 6 και 7 γνώριζαν και/ή είχαν την υποχρέωση να γνωρίζουν ότι ο εν λόγω λογαριασμός δεν διέθετε διαθέσιμα κεφάλαια και/ή ήταν κλειστός και/ή παγοποιημένος. - Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 7η, 14η, 21η και 28η οι κατηγορούμενοι 2, 3, 5, 6 και 7 κατηγορούνται ότι υπό την ίδια τους ιδιότητα ως τις ανωτέρω κατηγορίες και με βάση τις ίδιες λεπτομέρειες εξασφάλισαν από τους παραπονούμενους πίστωση με ψευδείς παραστάσεις και/ή άλλα δόλια μέσα και τους απέσπασαν και/ή κατάφεραν την εξασφάλιση και παράδοση από τους παραπονούμενους εμπορευμάτων αξίας ως οι επίδικες επιταγές. Συγκεκριμένα κατηγορούνται ότι με σκοπό να εξασφαλίσουν πίστωση προς όφελος της 1ης κατηγορούμενης ώθησαν και/ή προέτρεψαν και/ή παρακίνησαν τους παραπονούμενους να παραδώσουν αυτά τα εμπορεύματα παραδίδοντας παράλληλα επιταγές παριστάνοντας ότι οι εν λόγω επιταγές θα τιμηθούν κατά το συνήθη τρόπο ενώ ο λογαριασμός τους δεν διέθετε διαθέσιμα κεφάλαια και/ή ήταν κλειστός και/ή παγοποιημένος γεγονός το οποίο οι κατηγορούμενοι 2, 3, 5, 6 και 7 γνώριζαν και/ή είχαν την υποχρέωση να γνωρίζουν ότι ο εν λόγω λογαριασμός δεν διέθετε διαθέσιμα κεφάλαια και/ή ήταν κλειστός και/ή παγοποιημένος. Κατηγορούμενοι 3, 5, 6 και 7 Τέλος σύμφωνα με το κατηγορητήριο οι κατηγορούμενοι 3, 5, 6 και 7 αντιμετωπίζουν περαιτέρω με τις ανωτέρω κατηγορίες τις κατηγορίες 3η, 10η, 17η και 24η που αφορούν το αδίκημα της παροχής συνδρομής και/ή παρακίνησης και/ή συμμετοχής στην διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 20 και 305Α του Κεφ.
  12. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αυτών των κατηγοριών οι κατηγορούμενοι 3, 5, 6 και 7 υπό την ιδιότητα τους ως αντιπρόσωποι και/ή διευθυντές και/ή υπάλληλοι και/ή άτομα που ενεργούσαν για λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης ώθησαν και/ή προέτρεψαν και/ή παρακίνησαν και/ή επέτρεψαν και/ή παράλειψαν να αποτρέψουν την 2η κατηγορούμενη που είχε εξουσιοδότηση να υπογράφει επιταγές από του να εκδώσει και υπογράψει τις 4 επίδικες επιταγές οι οποίες δεν τιμήθηκαν. Όλοι οι κατηγορούμενοι καταχώρησαν μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες που ένα έκαστος εξ' αυτών αντιμετωπίζει και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση με την παρουσίαση των μαρτύρων κατηγορίας. Παραδεκτό Έγγραφο: Καθ' όλη την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκε από κοινού ένα έγγραφο - Τεκμήριο 19 το οποίο αποτελεί την επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας για την ημερομηνία καταχώρησης της 1ης κατηγορούμενης στο ΚΑΠ. Συνολικά ενώπιον μου παρουσιάστηκαν 9 μάρτυρες κατηγορίας ενώ κατατέθηκαν 28 Τεκμήρια. ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων 2 μέχρι και 7 εισηγήθηκαν ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σύμφωνα με το Άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 σε καμία κατηγορία που οι πελάτες τους αντιμετωπίζουν. Τι εκατέρωθεν θέσεις τους στήριξαν με γραπτές αγορεύσεις οι οποίες κατατέθηκαν ως Έγγραφα Ε, ΣΤ και Ζ ενώ αντίθετη ήταν η εισήγηση του συνηγόρου των παραπονούμενων ο οποίος αγόρευσε προφορικά στηρίζοντας την θέση του. Τα όσα όλοι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανέφεραν στις αγορεύσεις τους έχουν μελετηθεί δεόντως και λήφθηκαν υπόψη ως εκ τούτου δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω τις θέσεις τους αυτούσιες. Αναφορά θα γίνει όπου κριθεί απαραίτητο κατά την ανάπτυξη της απόφασης και τελικής κρίσης του Δικαστηρίου για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην υπόθεση Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Περαιτέρω στην υπόθεση Γεν. Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87 αναφέρθηκε πως: " Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας " Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως ανωτέρω ανέφερα παρουσιάστηκε μαρτυρία από 9 πρόσωπα (ΜΚ 1 - 9). ΜΚ1 Κούλλα Αυγουστή. Είναι μια εκ των διευθυντών των παραπονούμενων. Αναφέρθηκε στην φύση των εργασιών της παραπονούμενης και στην συνεργασία τους με την κατηγορούμενη 1 και τους εκκρεμείς μεταξύ τους λογαριασμούς. Η συνεργασία αυτή ξεκίνησε από το 1987 και συνεχίσθηκε μέχρι την μη πληρωμή υπολοίπων οπότε σταμάτησε η παράδοση εμπορευμάτων προς τις υπεραγορές της 1ης κατηγορούμενης. Σύμφωνα με την ΜΚ1 την 19/10/2012 μετέβηκε μαζί με άλλο πρόσωπο στα γραφεία της 1ης κατηγορούμενης στην Λάρνακα όπου τους παραδόθηκαν οι 4 επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 4, 5, 6 και
  1. Οι επιταγές αυτές ενώ κατατέθηκαν στην Τράπεζα για πληρωμή επιστράφηκαν λόγω μη επαρκών υπολοίπων και λόγω καταχώρησης της εταιρείας - κατηγορούμενης 1 στο ΚΑΠ. Οι επίδικες επιταγές σύμφωνα με την ΜΚ1 εκδόθηκαν και παραδόθηκαν στην ίδια από την κατηγορούμενη 2 η οποία αφού εκτύπωσε τις επιταγές στον υπολογιστή τις υπέγραψε και τις παρέδωσε στην ίδια. Σύμφωνα με την ΜΚ1 για τα ποσά των επιταγών παραδόθηκαν στους κατηγορούμενους αντίστοιχα εμπορεύματα τα οποία οι ίδιοι πώλησαν στις υπεραγορές τους. Η ΜΚ1 κατέθεσε ως τεκμήρια κατάσταση λογαριασμού της Κατηγορούμενης 1 όπως επίσης και δικόγραφα αγωγής που κατέθεσε εναντίον της πρώτης κατηγορούμενης. Περαιτέρω κατέθεσε ως τεκμήριο 11 έγγραφο της Λαϊκής Φάκτορς για τις τρεις από τις τέσσερις επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 4, 5 και 7) οι οποίες επιστράφησαν στην παραπονούμενη εταιρεία λόγω του ότι αυτές δεν τιμήθηκαν. Στα τρία έντυπα επιστρεφόμενων επιταγών επισυνάπτονται και αντίγραφα των εν λόγω επιταγών. Σύμφωνα με την ΜΚ1 οι Κατηγορούμενοι εξακολουθούν να οφείλουν μέχρι σήμερα στους παραπονούμενους ποσό ύψους €50.206,81 πλέον τόκους έξοδα και ΦΠΑ. Η μη πληρωμή του ποσού αυτού οδήγησε σε σοβαρό οικονομικό πρόβλημα την παραπονούμενη εταιρεία. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ1 από τον συνήγορο των κατηγορουμένων 2 και 7, η ΜΚ1 αναφέρθηκε στις συνθήκες λήψης των τεσσάρων επιταγών λέγοντας ότι βρισκόταν στο χώρο υποδοχής των γραφείων της 1ης κατηγορούμενης εταιρείας όπου η κατηγορούμενη 2 ζήτησε από το Λογιστήριο τις επιταγές, τις υπέγραψε ενώπιον τους και τις παρέδωσε ενώ τους διαβεβαίωσε ότι αυτές θα πληρώνονταν κανονικά και ζήτησε να συνεχιστεί η συνεργασία τους. Μέχρι την ημερομηνία που επιστράφησαν οι επιταγές απλήρωτες παρέδιδαν προϊόντα στην 1η κατηγορούμενη αλλά όχι τις ποσότητες που η εταιρεία παράγγελλε καθότι είχε ήδη ακουστεί στην αγορά ότι η κατηγορούμενη 1 αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα. Προβλήματα στις πληρωμές από την 1η κατηγορούμενη είχαν και στο παρελθόν τα οποία όμως επιλύονταν, γι' αυτό και παρέδιδαν κανονικά εμπορεύματα. Λόγω του μεγάλου υπολοίπου που είχε η κατηγορούμενη 1 ζήτησαν συνάντηση με την κατηγορούμενη 2 όπου έγινε συμφωνία να πληρωθούν με αυτές τις επιταγές τα ποσά για να συνεχίσει η συνεργασία. Η ΜΚ1 δεν θυμόταν λεπτομέρειες για προηγούμενες επιταγές που δόθησαν και κατά πόσον αυτές τιμήθηκαν ή όχι. Επέμεινε στον ισχυρισμό της ότι η υπογραφή στις επιταγές είναι της κατηγορούμενης 2 καθότι η ίδια τις υπέγραψε ενώπιόν της. Ανέφερε ότι η πρώτη ανάμειξη με την παρούσα υπόθεση της ίδιας ήταν στις 19.10.12 που παρέλαβε τις επίδικες επιταγές ενώ τη συνεργασία προηγουμένως χειριζόταν ο σύζυγος της. Αντεξεταζόμενη περαιτέρω από τους συνηγόρους των κατηγορουμένων 3, 5 και 6 και με αναφορά στην προσωπική επαφή που είχε κατά καιρούς με τους πελάτες τους, η ΜΚ1 είπε ότι δεν είχε η ίδια επαφή μαζί τους αλλά ο σύζυγος της και δευκρίνισε ότι λέγοντας προσωπική επαφή εννοεί την επαφή της εταιρείας με αυτούς. Δεν μπορούσε να υποδείξει ποιοι είναι οι κατηγορούμενοι 3, 5 και 6 ονομαστικά, δεν τους γνωρίζει η ίδια, όπως επίσης δεν γνωρίζει εάν ήταν διευθυντές, σύμβουλοι ή κατείχαν οποιαδήποτε άλλη θέση στην κατηγορούμενη εταιρεία 1 πλην των κατηγορουμένων 2 και 7 κανένα από τους άλλους κατηγορούμενους δεν γνώριζε. Κατά την ΜΚ1 οι κατηγορούμενοι 3, 5 και 6 ευθύνονται για το γεγονός ότι δεν ενημέρωναν για τα προβλήματα που είχε η εταιρεία τους, ενώ διαβεβαίωναν το σύζυγό της ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα. Με αναφορά στη γραπτή της δήλωση στους κατηγορούμενους 2, 3, 5, 6 και 7 και στην αναφορά ότι οι ίδιοι ζητούσαν εμπορεύματα, η ΜΚ1 ανέφερε ότι μπορεί να μην έκαναν οι ίδιοι τις παραγγελίες αλλά υπέδειξαν σε κατώτερούς τους να τους παραδώσουν προϊόντα. Τελειώνοντας την αντεξέταση της η ΜΚ1 ανέφερε ότι τα οφειλόμενα ποσά τα οφείλουν οι κατηγορούμενοι 2 και 7 όπως επίσης και η κατηγορούμενη
  2. Ενώ οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι κατά την ίδια όφειλαν να ενημερώσουν τους εργοδότες τους ότι δεν μπορούσαν να εκδοθούν οι εν λόγω επιταγές. Αυτό δε είναι και το μοναδικό της παράπονο εναντίον των κατηγορούμενων 3, 5 και
  3. ΜΚ2 Μάκης Αδάμου Ο ΜΚ2 είναι προϊστάμενος στο τμήμα ανάκτησης χρεών της Τράπεζας Κύπρου. Στην Τράπεζα αυτή μεταφέρθηκε το 2013 μετά το σχετικό διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας του Μαρτίου
  4. Μέχρι τότε εργαζόταν στη Λαϊκή Τράπεζα. Με αναφορά στο λογαριασμό επί του οποίου εκδόθηκαν οι τέσσερις επίδικες επιταγές ανέφερε ότι έχει στην κατοχή του το συγκεκριμένο φάκελο. Ο επίδικος λογαριασμός ανοίχθηκε στις 9.3.12 μετά από αίτημα της κατηγορούμενης 1 το οποίο υπέγραψε ο κατηγορούμενος 7 ως Πρόεδρος της εταιρείας. Κατέθεσε ως τεκμήριο 12 κάρτα υπογραφών για τον επίδικο λογαριασμό σύμφωνα με την οποία δικαίωμα υπογραφής επιταγών είχαν οι κατηγορούμενοι 2 και
  5. Αναγνώρισε τα τεκμήρια 4 μέχρι και 7 ως επιταγές που εκδόθηκαν από τον επίδικο λογαριασμό και οι οποίες υπογράφησαν από την κατηγορούμενη 2 ενόψει της σύγκρισης που ο ίδιος έκανε με το δείγμα υπογραφών τεκμήριο
  6. Κατέθεσε το τεκμήριο 13 το οποίο σύμφωνα με τον ίδιο αφορούσε την παραχώρηση προσωρινού ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό ύψους €8.000.000.- και ημερομηνία λήξης τις 10.7.
  7. Σύμφωνα με τον ΜΚ2 το όριο έληξε την πιο πάνω ημερομηνία και ουδεμία συμφωνία έγινε για την παράταση του. Αναφορικά με το όριο αυτό ο κατηγορούμενος 7 είχε πλήρη γνώση των όρων της συμφωνίας, ότι δηλαδή μετά τις 10.7 η τράπεζα δεν είχε καμία υποχρέωση να πληρώνει επιταγές. Στο φάκελο του δεν υπάρχει οποιοδήποτε πρακτικό που να αναφέρεται σε άλλη συμφωνία. Με αναφορά σε κατάσταση λογαριασμού ο ΜΚ2 αναφέρθηκε στα χρεωστικά υπόλοιπα στις 11.7.12, στις 19.10.12, στις 30.11.12 και 31.12.
  8. Σύμφωνα με τον ίδιο στις 28.11.12 υπογράφηκε και δηλώθηκε στην τράπεζα με έντυπο ότι πλέον επιταγές θα υπέγραφε μόνο ο κατηγορούμενος 7 και όχι η κατηγορούμενη
  9. Η εντολή αυτή κατατέθηκε ως τεκμήριο
  10. Όλοι οι λογαριασμοί της πρώτης κατηγορούμενης με τη Λαϊκή Τράπεζα περιλαμβανομένου και του επίδικου λογαριασμού τερματίστηκαν στις 25.1.13 και ακολούθως λήφθηκαν νομικά μέτρα εναντίον της κατηγορούμενης 1 αλλά και του Χρίστου Ορφανίδη ο οποίος ήταν εγγυητής των διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν στην 1η κατηγορούμενη. Κατέθεσε ως τεκμήριο 15 κατάσταση λογαριασμού για την περίοδο από 12.3.12 μέχρι 31.12.
  11. Από τις 10.7.12 ο λογαριασμός δεν είχε όριο και γι' αυτό γινόταν καθημερινά χρέωση του λογαριασμού με ένα ποσό €20 ως excess fee. Αναφερόμενος και σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του στη χρέωση αυτή αναγνώρισε ότι η χρέωση αυτή γινόταν ακόμη και σε χρόνο που υπήρχε όριο το οποίο απέδωσε σε λάθος στην καταχώρηση. Δηλώνοντας ότι αυτές οι χρεώσεις δύναται να επιστραφούν στην κατηγορούμενη
  12. Με βάση την αναφορά του ότι από τις 28.11.12 η κατηγορούμενη 2 δεν είχε δικαίωμα υπογραφής, στο ερώτημα για ποιο λόγο οι επιταγές που ήταν πληρωτέες μεταγενέστερα δεν επιστράφησαν λόγω μη υπογραφής τους από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, ανέφερε ότι και αυτός θα μπορούσε να ήταν ένας από τους λόγους επιστροφής, ο κυριότερος όμως παραμένει η καταχώρηση στο ΚΑΠ. Μεγάλο μέρος αντεξέτασης του ΜΚ2 αποτέλεσαν επί μέρους συμφωνίες για αγορά ακινήτων συμφερόντων της 1ης κατηγορούμενης από την τράπεζα με τα ποσά των πωλήσεων αυτών να χρησιμοποιούνται για μείωση ή εξόφληση του ορίου του επίδικου λογαριασμού. Μία εκ των συμφωνιών είναι ημερομηνίας 12.10.12 η οποία κατατέθηκε και ως Τεκμήριο
  13. Ενώ ως τεκμήριο 17 κατατέθηκε παρόμοια συμφωνία ημερομηνίας 19.7.
  14. Περαιτέρω έγινε ανάλυση και αναφορά στις διαδικασίες πληρωμής επιταγών απο τον επίδικο λογαριασμό, τις αποφάσεις των λειτουργών που χειρίζονταν κατά τον ουσιώδη χρόνο τον λογαριασμό και στις μεταφορές χρημάτων απο άλλο λογαριασμό για τον οποίο ο ΜΚ2 ανέφερε ότι επίσης βρισκόταν σε υπέρβαση του εγκεκριμένου ορίου. Ο ΜΚ2 συμφώνησε ότι εφόσον η κατηγορούμενη 2 μετά τις 28/11/2012 δεν είχε δικαίωμα να υπογράφει επιταγές οι επιταγές που παρουσιάζονταν μετά τις 28/11 δεν έπρεπε να πληρώνονταν καθότι ήταν άκυρες ενώ ταυτόχρονα ανέφερε ότι πιθανόν να έγινε και κάποιο τεχνικό λάθος και να πληρώθηκαν επιταγές, υπογεγραμμένες απο την κατηγορούμενη 2 και μετά την ημερομηνία αυτή. Αναφέρθηκε σε επιταγές που επιστράφησαν τον Οκτώβρη του 2012 αλλά και δύο επιταγές τον Νοέμβριο. Ο αρμόδιος λειτουργός χειρισμού του επίδικου λογαριασμού ήταν ο κος Γιάννος Καλλής ενώ οι αποφάσεις για τη λειτουργία των λογαριασμών της κατηγορούμενης 1 λαμβάνονταν από την ανώτατη διεύθυνση της τράπεζας. Αναφέρθηκε περαιτέρω στις τέσσερις επίδικες επιταγές και στο λόγο επιστροφής τους, όπως επίσης και στην καταχώρηση της πρώτης κατηγορούμενης στο ΚΑΠ. Ο ΜΚ2 αναφέρθηκε στην ημερομηνία καταχώρησης του λογαριασμού στο ΚΑΠ και στις επιταγές που επιστράφησαν τον Οκτώβριο ως απλήρωτες. Διευκρινίζοντας ότι δεν ήταν τέσσερις αλλά δύο οι επιταγές που δεν εξαργυρώθηκαν τον Οκτώβριο του 2012 με τη μία εξ αυτών να εξαργυρώνεται τελικά σε μεταγενέστερο στάδιο. Ερωτώμενος γιατί εξαργυρώθηκαν εφόσον δεν υπήρχε όριο, ανέφερε ότι αποκλειστικά υπεύθυνοι ήταν οι κατηγορούμενοι 2 και 7 οι οποίοι ζητούσαν από την τράπεζα να πληρώνει τις επιταγές αυτές. Ο ίδιος όμως ουδέποτε μίλησε με τα δύο αυτά πρόσωπα. Ο ΜΚ2 δεν μίλησε με οποιοδήποτε πρόσωπο από το Τμήμα Corporate της πρώην Λαϊκής Τράπεζας καθότι όλα τα στοιχεία για το λογαριασμό αυτό βρίσκονται στο φάκελό του. Ο κος Γιάννος Καλλής λαμβάνοντας οδηγίες από τους ανώτερούς του, τους οποίους και ανέφερε ονομαστικά, εξαργύρωνε τις επιταγές παρά το ότι δεν υπήρχε όριο. Η πληρωμή των επιταγών μετά τις 10.7 ήταν επιλεκτική και γινόταν μετά από οδηγίες των ανωτέρων τους. Από τις 10.7 μέχρι το τέλος του Οκτώβρη του 2012 πληρώθηκαν περίπου 1970 επιταγές συνολικού ποσού περίπου €25.000.
  15. Παρά τα μεγάλα ποσά που ακούγονται λόγω των υποσχέσεων που έδιδε ο πελάτης στην τράπεζα και λόγω αγοράς κάποιων ακινήτων της πρώτης κατηγορούμενης από την ίδια την τράπεζα, λαμβάνονταν αποφάσεις για εξαργύρωση κάποιων επιταγών. Ενώ η προσπάθεια της τράπεζας ήταν να περιορίσει το υπόλοιπο της υπέρβασης. Αναφερόμενος πάλι στις επιστροφές επιταγών διευκρίνισε ότι εκτός από τις δύο επιταγές του Οκτωβρίου δεν έχει εντοπίσει άλλες επιταγές που επιστράφησαν, ενώ κατά κανόνα εάν υπήρχε άλλη επιστραφείσα επιταγή αυτή θα φαινόταν στην κατάσταση λογαριασμού. Η μαρτυρία του ΜΚ2 ήταν πολύ εκτενής και δεν κρίνω ότι χρειάζεται να επαναληφθεί αυτούσια, παρατέθηκαν δε ανωτέρω τα κυριότερα σημεία αυτής για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης. ΜΚ3 Κωνσταντίνος Αυγουστή Είναι οικονομικός διαχειριστής και Σύμβουλος της παραπονούμενης εταιρείας. Γιας σκοπούς κυρίως εξέτασης του καταχώρησε γραπτή δήλωση ως Έγγραφο Β. Αναφέρθηκε τόσο στην παραπονούμενη εταιρεία όσο και στην κατηγορούμενη 1 αλλά και στην συνεργασία των 2 εταιρειών. Με αναφορά στην ημερομηνία 19/10/2012 ανέφερε ότι μετέβηκε με την ΜΚ1, μητέρα του, στην Λάρνακα για να συζητήσουν πως θα αποπληρώνετο το υπόλοιπο της 1ης κατηγορούμενης το οποίο ανήλθε στις €160.253,83σ. Επανέλαβε τα όσα η ΜΚ1 ανέφερε σε σχέση με την υπογραφή και παράδοση των επίδικων επιταγών απο την κατηγορούμενη 2 αλλά και στις υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις που η τελευταία τους έδωσε για την ύπαρξη χρημάτων και την τίμηση των επιταγών. Αναφέρθηκε στην κατάθεση των επιταγών και τηνεπιστροφή τους και στα προιόντα που παρέδωσαν ως εταιρεία στην 1η κατηγορούμενη ενόψει της παράδοσης αυτών των επιταγών. Ο ΜΚ3 περαιτέρω αναφέρθηκε στις οικονομικές συνέπειες της μη πληρωμής των επιταγών ενώ ζήτησε την παραδειγματική τιμωρία των κατηγορουμένων και ιδιαίτερα της κατηγορούμενης 2 η οποία υπέγραψε τις επιταγές και έδωσε τις διαβεβαιώσεις για την πληρωμή τους. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 ερωτήθηκε για τις συνθήκες κατά την παραλαβή των επιταγών και στις αποδείξεις που εκδόθηκαν κατά την παράδοση τους. Ο ίδιος δε ανέφερε ότι οι επίδικες επιταγές δόθηκαν για εμπορεύματα που θα παραδίδονταν στον μέλλον και αποτελούσαν προπληρωμή για τιμολόγια ενώ δεν γνώριζε επακριβώς πως προέκυψαν τα εν λόγω ποσά. Αντεξεταζόμενος απο του συνήγορους των κατηγορουμένων 3, 5 και 6 ο ΜΚ3 ανέφερε ότι πρώτη φορά τους είδε στο Δικαστήριο και δεν τους γνωρίζει ενώ είναι κατηγορούμενοι γιατί ήταν σύμβουλοι στην κατηγορούμενη 1 γεγονός για το οποίο έλαβε γνώση απο έρευνα των δικηγόρων του. Δεν γνωρίζει εάν στις 19/10/2012 είχαν την θέση αυτή ούτε και σε οποιαδήποτε εκ των επίδικων περιόδων. Την διαβεβαίωση ότι οι επιταγές θα πληρώνονταν την έδωσε η κατηγορούμενη
  16. Με τους λοιπούς κατηγορούμενους ο ΜΚ3 δεν μίλησε ποτέ καθότι λογικά μόνο ο πατέρας του τους γνώριζε. ΜΚ4 Κυριάκος Κυριάκου Ο ΜΚ4 εργάζεται στην παραπονούμενη εταιρεία στην οποία λάμβανε τις παραγγελίες και παρέδιδε προιόντα περιλαμβανομένων και παραδόσεων στην κατηγορούμενη εταιρεία 1 σε όλες της τις υπεραγορές στην Λεμεσό, Λευκωσία και Λάρνακα. Αναφέρθηκε στην μείωση παράδοσης προιόντων λόγω της μη πληρωμής ενώ θυμάται να παρέδιδε προιόντα μέχρι και το τέλος του
  17. Τους κατηγορούμενους που βρίσκονταν απέναντι του τους γνωρίζει ενώ αναγνώρισε ονομαστικά τον κατηγορούμενο 7 ενώ για τους υπόλοιπους ανέφερε ότι τους έβλεπε στην υπεραγορά και στην αποθήκη. Ο ίδιος λάμβανε διαβεβαιώσεις απο τους αποθηκάριους της 1ης κατηγορούμενης ότι όλα ήταν εντάξει και θα λυθούν τα οποιαδήποτε προβλήματα αντιμετώπιζε η 1η κατηγορούμενη. Ο ΜΚ4 δεν αντεξετάστηκε απο τον συνήγορο υπεράσπισης των κατηγορουμένων 2 και 7 ενώ αντεξεταζόμενος απο τους συνηγόρους των κατηγορουμένων 3, 5 και 6 ανέφερε ότι αποτο καλοκαίρι του 2012 και μέχρι τον Νοέμβριο έβλεπε τους κατηγορούμενους στην υπεραγορά στην Λάρνακα οι οποίοι περιφέρονταν στον χώρο. Τα ονόματα των κατηγορουμένων 3, 5 και 6 δεν τα γνωρίζει αλλά εξ'όψεως τους θυμάται. Προσωπικά δεν τους μιλούσε αλλά τα όσα οι αποθηκάριοι τους έλεγαν τους τα ανέφεραν οι κατηγορούμενοι. Την ιδιότητα τους επίσης δεν την γνωρίζει πέρα του ότι αναφέρθηκε σε αυτόν απο τους αποθηκάριους ότι αυτοί είναι ανώτεροι τους. ΜΚ5 Αυγουστίνος Αυγουστή Ο ΜΚ5 είναι ένας εκ των διευθυντών της παραπονούμενης εταιρείας. Αναγνώρισε τα Τεκμήρια 4 μέχρι και 7, τις επίδικες επιταγές, τις οποίες ανέφερε ότι κατέθεσε ο ίδιος στην Λαική Τράπεζα σε διάφορες ημερομηνίες και οι οποίες επιστράφηκαν απλήρωτες λόγω έλλεψης διαθεσίμων κεφαλαίων και μετά λόγω καταχώρησης στο ΚΑΠ. Με την κατηγορούμενη 1 εταιρεία συνεργάζεται απο το 1987 ενώ απο τα έτη 2011 - 2012 ξεκίνησαν να έχουν κάποια προβλήματα με τις πληρωμές. Τις επίδικες επιταγές τις παρέλαβε η γυναίκα του ενώ απο την κατηγορούμενη 1 γνώριζε τους κατηγορούμενους 2 και
  18. Τους υπόλοιπους τους έβλεπε στα γραφεία της 1ης κατηγορούμενης. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ5 αναφέρθηκε στην κατάθεση των επιταγών ενώ στην ερώτηση εάν οι 4 επίδικες επιταγές κατατέθηκαν στη Laiki Factors απάντησε ότι τις κατέθετε στην Λαική και οι ίδιοι τα κανόνιζαν με την Factors καθότι υπήρχε αριθμός λογαριασμού της Factors και απο τα ταμεία της λαικής κατατίθοντο εκεί. Σύμφωνα με τον ΜΚ5 και μετά που του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 11 που η ΜΚ1 κατέθεσε ανέφερε ότι οι επιταγές του επιστάφηκαν απο την Factors μετά που δεν πληρώθηκαν και ως εκ τούτου αφαίρεσαν το ποσό που του είχαν καταθέσει. Συγκεκριμένα η Factors κατέθεσε στον λογαριασμό της παραπονούμενης ένα ποσοστό 80% του ύψους των επιταγών το οποίο μετά που οι επιταγές επιστράφηκαν το αφαίρεσαν απο τον λογαριασμό τους. Όταν οι επιταγές δεν πληρώνονταν και αφού είχαν προπληρωθεί απο την Factors το ποσοστό του 80% τους τις επέστρεφαν και ακολούθως χρέωναν τον λογαριασμό τους με αυτό το ποσό που είχαν προπληρωθεί. Ο ΜΚ5 συμφώνησε ότι εκχώρησε τα δικαιώματα της παραπονούμενης απο τις επιταγές στην Laiki Factors δυνάμει συμφωνίας, προπληρωνόταν ένα ποσό 80% του συνόλου και σε περίπτωση που αυτές τιμούντο, καταβαλλόταν και το επιπλέον 20% ενώ στην περίπτωση που δεν τιμούντον τους τις επέστρεφαν πίσω για να κάνει καλά ο ίδιος με τον πελάτη ως χαρακτηριστικά ανέφερε. Στην υποβολή ότι η παραπονούμενη εταιρεία δεν είναι νομιμοποιημένος κομιστής ενόψει της εκχώρησης των επιταγών στην Factors και την πληροφόρηση κατά την επανεκχώρηση ότι αυτές δεν τιμήθηκαν, ο ΜΚ5 ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει γιατί να μην μπορεί να κινηθεί εναντίον των κατηγορουμένων, αυτός έπαιρνε τις επιταγές και έβαζε τα προιόντα του. Για το ίδιο αυτό ζήτημα ο ΜΚ5 κατά την επανεξέταση του απο τον συνήγορο του και στην ερώτηση εάν εισέπραξε οιοδήποτε ποσό για τις 4 επίδικες επιταγές απο την Factors απάντησε ότι βεβαίως εισέπραξε. Αντεξεταζόμενος απο τους συνηγόρους των κατηγορουμένων 3, 5 και 6 ο ΜΚ5 ανάφερε ότι δεν γνωρίζει τα ονόματα τους όμως τους έβλεπε κατά διαστήματα προς το τέλος του
  19. Εξ'όψεως τους γνωρίζει όλους σχεδόν απο τις επισκέψεις του στα γραφεία της κατηγορούμενης
  20. Απ' ότι θυμάται μίλησε μια φορά με τον κατηγορούμενο 5 τον οποίο υπέδειξε και ο οποίος του ανέφερε να μην ανησυχεί και θα πληρωθούν. Στο ερώτημα εάν τον πίστευε απάντησε ότι επειδή δεν ήταν σίγουρος πήγαινε απευθείας στον κατηγορούμενο
  21. Στο ερώτημα εάν έχει οποιοδήποτε παράπονο απο τους κατηγορούμενους 3, 5 και 6 ανέφερε ότι εφόσον δεν μιλούσε πάρα πολύ μαζί τους δεν έχει παράπονο ο ίδιος μιλούσε απευθείας με τον κατηγορούμενο
  22. ΜΚ6 - Βασιλική Πάλμα. Η ΜΚ6 είναι υπεύθυνη του κλάδου εγγραφής και αιτήσεων στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας. Στην ΜΚ6 υποδείχθηκαν τα τεκμήρια 16 και 17 με σκοπό να αναφερθεί στα ακίνητα που περιλαμβάνονται σε αυτά. Η ΜΚ6 αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στις μεταβιβάσεις των ακινήτων που αναφέρονται στα 2 αυτά έγγραφα - συμφωνίες, τα επλεκόμενα μέρη κατά την μεταβιβαση, στα εμπράγματα βάρη και το τίμημα πώλησης. Κατέθεσε δε έγγραφα που αφορούν τα ζητήματα αυτά ως Τεκμήρια. Η μάρτυρας αυτή δεν αντεξετάστηκε απο οιοδήποτε εκ των 3 συνηγόρων των κατηγορουμένων 2, 3, 5, 6 και
  23. MK7 - Μάριος Μαρκίδης Ως ΜΚ7 παρουσιάστηκε ο εμπειρογνώμονας δικαστικός γραφολόγος που διορίστηκε απο τον συνήγορο των παραπονουμένων για να διεξάγει έρευνα αναφορικά με την πατρότητα της υπογραφής των 4 επίδικων επιταγών. Αναγνώρισε τα τεκμήρια 4 μέχρι και 7 ως τις επιταγές επί των οποίων υπάρχει η αμφισβητούμενη υπογραφή και κατέθεσε έκθεση που ετοίμασε ημερ.20/2/2016 ως Τεκμήριο
  24. Για την έρευνα του μετέβηκε στο Τμήμα ανάκτησης χρεών της Τράπεζαας Κύπρου όπου του παραδόθηκαν απο αρμόδια λειτουργό δείγματα υπογραφής ανύποπτου χρόνου της κατηγορούμενης 2, 7 στο σύνολοο, 5 σε πρωτότυπη μορφή και 2 σε αντίγραφη. Αναλύοντας την μεθοδολογία που ακολούθησε επεξήγησε τα όσα αναφέρονται στην έκθεση του - Τεκμ.25, για να καταλήξει ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές απι των επιταγών τεκμήρια 4 - 7 ανήκουν στην κατηγορούμενη 2, Χαρίκλεια Ορφανίδου. Αντεξεταζόμενος απο τον συνήγορο των κατηγορουμένων 2 και 7 ανέφερε ότι βασίστηκε μόνο στα έγγραφα που του δόθηκαν απο την Τράπεζα Κύπρου, έγγραφα τα οποία δεν υπογράφηκαν στην παρουσία του. Ο ΜΚ7 ανέφερε ότι ασχολείται με την δικαστική γραφολογία τα τελευαταία 26 χρόνια ενώ είναι διορισμένος γραφολόγος απο το Υπουργικό Συμβούλιο και απο το 2006 διαπιστευμένος με το σύστημα διαπίστευσης ISO 17025 ενώ έχει εξετάσει κατά την διάρκεια της καριέρας του πέραν των 10.000 ποινικών και αστικών υποθέσεων. Ο ΜΚ7 δεν αντεξετάστηκε απο τους συνήγορους των κατηγορουμένων 3, 5 και
  25. ΜΚ8 - Γιόλη Μακρίδου Η ΜΚ8, Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας κλήθηκε για να καταθέσει αντίγραφα της δικογραφίας της αγωγής 4255/13, Ε.Δ. Λευκωσίας με ενάγουσα την 1η κατηγορούμενη και εναγόμενους 16 πρόσωπα μεταξύ των οποίων η Τράπεζα Κύπρου και η Λαική Τράπεζα. (Τεκμήριο 26). Η ΜΚ8 δεν αντεξετάστηκε απο τους συνήγορους υπεράσπισης. ΜΚ9 - Μαρία Μακρή Ως τελευταία μάρτυρας κατηγορίας προσήλθε ενώπιον μου η κτηματολογικός γραφέας του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού. Αναφέρθηκε και κατέθεσε φάκελο μεταβιβάσεων ακινήτων στην Λεμεσό και την Λευκωσία. Συγκεκριμένα 3 ακίνητα στον Αστρομερίτη και 4 στην Αλάμπρα. Για την Αλάμπρα κατέθεσε αντίγραφα της πώλησης 3704/12 μεταξύ 2 εταιρειών αλλά και της πώλησης των ακινήτων στον Αστρομερίτη. Με βάση τα όσα η ίδια διάβασε απο τους φακέλους (Τεκμήριο 27) η κατηγορούμενη 1 δεν φαίνεται να εμπλέκεται σε αυτές τις πράξεις. Αναφορικά με ακίνητα στην Λεμεσό η ΜΚ9 αναφέρθηκε σε μια πράξη μεταβίβασης ενός ακινήτου στα Κάτω Πολεμίδια με πωλήτρια την 1η κατηγορούμενη και αγοράστρια μια άλλη εταιρεία. Νομική Πτυχή αδικημάτων επί του κατηγορητήριου Κατηγορίες 1η, 8η, 15η και 22η εναντίον 1ης κατηγορούμενης: Το άρθρο 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: « Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές. » Από το λεκτικό του ως άνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Η έκδοση επιταγής.
(2)Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε.
(3)Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα.
(4)Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της.
(5)Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και εξετάζοντας αυτά στο στάδιο αυτό χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας παρατηρώ ότι δεν ελλείπει οιοδήποτε εκ των συσταικών στοιχείων του αδικήματος αυτού που η 1η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει η δε μαρτυρία δεν είναι αντινομική ή σε τέτοιο βαθμό αναξιόπιστη. Κατηγορίες 2η, 3η, 9η, 10η, 16η, 17η, 23η και 24η εναντίον κατηγορουμένων 2, 3, 5 και 7 για παροχή συνδρομής και ή παρακίνηση και/ή συμμετοχή στη διάπραξη των ποινικών αδικημάτων της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 20 και 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154) Κατ' αρχήν να αναφερθεί ότι από μόνη της η ιδιότητα ενός κατηγορούμενου ως Διευθυντή εταιρείας δεν σημαίνει απολύτως τίποτε σε ότι αφορά τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Η διευθυντική ιδιότητα δεν οδηγεί σε καταδίκη χωρίς άλλο (βλ. Ευρυβιάδης v. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 600), Π. Παντελή ν. Χ. Κωνσταντίνου, Ποινική Έφεση Αρ. 7095). Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν ως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργοί, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Στις περιπτώσεις αυτές χρειάζεται να αποδειχθεί ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση σε αδίκημα, και (β) την ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται και με τις 2 αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ότι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Με βάση τα πιο πάνω συνεπώς το πρώτο πράγμα που θα πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο έχει αποδειχθεί η παροχή βοήθειας ή η παρακίνηση των κατηγορουμένων 2, 3, 5, 6 και 7 κατά τη διάπραξη των σχετικών αδικημάτων από την κατηγορούμενη 1. Κατηγορίες 4η, 5η, 11η, 12η, 18η, 19η, 25η και 26η εναντίον των κατηγορουμένων για εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό καταδολίευση - άρθρα 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα. Το άρθρο 297 του Κεφ.154 προνοεί τα ακόλουθα: " Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή ". Το δε άρθρο 298 του Κεφ.154 προνοεί τα ακόλουθα: "
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων." Από το λεκτικό λοιπόν των εν λόγω άρθρων συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος το οποίο ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει είναι:
  1. Η ψευδής παράστασης δηλ. παράσταση γεγονότος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα,
  2. Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή,
  3. Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης,
  4. Με τη ψευδή παράσταση δηλ. ως αποτέλεσμα αυτής ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Αναφορικά με το στοιχείο της ψευδούς παράστασης αυτή δεν είναι ανάγκη να είναι με λέξεις. Είναι αρκετή ακόμη και συμπεριφορά και πράξεις χωρίς προφορική επικοινωνία από τα οποία συνάγεται τέτοια παράσταση. Περαιτέρω η παράσταση αυτή πρέπει να αφορά γεγονός του παρελθόντος ή του παρόντος δηλ. παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Μια απλή έκθεση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν είναι ικανοποιητική για στοιχειοθέτηση ψευδούς παράστασης. Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, επίσης δεν αποτελεί ψευδή παράσταση. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Αν όμως παράσταση για υπάρχοντα γεγονότα συνοδεύεται και από υπόσχεση ότι ο κατηγορούμενος θα πράξει κάτι στο μέλλον τότε είναι αρκετή για απόδειξη του στοιχείου αυτού. Ψευδής παράσταση μπορεί επίσης να υπάρχει όταν δίδεται υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά σε συνδυασμό με ψευδή παράσταση ότι αυτός που υπόσχεται έχει την εξουσία να κάνει το υποσχεθέν. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι η απόσπαση έγινε γιατί η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου ο οποίος επειδή είτε εν όλο είτε εν μέρη στηριζόμενος στην ψευδή παράσταση παρακινήθηκε να δώσει τα χρήματα ή την περιουσία. Με άλλα λόγια η απόσπαση πρέπει να είναι αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης. (Για τα πιο πάνω βλ. Archbold 35th ed. σελ. 758-780, Russel on Crime Τόμος 2, σελ. 1171 - 1184, Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία). Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold σελ. 775 ανωτέρω όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 124 και μπορεί να ισχύσει και για το υπό εξέταση αδίκημα έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί περαιτέρω ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (βλ. Petrou ανωτέρω). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όμως η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ΄ εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington ν Fitzmaurice
(1885)29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη». Από τα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω σε σχέση με το υπό αναφορά αδίκημα, τα συστατικά στοιχεία τούτου αλλά και τα όσα προκύπτουν μέσα από την σχετική νομολογία για την απόδειξη τους, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος προβαίνει σε ψευδή παράσταση, το ψευδές της οποίας γνωρίζει κατά το χρόνο που κάνει την παράσταση και περαιτέρω ότι τον ίδιο χρόνο το κάνει αυτό με σκοπό καταδολίευσης. Κατά συνέπεια κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του αδικοπραγούντος για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος που αυτός κάνει την εν λόγω παράσταση. Κατηγορίες 6η, 7η, 13η, 14η, 20η, 21η, 27η και 28η εναντίον των κατηγορουμένων για εξασφάλιση πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις και/ή με δόλο - άρθρο 301 του Ποινικού Κώδικα. Το άρθρο 301 του Κεφ.154 προνοεί τα ακόλουθα: "
  1. Όποιος- (α) κατά τη σύναψη χρέους ή με την ανάληψη υποχρέωσης, εξασφαλίζει πίστωση με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση ή με άλλο δόλιο μέσο ή (β) με σκοπό καταδολίευσης των πιστωτών του ή κάποιου από αυτούς, δωρίζει, παραδίδει ή μεταβιβάζει ή επιβαρύνει την περιουσία του ή προκαλεί τη διενέργεια οποιουδήποτε από αυτά ή (γ) με σκοπό καταδολίευσης των πιστωτών του, αποκρύβει ή μετακινεί οποιοδήποτε μέρος της περιουσίας του, μετά την έκδοση ή εντός των δύο μηνών των προηγούμενων από την έκδοση εναντίον του μη ικανοποιηθείσης δικαστικής απόφασης ή διάταγμα για πληρωμή χρημάτων, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων. " Το άρθρο 297 του Κεφ.154 προνοεί τα ακόλουθα: " Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή ". Κατ' αρχήν αναφέρεται ότι είναι προφανές πως εκ του άρθρου 301 του Κεφ.154 πιο πάνω τα αδικήματα που απασχολούν εδώ το Δικαστήριο εδράζονται στο εδάφιο (α) αυτού. Τα συστατικά στοιχεία του πιο πάνω αδικήματος είναι τα ακόλουθα: α) Η εξασφάλιση πίστωσης β) Κατά τη σύναψη χρέους ή με την ανάληψη υποχρέωσης και γ) Με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση ή με άλλο δόλιο μέσο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΑΝΑΦΟΡΙΚΆ ΜΕ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥΣ 3, 5 ΚΑΙ
  2. Είναι προφανές ότι οι κατηγορούμενοι 3, 5 και 7 αντιμετωπίζουν κατηγορίες παροχής συνδρομής και/ή συμμετοχή στα υπό εξέταση αδικήματα που κατ' ισχυρισμό διέπραξε η 1η κατηγορούμενη. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων αυτοί κατηγορούνται ως αντιπρόσωποι και/ή διευθυντές και/ή υπάλληλοι και ή άτομα που ενεργούσαν για λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης. Αναφέρω ξεκάθαρα ότι όλες οι κατηγορίες που οι κατηγορούμενοι 3, 5 και 6 αντιμετωπίζουν είναι καταδικασμένες σε απόρριψη. - Αναφορικά με την παροχή συνδρομής στην έκδοση επιταγής είναι προφανές ότι απο την μαρτυρία εναντίον τους ελλείπει παντελώς η ύπαρξη ένοχης πράξης (actus reus). Ουδεμία αναφορά έγινε για υπογραφή των επίδικων επιταγών αντίθετα θέση ξεκάθαρη των παραπονουμένων ότι αυτές υπογράφηκαν μόνο απο την κατηγορούμενη
  3. Ακόμα όμως οφείλω να σημειώσω ότι καμία μαρτυρία δεν δόθηκε για συνδρομή στο αδίκημα της έκδοσης επιταγής με βάση το άρθρο 305(Α) με οιοδήποτε άλλο τρόπο, έργο ή πράξη πέραν της υπογραφής. - Περαιτέρω αναφορικά με τις υπόλοιπες κατηγορίες που αυτοί αντιμετωπίζουν σημειώνω ότι μέσα από την δοθείσα μαρτυρία ουδέν προέκυψε για συνεργασία της παραπονούμενης απευθείας με τους κατηγορούμενους 3, 5 και 6 αλλά αποτέλεσε μαρτυρία και θέση των ΜΚ ότι η οποιαδήποτε συνεργασία και σχέση της παραπονούμενης ήταν με την κατηγορούμενη 1, εις την οποία προσφέρονταν υπηρεσίες. - Περαιτέρω ουδείς εκ των ΜΚ δεν αναγνώρισε τα πρόσωπα αυτά ως άτομα που να είχαν οιαδήποτε σχέση με τις ενέργειες της 1ης κατηγορούμενης. Μέσα απο τα βασικά σημεία της μαρτυρίας όλων των ΜΚ και ιδιαίτερα των εκπροσώπων και διευθυντών της παραπονούμενης ουδεμία μαρτυρία δόθηκε που να συνδέει με οιοδήποτε εκ των αδικημάτων κάποιον απο τους κατηγορούμενους 3, 5 και
  4. Περαιτέρω όλοι δήλωσαν άγνοια για τον ρόλο των προσώπων αυτών στην κατηγορούμενη 1 ενώ περιόρισαν και τα παράπονα τους εναντίον των κατηγορουμένων 2 και 7 τους οποίους αναγνώρισαν ως τα άτομα που ήταν υπεύθυνα για την 1η κατηγορούμενη. - Τέλος μέσα και απο την έγγραφη μαρτυρία - Τεκμήριο 20 - πιστοποιητικά 1ης κατηγορούμενης απο Έφορο Εταιρειών, προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι 3 και 5 διορίστηκαν ως διευθυντές την 10/12/2012 και παύθηκαν την 28/3/2013, ο κατηγορούμενος 6 διορίστηκε την 30/5/2007 και παύθηκε την 15/4/
  5. Οι κατηγορούμενοι 3 και 5 κατά τον ουσιώδη για την υπόθεση χρόνο, ήτοι την ισχυριζόμενη ημερομηνία παράδοσης των επιταγών, την 19/10/2012 ουδεμία σχέση είχαν με την 1η κατηγορούμενη ενώ ακόμα και για τον κατηγορούμενο 6 ο οποίος ήταν τότε διευθυντής καμία άλλη μαρτυρία δεν δόθηκε για εμπλοκή του με οιοδήποτε τρόπο. - Πέραν της έλλειψης συστατικών στοιχείων των αδικημάτων σε σχέση με τους κατηγορούμενους αυτούς, ελλείπει παντελώς μαρτυρία, που να τους συσχετίζει με οιοδήποτε τρόπο, καθιστώντας έτσι το σύνολο αυτής αντινομική στερούμενης πειστικότητας σε τέτοιο βαθμό που δικαιολογεί απόλυτα την απαλλαγή τους απο αυτό το στάδιο. - Η κλήση των κατηγορουμένων 3, 5 και 6 σε απολογία δεν δικαιολογείται αντίθετα θα έδιδε στην Κατηγορούσα Αρχή την δυνατότητα να διορθώσει ατέλειες και ελλείψεις. Με αυτή την μαρτυρία που έχω ενώπιον μου σε αυτό το στάδιο αναφορικά με τους κατηγορούμενους 3, 5 και 6 καταλήγω ότι θα ήταν αδύνατο για οποιοδήποτε Δικαστήριο να τους καταδικάσει σε μεταγενέστερο στάδιο. Συνεπώς και με βάση το πιο πάνω σκεπτικό το οποίο προσπάθησα να εξηγήσω οι κατηγορούμενοι 3, 5 και 6 απαλλάσσονται και αθωώνονται απο αυτό το στάδιο σε όλες τις κατηγορίες που αυτοί αντιμετωπίζουν. ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗ 1 Αναφορικά τώρα με την 1η κατηγορούμενη έχω αναφέρει ανωτέρω ότι σε σχέση με τις 4 κατηγορίες που αφορούν αδικήματα της έκδοσης επιταγής κατά το 305(Α) δεν φαίνεται σε αυτό το στάδιο να ελλείπει οιοδήποτε συστατικό στοιχείο ή να στερείται η μαρτυρία πειστικότητας σε τέτοιο βαθμό. Αντίθετη όμως είναι η κατάληξη μου σε σχέση με τις υπόλοιπες κατηγορίες που η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει. Ως διαφάνηκε ανωτέρω απο την ανάλυση της νομικής πτυχής των κατηγοριών της εξασφάλισης πίστωσης ή αγαθών το κύριο μέλημα του Δικαστηρίου είναι να εντοπίσει την ύπαρξη εξ' υπαρχής πρόθεσης ως μέρος των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων. Μέσα απο την μαρτυρία, αντικειμενικά κρινόμενη, και χωρίς να προβαίνω σε διαπίστωση αξιοπιστίας η μή, προέκυψε ότι η παραπονούμενη εταιρεία διατηρούσε συνεργασία με την κατηγορούμενη 1 απο το έτος 1987 μέχρι τουλάχιστον το τέλος του
  6. Διατηρούσε κατάσταση λογαριασμού και λάμβανε μεταχρονολογημένες επιταγές οι οποίες για την πλειοψηφία της διάρκειας της συνεργασίας τους, πληρώνονταν κανονικά, ελλείπει δε παντελώς μαρτυρία που να συνδέει τις επίδικες επιταγές με παράδοση συγκεκριμένων προιόντων. Η μαρτυρία που δόθηκε για την αξία των προιόντων που παραδόθηκαν μετά την έκδοση των επιταγών καμία σχέση δεν έχει με τα ποσά των επιταγών καθιστώντας αυτή αντινομική. Είναι δεδομένο ότι η απόσπαση αγαθών ή πίστωσης δεν δύναται να προηγείται χρονικά των ισχυριζόμενων ψευδών παραστάσεων. Η μαρτυρία που έχω είναι ότι δόθηκαν οι επιταγές αυτές για συγκεκριμένες παραγγελίες οι οποίες όμως δεν αναφέρθηκαν τα δε ποσά που αναφέρθηκαν είναι κατά πολύ ολιγότερα των ποσών των επιταγών. Καμία μαρτυρία δεν υπάρχει που να αποδεικνύει έστω και σε αυτό το στάδιο εξ' αρχής πρόθεση για εξασφάλιση πίστωσης ή αγαθών με ψευδείς παραστάσεις αλλά ελλείπει περαιτέρω και η μαρτυρία που να αποδεικνύει την ύπαρξη δόλου ή πρόθεσης. Η κατηγορούμενη 1 για σωρεία ετών συνεργαζόταν με την παραπονούμενη με συγκεκριμένο τρόπο διατηρώντας κατάσταση λογαριασμού και λαμβάνοντας επιταγές έναντι του υπολοίπου. Η ύπαρξη οφειλής και η μη πληρωμή αυτού του υπολοίπου δεν αποδεικνύει δίχως άλλο πρόθεση καταδολίευσης. Συνεπακόλουθα των ανωτέρω η κατηγορούμενη 1 απαλλάσσεται και αθωώνεται στις κατηγορίες 4η, 6η, 11η, 13η, 18η, 20η, 25η και 27η. Συνεπεία τώρα της απόρριψης των πιο πάνω κατηγοριών οι κατηγορίες για συνδρομή και/ή συμμετοχή των κατηγορουμένων 2 και 7 στην διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων είναι καταδικασμένες σε απόρριψη. Δεν δύναμαι να εξετάσω συμμετοχή και συνδρομή στην διάπραξη αδικήματος για το οποίο ο φερόμενος δράστης έχει απαλλαγεί. Εν πάση περιπτώσει όμως αναφέρω ότι δεν έχει τεθεί καμία μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να δείχνει ότι είτε η κατηγορούμενη 2 είτε ο κατηγορούμενος 7 είχαν πρόθεση να καταδολιεύσουν τους παραπονούμενους ή ότι προέβηκαν σε οιανδήποτε ψευδή παράσταση. Σημειώνω βεβαίως ότι η συνεργασία που υπήρχε, ήταν πάντα μεταξύ της 1ης κατηγορούμενης και της παραπονούμενης και όχι αυτής και των κατηγορουμένων 2 και
  7. ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ 7 ΚΑΙ ΕΚΔΟΣΗ ΕΠΙΤΑΓΩΝ ΧΩΡΙΣ ΑΝΤΙΚΡΙΣΜΑ Εξετάζοντας τώρα την συμμετοχή του κατηγορούμενου 7 στην έκδοση των επιταγών οι οποίες δεν τιμήθηκαν παραπέμπω ανωτέρω στην αναφορά μου στην νομολογία για την ευθύνη διευθυντή. Δεν αμφισβητήθηκε ότι ο κατηγορούμενος 7 ήταν διευθύνων σύμβουλος στην 1η κατηγορούμενη και το πρόσωπο που είχε άμεση σχέση με τις εργασίες αυτής. Σαφέστατα όμως μέσα απο την μαρτυρία που δόθηκε ελλείπει παντελώς το συστατικό στοιχείο της ένοχης πράξης (actus reus). Οι παραπονούμενοι μέσα απο την μαρτυρία που παρουσίασαν αλλά και μέσα απο την διατύπωση του ίδιου του κατηγορητηρίου προβάλουν ξεκάθαρα την θέση ότι τις επίδικες επιταγές τις υπέγραψε η 2η κατηγορούμενη. Σημειώνω ότι η εξέταση της κάθε υπόθεσης γίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά και εδώ αυτό που εξετάζεται είναι η συμμετοχή του κατηγορούμενου 7 στην έκδοση των επίδικων επιταγών και όχι γενικά στην διαχείριση και διεύθυνση της κατηγορούμενης
  8. Σε σχέση με αυτό το ζήτημα ουδεμία μαρτυρία τέθηκε όχι μόνο για υπογραφή των επιταγών απο τον κατηγορούμενο 7 αλλά και για οιοδήποτε άλλο τρόπο συμμετοχής του είτε με λόγια είτε με πράξεις. Βεβαίως η συνδρομή ενός προσώπου με βάση το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, στην διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305 (Α) δεν κρίνω ότι στοιχειοθετείται μόνο με την υπογραφή αλλά δύναται να αποδειχθεί και με οιοδήποτε άλλο τρόπο, στην προκειμένη όμως περίπτωση, από τα όσα ενώπιον τέθηκαν δεν προκύπτει καμία μαρτυρία για συμμετοχή του κατηγορούμενου 7 με οιοδήποτε τρόπο. Αντίθετα όλες οι φερόμενες συζητήσεις, συνεννοήσεις και συνθήκες λήψης των επίδικων επιταγών αφορούσαν την κατηγορούμενη
  9. Συνεπώς και με βάση τα όσα ανέφερα όλες οι κατηγορίες που ο κατηγορούμενος 7 αντιμετωπίζει απορρίπτονται και αυτός απαλλάσσεται και αθωώνεται απο αυτό το στάδιο. ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΙ 1 ΚΑΙ 2 - ΑΔΙΚΗΜΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΠΙΤΑΓΩΝ ΧΩΡΙΣ ΑΝΤΙΚΡΙΣΜΑ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗΣ
  10. Ολοκληρώνοντας με το μεγαλύτερο μέρος των κατηγοριών ως φαίνεται απο την ανάλυση εις την οποία προέβηκα ανωτέρω, έχω κρίνει ότι για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν ελλείπει οιοδήποτε εκ των συστατικών στοιχείων αναφορικά με την κατηγορούμενη 1 και τις κατηγορίες της έκδοσης των 4 επιατγών κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ.154. Το ίδιο ισχύει και για την κατηγορούμενη 2 για την οποία έχω μαρτυρία ότι ήταν πρόσωπο εξουσιοδοτημένο να υπογράφει επιταγές εκ μέρους της 1ης κατηγορούμενης ενώ παρουσιάστηκε μαρτυρία που είναι αρκετή σε αυτό το στάδιο αναφορικά με την πατρότητα της υπογραφής. Η συμμετοχή και η συνδρομή διαχωριζόμενη σε 2 σημεία του actus reus και του mens rea έχει στο σημείο αυτό διαφανεί, τουλάχιστον αναφορικά με την ένοχη πράξη η οποία φέρεται να συντελέστηκε με την υπογραφή των επιταγών. Η ένοχη διάνοια από την άλλη (mens rea) δεν μπορεί να εξεταστεί στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης αλλά μόνο σε τελικό στάδιο κατά την αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας. ΖΗΤΗΜΑ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΜΕΝΟΥ ΚΟΜΙΣΤΗ ΤΩΝ ΕΠΙΔΙΚΩΝ ΕΠΙΤΑΓΩΝ Προτού όμως καταλήξω στην τελική μου ετυμηγορία για την κλήση των κατηγορουμένων 1 και 2 σε απολογία στις κατηγορίες αυτές της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα θα πρέπει να εξετάσω ένα ζήτημα που εγέρθηκε απο τον συνήγορο υπεράσπισης των κατηγορουμένων 2 και 7, το ζήτημα του νομιμοποιημένου κομιστή. Το ζήτημα του νομιμοποιημένου κομιστή άπτεται ουσιαστικά του συνεπακόλουθου δικαιώματος καταχώρησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης το οποίο πάντα εξετάζεται σε αυτής της φύσεως τα αδικήματα σε ιδιωτικές ποινικές διώξεις και το οποίο ενόψει και της εισήγησης που τέθηκε δεν μπορούσε να μην απαντηθεί. Το δε στάδιο του εκ πρώτης όψεως είναι το κατάλληλο στάδιο να εξεταστεί το ζήτημα αυτό αφού άπτεται της ουσίας της καταχώρησης και η ενδεχόμενη αποδοχή του δεν αφήνει περιθώρια κλήσης σε απολογία. Σύμφωνα με τον συνήγορο των κατηγορουμένων 2 και 7, με βάση την μαρτυρία που δόθηκε απο τον ΜΚ5 και οι 4 επίδικες επιταγές είτε οπισθογραφήθηκαν είτε εκχωρήθηκαν στην laiki Factors η οποία προπλήρωσε ποσό αυτών περί του 80% της αξίας τους και με την μη τίμηση τους επιστράφηκαν πίσω στους παραπονούμενους. Με παραπομπή σε πρωτόδικες αποφάσεις αδελφών Δικαστών και με αναφορά στο άρθρο 29
(1)του Νόμου Περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ.262 που δίδει την ερμηνεία του νομιμοποιημένου κομιστή, εισηγήθηκε ότι η παραπονούμενη με την εκχώρηση των επιταγών στον πιο πάνω οργανισμό κατέστησε νομιμοποιημένο κομιστή τον ίδιο ενώ όταν είχαν γίνει ξανά κάτοχοι αυτών των επιταγών είχαν ήδη λάβει γνώση ότι αυτές δεν τιμήθηκαν με αποτέλεσμα να μην είναι πλέον νομιμοποιημένοι κομιστές, παρά μόνο κάτοχοι. Η επιταγή σύμφωνα με πάγια νομολογία αποτελεί συναλλαγματική μεταβιβάσιμη ενώ μέσα απο σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου η οπισθογράφηση και εκχώρηση μιας επιταγής είναι απολύτως αποδεχτή και θεμιτή. Το άρθρο 29
(1)του Κεφ.262 διαβάζεται ως ακολούθως: 29
(1)Νομιμοποιημένος κομιστής είναι ο κάτοχος ο οποίος έλαβε συναλλαγματική, συμπληρωμένη και κανονική στην όψη της με τους πιο κάτω όρους, δηλαδή- (α) ότι έγινε κάτοχος αυτής προτού αυτή καταστεί ληξιπρόθεσμη και χωρίς ειδοποίηση ότι προηγουμένως δεν τιμήθηκε, αν είναι τέτοια η περίπτωση. ... Με βάση την απόφαση απόφαση Κλεάνθης Δημοσθένους ν. Τύχωνας Τύχωνος, Ποινική Έφεση 153/2011 ημερ.16/1/2013 νομιμοποιημένος κομιστής δύναται να είναι ο οιοσδήποτε υπέρ του οποίου εκχωρήθηκε μια επιταγή η οποία ως χρεόγραφο μεταβιβάσιμο και συμφώνως του άρθρου 30
(1)του Κεφ.262 δεν χωρεί άλλη ερμηνεία. Περαιτέρω στην υπόθεση Τσιακλίδης ν. Σιάνου
(2008)1Α Α.Α.Δ. 296 τονίστηκε ότι νομιμοποιημένος κομιστής υπό την έννοια του άρθρου 29
(1)του Κεφ.262 είναι το πρόσωπο στου οποίου την κατοχή νομίμως περιήλθε η συναλλαγματική, επειδή δόθηκε αξία γι' αυτήν. Ο κάτοχος, για αξία, μιας επιταγής έχει εκ του νόμου δικαιώματα ανάμεσα στα οποία και το δικαίωμα έγερσης αγωγής στο όνομα του, εναντίον του εκδότη της επιταγής. Συνεπώς εδώ για να εξεταστεί το κατά πόσο οι παραπονούμενοι είναι νομιμοποιημένοι κομιστές και συνεπακόλουθα πρόσωπα που δύναται να είναι παραπονούμενα σε ποινική υπόθεση θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το Κεφ.262, ήτοι ο Νόμος Περί Συναλλαγματικών. Πέραν των όσων νομολογιακά καθιερώθηκαν ανωτέρω παραπέμπω στο σύγγραμμα του Χρ. Λουκά, «Τραπεζική Επιταγή»
(2006)2η έκδοση, Τόμος 1, σελ.429, όπου στην παράγραφο 175 και υπό τον τίτλο «Αποτέλεσμα Οπισθογράφησης» αναφέρεται ότι η νομική ενέργεια της οπισθογράφησης είναι τριπλή και συγκεκριμένα πρώτον μεταβιβαστική των επί και εκ της επιταγής δικαιωμάτων, δεύτερον νομιμοποιητική, δηλαδή νομιμοποιεί τον εξ' οπισθογραφήσεως δικαιούχο (indorsee) ως το δικαιούχο της εκ της επιταγής απαιτήσεως και τρίτον εγγυητική έναντι του εξ'οπισθογραφήσεως δικαιούχου και των μεταγενέστερων κομιστών της επιταγής. Περαιτέρω στην σελίδα 432 και παράγραφο 177 αναφέρεται χαρακτηριστικά: «...Ο κάτοχος επιταγής θεωρείται νομιμοποιημένος κομιστής (holder in due course) εάν βασίζει το δικαίωμα του επί οπισθογράφησης. Είναι γι' αυτό το λόγο που ο αρχικός δικαιούχος (original payee) της επιταγής δε θεωρείται νομιμοποιημένος κομιστής...» Μέσα απο την ενώπιον μου μαρτυρία και ιδιαίτερα την μαρτυρία του ΜΚ5 χωρίς να αξιολογείται τέθηκαν τα ακόλουθα: - Οι 4 επίδικες επιταγές οπισθογραφήθηκαν και/ή εκχωρήθηκαν στην Laiki Factors με την οποία η παραπονούμενη εταιρεία είχε συμφωνία για προεξόφληση κάποιων ποσών απο τιμολόγια. - Ο ΜΚ5 ανέφερε ότι κατέθεσε αυτές ναι μεν στην Λαική Τράπεζα αλλά γνώριζαν στα ταμεία των παραρτημάτων τον λογαριασμό της Laiki Factors και τις κατέθεταν εκεί. Ο ίδιος δε ανέφερε ότι δεν μπορούσε να μην καταθέσει αυτές τις επιταγές στην υπηρεσία αυτή καθότι ήταν υποχρέωση του με βάση την συμφωνία. - Για τις επίδικες επιταγές και με αναφορά στο ερώτημα εάν του επιστράφηκαν μετά που δεν τιμήθηκαν απάντησε χαρακτηριστικά: «Ναι τούτο έτσι ήταν αλλά επιστράφηκε τούτο μετά που επιστράφηκαν οι επιταγές ότι δεν πέρασαν οι επιταγές τζιαί αφαίρεσαν το ποσό που έβαλαν μέσα. Έβαλαν ένα ποσό το 80% μέχρι να δούμε αν θα περάσουν οι επιταγές». - Ο ΜΚ5 διευκρίνησε ότι είχε συμφωνία να του πληρώνεται ένα ποσό τιμολογίων βάσει και των καταστάσεων λογαριασμού νοουμένου ότι θα εκχωρούσε τις επιταγές που θα λάμβανε τις οποίες έπρεπε να καταθέσει στην Factors. Νοουμένου ότι οι επιταγές θα τιμούντο θα λάμβανε ακολούθως και το εναπομείναν 20%. Αν όχι τότε τις επέστρεφαν και αυτός θα έπρεπε να «κάνει καλά με τον πελάτη». - Στο ερώτημα εάν για αυτές τις επίδικες επιταγές που ο ΜΚ5 εκχώρησε στην Factors, προπληρώθηκε κάποιο ποσό εκχωρόντας τα δικαιώματα της παραπονούμενης απο αυτές, ο ΜΚ5 απάντησε «Ναι. Μάλιστα». - Ακόμα και στην επανεξέταση του ο ΜΚ5 στην ερώτηση εάν έλαβε οιοδήποτε ποσό απο την Factors αναφορικά και με τις 4 επιταγές τεκμήρια 4 - 7 απάντησε «βεβαίως εισέπραξα». - Καμία μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον μου ότι η παραπονούμενη κατέθεσε προς πληρωμή τις επίδικες επιταγές οι οποίες με βάση τις επιστολές που κατατέθηκαν από τους ΜΚ και με βάση τα όσα αυτοί ανέφεραν, κατατέθηκαν από την υπηρεσία Factors και επιστράφηκαν στους παραπονούμενους σφραγισμένες (Σημειώνω ότι αντίγραφα των επιταγών επισυνάφθηκαν στις εν λόγω επιστολές). Με βάση τα πιο πάνω και ιδιαίτερα την μαρτυρία του ΜΚ5 καταλήγω ότι τα όσα έθεσε ενώπιον μου ο συνήγορος των κατηγορουμένων 2 και 7 έχουν βάση και οι παραπονούμενοι δεν δύναται να θεωρηθούν ως νομιμοποιημένοι κομιστές των επιταγών με συνεπακόλουθο δικαίωμα την καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής δίωξης. Η μαρτυρία του ΜΚ5 χωρίς να αξιολογείται και αντικειμενικά ειδωμένη είναι μια μαρτυρία περί της πορείας των επίδικων επιταγών απο την ημερομηνία λήψης τους μέχρι και την ημερομηνία σφράγισης τους απο την Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος των παραπονουμένων στην δική του αγόρευση δεν διατύπωσε οιαδήποτε νομικά επιχειρήματα για την αντίκρουση της θέσης αυτής αλλά έθεσε θέμα υπεράσπισης και ιδιαίτερα ότι το ζήτημα αυτό θα έπρεπε να είχε τεθεί στον ΜΚ2 ως τραπεζιτικό και όχι στον ΜΚ5. Μέ όλο τον σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο των παραπονουμένων, η θέση της υπεράσπισης των κατηγορουμένων 2 και 7 περί μη νομιμοποιημένου κομιστή τέθηκε ξεκάθαρα κατά την αντεξέταση του ΜΚ5 τόσο με την μορφή ερωτήσεων όσο και με την μορφή υποβολών των σχετικών θέσεων. Το γεγονός ότι δεν τέθηκε στον ΜΚ2 είναι άνευ ουσίας καθότι ο ΜΚ2 δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως να γνωρίζει την πορεία της επιταγής πριν την παρουσίαση της στην Τράπεζα για πληρωμή στον χρόνο που αυτή ήταν πληρωτέα. Μέσα απο την μαρτυρία τεθηκε ότι οι επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες. Ο ΜΚ2 απάντησε και ανέφερε την κατάσταση της ημερομηνίας παρουσίασης και τους λόγους σφράγισης των επιταγών. Κρίνω ότι οι υποβολές και θέσεις της υπεράσπισης τέθηκαν στον κατάλληλο μάρτυρα εφόσον μόνο αυτός μπορούσε να αναφέρει τα γεγονότα κατάθεσης των επιταγών αλλά και την εκχώρηση η οπισθογράφηση τους ως το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο που θα μπορούσε να το πράξει αυτό. Σημειώνω βεβαίως ότι ουδεμία αναφορά έγινε και ουδεμία μαρτυρία δόθηκε απο τον ΜΚ2 στο ποιό ήταν το πρόσωπο που αρχικά κατέθεσε τις επιταγές αλλά ούτε και παρουσιάστηκε μαρτυρία απο άλλη Τράπεζα των παραπονουμένων εις την οποία ενδεχομένως να κατέθεσαν αυτές τις επιταγές. Αντίθετα η θέση του ΜΚ5 ήταν ότι ο ίδιος κατέθεσε τις επιταγές στην Λαική Τράπεζα με σκοπό να κατατεθούν στην Laiki Factors ως η συμφωνίας τους. Σημειώνω εδώ βεβαίως ότι παρά το ότι αναφέρθηκε απο τον συνήγορο των παραπονουμένων ότι ως μάρτυρας κατηγορίας θα παρουσιαζόταν και εκπρόσωπος της τράπεζας των παραπονουμένων στην οποία κατατέθηκαν οι επίδικες επιταγές, αυτό το πρόσωπο ουδέποτε τελικά προσήλθε. Περαιτέρω αναφέρω ότι μέσα απο το Τεκμήριο 11 φαίνεται ότι οι επιταγές τεκμήρια 4, 5 και 7 επιστράφηκαν με επιστολή της Laiki Factors στους παραπονούμενους με αναφορά «Σας επιστρέφουμε τις πιο κάτω επιστραφόμενες επιταγές» και κωδικό επιστροφής CIR δηλαδή ΚΑΠ. Στο ίδιο δε το σώμα των επιταγών τεκμήρια 4, 5 και 7 υπάρχει οπισθογράφηση "Pay to the order of Laiki Factors Ltd" και υπογραφή επ' αυτής. Συνεπώς δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι 3 αυτές επιταγές όχι μόνο εκχωρήθηκαν αλλά και οπισθογραφήθηκαν προς την Laiki Factors, όταν δε οι παραπονούμενοι έγιναν ξανά κάτοχοι αυτών είχαν ήδη γνώση της μη τίμησης τους αλλά και του λόγου εις τον οποίο η μη πληρωμή οφείλεται. Συνεπώς και ερμηνεύοντας την ρητή αναφορά του άρθρου 29 του κεφ.262, οι παραπονούμενοι δεν δύναται να θεωρούνται νόμιμοι κομιστές των εν λόγω επιταγών, εφόσον με δική τους μαρτυρία αναφέρουν ότι αρχικά οπισθογράφησαν τις επιταγές αυτές, καθιστώντας την Laiki Factors νομιμοποιημένο κομιστή, ενώ όταν έγιναν ξανά κάτοχοι αυτών των επιταγών, είχαν ήδη λάβει γνώση ότι αυτές δεν τιμήθηκαν. Ουδεμία μαρτυρία περαιτέρω δόθηκε εάν αυτές επανακατατέθηκαν από την παραπονούμενη, γεγονός βεβαίως που δεν θα είχε σημασία ενόψει και της ύπαρξης γνώσης για την κατάληξη τους. Αναφορικά τώρα με την 4η επιταγή - τεκμήριο 6 αυτή δεν φαίνεται να έχει στο οπίσθιο μέρος της οπισθογράφηση αλλά αυτό δεν ατονεί την αναφορά του ΜΚ5 ότι ο ίδιος όχι μόνο οπισθογράφησε αλλά και εκχώρησε τα δικαιώματα της παραπονούμενης και απο τις 4 επίδικες επιταγές προς την factors, η οποία και τις επέστρεψε μετά την μη τίμηση τους και μάλιστα ότι πληρώθηκε ποσά έναντι και των 4 αυτών επιταγών καθιστώντας ουσιαστικά νομιμοποιημένο κομιστή και δικαιούμενο σε είπραξη των ποσών την Factors. Παρά την μη φαινομενικά ύπαρξη οπισθογράφησης η μαρτυρία του ΜΚ5 για λήψη και πληρωμή μέρους αυτής από την Factors, στην οποία εκχωρήθηκε και αυτή η επιταγή, συνιστά ουσιαστική εκχώρηση δικαιωμάτων η οποία δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου αφορούσε το σύνολο των 4 επιταγών και η κλήση των κατηγορουμένων 1 και 2 σε απολογία στις κατηγορίες που αφορούν το τεκμήριο 6 κρίνω ότι θα έδινε στην Κατηγορούσα Αρχή την δυνατότητα να καλύψει κενά της ήδη προσφερθείσας μαρτυρίας. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Αναφορικά όμως με τις κατηγορίες για την επιταγή Τεκμήριο 6 οφείλω να παρατηρήσω και ακόμη ένα σημείο επιπλέον των πιο πάνω. Επί των σωμάτων όλων των επιταγών υπάρχουν σφραγίδες κατάθεσης τους και παρουσίασης τους. Επί του τεκμηρίου 6 υπάρχουν μόνο οι σφραγίδες επιστροφής λόγω ανεπαρκών υπολοίπων και ΚΑΠ και ουδεμία αναφορά σε κατάθεση που θα μπορούσε ενδεχομένως να διαφοροποιήσει την τύχη της. Τα τεκμήρια 4, 5 και 7 φέρουν σφραγίδες κατάθεσης στην Λαική Τράπεζα ως ανέφερε και ο ΜΚ5 για την κατάθεση τους. Η επιταγή Τεκμήριο 6 δεν μπορεί να διαφανεί που κατατέθηκε και πότε οπότε αφήνει μοναδική θέση αυτήν του ΜΚ5 για την ίδια πορεία και αυτής με τις υπόλοιπες. Σε σχέση με την κατηγορούμενη 1 δεν παραβλέπω ότι αυτή δεν εκπροσωπήθηκε σε κανένα στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας αφήνοντας παντελώς αναντίλεκτη την μαρτυρία εναντίον της, όμως ο λόγος απόρριψης των κατηγοριών δεν άπτεται της μαρτυρίας αλλά άπτεται ενός νομικού ζητήματος το οποίο έκρινα ότι ισχύει ακριβώς ενόψει της δοθείσας απο τον ΜΚ5 μαρτυρίας και το οποίο εν πάση περιπτώσει θα μπορούσε να εξεταστεί και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατά συνέπεια κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον οιουδήποτε εκ των κατηγορουμένων σε καμία κατηγορία συνεπώς απαλλάσσω και αθωώνω αυτούς απο το στάδιο αυτό. Σε σχέση με τα έξοδα δεν έχω ενώπιον μου οιοδήποτε λόγο γιατί να μην ακολουθήσω το αποτέλεσμα ως εκ τούτου: - Αναφορικά με την κατηγορούμενη 1 ενόψει της μη εκπροσώπησης της καμία διαταγή ως προς τα έξοδα. - Αναφορικά με τους κατηγορούμενους 2, 3, 5, 6 και 7 τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ τους και εναντίον των παραπονουμένων ως αυτά θα υπολογισθούν απο τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν απο το Δικαστήριο. - Ενόψει της κοινής εκπροσώπησης των κατηγορουμένων 1 και 2 επιδικάζεται ένα σετ εξόδων ομοίως βεβαίως και για τους κατηγορούμενους 3 και 5. (Υπ.) ........................... Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.