← Κύπρος

ΑΡΤΟΖΥΜ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής της εταιρείας ΟΡΦΑΝΙΔΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 346

ΑΡΤΟΖΥΜ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής της εταιρείας ΟΡΦΑΝΙΔΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3468/2014, 6/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3468/2014 Μεταξύ: ΑΡΤΟΖΥΜ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ Κατηγόρων ν. 1.ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ 2.ΧΡΙΣΤΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ Κατηγορουμένων Και ως τροποποιήθηκε κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου ημερ.10/07/15 ΑΡΤΟΖΥΜ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν.

  1. Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής της εταιρείας ΟΡΦΑΝΙΔΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ
  2. ΧΡΙΣΤΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ Κατηγορουμένων -------------------------------------------------- Ημερομηνία: 06 Απριλίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος. Χρ. Χριστοφόρου Για τους Κατηγορούμενους 1 : καμία εμφάνιση Για τον Κατηγορούμενο 2 : κ. Ν. Τσαρδελής Κατηγορούμενος 2: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1 αντιμετώπιζαν αρχικά 4 κατηγορίες (1η, 3η, 5η & 7η) για την έκδοση τεσσάρων επιταγών χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των εν λόγω κατηγοριών οι κατηγορούμενοι 1 κατά ή περί τις 30/11/2012 και 30/12/2012 εξέδωσαν και παρέδωσαν στους παραπονούμενους τις αναφερόμενες στο κατηγορητήριο επιταγές οι οποίες όμως όταν παρουσιάστηκαν για πληρωμή στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν δεν τιμήθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη και παρόλο που παρήλθαν 15 ημέρες από την παρουσίαση τους δεν εξοφλήθηκαν. Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετώπιζε αρχικά επίσης τέσσερις κατηγορίες (2η, 4η, 6η & 8η) για συμμετοχή και ή παροχή συνδρομής και ή παρακίνηση στην έκδοση τεσσάρων επιταγών χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 20 και 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των εν λόγω κατηγοριών, ο κατηγορούμενος 2 ως διευθυντής και/ή εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος και/ή αξιωματούχος της 1ης κατηγορούμενης, παρακίνησε και/ή παρείχε βοήθεια και/ή συνδρομή και/ή προέτρεψε την κατηγορούμενη 1 να εκδώσει τις αναφερόμενες στις κατηγορίες επιταγές οποίες όμως όταν παρουσιάστηκαν για πληρωμή στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν δεν τιμήθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη και παρόλο που παρήλθαν 15 ημέρες από την παρουσίαση τους δεν εξοφλήθηκαν. Σε περαιτέρω στάδιο και πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγόρων απέσυρε εναντίον αμφότερων των κατηγορούμενων 1 και 2 τις κατηγορίες 1η, 2, 7η και 8η που αντιμετώπιζαν με αποτέλεσμα οι κατηγορούμενοι 1 και 2 να απαλλαγούν και αθωωθούν από τις κατηγορίες αυτές. Συνεπώς αντικείμενο της παρούσας απόφασης παραμένει η κρίση επί της ενοχής η μη των κατηγορουμένων 1 και 2 στις κατηγορίες 3η, 4η, 5η και 6η. Για σκοπούς πληρότητας αναφέρω ότι μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου λόγω της εκκαθάρισης της 1ης κατηγορούμενη εταιρείας ουδείς εμφανίστηκε για αυτήν και η υπόθεση προχώρησε χωρίς να εκπροσωπηθεί σε οιαδήποτε φάση η 1η κατηγορούμενη. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας τέθηκαν ενώπιον μου και κατατέθηκαν από αμφότερους τους ευπαιδεύτους συνηγόρους τα κάτωθι παραδεκτά γεγονότα (Τεκμήριο 1) τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ως τέτοια:
  1. Η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών και εξακολουθεί να υφίσταται και από τις 31/01/2013 έχουν διοριστεί διαχειριστές δια ομολόγου, μέχρι τις 23/04/2015, οπότε εκδόθηκε διάταγμα εκκαθάρισης της.
  2. Ο Κατηγορούμενος 2 ήταν εκ των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Κατηγορούμενης 1 όταν εκδόθηκαν οι επιταγές.
  3. Δικαιούχος των επιταγών είναι η Παραπονούμενη εταιρεία.
  4. Οι επίδικες επιταγές δεν πληρώθηκαν από τον εκδότη τους παρά την παρέλευση των 15 ημερών από την ημερομηνία παρουσίασης τους προς πληρωμή στην τράπεζα και παραμένουν μέχρι σήμερα απλήρωτες.
  5. Η Κατηγορούμενη 1 καταχωρήθηκε στο αρχείο ΚΑΠ στις 11/12/2012 λόγω έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Περαιτέρω των παραδεκτών γεγονότων και προς απόδειξη της υπόθεσης, η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε τρεις μάρτυρες κατηγορίας. Με την ολοκλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας Αρχής και μετά την έκδοση ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον και των δύο κατηγορουμένων, ο κατηγορούμενος 2 προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Η κατηγορούμενη 1, λόγω της μη εκπροσώπησης τους δεν έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε ούτε παρουσίασαν μάρτυρες υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος 2 παρουσίασε για την υπεράσπισή του, ένα μάρτυρα. Συνολικά δε, από όλους τους μάρτυρες κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου 12 τεκμήρια. Με την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι των διαδίκων παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, στηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Οι εμπεριστατωμένες αγορεύσεις βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, έχουν ληφθεί υπόψη και δεν κρίνω σκόπιμο να επαναληφθούν εδώ αυτούσιες. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων που ενώπιον μου κατέθεσαν βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων και των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε εκτενή παράθεση περίληψης της αλλά αυτό θα γίνει όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). ΜΚ1-Γιάγκος Κατσαρής Είναι ιδρυτής και γενικός διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας, η οποία ασχολείται με την παρασκευή, διανομή και πώληση φρέσκων αρτοπροϊόντων. Αναφέρθηκε στη συνεργασία του με την 1η κατηγορούμενη και στην τροφοδοσία των υπεραγορών της 1ης κατηγορούμενης με τα προϊόντα της. Αναφέρθηκε στη διαδικασία υποβολής παραγγελιών και παράδοσης προϊόντων αλλά και στον τρόπο πληρωμής, ο οποίος γινόταν μέσω επιταγών. Αναγνώρισε τον 2ο κατηγορούμενο ως το πρόσωπο από το οποίο λάμβαναν τις επιταγές και αναγνώρισε τις δύο επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 2 και 3) ως τις επιταγές που ο ίδιος παρέλαβε προσωπικά από τον κατηγορούμενο
  6. Στο κρίσιμο ζήτημα της έκδοσης και παράδοσης των επιταγών, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι επισκέφθηκε στο γραφείο του τον κατηγορούμενο 2 και αφού συζήτησαν για την πρόοδο της συνεργασίας τους, παρέλαβε τις δύο επιταγές οι οποίες ήταν τυπωμένες και υπογράφηκαν ενώπιον του από τον κατηγορούμενο
  7. Ως χώρο συνάντησης καθόρισε το γραφείο του κατηγορούμενου 2 στη Λάρνακα, χώρο τον οποίο και περιέγραψε. Την πρώτη επιταγή την κατέθεσε την επόμενη μέρα και τη δεύτερη περίπου σε περίοδο ενός μήνα. Αμφότερες οι επιταγές δεν τιμήθηκαν λόγω μη επαρκών υπολοίπων και παραμένουν μέχρι σήμερα απλήρωτες. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 αναφέρθηκε ότι όσον αφορά την ημερομηνία 29/11/2012 που έθεσε ως τον χρόνο παραλαβής των επιταγών, ενδεχομένως να είναι και λάθος. Σύμφωνα με τον ίδιο, παρέλαβε τις δύο επιταγές τον Σεπτέμβριο και όταν ήρθε η ημερομηνία που αυτές ήταν πληρωτέες, διαπίστωσε ότι δύο εκ των επιταγών ήταν ανυπόγραφες. Την προηγούμενη της πρώτης επιταγής επισκέφθηκε το γραφείο του κατηγορούμενου 2 ο οποίος και του υπέγραψε τις επιταγές αυτές. Ακολούθως αναφέρθηκε σε άλλη ημερομηνία παραλαβής των επιταγών και συγκεκριμένα πριν τον Μάρτιο, όπου κατ' ισχυρισμό του παρέλαβε ένα πρώτο σετ επιταγών τις οποίες του ζήτησαν να επιστρέψει στην 1η κατηγορούμενη και να τις αντικαταστήσουν με άλλες, πράγμα το οποίο και έγινε. Διευκρινίζοντας την ασαφή αναφορά του, ο ΜΚ1 ξεκαθάρισε ότι είχε από τον Μάρτιο του 2012 στην κατοχή του κάποιες επιταγές, τις οποίες επέστρεψε στην 1η κατηγορούμενη, λόγω κάποιου προβλήματος του λογαριασμού και του παραδόθηκαν άλλες προς αντικατάσταση αυτών. Περαιτέρω συμφώνησε με τον συνήγορο υπεράσπισης ότι τις επίδικες επιταγές τις παρέλαβε τον Ιούλιο του 2012, ενώ περαιτέρω αναφέρει ότι τις παρέλαβε 12 Σεπτεμβρίου. Τη δε τελευταία αυτή ημερομηνία την αναφέρει καθότι φαίνεται στα statement που κατέχει ότι ενδεχομένως να τις παρέλαβε αυτή την περίοδο. Μαζί με τις επίδικες επιταγές παρέλαβε και άλλες επιταγές, τις οποίες υπέγραψε τρίτο πρόσωπο και όχι ο κατηγορούμενος
  8. Ο σκοπός του με την καταχώρηση αυτής της ποινικής υπόθεσης είναι για να εισπράξει τα ποσά που του οφείλονται, τα οποία σήμερα ανέρχονται σε ένα υπόλοιπο ύψους €205.000-. Την πρώτη επιταγή την κατέθεσε στις 30/11/2012 που αυτή ήταν πληρωτέα, ενώ παρά τις ενοχλήσεις του μετά την επιστροφή της πρώτης επιταγής, κανένα ποσό δεν καταβλήθηκε. Στον ΜΚ1 υποβλήθηκε ότι ο χρόνος παράδοσης των επιταγών είναι η 06/07/2012, οπόταν και εξέδωσε αποδείξεις με αριθμούς 115 και 116 της ίδιας ημερομηνίας. Στην υποβολή αυτή ο ΜΚ1 απάντησε με υπόδειξη ημερομηνιών από άλλες αποδείξεις και με παραπομπή σε ποσά επιταγών, τα οποία όμως δεν συνάδουν με τα ποσά των επίδικων επιταγών, αλλά ενδεχομένως να συνάδουν με επιταγές οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στο παρόν κατηγορητήριο. Ο ΜΚ1 έκανε γενικά καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Έδωσε την εικόνα ενός ανθρώπου με γνήσια κίνητρα, ο οποίος ανέφερε τα όσα γνωρίζει αλλά και τα όσα θα μπορούσε να γνωρίζει, λαμβάνοντας υπόψη μου το χρόνο που έχει παρέλθει αλλά και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο ΜΚ1 έδωσε τη μαρτυρία του και αναφέρω εδώ το γεγονός ότι εξ επαγγέλματος προσήλθε στο Δικαστήριο απευθείας από τη νυχτερινή του εργασία. Η ασάφεια στο χρόνο παράδοσης σε αυτόν, των επίδικων επιταγών δεν κρίνω ότι είναι αντιφατική σε τέτοιο βαθμό ώστε να πλήξει τη γενικότερη εικόνα που απεκόμισα από αυτόν τον μάρτυρα, σε συνδυασμό και με όσα ανέφερα ανωτέρω. Πέραν τούτου δεν κρίνω ότι η ασάφεια αυτή στον χρόνο έκδοσης των επιταγών έγινε σκόπιμα αλλά οφείλεται στην πάροδο του χρόνου και στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο ΜΚ1 έδωσε την μαρτυρία του. Εν πάση περιπτώσει όμως και παρά τις αντιφάσεις στο χρόνο έκδοσης των επιταγών, δεν διαπίστωσα καμία προσπάθεια από πλευράς του να αποκρύψει σκοπίμως οποιοδήποτε γεγονός. Παρόλο που μέσα από τη μαρτυρία του δεν μπορεί να εξαχθεί με ασφάλεια ο χρόνος έκδοσης των επιταγών, ενόψει και των πολλαπλών ημερομηνιών που ανέφερε ως χρόνο που παρέλαβε τις επιταγές, σημειώνω ότι η έκδοση τους δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση αλλά μάλιστα καθορίστηκε από την ίδια την υπεράσπιση η 06/07/2012 ως ο χρόνος έκδοσης τους σε υποβολή που τέθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορούμενου
  9. Περαιτέρω δεν αμφισβητήθηκε αλλά αντίθετα κατατέθηκε υπό μορφή παραδεκτού γεγονότος ότι η παραπονούμενη εταιρεία είναι η δικαιούχος των επίδικων επιταγών. ΜΚ2-Μάκης Αδάμου Ο ΜΚ2 εργάζεται στο τμήμα ανάκτησης χρεών της Τράπεζας Κύπρου τα τελευταία δώδεκα χρόνια. Τα έτη 2012 και 2013 εργαζόταν στην Λαϊκή Τράπεζα, η οποία από το Μάρτιο του 2013 μεταφέρθηκε στην Τράπεζα Κύπρου. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, η κατηγορούμενη 1 διατηρούσε εκτενή συνεργασία με τη Λαϊκή Τράπεζα, με 25 περίπου λογαριασμούς. Αναγνώρισε τα Τεκμήρια 2 και 3, ως επιταγές τις Λαϊκής Τράπεζας οι οποίες επεστράφησαν απλήρωτες λόγω μη επαρκών υπολοίπων αλλά και λόγω καταχώρησης στο ΚΑΠ. Κατέθεσε αντίγραφο κάρτας υπογραφών, ως Τεκμήριο 4, για να στηρίξει τη θέση του ότι η υπογραφή επί των Τεκμηρίων 2 και 3 ανήκει στον κατηγορούμενο
  10. Ως Τεκμήριο 5 κατέθεσε επιστολή προσφοράς ημερομηνίας 08/05/2012 σύμφωνα με την οποία παραχωρήθηκε στην κατηγορούμενη 1 προσωρινό όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό ύψους €8.000.000-. Η όλη μαρτυρία του ΜΚ2 αφορούσε τις συνθήκες λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού από τον οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, αλλά κυρίως κατά πόσο ο λογαριασμός αυτός μετά τις 10/07/2012 συνέχισε να λειτουργεί με όριο ή όχι. Μετά από πάρα πολύ προσεκτική μελέτη των όσων ο ΜΚ2 ανέφερε ενώπιον μου και αντιπαραβάλλοντας αναμφίβολα τη δική του μαρτυρία με την υπόλοιπη ενώπιον μου τεθείσα, καταλήγω ότι η μαρτυρία του ΜΚ2 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή τουλάχιστον όχι πέραν από τα μη αμφισβητούμενα και αναντίλεκτα γεγονότα. Ο ΜΚ2 βασιζόμενος σε ένα φάκελο που βρισκόταν στην κατοχή του αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό και τον οποίο παρέλαβε τον Ιανουάριο του 2013, μετά τον τερματισμό του επίδικου λογαριασμού και τη μεταφορά του στο τμήμα ανάκτησης χρεών, αναφέρθηκε σε γεγονότα τα οποία δεν θα μπορούσαν να ήταν εις γνώση του. Το χρονικό σημείο για το οποίο κατέθετε ο ΜΚ2 αφορούσε περίοδο προγενέστερη της δικής του ανάμειξης στο χειρισμό του επίδικου λογαριασμού. Ουσιαστικά ο ΜΚ2 ανέλαβε χειρισμό ή έλαβε γνώση των δεδομένων του επίδικου λογαριασμού μετά που η τράπεζα τερμάτισε την λειτουργία του και παρέπεμψε αυτόν στο τμήμα ανάκτησης χρεών. Ο ουσιώδης χρόνος που όπως θα αναφέρω κάτωθι αφορά άμεσα τα επίδικα ζητήματα δεν είναι ο χρόνος μετά τον τερματισμό και οι οι οιεσδήποτε διαφορές της κατηγορούμενης 1 με την Τράπεζα αλλά ο χρόνος κατά τον οποίο αυτός ήταν σε λειτουργία. Επίσης, ως φαίνεται και από την υπόλοιπη μαρτυρία, ο ΜΚ2 δεν είχε και δεν θα μπορούσε να είχε γνώση των σημαντικών λεπτομερειών και όρων των επί μέρους συμφωνιών μεταξύ Λαϊκής Τράπεζας και κατηγορούμενης
  11. Χαρακτηριστικό δε αποτελεί και το γεγονός ότι ο ίδιος ο συνήγορος των παραπονούμενων, και αυτό οφείλω να αναφέρω ότι είναι προς τιμή του κ. Χριστοφόρου, συμφώνησε με τον συνήγορο του κατηγορούμενου 2 ότι η μαρτυρία του ΜΚ2 δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή όσων αφορά τις λεπτομέρειες λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού, σε αντίθεση με τη μαρτυρία του ΜΥ1 ο οποίος και κατά τον κ. Χριστοφόρου, ήταν ο καθ' όλα αρμόδιος να μαρτυρήσει γι' αυτό τα ζητήματα. Συνοπτικά αναφέρω ότι τα κάτωθι αναφερθέντα από τον ΜΚ2 μου δημιούργησαν την εικόνα ότι ο μάρτυρας αυτός προσήλθε στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό να πείσει περί της λήξης του προσωρινού ορίου του επίδικου λογαριασμού στις 10/07/2012 και μάλιστα με θέσεις έντονες που δεν δικαιολογούνταν καθότι επ' ουδενί η επίδικη διαφορά δεν αφορά την Τράπεζα. Αναφέρω βεβαίως ότι μεταξύ της πρώην Λαϊκής Τράπεζας και της κατηγορούμενης 1 φαίνεται να εκκρεμούν, από τα όσα λέχθηκαν ενώπιον μου, σωρεία αστικών διαδικασιών για τις οποίες όμως δεν έχω οποιαδήποτε δικαιοδοσία. Χαρακτηριστικά σημεία που προέκυψαν από τη μαρτυρία του ΜΚ2 και τα οποία συνέτειναν στην πιο πάνω κατάληξή μου, ήτοι περί απόρριψης της μαρτυρίας του, είναι τα κάτωθι: - Ενώ είναι έντονος και απόλυτος ότι ουδεμία συμφωνία πέραν αυτής της 08/05/2012 έχει γίνει μεταξύ κατηγορούμενης 1 και της Λαϊκής Τράπεζας, σε άλλο σημείο αναφέρεται σε μεταβιβάσεις ακινήτων προς τη Λαϊκή Τράπεζα και κατάθεση του τιμήματος πώλησης στον επίδικο λογαριασμό. - Η λήξη του ορίου στις 10/07/2012 σύμφωνα με τον ΜΚ2 φαίνεται και λόγω της χρέωσης excess fee μετά την ημερομηνία αυτή. Ταυτόχρονα όμως δεν αρνείται ότι η χρέωση αυτή φαίνεται να υπάρχει στην κατάσταση λογαριασμού και πριν τις 10/07/2012 που αποδέχεται ότι ο λογαριασμός ήταν σε λειτουργία. Τη χρέωση αυτή τη βασίζει σε λάθος της τράπεζας και ταυτόχρονα δηλώνει την ετοιμότητά του η Λαϊκή Τράπεζα να επιστρέψει αυτές τις χρεώσεις στην κατηγορούμενη
  12. - Από την 10/07/2012 μέχρι το τέλος του Οκτωβρίου του 2012, από τον επίδικο λογαριασμό πληρώθηκαν επιταγές περίπου €25.000.000- ενώ φαίνεται να επιστράφηκαν μόνο δύο επιταγές οι οποίες όμως επιστράφηκαν για άλλους λόγους. Σημειώνω ότι με πολύ δισταγμό απάντησε ο ΜΚ2 στο ερώτημα αυτό που αποτέλεσε μεγάλο κεφάλαιο της αντεξέτασης του, η ακρόαση αναβλήθηκε για να μελετήσει ως ζήτησε το θέμα αυτό αλλά πάλι οι απαντήσεις του δόθηκαν μετά από επανειλημμένες ερωτήσεις αφού ο ίδιος προσπαθούσε εντέχνως να αποφύγει να δώσει μια σαφή και άμεση απάντηση. - Στις 03/09/2012, στην πρώτη εγγραφή της ημέρας και ενώ ο λογαριασμός, ο οποίος κατά τον ΜΚ2 δεν είχε όριο, παρουσίασε για πρώτη φορά πιστωτικό υπόλοιπο €785.998,15 στην τελευταία εγγραφή της ίδιας μέρας καταλήγει με χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €4.885.519,94 ποσό το οποίο προκύπτει, σύμφωνα με τον ΜΚ2, από πληρωμή επιταγών. Εύλογο το ερώτημα που προκύπτει: Πως είναι δυνατόν ένα τραπεζιτικό ίδρυμα το οποίο κατ' ισχυρισμό του ΜΚ2 θεωρεί ότι ο επίδικος λογαριασμός λειτουργεί άνευ ορίου παρατραβήγματος, σε μια ημέρα να έχει για πρώτη φορά πιστωτικό υπόλοιπο από το οποίο να δύναται να πληρώσει συγκεκριμένες επιταγές μέχρι εκείνου του ποσού και με τον μηδενισμό του να σταματήσει οιεσδήποτε άλλες πληρωμές, να προχωρεί και να πληρώνει επιταγές πέραν του διαθέσιμου πιστωτικού ορίου και μέχρι το μεσημέρι της ίδιας ημέρας να καταλήγει αυτός ο λογαριασμός με χρεωστικό υπόλοιπο πέραν των 4 εκατομμυρίων και σχεδόν
  13. - Την 01/11/2012, ενώ σύμφωνα με τον ΜΚ2 δεν υπήρχε όριο, το χρεωστικό υπόλοιπο ανήλθε στα €6.224.254,34 μετά από πληρωμή περίπου €2.500.000- σε επιταγές. - Επέμεινε ο ΜΚ2 καθ' όλη τη διάρκεια της αντεξέτασης του ότι δεν υπήρχε άλλη συμφωνία ανανέωσης του ορίου του επίδικου λογαριασμού καθότι κανένα πρακτικό δεν υπάρχει στο δικό του αρχείο. Την ίδια στιγμή όμως αναφέρεται συνοπτικά και χωρίς λεπτομέρειες σε μεταβιβάσεις ακινήτων για τις οποίες αναφέρει ότι δεν γνωρίζει να έγιναν άλλες συμφωνίες. - Ο ΜΙΚ2 αναφέρθηκε και σε ένα άλλο τρεχούμενο λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 ο οποίος σύμφωνα με τον ίδιο είχε επίσης όριο και από τον οποίο γίνονταν μεταφορές στον επίδικο πάλι καθ' υπέρβαση του ορίου χωρίς όμως να εξηγήσει ή έστω να δώσει μια απάντηση που να αντέχει στην βάσανο της λογικής. Πώς είναι δυνατό η Λαϊκή να επέτρεπε την μεταφορά εκατομμυρίων από ένα λογαριασμό σε άλλο χωρίς να υπάρχει στον πρώτο διαθέσιμο υπόλοιπο. Σημειώνω βεβαίως ότι οι μεταφορές αυτές δεν αμφισβητήθηκαν από τον ΜΚ2 και αυτές φαίνονται ξεκάθαρα και μέσα από το Τεκμήριο
  14. Η μαρτυρία του ΜΚ2 αποτέλεσε ίσως το μεγαλύτερο μέρος της ακροαματικής διαδικασίας. Τόσο η κυρίως εξέτασή του όσο και η αντεξέταση του, ήταν πολύ εκτενείς και δεν μπορούν να καταγραφούν αυτούσιες στην παρούσα απόφαση. Εν πάση περιπτώσει όμως δεν χρειάζεται και να αναφερθούν αυτούσια καθότι με βάση και τα όσα χαρακτηριστικά έχω πιο πάνω αναφέρει, κρίνω ότι δίδεται το στίγμα της μαρτυρίας του ΜΚ2 η οποία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή πέραν των όσων αποτελούν αναντίλεκτα γεγονότα και από τις 2 πλευρές. Τα όσα ανέφερε για τον τρόπο λειτουργίας ενός λογαριασμού και κυρίως τα όσα προκύπτουν και από το Τεκμήριο 6, την κατάσταση του επίδικου λογαριασμού, δεν μπορούν να αντέξουν τη βάσανο της λογικής και να γίνουν αποδεκτά. Δεν είναι δυνατόν να αποδεχτώ ότι ο επίδικος λογαριασμός από τις 10/07/2012 λειτουργούσε χωρίς όριο και η τράπεζα, τουλάχιστον μέχρι το τέλος του Οκτώβρη, χωρίς οιαδήποτε επιστολή ειδοποίησης προχώρησε στην πληρωμή επιταγών αξίας πέραν των €20.000.000-. Από το γεγονός αυτό συνάγεται εύλογα ότι μεταξύ κατηγορούμενης 1 και Λαϊκής υπήρχαν άλλες διευθετήσεις, άγνωστες στον ΜΚ
  15. Συνεπώς πέρα από τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα, δεν μπορώ να αποδεχτώ τη μαρτυρία του ΜΚ2, η οποία και απορρίπτεται. Σημειώνω βεβαίως εδώ ότι αναφέρθηκε και σε αρκετές περιπτώσεις ότι η κατηγορούμενη εταιρεία 1 βρίσκεται εμπλεκόμενη σε δικαστικές διαδικασίες με το τραπεζιτικό ίδρυμα που εργάζεται ο ΜΚ2 γεγονός που προκαλεί έντονες αμφιβολίες σε συνάρτηση βέβαια και με τα πιο πάνω για το κατά πόσο ο ΜΚ2 έδωσε μαρτυρία έχοντας στο μυαλό του και τις συνέπειες που ο ίδιος θεωρεί ότι ενδεχομένως να έχει η μαρτυρία του αυτή στις διαδικασίες αυτές. ΜΚ3 - Δημήτρης Κατσαρής Ως τρίτος και τελευταίος μάρτυρας κατηγορίας προσήλθε ενώπιον μου ο κος. Δημήτρης Κατσαρής, υπάλληλος στην παραπονούμενη εταιρεία με καθήκοντα στο λογιστήριο. Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι παραλαμβάνει επιταγές που δίδονται από πελάτες, συγκρίνει τις καταστάσεις λογαριασμών με το δικό τους σύστημα κατά πόσο συμφωνούν τα υπόλοιπα. Αναφορικά με επιταγές που αφορούν μεγάλα ποσά αυτές τις παραλαμβάνει ο θείος του, ΜΚ1, και του τις παραδίδει για να περαστούν στο σύστημα. Παρουσίασε ως Τεκμήριο 9, κατάσταση λογαριασμού της κατηγορούμενης 1, σε σχέση με τον μήνα Σεπτέμβριο του 2012 αναφορικά με τα προϊόντα που έδιδαν στην 1η κατηγορούμενη με το λογότυπο τους και ως Τεκμήριο 10 κατάσταση λογαριασμού για τον Σεπτέμβριο του 2012 αναφορικά με προϊόντα που δίδονταν στην κατηγορούμενη 1 και εις τα οποία χρησιμοποιούσε το δικό της λογότυπο (own brand). Με αναφορά στα τεκμήρια 9 και 10 εξήγησε τον τρόπο καταγραφής επ' αυτών των δεδομένων. Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι ανεξάρτητα από το γεγονός ότι παραλάμβαναν και μεταχρονολογημένες επιταγές όλες καταγράφονταν στο σύστημα την ίδια ημέρα που τις παραλάμβανε από τον ΜΚ
  16. Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι στις 12/09 ο ΜΚ1 του παρέδωσε μια επιταγή της κατηγορούμενης 1 για το ποσό των €21.000= την οποία πέρασε την ίδια μέρα στον λογαριασμό. Αναγνώρισε την επιταγή αυτή ως το Τεκμήριο
  17. Θεωρώ ότι ο μάρτυρας αυτός από την μια δεν μου φάνηκε ότι προσήλθε να αναφέρει ψέματα στο Δικαστήριο αλλά από την άλλη κρίνω ότι δεν έχει προσφέρει οτιδήποτε επί των ουσιωδών και επίδικων ζητημάτων. Ο ΜΚ3 δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης όμως αναφορικά με τον χρόνο έκδοσης των επιταγών δεν μπορώ να αποδεχτώ την μαρτυρία του. Αναφορικά με την επιταγή, Τεκμήριο 2, για την οποία με παραπέμπει ο ΜΚ3 στην σελίδα 13 του Τεκμηρίου 10 αναφέρει ένα ποσό ύψους €21.305.18σ και μια επιταγή με αρ.09848466 η οποία δεν συνάδει όμως με την επιταγή του Τεκμηρίου 2 η οποία αφορά ποσό €21.000= και έχει αριθμό 09847119 ενώ την επιταγή τεκμήριο 3 δεν την εντοπίζει στις καταστάσεις. Ως εκ των ανωτέρω δεν μπορώ να αποδεχτώ την μαρτυρία του ΜΚ3 ως αληθή σε σχέση με τον χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών καθότι ακόμα και αν δεχόμουνα ότι αυτές παραδόθηκαν στον ίδιο από τον ΜΚ1 στις 12/9 και ο ίδιος της πέρασε στο σύστημα την ίδια ημέρα τότε αυτές θα έπρεπε να υπάρχουν στα Τεκμήρια 9 και
  18. Σημειώνω βεβαίως εδώ ότι οι 2 επίδικες επιταγές, φέρουν συνεχόμενη αρίθμηση 09847119 - τεκμήριο 2 και 09847120 - τεκμήριο 3, οι αριθμήσεις τους δε είναι προγενέστερες της επιταγής που αναφέρεται στο τεκμήριο 10 - σελίδα
  19. Κατηγορούμενος 2 Ο κατηγορούμενος 2, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω προέβη σε ανώμοτη δήλωση (έγγραφο «Α») Ήταν δικαίωμα του να ενεργήσει όπως έπραξε και αυτό δεν μπορεί να επενεργήσει σε βάρος του, ούτε και πρέπει εκ τούτου να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Θεμιστοκλέους -v- Αστυνομία
(1981)2 C.L.R. 200, Ντίνος Δημητρίου Χριστοφόρου -v- Αστυνομία
(1990)2 ΑΑΔ 250, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη ο Κατηγορούμενος 2, σύμφωνα με τη νομολογία πιο πάνω, εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια του να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. Μελετώντας την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου 2 διαπιστώνω ότι ουσιαστικά ένα μέρος των όσων αναφέρονται έχουν επιβεβαιωθεί με την μαρτυρία που ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Μαρτυρία αναφορικά με την διαδικασία που επικαλείται στον τρόπο έκδοσης των επιταγών δεν δόθηκε περαιτέρω όμως αυτό που προκύπτει από την δήλωση του σε συνδυασμό και με την μαρτυρία που παρουσιάστηκε είναι ότι δεν αμφισβητείται ουσιαστικά η υπογραφή των επίδικων επιταγών από τον ίδιο. Αναφορικά με την γνώση του κατηγορούμενου 2 και την εμπλοκή του στην έκδοση επιταγών σημειώνω ότι ο ίδιος αναφέρει ότι δεν θα υπέγραφε καμία επιταγή αν περνούσε από το μυαλό του ότι υπήρχε πιθανότητα να μην τιμηθεί. Η θέση του αυτή θα εξεταστεί κατωτέρω εφόσον αποτελεί την ουσία και ένα εκ των επίδικων θεμάτων της υπόθεσης, σε συνδυασμό πάντοτε και με την υπόλοιπη μαρτυρία ενώπιον μου. Κατηγορούμενη 1 Ωα αναφέρθηκε ανωτέρω η κατηγορούμενη 1 δεν εκπροσωπήθηκε στην διαδικασία και όπως ήταν φυσικό δεν έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οιανδήποτε δήλωση και δεν παρουσίασαν μάρτυρες υπεράσπισης. Η μαρτυρία εναντίον της παρέμεινε στο σύνολο της αναντίλεκτη και μη αμφισβητηθείσα. ΜΥ1 - Γιάννος Καλλής Ως μοναδικός μάρτυρας υπεράσπισης κλητεύθηκε το πρόσωπο αυτό, του οποίου το όνομα αναφέρθηκε αρκετές φορές κυρίως στα πλαίσια της μαρτυρίας του ΜΚ
  1. Ο ΜΥ1 σήμερα εργάζεται ως αναπληρωτής προϊστάμενος της RCB Bank, στο τμήμα δανειοδοτήσεων ενώ το 2012 εργαζόταν στην Λαϊκή Τράπεζα στο τμήμα Corporate ως accounting manager με ευθύνη μεγάλους πελάτες της τράπεζας. Αναφορικά με τους λογαριασμούς της 1ης κατηγορούμενης αναφέρει ότι από τον Οκτώβριο του 2007 τους είχε στο χαρτοφυλάκιο του και είχε την ευθύνη της παρακολούθησης της λειτουργίας τους, της ετοιμασίας εκθέσεων, της ενημέρωσης των εγκρίνουσων αρχών καθώς και επικοινωνία με τους ίδιους τους πελάτες. Αναφέρθηκε ονομαστικά στα υπόλοιπα μέλη τους Business Banking της τράπεζας αλλά και στις διάφορες επιτροπές που λάμβαναν αποφάσεις όπως την επιτροπή δανείων, την εκτελεστική επιτροπή και το Διοικητικό συμβούλιο της τράπεζας. Σε σχέση με την κατηγορούμενη 1 ενόψει του όγκου και ύψους της συνεργασίας, οι αποφάσεις λαμβάνονταν μέχρι και από την εκτελεστική επιτροπή του ομίλου. Για σκοπούς ευκολίας θα χωρίσω την μαρτυρία του ΜΥ1 σε κεφάλαια: Τρεχούμενος λογαριασμός - ο επίδικος: Ο ΜΥ1 αναγνώρισε το Τεκμήριο 5, επιστολή προσφοράς ημερ.8/5/2012 η οποία αφορά πιστωτικές διευκολύνσεις περιλαμβανομένης και της παροχής τρεχούμενου λογαριασμού, ο επίδικος λογαριασμός με όριο 8 εκατομμυρίων. Στον λογαριασμό αυτό ανήκουν και τα τεκμήρια 2 και 3 οι επίδικες επιταγές. Σύμφωνα με τον ΜΥ1 τον Απρίλιο του 2012 λήφθηκε έγκριση για παραχώρηση αυτού του ορίου με σκοπό να βοηθήσει το κεφάλαιο κίνησης της κατηγορούμενης 1 και με αντάλλαγμα συμφωνίες αγοραπωλησίας ακινήτων της 1ης κατηγορούμενης από την Λαϊκή Τράπεζα μέσω εταιρειών αποκλειστικών συμφερόντων της (αναφερόμενες από τον ΜΥ1 ως εταιρείες SPV's - εταιρείες ειδικού σκοπού της τράπεζας). Το τίμημα πώλησης των ακινήτων αυτών θα κατατίθετο από την Τράπεζα ως αγοράστρια στον επίδικο λογαριασμό με σκοπό την εξόφληση. Χρονική ισχύ του προσωρινού ορίου των 8 εκατομμυρίων και αναπροσαρμογή του ορίου αυτού: Σύμφωνα με τον ΜΥ1 ενόψει της συμφωνίας για την εξαγορά ακινήτων της 1ης κατηγορούμενης από την Τράπεζα και με σκοπό να δοθεί χρόνος να υλοποιηθούν αυτές οι μεταβιβάσεις δόθηκε προθεσμία του προσωρινού ορίου μέχρι και τις 10/7/2012, χρόνος που θεωρήθηκε αρχικά ότι ήταν αρκετός για υλοποίηση των μεταβιβάσεων. Οι συμφωνίες αυτές όμως για διαδικαστικούς λόγους δεν είχαν ολοκληρωθεί οπόταν έλαβαν έγκριση από τις ανώτερες αρχές της Τράπεζας για παραμονή και διατήρηση του ορίου αυτού των 8 εκατομμυρίων και με οδηγίες κάθε φορά που ολοκληρωνόταν μια πράξη να μειώνεται ανάλογα και το όριο. Για τις συμφωνίες που αφορούσαν τα ακίνητα πρώην Ulysses στην Αραδίππου, ένα στην Λεωφόρο Λάρνακας στην Αγλαντζιά και ένα πίσω από το εμπορικό κέντρο της Λεμεσού δεν κατέστη δυνατό να μεταβιβαστούν μέχρι τις 10/7/2012 και αυτό έγινε μερικώς περί τον Ιούλιο με Αύγουστο του
  2. Το δε τίμημα της πώλησης, ήτοι €4.250,000,00σ (που αφορούσε το Ulysses και το ακίνητο στην Αγλαντζιά) κατατέθηκε στον επίδικο λογαριασμό και το όριο από 8 εκατομμύρια μειώθηκε κατά το πιο πάνω ποσό τιμήματος πώλησης και ανήλθε πλέον στα €3.750,000,00σ. Παρέπεμψε δε στον ειδικό όρο 1 επί του τεκμηρίου 5 όπου γίνεται αναφορά στα 2 αυτά ακίνητα. Σύμφωνα με τον ΜΥ1 δε4ν δόθηκε νέα επιστολή προσφοράς για την διατήρηση του ορίου καθότι δεν αναμενόταν από την 1η κατηγορούμενη - πελάτη να εξοφλήσει αυτό το όριο αλλά από την ίδια την Τράπεζα η οποία ουσιαστικά θα αγόραζε τα ακίνητα. Μετά την ολοκλήρωση της αγοράς των 2 πρώτων ακινήτων υπήρξε περαιτέρω καθυστέρηση στην υλοποίηση της μεταβίβασης του τρίτου ακινήτου στην Λεμεσό καθότι αναμένονταν από τις πολεοδομικές και κτηματολογικές αρχές η έκδοση νέου τίτλου ιδιοκτησίας λόγω του ότι είχε περάσει δρόμος μέσα από το ακίνητο, ενώ ταυτόχρονα προέκυψε ενδιαφέρον για αγορά του ακινήτου αυτού από τρίτο επενδυτή, το Intercollege για ποσό ύψους €4.500,000,00σ. Το δε ενδεχόμενο αυτό, για πώληση του εν λόγω ακινήτου σε τρίτο πρόσωπο, ήταν γνωστό κι υπήρχε και ως αναφορά στους ειδικούς όρους του τεκμηρίου 5, της συμφωνίας 8/5/
  3. Στο Τεκμήριο 6, κατάσταση λογαριασμού ο ΜΥ1 στην ημερομηνία 10/8/2012 αναγνωρίζει την κατάθεση ποσού ύψους €2.790,000,00= το τίμημα πώλησης του τεμαχίου στην Αγλαντζιά ενώ παραπέμπει και στην σελίδα 7 του μηνός Σεπτεμβρίου του 2012 στο τεκμήριο 6 με την οποία φαίνεται η κατάθεση στον επίδικο λογαριασμό του ποσού των €1.460,000,00σ που αφορά το τίμημα πώλησης του ακινήτου στην Αραδίππου. Σύμφωνα με τον ΜΥ1 μετά από την ημερομηνία αυτή το όριο παρέμεινε στα €3.750,000,00σ εφόσον αφαιρέθηκε από το συνολικό όριο των €8.000,0000,00= το ποσό των €4.250,000,00σ. Γενική συμφωνία ημερ.19 Ιουλίου 2012 και πληρωμή επιταγών εκδοθέντων από τον επίδικο λογαριασμό: Ως τεκμήριο 11 κατατέθηκε η πιο πάνω συμφωνία μεταξύ της κατηγορούμενης 1 και της Λαϊκής Τράπεζας με την οποία προνοείτε η αγορά των ακινήτων από τις εταιρείες SPV's του ομίλου. Σύμφωνα με τον ΜΥ1 ακριβώς για αυτό τον λόγο δεν ετοιμάστηκε και τυπικά η επιστολή προσφοράς για την ανανέωση του ορίου ούτως ώστε να ετοιμαστεί αυτή η συμφωνία η οποία ουσιαστικά ξεκαθάριζε τον ακριβή τρόπο μεταβίβασης των ακινήτων. Σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα οι επιταγές που εκδίδονταν από τον επίδικο λογαριασμό πληρώνονταν κανονικά εφόσον υπήρχε εγκεκριμένο όριο από τις 10/7/2012 και μέχρι τις αρχές Σεπτεμβρίου για 8 εκατομμύρια και ακολούθως μέχρι €3.750,000,00σ. Σύμφωνα με τον ΜΥ1 χωρίς να ήταν ανανεωμένο το όριο αυτό ουδεμία επιταγή θα πληρωνόταν από τις 10/7/2012 και μετά. Παρέπεμψε περαιτέρω στον όρο 12 του τεκμηρίου 11 ο οποίος ουσιαστικά αναφέρεται στο προσωρινό όριο των 8 εκατομμυρίων και τις αυξομειώσεις του ανάλογα με το τίμημα πώλησης. Σε σχέση με τις επιταγές που εκδίδονταν από τον επίδικο λογαριασμό ο ΜΥ1 ανέφερε ότι από τις 10/07/2012 μέχρι και το τέλος Οκτωβρίου καμία επιταγή δεν επιστράφηκε, αντίθετα όλες πληρώνονταν με την πρώτη παρουσίαση τους στην Τράπεζα, πλην μίας ή δύο επιταγών για μεγάλα ποσά που έγινε συμφωνία με τους δικαιούχους να κατατεθούν σε άλλη ημερομηνία. Συμφωνία ημερ.12/10/2012 (Τεκμήριο 12) - επίδικος λογαριασμός - επιπρόσθετη αύξηση ορίου: Σύμφωνα με τον ΜΥ1 μεταξύ της κατηγορούμενης 1 και του ομίλου Λαϊκής υπογράφηκε περαιτέρω συμφωνία για εξαγορά άλλων 3 ακινήτων για ποσά περίπου 3 εκατομμύρια ευρώ. Τα ακίνητα αυτά, συμφερόντων της 1ης κατηγορούμενης, βρίσκονταν στην Αλάμπρα, στον Αστρομερίτη και στην Ορόκλινη. Το ακίνητο στην Ορόκλινη τελικώς αγοράστηκε από τρίτο πρόσωπο και η συμφωνία εφαρμόστηκε για τα άλλα 2 για ποσό περί τα 2 εκατομμύρια ευρώ. Στο χρονικό αυτό διάστημα σύμφωνα με τον ΜΥ1 και αφού δόθηκε έγκριση για αυτή την συμφωνία το όριο του επίδικου λογαριασμού αυξήθηκε κατά 2 εκατομμύρια με σκοπό να καλύψει ανάγκες της εταιρείας και ακολούθως με την πώληση των 2 ακινήτων να εξοφλείτο μέρος με τα 2 εκατομμύρια από τα 2 πιο πάνω ακίνητα ενώ παρέμενε σε εκκρεμότητα η πώληση στην Λαϊκή του ακινήτου στην Λεμεσό μέσω της οποίας θα καλυπτόταν και θα εξοφλείτο το εναπομείναν υπόλοιπο των €3.750,000,
  4. Για την κάλυψη αυτού του επιπλέον ορίου των 2 εκατομμυρίων στον επίδικο λογαριασμό σχετικός είναι ο όρος 11 του Τεκμηρίου 12 εις τον οποίο με παρέπεμψε ο ΜΥ
  5. Σύμφωνα με τον ΜΥ1 κατά το τέλος Οκτωβρίου και αρχές Νοεμβρίου του 2012 το όριο στον επίδικο λογαριασμό ανήλθε στα €5.750,000,00σ. Περί τα τέλη Δεκεμβρίου του 2012 κατατέθηκαν στον επίδικο λογαριασμό €2.000,000,00σ από την πώληση των 2 ακινήτων σε Αλάμπρα και Αστρομερίτη και το όριο επανήλθε στα €3.750,000,00σ το οποίο αναμενόταν να εξοφληθεί από την πώληση του ακινήτου στην Λεμεσό. Σύμφωνα με τον ΜΥ1, υπήρχαν εγκρίσεις για τις αυξομειώσεις αυτές του ορίου, τις οποίες όλοι γνώριζαν στο συγκεκριμένο τμήμα και ουδέποτε χρειάστηκε επιπλέον έγκριση ή συνεννόηση για την πληρωμή κάποιας επιταγής εφόσον το υπόλοιπο του λογαριασμού βρισκόταν εντός αυτών των συμφωνηθέντων ορίων. Τις εγκρίσεις δε για το όριο από τις 10/7/2012 και ακολούθως τις λάμβαναν ανώτερες αρχές της τράπεζας και συγκεκριμένα είτε από τον Αναπληρωτή Διευθύνων Σύμβουλο της τράπεζας είτε από άλλες επιτροπές ενώ στους φακέλους της τράπεζας σίγουρα υπήρχαν και επιστολές με τις οποίες φαίνονται οι εγκρίσεις αυτές. Ο ΜΥ1 αναφέρθηκε και σε ονόματα προσώπων τα οποία υπέγραφαν αυτές τις εγκρίσεις, τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να αναφέρω στην παρούσα απόφαση. Αναφορικά με τον ΜΚ2 ο ΜΥ1 ανέφερε ότι ο κος. Αδάμου σε μια συνάντηση που είχαν στο Δικαστήριο τον ρώτησε γιατί πλήρωναν τις επιταγές εφόσον δεν υπήρχε όριο και ο ίδιος ανέφερε στον ΜΚ2 ότι υπήρχε όριο, εγκεκριμένο από τις ανώτατες αρχές της τράπεζας και γι' αυτό ουδέποτε αποστάληκε επιστολή τερματισμού στους πελάτες, ουδέποτε επιστράφηκε επιταγή πίσω αλλά αντίθετα πληρώνονταν όλες. Τον ενημέρωσε δε και για τις επιμέρους συμφωνίες για τα ακίνητα και την υποχρέωση της Τράπεζας να εξοφλήσει το παραχωρηθέν όριο ενόψει της αγοράς των ακινήτων αυτών. Λειτουργία δεύτερου τρεχούμενου λογαριασμού της 1ης κατηγορούμενης με όριο ανάληψης και μεταφορές χρημάτων στον επίδικο λογαριασμό: Στις μεταφορές χρημάτων από άλλο τρεχούμενο λογαριασμό αναφέρθηκε και ο ΜΥ
  6. Σύμφωνα με τον ΜΥ1 στο τεκμήριο 5 γίνεται αναφορά στον λογαριασμό αυτό με προσωρινό όριο 9 εκατομμυρίων και λήξη τον Ιανουάριο του
  7. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι ο λογαριασμός αυτός είχε μόνιμο όριο 8 εκατομμύρια και επιπλέον έλαβε με την συμφωνία 8/5/2013 επιπλέον προσωρινό όριο 9 εκατομμυρίων ανεβάζοντας το συνολικό όριο στα 17 εκατομμύρια, διαφοροποιώντας τα όσα ανέφερε ο ΜΚ2 ο οποίος επέμεινε ότι ο λογαριασμός αυτός λειτουργούσε καθ' υπέρβαση του ορίου. Σύμφωνα με τον ΜΥ1 ο λογαριασμός αυτός χρησιμοποιείτο για να γίνονται οι καταθέσεις από τις εισπράξεις των υπεραγορών της 1ης κατηγορούμενης και των πληρωμών μέσω πιστωτικών καρτών (JCC). Στα πλαίσια λειτουργίας αυτού του λογαριασμού υπήρχαν υπογεγραμμένες πάγιες εντολές (standing orders) σύμφωνα με τις οποίες όποτε υπήρχε ανάγκη υπήρχε η δυνατότητα μεταφοράς χρημάτων από αυτόν τον λογαριασμό στον επίδικο. Μεταφορές δε γίνονταν καθ' όλη την περίοδο από τις 10/7/2012 μέχρι και τον Οκτώβριο του
  8. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι μέσα από το Τεκμήριο 6 - κατάσταση του επίδικου λογαριασμού από τον Απρίλιο του 2012 μέχρι και το τέλος περίπου του Δεκεμβρίου του 2012 έγιναν μεταφορές ποσών πέραν των €67.000,000,00σ από αυτόν τον λογαριασμό στον επίδικο. Επικοινωνία με κατηγορούμενη 1 σε σχέση με την λειτουργία του επίδικου λογαριασμού και κατάληξη του λογαριασμού αυτού: Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι είχε τακτική επικοινωνία με τους οικονομικούς διευθυντές της κατηγορούμενης 1 και ποτέ απευθείας είτε με τον κατηγορούμενο 2 είτε με την σύζυγο του και εάν χρειαζόταν με τον γενικό διευθυντή. Από τον Ιούλιο του 2012 μέχρι και το τέλος Οκτωβρίου κανένα ζήτημα δεν ηγέρθηκε σε σχέση με επιταγές καθότι σύμφωνα με τον ΜΥ1 υπήρχε όριο και οι επιταγές πληρώνονταν πάντοτε. Σε συνεννόηση με την κατηγορούμενη 1 ετοιμάστηκε επιχειρηματικό πλάνο με σκοπό να ομαλοποιηθεί η ρευστότητα, πλάνο το οποίο παρουσιάστηκε στην Λαϊκή περί τις αρχές Νοεμβρίου του
  9. Από τις αρχές Νοεμβρίου του 2012 ο ΜΥ1 ανέφερε αντεξεταζόμενος ότι ξεκίνησε να παρουσιάζεται πρόβλημα με επιταγές οι οποίες δεν μπορούσαν να πληρωθούν. Από αυτό το σημείο αυτό ξεκίνησε να υπάρχει μια συνεννόηση με την Τράπεζα για το ποιές επιταγές θα πληρώνονταν και αυτές οι συνεννοήσεις γίνονταν με τον οικονομικό διευθυντή της κατηγορούμενης 1, Χάρη Ασπρή. Διδόταν προτεραιότητα στις επιταγές για τις οποίες υπήρχε κίνδυνος καταχώρησης στο ΚΑΠ. Στις 11/12/2012 ο επίδικος λογαριασμός τελικά καταχωρήθηκε στο ΚΑΠ και παγοποιήθηκε. Γιατί δεν προχώρησε η υλοποίηση της συμφωνίας για την πώληση του ακινήτου στο εμπορικό κέντρο Λεμεσού: Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 απάντησε στο πιο πάνω πολύ καίριο και ουσιώδες ζήτημα το οποίο ευλόγως τέθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Ο ΜΥ1 απάντησε ότι από την στιγμή που περί τα τέλη Δεκεμβρίου κατατέθηκαν τα 2 εκατομμύρια το όριο επανήλθε στα €3.750,000,00= ποσό το οποίο θα εξοφλείτο από την πώληση του ακινήτου στην Λεμεσό. Ο ΜΥ1 παρέπεμψε το Δικαστήριο στο γεγονός της κρατικοποίησης της Λαϊκής Τράπεζας τον Ιούνιο του 2012 και την συνεπακόλουθη αλλαγή στο Διοικητικό Συμβούλιο. Παρά την αλλαγή η συμφωνία 8/5/2012 υπήρχε και θα ολοκληρωνόταν. Παρά τις εγκρίσεις που μέχρι τότε δίδονταν από τις ανώτερες αρμόδιες αρχές της Λαϊκής τράπεζας η Κεντρική τράπεζα απαγόρευσε την αποξένωση περιουσιακών στοιχείων της κατηγορούμενης 1 λόγω του ότι οι εξασφαλίσεις αυτές, όπως και οι εξασφαλίσεις όλων των πελατών της Λαϊκής, παραχωρούνταν από την Τράπεζα ως εξασφαλίσεις για να ληφθεί ρευστότητα μέσα από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα ρευστότητας «ELA». Με βάση μελέτες που έγιναν για λογαριασμό της Τράπεζας και παρά το ότι τα αποτελέσματα αυτών ήταν ότι το καλύτερο θα ήταν να βοηθηθεί η κατηγορούμενη 1 να παραμείνει σε λειτουργία η απόφαση του Συμβουλίου της Τράπεζας ήταν να αφεθεί η κατηγορούμενη 1 να κλείσει ενόψει της απαγόρευσης από την Κεντρική Τράπεζα να δοθεί νέα χρηματοδότηση με ταυτόχρονη πώληση περιουσίας. Σύμφωνα με τον ΜΥ1 τα πιο πάνω αποτελούν εμπιστευτικά γεγονότα και πληροφορίες που όμως επέλεξε να τα αναφέρει. Οι πληροφορίες δε αυτές έγιναν γνωστές στη Τράπεζα όταν υπήρξε καθυστέρηση στην έγκριση για τα 2 εκατομμύρια που αφορούσαν την Αλάμπρα και στον Αστρομερίτη. Ως εκ τούτου o ΜΥ1 αναφέρει ότι παρά τις συνεννοήσεις που είχαν με την κατηγορούμενη 1 υπήρξε από πλευράς Τράπεζας αδυναμία να προχωρήσει με την υλοποίηση των συμφωνηθέντων με αποτέλεσμα από τον Νοέμβριο του 2012 σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση να οδηγηθεί ο λογαριασμός σε παγοποίηση λόγω μη πληρωμής επιταγών. Τα όσα δε ανέφερε σε σχέση με τις αποφάσεις της Κεντρικής Τράπεζας μέχρι σήμερα ήταν απόρρητα και ούτε η κατηγορούμενη 1 αλλά και ο κατηγορούμενος 2 ήταν ενήμεροι για αυτά τα δεδομένα τα οποία σύμφωνα με τον ΜΥ1 τα μαθαίνουν από τον ίδιο στα πλαίσια αυτής του της κατάθεσης. Εισερχόμενη τώρα στην κρίση μου επί της αξιοπιστίας του ΜΥ1, οφείλω να αναφέρω ότι προβληματίστηκα πολύ αναφορικά με τα κίνητρα του προσώπου αυτού, ήτοι την απόφαση του να παρουσιαστεί ως μάρτυρας υπεράσπισης και να καταθέσει τις θέσεις του αναφέροντας ακόμα και θέματα που κατά τον ίδιο αποτελούν απόρρητα ζητήματα του οργανισμού εις τον οποίο εργαζόταν. Έχω μελετήσει εις βάθος τα όσα ανέφερε ο ΜΥ1 και χωρίς αμφιβολία καταλήγω ότι αυτός ήταν μάρτυρας όχι απλά της αλήθειας, αλλά και ο ουσιαστικότερος μάρτυρας επί των ζητημάτων που άπτονταν των συνθηκών και όρων της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο ΜΥ1 ήταν το πρόσωπο που είχε υπό τον έλεγχο του κατά τον ουσιώδη χρόνο τον επίδικο λογαριασμό αλλά και το πρόσωπο που είχε άμεση και ενεργό συμμετοχή στην κατάρτιση των επιμέρους συμφωνιών με την κατηγορούμενη 1 και οι οποίες κατατέθηκαν και ως Τεκμήρια. Η εμπλοκή του στα ουσιώδη ζητήματα άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε. Οφείλω βεβαίως να αναφέρω ότι ακόμα και ο ίδιος ο ευπαίδευτος συνήγορος των παραπονούμενων δεν αμφισβήτησε την αξιοπιστία του ΜΥ1 καλώντας ουσιαστικά το Δικαστήριο να επιλέξει ως πιο αξιόπιστο μάρτυρα επί των ζητημάτων λειτουργίας του λογαριασμού τον ΜΥ
  10. Συγκεκριμένα ο συνήγορος των παραπονούμενων ανέφερε ότι είναι προτιμητέα η κατάθεση του ΜΥ1, όχι γιατί ο ΜΚ2 έδωσε ψευδή κατάθεση αλλά γιατί ο ΜΥ1 ήταν το πρόσωπο το οποίο χειριζόταν τους λογαριασμούς της κατηγορούμενης 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο. Περαιτέρω ο συνήγορος ανέφερε ότι μέσα από την μαρτυρία του ΜΥ1 έχει αποδειχθεί ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις προς την κατηγορούμενη 1 συνέχιζαν να υφίστανται και μετά τις 10/7/
  11. Αργότερα θα αναφερθώ στα επιχειρήματα του κου. Χριστοφόρου για την απόδειξη της υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου
  12. Τα όσα βεβαίως ο ΜΥ1 ανέφερε στην μακροσκελή κατάθεση του και ιδιαίτερα την φύση της συνεργασίας της 1ης κατηγορούμενης με την Λαϊκή Τράπεζα δεν αφορούν την υπόθεση παρά μόνο θα εξεταστούν κάτωθι σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος
  13. Σε σχέση όμως με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του καταλήγω ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν αξιόπιστος και έδωσε μια αληθινή μαρτυρία. Τα όσα ανέφερε δεν έχω αμφιβολία ότι είναι η πραγματική εικόνα των πραγμάτων και μέσα από αυτά διαφωτίστηκαν οι λεπτομέρειες της συνεργασίας αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό. Η μαρτυρία του δε, δεν παρέμεινε μόνο στα όσα αυτός προφορικά ανέφερε με βάση την μνήμη του αλλά σε αντιδιαστολή αυτών με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν αυτά βρίσκουν έρεισμα και αντικατοπτρίζονται πλήρως σε αυτά. Ενδεικτικά αναφέρω τα κάτωθι: - Από την συμφωνία της 8/5/2012 γίνεται αναφορά σε συμφωνίες αγοράς ακινήτων ως τον τρόπο εξόφλησης και/ή μείωσης του ορίου που παραχωρήθηκε. - Η συμφωνία ημερ. 19/7/2012 και η μετέπειτα του Οκτωβρίου υλοποιούν πλέον τα όσα αναφέρονταν στην αρχική συμφωνία αναφέροντας στους όρους τους την ύπαρξη ορίου στον επίδικο λογαριασμό από τον οποίο συνέχισαν να πληρώνουν επιταγές εκατομμυρίων. Στο τεκμήριο 11 (συμφωνία ημερ.19/7/2012) γίνεται αναφορά σε συνέχιση παραχώρησης των διευκολύνσεων και/ή παραχώρηση επιπρόσθετων διευκολύνσεων που αναφέρονται στο Παράρτημα 1 της εν λόγω συμφωνίας ήτοι τις διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στις 8/5/2012 (βλέπε παράρτημα 1 τεκμηρίου 11). Στον όρο δε 12 του ίδιου τεκμηρίου γίνεται σαφής αναφορά σε ισχύ όριο του επίδικου λογαριασμού για την μείωση ή εξόφληση του οποίου θα χρησιμοποιηθεί το τίμημα πώλησης. - Στο τεκμήριο 12 (συμφωνία ημερ.12/10/2012) υπάρχουν ανάλογες αναφορές ως στο τεκμήριο 11 και εις παράρτημα 1 αυτής της συμφωνίας φαίνεται η μείωση του ορίου των 8 εκατομμυρίων στον επίδικο λογαριασμό στα €3.750.000,00= επιβεβαιώνοντας και τις αναφορές του ΜΥ
  14. Εξετάζοντας δε και το τεκμήριο 6 (κατάσταση λογαριασμού) φαίνεται πράγματι ότι από τις 12/10/2012 ο λογαριασμός κινείτο εντός αυτού του ορίου ως δηλαδή η συμφωνία με την Τράπεζα. - Τα προϊόντα της πώλησης των ακινήτων κατατίθενται στον επίδικο λογαριασμό ο οποίος κινείται εντός των ορίων που ανέφερε ο ΜΥ 1 και αυτό φαίνεται και από το Τεκμήριο 6 που ο ΜΚ2 κατάθεσε, την κατάσταση λογαριασμού. - Τα όσα ανέφερε ο ΜΥ1 για τις οδηγίες από την Κεντρική Τράπεζα για μη περαιτέρω αποξένωση και αγορά ακινήτων της 1ης κατηγορούμενης φαίνεται να δικαιολογούν την ξαφνική αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού και στην μαζική επιστροφή επιταγών ειδικά από τον Δεκέμβριο του 2012 μήνα και κατά τον οποίο ο επίδικος λογαριασμός καταχωρήθηκε στο ΚΑΠ. - Από τις 10/7/2012 ουδεμία επιστολή τερματισμού των πιστωτικών διευκολύνσεων προς τη κατηγορούμενη 1 αποστάληκε ή έστω μια προειδοποιητική επιστολή για τον τερματισμό ή την λήξη του ορίου που υφίστατο. - Περαιτέρω τα όσα ανέφερε για το όριο ενός δεύτερου τρεχούμενου λογαριασμού με όριο €17.0000.000.00σ επιβεβαιώνονται από τα τεράστια ποσά που μεταφέρονταν στον επίδικο λογαριασμό για να μπορεί ο τελευταίος να κινείται εντός των ορίων που ανέφερε κατά περιόδους. Σημειώνω δε ότι μέσα από τα τεκμήρια 11 και 12 επιβεβαιώνεται και η ισχύ ορίου περαιτέρω 9 εκατομμυρίων στον άλλο λογαριασμό επιπλέον των ήδη 8 εκατομμυρίων που είχε. (βλέπε σελίδα 1/8 από της συνοπτικής κατάστασης των υφιστάμενων διευκολύνσεων του παραρτήματος 1 στο τεκμήριο 11 όπου η αναφορά στον άλλο αυτό λογαριασμό φέρει υπόλοιπο €16.712.582,00σ) Συνεπώς και με βάση τα όσα ανωτέρω προσπάθησα να αναλύσω κρίνω ότι η μαρτυρία του ΜΥ1 ήταν αληθινή και αποδέχομαι αυτήν ως πλήρως αξιόπιστη στο σύνολο της. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση πιο πάνω, τα παραδεκτά γεγονότα που έχουν γίνει και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου καταλήγω στα κάτωθι ευρήματα:
(1)Η παραπονούμενη εταιρεία είναι εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών και ασχολείται με την Παρασκευή και πώληση αρτοπαρασκευασμάτων, τον δε επίδικο χρόνο διατηρούσε συνεργασία με την κατηγορούμενη εταιρεία 1.
(2)Η κατηγορούμενη 1 είναι δημόσια εταιρεία εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών και εξακολουθεί να υφίσταται και από τις 31/1/2013 έχουν διοριστεί διαχειριστές δια ομολόγου μέχρι τις 23/4/2015 οπότε εκδόθηκε διάταγμα εκκαθάρισης της.
(3)Ο κατηγορούμενος 2 ήταν εκ των μελών του διοικητικού συμβουλίου της κατηγορούμενης 1 όταν εκδόθηκαν οι επιταγές.
(4)Δικαιούχος των επιταγών είναι η παραπονούμενη εταιρεία.
(5)Οι επίδικες επιταγές δεν πληρώθηκαν από τον εκδότη τους παρά την παρέλευση των 15 ημερών από την ημερομηνία παρουσίασης τους στην Τράπεζα και παραμένουν μέχρι σήμερα απλήρωτες.
(6)Η κατηγορούμενη 1 καταχωρήθηκε στο αρχείο ΚΑΠ στις 11/12/2012 λόγω έκδοσης ακάλυπτης επιταγής.
(7)Οι επίδικες επιταγές - Τεκμήρια 2 και 3 εκδόθηκαν μεταχρονολογημένες. Ευρήματα αναφορικά με την πατρότητα υπογραφής των επίδικων επιταγών και ο χρόνος έκδοσης των. Όσον αφορά την πατρότητα της υπογραφής της επιταγής είναι η κατάληξη μου ότι μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία αυτή έχει αποδειχθεί και η υπογραφή επί των επίδικων επιταγών ανήκει στον κατηγορούμενο
  1. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι πέραν της αμφισβήτησης από την υπεράσπιση των συνθηκών κάτω από τις οποίες παραδόθηκαν οι επίδικες επιταγές δεν αμφισβητήθηκε επί της ουσίας η υπογραφή τους από τον κατηγορούμενο
  2. Ακόμα και μέσα από την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου 2 η υπογραφή των επιταγών δεν αμφισβητείται αλλά αντίθετα ο ίδιος ο κατηγορούμενος 2 επεξηγώντας την διαδικασία έκδοσης επιταγών από την κατηγορούμενη 1 αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «Θέλω να κάμω σαφές ότι δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό μου ότι υπήρχε, ακόμα και η ελάχιστη πιθανότητα να μην τιμηθεί οποιαδήποτε από τις επιταγές της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Αν γνώριζα ή μπορούσα να προβλέψω, δεν υπήρχε περίπτωση να υπογράψω οποιαδήποτε επιταγή» Ακόμα όμως και μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα ο κατηγορούμενος 2 αποδέχτηκε ότι δικαιούχοι των επίδικων επιταγών είναι οι παραπονούμενοι. Η παραδοχή αυτή δεν θα μπορούσε να καταγραφεί εάν αμφισβητείτο η υπογραφή των επίδικων υπογραφών από τον κατηγορούμενο
  3. Ακόμα περαιτέρω σημειώνω ότι η κάρτα με το δείγμα υπογραφών που κατατέθηκε ως τεκμήριο 4 δεν αμφισβητήθηκε σε κανένα σημείο. Σημειώνω βεβαίως την νομολογία εις την οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 2 όμως τα γεγονότα των υποθέσεων αυτών διαφέρουν ουσιωδώς από τα όσα ενώπιον μου τέθηκαν στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Στην απόφαση Γιάννη Βούρα -v- Ανδρέας, Λουκάς, Ματθαίος Γενικές Μεταφορές Λτδ κ.α.
(2003)2 ΑΑΔ 135) στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος το Πρωτόδικο Δικαστήριο απάλλαξε και αθώωσε τους εφεσίβλητους με ενδιάμεση απόφαση του στο εκ πρώτης όψεως επειδή ακριβώς θεώρησε ότι δεν είχε αποδειχθεί η πατρότητα της υπογραφής με έναν από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους. Σύμφωνα με το Πρωτόδικο Δικαστήριο η τραπεζική υπάλληλος που είχε κληθεί να καταθέσει ανέφερε μεν για την υπογραφή της επιταγής ότι «την έχουν υπογράψει ο κ. Ματθαίος Ιωάννου και ο κ. Λουκάς Λουκά», όμως δεν έκαμε καμιά αναφορά από πού και πως γνωρίζει ότι είναι τα πρόσωπα αυτά που υπέγραψαν την επιταγή, ούτε αν γνωρίζει αν έχει δείγματα υπογραφής τους, παρά το γεγονός ότι, όπως ανέφερε, ήταν υπεύθυνη του λογαριασμού. Το Ανώτατο Δικαστήριο δε, απορρίπτοντας την Έφεση που ασκήθηκε κατά της αθωωτικής απόφασης ανέφερε τα εξής: " ... Δεν έχουμε πεισθεί ότι συντρέχουν λόγοι επέμβασης μας. Δεν υπήρχαν τα μαρτυρικά στοιχεία από τα οποία μπορούσε να συναχθεί ότι η εφεσίβλητη εταιρεία εξέδωσε την επιταγή. Ο εφεσίβλητος 2 δεν εμπλέκεται. Δεν υπήρξε καν ισχυρισμός ότι υπέγραψε την επιταγή. ... ... Η δικαστής ορθά χρησιμοποίησε την υπόθεση Μάρω Χ''Ιωάννου, ανωτέρω, για καθοδήγηση. Είναι εκ των ων ουκ άνευ να υπάρχει συμπαγής ή νόμιμη μαρτυρία αναφορικά με την πατρότητα της επιταγής. Χρειάζεται μαρτυρία που έχει δυνητικά τέτοια ποιότητα ή αξιοπιστία. Διαφορετικά ελλείπει ο συνδετικός κρίκος της συγκεκριμένης επιταγής με τον εκδότη της. Με την άρνηση των κατηγοριών, ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Και στην προκείμενη περίπτωση ότι οι εφεσίβλητοι εξέδωσαν την επίδικη επιταγή. Η υπεράσπιση δε δέχθηκε ποτέ, όπως προκύπτει από το χειρισμό της υπόθεσης, ότι είχαν τέτοια ανάμειξη. Είναι φανερό από τη σχετική μαρτυρία της Μ.Κ.2, ιδωμένης και υπό το πλαίσιο της όλης μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, ότι δεν είχε ιδία αντίληψη αναφορικά με την προέλευση των υπογραφών της επιταγής ή των οδηγιών για τη μη πληρωμή. Έλειπε επομένως παντελώς το υλικό που θα μπορούσε να στηρίξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. .. " Στην παρούσα περίπτωση όχι μόνο έγινε αναφορά για την πατρότητα της υπογραφής από τον ΜΚ2 η οποία δεν αμφισβητήθηκε αλλά κατατέθηκε και το Τεκμήριο 4 - δείγματα υπογραφών. Τα δεδομένα αυτά σε συνδυασμό με την λοιπή μαρτυρία αλλά και την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου 2 δεν μπορούν να με οδηγήσουν σε άλλο συμπέρασμα πέραν του ότι ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε τις επίδικες επιταγές. Στο σημείο αυτό οφείλω βεβαίως να παραπέμψω και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ποινική Έφεση 272/15, Μιχάλη Ζιτή εναντίον Οργάνωση Παραγωγών Συνεργατική Εταιρεία Διαθέσεως Γεωργικών Προιόντων (ΣΕΓΙΔΕΠ) Λύσης Λτδ, 4/3/2016 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το ζήτημα της απόδειξης υπογραφής μιας επιταγής και με αναφορά στην παλαιότερη νομολογία που με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 2, «Το γεγονός ότι ο εφεσείων ήταν διευθυντής της Εταιρείας και το μόνο πρόσωπο που είχε εξουσία να υπογράφει επιταγές που αυτή εξέδιδε, ήταν αφ΄ εαυτού ικανό στοιχείο να εκληφθεί από την Τράπεζα ότι η υπογραφή στις εντολές ανάκλησης των επιταγών ήταν δική του εφόσον μόνο αυτός της είχε δώσει δείγμα υπογραφής για ό,τι είχε σχέση με τις επιταγές της Εταιρείας. Κάτω απ΄ αυτά τα δεδομένα το βάρος απόδειξης ότι η υπογραφή στις εντολές ανάκλησης δεν ήταν του εφεσείοντα είχε μετέλθει στον ίδιο εφόσον επρόκειτο για θέμα που ήταν αποκλειστικά στη σφαίρα της δικής του γνώσης και σε τέτοιες περιπτώσεις το να εναποτίθεται το υπό αναφορά βάρος στον αποδέκτη μιας επιταγής θα αντιστρατευόταν κάθε έννοια λογικής, θα έπληττε την ασφάλεια των συναλλαγών και θα δημιουργούσε πολυπλοκότητα σε ένα ζήτημα που από τη φύση του είναι απλό. Επικαλέστηκε συναφώς ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα την υπόθεση X¨Ιωάννου (ανωτέρω), όπου αποφασίστηκε πως «Από τη στιγμή που η εφεσείουσα αρνήθηκε την υπογραφή της επιταγής - και αυτό διεφάνη από την αρχή - ο κατήγορος όφειλε να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, την πατρότητα της υπογραφής με ένα από τους αποδεκτούς τρόπους απόδειξης». Παραβλέπει όμως ότι στην υπό κρίση περίπτωση ο εφεσείων δεν αρνήθηκε ευθαρσώς ότι η υπογραφή στις εντολές ανάκλησης δεν ήταν δική του, αλλά περιορίστηκε στο να κτίσει επιχειρηματολογία ότι δεν αποδείχτηκε ότι η υπογραφή ήταν δική του στη βάση της μαρτυρίας του τραπεζικού υπαλλήλου ότι δεν είναι γραφολόγος για να πει με βεβαιότητα πως η υπογραφή ήταν όντως δική του. Όπως παραγνωρίζει και το ότι τα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης διαφοροποιούνται ουσιωδώς από τα γεγονότα της X¨Ιωάννου. Στη Χ¨Ιωάννου ο παραπονούμενος είχε δανείσει χρήματα στον σύζυγο της εφεσείουσας ο οποίος ήταν εργοδότης του και ο τελευταίος του έδωσε επιταγή της συζύγου του, η οποία αρνήθηκε ότι είχε υπογράψει τέτοια επιταγή. Η παρούσα όμως αφορά υπογραφή εντολών ανάκλησης επιταγών που υπογράφηκαν από τον εφεσείοντα που μόνο αυτός είχε εξουσιοδότηση να υπογράφει και αν κάποιος άλλος, μη εξουσιοδοτημένος, είχε υπογράψει τις εν λόγω εντολές, το αναμενόμενο θα ήταν να προβεί σε ανάκληση των εντολών μη πληρωμής των επιταγών. Διαπιστώνεται δηλαδή εν τέλει ότι ο εφεσείων δεν ενεργεί με καλή πίστη και τα παράπονα που διατυπώνει για την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης κρίνονται παντελώς αβάσιμα». (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου). Αναφορικά τώρα με τον χρόνο υπογραφής αυτών, άρα και της έκδοσης τους παραπέμπω στα όσα ανέφερα στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΚ1. Ο ΜΚ1 ως ανέφερα παρουσίασε μια «θολή» εικόνα αναφορικά με τον χρόνο παράδοσης των επιταγών όμως στο στάδιο της αντεξέτασης του, του τέθηκε η θέση ότι οι επίδικες επιταγές παραδόθηκαν στις 6/7/2012 και μάλιστα παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 2, και σε αριθμό αποδείξεων που εκδόθηκαν προς την κατηγορούμενη 1 κατά το στάδιο της παράδοσης τους. Ο ΜΚ1 δεν αρνήθηκε ότι ενδεχομένως να έλαβε όντως αυτή την ημερομηνία τις επιταγές αναφέροντας συγκεκριμένα «Πολύ πιθανόν» και ακολουθεί η αναφορά του σε άλλες επιταγές με συγκεκριμένα ποσά που παρέλαβε στις 12/09/2012. Οι επιταγές αυτές στις οποίες αναφέρεται με αναφορά τον Σεπτέμβριο και σε ποσά αυτών δεν ταυτίζονται με τις επίδικες. Παρέμεινε δε ως αναφορά το γεγονός ότι ο παραπονούμενος, ΜΚ1, δεν αρνήθηκε την θέση της υπεράσπισης ότι παρέλαβε τις επίδικες επιταγές τον Ιούλιο του 2012 ενώ συνέχισε και μεταγενέστερα να λαμβάνει επιταγές. Δεν αμφιβάλλω βεβαίως οι επιταγές αυτές ενδεχομένως να υπογράφηκαν προγενέστερα της παράδοσης τους στους παραπονούμενους όμως κρίσιμος χρόνος έκδοσης θεωρείται η ημέρα που οι παραπονούμενοι τις έλαβαν στην κατοχή τους ήτοι την ημερομηνία που αυτοί κατέστησαν νομιμοποιημένοι κομιστές. Εν πάσει περιπτώσει ουδέποτε αμφισβητήθηκε ότι οι παραπονούμενοι είναι οι δικαιούχοι των επίδικων επιταγών (παραδεκτό γεγονός) άρα δεν δύναται να αμφισβητηθεί και η έκδοση και παράδοση τους. Συνεπώς με βάση το πιο πάνω σκεπτικό καταλήγω ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν και παραδόθηκαν στις 6/7/2012. ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΤΩΝ ΕΠΙ ΤΟ ΚΑΤΗΓΟΡΗΤΗΡΙΟ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Με βάση όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει κατά πόσο έχουν αποδειχθεί οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και 2. 1. Κατηγορούμενη εταιρεία 1 - κατηγορίες 3η και 5η - άρθρο 305Α
(1)του Κεφ.154. Το άρθρο 305Α
(1)του Κεφ.154 αναφέρεται ως ακολούθως: "Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές." Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)πιο πάνω συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Η έκδοση επιταγής
(2)Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε
(3)Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα
(4)Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της
(5)Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Είναι προφανές με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου αλλά και μέσα από το γεγονός ότι όλη η μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας παρέμεινε αναντίλεκτη και μη αμφισβητούμενη πως όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 1 εταιρεία έχουν αποδειχθεί, και κατ' επέκταση έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όλες οι κατηγορίες εναντίον της 1ης κατηγορούμενης. Η έκδοση των επιταγών, η παρουσίαση τους στην Τράπεζα και η μη πληρωμή τους έχουν με βάση τα πιο πάνω αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό και ουδεμία αμφιβολία παρέμεινε στο μυαλό του Δικαστηρίου, συνεπώς κρίνω την κατηγορούμενη 1 ένοχη σε όλες τις κατηγορίες που αυτή αντιμετωπίζει ήτοι τις κατηγορίες 3 και 5. Σημειώνω βεβαίως εδώ ότι ναι μεν η μαρτυρία του ΜΚ2 έχει απορριφθεί στο μεγαλύτερο της μέρος αλλά αποτελεί παραδεκτό γεγονός η μη πληρωμή των επιταγών. Βεβαίως το παραδεκτό γεγονός αποτέλεσε παραδεκτό από πλευράς κατηγορούμενου 2 και θεωρείται ως μαρτυρία συγκατηγορούμενου όμως η μαρτυρία του ΜΚ2 παρέμεινε αναντίλεκτη αναφορικά με την 1η κατηγορούμενη και ως τέτοια σε αυτό της το κομμάτι δύναται να γίνει αποδεκτή. Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους, κάτι που αναμφίβολα εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ανάλογα πάντοτε με την συγκεκριμένη περίπτωση που έχει ενώπιον του, παραπέμπω μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 39, Σάββα v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Νικολαίδης v. Αστυνομία
(2003)2 Α.Α.Δ. 271 και Π.Ε. 89/12 Αγαθοκλέους v. Αστυνομίας ημερ.24-07-13, ως επίσης στο σύγγραμμα των κ.κ. Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ.141-
  1. Κατηγορούμενος 2 - κατηγορίες 4η και 6η - άρθρο 305(Α) 1 και 20 του Κεφ.
  2. Παρά την απόδειξη των κατηγοριών αναφορικά με την 1η κατηγορούμενη ια πρέπει να αναφερθεί ότι αποτελεί πάγια αρχή της νομολογίας ότι η ιδιότητα του διευθυντή - συμβούλου μιας εταιρείας η οποία εξέδωσε επιταγή κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Κεφ.154 δεν επιφέρει αυτόματα και την ενοχή του. Εκδότης της επιταγής παραμένει η εταιρεία. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Ευρυβιάδης v. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 600) και Π. Παντελή ν. Χ. Κωνσταντίνου, Ποινική Έφεση Αρ.7095
(2001)2 Α.Α.Δ. 708). Απόφαση σταθμός αναφορικά με το ζήτημα της ευθύνης του διευθυντή μιας εταιρείας αναφορικά με το αδίκημα του άρθρου 305 Α
(1)Κεφ.154 αποτελεί η υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν ως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργοί, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Στις περιπτώσεις αυτές χρειάζεται να αποδειχθεί ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση σε αδίκημα, και (β) την ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται και με τις 2 αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ότι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Με βάση τα πιο πάνω συνεπώς το πρώτο πράγμα που θα πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο έχει αποδειχθεί η παροχή βοήθειας ή η παρακίνηση του κατηγορούμενου 2 κατά τη διάπραξη των σχετικών αδικημάτων από τους κατηγορούμενους 1, κάτι που έχει ήδη αποφασιστεί πιο πάνω. Το ζητούμενο βέβαια για να αποφασιστεί το θέμα αυτό είναι κατά πόσο έχει αποδειχθεί η συνδρομή του κατηγορούμενου 2 στην έκδοση των επιταγών και πιο συγκεκριμένα αν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι αυτός τις υπέγραψε. Με βάση τα ευρήματα μου ανωτέρω καταλήγω ότι το στοιχείο της ένοχης πράξης που θα οδηγήσει στην απόδειξη συνδρομής έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό και ο κατηγορούμενος 2 καταλήγω ότι έχει υπογράψει τις επίδικες επιταγές. Πέραν την απόδειξης της ένοχης πράξης παραμένει να εξεταστεί το ζήτημα της ένοχης διανοίας του κατηγορούμενου 2, ήτοι το κατά πόσο κατά τον χρόνο έκδοσης των επιταγών κατηγορούμενος 2 γνώριζε ότι αυτές δεν θα τιμούντο κατά τον χρόνο που καθορίστηκε για την πληρωμή τους. Μέσα από την σχετική Νομολογία προκύπτει ότι σε ότι αφορά περιπτώσεις που η κατηγορία στρέφεται εναντίον συνεργού, είναι υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει πως κατά τον ουσιώδη χρόνο της έκδοσης της επιταγής, ο συντάκτης της γνώριζε ότι κατά την παρουσίαση της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν θα εξοφλείτο λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων. Αυτό κρίνεται ότι συνιστά την απαιτούμενη ένοχη διάνοια συνεργού κατά την διάπραξη του αδικήματος. Έχοντας λοιπόν τα πιο πάνω υπόψη που προκύπτουν μέσα από την σχετική νομολογία και ερχόμενη στην ουσία της απόφασης αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2, αναφέρω ότι στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι η μαρτυρία που έχει δοθεί και έγινε αποδεκτή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να οδηγήσει στο συμπέρασμα πως ο κατηγορούμενος 2 κατά την έκδοση των επιταγών πιο πάνω γνώριζε όλες τις ουσιώδεις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων από την εταιρεία και συνεπώς κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί το στοιχείο της ένοχης διάνοιας. Τα ευρήματα μου ως αυτά ανωτέρω καταγράφηκαν και μέσα από την μαρτυρία του ΜΥ1 που έγινε στο σύνολο της αποδεκτή καταλήγω ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν θα μπορούσε να γνωρίζει ότι οι επιταγές δεν θα τιμόντουσαν αλλά αντίθετα καταλήγω ότι γνώριζε και μπορούσε να έχει εύλογη πίστη, με βάση τα γεγονότα, ότι αυτές θα πληρώνονταν ως η συντριπτική πλειοψηφία άλλων επιταγών υπό το φώς μάλιστα των συμφωνιών που είχε με την Τράπεζα. Ο κατηγορούμενος 2, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής και ως εκτελεστικός σύμβουλος της 1ης κατηγορούμενης βεβαίως όφειλε να γνωρίζει και καταλήγω ότι γνώριζε όλες τις λεπτομέρειες της συνεργασίας της Λαϊκής Τράπεζας με την 1η κατηγορούμενη και συνεπακόλουθα τους όρους λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού. Η γνώση του όμως αυτή με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου καταλήγω ότι του δημιούργησε ακριβώς την εντύπωση ότι αυτές οι επιταγές θα τιμόντουσαν στον χρόνο που ήταν πληρωτέες όπως άλλωστε συνέβαινε με όλες τις επιταγές που εκδίδονταν κατά την επίδικη περίοδο ήτοι από τον Μάιο του 2012 μέχρι και τον Οκτώβριο του
  1. Για την κατάληξη μου αυτή έλαβα υπόψη μου την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία βάσει της οποίας προκύπτουν τα κάτωθι: - Έχω ήδη καταλήξει ότι ο επίδικος λογαριασμός συνέχισε να έχει όριο και μετά τις 10/7/2012, με έγκριση από τις ανώτερες αρχές της Τράπεζας. Σύμφωνα με τον ΜΥ1 όλες οι διεργασίες και οι αυξομειώσεις στο όριο ήταν γνωστές εις τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος υπέγραφε ενώπιον του και όλες τις σχετικές συμφωνίες για τις πωλήσεις ακινήτων, δίδοντας ταυτόχρονα ως φαίνεται και μέσα από τα τεκμήρια 11 και 12 έγκριση για κατάθεση του τιμήματος πώλησης στον επίδικο λογαριασμό. - Από τις 8/5/2012 που χορηγήθηκε το προσωρινό όριο στον επίδικο λογαριασμό γίνονταν διεργασίες και προσπάθειες να ολοκληρωθούν οι πράξεις μεταβίβασης περιουσίας με κατάθεση του τιμήματος πώλησης στον επίδικο λογαριασμό. Οι πρόνοιες για τον τρόπο εξόφλησης του ορίου προβλέπονταν από τους όρους της συμφωνίας 8/5/2012 ήτοι ο κατηγορούμενος 2, γνώριζε από την ημέρα που έλαβε το όριο ότι αυτό θα εξοφλείτο μέσω πώλησης περιουσίας ακινήτων ιδιοκτησίας εταιρειών δικών του συμφερόντων, καθότι σημειώνω στο σημείο αυτό ότι τα ακίνητα που πωλήθηκαν δεν ανήκαν στην 1η κατηγορούμενη αλλά σε εταιρείες συμφερόντων του 2ου κατηγορούμενου. Στο σημείο αυτό βεβαίως οφείλω να αναφερθώ στο εύλογο επιχείρημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου των παραπονούμενων αναφορικά με τον χρόνο έκδοσης των επιταγών και της υπογραφή της 1ης χρονολογικά συμφωνίας μετά την 8/5/
  2. Σύμφωνα με τον κο. Χριστοφόρου, ο οποίος αποδέχθηκε ότι ο εν λόγω λογαριασμός συνέχισε να έχει όριο και μετά τις 10/7/2012, εάν αποδειχθεί ως χρόνος έκδοσης των επιταγών η 6/7/2012 τότε ο κατηγορούμενος 2 δεν μπορούσε ακόμα να γνωρίζει ότι θα συνέχιζε η εν λόγω διευκόλυνση ενόψει του ότι η 1η συμφωνία για αγορά ακινήτων καταρτίστηκε στις 19/07/
  3. Συμφωνώ ότι το επιχείρημα αυτό είναι λογικό και έδωσε στο Δικαστήριο έρεισμα για περαιτέρω μελέτη. Με όλο τον σεβασμό όμως η εισήγηση αυτή του συνηγόρου των παραπονούμενων δεν με βρίσκει σύμφωνη ενόψει των κάτωθι: . Στην συμφωνία ημερ.08/05/2012 υπήρχε ήδη πρόνοια για πώληση ακινήτων και αγορά τους από την Τράπεζα ενώ σύμφωνα με την αποδεχτή μαρτυρία του ΜΥ1 ο λόγος καθυστέρησης της μεταβίβασης και υπογραφής των επιμέρους συμφωνιών ήταν καθαρά διαδικαστικός ενώ παράλληλα ετοιμάζονταν συμφωνίες για πώληση και άλλων ακινήτων. . Παρά την πάροδο της 10ης Ιουλίου 2012 ο εν λόγω λογαριασμός συνέχισε να λειτουργεί και να πληρώνονται μέσω αυτού επιταγές εκατοντάδων χιλιάδων με το όριο να κινείται εντός του εγκεκριμένου των 8 εκατομμυρίων. Μελετώντας το Τεκμήριο 6 φαίνεται ότι από τις 10/7/2012 και μέχρι τις 19/7/2012 που καταρτίστηκε η 1η συμφωνία ουδεμία αλλαγή φαίνεται επί του τεκμηρίου 6 που να δίδει έστω και την παραμικρή εικόνα αλλαγής του τρόπου λειτουργίας του λογαριασμού αυτού. . Ουδεμία επιστολή ή ειδοποίηση δόθηκε στους κατηγορούμενους ότι μέχρι την υπογραφή της 1η συμφωνίας δεν θα υπήρχε όριο αντίθετα μέσα από την μαρτυρία του ΜΥ1 η συνέχιση λειτουργίας με το ήδη εγκριθέν όριο ήταν γνωστή στον κατηγορούμενο
  4. - Ο κατηγορούμενος 2 ως ο εκτελεστικός διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης γνώριζε και είχε υπογράψει πάγιες εντολές μεταφοράς χρημάτων στον επίδικο λογαριασμό από άλλον λογαριασμό ο οποίος είχε όριο 17 εκατομμυρίων οποτεδήποτε υπήρχε ανάγκη να γίνει αυτό. Ο εν λόγω λογαριασμός για τον οποίο έκανα εκτενή αναφορά ανωτέρω και ο οποίος παρουσιάζεται και στα Τεκμήρια 11 και 12 αλλά και στην αρχική συμφωνία 8/5/2012 είχε ημερομηνία λήξης του περαιτέρω προσωρινού ορίου των 9 εκατομμυρίων τις 16/1/2013 ήτοι χρόνο μεταγενέστερο της πληρωμής των εν λόγω επιταγών. Καμία μαρτυρία δεν δόθηκε αναφορικά με το όριο αυτού του λογαριασμού τον επίδικο χρόνο αντίθετα παρέμεινε αναντίλεκτη η μαρτυρία του ΜΥ1 για την ύπαρξη αυτού του ορίου και την δυνατότητα μεταφοράς χρημάτων η οποία και γινόταν για δεκάδες εκατομμύρια. - Σύμφωνα με τον ΜΥ1 ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε τις πρόνοιες των συμφωνιών που υπέγραφε ο ίδιος και τις εγκρίσεις για αγορά ακινήτων. Ο κατηγορούμενος 2, σύμφωνα με τον ΜΥ1, έλαβε γνώση των λόγων της απότομης διακοπής της συνέχισης των αγοραπωλησιών που οδήγησαν στην μη πληρωμή επιταγών κατά την ακροαματική διαδικασία στην παρούσα υπόθεση. Οι λόγοι αυτοί σύμφωνα με τον ΜΥ1 αφορούν τα όσα ανέφερε σε σχέση με τον ELA και τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, οδηγίες που δεν επέτρεπαν την περαιτέρω υλοποίηση της αγοράς άλλων ακινήτων. Ολοκληρώνοντας το σκεπτικό μου οφείλω όμως να αναφέρω ότι παρά την εκτενή αναφορά μου στις σχέσεις της κατηγορούμενης 1 με την Λαϊκή Τράπεζα οι μεταξύ τους διαφορές δεν αποτελούν επίδικο ζήτημα της παρούσας απόφασης και τα ευρήματα μου δεν δύναται να επηρεάσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο άλλες διαδικασίες καθότι αυτά γίνονται με αποκλειστικό σκοπό την διαπίστωση της ένοχης σκέψης του κατηγορούμενου
  5. Χωρίς όμως εξέταση των όσων αναφέρθηκαν δεν θα ήτο δυνατό να καταλήξω σε οιοδήποτε συμπέρασμα. Μελετώντας το ζήτημα της ένοχης διανοίας σε συνάρτηση με την λειτουργία του επίδικου λογαριασμού είχα ενώπιον μου ένα λογαριασμό ο οποίος λειτουργούσε με ακριβώς τον ίδιο τρόπο από τον Μάιο του 2012 μέχρι τουλάχιστον και τα τέλη Νοεμβρίου του 2012 ενώ από τα μέσα Δεκεμβρίου ξεκίνησαν να επιστρέφονται μαζικά επιταγές που οδήγησαν στην καταχώρηση στο ΚΑΠ. Ενώπιον μου τέθηκε μαρτυρία για τους λόγους που η Τράπεζα ξαφνικά σταμάτησε να πληρώνει επιταγές, οι οποίοι αν όχι βεβαιότητα τουλάχιστον δημιουργούν σοβαρές και προφανείς αμφιβολίες για το κατά πόσον ο κατηγορούμενος 2 μπορούσε ή έστω αν θα μπορούσε να γνωρίζει από τον Ιούλιο του 2012 ή ακόμα και μεταγενέστερα μέχρι και τον Δεκέμβριο ότι οι επιταγές αυτές δεν θα πληρώνονταν. Συνοψίζοντας καταλήγω σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 ότι κατά τον Ιούλιο του 2012, χρόνος έκδοσης των 2 επίδικων επιταγών, δεν μπορούσε να έχει γνώση με βάση τα ενώπιον μου τιθέντα τεκμήρια και μαρτυρία ότι κατά το τέλος Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου που ήταν πληρωτέες οι επίδικες επιταγές δεν μπορούσαν να τελικά να πληρώνονταν. Αντίθετα μάλιστα με βάση ακριβώς την μαρτυρία αυτή καταλήγω ότι είχε κάθε λόγο να πιστεύει ότι αυτές θα τιμόντουσαν όπως άλλωστε και οι υπόλοιπες επιταγές πολλών εκατομμυρίων που τιμήθηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες 3 και 5 εναντίον της κατηγορούμενης
  6. Απέτυχε όμως από την άλλη να το πράξει και για τις κατηγορίες 4 και 6 εναντίον του κατηγορούμενου
  7. Ως εκ τούτου η κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 3 και 5, ενώ ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται από το σύνολο των κατηγοριών που αντιμετωπίζει. Αναφορικά με το θέμα εξόδων και έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, επιδικάζω έξοδα υπέρ των παραπονούμενων και εναντίον της κατηγορούμενης 1 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 σημειώνω ότι η επιδίκαση εξόδων άπτεται της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου το οποίο με βάση το άρθρο 169 του Κεφ.155 δύναται να επιδικάσει έξοδα εναντίον του προσώπου από το οποίο κατά τη γνώμη του προσάχθηκε κατηγορία ή οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει υπεύθυνο για την πρόκληση της πρόσαψης κατηγορίας. Λαμβάνοντας υπόψη μου τους λόγους απόρριψης των κατηγοριών που αφορούν το mens rea και όχι την ένοχη πράξη κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις των ευρημάτων μου είναι δίκαιο όπως μην εκδώσω οιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα. Προτού κλείσω την παρούσα απόφαση θεωρώ κρίσιμο να αναφέρω και τα ακόλουθα: Στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δόθηκε μαρτυρία αναφορικά με την συνεργασία της κατηγορούμενης 1 με την Λαϊκή Τράπεζα και τις συνθήκες με τις οποίες αυτή διεξαγόταν. Βεβαίως η παρούσα απόφαση δεν αφορά για κατ' ουδέν λόγο τις σχέσεις αυτές όμως αποτελεί δικαστική γνώση το γενικότερο ζήτημα που εξετάζεται από τις αρμόδιες αρχές σε σχέση με την Κυπριακή Οικονομία και την κατάρρευσης της σε συνδυασμό με τις Τράπεζες. Ως εκ τούτου και λόγω των όσων έχουν ακουσθεί από τον ΜΥ1 σε σχέση με το ζήτημα αυτό δίδω οδηγίες όπως με την παρούσα απόφαση αποσταλούν στον Έντιμο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τα πρακτικά της μαρτυρίας του ΜΥ1 για να επιληφθεί οιονδήποτε ενεργειών ο ίδιος κρίνει αναγκαίες. (Υπ.)............. Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.