Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Λούκας Κυριάκου, Αρ. Υπόθεσης: 8382/16, 15/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου-Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8382/16 ΑΙΤΗΣΗ ΠΑΡΑΠΟΜΠΗΣ ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού v. Λούκας Κυριάκου Ημερομηνία: 15 Απριλίου, 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Γιασκούρη Για τον Κατηγορούμενο: κος. Τσαρδελλής Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ (ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ) Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά 4 κατηγορίες οι οποίες αφορούν: 1. Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα και άρθρων 2, 3, 4
(1)(α) του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/
- (κατηγορίες 1 και 2).
- Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α κατά παράβαση του Νόμου 29/
- (κατηγορία 3)
- Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α κατά παράβαση του Νόμου 29/77 με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλο πρόσωπο. (κατηγορία 4) Ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε σε απευθείας δίκη στο Κακουργιοδικείο, το οποίο θα συνέλθει σε συνεδρία στη Λεμεσό στις 09/05/2016 και ώρα 9:00π.μ. Μετά την εξέλιξη αυτή, η Κατηγορούσα Αρχή υπέβαλε αίτημα όπως το Δικαστήριο διατάξει την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την έναρξη της δίκης τους στο Κακουργιοδικείο. Προς υποστήριξη του αιτήματός της η Κατηγορούσα Αρχή επικαλέσθηκε:
- την πιθανότητα / κίνδυνο μη προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη, του όπως αυτή προκύπτει από : (α) τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος (β) την πιθανότητα καταδίκης του, με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία (γ) το ύψος των ποινών που προβλέπονται από τον Νόμο σε περίπτωση καταδίκης (δ) την πιθανότητα φυγοδικίας του κατηγορούμενου. Προς υποστήριξη των ανωτέρω η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής παρέπεμψε πέραν από τις νομολογιακά καθιερωμένες αρχές που διέπουν το ζήτημα της κράτησης υποδίκων, σε σημεία από το μαρτυρικό υλικό, Τεκμήριο Α, με σκοπό να στηρίξει τον ισχυρισμό της περί της ύπαρξης ορατής πιθανότητας καταδίκης αλλά και στον κίνδυνο διαφυγής του κατηγορούμενου ενόψει του ότι αυτός συνελήφθηκε μετά από 1 ½ χρόνο που καταζητείτο μέσω διεθνούς εντάλματος σύλληψης το οποίο εκτελέστηκε στην Μολδαβία και κατόπιν τούτου αυτός παραδόθηκε στις Κυπριακές Αρχές. Το σύνολο της αγόρευσης της ευπαιδεύτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής βρίσκεται αυτούσιο ενώπιον του Δικαστηρίου, έχει μελετηθεί δεόντως και δεν υπάρχει λόγος επανάληψης του στην παρούσα απόφαση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου έφερε ένσταση στην κράτηση με κύριο άξονα της ένστασης του την εισήγηση του ότι μέσα από το μαρτυρικό υλικό - Τεκμήριο Α δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα καταδίκης του πελάτη ως εκ τούτου αυτός θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερος, με περιοριστικούς όρους, μέχρι την ημερομηνία της δίκης του. Με αναφορά σε διάφορα σημεία του Τεκμηρίου Α ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει ακόμα και με τον τρόπο που εξετάζεται το μαρτυρικό υλικό στα στάδιο αυτό, ορατή πιθανότητα καταδίκης του πελάτη του αλλά αντίθετα υπάρχει μεγάλο ενδεχόμενο αθώωσης του. Τα όσα ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου, τα συνδύασε με αναφορά σε νομολογία, τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όσο και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) ενώπιον του Δικαστηρίου. Το σύνολο της αγόρευσης του ευπαιδεύτου συνηγόρου του κατηγορούμενου βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, έχει ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και δεν χρειάζεται να επαναληφθεί αυτολεξεί. Για την έκδοση της παρούσας απόφασης έχω λάβει υπόψη μου τα όσα εισηγήθηκαν αμφότερες οι πλευρές και έχω μελετήσει επισταμένως τη σχετική Νομολογία, στην οποία αναφέρθησαν αμφότεροι οι συνήγοροι, τόσο του Κατηγορούμενου, όσο και της Κατηγορούσας Αρχής. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - Εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση Η εξουσία του Δικαστηρίου όσον το αφορά αίτημα κράτησης των Κατηγορουμένων μέχρι την ημερομηνία της δίκης τους ενώπιον του Κακουργιοδικείου, στο οποίο έχουν ήδη παραπεμφθεί σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας αυτής, εδράζεται στα άρθρα 48 και 157
(1)της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155. Το Δικαστήριο, εξετάζοντας ένα αίτημα κράτησης κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του, πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτησή του αποτελεί έναν σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 373 αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Ως ζήτημα γενικής αρχής, η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά εφόσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στη δίκη του. Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία των κατηγορουμένων στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται αποδεκτή εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με βάση παγίως καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109 απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου και είναι:
- Η πιθανότητα/κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο
- Η πιθανότητα/κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων
- Η πιθανότητα/κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς δύναται να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης. Δεν είναι συνεπώς απαραίτητη η συνδρομή και των τριών πιο πάνω παραγόντων για να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7). Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολής αυστηρής ποινής, αποτελούν βασικούς δείκτες που αφορούν στην εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορουμένου στη δίκη του. Στη Θεοδωρίδη κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139, επισημάνθηκε ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα αυξημένο είναι και το κίνητρο του υποδίκου να αποφύγει τη δίκη του. Βεβαίως υπάρχουν διαβαθμίσεις στη σοβαρότητα των αδικημάτων ανάλογα με τις συνθήκες, τα γεγονότα και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. Στην Οικονομίδης V Αστυνομίας, Π.Ε. 7514, ημερ. 05.11.2003, επισημαίνεται ότι η σοβαρότητα του αδικήματος ήταν αυταπόδεικτη από τη στιγμή που για ένα από τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται προβλέπεται φυλάκιση δια βίου. Στην παρούσα υπόθεση τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι πάρα πολύ σοβαρά. Ενδεικτικό της σοβαρότητας τους συνιστούν οι προβλεπόμενες από το νόμο ποινές που είναι μέχρι και δια βίου φυλάκιση. Για τη διαπίστωση ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης εξετάζεται το υπάρχον μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο, χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγησή του ή σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης, εφόσον δεν αποφασίζεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας η ενοχή ή μη του κατηγορουμένου. Θέματα που σχετίζονται με ισχυρισμούς που αφορούν τη νομιμότητα της σύλληψης του υπόπτου, όπως επίσης και τη δεκτότητα μαρτυρίας που βασίζεται σε δηλώσεις του υπόπτου ή άλλα θέματα που αφορούν τη δεκτότητα μαρτυρίας (όπως ότι η μαρτυρία λήφθηκε παράνομα) εξετάζονται κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της ουσίας της υπόθεσης και όχι στο στάδιο της εξέτασης αίτησης για την κράτηση ή όχι Κατηγορουμένου. Έχω διεξέλθει με προσοχή το μαρτυρικό υλικό με βάση το οποίο έχει παραπεμφθεί ο Κατηγορούμενος σε απευθείας δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου, όπως αυτό παρουσιάζεται στις καταθέσεις (Τεκμήριο 1). Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας αυτής προκύπτουν τα εξής φερόμενα, στο στάδιο αυτό, γεγονότα: Στις 21/12/2014 οι αστυνομικές αρχές έλαβαν πληροφορία ότι πρόκειται να διακινηθεί μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών με συγκεκριμένο αυτοκίνητο. Το όχημα αυτό τέθηκε υπό παρακολούθηση από τους ΜΚ 4 και 5 επί του κατηγορητηρίου και ανακόπηκε σε συγκεκριμένη οδό. Δύο πρόσωπα, κάποιος Ιωάννου και κάποιος Severin φέρεται να βρέθηκαν σε υπόγειο κάποιας πολυκατοικίας από την οποία διέφυγαν ο μεν Ιωάννου με το όχημα ο δε Severin πεζός. Ακολούθως τα πρόσωπα αυτά φαίνεται να ανακόπηκαν από τις αρχές. Στο όχημα του Ιωάννου φαίνεται να ανευρέθηκε η ποσότητα κοκαΐνης. Σύμφωνα με το Κυανούν 37 κατάθεση του Λοχία 1760, εντός του Τεκμηρίου 1, ο Severin ανακρινόμενος προφορικά φέρεται να του ανέφερε ότι με οδηγίες του κατηγορούμενου μετέβηκε στο συγκεκριμένο σημείο όπου παρέλαβε την συσκευασία που εντοπίστηκε στο όχημα και που βρέθηκε στο όχημα του Ιωάννου και που ήταν κρυμμένη εκεί και την παρέδωσε στον Ιωάννου. Περαιτέρω σύμφωνα με το Κυανούν 25 εντός του τεκμηρίου 1, ο Α/Αστ 633 αναφέρει ότι ο Severin του υπέδειξε τον υπόγειο χώρο ως τον χώρο που είδε και τον κατηγορούμενο μέσα στο όχημα του και ότι το τηλεχειριστήριο για το άνοιγμα της πόρτας του υπογείου του το έδωσε ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Περαιτέρω στο Κυανούν 4, την κατάθεση του Αστυφ. 1965 Κ. Χατζησωτηρίου αναφέρεται ότι κατά το στάδιο που ο μάρτυρας βρισκόταν με τον Severin στην παρουσία μεταφράστριας στα Ρουμάνικα, κτύπησε το κινητό τηλέφωνο του Severin και αυτός που καλούσε σύμφωνα με τον Severin ήταν ο κατηγορούμενος ενώ η μεταφράστρια ανέφερε ότι ο Severin στην επικοινωνία που είχε με τον κατηγορούμενο απάντησε ότι δεν έχει κανένα πρόβλημα με την Αστυνομία. Σημειώνω περαιτέρω ότι εντός του Τεκμηρίου 1 υπάρχει μαρτυρία που συνδέει τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα των πιο πάνω φερόμενων ως εμπλεκομένων προσώπων. Η εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου είναι πως με βάση την πιο πάνω φερόμενη ως μαρτυρία η καταδίκη του κατηγορούμενου δεν είναι πιθανή αντίθετα υπάρχει μεγάλη προσδοκία για αθώωση. Με κάθε σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου η πιο πάνω θέση και εισήγηση του δεν με βρίσκει σύμφωνη. Το σύνολο της μαρτυρίας ως έχει τεθεί ενώπιον μου παρουσιάζει μια αλυσίδα φερόμενων ως γεγονότων που δύναται να καταστούν κρίκοι αλυσίδας περιστατικής μαρτυρίας εναντίον του κατηγορούμενου. Ακόμα όμως και η ύπαρξη, και συμφωνώ με τον συνήγορο στο σημείο αυτό, εξ' ακοής μαρτυρίας και μόνο εναντίον του, στο σημείο αυτό είναι αρκετή για να στοιχειοθετήσει την αναγκαία ορατή πιθανότητα και μόνο καταδίκης χωρίς βεβαίως να αποκλείεται και η οποιαδήποτε λογική προσδοκία για αθώωση. Στο στάδιο αυτό η μαρτυρία εξετάζεται στην όψη της και μόνο και ζητήματα δεκτότητας της μαρτυρίας αυτής σε σχέση με το είδος της ή ακόμα και την ισχύ της δεν εξετάζονται από το παραπέμπον Δικαστήριο αλλά από το εκδικάζον. Έχω λάβει υπόψη μου τα όσα ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου σε σχέση με αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αλλά τα όσα ανέφερε με παραπομπή σε συγκεκριμένη απόφαση αφορούν τα δικαιώματα του κατηγορούμενου σε δίκαιη δίκη υπό την σκοπιά της προσφερθείσα μαρτυρίας και δεν δύναται να εξεταστούν στο στάδιο της παραπομπής που δεν κρίνεται για κατ' ουδένα λόγο η ενοχή ή μη του κατηγορούμενου. Δεν είναι δυνατό και επιτρεπτό στο στάδιο αυτό να αποφανθώ και/ή να προσδώσω οιαδήποτε τελική αξία επί οιουδήποτε μέρους του υλικού αυτού, περιλαμβανομένης και της εξ' ακοής μαρτυρίας, περάν της νομολογιακά επιτρεπόμενης εξέτασης του στην όψη του και μόνο. Είναι περαιτέρω γεγονός και προκύπτει από όλο το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι δεν φαίνεται να υπάρχει οποιαδήποτε ξεκάθαρη άμεση μαρτυρία η οποία να εμπλέκει τον κατηγορούμενο, παρόλα αυτά, ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει περιστατική μαρτυρία η οποία όμως θα πρέπει να λεχθεί δεν υπολείπεται σε δύναμη οποιασδήποτε άλλης μορφής μαρτυρίας. Εκείνο το οποίο απαιτείται όμως, είναι τα σκόρπια μέρη της να αποκτήσουν τέτοια συνεκτικότητα που να εδραιώνουν, με ακαταμάχητη πειστικότητα, την καταδίκη για ένα έγκλημα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ.9 και Fournides v Republic
(1986)2 C.L.R.73). Όλα αυτά βεβαίως θα λάβουν χώρα στο εκδικάζον αρμόδιο Δικαστήριο και όχι στο παρόν το οποίο θα εξετάσει ως τελικός κριτής τα όσα τέθηκαν ενώπιον του υπό μορφή μαρτυρίας ακόμα και εξ' ακοής και κατά πόσο αυτή θα γίνει αποδεκτή και εάν ναι ποια η ισχύ της και ρόλος της στην τελική ετυμηγορία. Σε σχέση με τον τρόπο που θα πρέπει να αντιμετωπίζεται το μαρτυρικό υλικό στα στάδιο αυτό και κατά πόσο αυτό είναι τέτοιο που να ικανοποιεί την προϋπόθεση της πιθανότητας καταδίκης, παραπέμπω στο πιο κάτω απόσπασμα από την Χριστόδουλος Νικήτα κ.α. v. Δημοκρατίας
(2011)2 A.A.Δ. 54: «Η πιθανολόγηση της καταδίκης τους συναρτήθηκε με το ενώπιον του Κακουργιοδικείου μαρτυρικό υλικό, το οποίο, στο στάδιο αυτό, εκτιμάται στην όψη του και μόνο, χωρίς τελικές διαπιστώσεις . Υπάρχει μαρτυρία - και σ' αυτήν αναφέρθηκε το Κακουργιοδικείο - η οποία συνδέει τους εφεσείοντες με τα αδικήματα. Ποια η βαρύτητα αυτής της μαρτυρίας και μέχρι πού μπορεί να οδηγήσει δεν είναι του παρόντος. Ούτε η απουσία των εκθέσεων των εμπειρογνωμόνων και άλλων εγγράφων, για τα οποία γίνεται αναφορά σε καταθέσεις, επηρεάζει, στο στάδιο αυτό, για τους λόγους που έχουμε προαναφέρει. Το ενώπιον του Κακουργιοδικείου υλικό ικανοποιούσε το ενδεχόμενο της καταδίκης των εφεσειόντων και αυτό ήταν αρκετό. Περί πιθανολόγησης και μόνο ο λόγος - (βλ. Ευριπίδου κ.α. v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 και Κουννάς κ.α. v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 423).» Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω, υπογραμμίζω ότι η πιθανότητα μη προσέλευσης ενός κατηγορούμενου στη δίκη δεν πρέπει να εκτιμάται μόνο με αναφορά στη σοβαρότητα των αδικημάτων, την πιθανότητα καταδίκης και τις ποινές. Στην Κρίνος Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, αναφέρθηκαν τα εξής: «Είναι όμως επίσης νομολογημένο πως σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησόμενη ποινή, αυτόματα δηλαδή, χωρίς τον συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικασθεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος». Σημειώνω και την απόφαση Μιχάλης Α. Ψύλλας ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 201/2007, ημερ. 28.8.2007, όπου επαναλήφθηκε ότι η αναφορά στη σοβαρότητα των αδικημάτων δεν είναι αρκετή και πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και άλλες παράμετροι. Στην Χ" Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45 ανασκοπήθηκε η Νομολογία και εξηγήθηκε ακριβώς ότι η πρόβλεψη σε σχέση με τα ενδεχόμενα μπορεί να έχει ως πηγή «εγγενείς ενδείξεις» που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της υπόθεσης, αλλά και το ιστορικό του υποδίκου και στοιχεία από την ίδια την υπόθεση. Παράγοντες που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο κατά την εξέταση των πιο πάνω είναι, μεταξύ άλλων, εκείνοι που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμά του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται, καθώς και γενικότερα θέματα υγείας. Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Σιδερένος κ.α., Ποινικές Εφέσεις 73-76/2008, ημερ. 23.4.2008, λέχθηκε ότι οι προσωπικές συνθήκες εξετάζονται με αναφορά στο σχετικό κριτήριο, κατά πόσο δηλαδή οι συνθήκες αυτές ανατρέπουν τη σκέψη στον κατηγορούμενο να μην εμφανιστεί στο δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες που του προσάπτονται. Δεν εξετάζονται οι προσωπικές συνθήκες με σκοπό να επιδειχθεί επιείκεια στον κατηγορούμενο, απαλλάσσοντάς τον από την ταλαιπωρία της προφυλάκισης. Οι πιο πάνω παράγοντες πρέπει να συνεκτιμώνται ανάμεσα στα άλλα και με τον παράγοντα της παρακώλυσης στην ετοιμασία της υπεράσπισης λόγω της κράτησης (Savva & Another (No.2) V Police
(1997)2 C.L.R. 292), αλλά και με τον χρόνο κράτησης (Χ'' Δημητρίου ανωτέρω). Όλοι αυτοί οι παράγοντες έχουν αναγνωρισθεί από τη Νομολογία μας ως παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια αιτήσεων κράτησης. Ωστόσο, όπως υπογραμμίσθηκε στη Βασιλείου (ανωτέρω), τέτοιοι παράγοντες, όπως και οι επιπτώσεις της κράτησης στην προσωπική, οικογενειακή και επαγγελματική ζωή ενός υποδίκου, έστω και αν είναι δυσμενείς, δεν υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Στην παρούσα υπόθεση ουδέν προσωπικό στοιχείο δεν έχει αναφερθεί για τον κατηγορούμενο και δεν αμφισβητήθηκε το ότι αυτός ήτο καταζητούμενος για 1 ½ έτος ενώ προσήλθε στην Κύπρο μετά από εκτέλεση Διεθνούς εντάλματος σύλληψης. Η σοβαρότητα των αδικημάτων είναι δεδομένη όπως επίσης και οι σοβαρές ποινές που προβλέπονται, ήτοι μέχρι και δια βίου φυλάκιση. Όλα αυτά σε συνδυασμό με την υπόνοια ότι εάν ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος θα προσπαθήσει να διαφύγει βως το έχει πράξει και στο παρελθόν στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Με βάση τα όσα ανωτέρω προανέφερα σε συνδυασμό με το μαρτυρικό υλικό κρίνω ότι ο κατηγορούμενος έχει κίνητρο και ενέχει ο κίνδυνος αυτός να διαφύγει της δίκης του. Συνεπώς, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος με αναφορά στο εύρημα περί ορατής πιθανότητας καταδίκης αλλά και της σοβαρότητας των αδικημάτων σε συνδυασμό βέβαια και με τα λοιπά γεγονότα που οδήγησαν στην σύλληψη του, είναι πιθανόν να προσπαθήσει να διαφύγει από την Κυπριακή Δημοκρατία ή ακόμα και από εδάφη που δεν ελέγχονται από τις Κυπριακής αρχές. Έχοντας κατά νου όλα όσα προαναφέρω στην παρούσα απόφαση και συνεκτιμώντας τα αντικειμενικά δεδομένα, με την έννοια πως αυτά άπτονται της σοβαρότητας των κατηγοριών και της εκ πρώτης όψεως πιθανολόγηση καταδίκης στη βάση του μαρτυρικού υλικού και τα υποκειμενικά δεδομένα, και προσμετρώντας αυτά ανάλογα με τη βαρύτητα της ύπαρξης κινδύνου να μην παρουσιαστεί ο κατηγορούμενος στη δίκη του ενώπιον του Κακουργιοδικείου, κρίνω ότι υπάρχει ο κίνδυνος αυτός. Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη τον κανόνα ότι δεν είναι απαραίτητο να συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την κράτηση ενός κατηγορούμενου, χωρίς ταυτόχρονα να παραβλέπω ότι το χρονικό διάστημα του ολιγότερου του ενός περίπου μηνός μέχρι την ημερομηνία της δίκης του δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλο, κρίνω ότι η διακριτική μου ευχέρεια πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής και την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι τη δίκη του, αφού βρίσκω ότι η ατομική του ελευθερία θα πρέπει να υποχωρήσει έναντι του δημόσιου συμφέροντος. Αναφορά κρίνω ότι θα πρέπει ακόμα να γίνει και στους όρους που εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου προς εξασφάλιση της εμφάνισής του στη δίκη, που όμως κρίνω ότι δεν είναι τόσο ισχυροί και τέτοιοι που θα απέτρεπαν τον κατηγορούμενο να αποφύγει τη δίκη του για να μην αντιμετωπίσει στην περίπτωση καταδίκης του, ποινές φυλάκισης που επιβάλλονται σε αυτού του είδους τα αδικήματα. Κατά συνέπεια, εκδίδω διάταγμα για την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι τις 09/05/2016 που είναι ορισμένη η παρούσα υπόθεση για εκδίκαση ενώπιον του Κακουργιοδικείου που συνεδριάζει στη Λεμεσό. (Υπ) .............. Ε. Δημητρίου-Παναγή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο