← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. NYZAR TELAYS κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 25538/2013, 18/4/2016

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. NYZAR TELAYS κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 25538/2013, 18/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B72 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 25538/2013 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν.

  1. NYZAR TELAYS
  2. ΔΗΜΗΤΡΑ ΦΩΚΑ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 18 Απριλίου, 2016 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Γιασκούρη Για την Κατηγορούμενη 2: κα. Ε. Κνέκνα Κατηγορούμενη 2: παρούσα Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της κατηγορουμένης 2) Οι Κατηγορίες που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη 2 Η κατηγορούμενη 2, με την 4η κατηγορία στο κατηγορητήριο, κατηγορείται ότι στις 3/8/12 στη Λεμεσό επέτρεψε στον κατηγορούμενο 1 να οδηγήσει το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής KSD 747 χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας (ληγμένο από τις 25/2/2012). Με την 5η κατηγορία, κατηγορείται ότι του επέτρεψε να οδηγήσει το εν λόγω όχημα την ίδια ημερομηνία χωρίς άδεια κυκλοφορίας (ληγμένη από τις 31/10/2010). Στον κατηγορούμενο 1 επιβλήθηκε ποινή στις κατηγορίες 1, 2 και 3 σε προγενέστερο στάδιο, οπότε και παρέμειναν προς εκδίκαση μόνο οι κατηγορίες 4 και 5, που αντιμετώπιζε η κατηγορούμενη
  3. Η Μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής Προς απόδειξη της κατηγορίας κατέθεσε ο Αστ. 2173, Ανδρέας Παρασκευά (ΜΚ 1). Ανέφερε ότι υπηρετεί στην Τροχαία Λεμεσού από το
  4. Στις 3/8/2012 ενώ βρισκόταν σε υπηρεσία με την υπηρεσιακή μοτοσυκλέτα του στην Αγία Ζώνη στη Λεμεσό, είδε τον οδηγό του οχήματος με αρ. εγγραφής KSD 747 να κάνει χρήση κινητού τηλεφώνου. Του έκανε σήμα να σταματήσει. Διαπίστωσε ότι οδηγούσε ο κατηγορούμενος 1, του εξέδωσε εξώδικο για τη χρήση του τηλεφώνου και τον κατήγγειλε για οδήγηση χωρίς άδεια κυκλοφορίας και πιστοποιητικό καταλληλότητας αφού διαπίστωσε μετά από έλεγχο ότι ήταν ληγμένα. Μετά από έλεγχο που έκανε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του, διαπίστωσε ότι η κατηγορούμενη 2 ήταν η ιδιοκτήτρια του εν λόγω οχήματος. Ο κατηγορούμενος 1 του ανέφερε ότι η κατηγορούμενη 2 ήταν η σύζυγος του. Ο ΜΚ1 ενημέρωσε την κατηγορούμενη 2 τηλεφωνικώς για τα αδικήματα και αυτή του ανέφερε ότι το όχημα το πήρε ο πρώην άντρας της, και ότι δεν το είχε στην κατοχή της και ότι είχε προβεί σε καταγγελία. Επειδή το όχημα δεν ήταν καταχωρισμένο ως κλοπιμαίο, ο ΜΚ 1, ανέφερε ότι δεν διερεύνησε τους ισχυρισμούς της και την κατήγγειλε επειδή ήταν η ιδιοκτήτρια του οχήματος. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν διερεύνησε το κατά πόσο το όχημα ήταν στην κατοχή της κατηγορούμενης
  5. Η κατηγορούμενη 2 δεν του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν ο σύζυγος της. Ο κατηγορούμενος 1 ισχυρίστηκε ότι ήταν ο σύζυγος της. Οι Εισηγήσεις των συνηγόρων Μετά το τέλος της υπόθεσης για τη Κατηγορούσα Αρχή, η συνήγορος της κατηγορουμένης 2 εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης 2 ώστε αυτή να κληθεί σε απολογία αφού δεν αποδείχθηκε η γνώση της κατηγορούμενης
  6. Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής εισηγήθηκε ότι έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης 2, και ότι εναπόκειται στην ίδια να αποδείξει τους ισχυρισμούς της. Οι συνήγοροι δεν με παρέπεμψαν σε νομολογία επί του θέματος. Νομική Πτυχή Αρχές εξέτασης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης Οι αρχές που διέπουν το θέμα είναι γνωστές και δεν προτίθεμαι να τις επαναλάβω με λεπτομέρεια. Θα αναφέρω ενδεικτικά τις υποθέσεις Azinas v. Police

(1981)2 CLR 9, In Re Kakos
(1985)1 CLR 250 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133. Σύμφωνα με τις εν λόγω αρχές ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο όταν: (α) Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί (βλ. Ευγένιος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191,198 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Δράκου
(2012)2 ΑΑΔ 851,887). Υπενθυμίζω ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά εξετάζει μόνο κατά πόσο αντικειμενικά κρινόμενη η μαρτυρία δικαιολογεί την κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή λαμβάνεται υπόψη στο απόγειο της (βλ. R. v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060, 1062[1]). Η Νομική Βάση των Αδικημάτων Η κατηγορούσα αρχή όφειλε να αποδείξει ότι η κατηγορούμενη 2 επέτρεψε, στον κατηγορούμενο 1, την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος, χωρίς άδεια κυκλοφορίας και πιστοποιητικό καταλληλότητας. Ο όρος «επιτρέπει» (to permit) έτυχε εξέτασης και ανάλυσης στην Αγγλική Νομολογία. Στο σύγγραμμα Wilkinson´s Road Traffic Offences, 23rd ed, 2007, Vol. 1, σελ. 63 - 64, παρ. 1.164 αναφέρονται τα ακόλουθα: «"to permit" is a vaguer term than "to cause". It may denote an express permission, general or particular, as distinguished from a mandate. The other person is not told to use the vehicle in a particular way, but he is told that he may do so if he desires. The word also includes cases in which permission is merely inferred. If the other person is given the control of the vehicle, permission may be inferred if the vehicle is left at the other´s disposal in such circumstances as to carry with it a reasonable implication of a discretion or liberty to use it in the manner in which it was used (Mc Leod v Buchanan [1940] 2 All E.R. 179, at p. 187). The statement in Goodbarne v Buck [1940] 1 All E.R. 613, at p. 616, that the only person who can permit the use of a car, in that he can forbid another person to use it, is the owner, is incorrect: any person who has control on the owner´s behalf, e.g. a chauffeur or a manager of a company, can permit its use (Lloyd v Singleton [1953] 1 All E.R. 291; Morris v Williams
(1952)50 L.G.R. 308).» Στο ίδιο σύγγραμμα, στη σελ. 64, παρ. 1.165, αναφέρονται οι ακόλουθες εισηγήσεις (propositions) ως προς το τι συνιστά «permitting»: «
(1)The context of the statutory provisions requires examination together with the mischief at which the prohibition is aimed. This may result in stricter liability under some statutory provisions than others, e.g. for insurance offences.
(2)A distinction should normally be drawn between knowledge of the use of the vehicle and knowledge of the unlawfulness of its use. Knowl­edge of the former kind is an essential ingredient of permitting, knowl­edge of the latter kind may or may not be an essential ingredient.
(3)Normally such knowledge of the unlawfulness of the vehicle's use is required to be proved. "Permitting to be used" in contradistinction to "using" imports mens rea. Aliter in the use of insurance offences, where knowledge that the vehicle's use was uninsured does not have to be proved.
(4)Where mens rea is an essential element of the offence of permitting, a limited company can only be convicted if the mens rea can be imputed to the "brains" rather than "hands" of the company.
(5)Mens rea can consist not only of actual knowledge but also of construc­tive knowledge in the sense that the person concerned willfully shuts his eyes to the obvious or deliberately refrains from making proper inquiry. Possibly, a failure on the part of an employee can be "permit­ting" on the part of the employer if it can be shown that the employer left duties to the employee without adequate supervision and in the knowledge that the employee would be employed on work for which he was unskilled.
(6)A prosecutor who is uncertain of being able to prove mens rea may prefer alternative charges of "causing" or "permitting" or "using" (Ross Hillman Ltd v Bond [1974] R.T.R. 279, at § 1.160, R. v Newcastle JJ. Ex p. Bryce [1976] R.T.R. 325). A summons for "permitting" may be amended to a charge of "using" even though the six-month period for the laying of an information imposed by s.127 of the Magistrates' Courts Act 1980 has expired (see R. v Newcastle JJ. Ex p. Bryce above; see also § 2.82). "Using" does not, generally, require proof of mens rea (see § 1.174 and Green v Burnett [1955] 1 Q.B. 78 and Ross Hillman Ltd v Bond above), but only the employer or employee-driver can be convicted and the former may be appropriate for owners who are not the driver's employers (see Carmichael & Sons Ltd v Cottlle [1971] R.T.R. 11 and Crawford v Haughton [1972] 1 All E.R. 535, at § 1.184).» Προκύπτει από τις πιο πάνω αναφορές ότι κατηγορούμενος που επιτρέπει τη χρησιμοποίηση οχήματος πρέπει να έχει γνώση της χρησιμοποίησης του οχήματος και σε κάποιες περιπτώσεις, της παρανομίας. Η γνώση μπορεί να είναι πραγματική (actual) ή τεκμαιρόμενη (constructive), όπως για παράδειγμα, εργοδότης που κλείνει τα μάτια του στο πασιφανές ή όπου επιτρέπει στον υπάλληλο του να κάνει κάτι, που υπό τις περιστάσεις, η διάπραξη παράνομης πράξης είναι ενδεχόμενη, χωρίς να ενδιαφέρεται αν θα διαπραχθεί ή όχι η παράνομη πράξη. Το να «επιτρέψει» κανείς απαιτεί θετική ενέργεια, επομένως απόδειξη προγενέστερης γνώσης είναι απαραίτητη. Απαιτείται ρητή (express) ή εξυπακουόμενη (implied) γνώση και άμεση συμμετοχή (βλ. σχετικά το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2013, στις σελ. 1051-1052, παρ. C1.8[2]). Όταν το αδίκημα, εκτός από τη «χρησιμοποίηση» (to use) ποινικοποιεί την «πρόκληση χρησιμοποίησης» (to cause) ή «το να επιτρέψει την χρησιμοποίηση ή οδήγηση» (permitting to be used), τότε η έννοια της «χρησιμοποίησης» (use) είναι πιο περιορισμένη και αφορά τον οδηγό ή τον εργοδότη του, εφόσον ο οδηγός οδηγεί στα πλαίσια της εργοδότησης του. Ο ιδιοκτήτης δεν δύναται να διωχθεί για χρησιμοποίηση του οχήματος. Σχετική είναι η απόφαση Carmichael & Sons Ltd v Cottlle [1971] R.T.R. 11 και τα λεχθέντα του L. Parker CJ στη σελ. 14: «It has long been held that, when the offence is not merely an offence of user but can be an offence of causing or permitting the user, a restricted meaning should be given to 'use'. In Windle v Dunning & Son Ltd [1968] 2 All ER 46 this court had to consider a similar matter, and in giving the first judgment in that case I referred in the first instance to MacLeod v Penman, 1962 SC (J) 31 in Scotland, where the Lord Justice-General, Lord Clyde, said, at p 46: 'The presence in the section of the alternatives of causing or permitting the use must limit the scope of what is "using". Normally, "using" is applicable to the actual driver'. After having quoted that I went on [1968] 2 All ER 46, 48 E: 'I entirely agree with that, and in my judgment, "using" when used in connection with causing and permitting has a restricted meaning. It certainly covers the driver; it may also cover the driver's employer if he, the driver, is about his master's business, but beyond that I find it very difficult to conceive that any other person could be said to be using the vehicle as opposed to causing it to be used'.» (υπογράμμιση δική μου). (βλ. επίσης την Crawford v Haughton [1972] 1 All E.R. 535) Στην προκειμένη περίπτωση, η 4η κατηγορία, οδήγηση χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας[3], βασίζεται στο άρθρο 18[4] του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/72, όπως τροποποιήθηκε, η 5η κατηγορία, οδήγηση χωρίς άδεια κυκλοφορίας, στον κ.17
(1)(α)[5] των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/1984, όπως τροποποιήθηκαν. Τα άρθρο 18 του Ν.86/72, εναποθέτει το βάρος απόδειξης στον Ιδιοκτήτη του οχήματος, να καταδείξει «ότι το αδίκημα διεπράχθη εν αγνοία του και δεν οφείλετο εις οιανδήποτε πράξιν ή παράλειψιν αυτού» όπου όμως αυτός συναινεί ρητά ή σιωπηρά στη χρησιμοποίηση του οχήματος. Ο κ.17
(1)(α) δεν προνοεί κάτι ανάλογο. Συμπεράσματα Η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία για τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων:
  1. Για την οδήγηση του οχήματος με αρ. εγγραφής KSD 747 στις 3/8/2012,
  2. Ότι δεν υπήρχε σε ισχύ άδεια κυκλοφορίας,
  3. Ότι δεν υπήρχε σε ισχύ πιστοποιητικό καταλληλότητας,
  4. Ότι η κατηγορούμενη 2 είναι ιδιοκτήτρια του οχήματος. Απομένει να εξετάσω κατά πόσο υπάρχει μαρτυρία για το αν η κατηγορούμενη 2:
  5. Όσον αφορά την 4η κατηγορία, επέτρεψε την οδήγηση του οχήματος από τον κατηγορούμενο 1, συναινώντας ρητά ή σιωπηρά στη χρησιμοποίηση ή λειτουργία του, χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας.
  6. Όσον αφορά την 5η κατηγορία, επέτρεψε την οδήγηση του οχήματος από τον κατηγορούμενο, χωρίς άδεια κυκλοφορίας. Ο ΜΚ 1 ανέφερε ότι προέβη σε καταγγελία της κατηγορούμενης 2, απλά και μόνο, επειδή ήταν ιδιοκτήτρια του οχήματος. Δεν διερεύνησε καθόλου τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου 1 ή της ιδίας. Από τη μαρτυρία του δεν παρατίθεται το αναγκαίο υπόβαθρο εξαγωγής συμπεράσματος:
  7. Ως προς τον έλεγχο του οχήματος από την κατηγορούμενη 2, και
  8. Ως προς τη γνώση της κατηγορούμενης 2 για την οδήγηση του οχήματος από τον κατηγορούμενο 1, ακόμη και αν θεωρήσω υπό τις περιστάσεις ότι γνώση για την παράνομη πράξη, δηλαδή οδήγηση με ληγμένη άδεια κυκλοφορίας ή πιστοποιητικό καταλληλότητας δεν ήταν επίσης προαπαιτούμενη. Ιδιοκτησία οχήματος, από μόνη της, δεν μπορεί να αποτελέσει επαρκές ούτε ασφαλές υπόβαθρο μαρτυρίας για εξαγωγή συμπεράσματος ότι κάποιος επέτρεψε την οδήγηση οχήματος (κ. 17
(1)(α)), πολύ περισσότερο δε, ώστε για την εξαγωγή εκ πρώτης όψεως συμπεράσματος ότι ο ιδιοκτήτης συναίνεσε ρητά ή σιωπηρά στην οδήγηση (άρθρο 18) ώστε να αντιστραφεί και το βάρος απόδειξης. Έπρεπε να διερευνηθεί πληρέστερα η κατοχή και ο έλεγχος του οχήματος, η σχέση των κατηγορουμένων και να προσκομιστεί ανάλογη μαρτυρία. Είναι γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 προέβαλε κάποιο ισχυρισμό για τη σχέση των διαδίκων ο οποίος όμως δεν διερευνήθηκε, είναι εξ ακοής και δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλή βάση για εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος. Η προσκομισθείσα μαρτυρία είναι εγγενώς αδύναμη. Ως προς τη γνώση, σίγουρα, άμεση μαρτυρία, δεν είναι πάντα εύκολο να εξευρεθεί και πολλές φορές αυτή θα είναι περιστατική. Στην προκειμένη περίπτωση μαρτυρία για τη συζυγική (ή άλλη) σχέση των διαδίκων ίσως να αποτελούσε ένα επιπρόσθετο στοιχείο, η βαρύτητα του οποίου θα αξιολογείτο αναλόγως του αν συμβιούσαν ή ήταν σε διάσταση. Έχοντας κατά νου τις αρχές που τέθηκαν στην R. v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060, κρίνω ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, κρινόμενη στο απόγειο της, είναι τέτοια που ορθά καθοδηγούμενο δικαστήριο, δεν θα μπορούσε να καταδικάσει με βάση αυτή. Κατάληξη Ως εκ τούτου δεν υπάρχουν περιθώρια να κληθεί η κατηγορούμενη 2 σε απολογία στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Οι κατηγορίες 4 και 5 απορρίπτονται και η κατηγορούμενη 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται. Υπ.).................................................. Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Prima Facie Case/ Permitting use of a vehicle without Road tax - MOT Αναφορά: Ποινική/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/ Επιτρέπειν την οδήγηση οχήματος από οδηγό χωρίς Άδεια Κυκλοφορίας και πιστοποιητικό καταλληλότητας. [1] 'How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
  1. a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
  2. b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury.' [2] ''For 'permission' involving a positive act, proof of prior knowledge remains necessary (Ross Hillman Ltd v Bond [1974] QB 435). This connotes express or implied permission or acquiescence as much as direct participation. 'Knowledge' includes actual and constructive knowledge, such as 'the state of mind of a man who shuts his eyes to the obvious or allows his servant to do something in the circumstances where a contravention is likely, not caring whether a contravention takes place or not' (James & Son Ltd v Smee [1955] 1 QB 78, per Parker J. At p. 91)'' [3] 65
(5)- Ο επιθεωρητής εφόσον ήθελε ικανοποιηθεί ότι το μηχανοκίνητο όχημα ευρίσκεται σε καλή και ασφαλή κατάσταση ή ότι έγιναν σύμφωνα με τις εντολές του οι αναγκαίες επισκευές ή προσαρμογές, εκδίδει στον ιδιοκτήτη του οχήματος ή στον έχοντα την ευθύνη ή τον έλεγχο του οχήματος, πιστοποιητικό καταλληλότητας του οχήματος κατά τον Τύπο ΧΧ που εμφαίνεται στο Πρώτο Παράρτημα των παρόντων Κανονισμών ή καθ' οποιοδήποτε άλλο τύπο, που ο Έφορος ήθελε εκάστοτε καθορίσει στον οποίο αναγράφεται και η ημερομηνία διεξαγωγής της επιθεώρησης. [4] Συντρέχουσα ευθύνη του ιδιοκτήτου μηχανοκινήτου οχήματος 18. Οσάκις, τη συναινέσει (ρητή ή σιωπηρά) του ιδιοκτήτου αυτού, μηχανοκίνητον όχημα χρησιμοποιήται ή λειτουργή κατά τοιούτον τρόπον ώστε η χρήσις ή λειτουργία αυτού να συνιστά αδίκημα κατά τας προνοίας του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει τούτου γενομένων Κανονισμών, ο ιδιοκτήτης του οχήματος λογίζεται ως συνεργήσας εις την διάπραξιν του τοιούτου αδικήματος, δύναται δε να διωχθή ως φυσικός αυτουργός και να τιμωρηθή αναλόγως, εκτός εάν αποδείξη επί Δικαστηρίω, ότι το αδίκημα διεπράχθη εν αγνοία του και δεν οφείλετο εις οιανδήποτε πράξιν ή παράλειψιν αυτού. [5] 17
(1)- Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου
(3)του Κανονισμού 25: (α) κανένας δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει ή οδηγήσει ή επιτρέψει ή ανεχθεί τη χρησιμοποίηση από τρίτο πρόσωπο οποιουδήποτε μηχανοκινήτου οχήματος, εκτός των κινουμένων σε ερπύστριες, για το οποίο δεν εκδόθηκε άδεια κυκλοφορίας η οποία είναι εν ισχύι, cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.