Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γεώργιος Χαμπουλλάς, Αρ. Υπόθεσης: 3484/14, 27/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B77 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3484/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και Γεώργιος Χαμπουλλάς Ημερομηνία: 27.4.2016 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Λ. Μάρκου. Κατηγορούμενος παρών και εκπροσωπεί τον εαυτό του. ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο κατηγορούμενος εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του. Ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να τον αθωώσει και απαλλάξει σε αυτό το στάδιο. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, ο οποίος υποστήριξε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και συναφώς εισηγήθηκε όπως ο κατηγορούμενος κληθεί σε απολογία. Τα όσα ανέφεραν με λεπτομέρεια για υποστήριξη των θέσεων τους ο κατηγορούμενος και ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλ. η όλη μαρτυρία εμπεριέχει τόσο θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η δε εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία, ως αναιρούσα την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι περιορισμένη. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση Πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα μια κατηγορία απειλής, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 6.6.2013, στην Ερήμη της Επαρχίας Λεμεσού, προκάλεσε στον Νίκο Βίκη τρόμο, απειλώντας με βία, δηλ. τον απείλησε με την φράση «Εγώ ξέρεις ότι βαστώ λεφτά και θα βάλω ανθρώπους να σε σκοτώσουν να ησυχάσουμε». Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης κατέθεσαν στο Δικαστήριο 4 μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης Αστ.2258 Μιχαήλ Αρχοντίνος. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο παραπονούμενος, Νίκος Βικής και ως Μ.Κ.4 ο υιός αυτού, Αντρέας Βικής. Τέλος ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο Σταθάκης Ευσταθίου. Το επίδικο αδίκημα στηρίζεται στο άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόµο ή ανησυχία απειλώντας τον µε βία ή άλλη παράνοµη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκηµα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη». Ως προκύπτει από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Ο κατηγορούμενος να απειλήσει άλλον µε βία ή άλλη παράνοµη πράξη ή παράλειψη.
- Με την εν λόγω απειλή να προκληθεί στο άλλο πρόσωπο τρόμος ή ανησυχία. Δεν είναι λοιπόν αρκετό για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, να αποδειχθεί η ύπαρξη απειλής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης. Θα πρέπει να αποδειχθεί περαιτέρω ότι η απειλή είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον παραπονούμενο. Το περιεχόμενο και η σημασία της απειλής για τον παραπονούμενο είναι συνεπώς βασικά για να διαπιστωθεί εάν πράγματι του προκλήθηκε τέτοιος τρόμος ή ανησυχία. Στην παρούσα, η μόνη σχετική μαρτυρία για τα πιο πάνω δόθηκε από τους Μ.Κ.2, Μ.Κ.4 αλλά και τον Μ.Κ.3 που ήταν αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας. Ο Μ.Κ.2 στην κατάθεση του, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του ανέφερε τα ακόλουθα: Κατά τον επίδικο χρόνο διέμενε με τον γιο του Γιώργο, 9 ετών, ο οποίος φοιτούσε στο Δημοτικό σχολείο Ερήμης. Προηγουμένως ήταν παντρεμένος με την Έλενα Χαμπουλλά με την οποία ήταν πλέον διαζευγμένοι. Από τον γάμο τους απέκτησαν 2 παιδιά, τον Γιώργο τότε 9 ετών και την Κρίστη τότε 7 ετών. Από προηγούμενο γάμο του ο παραπονούμενος έχει ένα γιο τον Αντρέα, τότε 19 ετών και στρατιώτη. Η Κρίστη τότε διέμενε με την μητέρα της στην Λεμεσό. Στις 6.6.13 και περί ώρα 16:00 ο παραπονούμενος μετέβηκε στο Δημοτικό σχολείο Ερήμης με τον γιο του Αντρέα για να παραλάβουν τον Γιώργο. Όταν κτύπησε το κουδούνι του σχολείου, ο γιος του Αντρέας πήγε στην είσοδο του σχολείου για να παραλάβει τον Γιώργο. Όταν ο Γιώργος σχόλασε, η Κρίστη πλησίασε τον Αντρέα και τον αγκάλιασε. Όταν η Κρίστη είδε τον παππού της (δηλ. τον κατηγορούμενο πρώην πεθερό του παραπονούμενου) είπε στον Αντρέα «Δεν θέλω να πάω μαζί του» και άρχισε να κλαίει. Επίσης είπε στον Αντρέα «Θέλω να έρθει η μάμα μου για να με πιάσει». Τότε ο παραπονούμενος πλησίασε τα παιδιά και τα αγκάλιασε ενώ ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο και πλησίασε την Κρίστη για να την πάρει μαζί του. Ο κατηγορούμενος πήρε την Κρίστη από το χέρι και τότε αυτή άρχισε να κλαίει. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος την τράβηξε από τον καρπό και ο παραπονούμενος του είπε «Σε παρακαλώ άφησε την και θα την πάρω εγώ στη μητέρα της αφού δεν σε θέλει». Όταν ο κατηγορούμενος συνέχισε να κρατά την Κρίστη και να την τραβά χωρίς αυτή να το θέλει, ο παραπονούμενος του είπα «Άσε την και μη κάνεις έτσι μπροστά στην κόρη μου». Μετά από αυτό ο παραπονούμενος πήρε την κόρη του και την αγκάλιασε για να την ηρεμήσει ενώ ο κατηγορούμενος τον απείλησε λέγοντας του «Εγώ ξέρεις ότι βαστώ λεφτά και θα βάλω ανθρώπους να σε σκοτώσουν να ησυχάσουμε». Στη συνέχεια πήγε εκεί κάποια από τις δασκάλες και είπε στον παραπονούμενο «Δώσε μου την να την ηρεμήσω». Η δασκάλα τότε πήρε τηλέφωνο τη μητέρα της Κρίστης γιατί η μικρή δεν πήγαινε με τον παππού της. Ο παραπονούμενος παρέμεινε μέχρι την άφιξη της πρώην συζύγου του όπου και ως ήταν επιθυμία της Κρίστης, την παρέλαβε. Όσο αφορά την καταγγελία του κατηγορούμενου εναντίον του, αυτή δεν ευσταθεί γιατί ποτέ ο παραπονούμενος δεν τον απείλησε και οι ισχυρισμοί του είναι τελείως αβάσιμοι. Στο επεισόδιο παρών ήταν, πέραν του υιού του Αντρέα και ο Ευστάθιος Ευσταθίου από την Ερήμη, του οποίου επίσης τα παιδιά φοιτούσαν στο εν λόγω σχολείο. Στην κατάθεση του ο κατηγορούμενος δεν ανέφερε ότι τρομοκρατήθηκε από την απειλή. Στην κυρίως εξέταση του είπε όμως σχετικά ότι όταν άκουσε την απειλή τρομοκρατήθηκε για τα μωρά του και για εκείνα που του είπε ο κατηγορούμενος. Πρόσθεσε δε ότι πιστεύει ότι ο κατηγορούμενος είναι σε θέση να πραγματοποιήσει την απειλή γιατί είχαν οικογενειακά προβλήματα και ο κατηγορούμενος «το παίζει ότι μπορεί να βάλει οποιονδήποτε να του κάνει μια ζημιά». Ανέφερε επίσης ότι γνωρίζει ότι ο κατηγορούμενος κρατά λεφτά και μπορεί να βάλει οποιονδήποτε, να τον πληρώσει, να κάνει οποιοδήποτε κακό στον ίδιο ή οποιονδήποτε. Στην αντεξέταση του είπε επίσης σχετικά ότι ο κατηγορούμενος τον απειλούσε με το διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου και ότι του έλεγε ότι βαστά λεφτά να τον σκοτώσει για να φοβηθεί, να υποκύψει στα Δικαστήρια και σε όλα αυτά που γίνονταν, με τα προβλήματα με τα παιδιά. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του σε υποβολή ότι δεν τρομοκρατήθηκε για τον απλούστατο λόγο ότι ο κατηγορούμενος δεν ξεστόμισε οποιανδήποτε απειλή, είπε χαρακτηριστικά ότι πιστεύει ότι τρομοκρατήθηκε πάρα πολύ, διότι η κατάσταση όπως ήταν με τα παιδιά και μέχρι τώρα ακόμα το σκέφτεται διότι δεν τελείωσαν ακόμη και «η σκέψη του κατηγορούμενου, διότι δεν μπορεί να το κάνει ο κατηγορούμενος, να πληρώσει λεφτά ή να κάνει ο,τιδήποτε σπασμωδικά, μπορεί να το κάνει». Σε άλλο σημείο είπε ότι πήρε σοβαρά την κουβέντα του κατηγορούμενου που είπε ότι κρατά λεφτά και θα πληρώσει κάποιον να τον σκοτώσει. Μάλιστα είπε ότι το σκέφτεται συνέχεια γιατί έχει 4 παιδιά. Σε ερώτηση γιατί εφόσον τρομοκρατήθηκε δεν προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία παρά 2-3 μέρες μετά που έκανε καταγγελία εναντίον του ο κατηγορούμενος, είπε ότι δεν το έκανε γιατί ήταν με τα παιδιά του και είχε άλλες προτεραιότητες. Προέβαλε επίσης την θέση ότι ο ίδιος απευθυνόταν με ήρεμο τρόπο στον κατηγορούμενο, χωρίς να φωνάζει καθώς και ότι δεν υπήρξε έντονη λογομαχία μεταξύ τους. Όταν δε ρωτήθηκε κατά πόσο είπε στον κατηγορούμενο ότι είναι φοροδιαφυγάς είπε ότι την ώρα που πήρε το μωρό και τον απείλησε ο κατηγορούμενος ότι θα τον σκοτώσει με τον τρόπο που το είπε, ότι βαστά λεφτά, αυτός είπε στον κατηγορούμενο «Λύστε τα προβλήματα με τον φόρο και μετά να ασχολείστε μαζί μας και με την οικογένεια μου» που είχε πράγματι πρόβλημα. Περαιτέρω όταν του τέθηκε ότι υπάρχει μαρτυρία αυτόπτη μάρτυρα (προφανώς του Μ.Κ.3) που αναφέρεται στην ύπαρξη έντονης λογομαχίας είπε ότι ίσως ο μάρτυρας να άκουσε τον κατηγορούμενο που φώναζε και πρόσθεσε ότι ο εν λόγω μάρτυρας άκουσε τον κατηγορούμενο που απειλούσε. Όταν δε του τέθηκε επακριβώς τι είπε σχετικά ο Μ.Κ.3 στην κατάθεση του και ρωτήθηκε εάν συμφωνεί ότι συζητούσαν έντονα, απάντησε αρνητικά και πρόσθεσε ότι ο ίδιος συζήτησε για το μωρό του να το πάρει αυτός στη μητέρα του αλλά επειδή το μωρό έκλαιγε και φώναζε δυνατά και σπασμωδικά, όλος ο κόσμος εκεί νόμισε ότι κάτι πολύ σοβαρό συνέβαινε στο μωρό. Είναι λοιπόν προφανές από τα ανωτέρω αλλά και από το σύνολο της μαρτυρία του Μ.Κ.2 ότι αυτός τοποθετεί χρονικά την απειλή, λίγο πριν πάει στο σημείο κάποια από τις δασκάλες για να πιάσει το παιδί να το ηρεμήσει. Αναφέρει επίσης ότι στο επεισόδιο παρών ήταν πέραν του υιού του Μ.Κ.4 και ο Μ.Κ.
- Δεν ανέφερε δε ότι ο κατηγορούμενος του έκανε άλλες συγκεκριμένες απειλές και μάλιστα σε χρονικό σημείο που δεν ήταν παρών ο Μ.Κ.
- Ο υιός του παραπονούμενου, Μ.Κ.4 στην κατάθεση του, την οποία επίσης υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του ανέφερε τα εξής: Κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στην Εθνική Φρουρά, διέμενε με την μητέρα του και όταν ήταν εξοδούχος ή έπαιρνε άδεια από τον στρατό, έμενε με τον πατέρα του με τον οποίο κατοικούσε και ο αδερφός του Γιώργος 10 ετών, που φοιτούσε στο Δημοτικό Σχολείο Ερήμης. Στις 6.6.13 και γύρω στις 16:00 πήγε με τον πατέρα του στο Δημοτικό Σχολείο Ερήμης για να παραλάβουν τον Γιώργο. Στάθμευσαν στην είσοδο του σχολείου και ο μάρτυρας κατέβηκε να πάρει τον Γιώργο. Όταν κτύπησε το κουδούνι και ενώ ο μάρτυρας βρισκόταν στην είσοδο, πήγε κοντά του η αδερφή του Κρίστη, η οποία επίσης φοιτούσε στο Δημοτικό Σχολείο Ερήμης και τον αγκάλιασε. Ακολούθως του έδωσε την τσάντα της γιατί ήταν βαριά και τον ρώτησε αν πήγε η μητέρα της να την παραλάβει. Ο μάρτυρας της απάντησε ότι δεν πήγε η μητέρα της αλλά ο παππούς της, τον οποίο ο μάρτυρας γνώριζε. Μετά από αυτό που της είπε, η Κρίστη του είπε «Δεν θέλω να πάω με τον παππού μου» και την πήρε το παράπονο. Μετά από την αντίδραση της Κρίστης, ο μάρτυρας έκανε σήμα στον πατέρα του για να κατεβεί από το αυτοκίνητο, πράγμα το οποίο έκανε και τους πλησίασε. Ο παππούς της Κρίστης (δηλ. ο κατηγορούμενος), ο οποίος βρισκόταν εντός του αυτοκινήτου του, μόλις είδε τον πατέρα του μάρτυρα, κατέβηκε του και πήγε προς το μέρος τους. Όταν κατέβηκε ο πατέρας του, η Κρίστη του είπε ότι δεν ήθελε να πάει με τον παππού της και τότε ο πατέρας του της είπε «Εντάξει να σε πάρω εγώ στην μάμα σου». Αφού το άκουσε αυτό ο κατηγορούμενος πήρε την Κρίστη από το χέρι, την τραβούσε από τον καρπό για να πάει μαζί του και της είπε «Έλα μαζί μου και να σε πάρω εγώ στην μάμα σου». Μετά από αυτό η Κρίστη ξεκίνησε να κλαίει και φώναζε «Θέλω την μάμα μου, δεν θέλω να έρτω μαζί σου.» Στη συνέχεια ο πατέρας του μάρτυρα πήρε την Κρίστη στην αγκαλιά του και τότε ο κατηγορούμενος τον απείλησε λέγοντας του «Θα βάλω να σε σκοτώσουν, έχω λεφτά και μπορώ να το κάνω». Στο σημείο έφτασε κάποια δασκάλα, η οποία πήρε την Κρίστη και την παρέδωσε στη διευθύντρια. Η διευθύντρια την έβαλε στο γραφείο της για να την ηρεμήσει και αφού επικοινώνησε με την μητέρα της και ως η επιθυμία της Κρίστη, η μητέρα της έφτασε στο σχολείο όπου και την παρέλαβε μετά από μισή ώρα περίπου. Όταν ο κατηγορούμενος είπε στον πατέρα του αυτή την απειλή ο πρώτος βρισκόταν περίπου σε απόσταση ενός μέτρου περίπου. Ο πατέρας του δεν είπε τίποτα στον κατηγορούμενο γιατί κρατούσε την Κρίστη στην αγκαλιά του. Στην κυρίως εξέταση του είπε ότι όταν ο κατηγορούμενος απείλησε τον πατέρα του με την συγκεκριμένη πρόταση, ο πατέρας του δεν αντέδρασε και δεν απάντησε. Δεν άκουσε τον πατέρα του να αποκαλεί τον κατηγορούμενο φοροδιαφυγά. Φοβήθηκε και ο ίδιος όταν άκουσε την εν λόγω απειλή. Εξήγησε δε ότι φοβήθηκε, ξέροντας τον κατηγορούμενο και τη συμπεριφορά του στα εγγόνια του όταν τα φύλαγε και ξέροντας ότι κρατώντας λεφτά μπορεί να κάνει τα πάντα. Στην αντεξέταση του είπε δε για πρώτη φορά ότι όταν άκουσε την απειλή έκλαιγε και ο ίδιος. Ερωτώμενος δε εάν υπήρξε έντονη λογομαχία, φωνές, είπε ότι την ώρα που ο κατηγορούμενος τραβούσε την αδελφή του και φώναζε, γιατί το μωρό έκλαιγε και πήγε ο πατέρας του να την πιάσει, εκείνην την ώρα ο κατηγορούμενος εκστόμισε την απειλή θυμωμένα επεξηγώντας ουσιαστικά ότι μόνο ο κατηγορούμενος φώναζε και δεν άκουσε κανένα άλλο να μιλήσει. Όπως και στην κατάθεση του έτσι και στην αντεξέταση του καθόρισε χρονικά ότι η απειλή προς τον πατέρα του έγινε στην είσοδο του σχολείου, πριν εξέλθει η δασκάλα και πάρει την αδελφή του μέσα. Όταν δε του τέθηκε ότι την ώρα που σχόλαναν τα παιδιά έγινε το πρώτο επεισόδιο της αντιπαράθεσης, έγινε φασαρία και συγκεντρώθηκε πλήθος γονέων και παιδιών είπε ότι έγινε μόνο εκείνη η φάση και σε εκείνην τη φάση σχόλαναν τα μωρά, δεν μαζεύτηκε κανένας και οι μόνοι που έμειναν ήταν 1‑2 γνωστοί, όπως ο Στάθης (προφανώς ο Μ.Κ.3) και μετά έφυγαν. Μετά πήρε την αδελφή του η δασκάλα στην διευθύντρια. Μέχρι να έλθει η μητέρα της αδελφής του να την πάρει, ο μάρτυρας, ο πατέρας του και ο κατηγορούμενος ήταν στον χώρο που είναι οι δάσκαλοι και κάθονταν. Στο διάστημα αυτό δεν λέχθηκε τίποτε μεταξύ τους. Όπως λοιπόν και ο πατέρας του τοποθετεί την απειλή στον χρόνο πριν πάει η δασκάλα να πάρει την αδελφή του, σε χρονικό σημείο που παρών ήταν και ο Μ.Κ.
- Τέλος ο Μ.Κ.3 στην δική του κατάθεση, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, είπε τα ακόλουθα: Στις 7.6.13 και περί ώρα 15:50 πήγε στο Δημοτικό σχολείο της Ερήμης με σκοπό να πιάσει τον γιο του και την κόρη του από το σχολείο. Τα παιδιά σχόλασαν κανονικά και ο μάρτυρας είδε τον πεθερό του Μ.Κ.2 (δηλ. τον κατηγορούμενο) να τραβά το μωρό από το χέρι για να το πάρει μαζί του και αμέσως τον Μ.Κ.2, τον οποίο γνωρίζει και ήταν μαζί με τον γιο του τον μεγάλο, να συζητούν με τον κατηγορούμενο και μαζεύτηκε αρκετός κόσμος. Ενώ συζητούσαν ο Μ.Κ.2 με τον κατηγορούμενο, σε κάποια στιγμή ο μάρτυρας άκουσε τον Μ.Κ.2 να λέει στον κατηγορούμενο ότι είναι φοροφυγάς και σε κάποια στιγμή άκουσε τον κατηγορούμενο να λέει στον Μ.Κ.2 «Εν να σε καθαρίσω». Όταν ο μάρτυρας άκουσε τα πιο πάνω ήταν σε απόσταση 5-6 μέτρων. Από ότι είδε, οι δύο τους δεν ήρθαν στα χέρια αλλά συζητούσαν έντονα μεταξύ τους. Ακολούθως ο μάρτυρας πήρε τα παιδιά του και πήγε στο σπίτι του. Όσον αφορά το πότε άκουσε τον Μ.Κ.2 και τον κατηγορούμενο να λένε τις συγκεκριμένες λέξεις, κατά την μαρτυρία του είπε ότι μόλις χτύπησε το κουδούνι αυτός κατέβηκε από το αυτοκίνητο για να παραλάβει τα παιδιά του και τότε είδε τον Μ.Κ.2 και τον κατηγορούμενο να συζητούν. Ο δε κατηγορούμενος τραβούσε το παιδί από το χέρι και αυτό έκλαιγε. Άκουσε τον Μ.Κ.2 να λέει στον κατηγορούμενο «Είσαι φοροφυγάς» και τον κατηγορούμενο να λέει στον Μ.Κ.2 «Εν να σε καθαρίσω». Δεν άκουσε τον κατηγορούμενο να λέει στον Μ.Κ.2 «Εγώ ξέρεις βαστώ λεφτά και θα βάλω ανθρώπους να σε σκοτώσουν». Η ακοή του είναι πολύ καλή και βρισκόταν σε κοντινή απόσταση από τα εν λόγω πρόσωπα (μικρότερη των 5 μέτρων). Αυτό το περιστατικό διήρκησε 5 λεπτά. Μετά πήγε στο μέρος η διευθύντρια και προσπαθούσε να τους ηρεμήσει. Όταν ο Μ.Κ.3 είδε ότι πήγε εκεί η διευθύντρια, αυτός πήρε τα παιδιά του και έφυγε. Ανέφερε επίσης ότι κατά το περιστατικό υπήρξε έντονη λογομαχία, η οποία τράβηξε την προσοχή αρκετού κόσμου που μαζεύτηκε εκεί για να δουν τι γίνεται. Το Δικαστήριο, έχοντας υπόψη τα ανωτέρω θα εξετάσει στη συνέχεια αντικειμενικά την υπάρχουσα μαρτυρία, χωρίς δηλ. να υπεισέρχεται σε κρίση επί της αξιοπιστίας, όπως επιβάλλεται στο στάδιο της διάγνωσης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Οι όποιες λοιπόν διαφορές στην μαρτυρία των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.4, ιδιαίτερα σε σχέση με την μαρτυρία του Μ.Κ.3 (όπως για παράδειγμα το κατά πόσο υπήρξε έντονη λογομαχία μεταξύ του Μ.Κ.2 και του κατηγορούμενου και κατά πόσο ο Μ.Κ.2 αποκάλεσε τον κατηγορούμενο φοροφυγά πριν ο τελευταίος τον απειλήσει) αλλά και το γεγονός ότι ο παραπονούμενος δεν ανέφερε στην κατάθεση του ότι τρομοκρατήθηκε και δεν έκανε καταγγελία παρά μόνο λίγες μέρες μετά που τον κατήγγειλε για το ίδιο περιστατικό ο κατηγορούμενος, δεν είναι επί του παρόντος να σχολιασθούν εφόσον δεν τίθεται θέμα υποκειμενικής αξιολόγησης της μαρτυρίας και κατάληξης σε σχετικά ευρήματα. Αυτό είναι κάτι που γίνεται στο τελικό στάδιο της δίκης όταν το Δικαστήριο έχει ενώπιον του το σύνολο της μαρτυρίας. Ως έχει όμως λεχθεί ανωτέρω είναι βασικό, με δεδομένο ότι αφορά συστατικό στοιχείο του αδικήματος και δη το κατά πόσο προκλήθηκε τρόμος στον παραπονούμενο, το περιεχόμενο και η σημασία της απειλής για τον παραπονούμενο. Είναι λοιπόν σημαντικό το τι ακριβώς είναι αυτό που ο κατηγορούμενος εκστόμισε σαν απειλή εναντίον του Μ.Κ.
- Είναι προφανές από την μαρτυρία του Μ.Κ.2 ότι ο τρόμος του προκλήθηκε από την συγκεκριμένη απειλή, που ισχυρίζεται ότι του έγινε και που σχετίζεται με την οικονομική δυνατότητα του κατηγορούμενου να βάλει κάποιους άλλους να τον σκοτώσουν και όχι να τον σκοτώσει ο ίδιος. Δεν υποστήριξε δε ότι ο κατηγορούμενος του έκανε κάποια άλλη συγκεκριμένη απειλή αργότερα ή προηγουμένως στον επίδικο χώρο. Προκύπτει επίσης από τα πιο πάνω ότι κατά το μέρος αυτό του επεισοδίου και όταν ο κατηγορούμενος ανέφερε αυτό που ανέφερε στον παραπονούμενο, παρών ήταν και Μ.Κ.3, ο οποίος γνώριζε τόσο τον παραπονούμενο όσο και τον κατηγορούμενο και βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση από αυτούς. Η παρουσία του εν λόγω προσώπου κατά τον συγκεκριμένο χρόνο επιβεβαιώνεται ουσιαστικά τόσο από τον Μ.Κ.2 όσο κι από τον Μ.Κ.
- Ο δε Μ.Κ.2 υποστήριξε μάλιστα ότι ο Μ.Κ.3 άκουσε την απειλή. Συνεπώς δεν προκύπτει είτε το ενδεχόμενο ο Μ.Κ.3 να άκουσε κάποιο μέρος και μόνο του επεισοδίου είτε κάτι άλλο που να δικαιολογεί την διαφορά στο περιεχόμενο της απειλής. Εξετάζοντας λοιπόν το περιεχόμενο της απειλής, θα πρέπει αρχικά να λεχθεί ότι οι Μ.Κ.2 και ο Μ.Κ.4 δεν ανέφεραν ακριβώς την ίδια πρόταση. Όμως το νόημα αυτής ήταν ουσιαστικά το ίδιο και συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος κρατά λεφτά και θα βάλει κάποιους άλλους να σκοτώσουν τον Μ.Κ.
- Δεν ισχύει όμως το ίδιο και για το τι ανέφερε σχετικά ο Μ.Κ.
- Η πρόταση «Εν να σε καθαρίσω» αποτελεί διαφορετική απειλή εφόσον αυτή έχει προφανώς την έννοια ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος θα σκότωνε τον παραπονούμενο και όχι ότι θα έβαζε κάποιον άλλο να τον σκοτώσει και ότι μάλιστα μπορεί να το πράξει γιατί έχει την οικονομική δυνατότητα προς τούτο, γεγονός που σύμφωνα με τον παραπονούμενο ήταν αυτό που του προκάλεσε τον τρόμο. Η ύπαρξη λοιπόν της εν λόγω διαφοράς στην μαρτυρία, προερχόμενη από τους κύριους μάρτυρες κατηγορίας, είναι τέτοια ώστε το Δικαστήριο, με όποιον τρόπο και να αξιολογήσει αυτήν στο τέλος της υπόθεσης, δεν θα μπορεί να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα ως προς το ποιο ήταν το περιεχόμενο της απειλής. Ως έχει δε εξηγηθεί, δεν πρόκειται για μια απλή διαφορά ως προς τις λεπτομέρειες των γεγονότων της υπόθεσης αλλά διαφορά που άπτεται ουσιώδους θέματος και δη της απόδειξης συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος εφόσον το περιεχόμενο της απειλής και η σημασία της για τον παραπονούμενο συνδέεται άρρηκτα με το λόγο που αυτή του προκάλεσε τρόμο, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο. Η διαπίστωση αυτή δημιουργεί κατά την κρίση μου εγγενή αδυναμία στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, η οποία δεν μπορεί να ξεπερασθεί στο στάδιο της έκδοσης της τελικής απόφασης. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Καταληκτικά και με βάση τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και συναφώς αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται . (Υπ.) ........................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Απειλή) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο