Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. IVAYLO STOILKOV κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 22732/15, 14/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B69 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22732/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και
- IVAYLO STOILKOV
- IVAN NIKOLOV
- STOYKO KARAKASHEV Ημερομηνία: 14.4.2016 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Λ. Μάρκου. Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Τούμπας. Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Γ. Κονναρής. Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΙΚΗ ΕΝΤΟΣ ΔΙΚΗΣ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν από κοινού κατηγορίες συνωμοσίας προς διάπραξη του κακουργήματος της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 371, 292(α) και 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 1, 4, 6, 8, 10, 12 και 18), συνωμοσίας προς διάπραξη του κακουργήματος της ληστείας, κατά παράβαση των άρθρων 371, 282 και 283 του Κεφ. 154 (κατηγορία 17), διάρρηξης κατοικίας και κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 292(α), 255 και 20 του Κεφ. 154 (κατηγορίες 2, 5, 7, 9, 11 και 13), απόπειρας διάρρηξης κατοικίας (κατηγορία 19) και κατοχής διαρρηκτικού οργάνου κατά την διάρκεια της ημέρας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 296(δ) του Κεφ. 154 (κατηγορία 3). Περαιτέρω ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει κατηγορία παράνομης κατοχής περιουσίας, κατά παράβαση του άρθρου 309 του Κεφ. 154 (κατηγορία 20). Τέλος ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει και κατηγορίες διάρρηξης κατοικίας και κλοπής (κατηγορίες 14, 15 και 16), παράνομης κατοχής περιουσίας (κατηγορία 21) και κατοχής αντικειμένου κατασκευασμένου δια την ηλεκτρική εκκένωση, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 25 του Νόμου 113(Ι)/04 (κατηγορία 22). Όταν, στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, επιχειρήθηκε από την κατηγορούσα αρχή, κατά την κυρίως εξέταση του Αστ.4417 Δημήτρη Δημητρίου, να κατατεθούν ως τεκμήρια, τα Τεκμήρια προς Αναγνώριση 1-27 στην κυρίως δίκη (Τεκμήρια δίκης εντός δίκης 4-30 αντίστοιχα), ο κατηγορούμενος 1, μέσω του συνηγόρου του ήγειρε ένσταση. Η θέση που ουσιαστικά προέβαλε ο κ. Τούμπας είναι ότι δεν πρέπει να επιτραπεί η κατάθεση των εν λόγω τεκμηρίων, τα οποία βρέθηκαν κατά την έρευνα του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 1 (Τεκμήρια δίκης εντός δίκης 4-26), κατά τη σωματική έρευνα αυτού (Τεκμήρια δίκης εντός δίκης 27-28) καθώς και κατά την έρευνα της κατοικίας του (Τεκμήρια δίκης εντός δίκης 29-30), καθότι η ανακοπή του αυτοκινήτου, που προηγήθηκε, έγινε παράνομα εφόσον δεν υπήρχε εύλογη υποψία ή ένταλμα έρευνας, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος 1 να κρατηθεί παράνομα και να στερηθεί της προσωπικής του ελευθερίας και επομένως όλες οι ενέργειες της Αστυνομίας που ακολούθησαν και οδήγησαν στον εντοπισμό και λήψη των τεκμηρίων έχουν «μολυνθεί» εφόσον είναι αποτέλεσμα της παραβίασης του εν λόγω θεμελιώδους δικαιώματος του. Ενόψει της ένστασης αυτής, διενεργήθηκε δίκη εντός δίκη ώστε να διακριβωθούν οι συνθήκες εντοπισμού και λήψης των τεκμηρίων από την Αστυνομία. Προς υποστήριξη της θέσης της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 6 μάρτυρες ενώ από πλευράς του κατηγορούμενου 1 κατέθεσε ο ίδιος. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Αστ.4417 Δημήτρης Δημητρίου, Τ.Α.Ε. Λεμεσού, σύμφωνα με τον οποίο: Στις 29.10.15 ορίσθηκε από τον Λοχ.1760 Π. Πελοπίδα, ο οποίος προΐστατο των εξετάσεων, ως µέλος ανακριτικής ομάδας για την διερεύνηση υποθέσεων διαρρήξεων και κλοπών και συγκεκριμένα ως υπεύθυνος τεκμηρίων. Την ίδια ημέρα και ώρα 12:25 αφίχθηκε στην αυλή της Α.Δ.Ε. Λεµεσού το όχηµα µε αριθµούς εγγραφής ΗΕΖ685, το οποίο συνοδευόταν από τους Αστ.146, Αστ.3357, Αστ.4386, Αστ.839 και Ε/Αστ.5254, µαζί µε άλλα µέλη του ΟΠΕ και ΓΣΠ Λεµεσού. Επίσης στο µέρος βρίσκονταν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 και ο πρώην κατηγορούμενος 3, οι οποίοι ως αναφέρθηκε στο μάρτυρα από τα µέλη του ΓΣΠ, συνελήφθηκαν αυτόφωρα για το αδικήµα της παράνοµης κατοχής περιουσίας, η οποία εντοπίσθηκε αμέσως πριν σε προκαταρκτική έρευνα του οχήματος και για την οποία οι κατηγορούμενοι δεν έδωσαν καμία εξήγηση. Ο μάρτυρας δεν ήταν παρών κατά την ανακοπή και έρευνα του οχήματος, ούτε κατά την σύλληψη των κατηγορουμένων και τα όσα γνωρίζει σχετικά είναι από τα όσα του είπαν οι συνάδελφοι του. Ο Λοχ.1760 κάλεσε το µέρος την διερµηνέα Ντεσισλάβα Ζαβρού ενώ όρισε τον Αστ.3353 να καταγράφει σχετικό πρακτικό της έρευνα που θα ακολουθούσε στο αυτοκίνητο. Μεταξύ των ωρών 12:35-13:30 έγινε από τον μάρτυρα µε την βοήθεια του Λοχ.1760, στην παρουσία της προαναφερόμενης διερµηνέα και των τριών υπόπτων, έρευνα στο εν λόγω αυτοκίνητο, στον χώρο στάθµευσης της ΑΔΕ Λεµεσού, µε την γραπτή συγκατάθεση του κατηγορούμενου 1 (Τεκμήριο δίκης εντός δίκης 33), ο οποίος ήταν κάτοχος και οδηγός του αυτοκίνητου. Η εν λόγω συγκατάθεση δόθηκε η ώρα 12:
- Κατά την διάρκεια της έρευνα ο μάρτυρας εντόπισε και παρέλαβε τα Τεκμήρια δίκης εντός δίκης 4-26 καθώς και τα τεκμήρια με αρ. 1-3, 5, 7 και 11-24 που αναφέρονται στον κατάλογο τεκμηρίων (Τεκμήριο δίκης εντός δίκης 3). Εδώ να σημειωθεί ότι τα Τεκμήρια δίκης εντός δίκης 5, 6, 17, 18, 19, 20, 21, 22 και 23 καθώς και τα τεκμήρια 2, 3, 5, 7, 14, 15, 16, 17, 20, 21, 22, 23 και 24 στο Τεκμήριο δίκης εντός δίκης 3, εντοπίσθηκαν εντός της αθλητικής τσάντας χρώματος μπλε, μάρκας Admiral που βρέθηκε κατά την έρευνα στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου (Τεκμήριο 1 στο Τεκμήριο δίκης εντός δίκης 3). Περαιτέρω τα Τεκμήρια δίκης εντός δίκης 10-16 και 24-26 καθώς και τα τεκμήρια 18 και 19, στο Τεκμήριο δίκης εντός δίκης 3, εντοπίσθηκαν στο δερμάτινο τσαντάκι ώμου χρώματος καφέ, μάρκας Caprisa που βρέθηκε κατά την έρευνα επίσης στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου (Τεκμήριο δίκης εντός δίκης 4). Τα τεκμήρια 11-13, στο Τεκμήριο δίκης εντός δίκης 3, εντοπίσθηκαν σε ρούχινη τσάντα Η.Υ. μάρκας HP χρώματος μαύρου και γκρίζου που βρέθηκε κατά την έρευνα επίσης στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Τέλος τα Τεκμήρια δίκης εντός δίκης 7 και 8 εντοπίσθηκαν κατά την έρευνα σε θήκη στην πόρτα του οδηγού του οχήματος και το Τεκμήριο δίκης εντός δίκης 9 εντοπίσθηκε σε πλαστική εργαλειοθήκη στο πισινό καπό του οχήματος. Κατά τον εντοπισμό των τεκμηρίων ο μάρτυρας εφιστούσε την προσοχή των κατηγορουμένων στο Νόμο και εκείνοι έδιναν μια απάντηση. Την ίδια ημέρα καταγγέλθηκαν συνολικά τρεις διαρρήξεις διαµερισµάτων και κλοπών ενώ οι ύποπτοι ανακρίνονταν στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λεµεσού. Να σημειωθεί δε όσον αφορά τα τεκμήρια εκείνα που ο μάρτυρας παρέλαβε κατά την έρευνα του αυτοκινήτου και τα οποία δεν επιχειρήθηκε να κατατεθούν δηλ. τα με αρ. 1-3, 5, 7 και 11-24 που αναφέρονται στον Τεκμήριο δίκης εντός δίκης 3, ότι αυτά παραδόθηκαν από τον μάρτυρα στις 8-9.11.15 έναντι απόδειξης και αφού φωτογραφήθηκαν, σε πρόσωπα που τα αναγνώρισαν ως δικά τους και ήταν προϊόντα διαρρήξεων και κλοπών από τις οικίες τους. Περαιτέρω ο μάρτυρας έλαβε μέρος στην έρευνα που έγινε στην οικία του κατηγορούμενου 1 στις 29.10.15 και μεταξύ των ωρών 17:00 - 17:30 κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης αυτού, που προηγήθηκε (Τεκμήριο δίκης εντός δίκης 34). Κατά την έρευνα εντοπίσθηκαν και παραλήφθηκαν τα Τεκμήρια δίκης εντός δίκης 29 και 30 καθώς και τα τεκμήρια 39 και 41 που αναφέρονται στο Τεκμήριο δίκης εντός δίκης
- Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Αστ.3357 Άγγελος Σιαρρής του Κλιµακίου Πληροφοριών Λεµεσού. Σύμφωνα με αυτόν: Στα πλαίσια συντoνισµένης επιχείρησης στην Επαρχία Λεµεσού, σε σχέση µε πληροφορία ότι οµάδα Βούλγαρων διαπράττουν διαρρήξεις και κλοπές στην πόλη της Λεµεσού, κινούνται με το αυτοκίνητο HZE685 και βρίσκονται στην περιοχή κοντά στο Debenhams Απόλλων στη Λεωφ. Μακαρίου, την 29.10.15 και ώρα 10:00, έλαβε οδηγίες από την Υπεύθυνη του Κλιµακίου, Α/Λοχ.207 Μ. Σωκράτους, να µεταβεί στην οδό Φιλοποίμενος για διακριτική παρακολούθηση του προαναφερόμενου αυτοκίνητου. Η πληροφορία λήφθηκε την ίδια ημέρα αλλά όχι από τον μάρτυρα. Αµέσως ο μάρτυρας κατευθύνθηκε στο µέρος για σχετική παρακολούθηση µε µοτοσικλέτα και οι Α/Λοχ.207 και Αστ.146 µε αυτοκίνητο. Αφού έφθασαν στην περιοχή, ο μάρτυρας πληροφορήθηκε από τους Α/Λοχ.207 και Αστ.146 ότι εντόπισαν το εν λόγω αυτοκίνητο στην οδό Σισύφου, αυτό κινείτο µε δυτική κατεύθυνση και εντός αυτού επέβαιναν τρία πρόσωπα. Μετά παρέλευση λίγων λεπτών ο μάρτυρας πληροφορήθηκε ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου αφού αποβίβασε τους επιβαίνοντες στάθµευσε σε χώρο στάθμευσης επί της οδού Σισύφου και αφού κατέβηκε από το αυτοκίνητο αποµακρύνθηκε από το µέρος πεζός. Ο μάρτυρας είδε το αυτοκίνητο σταθμευμένο εκεί και έλαβε οδηγίες από την Α/Λοχ.207 να παραµείνει στην περιοχή. Την ίδια ηµέρα και περί ώρα 11:30 έλαβε ενηµέρωση ότι ο οδηγός επέστρεψε και αφού παρέλαβε το αυτοκίνητο εισήλθε στην Λεωφόρο Αρχ. Μακαρίου Γ' και κατευθύνθηκε δυτικά. Ο μάρτυρας έλαβε οδηγίες να το εντοπίσει και να το ακολουθήσει. Έτσι αµέσως κατευθύνθηκε προς την πιο πάνω περιοχή, όπου είδε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο να σταµατά στην διασταύρωση της Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ' µε Λεοντίου Α' και Νίκου Παττίχη και σε αυτό να επιβιβάζονται δύο άνδρες, ένας εκ των οποίων κρατούσε µια βαλίτσα χρώµατος µπλε τύπου handbag και στην συνέχεια να κατευθύνονται νότια στην οδό Λεοντίου Α'. Αµέσως ενηµέρωσε την Α/Λοχ.207, η οποία του έδωσε οδηγίες να τους ακολουθήσει και να ενηµερώνει για το σηµείο τους αφού θα ζητήσει ενισχύσεις για να τους ανακόψουν. Το όχημα αφού κατευθύνθηκε στις οδούς 16ης Ιουνίου, Γλάδστωνος και έφτασε στον κυκλικό κόµβο Αγ.Νικολάου, εισήλθε στην οδό Ρήγα Φεραίου. Κατά την είσοδο του μάρτυρα στην πιο πάνω οδό τον πλησίασαν οι Α/Λοχ.207 και Αστ.146 µε το υπηρεσιακό αυτοκίνητο καθώς και τρεις µοτοσικλετιστές της Τροχαίας Λεμεσού, οι Αστ.4386, Ε/Αστ.5254 και Αστ.839 στους οποίους αφού ο μάρτυρας υπέδειξε το πιο πάνω αυτοκίνητο αµέσως και περί ώρα 12:00 το ανέκοψαν. Προσεγγίζοντας το αυτοκίνητο πληροφόρησαν τους επιβαίνοντες στα αγγλικά και στα ελληνικά ότι θέλουν να ερευνήσουν το αυτοκίνητο γιατί έχουν υποψία ότι διαπράττουν διαρρήξεις και έχουν στην κατοχή τους κλοπιμαία. Τους ζήτησαν τα στοιχεία τους και του τα έδωσαν. Από εξετάσεις που διενήργησαν στα έγγραφα τους διαπιστώθηκε ότι ο οδηγός ήταν ο κατηγορούμενος 1 από την Βουλγαρία και συνεπιβάτες, ο πρώην κατηγορούμενος 3, από την Βουλγαρία και ο κατηγορούμενος 2, επίσης από την Βουλγαρία. Στην συνέχεια µετά από έρευνα που διενήργησε ο μάρτυρας µαζί µε τον Αστ.146 στο εν λόγω αυτοκίνητο εντόπισαν στο πίσω κάθισµα µία βαλίτσα τύπου handbag χρώµατος μπλε, η οποία περιείχε τσαντάκια ώμου, ένα εκ των οποίων ήταν χρώματος καφέ σκούρο και περιείχε µεταξύ άλλων ένα κατσαβίδι και κλειδωνιές πόρτας, ζεύγη αθλητικών παπουτσιών, γυαλιά ηλίου, φορητούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές, tablet, κοσµήµατα και διάφορες άλλες ηλεκτρονικές συσκευές. Αφού ο μάρτυρας τους ανέκρινε τόσο στην ελληνική όσο και στην αγγλική γλώσσα µαζί µε τον Aστ.146, ως προς την προέλευση της πιο πάνω περιουσίας, αυτοί δεν έδωσαν ικανοποιητικές εξηγήσεις. Ως εκ τούτου ο μάρτυρας πληροφόρησε τον πρώην κατηγορούμενο 3 και τον κατηγορούμενο 2 ότι διέπραξαν το αδίκηµα της παράνοµης κατοχής περιουσίας και συνέλαβε αυτούς για το εν λόγω αδίκηµα. Αυτόφωρα συνελήφθη για τον ίδιο λόγο από τον Αστ.146 και ο κατηγορούμενος
- Τα εν λόγω αντικείμενα δεν τα παρέλαβαν αλλά τα άφησαν μέσα στο αυτοκίνητο. Στην συνέχεια ο μάρτυρας έκανε σωµατική έρευνα στον πρώην κατηγορούμενο 3 και εντόπισε και παρέλαβε αντικείμενα που ήταν στην κατοχή αυτού. Σωµατική έρευνα έκανε και στον κατηγορούμενο 2 και επίσης εντόπισε και παρέλαβε αντικείμενα που ήταν στην κατοχή αυτού. Ακολούθως οι συλληφθέντες και το όχηµα, µεταφέρθηκαν στο Τ.Α.Ε. Λεµεσού και περί ώρα 13:15 ο μάρτυρας παρέδωσε στον Αστ.4411 την περιουσία που κατάσχεσε από τον πρώην κατηγορούμενο 3 και τον κατηγορούμενο
- Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε η Α/Λοχ.207 Μαίρη Σωκράτους, η οποία υπηρετεί στον Κλάδο Πληροφοριών του Τμήματος Καταπολέμησης Εγκλήματος του Αρχηγείου Αστυνομίας και είναι υπεύθυνη του Κλάδου Λεμεσού. Σύμφωνα με την μάρτυρα στις 29.10.15 και περί η ώρα 9:45 έλαβε μια πληροφορία ότι 3 πρόσωπα βουλγαρικής καταγωγής, τα οποία επέβαιναν του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής HZE685, διακινούνται στην περιοχή της Ναάφι, στην Λεμεσό και συγκεκριμένα ότι κατά τον αναφερόμενο χρόνο βρίσκονταν στην οδό Φιλοποίμενος και προέβαιναν σε διαρρήξεις και κλοπές. Αμέσως συντονίστηκε με τα μέλη του Κλιμακίου της και ξεκίνησε η ίδια με τον Αστ.146 και μετέβηκαν στο αναφερόμενο σημείο για να ελέγξουν την πληροφορία. Περαιτέρω για καλύτερη διεξαγωγή της επιχείρησης παρακολούθησης, η μάρτυρας ενημέρωσε το άλλο μέλος του Κλιμακίου της, τον Αστ.3357 να μεταβεί με τη μοτοσικλέτα για να είναι πιο ευέλικτος για να παρακολουθήσει. Στην περιοχή πράγματι εντόπισαν το αναφερόμενο αυτοκίνητο, το οποίο αρχικά είδαν να διακινείται στην οδό Σισύφου που είναι κάθετη πάνω στη Φιλοποίμενος. Στην συνέχεια από την οδό Σισύφου, αφού πέρασε από μπροστά τους κατευθύνθηκε στην οδό Φιλοποίμενος όπου κατέβηκαν ο συνοδηγός και ο επιβάτης που καθόταν πίσω, χωρίς να κρατούν τίποτε πάνω τους, μόνο ο ένας από τους δύο είχε ένα μικρό τσαντάκι ώμου χρώματος καφέ. Μετά ο οδηγός επέστρεψε ξανά με το όχημα στην οδό Σισύφου, όπου στάθμευσε αυτό σε ένα χωράφι, ένα μεγάλο ανοιχτό χώρο. Ακολούθως κατέβηκε και ο οδηγός. Αυτός προχωρούσε πεζός κάποια απόσταση στην περιοχή και επέστρεφε στο αυτοκίνητο του. Η μάρτυρας με τον συνάδελφο της είχαν συνέχεια οπτική επαφή με το αυτοκίνητο και με τον οδηγό. Μετά από παρέλευση μερικών λεπτών ο οδηγός ξεκίνησε. Στην συνέχεια επειδή δεν μπορούσαν η μάρτυρας με τον συνάδελφο της να είναι με το αυτοκίνητο εντελώς κοντά, ο άλλος συνάδελφος τους με την μοτοσικλέτα είδε, κάπου σε ένα σημείο εκεί όπου ενώνεται η Λεωφ. Μακαρίου με τη Λεοντίου και Νίκου Παττίχη, ο οδηγός να παραλαμβάνει με το αυτοκίνητο τα δύο πρόσωπα που κατέβηκαν και τα οποία είχαν στην κατοχή τους μια μεγάλη handbag χρώματος μπλε. Τους ακολούθησαν και με το αυτοκίνητο και παράλληλα η μάρτυρας ενημέρωσε μέσω ασυρμάτου τους μοτοσικλετιστές της Τροχαίας και τον Αστ.3357 και τους έδωσε οδηγίες να ανακόψουν για έλεγχο το εν λόγω αυτοκίνητο διότι υπήρχε εύλογη υποψία ότι χρησιμοποιείται ή εμπλέκεται στην διάπραξη αδικήματος. Το όχημα κατευθύνθηκε από τη Λεωφ. Μακαρίου προς τον κυκλικό κόμβο του Αγίου Νικολάου και μετά στην οδό Ρήγα Φεραίου, όπου και έγινε κατορθωτή η ανακοπή του. Μετέβηκε και η μάρτυρας στο σημείο της ανακοπής. Εκεί διαπίστωσαν ότι τα 3 πρόσωπα είχαν στην κατοχή τους την μεγάλη handbag χρώματος μπλε που δεν είχαν στην αρχή, μαζί με κάποια κοσμήματα, ηλεκτρικά είδη, κατσαβίδια και άλλα. Αργότερα τα 3 πρόσωπα οδηγήθηκαν στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού. Όσον αφορά το τι την οδήγησε να δώσει οδηγίες για ανακοπή και έρευνα του αυτοκινήτου είπε ότι: Είχαν στην προκειμένη την προαναφερόμενη πληροφορία. Όντως υπήρχαν και πολλές διαρρήξεις τις τελευταίες ημέρες. Μετέβηκαν στην περιοχή και είδε ότι το συγκεκριμένο αυτοκίνητο ήταν πράγματι εκεί, ότι εντός του επέβαιναν 3 αλλοδαποί, όπως ήταν η πληροφορία, οι κινήσεις τους ήταν ύποπτες, μετά κατέβασε τους άλλους, οι οποίοι πεζοί απομακρύνθηκαν από τον δρόμο που τους κατέβασε, ο οδηγός στάθμευσε σε έναν ανοιχτό χώρο, μετά πήγαινε πεζός πιο πάνω, επέστρεφε, ήταν νευρικός, πήγαινε πάνω ‑ κάτω στο χωράφι και οι άλλοι δύο μπήκαν ξανά στο αυτοκίνητο με περιουσία που δεν είχαν στην κατοχή τους όταν κατέβηκαν. Όλα τα πιο πάνω της δημιουργούσαν εύλογη υποψία ότι προβαίνουν σε διαρρήξεις και κλοπές. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε ο Αστ.146 Αντρέας Παρμαξής, του Γ.Σ.Π. Λεμεσού, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Σε σχέση µε πληροφορία ότι Βούλγαροι υπήκοοι ενέχονται σε διαρρήξεις και κλοπές στην πόλη της Λεµεσού, την 29.10.15 και ώρα 10:00, έλαβε οδηγίες από την Υπεύθυνη του Κλιµακίου, Α/Λοχ.207 να µεταβεί στην οδό Φιλοποίµενος στην Λεμεσό, για διακριτική παρακολούθηση του αυτοκίνητου µε αριθµούς εγγραφής ΗΖΕ685, στο οποίο του αναφέρθηκε ότι επέβαιναν 3 πρόσωπα, πιθανό αλλοδαποί, που σχετίζονταν µε την αναφερόµενη πληροφορία. Την πληροφορία την έλαβε η Α/Λοχ.
- Αµέσως αυτός µε την Α/Λοχ.207, µε αυτοκίνητο και ο Αστ.3357, µε µοτοσικλέτα, µετέβηκαν στο µέρος για σχετική παρακολούθηση. Αφού εντόπισαν το εν λόγω αυτοκίνητο στην οδό Σισύφου, να κινείται µε δυτική κατεύθυνση και να επιβαίνουν σε αυτό 3 πρόσωπα, το ακολούθησαν διακριτικά και διαπιστώθηκε ότι αφού έκαναν έναν γύρο αυτό σταµάτησε εντός της οδού Φιλοποίμενος όπου αποβιβάστηκαν ο συνοδηγός και ο συνεπιβάτης που ήταν στο πίσω κάθισμα και κινήθηκαν πεζοί. Ο οδηγός του οχήµατος στάθµευσε το όχηµα του σε χώρο στάθµευσης επί της οδό Σισύφου και αφού κατέβηκε από το όχηµα του έμεινε εκεί για περίπου ένα λεπτό και μετά αποµακρύνθηκε από το µέρος πεζός. Οι κινήσεις του έδειχναν ότι κάτι παρατηρούσε, κάτι προσπαθούσε να δει ή κάποιον περίμενε ή ήταν σε εγρήγορση. Περί ώρα 11:30, ο οδηγός επέστρεψε µόνος του στο µέρος, παρέλαβε το αυτοκίνητο του και αφού εισήλθε στην Λεωφόρο Αρχ. Μακαρίου Γ' κατευθύνθηκε δυτικά. Η Α/Λοχ.207 ενημέρωσε σχετικά τον Αστ.3357, ο οποίος ήταν στην ίδια περιοχή με τη μοτοσικλέτα και εκείνος συνέχισε την παρακολούθηση του οχήµατος και τους ενημέρωνε για την πορεία και κατεύθυνση του. Έτσι τους ενηµέρωσε ότι το πιο πάνω αυτοκίνητο σταµάτησε στην διασταύρωση της Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ µε Λεοντίου Α' και Νίκου Παττίχη και σε αυτό επιβιβάστηκαν δύο άνδρες, οι οποίοι κρατούσαν µια βαλίτσα (handbag) και ακολούθως κατευθύνθηκαν νότια στην οδό Λεοντίου Α'. Αµέσως η Α/Λοχ.207 έδωσε οδηγίες στον Αστ.3357 να τους ακολουθήσει και να τους ενηµερώνει για το σηµείο τους και µέσω ασυρµάτου ενηµέρωσε τα περίπολα της Α.Δ.Ε. Λεμεσού για να πλησιάσουν, µε σκοπό την ανακοπή του αυτοκινήτου. Αφού ο μάρτυρας με την Α/Λοχ.207 κατευθύνθηκαν βάση της ενηµέρωσης του Αστ.3357, εντόπισαν το αυτοκίνητο παρά τον κυκλικό κόµβο Αγ.Νικολάου και το ακολούθησαν στην οδό Ρήγα Φεραίου, όπου µε την βοήθεια των µοτοσικλετιστών της Τροχαίας Λεµεσού, η ώρα 12:00 της ίδιας ηµέρας το όχημα ανακόπηκε στην οδό Ρίγα Φεραίου. Στην συνέχεια ο μάρτυρας πλησίασε το όχημα, από την πλευρά του οδηγού και ο Αστ.3357 από τη μεριά του συνοδηγού. Ο μάρτυρας μίλησε με τον οδηγό στην ελληνική γλώσσα, του ζήτησε τα έγγραφα του τόσο του ιδίου όσο και του οχήματος του. Στην συνέχεια αφού ο οδηγός του τα έδωσε και τα έλεγξαν διαπιστώθηκε ότι ήταν ο κατηγορούμενος 1 από την Βουλγαρία. Ο μάρτυρας του είπε να κατεβεί από το όχημα και αφού κατέβηκε του είπε ότι έχει πρόθεση να ερευνήσει το όχημα γιατί υποψιάζεται ότι εμπλάκηκε σε ποινικά αδικήματα. Στην συνέχεια µετά από έρευνα που διενήργησε ο μάρτυρας με τον Αστ.3357 στο εν λόγω αυτοκίνητο, εντόπισαν στο πίσω κάθισµα µία βαλίτσα τύπου handbag χρώµατος µπλέ, η οποία περιείχε τσαντάκια ώµου εκ των οποίων το ένα χρώµατος καφέ σκούρο, περιείχε µεταξύ άλλων ένα κατσαβίδι κλειδωνιές πόρτας, γυαλιά ηλίου, ζεύγη αθλητικών παπουτσιών, tablet, φορητούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές, κοσµήµατα και διάφορες άλλες ηλεκτρονικές συσκευές. Αφού τους ανέκριναν µε τον Αστ.3357 για την κατοχή της πιο πάνω περιουσίας, στην ελληνική και αγγλική γλώσσα, αυτοί δεν έδωσαν ικανοποιητικές εξηγήσεις για το νόµιµο της κατοχής της. Συγκεκριμένα ρώτησε στα πλαίσια αυτά τον κατηγορούμενο 1 σε ποιον ανήκει η τσάντα και εκείνος δεν μπορούσε να του δώσει επαρκείς εξηγήσεις. Έτσι ο μάρτυρας πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 1 στα ελληνικά ότι διέπραξε το αδίκηµα της παράνοµης κατοχής περιουσίας και τον συνέλαβε η ώρα 12:10 για το εν λόγω αυτόφωρο αδίκηµα, του επέστησε την προσοχή του στον νόµο και εκείνος δεν απάντησε. Στη συνέχεια η ώρα 12:10 ερεύνησε σωµατικώς τον κατηγορούμενο 1 και εντόπισε στην κατοχή του, ένα τηλέφωνο χρώµατος άσπρου µάρκας ΝΟΚΙΑ και το χρηµατικό ποσό των €26,30, τα οποία παρέλαβε ως τεκµήρια. Του επέστησε την προσοχή του στον νόµο και απάντησε «Είναι δικά µου». Κατά την άποψη του μάρτυρα ο κατηγορούμενος 1 μιλά τα ελληνικά γιατί έδινε εξηγήσεις στον μάρτυρα, απλά δεν του έδωσε εξηγήσεις για τα συγκεκριμένα αντικείμενα εντός του αυτοκινήτου του. Αυτόφωρα συνελήφθηκαν για τον ίδιο λόγο από τον Αστ.3357 και οι άλλοι δυο επιβαίνοντες στο όχηµα. Στην συνέχεια και περί ώρα 12:30 µετά από άδεια του Αξιωµατικού Υπηρεσίας της Α.Δ.Ε. Λεµεσού, µε την βοήθεια του Αστ.3201 και συνοδηγό τον κατηγορούμενο 1, ο μάρτυρας οδήγησε το εν λόγω αυτοκίνητο στην Α.Δ.Ε. Λεµεσού, η ώρα 12:
- Κατά την επαφή που είχε ο μάρτυρας με τον κατηγορούμενο 1 αντιλήφθηκε ότι ο τελευταίος αντιλαμβανόταν πλήρως αυτά που του έλεγε. Ως Μ.Κ.5 κατέθεσε ο Λοχ.1760 Παναγιώτης Πελοπίδα, ανακριτής της υπόθεσης, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά την ανακοπή και την έρευνα του επίδικου οχήματος που ακολούθησε στην ανακοπή στις 29.10.
- Ήταν παρών όταν έφτασε το όχημα στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού (Α.Δ.Ε.) η ώρα 12:
- Γνωρίζει την ώρα καθότι μόλις αφίχθηκε το όχημα ο μάρτυρας έδωσε οδηγίες να τηρείται σχετικό πρακτικό της έρευνας που θα ακολουθούσε. Ως εκ τούτου έγινε καταγραφή και της ώρα άφιξης των συναδέλφων του, των υπόπτων και του οχήματος. Κατέθεσε δε ως Τεκμήριο δίκης εντός δίκης 37 το εν λόγω έγγραφο (το οποίο είναι μέρος «Ημερολογίου Ενεργείας» και αποτελείται από 3 φύλλα), στο οποίο σύμφωνα με τον ίδιο, καταγράφηκαν όλες οι λεπτομέρειες της έρευνας του οχήματος από τον Αστ.
- Αναγνώρισε επίσης το Τεκμήριο δίκης εντός δίκης 33 ως την γραπτή συγκατάθεση που έδωσε ο κατηγορούμενος 1 για έρευνα στο αυτοκίνητο του, η οποία συγκατάθεση λήφθηκε από τον μάρτυρα με την βοήθεια της διερμηνέας Ντεσισλάβας Ζαβρού στις 29.10.15 και ώρα 12:
- Εξήγησε δε ότι όταν πληροφορήθηκε για την ανακοπή των κατηγορουμένων έδωσε οδηγίες να κληθεί διερμηνέας καθότι του αναφέρθηκε ότι είναι αλλοδαποί και η συγκεκριμένη συγκατάθεση έρευνας καταγράφτηκε από τον μάρτυρα στον εσωτερικό χώρο της αυλής της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού, με τη βοήθεια της διερμηνέας, κατόπιν συγκατάθεσης του κατηγορουμένου που ήταν ο κάτοχος του οχήματος. Σύμφωνα με τον μάρτυρα από συνομιλία που είχε μαζί του κατέληξε ότι ο κατηγορούμενος 1 μιλούσε πολύ καλά ελληνικά αλλά έκρινε δίκαιο να χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες διερμηνέα ώστε αυτός να μιλά στην μητρική του γλώσσα. Η έρευνα του οχήματος έγινε στην παρουσία των κατηγορουμένων 1 και 2 και του πρώην κατηγορούμενου 3, οι οποίοι ήταν υπό σύλληψη. Ο κατηγορούμενος 1 έδωσε και γραπτή συγκατάθεση για έρευνα της οικίας του, έρευνα που έγινε αργότερα. Ο μάρτυρας δεν έλαβε την εν λόγω συγκατάθεση ούτε και ήταν παρών στην έρευνα της οικίας του κατηγορούμενου
- Ως Μ.Κ.6 κατέθεσε ο Α/Αστ.316 Γιώργος Γεωργίου, του Κλάδου Δακτυλοσκοπίας και Φωτογραφιών του Τ.Α.Ε. Λεμεσού, σύμφωνα με τον οποίο: Στις 29.10.15 και µεταξύ των ωρών 13:09-13:34, φωτογράφισε στην Α.Δ.Ε. Λεµεσού καθ' υπόδειξη του Λοχ.1760, αριθµό τεκµηρίων, τα οποία εντοπίστηκαν στο αυτοκίνητο µε αριθµούς εγγραφής ΗΖΕ685, κατά τη διάρκεια έρευνας σε αυτό, καθώς επίσης και στην κατοχή των επιβαινόντων σε αυτό (Τεκμήριο δίκης εντός δίκης 31). Ήταν δε παρών καθ' όλη την διάρκεια της έρευνας. Τέλος, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, αυτός στις 29.10.15 περίπου στις 7:30 το πρωί, ξεκίνησε από το σπίτι του και πήγε στην τουριστική περιοχή. Έπρεπε να πάει εκεί για να ζητήσει από τον κατηγορούμενο 2, €50‑ €100, επειδή τα χρειαζόταν για να πληρώσει το service του αυτοκινήτου του. Την ίδια μέρα πήγε στο σπίτι του κατηγορούμενου 2 και εκείνος του έδωσε €
- Αφού ήπιαν καφέ, αυτός έφυγε και πήγε στην τουριστική σε ένα πάρκινγκ κοντά στη θάλασσα. Πήγε περίπατο περίπου 15 λεπτά και επέστρεψε στο αυτοκίνητο του αφού έπρεπε να το πάρει στον μηχανικό. Εκεί που είναι ο δρόμος στην τουριστική, συνάντησε τον κατηγορούμενο 2 και τον πρώην κατηγορούμενο 3, οι οποίοι περπατούσαν προς τη Λεμεσό. Ο πρώην κατηγορούμενος 3 ήταν γνώριμος του κατηγορούμενου
- Ο τελευταίος παρακάλεσε τον κατηγορούμενο 1 και αυτός, όχι περισσότερο από 2 εβδομάδες πριν, πήγε στο αεροδρόμιο Λάρνακας και παρέλαβε τον πρώην κατηγορούμενο 3 με την φίλη του. Αυτή ήταν η δεύτερη φορά που το έβλεπε. Σταμάτησε το αυτοκίνητο και τους ρώτησε που θα πάνε. Ο κατηγορούμενος 2 του είπε ότι θα πάνε στο κέντρο και επειδή αυτός ήξερε ότι είναι μακριά το κέντρο, τους είπε να τους πάρει με το αυτοκίνητο. Έτσι αυτοί μπήκαν στο αυτοκίνητο και τους πήρε ως το Debenhams που είναι στα φώτα της Νάαφι, επειδή από εκεί μπορούσαν να πάνε στο Παλιό Νοσοκομείο και από εκεί στο κέντρο. Ο ίδιος έφυγε από εκεί που είναι το Debenhams και η Τράπεζα Κύπρου. Πήγε πίσω από την Τράπεζα Κύπρου, έχει ένα γκαράζ Αντώνης, πέρασε δίπλα του, είχε πολλά αυτοκίνητα, δεν είχε πού να σταματήσει εκεί και γι' αυτό σταμάτησε στο πάρκινγκ. Άφησε εκεί το αυτοκίνητο και πήγε ως τον Αντώνη και του είπε ότι έφερε το αυτοκίνητο του για να το κοιτάξει, επειδή έπρεπε να αλλάξει κάτι. Ο Αντώνης του είπε ότι μετά από μισή ώρα θα μπορέσει να δουλέψει πάνω στο αυτοκίνητο του. Ο κατηγορούμενος 1 έβαλε καφέ που είχε εκεί στο γκαράζ και επέστρεψε στο αυτοκίνητο. Έμεινε λίγη ώρα στο αυτοκίνητο και δεν απομακρύνθηκε πουθενά με τα πόδια. Όταν ένα αυτοκίνητο έφυγε από το γκαράζ και είχε χρόνο, πήρε το αυτοκίνητο του εκεί. Του άλλαξαν ένα εξάρτημα στο αυτοκίνητο για περίπου 10‑15 λεπτά, το οποίο λίγες μέρες πριν του είχε πει ο Αντώνης να το βρει για να του το αλλάξει. Μετά πήρε το αυτοκίνητο και έφυγε. Όταν έβγαινε από το γκαράζ, του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος 2 και του είπε «'Ivo, αν μπορείς, αν το αυτοκίνητο σου είναι έτοιμο, μπορείς να έρθεις να μας πάρεις;». Ο κατηγορούμενος 1 τον ρώτησε πού είναι και εκείνος του είπε «Είμαστε κοντά από εκεί που μας άφησες». Πήγε ως τα φώτα και περίμενε εκεί και είδε τον κατηγορούμενο 2 περίπου 10 μέτρα από τα φώτα. Σταμάτησε το αυτοκίνητο στα γρήγορα και μπήκε μέσα ο κατηγορούμενος
- Τον ρώτησε πού είναι ο άλλος που ήταν μαζί του και ο κατηγορούμενος 2 του είπε ότι στα επόμενα φώτα, στα αριστερά είναι σε ένα περίπτερο, πήγε να αγοράσει κάτι. Έτσι ξεκίνησε στην κατεύθυνση που του είπε ο κατηγορούμενος
- Είδε το περίπτερο που ήταν στον δρόμο. Ο πρώην κατηγορούμενος 3 καθόταν σε μια καρέκλα έξω και έπινε μπύρα. Όταν σταμάτησε το αυτοκίνητο και ο πρώην κατηγορούμενος 3 το είδε, σηκώθηκε, πήρε μια τσάντα, σάκο, πήρε και την μπύρα του και μπήκε στο αυτοκίνητο, στο πίσω κάθισμα. Ο κατηγορούμενος 1 δεν τον ρώτησε τι έχει, επειδή δεν το σκέφτηκε, ούτε είναι αστυνομικός για να τον ρωτήσει τι έχει σ' αυτήν την τσάντα και η αλήθεια είναι ότι δεν τον γνωρίζει καθόλου. Ξεκίνησαν με το αυτοκίνητο από το περίπτερο, πέρασαν από το Παλιό Νοσοκομείο, από την Αστυνομία και έφτασαν στα φώτα. Είχε περάσει πολλές φορές από εκεί και από εκεί ήθελε να πάει στο highway και βιαζόταν επειδή έπρεπε να πάρει τον κατηγορούμενο 2 στο σπίτι του και τον πρώην κατηγορούμενο 3 και μετά να επιστρέψει γρήγορα για να πάρει το παιδί του από το νηπιαγωγείο η ώρα 13:
- Έτσι όπως οδηγούσε το αυτοκίνητο, είδε στον καθρέφτη ότι έρχονταν πίσω του αστυνομικοί και χαμήλωσε ταχύτητα. Ο πρώτος αστυνομικός που πέρασε μπροστά από το αυτοκίνητο με την μοτοσικλέτα, χαμήλωσε ταχύτητα και ο δεύτερος αστυνομικός με την μοτοσικλέτα ήταν δίπλα στον κατηγορούμενο 1 και του έδειξε με το χέρι να σταματήσει. Αυτός σταμάτησε αμέσως. Πήγαν εκεί και άλλοι αστυνομικοί με μοτοσικλέτες και τους περικύκλωσαν. Ο αστυνομικός που σταμάτησε δίπλα του, από ότι κατάλαβε τον ρώτησε «Από πού είστε;». Ο κατηγορούμενος 1 του είπε ότι είναι Βούλγαροι και ο αστυνομικός του έδειξε με τα χέρια να βγάλει τα χέρια του από το παράθυρο. Έβγαλε τα χέρια του από το παράθυρο και αμέσως ο αστυνομικός του έβαλε χειροπέδες και πήρε τα κλειδιά από το αυτοκίνητο. Δεν του είπαν γιατί τον σταμάτησαν, δεν του έδειξαν ένταλμα και δεν τον ρώτησαν εάν μπορούν να ερευνήσουν το αυτοκίνητο. Την ίδια στιγμή ένιωσε κάτι στο πλευρό, κάποια κίνηση αριστερά, όπου καθόταν ο κατηγορούμενος
- Η πόρτα του συνοδηγού ήταν ανοικτή και τον περικύκλωσαν οι αστυνομικοί και τον έσπρωχναν και τον κλωτσούσαν και του έβαλαν χειροπέδες. Μετά ο αστυνομικός με την μοτοσικλέτα είπε στον κατηγορούμενο 1 να κατεβεί από το αυτοκίνητο. Αυτός κατέβηκε και πήγαν πίσω στο καπό και ο αστυνομικός τον ρώτησε τι έχει μέσα στο καπό. Του είπε ότι δεν έχει τίποτα. Ο αστυνομικός άνοιξε το καπό και άρχισε να ανακατώνει το κουτί που ήταν τα εργαλεία για το αυτοκίνητο. Είχε μέσα εργαλεία και κλειδιά και για τον ήλιο κάτι, τα οποία ήταν δικά του. Μετά ο αστυνομικός τον έσπρωξε προς την πόρτα εκεί που καθόταν ο πρώην κατηγορούμενος 3, στο πίσω κάθισμα και τον ρώτησε ποιανού ήταν εκείνη η τσάντα. Ο κατηγορούμενος έδειξε τον κατηγορούμενο 3 και είπε ότι είναι εκείνου. Τόσο αυτή η τσάντα όσο και μια άλλη ήταν στο πίσω κάθισμα και ήταν και οι δύο του πρώην κατηγορούμενου
- Όταν το είπε αυτό, άλλοι αστυνομικοί με πολιτικά ρούχα, χωρίς στολές, έβγαλαν τον κατηγορούμενο 1 από το αυτοκίνητο και τον έβαλαν στο πεζοδρόμιο. Προηγουμένως ήταν στον δρόμο. Έβγαλαν και τον πρώην κατηγορούμενο 3 από το αυτοκίνητο και τους έβαλαν σε μια σειρά και τους τρεις δίπλα από ένα σπίτι με την πλάτη γυρισμένη προς το αυτοκίνητο. Αυτό που κατάφερε ο κατηγορούμενος 1 να δει ήταν ανοικτές και οι τέσσερις πόρτες του αυτοκινήτου και το καπό πίσω και έκαναν έρευνα. Ο κατηγορούμενος 1 ήταν πολύ φοβισμένος, προσπάθησε να ρωτήσει τι γίνεται, επειδή δεν είχε κάνει τροχαία παράβαση ή κάτι άλλο. Κανένας δεν του απάντησε και άρχισαν να τον απειλούν. Από εκεί τον έβαλαν σε ένα αυτοκίνητο της Αστυνομίας, τον πρώην κατηγορούμενο 3 τον έβαλαν σε άλλο αυτοκίνητο, τον κατηγορούμενο 2 τον έβαλαν στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου 1 και από εκεί τους πήραν στην Αστυνομία. Όταν πήγαν στην Αστυνομία, άρχισαν ξανά να κάνουν έρευνα στο αυτοκίνητο και ο κατηγορούμενος 1 και οι άλλοι δύο ήταν σε μια σειρά δίπλα από έναν τοίχο. Αυτό έγινε μετά το μεσημέρι. Περί τις 13:00 με 13:00 και κάτι. Θυμάται την ώρα επειδή έπρεπε να πάρει το μωρό του από το νηπιαγωγείο η ώρα 13:05, αλλά είχε περάσει αυτή η ώρα. Οι αστυνομικοί άρχισαν να βγάλουν από το αυτοκίνητο το σάκο, μια βαλίτσα, μια τσάντα με Laptop και από το καπό έβγαλαν όλα του τα εργαλεία, το κουτί. Περίπου 10‑15 λεπτά μετά πήγε ένας αστυνομικός, που όπως έμαθε μετά ονομάζεται Πελοπίδας. Άρχισε να φωνάζει, αλλά δεν κατάλαβε ο κατηγορούμενος 1 τι είπε. Οι αστυνομικοί άρχισαν να βάζουν πράγματα μέσα στο αυτοκίνητο και την τσάντα και το κουτί μαζί με τα εργαλεία και από αυτό που κατάλαβε ο κατηγορούμενος 1, ο Πελοπίδας τους είπε ότι πρέπει να φωνάξουν φωτογράφους για να βγάλει φωτογραφίες ή είχε πράγματα που τα πήραν από το καπό και τα έβαλαν μέσα στο αυτοκίνητο. Ο κατηγορούμενος 1 δεν ήταν κοντά στο αυτοκίνητο όταν έκαναν έρευνα. Μετά συνέχισαν την έρευνα του αυτοκίνητο. Μετά χώρισαν τους τρεις σε διαφορετικά δωμάτια και άρχισαν να ανακρίνουν τον κατηγορούμενος
- Αυτός έδωσε γραπτή συγκατάθεση για να ερευνήσουν το αυτοκίνητο του αλλά αυτό δεν έγινε την ώρα που έκαναν την έρευνα. Όταν τελείωσε η έρευνα, άρχισε να βρέχει και τους πήραν γρήγορα πάνω. Τον πήραν σε ένα δωμάτιο, όπου έγραψε την συγκατάθεση ο μάρτυρας που έδινε τα τεκμήρια, στην παρουσία του Πελοπίδα. Αυτό δεν έγινε η ώρα 12 και κάτι αλλά πιο αργά. Τα όσα ανέφεραν οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, έχουν μελετηθεί, λαμβάνονται δε υπόψην και δεν χρήζουν επανάληψης. Νομική πτυχή Σύμφωνα με την Κυπριακή Νομολογία, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 34 και 35 του Συντάγματος, δεν υπάρχει στην Κύπρο δυνατότητα έγκρισης της προσαγωγής ως αποδεικτικού μέσου, μαρτυρίας που λήφθηκε κατά παραβίαση δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνει το Σύνταγμα. Έτσι μαρτυρία, η οποία λαμβάνεται ή προκύπτει ως αποτέλεσμα της παραβίασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών του ανθρώπου, τα οποία κατοχυρώνονται στο Δεύτερο Μέρος του Συντάγματος, αποκλείεται ως μαρτυρία, άσχετα με την αποδεικτική της αξία και το σκοπό για τον οποίο λήφθηκε (βλ. Δημοκρατία ν. Κυπριανίδη κ.ά.
(1994)2 Α.Α.Δ. 37, Police v. Georghiades
(1983)2 C.L.R. 33, Georghiou ν. Republic
(1984)2 C.L.R. 65, Merthodja v. Police
(1987)2 C.L.R. 227, Al-Hamad κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, Enotiades ν. Police
(1986)2 C.L.R. 64, Psaras v. Republic
(1987)2 C.L.R. 132 και Αστυνομία ν. Γιάλλουρος
(1992)2 Α.Α.Δ. 147). Σε περίπτωση όμως που η μαρτυρία εξασφαλίζεται όχι κατά παράβαση δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνει το Σύνταγμα, αλλά κατά παράβαση Νόμου, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια αποδοχής της, υπό κάποιες προϋποθέσεις (βλ. Parris v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 186). Αναφορικά με την έρευνα μεταφορικών μέσων, τέτοια εξουσία παρέχεται από το άρθρο 26
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 και από το άρθρο 28
(1)(β) του περί Αστυνομίας Νόμου 73(Ι)/2004. Συγκεκριμένα το άρθρο 26
(1), υπό τον πλαγιότιτλο «Εξουσία για έρευνα µεταφορικών µέσων», προβλέπει ότι αστυνομικός δύναται, µε εύλογη υποψία, να ανακόψει και ερευνήσει οποιοδήποτε µεταφορικό µέσο για το σκοπό εξακρίβωσης κατά πόσο παράνοµα µεταφέρεται σε αυτό οποιαδήποτε εκρηκτική ύλη, επιθετικό όπλο ή άλλο όργανο βιαιότητας. Το δε άρθρο 28
(1)(β) του Νόμου 73(Ι)/2004, υπό τον πλαγιότιτλο «Εξουσία µελών της Αστυνοµίας προς επιθεώρηση αδειών και έρευνα προσώπων και µεταφορικών µέσων» προβλέπει ότι οποιοδήποτε µέλος της Αστυνοµίας δύναται να ανακόπτει και ερευνά οποιοδήποτε µεταφορικό µέσο για το οποίο έχει εύλογη υποψία ότι χρησιµοποιείται ή εµπλέκεται στη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήµατος κατά παράβαση οποιουδήποτε νόµου. Σύμφωνα δε με το άρθρο 28
(3), οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομίας δύναται να φροντίσει όπως οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο που βρέθηκε από αυτόν ότι χρησιμοποιήθηκε για τη διάπραξη αδικήματος, κατά παράβαση οποιουδήποτε νόμου μεταφερθεί στον πλησιέστερο αστυνομικό σταθμό ή σε οποιοδήποτε άλλο κατάλληλο μέρος και να κρατηθεί εκεί, μέχρις ότου αφεθεί ελεύθερο από τον υπεύθυνο του αστυνομικού αυτού σταθμού. Στην Δημοκρατία ν. Kirnouyan κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 126 λέχθηκε ότι στην Κύπρο, με εξαίρεση το άρθρο 16 του Συντάγματος, το οποίο θέτει ειδικές προϋποθέσεις μόνο ως προς την έρευνα κατοικίας (ύπαρξη δικαστικού εντάλµατος ή ρητής συναίνεση του ενοίκου), οι περιορισμοί ως προς τη δυνατότητα διεξαγωγής έρευνας, στη βάση εύλογης υποψίας πηγάζουν από το Νόμο και όχι από το Σύνταγμα. Στην Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 411 αναφέρθηκε ότι η έρευνα αυτοκινήτου ή ακόμα και η είσοδος σε τόπο άλλο από κατοικία, δεν αποτελεί αντικείμενο συνταγματικής ρύθμισης, οπότε η ενδεχόμενη μη τήρηση του Νόμου, ακόμα και ως προς τα προαπαιτούμενα της, θα ξέφευγε της εμβέλειας της νομολογίας αναφορικά με το ανεπίτρεπτο αποδοχής μαρτυρίας, αφού αυτό συναρτάται προς συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα (βλ. και Psaras ανωτέρω). Η ανακοπή δε και η ακινητοποίηση οχήματος, με σκοπό την έρευνα, διενεργούμενη εντός των ορίων των πιο πάνω άρθρων, δεν συνιστά στέρηση της προσωπικής ελευθερίας όσο και εάν ενδεχομένως συνεπάγεται, ανάλογα με τα περιστατικά, κάποιο περιορισμό των κινήσεων (βλ. Kirnouyan ανωτέρω, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοφή
(2010)2 Α.Α.Δ 172 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Σιάκου, Ποινική Έφεση Αρ. 73/2014, ημερ. 20.2.15). Ο οποιοσδήποτε δε συνεπαγόμενος αναγκαίος περιορισμός των κινήσεων των επιβαινόντων μέχρι την αποπεράτωση της έρευνας του οχήματος, δεν συνιστά σύλληψη τους ή στέρηση της προσωπικής τους ελευθερίας αλλά επιτρεπτό περιορισμό τους (βλ. Tinker v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2006)2 Α.Α.Δ. 411 και Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ 434). Εν πάση περιπτώσει στην εξέταση τέτοιων θεμάτων πρέπει να αποφεύγονται «μηχανιστικές προσεγγίσεις που θα απομάκρυναν από την ουσία και θα μετέτρεπαν τα κεφαλαιώδη ζητήματα του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά και της εξιχνίασης των εγκλημάτων σε ζητήματα τύπου» (βλ. Κωνσταντίνου ανωτέρω). Όσον αφορά το τι συνιστά εύλογη υποψία, στην ΑΙ-Hamad ανωτέρω αποφασίσθηκε ότι όσον αφορά τους όρους «εύλογη υποψία» και «εύλογη πίστη» που απαντούνται σε διάφορα άρθρα της νομοθεσίας, παρόλο που οι έννοιες των λέξεων "πίστη" και "υποψία" δεν είναι ταυτόσημες, καταλήγουν να έχουν την ίδια σημασία, στα πλαίσια των άρθρων αυτών που προσδιορίζουν τις προϋποθέσεις για τη διενέργεια έρευνας και την κατάσχεση αντικειμένων. Ως συνάγεται από την πιο πάνω υπόθεση, για να διαπιστωθεί κατά πόσο υπάρχει η απαιτούμενη εύλογη υποψία πρέπει να κριθεί από το Δικαστήριο, με βάση τα γεγονότα και στοιχεία που τίθενται ενώπιον του, ότι τέτοια υποψία δημιουργήθηκε ειλικρινά και εύλογα, κατά τον κρίσιμο χρόνο, στο μυαλό του προσώπου που έκανε την έρευνα. Ότι δηλ. το πρόσωπο που έκανε την έρευνα ειλικρινά πίστευε κατά τον κρίσιμο χρόνο ότι η έρευνα ήταν αναγκαία για τους σκοπούς της συγκεκριμένης υπόθεσης και ότι οι πληροφορίες που είχε δικαιολογούσαν αντικειμενικά την πίστη ή την υποψία του. Περαιτέρω από τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα των Λοίζου και Πική, Criminal Procedure in Cyprus, υπό το Κεφάλαιο «Arrest and Search» σελ. 11-30 προκύπτει ότι η υποψία πρέπει να είναι εύλογη με την έννοια ότι τέτοια θα εδημιουργείτο στο μυαλό ενός λογικού ανθρώπου, ο οποίος γνώριζε τα όσα γνώριζε ο έχων την εύλογη υποψία κατά τον κρίσιμο χρόνο. Η ύπαρξη δε καλής πίστης εκ μέρους του αστυνομικού αποτελεί προϋπόθεση αλλά δεν είναι αρκετή από μόνη της. Στην Tinker ανωτέρω, απορρίφθηκε ως εσφαλμένη η θέση του εφεσείοντα, η οποία υποστήριζε ότι υπήρχε έλλειψη στοιχείων που θα δικαιολογούσαν προσωπική υποψία του τελωνειακού λειτουργού, ο οποίος έκανε έρευνα στη βαλίτσα του εφεσείοντα, μετά από την έρευνα που έκανε προηγουμένως ειδικός αστυφύλακας, εφόσον αυτή η θέση παραγνώριζε το γεγονός ότι ο ειδικός αστυφύλακας είχε προηγουμένως ενημερώσει τον τελωνειακό για τις παρατηρήσεις του. Ως δε συνάγεται από την εν λόγω υπόθεση, οι πληροφορίες ή τα στοιχεία που δημιουργούν την εύλογη υποψία μπορεί να είναι εξ ακοής με την έννοια ότι δεν απαιτείται να είναι στην προσωπική γνώση αυτού που κάνει την έρευνα αλλά μπορεί να του μεταφέρονται από κάποιον άλλο στον οποίο δίδονται ή ο οποίος έχει προσωπική γνώση ή με κάποιο άλλο τρόπο. Δεν είναι δε ανάγκη τα στοιχεία αυτά να συνιστούν μαρτυρία που να ικανοποιεί εκ πρώτης όψεως ενοχή. Ως προκύπτει δε από την υπόθεση O' Hara v. Chief Constable of the Royal Ulster Constabulary [1997] 1 All ER 129, σε σχέση με αστυνομικούς που ενεργούν ως ομάδα, αυτοί για προφανείς πρακτικούς λόγους πρέπει να μπορούν να στηρίζονται ο ένας στον άλλο στην λήψη αποφάσεων αναφορικά με το ποιόν να συλλάβουν ή να κάνουν έρευνα και υπό ποιες συνθήκες. Η εξουσία που τους παρέχει ο Νόμος δεν απαιτεί όπως ο αστυνομικός που ασκεί την εξουσία πρέπει να έχει στην κατοχή του όλες τις πληροφορίες, οι οποίες οδηγήσαν στην λήψη της απόφασης, ότι ήλθε η ώρα για την άσκηση της. Αυτό που απαιτεί είναι όπως ο αστυνομικός που ασκεί την εξουσία να έχει πρώτα εφοδιάσει τον εαυτό του με αρκετές πληροφορίες ώστε να έχει εύλογη αιτία να υποπτεύεται πριν ασκήσει την εξουσία του. Οι αστυνομικοί δε σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να χρησιμοποιούν τις εξουσίες τους όχι για αλλότριους σκοπούς αλλά προς εκπλήρωση της αποστολής τους στα πλαίσια των σκοπών του νόμου (βλ. Parpas ν. Republic
(1988)2 C.L.R. 5). Η δράση τους δε δεν πρέπει να είναι αυθαίρετη ούτε δυσανάλογη προς τις ανάγκες που προκύπτουν σε κάθε δεδομένη στιγμή αλλά πρέπει να είναι εύλογη και μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας δηλ. θα πρέπει να ασκούν την εξουσία τους στα όρια που τους παρέχει ο νόμος (βλ. Erbekci, Al-Hamad, Κωνσταντίνου, Χριστοφή ανωτέρω και Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 354). Όσον αφορά τις εξουσίες σύλληψης προσώπου, το άρθρο 11 του Συντάγματος απαγορεύει τέτοια σύλληψη εκτός αν αυτή διενεργηθεί με βάση έγκυρο δικαστικό ένταλμα, το οποίο και ισχύει κατά το χρόνο της σύλληψης, με εξαίρεση την περίπτωση του αυτόφωρου αδικήματος. Συνεπώς κρίνεται ότι έχει επιβιώσει και ισχύει η πρόνοια του άρθρου 14
(1)(β) του Κεφ. 155, σύμφωνα με την οποία ένας αστυνομικός μπορεί να συλλάβει, χωρίς ένταλµα, οποιοδήποτε πρόσωπο που διαπράττει στην παρουσία του ποινικό αδίκημα, το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση. Σε ότι αφορά την έννοια του όρου «αυτόφωρο αδίκημα» στην Kyriakides v. The Police 1 R.S.C.C. 66, αποφασίστηκε πως η σύλληψη πρέπει να ακολουθεί αμέσως, όσον αφορά το χρόνο και τη σειρά διάπραξης του αδικήματος («"Flagrant" meant that the commission of the offence and arrest of the offender should follow each other directly in point of time and sequence»). Στην R. v. Eleni HadjiGeorgiou & Another 6 C.L.R. 6, αναφέρεται δε, ότι η συμπεριφορά του δράστη πρέπει να είναι τέτοια που να μην αφήνει καμία αμφιβολία σε ένα τρίτο λογικό πρόσωπο, ότι το αδίκημα έχει διαπραχθεί (βλ. και σύγγραμμα Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, σελ. 41). Τέλος σε σχέση με την ανακοπή και έρευνα προσώπων, το άρθρο 10
(1)του Κεφ. 155 παρέχει εξουσία στα μέλη της Αστυνομίας να ερευνήσουν πρόσωπο που συλλαμβάνεται και να κατάσχουν κάθε αντικείµενο ή έγγραφο που βρέθηκε στην κατοχή του, το οποίο ο αστυνοµικός έχει επαρκή λόγο να πιστεύει ότι δύναται να αποτελέσει ουσιώδη µαρτυρία σε ποινική κατηγορία εναντίον του συλληφθέντα. Το δε άρθρο 25
(1)του Κεφ. 155 παρέχει επίσης εξουσία σε κάθε αστυνομικό, χωρίς ένταλμα, να κατακρατήσει και ερευνήσει οποιοδήποτε, τον οποίο αυτός εύλογα υποπτεύεται ότι φέρει, μεταφέρει ή αποκρύπτει αντικείμενο ή έγγραφο σε σχέση με το οποίο πρόκειται να διαπραχτεί ή διαπράττεται ή έχει πρόσφατα διαπραχτεί ποινικό αδίκημα. Περαιτέρω το άρθρο 28
(1)(α)(ιι) του περί Αστυνομίας Νόμου 73(Ι)/2004, προβλέπει ότι οποιοδήποτε µέλος της Αστυνοµίας δύναται να ανακόπτει, κατακρατά και ερευνά οποιοδήποτε πρόσωπο για το οποίο έχει εύλογη υποψία ότι ενέχεται στη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήµατος και ιδιαίτερα όταν το βλέπει να προβαίνει σε οποιαδήποτε παράνοµη πράξη ή ενέργεια ή εύλογα υποψιάζεται ότι αυτό προβαίνει ή προτίθεται να προβεί σε οποιαδήποτε παράνοµη πράξη ή ενέργεια ή ότι έχει παράνοµα στην κατοχή του οποιοδήποτε αντικείµενο. Το δε βάρος απόδειξης του εκάστοτε επίδικου θέματος (ή απόρριψης της ένστασης της υπεράσπισης) σε μια δίκη εντός δίκης, παραμένει στους ώμους της κατηγορούσας αρχής και στο βαθμό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η δε μαρτυρία της δίκης εντός δίκης προσεγγίζεται ώστε να αποφασισθεί το συγκεκριμένο επίδικο θέμα, έχοντας πάντα κατά νου ότι κατά την αξιολόγηση πρέπει να διατηρείται ανοικτό το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας των μαρτύρων και ιδιαίτερα του κατηγορούμενου. Αυτό επιβάλλει λοιπόν περιορισμούς στον σχολιασμό της μαρτυρίας και στη διατύπωση ευρημάτων (βλ. Petri v. The Republic
(1968)2 CLR 40 και Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(2012)2 Α.Α.Δ 370). Εξέταση της ένστασης στην παρούσα Κατ' αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια κάθε υπόθεσης, δεν κάνει ειδική αναφορά ούτε πραγματεύεται εν έκαστο των προβαλλόμενων επιχειρημάτων, αλλά μόνο αυτών που μπορούν να έχουν επίδραση στην θεώρηση των επιδίκων θεμάτων δηλ. επιχειρήματα με τα οποία η ενασχόληση κρίνεται αναγκαία (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 490 και Καλλικάς v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 21/2008, ημερ. 14.7.10). Όσον αφορά την μαρτυρία στην παρούσα, έχοντας υπόψην τα πιο πάνω, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Οι Μ.Κ.1, Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 κατέθεσαν βασικά σε σχέση με την έρευνα που έλαβε χώραν στο επίδικο αυτοκίνητο στην Α.Δ.Ε. Λεμεσού. Περαιτέρω ο Μ.Κ.1 αναφέρθηκε και στην έρευνα της οικίας του κατηγορούμενου 1, στην οποία έλαβε μέρος. Οι εν λόγω μάρτυρες δεν έλαβαν μέρος στην ανακοπή του οχήματος και στα όσα έλαβαν χώραν πριν την προσαγωγή αυτού και των κατηγορουμένων στην Α.Δ.Ε. Λεμεσού. Τα όσα είπαν σχετικά ήταν από τα όσα άκουσαν από τους συναδέλφους τους. Περιέγραψαν με σαφήνεια όλες τις ενέργειες στις οποίες προέβηκαν και χωρίς προσπάθεια να αποκρύψουν οτιδήποτε και δεν περιέπεσαν σε οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις αναφορικά με τα επίδικα για την παρούσα θέματα. Δεν μου διαφεύγει ότι ο Μ.Κ.1 κατά την μαρτυρία του αρχικά υποστήριξε ότι το όχημα που ερεύνησε έφερε αριθμούς εγγραφής ΗΕΖ
- Αυτό όμως, ως διεφάνη στη συνέχεια, και παραδέχθηκε και ο ίδιος, ήταν προφανώς τυπογραφικό λάθος εκ μέρους του. Άλλωστε αναγνώρισε το εν λόγω όχημα από τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου δίκης εντός δίκης 31, όπου φαίνεται καθαρά ότι οι αριθμοί εγγραφής του ήταν ΗΖΕ
- Περαιτέρω δεν αμφισβητήθηκε ότι η έρευνα που αυτός έκανε αφορούσε το συγκεκριμένο όχημα στις φωτογραφίες ενώ δεν τίθεται ούτε θέμα σύγχυσης του με άλλο αυτοκίνητο. Όσον αφορά το πότε λήφθηκε η γραπτή συγκατάθεση του κατηγορούμενου 1 προς έρευνα του οχήματος, θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν τέθηκε στα πλαίσια της ένστασης, η οποία και οριοθετεί τα επίδικα θέματα στα πλαίσια της παρούσας δίκης εντός δίκης, ότι η συγκατάθεση δεν λήφθηκε πριν την έναρξη της έρευνας. Ούτε το πότε χρονικά έγινε η έρευνα αποτελεί επίδικο θέμα. Εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να λεχθεί ότι ήταν σταθερή η θέση των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.5 ότι η συγκατάθεση δόθηκε γραπτώς, με την βοήθεια διερμηνέα, η ώρα 12:35 της 29.10.15, λίγο μετά την προσαγωγή των κατηγορουμένων και του οχήματος στην Α.Δ.Ε. Λεμεσού και ότι η έρευνα ακολούθησε. Περαιτέρω τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται και από την ίδια την γραπτή συγκατάθεση (Τεκμήριο δίκης εντός δίκης 33) την οποία ο κατηγορούμενος 1 δέχθηκε ότι υπέγραψε. Δεν μου διαφεύγει ότι οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.4 ανέφεραν διαφορετικές ώρες σε σχέση με τον χρόνο άφιξης του οχήματος στην Α.Δ.Ε. Λεμεσού. Είναι όμως προφανές από το σύνολο της μαρτυρίας τους ότι η σχετική αναφορά τους δεν ήταν ακριβής. Συγκεκριμένα: Αυτό που ανέφερε ο Μ.Κ.2 σχετικά ήταν ότι αυτός παρέδωσε τα τεκμήρια που έλαβε κατά την σωματική έρευνα του κατηγορούμενου 2 και πρώην κατηγορούμενου 3, στην Α.Δ.Ε. η ώρα 13:
- Ήταν στην βάση αυτού που ανέφερε ότι η έρευνα του οχήματος αποκλείεται να έγινε στις 12:
- Ο δε Μ.Κ.4 ανέφερε ότι έλαβε άδεια για να οδηγήσει το επίδικο όχημα από το σημείο της ανακοπής στην Α.Δ.Ε. η ώρα 12:30 και ότι έφθασαν στην Α.Δ.Ε. η ώρα 12:
- Προέκυψε όμως από την αντεξέταση του ότι αναφερόταν στις ώρες στο περίπου. Φαίνεται δε ότι και αυτός έθεσε ως χρονικό σημείο αναφοράς, τον χρόνο που παρέδωσε τα τεκμήρια που έλαβε κατά την σωματική έρευνα του κατηγορούμενου
- Εξ ου και σε σχετική ερώτηση απάντησε «Αφού σας λέω ότι 12:50 παρέδωσα τα Τεκμήρια και αποχώρησα. Για τα υπόλοιπα δεν μπορώ να απαντήσω». Θα πρέπει άλλωστε να λεχθεί ότι η θέση που υποβλήθηκε από τον κ. Τούμπα στον Μ.Κ.5 ήταν ότι η έρευνα του οχήματος ξεκίνησε η ώρα 12:25, την ώρα που αφίχθηκε το όχημα στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού και ότι στο μεσοδιάστημα της έρευνας κάλεσε τον κατηγορούμενο 1 να υπογράψει τη γραπτή συγκατάθεση, κάτι που όσον αφορά την γραπτή συγκατάθεση δεν δέχθηκε ο Μ.Κ.
- Όσον αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες εντοπίσθηκε, παρακολουθήθηκε και έγινε ανακοπή του επίδικου οχήματος, σχετική ήταν η μαρτυρία των Μ.Κ.2, Μ.Κ.3 και Μ.Κ.
- Αυτοί περιέγραψαν με λεπτομέρεια, ο καθένας με βάση την θέση και την μνήμη του, τόσο τις κινήσεις τους όσο και τα όσα παρατήρησαν και βάση των οποίων οδηγήθηκαν στην ανακοπή αλλά και τις ενέργειες τους μετά την ανακοπή. Τόσο η μαρτυρία εκάστου αυτών όσο και μεταξύ τους ήταν σταθερή, συνεπής και χωρίς οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις. Όποιες διαφορές εντοπίζονται αφορούν κατά την κρίση μου λεπτομέρειες και δεν δείχνουν πρόθεση των μαρτύρων να αποκρύψουν την αλήθεια. Θα πρέπει δε να λεχθεί ότι η ανακοπή έγινε με βάση οδηγίες που έδωσε η Μ.Κ.3, η οποία ήταν και η υπεύθυνη της όλης επιχείρησης και αναφέρθηκε στα στοιχεία που είχε υπόψην της κατά τον κρίσιμο χρόνο και τα οποία την οδήγησαν στο να δώσει τις εν λόγω οδηγίες. Προκύπτει επίσης ότι τα εν λόγω στοιχεία ήταν υπόψην και των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.
- Ο δε κατηγορούμενος 1 με την μαρτυρία του έθεσε την εκδοχή του για το σύνολο της υπόθεσης που αντιμετωπίζει, υποστηρίζοντας ουσιαστικά ότι αυτός δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη σε οποιοδήποτε αδίκημα. Δεν θα ήταν λοιπόν ορθό να γίνει αξιολόγηση του συνόλου των θέσεων του και ασφαλώς κατάληξη σε οποιαδήποτε σχετικά ευρήματα. Δεν θα εξετασθεί δε στα πλαίσια της παρούσας κατά πόσο ευσταθούν οι ισχυρισμοί του σε σχέση με το για ποιον σκοπό κινήθηκε με το όχημα του εκείνη την ημέρα. Αυτό που είναι επίδικο είναι κατά πόσο με βάση τα όσα παρατήρησαν τα μέλη της Αστυνομίας και όλα τα στοιχεία που είχαν υπόψην τους κατά τον κρίσιμο χρόνο, νόμιμα ανέκοψαν το όχημα και νόμιμα προχώρησαν στις επόμενες ενέργειες τους. Σε σχέση λοιπόν με αυτά θα πρέπει να λεχθεί ότι ο κατηγορούμενος 1 ουσιαστικά συμφώνησε ότι ήταν ο οδηγός του επίδικου οχήματος, ότι σε αυτό επέβαιναν και ο κατηγορούμενος 2 με τον πρώην κατηγορούμενο 3, ότι αυτό κινήθηκε στις οδούς που περιέγραψαν οι Μ.Κ.2, Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4, ότι σε κάποιο σημείο αποβιβάστηκαν από αυτό ο κατηγορούμενος 2 και ο πρώην κατηγορούμενος 3, ότι στη συνέχεια στάθμευσε αυτό σε συγκεκριμένο σημείο και ότι μετά κινήθηκε ξανά και παρέλαβε τους δύο πιο πάνω, ένας εκ των οποίων είχε πλέον στην κατοχή του μια τσάντα που δεν είχε πριν. Όσον αφορά τις θέσεις του για τα όσα προηγήθηκαν αλλά και ακολούθησαν την ανακοπή, πρέπει να σημειωθεί ότι πλείστες αυτών όπως, ότι σταμάτησε το όχημα του αρχικά σε ένα σημείο και ότι στην συνέχεια το οδήγησε σε παρακείμενο γκαράζ αυτοκινήτων προς αντικατάσταση ενός εξαρτήματος, ότι όταν τους ανέκοψαν δεν τον πληροφόρησαν τον λόγο που τον σταμάτησαν, ότι του είπαν να βγάλει τα χέρια από το παράθυρο και του έβαλαν χειροπέδες, ότι τους είχαν με γυρισμένη την πλάτη κατά την έρευνα στο σημείο της ανακοπής, ότι τον απειλούσαν και του φώναζαν, ότι δεν του έδειξαν το περιεχόμενο της τσάντας, ότι δεν του ανέφεραν ότι είναι υπό σύλληψη, ότι δεν του έγινε σωματική έρευνα κατά την ανακοπή αλλά μετά στην Α.Δ.Ε. Λεμεσού, ότι την ώρα της έρευνας του οχήματος στην Α.Δ.Ε. αυτός δεν ήταν κοντά στο αυτοκίνητο και ότι σε κάποια στιγμή άρχισε να βρέχει και τους πήραν πάνω και εκεί υπέγραψε την συγκατάθεση, δεν τέθηκαν καν στους μάρτυρες κατηγορίας. Τα γεγονότα λοιπόν που συνθέτουν τις συνθήκες λήψης των επίδικων τεκμηρίων, ως έχουν αποκρυσταλλωθεί από την μαρτυρία στην οποία έχω αναφερθεί ανωτέρω, είναι τα ακόλουθα: Στις 29.10.15 και περί η ώρα 09:45, η Μ.Κ.3 έλαβε πληροφορία ότι 3 πρόσωπα βουλγαρικής καταγωγής, τα οποία επέβαιναν του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής HZE685, διαπράττουν διαρρήξεις και κλοπές και ότι διακινούνται στην περιοχή της Ναάφι στην Λεμεσό και κατά τον συγκεκριμένο χρόνο βρίσκονταν στην οδό Φιλοποίμενος. Τις τελευταίες μέρες είχαν γίνει πολλές διαρρήξεις. Περί ώρα 10:00 η Μ.Κ.3 ενημέρωσε σχετικά τους Μ.Κ2 και Μ.Κ.4 και στην συνέχεια αυτή με τον Μ.Κ.4 μετέβηκαν με αυτοκίνητο στο αναφερόμενο σημείο για να ελέγξουν την πληροφορία. Περαιτέρω για τον ίδιο σκοπό η Μ.Κ.3 έδωσε οδηγίες στον Μ.Κ.2 να μεταβεί στο μέρος με μοτοσικλέτα, όπως και έπραξε. Οι Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 εντόπισαν το προαναφερόμενο αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαιναν 3 πρόσωπα. Το παρακολούθησαν διακριτικά. Το είδαν αρχικά να κινείται στην οδό Σισύφου που είναι κάθετη στην οδό Φιλοποίμενος. Στην συνέχεια από την οδό Σισύφου αυτό κατευθύνθηκε στην οδό Φιλοποίμενος, όπου κατέβηκαν και κινήθηκαν πεζοί, ο συνοδηγός και ο επιβάτης που καθόταν στο πίσω κάθισμα, χωρίς να κρατούν τίποτε πάνω τους, εκτός από ένα μικρό τσαντάκι που κρατούσε ο ένας. Μετά ο οδηγός επέστρεψε με το όχημα στην οδό Σισύφου, όπου στάθμευσε αυτό σε μεγάλο ανοιχτό χώρο στάθμευσης. Ακολούθως κατέβηκε και ο οδηγός και σε λίγο απομακρύνθηκε πεζός. Για τα πιο πάνω ενημερώθηκε ο Μ.Κ.2, ο οποίος είδε το αυτοκίνητο σταθμευμένο και έλαβε οδηγίες από την Μ.Κ.3 να παραµείνει στην περιοχή. Οι Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 είχαν οπτική επαφή με το αυτοκίνητο και με τον οδηγό. Ο οδηγός προχωρούσε πεζός κάποια απόσταση και επέστρεφε στο αυτοκίνητο. Οι κινήσεις του έδειχναν ότι ήταν νευρικός, σαν κάτι να παρατηρούσε ή κάποιον να περίμενε. Περί ώρα 11:30, ο οδηγός παρέλαβε το αυτοκίνητο και αφού εισήλθε στην Λεωφόρο Αρχ. Μακαρίου Γ' κατευθύνθηκε δυτικά. Ενημερώθηκε σχετικά ο Μ.Κ.2 και επειδή η Μ.Κ.3 με τον Μ.Κ.4 δεν μπορούσαν να είναι με το αυτοκίνητο εντελώς κοντά, η Μ.Κ.3 έδωσε οδηγίες στον Μ.Κ.2 να εντοπίσει το αυτοκίνητο και να το ακολουθήσει. Έτσι ο Μ.Κ.2 αµέσως κατευθύνθηκε προς την πιο πάνω περιοχή, όπου είδε το εν λόγω αυτοκίνητο να σταµατά στην διασταύρωση της Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ' µε Λεοντίου Α' και Νίκου Παττίχη και σε αυτό να επιβιβάζονται 2 άνδρες, ένας εκ των οποίων κρατούσε µια μεγάλη τσάντα τύπου handbag χρώµατος µπλε και στην συνέχεια να κατευθύνονται νότια στην οδό Λεοντίου Α'. Αµέσως ο Μ.Κ.2 ενηµέρωσε σχετικά την Μ.Κ.3, η οποία του έδωσε οδηγίες να τους ακολουθήσει και να ενηµερώνει. Στη συνέχεια η Μ.Κ.3 ενημέρωσε, μέσω ασυρμάτου, τους μοτοσικλετιστές της Τροχαίας και τον Μ.Κ.2 και τους έδωσε οδηγίες να ανακόψουν για έλεγχο το εν λόγω αυτοκίνητο διότι υπήρχε εύλογη υποψία ότι χρησιμοποιείται ή εμπλέκεται στην διάπραξη αδικήματος. Ο Μ.Κ.2 ακολουθούσε το εν λόγω αυτοκίνητο και ενημέρωνε σχετικά την Μ.Κ.3 για τις κινήσεις του. Συγκεκριμένα αφού το αυτοκίνητο κατευθύνθηκε στις οδούς 16ης Ιουνίου και Γλάδστωνος, έφτασε στον κυκλικό κόµβο Αγ. Νικολάου και εισήλθε στην οδό Ρήγα Φεραίου, όπου με την βοήθεια μοτοσικλετιστών της Τροχαίας Λεμεσού, ανακόπηκε. Στην συνέχεια ο Μ.Κ.4 πλησίασε το όχημα, από την πλευρά του οδηγού και ο Μ.Κ.3 από την πλευρά του συνοδηγού. Πληροφόρησαν τους επιβαίνοντες στα αγγλικά και στα ελληνικά ότι θέλουν να ερευνήσουν το αυτοκίνητο γιατί έχουν υποψία ότι διαπράττουν διαρρήξεις και έχουν στην κατοχή τους κλοπιμαία. Τους ζήτησαν τα στοιχεία τους και οι επιβαίνοντες τους τα έδωσαν. Από εξετάσεις που διενήργησαν διαπιστώθηκε ότι ο οδηγός, ήταν ο κατηγορούμενος 1 από την Βουλγαρία και συνεπιβάτες ο πρώην κατηγορούμενος 3 και ο κατηγορούμενος 2, επίσης από την Βουλγαρία. Στην συνέχεια µετά από έρευνα οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 εντόπισαν στο πίσω κάθισµα του αυτοκινήτου µία τσάντα τύπου handbag χρώµατος μπλε, η οποία περιείχε τσαντάκι ώμου μέσα στο οποίο υπήρχε κατσαβίδι και κλειδωνιές πόρτας. Επίσης υπήρχαν ζεύγη αθλητικών παπουτσιών, γυαλιά ηλίου, φορητοί ηλεκτρονικοί υπολογιστές, tablet, κοσµήµατα και διάφορες άλλες ηλεκτρονικές συσκευές. Ο Μ.Κ.4 ρώτησε στην ελληνική και αγγλική γλώσσα, τον κατηγορούμενο 1 για την κατοχή της πιο πάνω περιουσίας και σε ποιον ανήκει η τσάντα και εκείνος δεν έδωσε επαρκείς εξηγήσεις για το νόμιμο της κατοχής της περιουσίας. Για την κατοχή της εν λόγω περιουσίας ρώτησε στην ελληνική και αγγλική γλώσσα, τους πρώην κατηγορούμενο 3 και τον κατηγορούμενο 2, ο Μ.Κ.2 και ούτε αυτοί έδωσαν επαρκείς εξηγήσεις. Ως εκ των άνω ο Μ.Κ.4 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 1 στα ελληνικά ότι διέπραξε το αδίκηµα της παράνοµης κατοχής περιουσίας και τον συνέλαβε για το εν λόγω αυτόφωρο αδίκηµα, του επέστησε την προσοχή του στον νόµο και εκείνος δεν απάντησε. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.4 ερεύνησε σωµατικά τον κατηγορούμενο 1 και εντόπισε στην κατοχή του, ένα τηλέφωνο χρώµατος άσπρου µάρκας ΝΟΚΙΑ και το χρηµατικό ποσό των €26,30, τα οποία παρέλαβε ως τεκµήρια (Τεκμήρια στην δίκη εντός δίκης 27-28). Του επέστησε την προσοχή του στον νόµο και απάντησε «Είναι δικά µου». Ο κατηγορούμενος 1 έδειξε κατά την διάρκεια των πιο πάνω να αντιλαμβάνεται πλήρως τα όσα του έλεγε ο Μ.Κ.4 ενώ μιλούσε και ελληνικά. Ταυτόχρονα ο Μ.Κ.2 πληροφόρησε τον πρώην κατηγορούμενο 3 και τον κατηγορούμενο 2 ότι διέπραξαν το αδίκηµα της παράνοµης κατοχής περιουσίας και συνέλαβε αυτούς για το εν λόγω αδίκηµα. Στην συνέχεια ο Μ.Κ.2 έκανε σωµατική έρευνα στα δύο προαναφερόμενα πρόσωπα και εντόπισε και παρέλαβε αντικείμενα που ήταν στην κατοχή αυτών. Οι Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 δεν παρέλαβαν τα αντικείμενα που εντόπισαν στο όχημα αλλά τα άφησαν εντός αυτού και στη συνέχεια οι 3 συλληφθέντες και το όχηµα µεταφέρθηκαν στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού (στο εξής Α.Δ.Ε. Λεμεσού), όπου και παραδόθηκαν. Εκεί ο κατηγορούμενος 1, με την βοήθεια διερµηνέα της βουλγαρικής γλώσσας, η οποία είχε κληθεί από πριν, από τον Μ.Κ.5 (όταν αυτός ενημερώθηκε για την ανακοπή), έδωσε γραπτή συγκατάθεση για έρευνα του αυτοκινήτου «HZE685, χωρίς ένταλμα από το Δικαστήριο σχετικά με διερευνούμενη υπόθεση παράνομης κατοχής περιουσίας και διαρρήξεις και κλοπές» (βλ. Τεκμήριο δίκης εντός δίκης 33). Στη συνέχεια ερευνήθηκε το εν λόγω όχημα στην παρουσία των κατηγορουμένων 1 και 2 και του πρώην κατηγορούμενου
- Κατά την διάρκεια της έρευνα αυτής παραλήφθηκαν τα Τεκμήρια δίκης εντός δίκης 4-26 καθώς και τα τεκμήρια με αρ. 1-3, 5, 7 και 11-24 που αναφέρονται στον κατάλογο τεκμηρίων (Τεκμήριο δίκης εντός δίκης 3 - ως εξηγείται αναλυτικά ανωτέρω κατά την μαρτυρία του Μ.Κ.1). Το απόγευμα της ίδιας μέρας, μετά από γραπτή συγκατάθεση του κατηγορούμενου 1 (βλ. Τεκμήριο δίκης εντός δίκης 34), ερευνήθηκε και η οικία αυτού. Κατά την έρευνα εντοπίσθηκαν και παραλήφθηκαν τα Τεκμήρια δίκης εντός δίκης 29 και 30 καθώς και τα τεκμήρια με αρ. 39 και 41 που αναφέρονται στο Τεκμήριο δίκης εντός δίκης
- Αρχίζοντας από το θέμα της ανακοπής του οχήματος θα πρέπει να εξετασθεί εάν τα μέλη της Αστυνομίας είχαν εξουσία να ανακόψουν και να ερευνήσουν αυτό και εάν άσκησαν ορθά την εξουσία τους. Με βάση τα όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, στην εξέταση της νομικής πτυχής, δεν τίθεται στην παρούσα θέμα εφαρμογής του άρθρου 26
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 εφόσον δεν υπήρχε μαρτυρία σε σχέση με την μεταφορά εκρηκτικής ύλης, επιθετικού όπλου ή άλλου οργάνου βιαιότητας. Εφαρμογή όμως έχει το άρθρο 28
(1)(β) του περί Αστυνομίας Νόμου 73(Ι)/
- Στην βάση λοιπόν της πιο πάνω πρόνοιας θα εξετασθεί κατά πόσο τα μέλη της Αστυνοµίας είχαν εύλογη υποψία ότι το αυτοκίνητο χρησιµοποιείτο ή εµπλέκετο στη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήµατος, κατά παράβαση οποιουδήποτε νόµου. Από τα προαναφερόμενα γεγονότα προκύπτουν σχετικά τα ακόλουθα: Κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήταν εις γνώση της Μ.Κ.3 ότι τις τελευταίες μέρες πριν τις 29.10.15 είχαν γίνει πολλές διαρρήξεις. Στις 29.10.15 η Μ.Κ.3 έλαβε πληροφορία ότι 3 πρόσωπα βουλγαρικής καταγωγής, τα οποία επέβαιναν του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής HZE685, διαπράττουν διαρρήξεις και κλοπές και ότι διακινούνται στην περιοχή της Ναάφι στην Λεμεσό και εκείνη την ημέρα βρίσκονταν στην οδό Φιλοποίμενος. Αφού η Μ.Κ.3 με τον Μ.Κ.4 εντόπισαν το προαναφερόμενο αυτοκίνητο, είδαν σε αυτό να επιβαίνουν 3 πρόσωπα, αυτό αρχικά να κινείται στην οδό Σισύφου και από εκεί στην οδό Φιλοποίμενος, όπου κατέβηκαν και κινήθηκαν πεζοί, ο συνοδηγός και ο επιβάτης που καθόταν στο πίσω κάθισμα, χωρίς να κρατούν τίποτε πάνω τους, εκτός από ένα μικρό τσαντάκι που κρατούσε ο ένας. Μετά ο οδηγός επέστρεψε με το όχημα στην οδό Σισύφου, όπου στάθμευσε αυτό σε μεγάλο ανοιχτό χώρο στάθμευσης και ακολούθως κατέβηκε και απομακρύνθηκε πεζός. Αυτός προχωρούσε πεζός κάποια απόσταση και επέστρεφε στο αυτοκίνητο. Οι κινήσεις του έδειχναν ότι ήταν νευρικός, σαν κάτι να παρατηρούσε ή κάποιον να περίμενε. Περί ώρα 11:30, ο οδηγός παρέλαβε το αυτοκίνητο και αφού εισήλθε στην Λεωφόρο Αρχ. Μακαρίου Γ' κατευθύνθηκε δυτικά. Ενημερώθηκε σχετικά ο Μ.Κ.2, ο οποίος εντόπισε το αυτοκίνητο και το ακολούθησε. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.2 είδε αυτό να σταµατά στην διασταύρωση της Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ' µε Λεοντίου Α' και Νίκου Παττίχη και σε αυτό να επιβιβάζονται 2 άνδρες, ένας εκ των οποίων κρατούσε πλέον µια μεγάλη τσάντα τύπου handbag χρώµατος µπλε (που δεν κρατούσε πριν) και στην συνέχεια να κατευθύνονται νότια στην οδό Λεοντίου Α'. Αµέσως ενηµέρωσε σχετικά την Μ.Κ.
- Με βάση τα πιο πάνω, ως η Μ.Κ.3 ανέφερε της δημιουργήθηκαν εύλογες υποψίες ότι οι επιβαίνοντες στο όχημα προβαίνουν σε διαρρήξεις και κλοπές και έτσι έδωσε οδηγίες προς ανακοπή και έρευνα του οχήματος, όπως και έγινε στην συνέχεια. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα πιο πάνω στοιχεία που είχε σε γνώση της η Μ.Κ.3 κατά τον κρίσιμο χρόνο δηλ. κατά το χρόνο που έγινε η ανακοπή, κρίνω ότι αυτά εύλογα και ειλικρινά της δημιούργησαν την υποψία ότι το όχημα χρησιµοποιείτο ή εµπλέκετο στην διάπραξη αδικημάτων και συγκεκριμένα διαρρήξεων και κλοπών και ότι κατ' επέκταση η ανακοπή και έρευνα του ήταν αναγκαία καθώς και ότι τα ίδια αυτά στοιχεία δικαιολογούσαν αντικειμενικά την εν λόγω υποψία της. Συνεπώς κρίνεται ότι νόμιμα, με βάση το άρθρο 28
(1)(β) του περί Αστυνομίας Νόμου 73(Ι)/2004, έγινε η ανακοπή του οχήματος. Πρέπει δε να λεχθεί ότι η παρούσα προφανώς διαφοροποιείται από την υπόθεση Κυπριανίδη ανωτέρω, εφόσον εκεί με βάση τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης κρίθηκε ότι τα αστυνομικά όργανα δεν είχαν στοιχεία που δημιουργούσαν οποιαδήποτε υποψία πως οι κατηγορούμενοι ήταν ενδεχομένως οι δράστες και κατ' επέκταση ότι η ακινητοποίηση του οχήματος τους συνιστούσε στέρηση της προσωπικής τους ελευθερίας, γεγονός που είχε επακόλουθες συνέπειες στη μαρτυρία που λήφθηκε στη συνέχεια. Κατ' επέκταση, νόμιμη στην παρούσα ήταν και η έρευνα του οχήματος, από τους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.4, που ακολούθησε την ανακοπή εφόσον η ανακοπή έγινε νόμιμα με σκοπό να γίνει τέτοια έρευνα, ως η προαναφερόμενη διάταξη προβλέπει. Ο δε συνεπαγόμενος αναγκαίος περιορισμός των κινήσεων του κατηγορούμενου 1 και των άλλων επιβαινόντων, με σκοπό να γίνει η έρευνα και μέχρι την αποπεράτωση αυτής, δεν συνιστούσε σύλληψη τους ή στέρηση της προσωπικής τους ελευθερίας αλλά επιτρεπτό περιορισμό τους. Λίγο μετά την έναρξη της έρευνας εντοπίσθηκε στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, η τσάντα τύπου handbag, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, περιουσία για την οποία τόσο ο κατηγορούμενος 1 όσο και οι άλλοι δύο επιβαίνοντες δεν έδωσαν επαρκείς εξηγήσεις για το νόμιμο της κατοχής της. Να σημειωθεί δε εδώ ότι οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.4 γνώριζαν και όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία που οδήγησαν στην ανακοπή του οχήματος. Έτσι προχώρησαν στην σύλληψη και των τριών προσώπων για το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας. Λαμβάνοντας υπόψην τα όσα έχουν αναφερθεί για το πότε ένα αδίκημα θεωρείται αυτόφωρο και τη διάταξη του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα, η οποία προβλέπει το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας, κρίνω ότι υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις, ορθά και νόμιμα οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.4 προχώρησαν στην σύλληψη των επιβαινόντων στο όχημα, για το εν λόγω αυτόφωρο αδίκημα. Η σύλληψη αυτή έγινε στην βάση του άρθρου 11 του Συντάγματος και του συνάδοντα με αυτό άρθρου 14
(1)(β) του Κεφ. 155. Νόμιμη ήταν, κατά την κρίση μου, και η σωματική έρευνα που ακολούθησε την νόμιμη σύλληψη των 3 προσώπων, εφόσον τέτοια εξουσία παρέχεται και ορθά ασκήθηκε υπό τις περιστάσεις της παρούσας, στην βάση του άρθρου 10
(1)του Κεφ. 155, για το οποίο έγινε αναφορά ανωτέρω. Με δεδομένο δε το νόμιμο της σύλληψης του κατηγορούμενου 1 και των άλλων δύο προσώπων, δεν μπορεί να γίνεται λοιπόν λόγος για παράνομη στέρηση της ελευθερίας αυτών ούτε στην συνέχεια δηλ. κατά την μεταφορά τους στην Α.Δ.Ε. Λεμεσού και στα όσα ακολούθησαν εκεί. Η δε μεταφορά του οχήματος στην Α.Δ.Ε. Λεμεσού ήταν επίσης νόμιμη, εφόσον τέτοια εξουσία παρέχεται από το άρθρο 28
(3)του περί Αστυνομίας Νόμου 73(Ι)/2004. Όσον αφορά την έρευνα του οχήματος που ακολούθησε στην Α.Δ.Ε. Λεμεσού θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Πριν την έναρξη της ο κατηγορούμενος 1 έδωσε γραπτώς την συγκατάθεση του για την διεξαγωγής αυτής, με την βοήθεια διερμηνέα της μητρικής του γλώσσας. Συνεπώς και αυτή η έρευνα ήταν νόμιμη. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι ακόμη και εάν δεν διδόταν τέτοια συγκατάθεση, η έρευνα δεν θα καθίστατο παράνομη, καθότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας, δεν ήταν κατά την κρίση μου απαραίτητη τέτοια συγκατάθεση, και εξηγώ. Στην παρούσα η έρευνα του οχήματος στην Α.Δ.Ε. Λεμεσού δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τα όσα προηγήθηκαν. Να υπομνησθεί ότι, ως έχει κριθεί ανωτέρω, το όχημα ανακόπηκε νόμιμα με σκοπό να ερευνηθεί. Στο σημείο της ανακοπής οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.4 έκαναν έρευνα στο όχημα. Θα μπορούσαν συνεπώς να παραλάβουν και να κατάσχουν αμέσως τα αντικείμενα που παραλήφθηκαν αργότερα κατά την έρευνα του οχήματος στην Α.Δ.Ε. Λεμεσού. Δεν το έπραξαν όμως προφανώς για πρακτικούς λόγους και τα άφησαν στο αυτοκίνητο, το οποίο αμέσως μετά οδήγησαν με τους συλληφθέντες στην Α.Δ.Ε. Λεμεσού, προς ολοκλήρωση της διερεύνησης. Η έρευνα λοιπόν που ακολούθησε μετά από σύντομο χρόνο στην Α.Δ.Ε. Λεμεσού, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως διαφορετική έρευνα, που να είχε δηλ. άλλο αντικείμενο και σκοπό και ανεξάρτητη από τον λόγο για τον οποίο έγινε η ανακοπή του οχήματος. Αντίθετα αποτελεί, κατά την κρίση μου, συνέχεια και ολοκλήρωση της έρευνας που νομίμως άρχισε μετά την ανακοπή του οχήματος. Θα ήταν άλλωστε παράλογο, ενώ υπήρχε εξουσία για έρευνα και παραλαβή των αντικειμένων λίγο μετά την ανακοπή που έγινε σε δημόσιο χώρο εντός της πόλης, στη συνέχεια λόγω της μεταφοράς του οχήματος στην Α.Δ.Ε. Λεμεσού, να χρειαζόταν είτε συγκατάθεση του οδηγού ή ένταλμα έρευνας, με σκοπό ουσιαστικά την διεξοδική ολοκλήρωση αυτής. Τέλος δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η έρευνα που έγινε αργότερα την ίδια ημέρα στην οικία του κατηγορούμενου 1, ήταν επίσης νόμιμη και στην βάση των προνοιών του άρθρου 16 του Συντάγματος, εφόσον αυτός ως ένοικος έδωσε γραπτή συγκατάθεση προς τούτο. Δεν προέκυψε δε πουθενά από την μαρτυρία έστω υπόνοια ότι τα μέλη της Αστυνομίας στην παρούσα έκαναν χρήση των εξουσιών που τους παρέχει ο Νόμος για αλλότριους σκοπούς, ούτε ότι η δράση τους ήταν αυθαίρετη ή δυσανάλογη προς τις ανάγκες που προέκυπταν σε κάθε δεδομένη στιγμή. Αντίθετα κρίνεται ότι η δράση τους ήταν εύλογη και μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας. Ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι τα επίδικα στην παρούσα τεκμήρια λήφθηκαν νόμιμα και συναφώς η ένσταση της υπεράσπισης του κατηγορούμενου 1 δεν μπορεί να γίνει δεκτή και απορρίπτεται. (Υπ.) ......................................... Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim (Αναφορά: Ποινική - Ενδιάμεση - Δίκη εντός δίκης - Παρανόμως ληφθείσα μαρτυρία) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο