Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Νικόλας Κακουλής, Αρ. Υπόθεσης: 10972/12, 8/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Δρουσιώτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10972/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή ν. Νικόλας Κακουλής Κατηγορούμενος -------- Ημερομηνία: 8 Απριλίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Β. Δανιηλίδου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Η. Κονναρής Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά εννέα κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της πλαστογραφίας και η δεύτερη το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α), 336 και 339 του Ποινικού Κώδικα. Η τρίτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα. Οι κατηγορίες 4, 6, 7, 8 και 9 αφορούν αδικήματα έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα και η κατηγορία 5 αφορά αδικήματα συγκάλυψης κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(ιιι)
(2)και 5
(1)του περί συγκάλυψης, έρευνας και δέσμευσης εσόδων από ορισμένες εγκληματικές πράξεις νόμου 61
(1)/
- Με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο κατηγορούμενος μεταξύ του μηνός Αυγούστου 2007 και του μηνός Μαΐου του 2008 με σκοπό την καταδολίευση κατάρτησε πλαστό έγγραφο δηλαδή πληρεξούσιο έγγραφο που αφορούσε την διαπραγμάτευση για την πώληση δύο οικοπέδων που ανήκουν στην εταιρεία G & S Kozakos Carriers ltd το οποίο εμφανιζόταν ότι δεν ήταν στην πραγματικότητα και το κυκλοφόρησε (κατηγορίες 1 και 2). Ότι κατά τον ίδιο χρόνο που αναφέρεται πιο πάνω με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασε από τον Καλλίνικο Χριστοφόρου το χρηματικό ποσό των Λ.Κ.10.000 προσποιούμενος ότι θα πωλούσε τα πιο πάνω δύο οικόπεδα, παρουσιάζοντας του το πλαστό πληρεξούσιο έγγραφο με αποτέλεσμα ο Χριστοφόρου να του δώσει το χρηματικό ποσό των Λ.Κ.10.000 (κατηγορία 3). Ότι κατά τον ίδιο χρόνο που αναφέρεται ανωτέρω ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι το ποσό των Λ.Κ.10.000 αποτελούσε έσοδο από διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, απέκτησε και κατείχε το πιο πάνω χρηματικό ποσό (κατηγορία 5). Ότι στις 7.5.2008 στη Λεμεσό εξέδωσε στον Καλλίνικο Χριστοφόρου τις επιταγές του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού με αριθμό 01194291 για το ποσό των €17.086 (κατηγορία 4), με αριθμό 01194292 για το ποσό των €8.543 (κατηγορία 6), με αριθμό 01194294 για το ποσό των €17.086 (κατηγορία 7), οι οποίες ήταν πληρωτέες στις 7.5.2008 και όταν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα από την οποία εκδόθηκαν στις 7.5.2008 και 22.5.2008 δεν εξοφλήθησαν λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη των και παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση τους. Ότι στις 23.4.2008 εξέδωσε στον Καλλίνικο Χριστοφόρου την επιταγή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού με αριθμό 01194284 για το ποσό των €10.000 πληρωτέα στις 23.4.2008 η οποία όταν παρουσιάστηκε στην τράπεζα από την οποία εκδόθηκε στις 23.4.2008 και 14.5.2008 δεν εξοφλήθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση της (κατηγορία 8). Ότι στις 5.5.2008 εξέδωσε στον Αντώνη Χριστοφή την επιταγή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού με αριθμό 01194293 για το ποσό των €17.786 πληρωτέα στις 5.5.2008 η οποία όταν παρουσιάστηκε στην τράπεζα από την οποία εκδόθηκε στις 8.5.2008 και 20.5.2008 δεν εξοφλήθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση της (κατηγορία 9). Η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τρεις μάρτυρες κατηγορίας και ο κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία κατέθεσε ενόρκως. Κατατέθηκαν συνολικά 35 Τεκμήρια, τα πλείστα υπό μορφή παραδεκτών γεγονότων και οι καταθέσεις των Μ.Κ.1 - 3 έχουν σημειωθεί ως Ενδείξεις Α - Γ και αποτέλεσαν μέρος της κυρίως εξέτασης τους. Η Μ.Κ.1 Λοχίας 176 Έλενα Μιχαήλ είναι αυτή που ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης σε σχέση με την έκδοση τεσσάρων επιταγών χωρίς αντίκρισμα. Είναι αυτή που παρέλαβε αρχικά τρείς πρωτότυπες επιταγές από τον Καλλίνικο Χριστοφόρου με αριθμούς 01194294, 01194284 και
- Επίσης παρέλαβε από τη Γ/Αστ. 4282 Ε. Λοϊζου την πρωτότυπη επιταγή
- Συνέλαβε τον κατηγορούμενο και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο της απάντησε «συμφωνήσαμε να τα κανονίσουμε». Κατάθεσε περαιτέρω τις ανακριτικές καταθέσεις του κατηγορουμένου ημερομηνίας 28.11.2008, 28.11.2008 και 2.11.
- Περαιτέρω κατέθεσε τα Τεκμήρια που περιήλθαν στην κατοχή της κατά την διερεύνηση της υπόθεσης. Η μάρτυρας αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι ο Κοζάκος της ανέφερε ότι από τον κατηγορούμενο ζήτησε να εκτιμήσει τα δύο οικόπεδα και όχι να προχωρήσει με πληρεξούσιο για την πώληση τους. Αρνήθηκε ότι η καταγγελία έγινε κακόβουλα και ότι υπήρξε οποιαδήποτε διευθέτηση. Ο Μ.Κ.2 Καλλίνικος Χριστοφόρου ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος τον ενημέρωσε ότι έχει πληρεξούσιο να διαπραγματευτεί την πώληση δύο οικοπέδων στην περιοχή νέου λιμανιού τα οποία ανήκουν στην εταιρεία G & S Kozakos Carriers ltd και του παρέδωσε φωτοαντίγραφο πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 15.6.2007, φωτοαντίγραφο τοπογραφικού και φωτοαντίγραφο πιστοποιητικών εγγραφής των δύο οικοπέδων και μια αεροφωτογραφία των οικοπέδων. Τα έγγραφα αυτά τα αναγνώρισε ως τα Τεκμήρια 5 και 7 Δικαστηρίου. Συμφώνησαν και την τιμή στο ποσό των Λ.Κ.300.000 και στις 7.9.2007 του έδωσε δύο επιταγές για το ποσό των Λ.Κ.10.000, μια της Λαϊκής τράπεζας με εκδότη τον ίδιο για το ποσό των Λ.Κ.5.000 και με αριθμό 00002967 και μια επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με εκδότη τη σύζυγο του Ζωούλα Χριστοφόρου για το ποσό των Λ.Κ.5.000 και με αριθμό 49023349 και οι δύο επιταγές είχαν δικαιούχο τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος την ίδια μέρα του παρέδωσε φωτοαντίγραφο απόδειξης είσπραξης με αριθμό 0402, έγγραφο το οποίο ως αναγνώρισε στο Δικαστήριο ότι πρόκειται για το Τεκμήριο
- Τις επόμενες μέρες ζήτησε από τον κατηγορούμενο να του υπογράψει βεβαίωση για την αγορά των δύο οικοπέδων την οποία ο κατηγορούμενος την υπέγραψε στην παρουσία του και πρόκειται για το Τεκμήριο
- Επίσης ο μάρτυρας ετοίμασε και αγοραπωλητήριο έγγραφο το οποίο δεν ολοκληρώθηκε, έγγραφο το οποίο αφορά το Τεκμήριο
- Αργότερα ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι ο Κοζάκος μετάνιωσε και δεν επιθυμεί να πωλήσει τα δύο οικόπεδα και του έδωσε για επιστροφή της προκαταβολής την επιταγή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού με αριθμό 01194291 για το ποσό των €17.086 με ημερομηνία 7.5.2008 και με εκδότη των κατηγορούμενο. Περαιτέρω ο μάρτυρας ανέφερε ότι μεταξύ Σεπτεμβρίου 2007 και Μαΐου 2008 του δάνεισε σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις το ποσό των €17.086 και €10.000 με τη συμφωνία να του τα επέστρεφε αργότερα. Ο κατηγορούμενος του έκδωσε δύο επιταγές του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού με αριθμό 01194294 για €17.086 με ημερομηνία 7.5.2008 και με αριθμό 01194292 για το ποσό των €8.548 με ημερομηνία 7.5.
- Η πρώτη επιταγή αφορούσε εξόφληση μέρους του ποσού που τον δάνεισε ενώ η δεύτερη αφορούσε επιστροφή προκαταβολής που του έδωσε για αγορά οικοπέδων στο Λουβαρά. Στο μεσοδιάστημα ο κατηγορούμενος του έδωσε την επιταγή 01194284 για το ποσό των €10.000 για εξόφληση του ποσού που τον δάνεισε με ημερομηνία 23.4.
- Ο μάρτυρας αναγνώρισε τις επιταγές ως τα Τεκμήρια 6, 16, 18 και 17 αντίστοιχα. Περαιτέρω ο μάρτυρας αναφέρθηκε στις προσπάθειες που έκανε για εξαργύρωση των πιο πάνω επιταγών, αναφέρθηκε περαιτέρω για το ενδιαφέρον του μαζί με τον κατηγορούμενο και άλλα πρόσωπα για αγορά χωραφιών στο Λουβαρά. Ο μάρτυρας αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το πληρεξούσιο αν θυμάται καλά ετοιμάστηκε από τον κατηγορούμενο και είναι ο κατηγορούμενος που του το έδωσε. Δεν γνωρίζει αν ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε πρόβλημα με την ΜΟΚΑΣ γνωρίζει όμως ότι μπλοκαρίστηκαν οι λογαριασμοί του. Σε ερώτηση πότε έλαβε τις επιταγές ανέφερε ότι πιστεύει ότι τις έλαβε τις ημερομηνίες που γράφουν ότι εκδόθησαν. Σε σχέση με τις ημερομηνίες των επιταγών σε άλλη ερώτηση απάντησε ότι πιθανόν να συμπληρώθησαν από τον ίδιο μετά από συνεννόηση με τον κατηγορούμενο και ακόμη ανέφερε ότι πιθανόν να δοθήκαν όλες την ίδια μέρα. Ο Μ.Κ.3 Χριστάκης Φραντζής είναι υπάλληλος στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού στο τμήμα των τρεχούμενων λογαριασμών. Ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος διατηρεί τρεχούμενο λογαριασμό με αριθμό 40-16516-0 στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού ο οποίος ανοίχθηκε στις 20.6.
- Σε σχέση με τις επιταγές με αριθμούς 01194294 και 01194292 με εκδότη τον Νικόλα Κακουλή και δικαιούχο τον Καλλίνικο Χριστοφόρου με ημερομηνία 7.5.2008 και για τα ποσά των €17.086 και €8.543 αντίστοιχα παρουσιάστηκαν στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού στις 8.5.2008 από τη Λαική Τράπεζα για εξαργύρωση. Δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα και επεστράφηκαν στις 9.5.08 πίσω στη Λαική τράπεζα. Στις 26.5.08 οι δύο επιταγές παρουσιάστηκαν ξανά για εξαργύρωση από τη Λαική Τράπεζα, ο λογαριασμός του Κακουλή είχε παγοποιηθεί στις 13.5.08 και οι δύο επιταγές επεστράφηκαν πίσω στη Λαική Τράπεζα με τη σφραγίδα «Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ». Σε σχέση με την επιταγή με αριθμό 01194284 με εκδότη τον Νικόλα Κακουλή και δικαιούχο τον Καλλίνικο Χριστοφόρου ημερ. 23.4.08 για το ποσό των €10.000 παρουσιάστηκε στις 30.4.08 από την Λαϊκή Τράπεζα για να εξαργυρωθεί και επεστράφηκε πίσω λόγω μη επαρκών υπολοίπων στις 2.5.
- Στις 16.5.08 η επιταγή παρουσιάστηκε ξανά για εξαργύρωση και επεστράφηκε πίσω με την ένδειξη «Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ». Σε σχέση με την επιταγή 01194293 ημερομηνίας 5.5.08 με εκδότη τον Νικόλα Κακουλή και δικαιούχο τον Αντώνη Χριστοφή παρουσιάστηκε για εξαργύρωση μέσω της Λαική τράπεζας στις 9.5.08 και επεστράφηκε λόγω του ότι δεν είχε ο λογαριασμός επαρκή υπόλοιπα. Στις 21.5.08 η επιταγή επαναπαρουσιάστηκε στην τράπεζα και επεστράφηκε γιατί ο λογαριασμός παγοποιήθηκε στις 13.5.
- Περαιτέρω ο μάρτυρας ανέφερε ότι η επιταγή με αριθμό 49023349 της Τράπεζας Κύπρου με ημερομηνία 2.12.08 και με εκδότη τη Ζωή Χριστοφόρου και δικαιούχο τον Νικόλα Κακουλή ημερ. 7.9.07 για το ποσό των Λ.Κ.5.000 παρουσιάστηκε στο κατάστημα που εργάζεται στις 8.9.07, κατατέθηκε στο λογαριασμό που διατηρεί ο Νικόλας Κακουλής και τιμήθηκε για το ισάξιο ποσό της επιταγής δηλαδή για της Λ.Κ.5.
- Ο μάρτυρας αναγνώρισε τα Τεκμήρια 6, 16 - 19 ως τις επιταγές που κάνει αναφορά στην κατάθεση του Ένδειξη Γ. Δεν γνωρίζει αν έχει δεσμευτεί ο λογαριασμός από την ΜΟΚΑΣ, γνωρίζει όμως ότι όταν η τράπεζα ενημερωθεί ο λογαριασμός παγοποιείται αμέσως. Εξήγησε ότι όταν ο λογαριασμός μπει στο ΚΑΠ ενημερώνεται αμέσως ο πελάτης και όταν ο λογαριασμός είναι παγοποιημένος δεν μπορεί να γίνει δεκτό να κατατεθεί οτιδήποτε. Του υποβλήθηκε ερώτηση ότι ο λογαριασμός δεσμεύτηκε από την ΜΟΚΑΣ τον Γενάρη του 2008, ο μάρτυρας ανέφερε ότι από το 2006 μέχρι το 2008 ο λογαριασμός του κατηγορούμενου κινείτο, σταμάτησε να κινείται με την παγοποίηση και είχε ως αποτέλεσμα ο λογαριασμός να κλείσει. Επανεξεταζόμενος ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 27 φωτοαντίγραφο επιστολής του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου με ημερ. 14.5.08 ότι ο λογαριασμός καταχωρήθηκε στο ΚΑΠ. Από τους δικηγόρους έγινε δήλωση και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι δεν έχει ασκηθεί οποιαδήποτε ιδιωτική υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου σε σχέση με τα επίδικα αδικήματα. Κατατέθηκαν περαιτέρω ως παραδεκτά γεγονότα η κατάθεση του Γεώργιου Κοζάκου και η κατάθεση του Μιχάλη Σάββα. Ο Γεώργιος Κοζάκου στην κατάθεση του αναφέρει ότι στον κατηγορούμενο έδωσε το τοπογραφικό μαζί με δύο πιστοποιητικά εγγραφής των οικοπέδων για να εκτιμήσει τα κτήματα. Μετά από λίγες μέρες του τηλεφώνησε ότι έκανε την εκτίμηση και ανέρχετο στις Λ.Κ.250.000, ότι έχει πελάτη για να τα αγοράσει και γι΄ αυτή τη μεσολάβηση ο Κακουλής του ζήτησε Λ.Κ.15.
- Του ανέφερε ότι δεν επιθυμεί να τα πουλήσει και τα φωτοαντίγραφα που του έδωσε δεν του τα επέστρεψε. Ο Κακουλής μίλησε ακόμη δύο φορές μαζί του και όταν του αρνήθηκε την πώληση των οικοπέδων τότε δεν είχαν οποιαδήποτε άλλη επικοινωνία. Σε σχέση με το φωτοαντίγραφο του πληρεξουσίου ημερ. 15.6.07 αναφέρει ότι η υπογραφή δεν είναι δική του και ουδέποτε υπέγραψε πληρεξούσιο στην παρουσία πιστοποιούντος υπαλλήλου. Ο Μιχάλης Σάββα ανέφερε ότι είναι πιστοποιών υπάλληλος. Από έλεγχο που έκανε στο τετράδιο που διατηρεί και γράφει όλες τις πιστοποιήσεις για τις 15.6.07 δεν παρουσιάζει να πιστοποίησε υπογραφή του Γιώργου Κοζάκου και του Νικόλα Κακουλή. Δεν γνωρίζει πως μπήκε η υπογραφή του και η σφραγίδα του στο συγκεκριμένο πληρεξούσιο, είναι δική του αλλά δεν θυμάται οτιδήποτε με την πιστοποίηση του συγκεκριμένου εγγράφου. Παραδεκτό γεγονός αποτελεί και η έκθεση του γραφολόγου Ανώτερου Υπαστυνόμου Μαρκίδη ο οποίος εξέτασε το πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 15.6.07 και ανέφερε ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή που αποδίδεται στον Κοζάκο Γεώργιο δεν είναι γνήσια υπογραφή του Κοζάκου Γεώργιου. Παραδεκτό γεγονός αποτέλεσαν και οι καταθέσεις της Έλενας Παπαδοπούλου η οποία κατά τον επίδικο χρόνο εργάζετο στην Λαική Τράπεζα (Marfin Λαϊκή) της Παναγιώτας Παστελλή η οποία εργάζετο στην Τράπεζα Κύπρου και της Νίκης Λουκή η οποία εργάζετο στη Λαϊκή Τράπεζα. Η αναφορά της Παπαδοπούλου και της Παστελλή είναι σε σχέση με τις επιταγές που εδόθησαν από το Καλλίνικο Χριστοφόρου προς τον κατηγορούμενο και συγκεκριμένα την επιταγή με αριθμό 00002967 ύψους Λ.Κ.5.000 ημερομηνίας 7.9.2007 και την επιταγή 00002969 ύψους Λ.Κ.5.000 ημερομηνίας 12.9.2007 οι οποίες εκδόθησαν από τον Καλλίνικο Χριστοφόρου ή Ζωούλλα, δόθηκαν στον κατηγορούμενο και κατατέθηκαν στο λογαριασμό του. Η Παστελλή κάνει αναφορά για την επιταγή 49023349 ημερομηνίας 7.9.2007 με εκδότη τη Χριστοφόρου Ζωή και δικαιούχο τον κατηγορούμενο για το ποσό των Λ.Κ.5.
- Η επιταγή ξεκαθάρισε και πληρώθηκε. Η Λουκή στις καταθέσεις τις Τεκμήρια 33 και 33 Α επεξηγεί την πορεία των επιταγών με αριθμούς 01194294, 01194292, 01194284 και 01194291 οι οποίες εκδόθηκαν από τον κατηγορούμενο και δόθηκαν στον Καλλίνικο Χριστοφόρου, παρουσιάστησαν στην τράπεζα και επεστράφησαν απλήρωτες γιατί δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα καταρχάς και τη δεύτερη φορά ότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ. Ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως. Ανέφερε ότι με τον Καλλίνικο Χριστοφόρου ήταν οικογενειακοί φίλοι και είχαν οικονομικές δοσοληψίες, τον δάνειζε και του τα επέστρεφε. Σε σχέση με τις επιταγές που του έκδωσε και δεν τις έχει τιμήσει ανέφερε ότι αυτές εκδόθηκαν όταν είχε μεγάλα οικονομικά προβλήματα, παγοποιήθηκε ο λογαριασμός του και ο Καλλίνικος του έδωσε δανεικά για να τον διευκολύνει μέχρι να διευθετηθούν οι λογαριασμοί του και να αποδεσμευτούν από την ΜΟΚΑΣ. Τις επιταγές του τις έδωσε σαν εγγύηση. Ο λογαριασμός του έχει δεσμευτεί από την ΜΟΚΑΣ και πιστεύει μέχρι και σήμερα είναι παγοποιημένος. Από το Τεκμήριο 6 αναγνωρίζει την υπογραφή του και το ποσό. Το ίδιο και για τις επιταγές Τεκμήρια 16 μέχρι
- Ισχυρίζεται ότι δόθηκαν στον Χριστοφόρου τον Ιανουάριο του 2008 και κάποια το Δεκέμβριο του
- Αναφέρθηκε στη σχέση του με τον Κοζάκο. Παραδέχθηκε ουσιαστικά ότι έλαβε λεφτά από τον Καλλίνικο Χριστοφόρου ως προκαταβολή για την πώληση των δύο οικοπέδων και των χωραφιών στο Λουβαρά. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος έχε δώσει τρεις καταθέσεις στην αστυνομία. Στο Τεκμήριο 1 ισχυρίζεται ότι ο Κοζάκος ήθελε να πωλήσει τα δύο οικόπεδα γι΄ αυτό του έδωσε φωτοαντίγραφα του τοπογραφικού, φωτοαντίγραφα πιστοποιητικών εγγραφών των δύο οικοπέδων. Του ανέφερε ότι η τιμή είναι γύρω στις Λ.Κ.300.
- Συμφωνεί ότι ο Καλλίνικος του έδωσε Λ.Κ.10.000 ως προκαταβολή για τα δύο οικόπεδα και ότι ενημέρωσε τον Καλλίνικο ότι είναι εξουσιοδοτημένος με πληρεξούσιο και του υπέδειξε πληρεξούσιο με ημερομηνία 15.6.07 το οποίο είναι υπογραμμένο τόσο από τον Κοζάκο όσο και από τον ίδιο. Δεν είδε ποτέ του πρωτότυπα. Στον Καλλίνικο δεν έδωσε ποτέ του φωτοαντίγραφο. Σε σχέση με την απόδειξη είσπραξης με αριθμό 0402 είναι η απόδειξη που έδωσε στον Καλλίνικο όταν πήρε τα λεφτά και έχει ημερομηνία 27.8.
- Παραδέχεται ότι την ίδια μέρα ο Καλλίνικος έκανε μία βεβαίωση με ημερομηνία 27.8.08 την οποία υπέγραψε ότι πήρε την προκαταβολή. Η μεταβίβαση δεν ολοκληρώθηκε λόγω του ότι ο Κοζάκος μετάνιωσε. Την προκαταβολή που παρέλαβε από τον Καλλίνικο δεν την έδωσε στον Κοζάκο γιατί δεν τον έβρισκε εύκολα. Μετά την ακύρωση της πώλησε ανέλαβε να επιστρέψει στον Καλλίνικο το ποσό των Λ.Κ.10.
- Μέχρι σήμερα δεν του το επέστρεψε. Σε σχέση με τις τέσσερις επίδικες επιταγές γνωρίζει ότι όλες επεστράφηκαν απλήρωτες αφού πριν την έκδοση τους γνώριζε ότι ο λογαριασμός είναι κλειστός. Ο λόγος που τις έδωσε στον Καλλίνικο ήταν γιατί τον δάνεισε λεφτά και όταν θα διευθετούνταν τα οικονομικά του θα τις επέστρεφε και αυτές δόθηκαν ως εγγύηση. Δεν έβαλε ημερομηνίες πάνω. Σε σχέση με τα χωράφια στο Λουβαρά ανέφερε ότι συμφώνησε με τον ιδιοκτήτη τους να τα ανταλλάξουν με ένα σκάφος που είχε. Η τιμή του σκάφους ήταν ισάξια με την τιμή των χωραφιών. Όταν το άκουσε ο Καλλίνικος του είπε ότι ενδιαφερόταν και εκείνος να αγοράσει μαζί του και μαζί με τον ξάδελφο του Αντώνη Χριστοφή το χωράφι και ακόμη ένα τέταρτο πρόσωπο. Η τιμή που συμφώνησαν ήταν Λ.Κ.40.000 και ο καθένας θα πλήρωνε από Λ.Κ.10.
- Όλοι του έδωσαν από Λ.Κ.5.000 εκτός από τον Χριστοφή που του έδωσε Λ.Κ.10.
- Ο Γερμανός όμως σε κάποιο στάδιο μετάνιωσε, δεν ήθελε να πωλήσει τα χωράφια, δεν έγιναν οι συμφωνίες, του πλήρωσε τα λεφτά του σκάφους όχι ολόκληρο το ποσό. Λόγω του ότι είχε προβλήματα με τους λογαριασμούς του δεν κατάφερε να επιστρέψει τις προκαταβολές. Στην κατάθεση του Τεκμήριο 2 σε σχέση με το πληρεξούσιο έγγραφο παραδέχεται ότι το έκανε ο ίδιος, το έστειλε με φαξ στον Κοζάκο και του έδωσε ο Κοζάκος εξουσιοδότηση να το υπογράψει στη θέση του δηλαδή πάνω από το όνομα του. Έβαλε τρίτο πρόσωπο να το υπογράψει και αυτό το έκανε γιατί το θεωρούσε κάτι τυπικό και στη συνέχεια έκανε την πιστοποίηση. Το πληρεξούσιο μετά που έδωσε φωτοαντίγραφο στον Καλλίνικο το κατέστρεψε. Για την επιταγή 01194293 για το ποσό των €17.786 με ημερομηνία 5.5.08 και με δικαιούχο τον Αντώνη Χριστοφή παραδέχεται ότι την έδωσε ο ίδιος στο Χριστοφή ως επιστροφή της προκαταβολής που έδωσε για τα χωράφια στο Λουβαρά. Γνώριζε ότι δεν είχε λεφτά ο λογαριασμός του και γνώριζε ότι θα επέστρεφε απλήρωτη. Ο λόγος που την έδωσε ήταν ως εγγύηση ότι θα του επέστρεφε τα λεφτά της προκαταβολής. Γνώριζε ότι ο λογαριασμός του ήταν στο ΚΑΠ αφού ήδη τον ενημέρωσαν το Συνεργατικό. Αυτό το γνώριζε τόσο ο Χριστοφή όσο και ο Χριστοφόρου. Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και με αυτή την προσοχή προχωρώ στην εξέταση της μαρτυρίας τους, αφού το έργο της αξιοπιστίας είναι ένα πολυσύνθετο και λεπτό έργο παρατήρησης κατατεθέντων μαρτύρων και ορθά έχει χαρακτηριστεί ως σημαντικότερο καθήκον του Δικαστηρίου (βλέπε C & A Pelekanos Associates Ltd
(1999)1 (Β) ΑΑΔ 1273). Όλοι οι μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής έχουν αφήσει θετική εντύπωση στο Δικαστήριο, ιδιαιτέρως οι Μ.Κ.1 και 3 Λοχίας 176 Έλενα Μιχαήλ και Χριστάκης Φραντζή, είναι ανεξάρτητοι μάρτυρες, δεν έτυχαν ουσιαστικής αντεξέτασης και έχουν παραθέσει στο Δικαστήριο τα γεγονότα όπως περιήλθαν στην αντίληψη τους. Η Μ.Κ.1 κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης και ο Μ.Κ.3 ως υπάλληλος στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, τράπεζα η οποία διατηρούσε ο κατηγορούμενος τρεχούμενο λογαριασμό. Η μαρτυρία τους κρίνεται καθόλα αξιόπιστη και αποδεκτή. Έχοντας υπόψη τη γραμμή της υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.2 και τη σχέση του Μ.Κ.2 με τον κατηγορούμενο καθώς και την επιχειρηματική τους δραστηριότητα σε άλλα θέματα εξέτασα με ιδιαίτερη προσοχή τη μαρτυρία του Μ.Κ.2, ο οποίος είναι ο παραπονούμενος σε σχέση με τις πλείστες των κατηγοριών. Εξετάζοντας λοιπόν στην ολότητα της τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 και σε συνδυασμό με τα όσα ο κατηγορούμενος αναφέρει στις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία και είναι Τεκμήρια 1 - 3, δεν διαπιστώνω να υπάρχει επί της ουσίας διαφορά πλην του ισχυρισμού του κατηγορουμένου ότι κατά τη στιγμή που έκδοσε και έδωσε τις επιταγές στον παραπονούμενο ο παραπονούμενος γνώριζε ότι ο λογαριασμός ήταν παγοποιημένος. Ο Μ.Κ.2 ήταν ξεκάθαρος ότι το πληρεξούσιο φωτοαντίγραφο που παρέδωσε στην αστυνομία του το έδωσε ο κατηγορούμενος και τις επιταγές του τις έδωσε ο κατηγορούμενος τόσο για την εξόφληση της προκαταβολής για την αγορά δύο οικοπέδων όσο και για την εξόφληση ποσών τα οποία ο παραπονούμενος δάνεισε στον κατηγορούμενο και τέλος για την εξόφληση της προκαταβολής για αγορά χωραφιών στο Λουβαρά. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Ο κατηγορούμενος τόσο προφορικά όσο και γραπτώς στις καταθέσεις του προβαίνει σε κάποιες παραδοχές σημαντικές για την ουσία της υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος στις γραπτές του καταθέσεις συμφωνεί με τον παραπονούμενο ακόμη και γι΄ αυτή την ετοιμασία του πληρεξουσίου εγγράφου που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Η μη δεχτότητα του κατά την ακροαματική διαδικασία εστιάζεται στο γεγονός ότι δεν φέρει την υπογραφή κατά την υπόδειξη από την Μ.Κ.1 όπως το Τεκμήριο
- Επί την ουσία αυτό που παρατηρώ είναι ότι το Τεκμήριο 5 και το Τεκμήριο 35 επί του ουσιαστικού περιεχομένου των εγγράφων είναι πανομοιότυπα και προϊόν φωτοαντιγράφου και τα δύο. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται στην κατάθεση του ότι το πρωτότυπο πληρεξούσιο το υπέδειξε στον παραπονούμενο και το κατέστρεψε. Οι αμφιταλαντεύσεις, η διαφορετική πορεία της υπεράσπισης του κατά το στάδιο της αντεξέτασης των μαρτύρων αλλά και οι ισχυρισμοί ότι τόσο ο παραπονούμενος όσο και ο Αντώνης Χριστοφή γνώριζαν εκ των προτέρων και συγκεκριμένα κατά την παραλαβή των επιταγών ότι ο λογαριασμός ήταν παγοποιημένος, αποτελούν προϊόν εκ των υστέρων σκέψης και απορρίπτονται. Από τις καταθέσεις του κατηγορούμενου το Δικαστήριο λαμβάνει τις παραδοχές που αναδεικνύονται μέσα από αυτές και έρχονται σε πλήρη συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, τα παραδεκτά γεγονότα διαπιστώνονται τα πιο κάτω συμπεράσματα. Ο κατηγορούμενος αφού έλαβε από τον Γιώργο Κοζάκο τοπογραφικό και πιστοποιητικό εγγραφής καθώς και αεροφωτογραφία των ακινήτων με αριθμό εγγραφής 50624 και 50625 για να εκτιμήσει την αξία τους, προχώρησε και δημιούργησε το πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο εμφαίνεται τόσο στο φωτοαντίγραφο Τεκμήριο 5 όσο και στο φωτοαντίγραφο Τεκμήριο 35 με το οποίο εξουσιοδοτείται από την εταιρεία G & S Kozakos Carriers Ltd για την πώληση των πιο πάνω αναφερομένων οικοπέδων. Τόσο το Τεκμήριο 5 όσο και το Τεκμήριο 35 αποτελούν φωτοαντίγραφα με βάση δε τη μαρτυρία του ιδίου του κατηγορουμένου το πρωτότυπο κατασκευάστηκε από τον ίδιο, υπεγράφη από τον ίδιο και τρίτο πρόσωπο χωρίς όμως από τον Γεώργιο Κοζάκου, το πρωτότυπο υποδείχθηκε από τον κατηγορούμενο στον Καλλίνικο Χριστοφόρου όπου διατήρησε φωτοαντίγραφο. Με βάση την έκθεση του γραφολόγου Ανώτερου Υπαστυνόμου Μαρκίδη, η υπογραφή κάτω από το όνομα Γεώργιος Κοζάκου στο πληρεξούσιο Τεκμήριο 5 διαφέρει από τη μορφή και τεχνική σχηματισμού των δειγμάτων υπογραφής που αποδίδονται στον Κοζάκο Γεώργιο και κατά τη γνώμη του δεν είναι η γνήσια υπογραφή του Κοζάκου Γεώργιου. Κατηγορούμενος και Καλλίνικος Χριστοφόρου συμφώνησαν για την αγορά των δύο πιο πάνω αναφερομένων οικοπέδων μετά την παρουσίαση από τον κατηγορούμενο του πληρεξουσίου εγγράφου και ο Καλλίνικος του έδωσε δύο επιταγές ύψους Λ.Κ.5.000 εκάστη με ημερομηνία έκδοσης 7.9.2007, η μία της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 49023349 με εκδότη την Ζωή Χριστοφόρου και η άλλη της Λαϊκής Τράπεζας με αριθμό 00002967 με εκδότη το Καλλίνικο Χριστοφόρου ή Ζωούλλα και οι δύο επιταγές κατατέθηκαν στο λογαριασμό του κατηγορούμενου και τα ποσά τους πιστώθηκαν σε αυτόν (Τεκμήρια 13 και 14). Ο κατηγορούμενος την ίδια μέρα έδωσε στον Καλλίνικο Χριστοφόρου φωτοαντίγραφο απόδειξης εισπράξεως της SmartChoice Cyprus Real Estate and Management με αριθμό 0402 για το ποσό των Λ.Κ.10.000 (Τεκμήριο 8). Επίσης ο Καλλίνικος ετοίμασε βεβαίωση ημερομηνίας 27.8.07, στην οποία ο κατηγορούμενος βεβαίωνε την παραλαβή του ποσού των Λ.Κ.10.000 με επιταγές ημερομηνίας 7.9.07 και την έκδοση της πιο πάνω αναφερόμενης απόδειξης ημερομηνίας 27.8.07 και σε περίπτωση μη ολοκλήρωσης της συμφωνίας το ποσό να επιστραφεί εντός καθορισμένης προθεσμίας (Τεκμήριο 9). Ο κατηγορούμενος αργότερα ενημέρωσε τον Καλλίνικο Χριστοφόρου ότι η συμφωνία πώλησης των οικοπέδων ναυάγησε και του επέστρεψε το ποσό των €17.086 με επιταγή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού και με αριθμό 01194291 η οποία έφερε ημερομηνία έκδοσης 7.5.2008 και εκδότης ήταν ο κατηγορούμενος (Τεκμήριο 6). Περαιτέρω ο Καλλίνικος μαζί με τον κατηγορούμενο και άλλα δύο άτομα συμφώνησαν για αγορά χωραφιών στο Λουβαρά για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.40.000 και αναλογούσε στον καθένα εξ αυτών το ποσό των Λ.Κ.10.
- Ο Καλλίνικος έδωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των Λ.Κ.5.000, ο Αντώνης Χριστοφή το ποσό των Λ.Κ.10.000 και τρίτο πρόσωπο το ποσό των Λ.Κ.5.
- Μετά που ναυάγησε και αυτή η συμφωνία ο κατηγορούμενος έδωσε στον Καλλίνικο επιταγή ημερομηνίας 7.5.2008 του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού ύψους €8.543 που αφορούσε το ισόποσο ποσό των Λ.Κ.5.
- Επίσης έδωσε επιταγή στον Αντώνη Χριστοφή με ημερομηνία 5.5.2008 και με αριθμό 01194293 του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού για το ποσό των €17.
- Περαιτέρω ο κατηγορούμενος για εξόφληση ποσών που ο Καλλίνικος δάνεισε στον ίδιο, όπως και ο ίδιος ο κατηγορούμενος κάνει αναφορά στις καταθέσεις έδωσε στον Καλλίνικο την επιταγή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 23.4.08 και με αριθμό 1194284 ύψους €10.000 και την επιταγή ημερομηνίας 7.5.2008 με αριθμό 01194294 ύψους €17.
- Η επιταγή με αριθμό 01194291 του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού με ημερ. 7.5.08 με εκδότη τον κατηγορούμενο και δικαιούχο τον Καλλίνικο Χριστοφόρου για το ποσό των €17.086 κατατέθηκε στην Marfin Popular Bank στις 7.5.2008 και επεστράφη πίσω στις 9.5.08 «να παρουσιαστεί ξανά μη επαρκή υπόλοιπα». Επανακατατέθη στις 22.5.08 και επεστράφη στις 26.5.08 «αποταθείτε στον εκδότη ανεπαρκή υπόλοιπα ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ» (Τεκμήριο 6). Η επιταγή με αριθμό 01194294 του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού με ημερ. 7.5.08 με εκδότη τον κατηγορούμενο και δικαιούχο τον Καλλίνικο Χριστοφόρου για το ποσό των €17.086 κατατέθηκε στην Marfin Popular Bank στις 7.5.2008 και επεστράφη πίσω στις 9.5.08 «να παρουσιαστεί ξανά μη επαρκή υπόλοιπα». Επανακατατέθη στις 22.5.08 και επεστράφη στις 26.5.08 «αποταθείτε στον εκδότη ανεπαρκή υπόλοιπα ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ» (Τεκμήριο 16). Η επιταγή με αριθμό 01194284 του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού με ημερ. 23.4.08 με εκδότη τον κατηγορούμενο και δικαιούχο τον Καλλίνικο Χριστοφόρου για το ποσό των €10.000 κατατέθηκε στην Marfin Popular Bank στις 23.4.2008 και επεστράφη πίσω στις 2.5.08 «να παρουσιαστεί ξανά μη επαρκή υπόλοιπα». Επανακατατέθη στις 14.5.08 και επεστράφη στις 16.5.08 «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ» (Τεκμήριο 17). Η επιταγή με αριθμό 01194292 του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού με ημερ. 7.5.08 με εκδότη τον κατηγορούμενο και δικαιούχο τον Καλλίνικο Χριστοφόρου για το ποσό των €8.543 κατατέθηκε στην Marfin Popular Bank στις 7.5.2008 και επεστράφη πίσω στις 9.5.08 «να παρουσιαστεί ξανά μη επαρκή υπόλοιπα». Επανακατατέθη στις 22.5.08 και επεστράφη στις 26.5.08 «αποταθείτε στον εκδότη ανεπαρκή υπόλοιπα ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ» (Τεκμήριο 18). Η επιταγή με αριθμό 01194293 του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού με ημερ. 5.5.08 με εκδότη τον κατηγορούμενο και δικαιούχο τον Αντώνη Χριστοφή για το ποσό των €17.786 κατατέθηκε στην Marfin Popular Bank στις 8.5.2008 και επεστράφη πίσω στις 12.5.08 «να παρουσιαστεί ξανά μη επαρκή υπόλοιπα». Επανακατατέθη στις 20.5.08 και επεστράφη «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ» (Τεκμήριο 19). Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι κατά την έκδοση των πιο πάνω αναφερομένων επιταγών ο λογαριασμός του είχε παγοποιηθεί από την ΜΟΚΑΣ και προς τούτο κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 34 φωτοαντίγραφο διατάγματος παγοποίησης με αριθμό αίτησης 57/2007 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με ημερομηνία έκδοσης 11.12.
- Πέραν της έκδοσης του πιο πάνω διατάγματος δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε περαιτέρω μαρτυρία για τη συνέχιση του ή την απόρριψη. Με βάση τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 οι επίδικες επιταγές επεστράφησαν κατά την πρώτη παρουσίαση τους που ήταν στις 23.4.08, 7.5.08 και 8.5.08 με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά μη επαρκή υπόλοιπα». Με την ένδειξη «Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε εμφανίζεται σύμφωνα με τον Μ.Κ.3 στις 26.5.2008 για τα Τεκμήριο 6 και 18, 16.5.08 για το Τεκμήριο 17 και 26.5.08 για το Τεκμήριο
- Περαιτέρω ο κατηγορούμενος παραδέχεται ότι έλαβε γνώση ότι ο λογαριασμός του καταχωρήθηκε στο ΚΑΠ από επιστολή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού η οποία του στάληκε στις 14.5.2008 Τεκμήριο 27 και με βάση το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 27 ο λογαριασμός καταχωρήθηκε στο ΚΑΠ λόγω έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα. Τα αδικήματα της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας στην παρούσα εδράζονται στα άρθρα 331, 333(α), 336 και 339 του Ποινικού Κώδικα. Οι εν λόγω διατάξεις έχουν ως εξής: «
- Πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού έγγραφου με σκοπό καταδολίευσης.
- Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος- (α) καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα .............
- Όποιος πλαστογραφεί διαθήκη, έγγραφο τίτλου γης, δικαστικό πρακτικό, πληρεξούσιο έγγραφο, τραπεζογραμμάτιο, συναλλαγματική, γραμμάτιο εις διαταγή ή άλλο διαπραγματεύσιμο έγγραφο, ασφαλιστήριο, τραπεζιτική επιταγή ή άλλη εξουσιοδότηση πληρωμής χρημάτων από πρόσωπο που διεξάγει εργασία ως τραπεζίτης, περιλαμβανομένης πιστωτικής κάρτας, υπόκειται σε φυλάκιση δεκατεσσάρων χρόνων.
- Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πλαστογραφίας λοιπόν είναι:
- Ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου
- Με σκοπό καταδολίευσης. Όσον αφορά το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Archbold 2002 par. 22-8, σε σχέση με την ιστορία του αδικήματος της πλαστογραφίας στο κοινοδίκαιο: «The concept of forgery and the rationale of the offence were summarised in paragraphs 41 to 43 of the Law Commission report: "By the middle of the nineteenth century it was established that for the purpose of the law of forgery the fact that determined whether a document was false was not that it contained lies, but that it told a lie about itself. It was in R. v. Windsor
(1865)10 Cox 118, 123 that Blackburn J. said: 'Forgery is the false making of an instrument purporting to be that which it is not, it is not the making of an instrument which purports to be what it really is, but which contains false statements. Telling a lie does not become a forgery because it is reduced into writing.' This test was applied in the Court of Appeal in R. v. Dodge and Harris [1972] 1 Q.B. 416. ... As we have said ... the primary reason for retaining a law of forgery is to penalise the making of documents which, because of the spurious air of authenticity given to them are likely to lead to their acceptance as true statements of the facts related in them. We do not think that there is any need for the extension of forgery to cover falsehoods that are reduced to writing. ... The essential feature of a false instrument in relation to forgery is that it is an instrument which `tells a lie about itself' in the sense that it purports to be made by a person who did not make it (or altered by a person who did not alter it) or otherwise purports to be made or altered in circumstances in which it was not made or altered."» Πρέπει δε να λεχθεί ότι η ίδια ερμηνεία σε σχέση με το θέμα αυτό δίδεται και από τη δική μας νομολογία. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1984)2 CLR 65 σελ.91: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το καθοριστικό στοιχείο για να θεωρείται ένα έγγραφο πλαστό δεν είναι το γεγονός ότι περιέχει ψέματα αλλά ότι λέει ψέματα για τον εαυτό του. Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης δίδεται στο άρθρο 334 του Ποινικού Κώδικα. Περαιτέρω σύμφωνα με το σύγγραμμα Αrchbold 35th ed. σελ. σελ. 775, η έννοια αυτή, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 12 έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Περαιτέρω εάν μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της υπόθεσης ότι ήταν η πρόθεση του κατηγορούμενου να καταδολιεύσει δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι εξαπατήθηκε ή ότι υπήρχε πρόθεση εξαπάτησης κάποιου συγκεκριμένου προσώπου. Αντίθετα η πρόθεση καταδολίευσης αποδεικνύεται επαρκώς αν υπάρχει κάποιο άτομο γενικά που θα μπορούσε να καταδολιευτεί δηλ. οι ενέργειες του κατηγορούμενου να μπορούσαν να οδηγήσουν κάποιο πρόσωπο - όχι συγκεκριμένο - να ενεργήσει σε βλάβη του. Περαιτέρω η πρόθεση καταδολίευσης δεν περιορίζεται στην πρόκληση οικονομικής ζημιάς αλλά καλύπτει και οιανδήποτε άλλη βλάβη στο θύμα έστω και αν αυτή δεν είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσης. Ακόμη και η πιθανότητα βλάβης δηλ. να ενεργήσει κάποιος εναντίον του συμφέροντος του είναι αρκετή (βλ. Archbold 37η έκδοση σελ. 670, Welham (ανωτέρω) και Georghiou (ανωτέρω). Η σχετική πρόθεση δεν είναι πάντοτε στοιχείο δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Τέλος στη Georghiou (ανωτέρω) διευκρινίστηκε ότι δεν είναι αναγκαίο το έγγραφο που πλαστογραφείται να παράγει έννομα αποτελέσματα για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα. Με βάση τα πιο πάνω συμπεράσματα του Δικαστηρίου διαπιστώνεται ότι η πράξη του κατηγορουμένου να κατασκευάσει το Τεκμήριο 5 ως ο ίδιος παραδέχεται και χωρίς την εξουσιοδότηση του Γεώργιου Κοζάκου. Ο Κοζάκος στην κατάθεση του, της οποίας το περιεχόμενο έχει καταστεί παραδεκτό γεγονός, αναφέρει ότι από τον κατηγορούμενο ζήτησε μόνο να εκτιμήσει τα οικόπεδα όχι να τα πωλήσει. Η υπόδειξη του εγγράφου στον Καλλίνικο χωρίς αυτό να ανταποκρίνεται στην αλήθεια του περιεχομένου του αποτελεί πλαστογραφία εν τι εννοία του νόμου. Περαιτέρω η υπόδειξη του στον Καλλίνικο αποτελεί κυκλοφορία του πλαστογραφημένου εγγράφου εν τι εννοία του νόμου. Συνεπώς βρίσκω ότι η κατηγορούσα αρχή ως όφειλε έχει αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων της 1ης και 2ης κατηγορίας. Το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις προβλέπεται από τα άρθρα 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, ως ακολούθως: «
- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.
- Όποιος με ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων». Από το λεκτικό λοιπόν των εν λόγω άρθρων συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι:
- Η ψευδής παράστασης δηλ. παράσταση γεγονότος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα,
- Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή,
- Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης,
- Με τη ψευδή παράσταση δηλ. ως αποτέλεσμα αυτής ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Όσον αφορά το στοιχείο της ψευδούς παράστασης αυτή δεν είναι ανάγκη να είναι με λέξεις. Είναι αρκετή ακόμη και συμπεριφορά και πράξεις χωρίς προφορική επικοινωνία από τα οποία συνάγεται τέτοια παράσταση. Περαιτέρω η παράσταση αυτή πρέπει να αφορά γεγονός του παρελθόντος ή του παρόντος δηλ. παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Μια απλή έκθεση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν είναι ικανοποιητική για στοιχειοθέτηση ψευδούς παράστασης. Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, επίσης δεν αποτελεί ψευδή παράσταση. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Αν όμως παράσταση για υπάρχοντα γεγονότα συνοδεύεται και από υπόσχεση ότι ο κατηγορούμενος θα πράξει κάτι στο μέλλον τότε είναι αρκετή για απόδειξη του στοιχείου αυτού. Ψευδής παράσταση μπορεί επίσης να υπάρχει όταν δίδεται υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά σε συνδυασμό με ψευδή παράσταση ότι αυτός που υπόσχεται έχει την εξουσία να κάνει το υποσχεθέν. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι η απόσπαση έγινε γιατί η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου, ο οποίος επειδή είτε εν όλο είτε εν μέρη στηριζόμενος σε αυτήν παρακινήθηκε να δώσει τα χρήματα ή την περιουσία. Με άλλα λόγια η απόσπαση πρέπει να είναι αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης. (Για τα πιο πάνω βλ. Archbold 35th ed. σελ. 758-780, Russel on Crime Τόμος 2, σελ. 1171 - 1184, Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία). Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω για το αδίκημα της πλαστογραφίας ισχύουν και για το υπό εξέταση αδίκημα. Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί περαιτέρω ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Από τα όσα δε έχουν αναφερθεί στην Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αδικοπραγών προβαίνει σε ψευδή παράσταση, το ψευδές της οποίας γνωρίζει κατά το χρόνο που κάνει την παράσταση και περαιτέρω ότι τον ίδιο χρόνο το κάνει αυτό με σκοπό καταδολίευσης. Κατά συνέπεια κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του αδικοπραγούντος για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος που αυτός κάνει την εν λόγω παράσταση. Με βάση τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου και τα όσα έχω αναφέρει για τις κατηγορίες 1 και 2, το γεγονός ότι οι οδηγίες που είχε από τον Κοζάκο ήταν να εκτιμήσει τα οικόπεδα και όχι να τα πωλήσει, ότι ο Καλλίνικος του έδωσε το ποσό των Λ.Κ.10.000 αφού πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε εξουσία να πωλήσει τα αναφερόμενα ανωτέρω οικόπεδα με βάση το Τεκμήριο 5 το οποίο υποδείχθηκε σ΄ αυτόν από τον κατηγορούμενο, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η κατηγορούσα αρχή, ως όφειλε έχει αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 3ης κατηγορίας. Το αδίκημα της συγκάλυψης εδράζεται στα άρθρα 2, 3, 4
(1)(ιιι)
(2)και 5
(1)του Νόμου 61
(1)/96 και σύμφωνα με τα σχετικά άρθρα του νόμου «έσοδο» σημαίνει οποιαδήποτε μορφή περιουσίας ή οικονομικό όφελος που προήλθε άμεσα ή έμμεσα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος. Γενεσιουργά δε αδικήματα χαρακτηρίζονται τα ποινικά αδικήματα που τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης πέραν του ενός έτους ως αποτέλεσμα της διάπραξης των οποίων προήλθαν έσοδα τα οποία μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο του αδικήματος συγκάλυψης. Τα αδικήματα κάτω από το νόμο συντελούνται όταν πρόσωπο ενώ γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ότι οποιαδήποτε μορφή περιουσίας αποτελεί «έσοδο» αποκτά, κατέχει ή χρησιμοποιεί τέτοια περιουσία. Η ουσία του αδικήματος της συγκάλυψης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες έγκειται στον τρόπο μεταχείρισης περιουσίας κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποκρύπτεται η παράνομη προέλευση της. Στην υπόθεση Ανδρονίκου Ιωάννης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486, αναφέρθηκε χαρακτηριστικά: «Η μετατροπή, μεταβίβαση, μετακίνηση περιουσίας με σκοπό την απόκρυψη, η συγκάλυψη της παράνομης προέλευσης της, η κατοχή και χρήση τέτοιας περιουσίας, η απόκρυψη ή η συγκάλυψη της αληθούς φύσης της πηγής, του τόπου, της διάθεσης και της κίνησης των δικαιωμάτων σε σχέση με την περιουσία ή την κυριότητα της εμπίπτουν μεταξύ άλλων σε εκείνες τις ενέργειες που αποτελούν έσοδο από διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος εφόσον το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στις ενέργειες γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η περιουσία αυτή αποτελεί έσοδο από γενεσιουργό αδίκημα». Η πρόθεση, γνώση ή ο σκοπός που απαιτείται ως στοιχείο του αδικήματος της συγκάλυψης, μπορεί να συναχθούν από αντικειμενικές, πραγματικές περιστάσεις. Το αδίκημα της συγκάλυψης μπορεί να διαπραχθεί και από το δράστη των γενεσιουργών αδικημάτων. Η λήψη του ποσού των Λ.Κ.10.000 από τον κατηγορούμενο προερχόμενο από τον Καλλίνικο, αποτέλεσε έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργών αδικημάτων όπως είναι η κατασκευή και κυκλοφορία του πλαστογραφημένου εγγράφου. Η πρόθεση του κατηγορουμένου διαπιστώνεται μέσα από τον τρόπο που ενήργησε παρουσιάζοντας στον Καλλίνικο πλαστογραφημένο έγγραφο ενώ δεν είχε εξουσία να το πράξει. Ως εκ τούτου διαπιστώνεται ότι η κατηγορούσα αρχή, ως όφειλε, έχει αποδείξει και τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 5ης κατηγορίας. Το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα εδράζεται στο άρθρο 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα. Η εν λόγω διάταξη έχει ως εξής: "Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής , και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές. " Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)πιο πάνω συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Η έκδοση επιταγής
(2)Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε
(3)Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα
(4)Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της
(5)Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Με βάση τα πιο πάνω συμπεράσματα του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα για τις επιταγές Τεκμήρια 6, 16, 17 και 18 διαπιστώνεται να πληρούνται όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα. Οι επιταγές εκδόθηκαν από τον κατηγορούμενο, παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα από την οποία εκδόθηκαν κατά την ημέρα που καθίστανται πληρωτέες, δεν εξοφλήθησαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη και λόγω του ότι ο λογαριασμός ήταν κλειστός κατά τη δεύτερη παρουσίαση. Δεν πληρώθησαν από τον εκδότη μετά την παρέλευση 15 ημερών. Συνεπώς βρίσκω ότι η κατηγορούσα αρχή, ως όφειλε, έχει αποδείξει τις κατηγορίες 4, 6, 7 και
- Σε σχέση με την κατηγορία 9 που αφορά την επιταγή Τεκμήριο 19 ενώ έχει δοθεί μαρτυρία για την έκδοση, παρουσίαση στην τράπεζα κατά το χρόνο που ήταν πληρωτέα και η μη εξόφληση της οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη και ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε περαιτέρω μαρτυρία σε σχέση με τον παραπονούμενο και ούτε τέθηκε μαρτυρία εάν η επιταγή αυτή εξοφλήθη από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Ως εκ τούτου διαπιστώνω ότι η κατηγορούσα αρχή, ως όφειλε, δεν έχει αποδείξει τα συστατικά στοιχεία αυτού του αδικήματος. Σύμφωνα με τα όσα ανωτέρω έχω αναφέρει βρίσκω ένοχο τον κατηγορούμενο στις κατηγορίες 1 μέχρι
- Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία
- (Υπ.) ...................... Μ. Δρουσιώτης, Ε.Δ. /ΟΟ Subject: Criminal / General / Final Αναφορά: Πλαστογραφία - κυκλοφορία πλαστού εγγράφου - απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις - έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα - συγκάλυψη cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο