← Κύπρος

Μαριέττα Αντωνιάδου ν. Ανδρέα Σοφοκλέους, Αρ.Υπόθ.:3941/14, 14/4/2016

Μαριέττα Αντωνιάδου ν. Ανδρέα Σοφοκλέους, Αρ.Υπόθ.:3941/14, 14/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B70 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Αρ.Υπόθ.:3941/14 Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Προσ. Ε.Δ Μαριέττα Αντωνιάδου, εκ Λεμεσού Παραπονούμενη - ν - Ανδρέα Σοφοκλέους, εκ Λεμεσού Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 14 Απριλίου 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Κωστακόπουλος με κα. Αντωνίου για Πατρίκιο Παύλου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε Για τον Κατηγορούμενο: κ. Λυσσάνδρου με κα. Καλυβήτου ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, η οποία καταχωρήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 2014, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πέντε κατηγορίες για παράλειψη πληρωμής μισθών προς την παραπονούμενη, για την περίοδο Σεπτεμβρίου 2011 μέχρι και Ιανουαρίου 2012 καθώς και δύο κατηγορίες για παράλειψη πληρωμής 13ου μισθού για τα έτη 2011 και 2012, κατά παράβαση των αρ. 9

(1), 10 και 20 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007 Ν. 35 (Ι)/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, αυτό που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο είναι ότι, «ενώ απασχολούσε την παραπονούμενη ως μισθωτή και ήταν μηνιαία αμειβόμενη σε επιχείρηση του στη Λεμεσό», δεν της κατέβαλε: α) Μισθό €850 μηνιαίως για τους μήνες Σεπτέμβριο 2011 μέχρι και Δεκέμβριο 2011 καθώς και για τον Ιανουάριο
  2. (1η, 2η, 3η, 4η και 6η κατηγορία). β) 13ο μισθό για τα έτη 2011 και 2012 ύψους €850 και €70,83 αντίστοιχα. (5η και 7η κατηγορία). ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για να αποδείξει την υπόθεση της, η πλευρά της παραπονούμενης κάλεσε μία μάρτυρα, την παραπονούμενη (ΜΚ1) της οποίας η κύρια εξέταση περιέχεται σε γραπτή δήλωση. (Έγγραφο Α). Συνοψίζω το περιεχόμενο της. Άρχισε να εργάζεται ως καθαρίστρια στην επιχείρηση - εστιατόριο του κατηγορούμενου με την ονομασία «ΤΟ ΣΠΙΤΙΚΟ» τον Νοέμβριο του 2010, κατόπιν προφορικής συμφωνίας εργοδότησης, στα πλαίσια της οποίας θα λάμβανε ως μισθό το ποσό των €850 μηνιαίως πλέον 13ο μισθό. Στο εστιατόριο εργάστηκε για 15 μήνες περίπου ήτοι από το τέλος Νοεμβρίου 2010 μέχρι και τον Ιανουάριο 2012 του εν λόγω μήνα περιλαμβανομένου. Καθ' όλη την περίοδο της εργοδότησης ο κατηγορούμενος ουδέποτε της κατέβαλε ολόκληρο τον μηνιαίο μισθό της αφού κάθε μήνα παρέμενε οφειλόμενο υπόλοιπο το οποίο συμπληρωνόταν με μεταγενέστερες πληρωμές. Ο κατηγορούμενος, ουδέποτε της κατέβαλε 13ο μισθό, είτε για το έτος 2011 είτε για το
  3. Συνεπεία της πρακτικής που ακολουθείτο παρέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο, €4.250 το οποίο αντιστοιχεί σε μη καταβληθέντες δεδουλευμένους μισθούς για την περίοδο Σεπτεμβρίου 2011 μέχρι και Ιανουαρίου 2012 ως επίσης και ποσό €850 που αντιστοιχεί στο 13ος μισθό για το 2011 και €70,83, αναλογία του 13ου μισθού για το
  4. Προς επίρρωση των ισχυρισμών της η παραπονούμενη κατέθεσε «Αναλυτική Κατάσταση Αποδοχών Ασφαλισμένου κατά Εργοδότη» που εκδόθηκε από το τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τα έτη 2011 και
  5. Η εν λόγω κατάσταση συντάχθηκε στη βάση των όσων ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις αναφορικά με την εργοδότηση της. (Τεκμήριο 1). Πριν την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, προσέφυγε στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Στα πλαίσια της σχετικής Αίτησης που καταχώρησε εξασφάλισε απόφαση εναντίον του κατηγορούμενου στις 29.04.2013, για το ποσό των €5.170,83 πλέον €516 έξοδα πλέον νόμιμο τόκο και ΦΠΑ. Η απόφαση εκδόθηκε ερήμην του κατηγορούμενου λόγω παράλειψης του τελευταίου να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, (Τεκμήριο 2). Επιχειρήθηκε εκτέλεση της εν λόγω απόφασης χωρίς όμως αποτέλεσμα καθότι το σχετικό ένταλμα κινητής περιουσίας που εκδόθηκε επιστράφηκε ανεκτέλεστο (Τεκμήριο 3). Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος, μετά την καταχώρηση της παρούσας κατέβαλε στους δικηγόρους της το συνολικό ποσό των €2800 έναντι των οφειλών του καθώς και των δικηγορικών εξόδων. Σύμφωνα με πληροφόρηση που έτυχε από τους δικηγόρους της, από το εν λόγω ποσό, αυτή θα λάμβανε, μόνο το ποσό των €1610 αφού ποσό €1190 θα κατακρατείτο από τους δικηγόρους της ως δικηγορικά έξοδα. Προς επίρρωση τούτου, κατέθεσε στο Δικαστήριο, αποδείξεις είσπραξης που οι δικηγόροι της εξέδωσαν προς τον κατηγορούμενο στις 4/3/16 και 25/6/15, αντίστοιχα, (Τεκμήρια 4 και 5) καθώς και τα σχετικά τιμολόγια που οι δικηγόροι της εξέδωσαν προς την ίδια (Τεκμήριο 6), τα οποία αφορούν χρεώσεις δικηγορικών εξόδων τόσο σε σχέση με την αστική διαδικασία όσο και με την παρούσα. Το ποσό που εξακολουθεί να της οφείλεται, είναι €5.170,
  6. Σε περίπτωση καταδίκης του κατηγορούμενου η παραπονούμενη αιτείται επίσης την έκδοση διατάγματος καταβολής του. Η παραπονούμενη αντεξετάστηκε εκτενώς από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου. Η υπεράσπιση αμφισβήτησε ιδιαίτερα τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης αναφορικά με τη διάρκεια της περιόδου της εργοδότησης όπως και τους ισχυρισμούς της ότι δικαιούτο σε 13ο μισθό. Της υποβλήθηκε ότι η εργοδότηση της τερματίστηκε τέλος Δεκεμβρίου του
  7. Της υποβλήθηκε επίσης ότι η συμφωνία εργοδότησης δεν προνοούσε για καταβολή 13ου μισθού. Και οι δύο υποβολές απορρίφθηκαν από την παραπονούμενη, η οποία και παρέπεμψε στη βεβαίωση των Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τ.2), σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος αναγνώρισε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ότι αυτή εργάστηκε και τον Ιανουάριο
  8. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι σε κάποιο στάδιο είχε ζητήσει από τον κατηγορούμενο όπως υπολογιστούν τα οφειλόμενα σε αυτή ποσά προτείνοντας του μάλιστα όπως σε περίπτωση που θα παρίστατο ανάγκη να σταματήσει να εργάζεται. Ο κατηγορούμενος αναγνώρισε ότι της οφείλει μισθούς και της ζήτησε να συνεχίσει να εργάζεται με μερική απασχόληση πλέον έναντι του ποσού των €50 την ώρα, πρόταση την οποία αυτή αποδέχτηκε αφού είχε ανάγκη από χρήματα. Συνέχισε να εργάζεται μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου 2012 όταν μεταβαίνοντας στην εργασία της αντιλήφθηκε ότι η εργοδότηση της είχε τερματιστεί αφού βρήκε το εστιατόριο κλειστό. Μετά το πιο πάνω συμβάν, και αφού το εστιατόριο δεν επαναλειτούργησε και ο κατηγορούμενος δεν ανταποκρινόταν στις εκκλήσεις της, αποτάθηκε, όπως ανέφερε αντεξεταζόμενη, τον Φεβρουάριο του 2012, στις αρμόδιες αρχές για να εξασφαλίσει ανεργιακό επίδομα. Οι αρχές την ενημέρωσαν ότι απαιτείτο σχετική βεβαίωση τερματισμού απασχόλησης από τον κατηγορούμενο εργοδότη της, την οποία κατάφερε τελικά να εξασφαλίσει με τη μεσολάβηση της μητέρας του κατηγορούμενου της οποίας ζήτησε τη βοήθεια, εφόσον ο τελευταίος δεν της απαντούσε στα τηλεφωνήματα της. Στην παραπονούμενη υποβλήθηκε ότι επέδειξε υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης ενώ παράλληλα αμφισβητήθηκε το γνήσιο των κινήτρων της αφού είχε ήδη εξασφαλίσει απόφαση από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Η παραπονούμενη απέρριψε και αυτές τις θέσεις της υπεράσπισης ισχυριζόμενη ότι προέβη στις συγκεκριμένες ενέργειες, κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβε από τους δικηγόρους της ενώ η καταχώρηση της παρούσας κρίθηκε αναγκαία γιατί ο κατηγορούμενος εξακολουθούσε να μην της καταβάλλει τους μισθούς της. Ο κατηγορούμενος επέλεξε, όπως εξ' άλλου ήταν δικαίωμα του να καταθέσει ενόρκως. Στην κύρια εξέταση του η οποία έλαβε την μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Β), ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι η παραπονούμενη εργοδοτήθηκε στο εστιατόριο του στα πλαίσια προφορικής συμφωνίας τον Φεβρουάριο του 2011, με συμφωνημένο μισθό €850 μηνιαίως όπως εξ' άλλου και οι υπόλοιποι υπάλληλοι του. Αρνήθηκε ότι συμφώνησε να της καταβάλει 13ο μισθό. Μετά την έναρξη της εργοδότησης της παραπονούμενης, η επιχείρηση του άρχισε να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα με αποτέλεσμα ο ίδιος να αδυνατεί να ανταποκριθεί στις οικονομικές υποχρεώσεις του έναντι των υπαλλήλων του. Μετά το καλοκαίρι του 2011, κάλεσε την παραπονούμενη και αφού της εξήγησε τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε, της πρότεινε να εργάζεται 2 - 3 φορές την εβδομάδα με αμοιβή €20 κάθε φορά, πρόταση την οποία η παραπονούμενη αποδέχτηκε επειδή είχε ανάγκη από χρήματα. Στα πλαίσια αυτής της συνάντησης, ανέφερε στην παραπονούμενη ότι αναγνωρίζει ότι της οφείλει ποσό περίπου €1000, το οποίο υποσχέθηκε να καταβάλει σταδιακά. Τρεις μήνες μετά την πιο πάνω συζήτηση, και συγκεκριμένα το Δεκέμβριο 2011, ενόψει της κακής οικονομικής πορείας της επιχείρησης του, ανακοίνωσε στους υπαλλήλους του, περιλαμβανομένης και της παραπονούμενης, ότι η επιχείρηση θα κλείσει, όπως και έκλεισε περί τα τέλη Δεκεμβρίου
  9. Τον Ιανουάριο 2012 το εστιατόριο, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, δε λειτούργησε, άνοιξε μόνο μερικές μέρες για σκοπούς καθαρισμού του χώρου. Ενημερώθηκε για πρώτη φορά για την απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών περί τον Οκτώβριο του 2013, μέσω του εντάλματος κινητών, εφόσον η κυρίως Αίτηση είχε επιδοθεί στην μητέρα του διότι ο ίδιος απουσίαζε κατά τον εν λόγω χρόνο στο εξωτερικό για ιατρικούς λόγους και γι' αυτό δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης. Αμέσως επικοινώνησε με την παραπονούμενη για να της καταβάλει το ποσό των €1000 που της όφειλε οπόταν και η τελευταία αποδέχτηκε νοουμένου ότι θα της καταβάλλονταν και τα σχετικά δικηγορικά έξοδα. Της ζήτησε τότε παράταση δύο μηνών στην οποία η παραπονούμενη συγκατατέθηκε, όταν όμως εξασφάλισε τα χρήματα εντός της εν λόγω προθεσμίας, η παραπονούμενη υπαναχώρησε ζητώντας το σύνολο του ποσού της απόφασης του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Ο ίδιος δεν επιχείρησε παραμερισμό της εν λόγω απόφασης εφόσον έλαβε νομική συμβουλή ότι κάτι τέτοιο, λόγω της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος, θα ήταν πολύ δύσκολο. Συζήτησε την παρούσα υπόθεση με την πλευρά της παραπονούμενης, μετά που του επιδόθηκε και συγκεκριμένα τη συζήτησε με τον δικηγόρο κ. Κωστακόπουλο, συνήγορο της παραπονούμενης, την πρώτη φορά που εμφανίστηκε στο Δικαστήριο. Δεν εκπροσωπείτο τότε από δικηγόρο. Στα πλαίσια της συζήτησης που είχε με τον κ. Κωστακόπουλο, ο τελευταίος του είπε «παραδέχτου και φέρε ένα ποσό να κλείσουμε». Ενεργώντας, όπως ισχυρίστηκε, στα πλαίσια των όσων ο κ. Κωστακόπουλος του ανέφερε, παραδέχτηκε ενοχή και ακολούθως κατέβαλε στον συνήγορο το συνολικό ποσό των €2800 σε δύο δόσεις. Ο συνήγορος του έκδοσε τις αποδείξεις τεκμήρια 4 και
  10. Παρά την υπόσχεση, όπως ισχυρίστηκε, του κ. Κωστακόπουλου, η υπόθεση δεν αποσύρθηκε. Ζήτησε εξηγήσεις από τον συνήγορο ο οποίος τον πληροφόρησε ότι από τα €2800 που κατέβαλε, ποσό €1190 κρατήθηκε ως δικηγορικά έξοδα, ενώ εξακολουθούσε να οφείλει στην παραπονούμενη ποσό €3.500 το οποίο θα έπρεπε να καταβληθεί για να αποσυρθεί η υπόθεση. Επειδή δεν δεχόταν ότι όφειλε τα ποσά που ισχυρίζεται η παραπονούμενη, αποτάθηκε σε δικηγόρο ο οποίος τον συμβούλεψε να αλλάξει την απάντηση του στις κατηγορίες από παραδοχή σε μη παραδοχή όπως και έπραξε. Ο κατηγορούμενος αντεξετάστηκε εφ' όλης της μαρτυρίας του από τον συνήγορο της παραπονούμενης τον κ. Κωστακόπουλο αλλά επέμεινε στις θέσεις του. Προς επίρρωση της θέσης του ότι η παραπονούμενη δεν δικαιούται σε 13ο μισθό παρέπεμψε στη βεβαίωση των Κοινωνικών Ασφαλίσεων (τεκμήριο 2) στην οποία δεν γίνεται τέτοια αναφορά. Όταν του επισημάνθηκε ότι, σύμφωνα με την εν λόγω βεβαίωση, η παραπονούμενη φέρεται να εργάστηκε και τον Ιανουάριο του 2012 και του ζητήθηκε να εξηγήσει πως η εν λόγω αναφορά συνάδει με την δική του αντίθετη θέση, ισχυρίστηκε ότι όταν η επιχείρηση του ανέστειλε τις εργασίες της και επισκέφθηκε τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις με σκοπό τη διευθέτηση των οφειλών του προς το Ταμείο, ως εργοδότης, αποκλειστικά για ανθρωπιστικούς λόγους δήλωσε, ότι όλοι οι υπάλληλοι του εργάστηκαν και τον Ιανουάριο του 2012 παρά το ότι αυτό δεν ανταποκρινόταν στη πραγματικότητα. Οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου αναφορικά με το τι διημήφθει μεταξύ του ιδίου και του συνήγορου της παραπονούμενης στο Δικαστήριο, έτυχε έντονης αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση του κατηγορούμενου από τον κ. Κωστακόπουλο. Ο τελευταίος υπέβαλε στον κατηγορούμενο ότι εκείνο που του λέχθηκε ήταν ότι υπήρχε «καλή θέληση από πλευράς της παραπονούμενης εφόσον είσαι τυπικός και συνεπής θα είναι και εκείνη πιο ανεκτική». Ο κατηγορούμενος απέρριψε τη συγκεκριμένη θέση και πρόσθεσε ότι ο συνήγορος του είχε εισηγηθεί «να τα βρουν κάπου στη μέση» οπόταν και αυτός αντιλήφθηκε ότι θα έπρεπε να καταβάλει συνολικά γύρω στις €2500 ποσό το οποίο θα κάλυπτε τους οφειλόμενους μισθούς ύψους €1000 καθώς και τα δικηγορικά έξοδα. Ο ίδιος ουδέποτε αντιλήφθηκε το ακριβές ποσό των δικηγορικών εξόδων που ζητούσε ο κ. Κωστακόπουλος για την παρούσα υπόθεση. Ο κατηγορούμενος δέχτηκε ότι οι αποδείξεις Τ. 4 και 5 φέρουν την υπογραφή του όπως και ότι είχε αντιληφθεί το γεγονός ότι, μέρος των χρημάτων που κατέβαλε αφορούσαν και δικηγορικά έξοδα, ισχυρίστηκε όμως ότι οι εν λόγω αποδείξεις, του δόθηκαν από τον κ. Κωστακόπουλο στα πλαίσια της προφορικής συμφωνίας με το συνήγορο για να «κλείσει» η υπόθεση. ΤΕΛΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ-ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ Οι θέσεις της υπεράσπισης περιστρέφονται γύρω από τους πιο κάτω τρεις άξονες: α) Η επιδειχθείσα αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, παραβιάζει το συνταγματικό δικαίωμα του κατηγορούμενου για διάγνωση της ευθύνης του σε εύλογο χρόνο β) Έχει παραβιαστεί το αρ.1 ΕΣΔΑ ήτοι ότι «ουδείς στερείται της ελευθερίας του μόνο λόγω της αδυναμίας εκπληρώσεως συμβατικής του υποχρέωσης. γ) Η παρούσα υπόθεση είναι καταχρηστική και/ή κακόβουλη. Αναφορικά με το πρώτο σκέλος της εισήγησης, ο κ. Λυσάνδρου εστίασε την επί του προκειμένου επιχειρηματολογία του στο εξής. Ενώ η παρούσα υπόθεση, αφορά σε κατηγορίες που δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερη πολυπλοκότητα ή που απαιτούσαν ιδιαίτερη διερεύνηση, εντούτοις, στην καταχώρηση της επιδείχθηκε αδικαιολόγητη καθυστέρηση, δύο και πλέον χρόνων. Αναφορικά με τις υπό στοιχεία β και γ ανωτέρω, εισηγήσεις της υπεράσπισης, ο κ. Λυσάνδρου υπέβαλε ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης, φέρει την παρούσα υπόθεση να έχει καταχωρηθεί μόνο όταν τα μέτρα εκτέλεσης της αστικής απόφασης δεν τελεσφόρησαν, κάτι που φανερώνει, σύμφωνα με το συνήγορο, ότι η ποινική διαδικασία επιλέγηκε καθαρά ως μέτρο πίεσης στον κατηγορούμενο για να ικανοποιήσει την αστική απόφαση. Ο κ. Λυσάνδρου διευκρίνισε ότι τα όσα έλαβαν χώρα μεταξύ του κατηγορούμενου και του συνήγορου της παραπονούμενης δεν θα πρέπει να εκληφθούν ως τίποτα περισσότερο παρά συζητήσεις με σκοπό τη διαπραγμάτευση μεταξύ των μερών και ότι σε καμία περίπτωση η υπεράσπιση δεν προωθεί τη θέση ότι ασκήθηκε οποιαδήποτε αθέμιτη πίεση ή απειλή στον κατηγορούμενο από τον συνήγορο της παραπονούμενης. Στην αντίπερα όχθη, ο ευπαίδευτος συνήγορος της παραπονούμενης υποστήριξε ότι, από την προσκομισθείσα μαρτυρία αποδείχτηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η ενοχή του κατηγορούμενου. Αναφορικά με τη θέση της υπεράσπισης ότι η παρούσα υπόθεση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας καθώς και ότι παραβιάζει τα συνταγματικά δικαιώματα του κατηγορούμενου, ο συνήγορος της παραπονούμενης, απέρριψε τις εν λόγω θέσεις υποστηρίζοντας ότι η παραπονούμενη ενήργησε, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο καλόπιστα και νόμιμα ενώ τίποτα δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να δίνει έρεισμα στις θέσεις αυτές της υπεράσπισης. Αμφότεροι οι συνήγοροι παρέπεμψαν σε Νομολογία προς υποστήριξη των θέσεων τους. Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις καθώς και την προσκομισθείσα μαρτυρία. Κρίνω ορθό όπως τα νομικά θέματα που εγείρει η υπεράσπιση, ενόψει του πραγματικού υπόβαθρου επί του οποίου εδράζονται, εξεταστούν μετά το πέρας της αξιολόγησης της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Κατ' αρχή κρίνω σκόπιμο σε αυτό το στάδιο να επισημάνω ότι όλες οι κατηγορίες φέρουν στην νομική βάση του αδικήματος τόσο τον βασικό νόμο περί Προστασίας Μισθών του 2007 (Ν.35 (Ι)/2007) όσο και τον τροποποιητικό Νόμο ήτοι τον Ν.200(Ι)/
  11. Η εν λόγω τροποποίηση, τέθηκε σε ισχύ την 28/12/
  12. Οι σημαντικές αλλαγές που έγιναν στο νόμο ήταν, πέραν της αύξησης των προβλεπόμενων ποινών, η μετατόπιση του βάρους απόδειξης στον κατηγορούμενο εργοδότη ότι όντως πλήρωσε τους οφειλόμενους μισθούς (αρ.12
(3)) ως επίσης και η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος καταβολής των οφειλόμενων μισθών σε περίπτωση καταδίκης του εργοδότη (αρ.20
(2)). Σημειώνω εδώ ότι στην αγόρευση του, ο κ. Κωστακόπουλος, κάμνει αναφορά στις σχετικές πρόνοιες της νομοθεσίας ως αυτές τροποποιήθηκαν μετά την 28/12/12 με τον Ν.200(Ι)/2012. Δοθέντος όμως, ότι, οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, αφορούν την περίοδο Σεπτεμβρίου 2011 έως και Ιανουαρίου 2012, ήτοι πριν την τροποποίηση του Ν.35(Ι)/2007, θα προσεγγίσω την υπόθεση με γνώμονα το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον χρόνο της ισχυριζόμενης διάπραξης των αδικημάτων ήτοι στη βάση της πάγιας νομολογιακής αρχής ότι η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης του συνόλου των λεπτομερειών των αδικημάτων, όπως αυτές αναγράφονται και περιγράφονται στο κατηγορητήριο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ενώ στον κατηγορούμενο δεν εναποτίθεται οποιοδήποτε βάρος απόδειξης. Οι σχετικές πρόνοιες, επομένως, των αρ. 9
(1), 10 και 20 του Ν.35(Ι)/2007, επί των οποίων εδράζονται οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είχαν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ως εξής: «Αρ.9. -
(1)Η συχνότητα της πληρωμής των μισθών πρέπει να είναι τουλάχιστον εβδομαδιαία, εκτός για μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό, οπότε πρέπει να είναι τουλάχιστον μηνιαία.
(2)Σε περίπτωση εργοδοτουμένων, των οποίων οι μισθοί υπολογίζονται "με το κομμάτι" ή ανάλογα με την παραγωγή, τα μέγιστα διαστήματα για την πληρωμή των μισθών πρέπει, κατά το δυνατόν, να είναι τέτοια, έτσι ώστε οι μισθοί να καταβάλλονται τουλάχιστον δύο φορές το μήνα, σε διαστήματα που να μην ξεπερνούν τις δεκαέξι μέρες.
(3)Η συχνότητα πληρωμής που προνοείται στα εδάφια
(1)και
(2)του παρόντος άρθρου, μπορεί να διαφοροποιηθεί στην περίπτωση που προνοείται διαφορετικά από συλλογική σύμβαση και/ή πρακτική. Αρ.10.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του παρόντος άρθρου, δεν επιτρέπονται αποκοπές ποσών από το μισθό, παρά μόνο: (α) αποκοπές που προνοεί νόμος ή κανονισμός· (β) αποκοπές σύμφωνα με κανονισμούς ταμείων σύνταξης, ταμείων προνοίας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης· (γ) αποκοπές δυνάμει δικαστικής απόφασης˙ (δ) αποκοπές για αποζημίωση λόγω ζημιάς που υπέστη η επιχείρηση και που προκλήθηκε σκόπιμα ή ένεκα βαριάς αμέλειας του εργοδοτούμενου· και (ε) άλλες αποκοπές, μετά από συγκατάθεση του εργοδοτούμενου.
(2)...
(3)...
(4)... Αρ.20.-
(1)Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των εδαφίων
(2)και
(3)του άρθρου αυτού, εργοδότης ο οποίος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι τρεις
(3)μήνες ή σε χρηματική ποινή μέχρι δύο χιλιάδες λίρες (ΛΚ 2.000,00) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(2)Οποιοσδήποτε εργοδότης προσφεύγει καταχρηστικά σε διαδικασία αφερεγγυότητας, με σκοπό να στερηθούν οι εργοδοτούμενοι των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από τον παρόντα Νόμο, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι έξι
(6)μήνες ή σε χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες (ΛΚ 3.000,00) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(3)...
(4)...» Επισημαίνω ότι αναφορικά με την απόφαση που εκδόθηκε από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υπέρ της παραπονούμενης, πέραν του ότι η εν λόγω απόφαση δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο το οποίο ασκεί ποινική δικαιοδοσία, με τους εφαρμοστέους κανόνες απόδειξης να είναι εντελώς διαφορετικοί και μάλιστα υψηλότερου επιπέδου απόδειξης -πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας- ούτε και απαλλάσσει την πλευρά της παραπονούμενης από το σχετικό βάρος απόδειξης της ενοχής του κατηγορούμενου. Άλλωστε, η απόφαση που εξασφάλισε η παραπονούμενη συνιστά απόφαση που εκδόθηκε στη βάση αναντίλεκτης μαρτυρίας - λόγω παράλειψης του κατηγορούμενου να καταχωρήσει εμφάνιση και όχι κατόπιν πλήρους ακρόασης όπου τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών εξετάζονται και καθορίζονται ή αποφασίζονται κατά τρόπο απόλυτο ή τελεσίδικο (βλ.Tράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γ. K Bιονευρολογική Λτδ και Άλλων,
(2011)1 Α.Α.Δ. 234). Προχωρώ τώρα να αξιολογήσω την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας με γνώμονα πάντοτε τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Συνιστά κοινό έδαφος ότι η παραπονούμενη εργοδοτείτο στην επιχείρηση του κατηγορούμενου με την ονομασία «ΤΟ ΣΠΙΤΙΚΟ», τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2011 και ότι κατά τον τερματισμό της εργοδότησης, της, οφείλονταν σε αυτή μισθοί. Υπό αμφισβήτηση παραμένει το κατά πόσο εργάστηκε και τον Ιανουάριο του 2012 ως επίσης και το ακριβές ύψος των οφειλών μέχρι της καταχώρησης της παρούσας υπόθεσης. Συνιστά επίσης κοινό έδαφος ότι η παραπονούμενη εξασφάλισε την 29/04/2013 απόφαση ερήμην του κατηγορούμενου στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών εναντίον του τελευταίου σε σχέση με τους μισθούς αντικείμενο στην παρούσα υπόθεση, συνολικού ποσού €5.170,83 πλέον €516 έξοδα με νόμιμο τόκο από 12/09/2012 πλέον ΦΠΑ. Κοινό έδαφος είναι επίσης ότι η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε όταν τα μέτρα εκτέλεσης που λήφθηκαν σε σχέση με την απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών δεν τελεσφόρησαν καθώς και ότι μετά την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης ο κατηγορούμενος κατέβαλε στους δικηγόρους της παραπονούμενης ποσό €2.800 από το οποίο η παραπονούμενη έλαβε το ποσό των €1610 ενώ το ποσό των €1190 κρατήθηκε από τους δικηγόρους της ως δικηγορικά έξοδα. Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Παραπονούμενη - Μαριέττα Αντωνιάδου Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας της παραπονούμενης και ειδικότερα το ότι της οφείλονταν κατά τον τερματισμό της εργοδότησης μισθοί, στην ουσία παρέμεινε αναντίλεκτο όπως μπορεί να διαφανεί και από τις πιο πάνω κοινές θέσεις που αποτέλεσαν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την πραγματική μαρτυρία που έχει κατατεθεί. Αναφορικά με τη θέση της παραπονούμενης ότι εργάστηκε και τον Ιανουάριο του 2012, οι απαντήσεις που έδωσε αναφορικά με το θέμα αυτό ήταν σαφείς και κατατοπιστικές ενώ η θέση της επιβεβαιώνεται και από την ανεξάρτητη έγγραφη μαρτυρία ήτοι τη βεβαίωση των Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Τ.2 που φέρει την παραπονούμενη να εργάστηκε και τον Ιανουάριο του 2012 με πραγματικές ακαθάριστες αποδοχές €
  1. Δεν παραγνωρίζω ότι, κατά την αντεξέταση της η παραπονούμενη ανέφερε ότι, σε κάποια στιγμή τον Ιανουάριο του 2012, μετέβηκε στο εστιατόριο κανονικά για σκοπούς της εργασίας της, διαπίστωσε όμως ότι το εστιατόριο ήταν κλειστό με αποτέλεσμα να επιστρέψει σπίτι της. Κρίνω όμως ότι αυτό ουδόλως αναιρεί την θέση της ότι η εργοδότηση συνεχίστηκε και τον Ιανουάριο 2012 αφού όπως προκύπτει από την εν λόγω αναφορά της παραπονούμενης, όταν αυτή μετέβηκε στο εστιατόριο, θεωρούσε ότι η εργοδότηση της δεν είχε τερματιστεί από προηγουμένως, όπως εισηγήθηκε η υπεράσπιση, αλλά ότι συνέχιζε και για τον εν λόγω μήνα. Άλλωστε γιατί να πάει στο εστιατόριο. Όσον αφορά το ύψος των απολαβών της για την επίδικη περίοδο και κατά πόσο οι εν λόγω μισθοί της καταβλήθηκαν κανονικά και αυτή η πτυχή της μαρτυρίας της παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη. Υπενθυμίζω ότι, με εξαίρεση το μισθό του Ιανουαρίου 2012 και τους ισχυρισμούς για δικαίωμα σε 13ο μισθό, το μόνο άλλο που αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ήταν τα κίνητρα της παραπονούμενης κατά την καταχώρηση της παρούσας ενόψει του ότι αυτή είχε ήδη εξασφαλίσει Δικαστική απόφαση για τους μισθούς της επίδικης περιόδου και όχι αυτό καθ' αυτό το γεγονός ότι όφειλε κάποιο ποσό. Σημειώνω επίσης ότι η βεβαίωση των Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Τ.2 - η οποία υπενθυμίζω περιέχει το τι ο ίδιος ο κατηγορούμενος δήλωσε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις αναφορικά με την εργοδότηση και τις απολαβές της παραπονούμενης κατά την επίδικη περίοδο, επιβεβαιώνει τη θέση της τελευταίας ότι την επίδικη περίοδο οι απολαβές της ανήρχοντο στο μεικτό ποσό των €900 για κάθε επίδικο μήνα. Δεν παραγνωρίζω ότι, σύμφωνα και με την ίδια την παραπονούμενη, σε κάποιο στάδιο της εργοδότησης της, συμφώνησε με τον κατηγορούμενο όπως η εργοδότηση μεταβληθεί σε περιστασιακή απασχόληση με ανάλογη πληρωμή, όμως το πόσες ώρες δούλεψε η παραπονούμενη ή ποιο ήταν το ακριβές ύψος της αντιμισθίας της, κατά την επίδικη περίοδο, καθίσταται, υπό το φως του περιεχομένου του Τ.2, άνευ σημασίας. Εν πάσει περιπτώσει το θέμα αυτό δεν έτυχε σχολιασμού από την υπεράσπιση. Κατηγορούμενος Όσον αφορά τον κατηγορούμενο διεξήλθα τη μαρτυρία του με την ίδια προσοχή παρακολουθώντας τον παράλληλα ενώ κατέθετε. Υπενθυμίζω ότι, με δεδομένο το νομοθετικό καθεστώς κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο κατηγορούμενος δεν υπέχει υποχρέωση ή βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του ως υποστηρίζει ο συνήγορος της παραπονούμενης στην αγόρευση του. Βασική θέση του κατηγορούμενου ήταν ότι, κατά το τέλος της εργοδότησης της παραπονούμενης, αυτός όντως της όφειλε μισθούς και ότι αυτός ήταν και ο λόγος που αποδέχτηκε να καταβάλει τις πληρωμές που κατέβαλε. Ισχυρίστηκε όμως ότι η παραπονούμενη ουδέποτε εργάστηκε τον Ιανουάριο 2012 και ότι η εργοδότηση της τερματίστηκε το τέλος Δεκεμβρίου 2011 εξ' ού και το μόνο ποσό που της οφειλόταν ήταν αυτό των €
  2. Ισχυρίστηκε επίσης ο κατηγορούμενος ότι ουδέποτε συμφώνησε με την παραπονούμενη για καταβολή 13ου μισθού. Όσον αφορά τη θέση του κατηγορούμενου ότι η επιχείρηση έκλεισε τον Δεκέμβριο 2011 όταν και τερμάτισε την εργοδότηση όλων των υπαλλήλων του συμπεριλαμβανομένης και της παραπονούμενης, τέτοια θέση ουδόλως συνάδει με τις δηλώσεις στις οποίες ο ίδιος προέβη στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και οι οποίες αποτυπώθηκαν στο Τ.
  3. Η εξήγηση του για την εικόνα που παρουσιάζει το Τ.2 ήτοι ότι για καθαρά ανθρωπιστικούς λόγους και χαριστικά δήλωσε ότι οι υπάλληλοι του δούλεψαν τον εν λόγω μήνα και τους κατέβαλε χαριστικά τις ανάλογες εισφορές στο Ταμείο δεν μπορεί να αντέξει τη βάσανο της λογικής. Και αυτό λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη ότι σύμφωνα με τον ίδιο τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε δεν του επέτρεπαν καν να συνεχίσει τη λειτουργία της επιχείρησης μετά τον Δεκέμβριο 2011 πόσο μάλλον να πληρώσει χαριστικά εισφορές στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Συνεπώς η επί του προκειμένου μαρτυρία του κρίνεται αναξιόπιστη. Αναξιόπιστη επίσης κρίνω και τη μαρτυρία σε σχέση με τη θέση του ότι κατά το τέλος της εργοδότησης της παραπονούμενης το μόνο ποσό που της οφειλόταν ήταν €
  4. Κατ' αρχή τέτοια θέση ουδέποτε προβλήθηκε κατά την αντεξέταση της παραπονούμενης. Κατά δεύτερο, η επί του προκειμένου εκδοχή του κατηγορούμενου δεν συνάδει ούτε με τους ισχυρισμούς που ο ίδιος πρόβαλε κατά τη μαρτυρία του. Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι από πριν το καλοκαίρι 2011 αδυνατούσε να καταβάλλει τους μισθούς στους υπαλλήλους του με αποτέλεσμα να οφείλει από τότε στην παραπονούμενη €
  5. Η τελευταία εργάστηκε, σύμφωνα με τον ίδιο για ακόμη τρεις μήνες για τους οποίους ο ίδιος δήλωσε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ότι οι απολαβές της ανέρχονταν στα €900 μεικτά κάθε μήνα. Με δεδομένο ότι για τρεις τουλάχιστο μήνες αυτός αδυνατούσε να της καταβάλει μηνιαίους μισθούς ύψους €850 καθαρά ενώ της χρωστούσε ήδη €1000 δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός του ότι στο τέλος της εργοδότησης το μόνο που οφείλετο στην παραπονούμενη ήταν τα αρχικά €
  6. Στη βάση των ανωτέρω, δεν μπορώ να δεχθώ την επί του προκειμένου εκδοχή του κατηγορούμενου και την απορρίπτω. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας προβαίνω στα πιο κάτω περαιτέρω ευρήματα. Η εργοδότηση της παραπονούμενης συνεχίστηκε και τον Ιανουάριο του 2012 όταν και τερματίστηκε. Για κάθε μήνα της επίδικης περιόδου ήτοι τους μήνες Σεπτέμβριο 2011 έως και τον Ιανουάριο 2012, όταν και τερματίστηκε η εργοδότηση της, δεν της καταβλήθηκαν από τον κατηγορούμενο οι αντίστοιχοι καθαροί μισθοί ύψους €850 για τον κάθε μήνα με αποτέλεσμα να της οφείλεται το συνολικό ποσό των €
  7. Έναντι του εν λόγω ποσού, η παραπονούμενη έλαβε μετά την καταχώρηση της παρούσας το ποσό των €1610 με αποτέλεσμα να παραμένει οφειλόμενο ποσό ύψους €
  8. ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η υπεράσπιση εισηγήθηκε ότι η παρούσα υπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί ως κατάχρηση της διαδικασίας και ως παραβιάζουσα τα συνταγματικά δικαιώματα του κατηγορούμενου. Η επί του προκειμένου θέση βασίστηκε αφ' ενός στο ότι, ενώ τα ισχυριζόμενα αδικήματα, τα οποία δεν είναι ιδιαίτερης πολυπλοκότητας, παρουσιάζονται να διαπράχθηκαν από το Σεπτέμβριο 2011 εντούτοις, η παρούσα, καταχωρήθηκε με καθυστέρηση δύο και πλέον χρόνων και αφ' ετέρου διότι τα κίνητρα της παραπονούμενης δεν ήταν να τιμωρηθεί ο κατηγορούμενος για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος αλλά για να εξαναγκαστεί να ικανοποιήσει μια αστική απόφαση. Εξέτασα την εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου υπό το φως της μαρτυρίας που κρίθηκε αξιόπιστη και κρίνω ότι η εν λόγω εισήγηση δεν ευσταθεί. Κατ' αρχή ο Ν.135(Ι)/2007δημιουργεί για την παράλειψη καταβολής μισθών πέραν από αγώγιμο δικαίωμα και ποινικό αδίκημα. Αυτό, σε συνδυασμό με την αρχή της Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 ΑΑΔ 522 ότι δεν συνιστά αυτόματα κατάχρηση η προώθηση ποινικής και πολιτικής διαδικασίας για την ίδια επιλήψιμη συμπεριφορά, δεν αποκλείει την καταχώρηση και αστικής αλλά και ποινικής διαδικασίας σε περίπτωση που ένας εργοδότης δεν καταβάλει τον μισθό στον εργοδοτούμενο του. Το ότι κάποιος εργοδοτούμενος επέλεξε να μην καταχωρήσει ταυτόχρονα και τις δύο διαδικασίες αλλά να προχωρήσει πρώτα με την αστική διαδικασία και ύστερα με την ποινική οπόταν και η τελευταία καθυστέρησε να καταχωρηθεί, δεν μπορεί να επενεργήσει εις βάρος του εργοδοτούμενου. Αυτό πάντοτε όμως υπό το φως των συγκεκριμένων περιστατικών της κάθε υπόθεσης αφού κανένα δικαίωμα δεν μπορεί να ασκείται ανεξέλεγκτα, απεριόριστα και καταχρηστικά (βλ. σχ. Σπύρος Σπύρου ν Βαρβάρας Α. Ξενή Ποινική Έφεση Αρ. 223/2014 ημερ. 11/11/2015 και Εμπεδοκλής (Αρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Δ.
  1. Είναι γεγονός ότι τα αδικήματα που καταλογίζονται στον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση δεν είναι ιδιαίτερης πολυπλοκότητας ούτε και έχριζαν οποιασδήποτε μακροχρόνιας διερεύνησης. Η καθυστέρηση όμως που παρατηρήθηκε στην καταχώρηση της παρούσας, εξηγήθηκε από την παραπονούμενη να οφείλεται στο ότι αυτή προσπάθησε να αξιοποιήσει όλα τα διαθέσιμα μέσα για να βρει το δίκαιο της. Καταχώρησε την παρούσα όταν πλέον η εργασιακή διαφορά που είχε με τον κατηγορούμενο αποκρυσταλλώθηκε από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και αντιλήφθηκε ότι ο τελευταίος ουδέποτε είχε πρόθεση να αποκαταστήσει τη ζημιά που της προκάλεσε, παρά τις αρχικές διαβεβαιώσεις του περί του αντιθέτου. Άλλωστε ο κατηγορούμενος δεν παρουσιάστηκε να έχει επηρεαστεί με οποιοδήποτε δυσμενή τρόπο από την καταχώρηση της παρούσας κατά το χρόνο που αυτή καταχωρήθηκε. Αντίθετα, όπως παραδέχτηκε και ο ίδιος, αυτός όφειλε μισθούς στην παραπονούμενη από τότε και της υποσχέθηκε ότι θα τους της καταβάλει σιγά-σιγά αν και για τα επόμενα δύο και πλέον χρόνια δεν έπραξε κάτι τέτοιο. Μάλιστα δε όπως ο ίδιος ανέφερε στη μαρτυρία του, όταν πληροφορήθηκε για τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης με το ένταλμα κινητών την 29 Οκτωβρίου 2013 (Τ.3), αναγνώρισε την ευθύνη του και ζήτησε από την παραπονούμενη παράταση ακόμα 2 μηνών για να την αποκαταστήσει, αίτημα στο οποίο η παραπονούμενη συγκατατέθηκε. Με δεδομένο ότι η παρούσα καταχωρήθηκε κάτι περισσότερο από ένα μήνα μετά τη λήξη της εν λόγω παράτασης, δεν θεωρώ ότι στην παρούσα συντρέχουν τέτοιες περιστάσεις που να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι έχουν παραβιαστεί τα συγκεκριμένα συνταγματικά δικαιώματα του κατηγορούμενου ή ότι παρατηρείται κατάχρηση της διαδικασίας. (βλ. Σπύρος Σπύρου ν Βαρβάρας Α. Ξενή Ποινική Έφεση Αρ. 223/2014 ημερ. 11/11/2015). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ 1η, 2η 3η, 4η και 6η κατηγορία Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου βρίσκω ότι ο κατηγορούμενος, ως εργοδότης, ενώ απασχολούσε την παραπονούμενη ως εργοδοτούμενη του κατά την περίοδο Σεπτεμβρίου 2011 μέχρι και Ιανουαρίου 2012, δεν της κατέβαλε τις απολαβές της (€850) για κάθε μήνα κατά παράβαση των προνοιών του Ν.35(Ι)/
  2. Κρίνω επομένως ότι η κατηγορούσα αρχή, στην παρούσα υπόθεση πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορούμενου στην 1η, 2η, 3η, 4η και 6η κατηγορία. 5η και 7η κατηγορία - 13οι μισθοί Όσον αφορά τις πιο πάνω κατηγορίες, οι οποίες αφορούν ισχυριζόμενη παράλειψη πληρωμής 13ου μισθού για τα έτη 2011 και 2012 παρατηρώ τα εξής: α) Η συμφωνία εργοδότησης της παραπονούμενης ήταν προφορική και καμία έγγραφη μαρτυρία προσκομίστηκε που να αποδεικνύει οποιοδήποτε δικαίωμα σε 13ο μισθό όπως π.χ κατάσταση Κοινωνικών Ασφαλίσεων για το 2010 ή τα έγγραφα που προσκομίστηκαν από την παραπονούμενη για σκοπούς εξασφάλισης του ανεργειακού επιδόματος κλπ. β) Από την γραπτή δήλωση της παραπονούμενης, αλλά και από τον ισχυρισμό της για αναλογία 13ου μισθού για το έτος 2012 προκύπτει ότι ο ισχυρισμός της περί 13ο μισθού εδράζεται στο ότι ο μισθός της ήταν σταθερός για κάθε μήνα. Κατά την αντεξέταση της όμως, η ίδια ανέφερε ότι σε κάποιο στάδιο η αντιμισθία της τροποποιήθηκε έτσι ώστε να υπολογίζεται στη βάση των ημερών και των ωρών που θα εργάζετο στο εστιατόριο. γ) Ο υπολογισμός στον οποίο προέβη η παραπονούμενη αναφορικά με το ύψος του 13ου μισθού εδράζεται σε σταθερό μηνιαίο μισθό ύψους €850 για 12 συνεχόμενους μήνες. Από τη βεβαίωση Τ.2 όμως προκύπτει ότι οι απολαβές της παραπονούμενης για το 2011 δεν ήταν οι ίδιες για κάθε μήνα (βλ. Τ.2 - Αύγουστος 2011 μεικτές απολαβές €700). δ) Η βεβαίωση των κοινωνικών ασφαλίσεων που η ίδια η παραπονούμενη προσκόμισε προς απόδειξη των θέσεων της δεν επιμαρτυρεί οποιοδήποτε δικαίωμα σε 13ο μισθό. ε) Η απόδειξη ημερ. 4/3/16 -Τ.4 - που δόθηκε στον κατηγορούμενο από τους δικηγόρους της παραπονούμενης και ο τελευταίος υπέγραψε κάμνει αναφορά στο υπόλοιπο του συνόλου των οφειλών όπως αυτές επιδικάστηκαν από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι αξιώσεις για 13ους μισθούς όμως μετά και την καταβολή του ποσού των €1800 καμία τέτοια αναφορά παρατηρείται στη δεύτερη απόδειξη ημερ. 25/6/16 - Τ.
  3. Στη βάση των ανωτέρω κρίνω ότι η μαρτυρία που έχει προσκομισθεί από την παραπονούμενη δημιουργεί στο μυαλό μου αμφιβολία, ως προς το κατά πόσο η συμφωνία εργοδότησης, περιλάμβανε και την καταβολή 13ου μισθού στην παραπονούμενη. Έχοντας κατά νου τη νομική θέση που διέπει το βάρος απόδειξης στην παρούσα υπόθεση, κρίνω πως τα όσα αναφέρονται πιο πάνω αναφορικά με την επί του προκειμένου μαρτυρία και εκδοχή της παραπονούμενης, δεν θα μπορούσαν να θεμελιώσουν την καταδίκη του κατηγορούμενου στις κατηγορίες 5 και 7 χωρίς να πλανάται τουλάχιστο μια υποβόσκουσα αμφιβολία για την ενοχή του. Επομένως θα δώσω στον κατηγορούμενο το ευεργέτημα της αμφιβολίας σε σχέση με αυτές τις κατηγορίες. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στην απόφαση του συμπεριέλαβε και τους ισχυριζόμενους 13ους μισθούς όμως όπως εξήγησα ανωτέρω αυτό δεν απαλλάσσει την κατηγορούμενη από το βάρος που έχει να αποδείξει τους εν λόγω ισχυρισμούς της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η πιο πάνω κατάληξη μου αναπόφευκτα καθιστά αχρείαστη και περιττή την ενασχόληση μου με την αξιολόγηση της επί του προκειμένου μαρτυρίας του κατηγορούμενου αφού σε κάθε περίπτωση δεν εναπόκειται στην υπεράσπιση να αποδείξει την αθωότητα του κατηγορούμενου αλλά στην κατηγορούσα αρχή να αποδείξει την ενοχή του∙ και αν μετά από την εξέταση της μαρτυρίας το Δικαστήριο διατηρεί εύλογες ή υποβόσκουσες αμφιβολίες για την ενοχή του κατηγορούμενου, ο τελευταίος δικαιούται να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας, έστω και αν οι εξηγήσεις του και οι θέσεις της υπεράσπισης γενικότερα δεν έχουν γίνει δεκτές (Woolmington v DPP 25 Cr.App.R. 72, Χαρίτωνος κ.α. ν Δημοκρατίας
(1971)2 ΑΑΔ 40). Για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, δίνω στον κατηγορούμενο το ευεργέτημα της αμφιβολίας σε σχέση με την 5η και 7η κατηγορία. Συνεπώς ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται των εν λόγω κατηγοριών. (Υπ.).................................... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΜΚ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Παράλειψη πληρωμής μισθών cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.