Δημοκρατία ν. Ανδρέα Διαμαντή, Αρ. Υπόθεσης: 25280/15, 18/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2016:13 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Α.Ε.Δ. T. Kατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 25280/15 Δημοκρατία ν. Ανδρέα Διαμαντή Κατηγορουμένου -------------------- Ημερομηνία: 18.4.2016 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Ζ. Συμεού Για τον κατηγορούμενο: κ. Α. Σάββα Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί το αδίκημα της απόπειρας φόνου κατά παράβαση του άρθρου 214 (α) του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος, την 5.12.2015, αποπειράθηκε παράνομα να επιφέρει το θάνατο του Ανδρέα Συμεού. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκε το αδίκημα έχουν εκτεθεί από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και βρίσκουν σύμφωνη την Υπεράσπιση. Τις συνοψίζουμε: Ο κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος ήταν γείτονες. Αμφότεροι διάμεναν, κατά τον επίδικο χρόνο, στο χωριό Ύψωνας, της επαρχίας Λεμεσού. Την 5.12.15 και ώρα 13:30 ο παραπονούμενος βρισκόταν εντός του περιφραγμένου κτήματος του και ασχολείτο με την επισκευή αγροτικού μηχανήματος. Κατά τον ίδιο χρόνο ο κατηγορούμενος βρισκόταν μαζί με τη σύζυγό του στην αυλή της οικίας τους, η οποία εφάπτετο του κτήματος του παραπονουμένου. Ο κατηγορούμενος ενοχλήθηκε από το θόρυβο που προκαλούσε ο παραπονούμενος, λόγω της ενασχόλησης του με την επισκευή του πιο πάνω μηχανήματος και ανέφερε στη σύζυγό του ότι θα μετέβαινε στο καφενείο, "για να μην ακούει τίποτε". Επιβιβάστηκε στο μονοκάμπινο αυτοκίνητο του, αντί όμως να κατευθυνθεί προς το καφενείο κατευθύνθηκε προς το σημείο που βρισκόταν ο γείτονας του. Κινήθηκε κατευθείαν προς το μέρος του παραπονουμένου, αναπτύσσοντας ταχύτητα με το αυτοκίνητο του, με σκοπό να τον κτυπήσει. Ο παραπονούμενος αντιλήφθηκε έγκαιρα τις ενέργειες του κατηγορουμένου, "πετάχτηκε" από το σημείο στο οποίο βρισκόταν και κρύφτηκε πίσω από μια πορτοκαλιά. Ο κατηγορούμενος σταμάτησε το όχημά του, λίγα εκατοστά πριν αυτό συγκρουστεί με παρακείμενο υποστατικό και ακριβώς στο σημείο που βρισκόταν ο παραπονούμενος προηγουμένως, προτού κρυφτεί. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος έβαλε όπισθεν και ξαναγύρισε το αυτοκίνητό προς το μέρος του παραπονουμένου και αποπειράθηκε ξανά να τον κτυπήσει. Ο παραπονούμενος κατάφερε να διαφύγει, έτρεξε προς το σπίτι του. Ο παραπονούμενος φώναξε στη σύζυγό του, να ειδοποιήσει την αστυνομία, ενώ την ίδια στιγμή ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε το χώρο και πήγε στο καφενείο. Η σύζυγος του παραπονουμένου ενημέρωσε τη θυγατέρα της για το συμβάν και στη συνέχεια η τελευταία ειδοποίησε την αστυνομία. Την ίδια ημέρα, ήτοι την 5.12.15 και ώρα 16:40 ο κατηγορούμενος έδωσε θεληματική κατάθεση στην αστυνομία και παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος. Στην κατάθεσή του ανέφερε μεταξύ άλλων, "τζιήνη την ώρα είδα τον Αντρέα (παραπονούμενο) που εμάσσιετουν μέσα στο χωράφι μου τζιαι έβαλα ομπροστινή τζιαι επία κατευθείαν με το αυτοκίνητό μου το μονοκάμπινο ολόισια πάνω του γιατί ήθελα να τον τσιλλίσω". Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι πρόθεση του κατηγορουμένου ήταν να επιφέρει το θάνατο του παραπονουμένου. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε ένορκη δήλωση του παραπονουμένου στην οποία ανέφερε ότι δεν είχε πλέον οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του κατηγορουμένου και δεν επιθυμούσε την τιμωρία του. Εδήλωσε επίσης ότι οι δύο τους είχαν συμφιλιωθεί. Στο Δικαστήριο κατατέθηκε εκ συμφώνου και έκθεση του ψυχιάτρου Μάριου Πολυκάρπου, των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας, ημερομηνίας 7.12.
- Σύμφωνα με την πιο πάνω έκθεση ο κατηγορούμενος ήταν 'πλήρως προσανατολισμένος'. Ήταν σε θέση 'να αντιλαμβάνεται πλήρως τις πράξεις του και τις συνέπειες τους και ήταν ικανός να παρακολουθήσει τη δικαστική διαδικασία'. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου ζήτησε όπως ληφθεί υπόψη η άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου, τόσο στην αστυνομία όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου. Ζήτησε επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι έχει συμφιλιωθεί με τον παραπονούμενο και έχει απολογηθεί σε αυτόν. Αναφερόμενος στα γεγονότα της υπόθεσης εδήλωσε ότι ο κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος ήταν γείτονες για τριάντα και πλέον έτη. Το εν λόγω περιστατικό, ως ανέφερε χαρακτηριστικά, «οφειλόταν κυρίως στην διαφορά που έχουν κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος για ένα κομμάτι γης, διαφορά η οποία πλέον δεν υπάρχει αφού με την συμφιλίωση τους έχουν διευθετήσει και την διαφορά που είχαν». Τη συγκεκριμένη στιγμή ο κατηγορούμενος είχε καταναλώσει μία μπύρα και βρισκόταν κάτω «από συναισθηματική φόρτιση». Η συναισθηματική φόρτιση τού δημιουργήθηκε λόγω του θορύβου που έκανε ο παραπονούμενος. Τα πιο πάνω γεγονότα σε συνδυασμό με την ηλικία του ώθησαν τον κατηγορούμενο να διαπράξει το εν λόγω αδίκημα απερίσκεπτα και χωρίς κανένα προσχεδιασμό. Ο ευπαίδευτος συνήγορος ζήτησε από το Δικαστήριο να λάβει επίσης υπόψη τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορουμένου και ιδιαίτερα το γεγονός ότι η σύζυγός του αντιμετωπίζει διάφορα ιατρικά προβλήματα που αφορούν, ως ανέφερε χαρακτηριστικά, «ιδίως έλκος και νεφρά». Πρέπει να επισκέπτεται το νοσοκομείο κατά τακτά διαστήματα και ο κατηγορούμενος είναι ο μόνος που μπορεί να τη μεταφέρει εκεί και να τη φροντίζει. Ζήτησε επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι πριν σαράντα περίπου μέρες και ενώ αυτός βρισκόταν στις Κεντρικές Φυλακές, απεβίωσε η θυγατέρα του, σε ηλικία μόλις 43 ετών, λόγω ασθένειας, εγκαταλείποντας δύο ανήλικα παιδιά. Ο συνήγορος αναφέρθηκε και στις υπηρεσίες που προσέφερε ο κατηγορούμενος στην πατρίδα του. Πολέμησε κατά την τουρκική εισβολή, συνελήφθηκε από τον Τουρκικό στρατό και παρέμεινε αιχμάλωτος για τρεις μήνες. Κατά την αιχμαλωσία του υπέστη φρικτά βασανιστήρια τόσο σωματικά όσο και ψυχολογικά. Η σοβαρότητα του αδικήματος της απόπειρας φόνου είναι δεδομένη. Αντικατοπτρίζεται τόσο μέσα από την ανώτατη ποινή που προνοεί ο Νόμος ήτοι την ισόβια φυλάκιση όσο και από την ίδια τη φύση του αδικήματος που εμπεριέχει το στοιχείο της απόπειρας αφαίρεσης ανθρώπινης ζωής. Η ανθρώπινη ζωή αποτελεί το ύψιστο αγαθό και γι΄ αυτό το λόγο προσδίδεται αποτρεπτικός χαρακτήρας στην τιμωρία κάθε φονικής πράξης. Η αποτροπή έχει δύο παραμέτρους, την αποτροπή του ιδίου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον και την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη ομοίων ή παρομοίων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες. Πρώτο την αποτροπή που είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος και δεύτερο την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση[1]. Αδικήματα αυτής της φύσης βρίσκονται σε έξαρση στη χώρα μας. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι εκ των σαρανταδύο υποθέσεων που εκκρεμούσαν ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λεμεσού, τους τελευταίους έξι μήνες, οι επτά αφορούσαν απόπειρες φόνου, ανθρωποκτονίες και φόνους εκ προμελέτης. Επισημαίνουμε δε ότι το παρόν δικαστήριο είναι ένα από τα τέσσερα Κακουργιοδικεία της Δημοκρατίας που εκδικάζουν τέτοιας φύσης υποθέσεις. Στον καθορισμό της εγκληματικότητας του δράστη λαμβάνεται σοβαρά υπόψη ο σχεδιασμός και ο βαθμός αδιαφορίας για την ανθρώπινη ύπαρξη. Λαμβάνονται επίσης υπόψη οι πιο κάτω παράγοντες: (α) Σε ποιο βαθμό η ανθρώπινη ζωή είχε τεθεί σε κίνδυνο. (β) Κατά πόσο το θύμα τραυματίστηκε από την παράνομη ενέργεια. (γ) Σε περίπτωση που το θύμα τραυματίστηκε, η φύση και η έκταση των τραυματισμών αυτών. (δ) Οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος. Στην υπό κρίση υπόθεση, με βάση τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μας, παρατηρούμε ότι η ενέργεια του κατηγορουμένου ήταν εντελώς απρόκλητη. Ο συνήγορος υπεράσπισης την απέδωσε σε ΄συναισθηματική φόρτιση΄, θέση που δεν βρίσκει έρεισμα στα γεγονότα που έχει επικαλεσθεί. Η κατανάλωση μιας μπύρας, ο θόρυβος της μηχανής και η διαφορά των δύο ανδρών για ΄ένα κομμάτι γής΄, δεν επαρκούν ώστε να εγείρεται πραγματικό ζήτημα συναισθηματικής φόρτισης. Για να μπορέσει το στοιχείο αυτό να αποτελέσει μετριαστικό παράγοντα θα πρέπει οι περιστάσεις υπό τις οποίες προκλήθηκε η συναισθηματική φόρτιση να είναι τέτοιες ώστε να δικαιολογούν την επίδειξη επιείκειας. Τέτοια ήταν η περίπτωση στην υπόθεση Δημοκρατία και Ιωάννου[2], στην οποία ο κατηγορούμενος πυροβόλησε ηθελημένα και προσχεδιασμένα το γαμπρό του, κάτω από το κράτος συναισθηματικής φόρτισης, μετά που πληροφορήθηκε ότι αυτός είχε κτυπήσει τη θυγατέρα του. Ο θόρυβος που προκαλούσε μια μηχανή, η κατανάλωση μιας μπύρας και οι κτηματικές τους διαφορές που παρέμειναν αδιευκρίνιστες, δεν δικαιολογούν σε καμιά περίπτωση την επίδειξη επιείκειας. Σε σχέση με τις κτηματικές τους διαφορές θα μπορούσαν ενδεχομένως αυτές, κάτω από το πρίσμα άλλων γεγονότων, να αποτελούσαν τη βάση ευρήματος προσχεδιασμού. Οι διαφορές αυτές όμως, ως αναφέρουμε αμέσως πιο πάνω, παρέμειναν αδιευκρίνιστες, δεν δόθηκαν οποιαδήποτε στοιχεία, πέραν του γεγονότος ότι αυτές εστιάζονταν σε ένα κομμάτι γης και ως εκ τούτου, ελλείψει οποιωνδήποτε άλλων στοιχείων, κρίνουμε ότι τέτοιο εύρημα δεν θα δικαιολογείτο υπό τις περιστάσεις. Εξάλλου παρατηρούμε ότι το αδίκημα διαπράχθηκε μέρα, λίγο μετά το μεσημέρι και ο κατηγορούμενος δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα συγκάλυψης των ενεργειών του. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μας προκύπτει ότι η απόφαση του δεν ήταν το προϊόν έντονου προβληματισμού και συλλογισμού και σίγουρα δεν ήταν προσχεδιασμένη. Προφανώς εκνευρίσθηκε λόγω του θορύβου της μηχανής, επιβιβάσθηκε στο μονοκάμπινο όχημα του και αντί να κατευθυνθεί προς το καφενείο, ως είχε δηλώσει στη σύζυγο του, κατευθύνθηκε στο κτήμα του γείτονα του, ανέπτυξε ταχύτητα και οδήγησε προς το μέρος του, με σκοπό να τον θανατώσει. Ως έχουμε ήδη επισημάνει δεν υπάρχουν στοιχεία ότι ο κατηγορούμενος προσχεδίασε την εγκληματική του πράξη λόγω των διαφορών που είχε με τον παραπονούμενο, με βάση όμως τη θέση που προέβαλε ο ιδιος ο συνήγορος του ότι 'το περιστατικό οφειλόταν κυρίως στη διαφορά που είχαν ο κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος για ένα κομμάτι γης΄, προκύπτει ότι οι πιο πάνω διαφορές τους συνέβαλαν στη λήψη της πιο πάνω απόφασης του κατηγορουμένου να θανατώσει τον παραπονούμενο. Ως προς τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου, έχουμε κατά νου τις αρχές που διέπουν το θέμα. Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη, δεν θα πρέπει, όμως να εξουδετερώσει το στοιχείο της αποτροπής αναφορικά με τη διάπραξη σοβαρών εγκλημάτων και ειδικότερα εγκλημάτων βίας[3]. Είναι υπό αυτό το πρίσμα που θα λάβουμε υπόψη τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορουμένου. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορουμένου. Τη συνοψίζουμε: Ο κατηγορούμενος είναι σήμερα 72 ετών, κατάγεται από το χωριό Κοιλάνι και προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Φοίτησε μέχρι την 1η τάξη του δημοτικού σχολείου. Από πολύ μικρή ηλικία απασχολείτο ως κτηνοτρόφος και ως βοσκός ενώ από την ηλικία των 12-13 ετών εργαζόταν στις οικοδομές. Υπηρέτησε κανονικά τη στρατιωτική του θητεία. Σε ηλικία 18 ετών παντρεύτηκε και από το γάμο του απέκτησε ένα παιδί, την Εύα. Μετά από δύο χρόνια το ζεύγος πήρε διαζύγιο. Την φροντίδα και φύλαξη του ανήλικου τότε παιδιού, ανέλαβε η πρώην σύζυγός του. Ο κατηγορούμενος δεν διατηρούσε επικοινωνία μαζί τους και περιέγραψε τις σχέσεις του με την πρώην σύζυγο του ως «συγκρουσιακές». Το 1973 τέλεσε δεύτερο γάμο με τη νυν σύζυγο του. Οι σχέσεις του ζεύγους είναι πολύ καλές. Σήμερα ο κατηγορούμενος δεν εργάζεται, η σύζυγός του και ο ίδιος λαμβάνουν συντάξεις που είναι και τα μόνα εισοδήματά τους. Ως αναφέρουμε και πιο πάνω, πρόσφατα, πριν 40 περίπου ημέρες η θυγατέρα του, Εύα, απεβίωσε λόγω ασθένειας, εγκαταλείποντας δύο ανήλικα παιδιά, ηλικίας 8 και 10 ετών. Τη φροντίδα των δύο πιο πάνω ανηλίκων ανέλαβε η μητέρα της. Ο κατηγορούμενος εξέφρασε στη λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας, που ετοίμασε την έκθεση, την ανησυχία του για τα δύο ανήλικα εγγόνια του αναφέροντας ότι σε περίπτωση φυλάκισης του δεν θα είναι σε θέση να τα στηρίξει. Οι πιο πάνω συνθήκες, ως επίσης και η προσφορά του προς την πατρίδα, στην οποία έχει ήδη γίνει αναφορά, λαμβάνονται υπόψη. Δίδουμε ιδιαίτερη βαρύτητα στη προχωρημένη ηλικία του και στο γεγονός ότι, μόλις προ ολίγων εβδομάδων, απεβίωσε η θυγατέρα του. Μας έχει προβληματίσει, σε κάποιο βαθμό, το γεγονός ότι η αποβιώσασα θυγατέρα του εγκατέλειψε δύο παιδιά σε συνδυασμό με τη δήλωση του κατηγορουμένου στη λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας ότι τυχόν εγκλεισμός του στη φυλακή θα του στερήσει τη δυνατότητα να στηρίξει τα ανήλικα. Έχουμε υπόψη μας ότι τα δύο παιδιά είναι σε πολύ τρυφερή ηλικία και ότι οποιαδήποτε ψυχολογική και οικονομική στήριξη τούς δοθεί σε αυτό το στάδιο της ζωής τους, μετά το χαμό της μητέρας τους, θα ήταν ευεργετική για αυτά. Παράλληλα όμως λαμβάνουμε υπόψη ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν ιδιαίτερα συνδεδεμένος με τη θυγατέρα του, είχε αναφέρει στη λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας ότι μετά το χωρισμό του, τη φροντίδα της θυγατέρας τους την ανέλαβε η πρώην σύζυγος του και ότι αυτός 'δεν διατηρούσε επικοινωνία μαζί τους', εννοώντας την πρώην σύζυγο του και τη θυγατέρα του. Αργότερα ο συνήγορος υπεράσπισης, κατά την αγόρευση του διευκρίνισε ότι ο κατηγορούμενος διατηρούσε πάντα κάποια επαφή με τη θυγατέρα του, αυτή όμως δεν ήταν συχνή λόγω των 'συγκρουσιακών σχέσεων' που είχε με την πρώην σύζυγο του. Ενόψει όλων των πιο πάνω και έχοντας υπόψη το γεγονός ότι τη φροντίδα των παιδιών ανέλαβε η γιαγιά τους, η πρώην σύζυγος του κατηγορουμένου, τις σχέσεις του κατηγορουμένου με το πιο πάνω πρόσωπο, καταλήγουμε ότι η ψυχολογική στήριξη που θα μπορούσε να δώσει ο κατηγορούμενος στα δύο παιδιά θα ήταν μάλλον περιορισμένη. Σε σχέση με το ενδεχόμενο παροχής οικονομικής στήριξης κρίνουμε ότι αυτό είναι πολύ απομακρυσμένο έχοντας υπόψη το γεγονός ότι αυτός είναι συνταξιούχος και το μοναδικό εισόδημα του είναι η σύνταξη που λαμβάνει. Ο συνήγορος υπεράσπισης κατά την αγόρευση του ζήτησε όπως ληφθεί υπόψη η κατάσταση της υγείας της συζύγου του κατηγορουμένου. Ανέφερε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: «... Η σύζυγος του κατηγορουμένου αντιμετωπίζει διάφορα ιατρικά προβλήματα που αφορούν ιδίως έλκος και νεφρά. Πρέπει να επισκέπτεται το νοσοκομείο κατά τακτά διαστήματα και ο σύζυγος της είναι ο μοναδικός που μπορεί να τη μεταφέρει και να την περιθάλψει». Επισημαίνουμε ότι στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας καμιά αναφορά γίνεται στο εν λόγω θέμα ενώ κανένα ιατρικό πιστοποιητικό παρουσιάσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου. Ζητήσαμε περαιτέρω στοιχεία από το συνήγορο υπεράσπισης αυτός όμως δεν ήταν σε θέση να μας εφοδιάσει, περιορίσθηκε να αναφέρει ότι όταν αυτή είναι άρρωστη ο κατηγορούμενος είναι αυτός που μαγειρεύει και αγοράζει τα φάρμακα της. Παρά το γεγονός ότι δεν δόθηκαν πλήρη στοιχεία σε σχέση με την υγεία της συζύγου του κατηγορουμένου, λαμβάνουμε υπόψη ότι αυτή αντιμετωπίζει τα προβλήματα που ανέφερε ο συνήγορος και ότι ο κατηγορούμενος μαγειρεύει, όταν χρειάζεται, αγοράζει τα φάρμακα της και τη μεταφέρει στο νοσοκομείο όταν χρήζει περίθαλψης. Δίδουμε στα γεγονότα αυτά τη δέουσα βαρύτητα, υπό το πρίσμα των ό,σων αναφέραμε πιο πάνω. Στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας γίνεται επίσης αναφορά ότι ο κατηγορούμενος «το 1963 καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 10 ετών περίπου, για αδίκημα που αφορούσε απόπειρα φόνου». Η πιο πάνω αναφορά έγινε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο στη λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας, τόσο όμως ο συνήγορος υπεράσπισης όσο και ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής δήλωσαν στο Δικαστήριο ότι με βάση τα αρχεία της Αστυνομίας, δεν υπάρχει καταγεγραμμένη τέτοια καταδίκη. Η μόνη καταδίκη που ήταν καταγεγραμμένη αφορούσε το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης στην οποία είχε επιβληθεί τριετής ποινή φυλάκισης. Σε σχέση με την πιο πάνω καταδίκη ο κατηγορούμενος έχει αποκατασταθεί μετά από την έκδοση διατάγματος δικαστηρίου που εκδόθηκε στα πλαίσια σχετικής αίτησης. Ενόψει όλων των πιο πάνω, ο κατηγορούμενος θα κριθεί ως άτομο λευκού ποινικού μητρώου και οποιαδήποτε αναφορά έγινε στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας για προηγούμενη καταδίκη, θα αγνοηθεί. Πέραν των πιο πάνω μετριαστικών παραγόντων, λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη την άμεση συνεργασία του κατηγορουμένου με την αστυνομία, ως επίσης την άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα πιο πάνω στοιχεία είναι βαρύνουσας σημασίας στην υπό κρίση υπόθεση καθότι ενδεχομένως να ήταν δύσκολο για την αστυνομία να αποδείξει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπό κρίση αδίκημα, απόπειρα φόνου, βασιζομένη μόνη στη μαρτυρία του παραπονουμένου. Οι πιο πάνω ενέργειες του κατηγορουμένου, σε συνδυασμό και με την προσπάθεια που κατέβαλε να απολογηθεί στον παραπονούμενο δεικνύουν την ειλικρινή μεταμέλεια του. Η συμφιλίωση του κατηγορουμένου με το θύμα είναι επίσης παράγοντας στον οποίο αποδίδεται σημασία από το Δικαστήριο. Σχετικές επί του θέματος είναι οι αποφάσεις Georghiou v The Police[4], Λούτσιου v Αστυνομίας (Αρ. 2)[5]. Όλα τα πιο πάνω λαμβάνονται υπόψη ως μετριαστικοί παράγοντες, κρίνονται όμως σε συνδυασμό με τους υπόλοιπους παράγοντες, την εν γένει σοβαρότητα του αδικήματος και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτό διαπράχθηκε. Επιβαρυντικός παράγοντας κατά την επιμέτρηση της ποινής είναι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε δύο απόπειρες για να επιφέρει το θάνατο του παραπονουμένου. Οταν δεν πέτυχε η πρώτη απόπειρα δεν εγκατέλειψε τον χώρον αλλά προσπάθησε για δεύτερη φορά να τον θανατώσει. Δεν διαλανθάνει της προσοχής μας ότι ο παραπονούμενος δεν υπέστη οποιοδήποτε τραυματισμό, αυτό όμως δεν οφείλετο σε κάποια ενέργεια του κατηγορουμένου αλλά στην έγκαιρη αντίδραση του παραπονουμένου, που όταν αντιλήφθηκε την παρουσία του κατηγορουμένου στο χώρον και συνειδητοποίησε ποιες ήταν οι προθέσεις του, κατάφερε και στις δύο περιπτώσεις να διαφύγει. Οι ποινές που επιβάλλονται συνήθως σε τέτοιας φύσης υποθέσεις είναι πολυετείς φυλακίσεις[6], η κάθε υπόθεση όμως, ως αναφέραμε και ανωτέρω, θα πρέπει να κρίνεται με βάση τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά. Αφού συνυπολογίσαμε όλα τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μας, συμπεριλαμβανομένων του προχωρημένου της ηλικίας του κατηγορουμένου και των οικογενειακών του περιστάσεων και αφού αξιολογήσαμε κάθε σχετικό με την ποινή παράγοντα κρίνουμε ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης, η οποία όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν θα πρέπει να είναι μακρά. Επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 2 ετών και έξι μηνών στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Στο χρόνο φυλάκισης του να συνυπολογισθεί ο χρόνος προφυλάκισης του, ήτοι από την 6.12.
- Ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι σε περίπτωση που επιβληθεί ποινή φυλάκισης, αυτή θα πρέπει να ανασταλεί. Προς υποστήριξη της εισήγησης του επικαλέσθηκε τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορουμένου. Τα πιο πάνω στοιχεία έχουν ληφθεί πολύ σοβαρά υπόψη από το δικαστήριο, για αυτό και η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε για ένα τόσο σοβαρό αδίκημα δεν είναι πολυετής. Κρίνουμε όμως, έχοντας υπόψη μας όλα τα στοιχεία που έχουμε εκθέσει ανωτέρω, ιδιαίτερα τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής ώστε ο κατηγορούμενος να μπορέσει να αντιληφθεί τη σοβαρότητα των πράξεων του και την έκταση της εγκληματικής του ενέργειας ώστε να μην διαπράξει στο μέλλον παρόμοιο αδίκημα, ότι η φυλάκιση του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση. Η εισήγηση για αναστολή της ποινής δεν γίνεται δεκτή, η φυλάκιση του κατηγορουμένου θα είναι άμεση. (Υπ.) ............. Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Α. Κονής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΤ Subject: Criminal/Assize Court/Sentence Αναφορά: Απόπειρα Φόνου [1] Βλέπετε σχετικά Πισκόπου και Δημοκρατία
(1999)2 ΑΑΔ 342, 351 [2]
(1999)2 ΑΑΔ 603. [3] Βλέπετε σχετικά Περικλέους και Αστυνομία
(2003)2 Α.Α.Δ. 397 [4]
(1985)2 C.L.R. 82, 84 [5]
(2003)2 Α.Α.Δ. 343 [6] Βλέπετε σχετικά Αναστασίου και Γενικού Εισαγγελέα
(2005)2 Α.Α.Δ. 492, Τσεκούρα και Δημοκρατία
(2012)2 Α.Α.Δ. 563. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο