← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. SULEYMAN KEMAL, Αρ. Υπόθεσης: 21758/13, 27/5/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. SULEYMAN KEMAL, Αρ. Υπόθεσης: 21758/13, 27/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B90 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 21758/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και SULEYMAN KEMAL Ημερομηνία: 27.5.2016. Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Λ. Μάρκου. Για τον κατηγορούμενο: κα Σ. Αδάμου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες παράνομης επίθεσης κατά οργάνου τηρήσεως της τάξης, κατά την δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του, κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 1) και αντίστασης κατά της νομίμου συλλήψεως, κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Κεφ. 154 (κατηγορία 2). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος, στις 20.1.13 στην Λεμεσό: · Επιτέθηκε κατά οργάνου τηρήσεως της τάξεως, δηλαδή κατά του Αστ.2075 Χρ. Χριστοφή, κατά την δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του (κατηγορία 1). · Επιτέθηκε κατά του Αστ.2075 Χρ. Χριστοφή, με σκοπό τη ματαίωση της νομίμου σύλληψης του για ποινικό αδίκημα (κατηγορία 2). Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσε στο Δικαστήριο ένας μάρτυρας. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου, στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός κατέθεσε ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες. Περαιτέρω δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα, τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα: · Ο κατηγορούμενος στις 20.1.13 και ώρα 22:40 μεταφέρθηκε, συνοδεία Αστυνομίας, στο Νοσοκομείο Λεμεσού όπου και εξετάστηκε από την Δρα Μάρω Κωνσταντή, η οποία διαπίστωσε ότι έφερε εκχυμώσεις αριστερού οπίσθιου θωρακικού τοιχώματος και μικροεκδορές στη ραχιαία επιφάνεια της δεξιάς άκρας χειρός. Του έγινε καθαρισμός των εκδορών, χορηγήθηκε εμβόλιο τετάνου και απελύθη με παυσίπονα. Ο κατηγορούμενος ανέφερε στην γιατρό ότι κτυπήθηκε από αστυνομικούς, ότι απώλεσε σφράγισμα και ότι είχε πόνο στην κοιλιά και στο χέρι. · Ο κατηγορούμενος από τις 7.3.12 μέχρι 17.3.12 βρισκόταν στο Χειρουργικό Τμήμα Καρδιάς, Αγγείων και Θώρακα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, όπου υπεβλήθηκε σε εγχείρηση. · Η Αστ.4699 Σ. Παπούη, του Τμήματος Μικροπαραβάσεων Λεμεσού, στις 21.1.13 και μεταξύ των ωρών 14:30-14:45, έλαβε, με την βοήθεια της διερμηνέα Δέσπως Πηλαβάκη, ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο σχετικά με υπόθεση τροχαίων αδικημάτων που διαπράχθηκαν την 20.1.
  1. Στην συνέχεια και μεταξύ των ωρών 14:50-14:55 με την βοήθεια της ίδιας διερμηνέα, η Αστ.4699 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε «Δεν παραδέχομαι». Ακολούθως και μεταξύ των ωρών 15:00-15:05 με την βοήθεια της ίδιας διερμηνέα, η Αστ.4699 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο σχετικά με τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε: «Δεν παραδέχομαι». Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Α/Αστ.2075 Χριστόφορος Χριστοφή, της Υ.Κ.Α.Ν Λεμεσού, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Στις 20.1.13 μαζί με τους Αστ.1478, 1794, 3820 και 4063 μετέβηκαν για έρευνα δυνάμει εντάλματος στην οικία στην οδό Κεμάλ Σελίμ αρ.5 στον Άγιο Ιωάννη στην Λεμεσό, όπου διαμένει ο Κεμάλ Κεμάλ, τότε 17 ετών, ο οποίος είχε συλληφθεί προηγουμένως για αυτόφωρο αδίκημα για υπόθεση ναρκωτικών. Ο Κεμάλ έμενε σε ξεχωριστό δωμάτιο που υπήρχε στην αυλή της οικίας που βρισκόταν στην πιο πάνω διεύθυνση. Με την άφιξη τους στο μέρος μπήκαν στην αυλή της οικίας. Εκεί ήταν μια οικιακή βοηθός, η οποία μπήκε μέσα στην οικία και στη συνέχεια βγήκε από αυτήν ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι πατέρας του Κεμάλ. Ο κατηγορούμενος, αφού ενημερώθηκε για την σύλληψη του γιου του και το ένταλμα έρευνας, πλησίασε τον γιο του μιλώντας του στην τούρκικη γλώσσα και στην συνέχεια προσπάθησε να πάρει κάτι από την τσέπη του γιού του. Τότε μπήκε στην μέση ο μάρτυρας και ενημέρωσε τον κατηγορούμενο ότι δεν είχε γίνει ικανοποιητική σωματική ερεύνα στον γιο του και ότι σε εκείνο το στάδιο δεν μπορούσε να πάρει οτιδήποτε το οποίο είχε στην κατοχή του. Ο κατηγορούμενος αμέσως έσπρωξε τον μάρτυρα με τα δύο του χέρια στο στήθος και φώναξε «Εν να κάμω ότι θέλω». Αμέσως ο μάρτυρας τον πληροφόρησε για το αδίκημα το οποίο διέπραξε δηλ. για επίθεση εναντίον αστυνομικού, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και ο κατηγορούμενος απάντησε «Εν θα μου πεις τι να κάμω». Ακολούθως και ώρα 18:10 ο μάρτυρας συνέλαβε τον κατηγορούμενο για το προαναφερόμενο αυτόφωρο αδίκημα, του επέστησε εκ νέου την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε «Εν να κάμω ότι θέλω». Στην συνέχεια ο μάρτυρας προσπάθησε να του περάσει χειροπέδες αλλά ο κατηγορούμενος αντιστεκόταν. Έτσι ο μάρτυρας, με την βοήθεια άλλων δύο συναδέλφων του, προσπάθησαν χρησιμοποιώντας ανάλογη βία να του περιορίσουν τα χέρια αλλά ο κατηγορούμενος τραβούσε τα χέρια του, φώναζε και τους έσπρωχνε με αποτέλεσμα να καταλήξουν στο έδαφος με τον κατηγορούμενο. Στην συνέχεια οι αστυνομικοί αφού χρησιμοποίησαν την ανάλογη βία κατάφεραν να βάλουν τα χέρια του κατηγορούμενου πίσω και να του περάσουν χειροπέδες. Ο μάρτυρας τον πληροφόρησε για το νέο αδίκημα το οποίο διέπραξε, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός δεν έδωσε καμία απάντηση. Στο μέρος κατέφθασε για βοήθεια και ο Αστ.
  2. Από την επαφή του με τον κατηγορούμενο ο μάρτυρας διαπίστωσε ότι η αναπνοή αυτού μύριζε έντονα αλκοόλ. Ακολούθησε έρευνα στο δωμάτιο που διέμενε ο γιος του κατηγορούμενου, όπου ο Αστ.1794 βρήκε μέσα σε ερμάρι μία ταυτότητα στο όνομα του Βαλεντίνου Μέρτα και μία πιστωτική κάρτα, στο όνομα της BRANCO HELEN BERNARD, για τα οποία του ηγέρθηκαν υποψίες ότι πιθανό να είναι κλοπιμαία. Η έρευνα τελείωσε η ώρα 19:00 και στην συνέχεια ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε στην Α.Δ.Ε. Λεμεσού για τα περαιτέρω. Ο μάρτυρας δεν δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν του επιτέθηκε και ότι ήταν θύμα κακοποίησης από τον ίδιο και τους συναδέλφους του. Η εκδοχή του κατηγορούμενου ήταν η ακόλουθη: Τρία χρόνια πριν το επίδικο επεισόδιο είχε κάνει εγχείρηση καρδίας και είναι και διαβητικός. Για αυτό τον λόγο έκτοτε δεν πίνει ποτό. Κατά το επίδικο βράδυ ενώ κοιμόταν τον ξύπνησαν και έπιασαν τον γιο του λόγω ναρκωτικών. Ο κατηγορούμενος ρώτησε «Γιατί με ξυπνήσατε άρρωστο άνθρωπο; Εσείς μπορείτε να κάμετε τη δουλειά σας, γιατί με ξυπνήσατε εμένα; Δεν είναι πια παιδί αυτός» και τότε του είπαν «Είσαι υπό σύλληψη». Τους ρώτησε «Γιατί; Πού είναι το χαρτί σας; Τι έκαμα εγώ για να συλληφθώ;» και του είπαν «Συλλάβαμε τον γιο σου για ναρκωτικά» και αυτός τους είπε «Από εμένα τι θέλετε; Δεν είναι πια παιδί αυτός» και μετά όρμησαν πάνω του 5 άτομα για να του περάσουν χειροπέδες και αυτός τους ρώτησε «Τι έκαμα;». Μετά τον έριξαν κάτω στο έδαφος και έπεσαν πάνω του εκεί που ήταν εγχειρισμένος, τον χτύπησαν στο στήθος, στην καρδία, έσπασαν τα γυαλιά του και φώναξαν και άλλη βοήθεια από αστυνομικούς, του φόρεσαν χειροπέδες και τον πήραν και τον έβαλαν μέσα. Μετά τους ρώτησε «Τι έκαμα και με εβάλετε μέσα; Τι έκαμα; Δεν έχετε χαρτιά. Δεν έχετε έγγραφα του Δικαστηρίου για τον λόγο που με συλλαμβάνετε» και του απάντησαν «Εμείς κάνουμε ό,τι θέλουμε. Είσαι και εσύ υπό σύλληψη και εσύ θα είσαι μέσα». Μετά αφού έμεινε 24 ώρες μέσα και μετά από μια εβδομάδα ο Γιαννάκης της Τροχαίας του τηλεφώνησε και του είπε «Να σου φέρω τα γυαλιά σου» και αν είναι να του πληρώσουν τα γυαλιά που είχαν σπάσει και να γίνει κάποιος συμβιβασμός ώστε να μην κινήσει αγωγή. Ο κατηγορούμενος του είπε «Όχι. Εγώ θα πάω να δώσω κατάθεση». Έδωσε κατάθεση και είπε ότι τον συνέλαβαν, τον χτύπησαν στο στήθος όπου είναι εγχειρισμένος και έμεινε 24 ώρες μέσα. Είπε τότε ότι ήθελε να πάει γιατρό αλλά δεν τον πήραν και μετά τηλεφώνησε στην δικηγόρο του, η οποία μίλησε με τον διευθυντή τους και στην συνέχεια τον πήραν στον γιατρό. Τότε ένας από τους αστυνομικούς, ο ένας από τους δύο που ήταν εκεί είπε στον γιατρό «Άτε τέλειωνε. Δεν έχει τίποτε» και ο γιατρός του είπε «Όχι. Δεν γίνεται αυτό» και τον εξέτασε και του έδωσε ένα χαρτί όπου λέει ότι είναι εγχειρισμένος και μάλιστα συζήτησαν έντονα ο γιατρός και ο αστυνομικός γιατί του είπε ο γιατρός «Δεν θα μου πεις εσύ τι θα γράψω. Εγώ θα γράψω αυτό που πρέπει». Αρνήθηκε ότι έσπρωξε τον Μ.Κ.1 και ότι όταν προσπάθησε να του περάσει χειροπέδες αντιστεκόταν στην σύλληψη. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Ο Μ.Κ.1 μου έκανε καλή εντύπωση. Περιέγραψε με σαφήνεια και λεπτομέρεια τα επίδικα γεγονότα, απαντούσε με αμεσότητα, ευθύτητα και χωρίς περιστροφές στις ερωτήσεις, οι θέσεις του ήταν σταθερές, συνεπείς και βρίσκουν έρεισμα στην λογική, δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις και γενικά η μαρτυρία του δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση του. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Εξετάζοντας την μαρτυρία του κατηγορούμενου θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτός δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Προσπάθησε να πείσει ότι αφού πήγαν στην οικία του οι αστυνομικοί, τον ξύπνησαν, χωρίς κανένα λόγο τον συνέλαβαν και στην συνέχεια όταν τους ζήτησε τον λόγο, του επιτέθηκαν, τον έριξαν στο έδαφος και του έβαλαν χειροπέδες, τραυματίζοντας τον και σπάζοντας του τα γυαλιά του. Ήταν όμως εμφανές από την μαρτυρία του ότι η εκδοχή του δεν ήταν σταθερή και συνεπής εφόσον προσπαθούσε να την προσαρμόσει προσθέτοντας συνεχώς νέα στοιχεία ώστε να πείσει, ενώ στερείται και πειστικότητας εφόσον δεν βρίσκει έρεισμα στην στοιχειώδη λογική. Συγκεκριμένα: Στην κυρίως εξέταση του είπε βασικά ότι ενώ κοιμόταν τον ξύπνησαν οι αστυνομικοί και ότι χωρίς ουσιαστικά να κάνει οτιδήποτε του είπαν ότι είναι υπό σύλληψη όταν απλά τους είπε «Γιατί με ξυπνήσατε άρρωστο άνθρωπο; Εσείς μπορείτε να κάμετε τη δουλειά σας, γιατί με ξυπνήσατε εμένα; Δεν είναι πια παιδί αυτός». Είπε δε στην συνέχεια ότι όταν τους ρώτησε τι έκανε για να συλληφθεί του είπαν «Συλλάβαμε τον γιο σου για ναρκωτικά» και όταν τους είπε «Από εμένα τι θέλετε; Δεν είναι πια παιδί αυτός» όρμησαν πάνω του 5 άτομα για να του περάσουν χειροπέδες και τον έριξαν στο έδαφος, έπεσαν πάνω του εκεί που είναι εγχειρισμένος, στην καρδία, έσπασαν τα γυαλιά του και φώναξαν και άλλη βοήθεια από αστυνομικούς και αφού του φόρεσαν χειροπέδες τον πήραν μέσα. Σε άλλο δε σημείο της κυρίως εξέτασης του όμως όταν ρωτήθηκε πόσα άτομα ήταν από πάνω του όταν του έβαλαν χειροπέδες είπε ότι ήταν 6 άτομα. Περαιτέρω παρά τα πιο πάνω σε άλλο σημείο της κυρίως εξέτασης του όταν ρωτήθηκε εάν πήγε να πιάσει κάτι από την τσέπη του γιού του, όπως είπε ο Μ.Κ.1, και ενώ πριν δεν αναφέρθηκε σε οποιαδήποτε χειρονομία εκ μέρους του, είπε ουσιαστικά ότι έκανε μια κίνηση με τα χέρια, δείχνοντας ότι πρότεινε και τα δύο του χέρια και ότι είπε στους αστυνομικούς «Δεν είναι παιδί αυτός. Δεν με ακούει και κάμνει ναρκωτικά. Εσείς κάμετε τη δουλειά σας. Εγώ δεν ανακατεύομαι». Στην δε αντεξέταση του δέχθηκε όμως ότι δεν ήταν οι αστυνομικοί που τον ξύπνησαν αλλά μια αλλοδαπή που διέμενε με την οικογένεια του, την οποία του είχε στείλει το Γραφείο Ευημερία για να τον βοηθά να φροντίζει τα παιδιά του. Μάλιστα προς επίρρωση της όλης εκδοχής του πρόσθεσε για πρώτη φορά μη πειστικά ότι και η αλλοδαπή είπε στους αστυνομικούς «Τι έκαμε αυτός ο άνθρωπος και θέλετε να τον ξυπνήσετε; Ο γιος του δεν είναι πια παιδί». Περαιτέρω ενώ στην κυρίως εξέταση του δεν ανέφερε ότι μίλησε στον γιο του, ως υποστήριξε ο Μ.Κ.1, στην αντεξέταση του είπε επίσης για πρώτη φόρα ότι όταν αυτός βγήκε έξω από την οικία μίλησε και στον γιο του λέγοντας του «Γιατί έκαμες πάλι αυτά τα πράγματα; Πόσες φορές σου έχω πει να μην κάμνεις παράνομα πράγματα; Αφού κάμνεις αυτά τα πράγματα και σου έχω πει και δεν ακούς ποτέ και κάνεις κακές παρέες και δημιουργείς αυτές τις καταστάσεις, ενώ έχεις άρρωστο πατέρα, τι να σου κάνω; Εγώ δεν ανακατεύομαι». Όταν δε ρωτήθηκε πόσο κοντά βρισκόταν στον γιο του όταν είπε τα πιο πάνω, προφανώς για να δείξει ότι δεν ήταν σε απόσταση ώστε να επιχειρήσει να πάρει κάτι από την τσέπη του γιου του, ως υποστήριξε ο Μ.Κ.1, και πάλι για πρώτη φορά στην αντεξέταση του είπε ότι βρισκόταν στο μπαλκόνι και ο γιος του ήταν στην αυλή, έξω από το δωμάτιο του. Πέραν όμως της συνεχούς προσπάθειας προσαρμογής της εκδοχής του ώστε να πείσει για αυτήν και να διαψεύσει τον Μ.Κ.1, θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική η βασική και ουσιώδης θέση του ότι, παρά το ότι αυτός όχι μόνο δεν έκανε αλλά ούτε και είπε κάτι στους αστυνομικούς, το οποίο να δικαιολογούσε την σύλληψη του και ενώ μάλιστα βρισκόταν στο μπαλκόνι σε απόσταση από αυτούς, οι αστυνομικοί τον συνέλαβαν χωρίς λόγο. Όταν δε ρωτήθηκε στην αντεξέταση του τι έγινε μετά που μίλησε στον γιο του είπε ότι ανέφερε στους αστυνομικούς «Κάμετε τη δουλειά σας. Εγώ έτσι δουλειές δεν κάμνω. Ούτε πίνω. Εγώ του τα έχω πει πολλές φορές, δεν με ακούει. Οι παρέες που κάμνει δεν είναι καλές και εγώ δεν θέλω να ανακατεύομαι στο θέμα αυτό» και ότι μετά από αυτό τον συνέλαβαν λέγοντας του «Και εσύ ο πατέρας είσαι υπό σύλληψη». Όταν δε αμέσως μετά τους ρώτησε «Τι είναι το σφάλμα μου εμένα; Πού είναι το ένταλμα σας για να με συλλάβετε εμένα;» του επιτέθηκαν χωρίς να κάνει οτιδήποτε. Εδώ θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι ενδεικτικό της έλλειψης λογικής στην όλη θέση του είναι και το ότι υποστήριξε ότι είπε στα μέλη της Αστυνομίας ότι αυτός δεν κάνει τέτοιες δουλειές ούτε και πίνει ενώ δεν ανέφερε πριν ότι οι αστυνομικοί του απέδωσαν οποιαδήποτε συμπεριφορά ώστε να πει αυτά τα πράγματα. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι παρά το ότι στην κυρίως εξέταση του υποστήριξε αρχικά ότι του επιτέθηκαν 5 αστυνομικοί, στη συνέχεια είπε ότι ήταν 6 ενώ στην αντεξέταση του είπε ότι ήταν
  3. Όταν δε του υποβλήθηκε ότι έσπρωξε τον Μ.Κ.1 στο στήθος και άρχισε να φωνάζει «Θα κάμω ό,τι θέλω» προσπάθησε να πείσει ότι δήθεν λάθος κατάλαβε ο Μ.Κ.1 αφού ο ίδιος του είπε «Να κάμετε ότι θέλετε». Ερωτώμενος δε στην αντεξέταση του εάν έκανε καταγγελία στην Αστυνομία ότι του επιτέθηκαν αστυνομικοί απάντησε καταφατικά και πρόσθεσε ότι του πήρε κατάθεση ο Γιαννάκης, ο οποίος του είπε «Έγινε μια παρεξήγηση, ένα λάθος, να το συμβιβάσουμε» αλλά ο ίδιος δεν δέχθηκε και επέμενε στο παράπονο. Όταν όμως ρωτήθηκε εάν έμαθε ότι το αποτέλεσμα της έρευνας ήταν ότι δεν του άσκησαν υπέρμετρη βία οι αστυνομικοί, υπεκφεύγοντας είπε ότι αυτός έχει παράπονο. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι το γεγονός ότι, σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα, το επίδικο βράδυ όταν τον μετέφεραν στο Νοσοκομείο Λεμεσού διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος έφερε εκχυμώσεις αριστερού οπίσθιου θωρακικού τοιχώματος και μικροεκδορές στη ραχιαία επιφάνεια της δεξιάς άκρας χειρός καθώς και το γεγονός ότι έσπασαν τα γυαλιά του, δεν καθιστά την εκδοχή αυτού πραγματική. Αυτό γιατί ως προκύπτει από την μαρτυρία του Μ.Κ.1, κατά την προσπάθεια αυτού και δύο συναδέλφων του να περάσουν χειροπέδες στον κατηγορούμενο και ενόψει του ότι αυτός αντιστεκόταν, χρησιμοποίησαν ανάλογη βία να του περιορίσουν τα χέρια αλλά αυτός τραβούσε τα χέρια του, φώναζε και τους έσπρωχνε με αποτέλεσμα να καταλήξουν στο έδαφος μαζί του. Κατάφεραν δε να του περάσουν χειροπέδες στη συνέχεια αφού και πάλι χρησιμοποίησαν την ανάλογη βία. Οι πιο πάνω βλάβες λοιπόν δεν διαψεύδουν την εκδοχή του Μ.Κ.1 αλλά αντίθετα φαίνεται ότι επήλθαν στα πλαίσια της άσκησης της ανάλογης βίας εκ μέρους των μελών της Αστυνομίας και όχι συνεπεία αναίτιας επίθεσης από μέρους τους, ως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος. Ενόψει δε της όλης προαναφερόμενης εικόνας που άφησε κατά την μαρτυρία του θεωρώ ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή ούτε η θέση του ότι δεν κατανάλωσε αλκοόλ, αφού μύριζε έντονα η αναπνοή του, ως ανέφερε ο Μ.Κ.1, ο οποίος είχε βρεθεί πολύ κοντά του. Τα όσα λοιπόν ανέφερε σχετικά ο κατηγορούμενος για να καταρρίψει και αυτή τη θέση του Μ.Κ.1, ότι ουσιαστικά δεν κατανάλωνε αλκοόλ γιατί είχε κάνει εγχείρηση καρδιάς 3 χρόνια πριν και είναι διαβητικός, δεν μεταβάλουν τα πιο πάνω αφού κρίνω ότι εντάσσονται στην γενικότερη προσπάθεια του όχι να πει την αλήθεια αλλά να πείσει για την εκδοχή του. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν μου διαφεύγει ότι η Αστυνομία δεν έλαβε κατάθεση από τον κατηγορούμενο μετά την σύλληψη του για τα επίδικα αδικήματα αλλά την επόμενη μέρα του λήφθηκε κατάθεση για τροχαία αδικήματα και απλά κατηγορήθηκε γραπτώς για τα αδικήματα της παρούσας. Το γιατί του λήφθηκε κατάθεση για τροχαία αδικήματα δεν κατέστη γνωστό στο Δικαστήριο εφόσον τα ανωτέρω δηλώθηκαν από τις δύο πλευρές ως παραδεκτά γεγονότα χωρίς περαιτέρω επεξηγήσεις. Εν πάση όμως περιπτώσει το γεγονός ότι δεν του λήφθηκε κατάθεση για τα επίδικα αδικήματα δεν επιβεβαιώνει την θέση της κας Αδάμου ότι αυτό δεν έγινε για να μην αποκαλυφθεί η βία που ασκήθηκε εναντίον του. Άλλωστε ο κατηγορούμενος, ως φαίνεται μετά από έκκληση της δικηγόρου του, μεταφέρθηκε αργότερα την ίδια ημέρα περί ώρα 22:40 στο Νοσοκομείο όπου εξετάσθηκε και του παρασχέθηκε η απαιτούμενη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Από την στιγμή δε που ανέφερε ότι είχε παράπονο, λογικό και ορθό είναι να μην του λαμβανόταν κατάθεση από τα πρόσωπα που διερευνούσαν τα αδικήματα που του προσάπτονται με την παρούσα. Για αυτό και ως ο ίδιος υποστηρίζει, αργότερα του λήφθηκε κατάθεση από άλλο πρόσωπο. Δεν προέκυψε λοιπόν οποιαδήποτε εσκεμμένη ενέργεια προς απόκρυψη του περιστατικού. Περαιτέρω η μη λήψη κατάθεσης στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας κρίνεται ότι δεν τον έφερε σε μειονεκτική θέση ούτε και τον επηρέασε δυσμενώς με άλλο τρόπο στην υπεράσπιση του εφόσον εξέθεσε ως επιθυμούσε την όλη εκδοχή του στο Δικαστήριο. Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνω ότι ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και συναφώς η μαρτυρία του δεν γίνεται δεκτή. Νομική πτυχή Τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 2 εδράζονται στο άρθρο 244(α)(β) του Ποινικού Κώδικα το οποίο έχει ως ακολούθως: «
  4. Όποιος- (α) επιτίθεται εναντίον άλλου με σκοπό διάπραξης κακουργήματος ή αντίστασης ή ματαίωσης της νόμιμης σύλληψης ή κράτησης του εαυτού του ή άλλου για κάποιο ποινικό αδίκημα ή (β) επιτίθεται ή αντιστέκεται ή εσκεμμένα παρεμποδίζει όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του ή άλλο που παρέχει συνδρομή σε τέτοιο όργανο τήρησης της τάξης ή ................................................................. είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.» Από δε το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες αδικήματος συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που προβλέπει το άρθρο 244(β) (κατηγορία 1) είναι τα ακόλουθα:
  5. Ο κατηγορούμενος να επιτέθηκε εναντίον οργάνου τήρησης της τάξης,
  6. Η επίθεση να έγινε κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του οργάνου τήρησης της τάξης. Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης, σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας 2, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που προβλέπει το άρθρο 244(α) είναι τα ακόλουθα:
  7. Ο κατηγορούμενος να επιτέθηκε εναντίον άλλου,
  8. Η επίθεση να έγινε με σκοπό αντίστασης ή ματαίωσης της νόμιμης σύλληψης του κατηγορούμενου ή άλλου προσώπου για κάποιο ποινικό αδίκημα. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly), να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Σε σχέση με το νοητικό στοιχείο της επίθεσης (mens rea), σχετική είναι η υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 όπου λέχθηκε ότι ο νόμος δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση χρήσης βίας. Απαγορεύει τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα παρανόμως (unlawfully). Με αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, παρά το ότι συνειδητοποιεί την ύπαρξη του, προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Το αδίκημα του άρθρου 244(α) είναι πανομοιότυπο με το αδίκημα που προβλέπει το άρθρο 38 του αγγλικού Offences Against the Person Act 1861. Ανάλυση των συστατικών στοιχείων αυτού του αδικήματος γίνεται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 σελ. 168 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: « B2.15 On a literal reading of the OAPA 1861, s.38, the only actus reus required is that of common assault (see B2.5), whereas the mens rea is that of common assault, coupled with an intent to resist or prevent one's own, or another person's, lawful arrest or detention, etc. Nevertheless, it is firmly established that the arrest or detention in question must in fact be lawful (Self [1992] 3 All ER 476; Lee [2001] 1 Cr App R 293) and this must accordingly be treated as a further essential actus reus element. The victim need not be a police officer. He may be a private citizen assisting such an officer, or a private citizen or store detective making a 'citizen's arrest'». Το δε αδίκημα του άρθρου 244(β) όσον αφορά την επίθεση εναντίον οργάνου τήρησης της τάξης είναι πανομοιότυπο με το αδίκημα που προβλέπει το άρθρο 89
(1)του αγγλικού Police Act 1996. Ανάλυση αυτού του γίνεται επίσης στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 σελ. 171 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Actus Reus B2.25 An offence under the Police Act 1996, s. 89, must involve an assault or battery (as defined in B2.5 et seq.) and it must be proved that the victim was a police or prison officer (of any rank) acting in the execution of his duty, or a person assisting such an officer. As to assaults on members of international joint investigation teams, see the Police Act 1996, s. 89
(4), as inserted by the Police Reform Act 2002, s. 104. An off-duty police officer may act in the course of duty if a breach of the peace or other incident occurs which justifies immediate action on his part (see Albert v Lavin [1982] AC 546) but it is essential in all cases that the officer is shown to have been acting lawfully, because even a minor, technical and inadvertent act of unlawfulness on his part will mean that he cannot have been acting in the execution of his duty (Riley v DPP
(1989)91 Cr App R 14; Kerr v DPP [1995] Crim LR 394). ........................................................................................................................................... Mens Rea B2.26The mens rea required in respect of this offence is no different from that required in respect of common assault or battery. The defendant need not know, or even have reason to suspect, that his victim is a police officer or that the officer is acting in the execution of his duty (Forbes
(1865)10 Cox CC 362; Blackburn v Bowering [1994] 1 WLR 1324). In this respect, the offence is one of strict liability. In Albert v Lavin [1982] AC 546, D unlawfully assaulted a man who attempted to prevent him from causing a breach of the peace. He claimed not to know that this man was a police officer, but the House of Lords held that his alleged mistake was irrelevant. He would have been guilty of an assault or battery even if the man had not been a police officer, because the officer had been doing only what any citizen would have had the right to do in the circumstances. In contrast, if D honestly believes that he is being attacked or kidnapped by criminals, and uses force to resist them, he will not be guilty of a s. 89 offence, even though the 'criminals' prove to be police officers who were acting lawfully at the time. D's honest belief in his need to act in self-defence would negative any mens rea for assault (Kenlin v Gardiner [1967] 2 QB 510; Blackburn v Bowering; and see generally A3.36)». Από την πολύ πρόσφατη υπόθεση Φωτίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 192/2014, ημερ. 16.9.15, προκύπτει ότι παράνομη σύλληψη οποιουδήποτε πολίτη από αστυνομικούς, αποτελεί παράνομη αποστέρηση της ελευθερίας, η οποία δημιουργεί δικαίωμα στον πολίτη να αντισταθεί, με σκοπό να απελευθερωθεί από την παράνομη σύλληψη του. Ωστόσο δεν πρέπει να χρησιμοποιήσει υπερβολική δύναμη για να το πράξει (βλ. Wilson
(1955)1 W.L.R. 493 και Long
(1836)7 C & P p.314). Ενώ υπερβολική βία στο να αντισταθείς στη σύλληψη δύναται να στοιχειοθετήσει αδίκημα, το πρόσωπο που χρησιμοποιεί τέτοια υπερβολική βία δεν θα είναι ένοχος για αδίκημα για επίθεση εναντίον αστυνομικού κατά την εκτέλεση του καθήκοντος του (Kenlin v. Gardiner
(1967)2 Q.B. 510). Το δικαίωμα για αντίσταση λοιπόν δεν είναι απόλυτο. Τελεί σε σχέση αναλογικότητας προς τις ενέργειες των αστυνομικών. Έτσι, όταν ασκείται υπέρμετρη βία, τότε ο δράστης μπορεί να κριθεί ένοχος επίθεσης παρά το παράνομο της σύλληψης (Wilson ανωτέρω). Δεν μπορεί όμως να κριθεί ένοχος για επίθεση κατά οργάνου της τάξης εν τη δεούση εκτελέσει του καθήκοντός του, εφόσον ελλείπει το συστατικό στοιχείο της δέουσας εκτέλεσης καθήκοντος (Kenlin ανωτέρω). Το κατά πόσο έγινε χρήση υπερβολικής βίας είναι δε θέμα των ειδικών περιστάσεων και εφαρμόζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ των πράξεων των αστυνομικών και της αντίδρασης του αντισταμένου. Ευρήματα Με βάση την μαρτυρία που έχω κάνει δεκτή στην παρούσα, πέραν των παραδεκτών γεγονότων, καταλήγω στα ακόλουθα: Στις 20.1.13 ο Μ.Κ.1 μαζί με τους Αστ.1478, 1794, 3820 και 4063 μετέβηκαν, προς εκτέλεση εντάλματος έρευνας, σε οικία στην οδό Κεμάλ Σελίμ αρ.5, στον Άγιο Ιωάννη στην Λεμεσό, όπου διέμενε ο Κεμάλ Κεμάλ, τότε 17 ετών, ο οποίος είχε συλληφθεί προηγουμένως για αυτόφωρο αδίκημα σχετιζόμενο με ναρκωτικά. Ο Κεμάλ έμενε σε ξεχωριστό δωμάτιο που υπήρχε στην αυλή της εν λόγω οικίας. Με την άφιξη τους στο μέρος μπήκαν στην αυλή της οικίας. Εκεί ήταν μια οικιακή βοηθός, η οποία μπήκε μέσα στην οικία και στη συνέχεια βγήκε από αυτήν ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι ο πατέρας του Κεμάλ. Ο κατηγορούμενος, αφού ενημερώθηκε για την σύλληψη του γιου του και για το ένταλμα έρευνας, πλησίασε τον γιο του μιλώντας του στην τούρκικη γλώσσα και στην συνέχεια προσπάθησε να πάρει κάτι από την τσέπη του γιού του. Τότε μπήκε στην μέση ο Μ.Κ.1 και τον ενημέρωσε ότι δεν είχε γίνει ικανοποιητική σωματική ερεύνα στον γιο του και ότι σε εκείνο το στάδιο δεν μπορούσε να πάρει οτιδήποτε το οποίο είχε στην κατοχή του. Ο κατηγορούμενος αμέσως έσπρωξε τον Μ.Κ.1 με τα δύο του χέρια στο στήθος και φώναξε «Εν να κάμω ότι θέλω». Τότε ο Μ.Κ.1 τον πληροφόρησε για το αδίκημα το οποίο διέπραξε δηλ. για την επίθεση εναντίον αστυνομικού, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και ο κατηγορούμενος απάντησε «Εν θα μου πεις τι να κάμω». Ακολούθως και η ώρα 18:10 ο Μ.Κ.1 συνέλαβε τον κατηγορούμενο για το προαναφερόμενο αυτόφωρο αδίκημα, του επέστησε εκ νέου την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε «Εν να κάμω ότι θέλω». Στην συνέχεια ο Μ.Κ.1 προσπάθησε να περάσει χειροπέδες στον κατηγορούμενο αλλά εκείνος αντιστεκόταν. Έτσι ο Μ.Κ.1 με την βοήθεια άλλων δύο συναδέλφων του προσπάθησαν, χρησιμοποιώντας ανάλογη βία, να του περιορίσουν τα χέρια αλλά ο κατηγορούμενος τραβούσε τα χέρια του, φώναζε και τους έσπρωχνε με αποτέλεσμα να καταλήξουν στο έδαφος μαζί με τον κατηγορούμενο. Στην συνέχεια οι αστυνομικοί αφού χρησιμοποίησαν την ανάλογη βία κατάφεραν να βάλουν τα χέρια του κατηγορούμενου πίσω και να του περάσουν χειροπέδες. Ο Μ.Κ.1 τον πληροφόρησε για το νέο αδίκημα το οποίο διέπραξε, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός δεν έδωσε καμία απάντηση. Από την επαφή του με τον κατηγορούμενο ο Μ.Κ.1 διαπίστωσε ότι η αναπνοή αυτού μύριζε έντονα αλκοόλ. Ακολούθησε έρευνα στο δωμάτιο όπου διέμενε ο Κεμάλ. Η έρευνα τελείωσε η ώρα 19:00 και στην συνέχεια ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε στην Α.Δ.Ε. Λεμεσού για τα περαιτέρω. Συμπεράσματα Από τα πιο πάνω ευρήματα προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία ότι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έσπρωξε με τα χέρια του τον Μ.Κ.1 δηλ. τον Αστυφύλακα 2075, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν σε υπηρεσία για εκτέλεση εντάλματος έρευνας του χώρου όπου διέμενε ο γιος του κατηγορούμενου, συνιστά επίθεση εναντίον οργάνου τήρησης της τάξης κατά την δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του. Περαιτέρω από τα ευρήματα προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι μετά που ο Μ.Κ.1 συνέλαβε νόμιμα τον κατηγορούμενο για το αυτόφωρο αδίκημα της επίθεσης κατά οργάνου τήρησης της τάξης κατά την δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του και στην προσπάθεια του εν λόγω μάρτυρα να του περάσει χειροπέδες, ο κατηγορούμενος αντιστεκόταν. Έτσι χρειάστηκε η επέμβαση και άλλων δύο συναδέλφων του Μ.Κ.1. Στην προσπάθεια δε των αστυνομικών να περιορίσουν τα χέρια του κατηγορούμενου με σκοπό να του τοποθετήσουν τις χειροπέδες αυτός τραβούσε τα χέρια του, φώναζε και έσπρωχνε τους αστυνομικούς με αποτέλεσμα να καταλήξουν στο έδαφος μαζί του. Προκύπτει δε από τα πιο πάνω ότι οι αστυνομικοί χρησιμοποίησαν την ανάλογη βία καθόλη την διάρκεια του επεισοδίου και κατάφεραν τελικά να βάλουν τα χέρια του κατηγορούμενου πίσω και να του περάσουν χειροπέδες. Η προαναφερόμενη συμπεριφορά του κατηγορούμενου υπό τις περιστάσεις που έλαβε χώραν αποτελεί δίχως άλλο επίθεση που έγινε με σκοπό την ματαίωση της νόμιμης σύλληψης του για το αδίκημα το οποίο διέπραξε αμέσως πριν. Πριν οδηγηθώ στην κατάληξη μου θα πρέπει να αναφερθεί ότι υπό το φως των ευρημάτων της παρούσας δεν προκύπτει η ύπαρξη παράνομης σύλληψης από μέρους του Μ.Κ.1 ώστε να είχε το δικαίωμα ο κατηγορούμενος να αντισταθεί σε τέτοια. Άλλωστε η θέση του ήταν ότι δεν προέβη σε οποιαδήποτε επίθεση ούτε και προέβαλε οποιαδήποτε αντίσταση. Ως εκ των άνω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών 1 και 2 και συναφώς ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στις δύο κατηγορίες. (Υπ.) .......................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Επίθεση κατά οργάνου τήρησης της τάξης - Επίθεση με σκοπό την ματαίωση νόμιμης σύλληψης). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.