← Κύπρος

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Σόλων Κουσεττής κ.α., Αρ. Υπόθ.: 33096/14, 27/5/2016

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Σόλων Κουσεττής κ.α., Αρ. Υπόθ.: 33096/14, 27/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2016:17 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Α.Ε.Δ. T. Kατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθ.: 33096/14 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν.

  1. Σόλων Κουσεττής
  2. Νικόλας Κλάρκσον Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 27.5.2016 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. A. Aριστείδης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας με κ. Ν. Χρυσοστόμου (ασκούμενο δικηγόρο) Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Α. Πελεκάνος Κατηγορούμενος 1 παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετώπιζαν από κοινού τις πιο κάτω κατηγορίες:

(1)Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή παράνομη κατοχή ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Α, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και άρθρα 2, 3 Πρώτος Πίνακας Μέρος Ι, ΙΙ 6
(1)
(2), 24, 30, 31, 31Α και Τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε (Κατηγορία 1).
(2)Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή παράνομη κατοχή ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Α με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα, κατά παράβαση των άρθρων371 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και άρθρα 2, 3 Πρώτος Πίνακας Μέρος Ι, ΙΙ 6
(1)
(3), 30, 30Α, 31, 31Α και Τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε (Κατηγορία 2).
(3)Παράνομη κατοχή ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Α, δηλαδή 783,7428 γραμμάρια κοκαΐνης χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 Πρώτος Πίνακας Μέρος Ι, 6
(1)
(2), 24, 30, 31, 31Α και Τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε (Κατηγορία 3).
(4)Παράνομη κατοχή ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Α, δηλαδή 783,7428 γραμμάρια κοκαΐνης με σκοπό να προμηθεύσουν τούτο σε άλλα πρόσωπα, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 Πρώτος Πίνακας Μέρος Ι, 6
(1)
(3), 30, 30Α, 31, και Τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε (Κατηγορία 4). Ο κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε και επιβλήθηκε σε αυτόν ποινή από το Κακουργιοδικείο υπό διαφορετική σύνθεση. Ο κατηγορούμενος 1, που θα αναφέρεται μετά ως 'ο κατηγορούμενος', δεν παραδέχθηκε τις κατηγορίες και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση μόνο σε σχέση με εκείνον. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής ο ανακριτής της υπόθεσης Αρχ/Αστ. 2758, Νεκτάριος Νικολάου (ΜΚ1), ο Αστ. 3611, Βλαδίμηρος Αναξαγόρου (ΜΚ2), ο Αστ. 3437, Αριστοτέλης Αριστοτέλους (ΜΚ3), ο Αστ. 2996, Κώστας Γεωργίου (ΜΚ4), ο Αστ. 3669, Ιωάννης Κωνσταντίνου (ΜΚ5), ο Λοχ. 1760, Παναγιώτης Πελοπίδα (ΜΚ6), ο Αστ. 3430, Ελισσαίος Παπαελισσαίου (ΜΚ7) και η Ιατροδικαστής Ελένη Αντωνίου (ΜΚ8). Εκ μέρους της Υπεράσπισης κατέθεσε ο ιατροδικαστής Πανίκος Σταυριανός (ΜΥ1). Ο κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ανώμοτη δήλωση. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει αμφισβητηθεί ενώ κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και παραδεκτά γεγονότα. Με βάση τα παραδεκτά γεγονότα και τη μαρτυρία που δεν αμφισβητήθηκε και είναι αποδεκτή και από τα δύο μέρη, προκύπτουν τα πιο κάτω γεγονότα: Την 5.12.2014 δόθηκε πληροφορία στην Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών Λεμεσού, που θα αναφέρεται μετά ως 'Υ.ΚΑ.Ν.' ότι παρατηρήθηκαν ύποπτες κινήσεις σε συγκεκριμένο ανοικτό χώρο στην περιοχή Μουτταγιάκας στη Λεμεσό. Μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. μετέβησαν η ώρα 16:00 σε σημείο νοτιοανατολικά του χωριού Μουτταγιάκα και συγκεκριμένα σε χώρο με άγρια βλάστηση. Ο χώρος είχε κλίση, ήταν απομονωμένος, δεν υπήρχε ασφαλτοστρωμένος δρόμος και η πρόσβαση γινόταν μέσω χωματόδρομου. Στο χώρο διενεργήθηκε έρευνα και περί ώρα 18:50, ο Ε/Αστ. 5460, Δημήτρης Γενοβκιάν, εντόπισε σε σημείο όπου υπήρχε πυκνή βλάστηση μία πλαστική σωλήνα μήκους 32 εκ. η οποία ήταν θαμμένη στο έδαφος κάτω από πέτρες. Η σωλήνα ήταν κλειστή με πώματα στις δύο άκρες. Μέσα στη σωλήνα υπήρχαν τρεις συσκευασίες, που περιείχαν ποσότητα άσπρης σκόνης και άσπρης συμπαγούς ουσίας που έμοιαζε με κοκαΐνη. Μετά την ανεύρεση των πιο πάνω ενημερώθηκε η ηγεσία της Υ.ΚΑ.Ν. και αφού εξασφαλίστηκε η συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα διενεργήθηκε ελεγχόμενη παράδοση των τεκμηρίων και αντικατάστασή τους με ομοιώματα σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου 3(Ι)/
  1. Την ίδια ημέρα, μεταξύ των ωρών 20:59-21:11, ο Αστ. 1828 Γ. Ευριπίδου έλαβε αριθμό φωτογραφιών της σκηνής όπου βρέθηκαν οι πιο πάνω ουσίες και στη συνέχεια παρέλαβε τις ουσίες. Αντικατέστησε τις ουσίες με δύο άσπρα νάιλον σακούλια που περιείχαν ζάχαρη, τοποθετώντας αυτά εντός της σωλήνας. Στη συνέχεια τοποθέτησε τη σωλήνα στο ίδιο ακριβώς σημείο που είχε αρχικά εντοπιστεί. Οι ναρκωτικές ουσίες μεταφέρθηκαν στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. Λεμεσού όπου φωτογραφήθηκαν εκ νέου και στη συνέχεια συσκευάστηκαν και σφραγίστηκαν. Μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. παρέμειναν στη σκηνή και την έθεσαν υπό διαρκή, αδιάλειπτη και συνεχή παρακολούθηση. Την 6.12.14 και ώρα 06:00 οι Αστ. 2996 Κ. Γεωργίου (ΜΚ4), 3669 Ι. Κωνσταντίνου (ΜΚ5), 3430 Ε. Παπαελισσαίου (ΜΚ7) και 3437 Α. Αριστοτέλους (ΜΚ3) ανέλαβαν τη φρούρηση του χώρου. Οι Αστ. 2996 Κ. Γεωργίου (ΜΚ4) και 3669 Ι. Κωνσταντίνου (ΜΚ5) κρύφτηκαν σε κάποιο μέρος βορειοδυτικά του σημείου όπου είχαν εντοπιστεί τα ναρκωτικά σε απόσταση 30 περίπου μέτρων από το σημείο, ενώ οι Αστ. 3430 Ε. Παπαελισσαίου (ΜΚ7) και 3437 Α. Αριστοτέλους (ΜΚ3) κρύφτηκαν σε διαφορετικό μέρος, νότια του σημείου που είχαν εντοπιστεί τα ναρκωτικά, σε απόσταση 15 μέτρων περίπου από το πιο πάνω σημείο. Την ίδια ημέρα και περί ώρα 17:35 αφίχθη στην περιοχή ένα διπλοκάμπινο όχημα, από το βόρειο χωματόδρομο με ανατολική κατεύθυνση και στάθμευσε σε απόσταση 90 μέτρων περίπου βορειοανατολικά από το σημείο όπου είχαν εντοπιστεί τα ναρκωτικά, εντός του χωματόδρομου. Ο οδηγός αφού έσβησε τη μηχανή και τα φώτα του οχήματος, εξήλθε αυτού και άρχισε να μιλά στο κινητό του. Οι τέσσερις αστυνομικοί παρέμειναν στις θέσεις τους καθότι το πιο πάνω πρόσωπο δεν προσέγγισε το υπό παρακολούθηση σημείο αλλά συνέχισε να μιλά στο κινητό του. Μετά πάροδο 15 περίπου λεπτών, περί ώρα 17:50 προσέγγισε την περιοχή ένα δεύτερο όχημα τύπου σαλούν, από το νότιο χωματόδρομο με ανατολική κατεύθυνση. Εξήλθε του χωματόδρομου και στάθμευσε σε μικρό αδιέξοδο, σε απόσταση 20 περίπου μέτρων από το υπό παρακολούθηση σημείο και σε απόσταση 15-20 μέτρων από το σημείο που ήταν κρυμμένοι οι ΜΚ3 και ΜΚ
  2. Ως αναφέραμε και πιο πάνω ο χώρος είχε κλίση, το όχημα στάθμευσε στο πιο χαμηλό σημείο, μετά ήταν το σημείο που ήταν κρυμμένοι οι δύο αστυνομικοί και μετά ήταν το σημείο όπου είχε εντοπισθεί η σωλήνα με τις ναρκωτικές ουσίες. Ο οδηγός έσβησε τη μηχανή και τα φώτα του οχήματος και στη συνέχεια τόσο ο οδηγός όσο και ο συνοδηγός εξήλθαν αυτού. Οι δύο άντρες, ήτοι ο οδηγός και ο συνοδηγός, συνομίλησαν για λίγο μεταξύ τους και στη συνέχεια κατευθύνθηκαν προς το σημείο όπου είχαν εντοπιστεί τα ναρκωτικά. Ο ένας άντρας, που στη συνέχεια αναγνωρίστηκε ως ο Νικόλας Κλάρκσον, πρώην κατηγορούμενος 2, που θα αναφέρεται μετά με το όνομα του, έσκυψε πάνω από το σημείο που ήταν κρυμμένα τα ναρκωτικά ενώ ο κατηγορούμενος παρέμεινε όρθιος πλησίον του. Και οι τέσσερις αστυνομικοί που ήταν παρόντες στη σκηνή άκουσαν τα δύο πιο πάνω πρόσωπα να συνομιλούν. Οι Αστ. 3437 Α. Αριστοτέλους και Αστ. 3430 Παπαελισσαίου, ΜΚ3 και ΜΚ7, αντίστοιχα, ήταν και σε θέση να τους βλέπουν, όχι όμως οι Αστ. 2996, Κ. Γεωργίου και Αστ. 3669, Ι. Κωνσταντίνου, ΜΚ4 και ΜΚ5 αντίστοιχα καθότι, λόγω της πυκνής βλάστησης, δεν είχαν ορατότητα σε σχέση με το συγκεκριμένο σημείο. Μετά πάροδο μερικών δευτερολέπτων ακούστηκαν κτυπήματα πέτρας και τα δύο πρόσωπα άρχισαν να απομακρύνονται από το σημείο που είχαν εντοπισθεί τα ναρκωτικά. Οι ΜΚ7 και ΜΚ3 έτρεξαν τότε προς το μέρος τους και ο τελευταίος μάρτυρας τους φώναξε 'Αστυνομία Σταματάτε'. Το άτομο που φορούσε ρούχα σκούρου χρώματος και που αργότερα αναγνωρίσθηκε ως ο Νικόλας Κλάρκσον, έριξε κάποιο αντικείμενο. Δύο περίπου λεπτά αργότερα, ο Νικόλας Κλάρκσον εντοπίσθηκε κρυμμένος μέσα σε άγρια βλάστηση. Ο ΜΚ3 τον πλησίασε, τον πληροφόρησε για την ιδιότητα του και αυτός ανάφερε: 'έκαμα ένα λάθος'. Ο ΜΚ3 του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, τον πληροφόρησε ότι τον είχε δει να πετά άγνωστο αντικείμενο μέσα σε άγρια βλάστηση. Ο Νικόλας Κλάρκσον του απάντησε «έσυρα την άσπρη ποδά που κάτω, να σου την δείξω». Στη συνέχεια ο Νικόλας Κλάρκσον οδήγησε το ΜΚ3 σε απόσταση περίπου ενός μέτρου όπου του υπέδειξε μία πλαστική σωλήνα αναφέροντας του, «εν δαμέσα που ήταν η κόκα». Αμέσως του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε, «πάμε να σου δείξω και την κόκα». Στη συνέχεια τον οδήγησε σε σημείο δίπλα από το σημείο με τα ναρκωτικά, του υπέδειξε την άγρια βλάστηση και του ανέφερε ότι εκεί έριξε προηγουμένως τα ναρκωτικά. Ο ΜΚ3 με τη βοήθεια φανού εντόπισε μέσα στην άγρια βλάστηση ένα νάιλον σακούλι, το υπέδειξε στον Κλάρκσον και αυτός του ανέφερε «εν το σακούλι με την κόκα που πέταξα». Η ουσία που εντοπίστηκε στο γκρίζο σωλήνα ήταν κοκαΐνη συνολικού βάρους 783,7428 γραμμαρίων. Τα τεκμήρια που εντοπίστηκαν στη σκηνή, ήτοι ο πλαστικός κυλινδρικός σωλήνας και οι νάιλον διαφανείς σακούλες που περιείχαν την κοκαΐνη, υποβλήθηκαν σε επιστημονικές εξετάσεις, δεν ανευρέθηκε γενετικό υλικό επί των πιο πάνω αντικειμένων που να συνδέει τον κατηγορούμενο και δεν εντοπίστηκαν τα δακτυλικά αποτυπώματα του τελευταίου. Την 11.12.14 ο Νικόλας Κλάρκσον κατόπιν δικής του επιθυμίας προέβη σε υπόδειξη σκηνών. Υπέδειξε στο ΜΚ1 και στον Αστυφύλακα 1828 ένα πράσινο κάλαθο σκυβάλων που βρισκόταν έξω από παρεκκλήσι στη Μουτταγιάκα όπου απέκρυψε ποσότητα κοκαΐνης. Ο ΜΚ1 του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε «Εν δάμε που έχωσα τα 50 γραμμάρια που έπιασα που τη σωλήνα, τζιαμέ που με κόψετε». Αυτή ήταν περιληπτικά η μαρτυρία που είναι αποδεκτή και από τα δύο μέρη. Οι Αστ. 3437 Α. Αριστοτέλους, ΜΚ3 και Αστ. 3430 Ε. Παπαελισσαίου, ΜΚ7, καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου περιέγραψαν μεταξύ άλλων τις ενέργειες του κατηγορουμένου και του Νικόλα Κλάρκσον από τη στιγμή που κατέφθασαν στη σκηνή. Ανέφεραν ότι τα δύο πρόσωπα κατευθύνθηκαν πεζοί προς το υπό παρακολούθηση σημείο. Ο Νικόλας Κλάρκσον, έσκυψε πάνω από το σημείο που είχαν εντοπιστεί τα ναρκωτικά ενώ ο κατηγορούμενος, παρέμεινε όρθιος δίπλα του. Λόγω του προχωρημένου της ώρας και της άγριας βλάστησης οι αστυνομικοί δεν ήταν σε θέση να διακρίνουν τι ακριβώς έκαναν τα δύο πιο πάνω πρόσωπα. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα ακούστηκε κτύπημα πέτρας και ακολούθησε κάποιος θόρυβος. Οι δυο μάρτυρες έκριναν ότι τα δύο πιο πάνω πρόσωπα είχαν παραλάβει τα ναρκωτικά ομοιώματα και ετοιμάστηκαν για έφοδο. Όταν ο Νικόλας Κλάρκσον και ο κατηγορούμενος γύρισαν με πρόθεση να επιστρέψουν προς το αυτοκίνητό τους οι δύο αστυνομικοί τους φώναξαν «Αστυνομία σταματάτε» και έτρεξαν προς το μέρος τους. Αυτοί, μόλις αντιλήφθηκαν την παρουσία των αστυνομικών, τράπηκαν σε φυγή με βόρεια κατεύθυνση. Οι δύο άλλοι Αστ. 2996 Κ. Γεωργίου, ΜΚ4 και Αστ. 3669 Ι. Κωνσταντίνου, ΜΚ5 ως αναφέρουμε αμέσως πιο πάνω, από το σημείο που βρισκόντουσαν δεν ήταν σε θέση να δουν το συγκεκριμένο όχημα, ήταν σε θέση όμως να το ακούσουν. Σύμφωνα με τη μαρτυρία τους άκουσαν το όχημα που αφίχθηκε στην περιοχή, στη συνέχεια άκουσαν το σβήσιμο της μηχανής, τις δύο πόρτες του οχήματος που έκλεισαν και τον οδηγό και συνοδηγό να συνομιλούν μεταξύ τους. Άκουσαν επίσης τους δύο συναδέλφους τους να φωνάζουν «Αστυνομία σταματάτε». Η μαρτυρία των τεσσάρων αυτών αστυνομικών όσον αφορά τις ενέργειες του Νικόλα Κλάρκσον και του κατηγορουμένου από τη στιγμή που έφτασαν στη σκηνή, μέχρι και τη στιγμή που τους φώναξαν «Αστυνομία Σταματάτε», δεν έχει στην ουσία αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση. Εκείνο που αμφισβητήθηκε έντονα από την Υπεράσπιση ήταν τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στη συνέχεια και συγκεκριμένα οι συνθήκες ανακοπής του κατηγορουμένου, κατά πόσο αυτός είχε τραπεί σε φυγή όταν αντιλήφθηκε την παρουσία αστυνομικών στο χώρο και κατά πόσο είχε κακοποιηθεί. Περιγράφοντας το συγκεκριμένο συμβάν, ήτοι την ανακοπή του κατηγορουμένου, οι ΜΚ4 και ΜΚ5 κατέθεσαν ότι ενώ κατευθύνονταν προς το σημείο που είχαν ανευρεθεί τα ναρκωτικά αντιλήφθηκαν να έρχεται προς το μέρος τους ο κατηγορούμενος. Ο ΜΚ5 του φώναξε «Αστυνομία σταμάτα», αυτός όμως αντί να σταματήσει έτρεξε προς την αντίθετη κατεύθυνση με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία του και να πέσει στο έδαφος. Οι δύο αστυνομικοί τον ανέκοψαν και τον πληροφόρησαν για την ιδιότητά τους και τον λόγο παρουσίας τους στο χώρο. Ερωτηθείς ο κατηγορούμενος για το λόγο που βρισκόταν στο μέρος, αυτός απάντησε «ήρτα με το φίλο μου να κάμει την ανάγκη του». Οι μάρτυρες παρέμειναν με τον κατηγορούμενο μέχρι την 18:
  3. Τη 18:45 οι μάρτυρες ΜΚ4 και ΜΚ5 παρέδωσαν τον κατηγορούμενο στους Λοχίες που είχαν αφιχθεί εν τω μεταξύ στο μέρος και αναχώρησαν. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ4 ανέφερε μεταξύ άλλων ότι στην περιοχή υπήρχε πυκνή βλάστηση, στο σημείο όμως που βρισκόταν μαζί με το ΜΚ5, την ώρα που είδαν τον κατηγορούμενο για πρώτη φορά ήταν, «. όπως το ξέφωτο». Ανέφερε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: «Α. Η μορφολογία του εδάφους είχε πυκνή βλάστηση. Στο σημείο που εμείς βρισκόμαστε τη συγκεκριμένη στιγμή υπήρχε όπως το ξέφωτο. Εμείς αντιληφθήκαμε τον κατηγορούμενο την ώρα που εμφανίστηκε στο ξέφωτο. Πίσω από το σημείο που ήταν η πυκνή βλάστηση δεν έβλεπα για να δω, από πού ξεκίνησε ο κατηγορούμενος.» Ήταν η θέση της Υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε προσπάθησε να διαφύγει και ότι ο ΜΚ4 μαζί με το συνάδελφό του ΜΚ5 τον κτύπησαν. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την αντεξέταση του ΜΚ4: «E. Σας υποβάλλω επίσης ότι τόσο εσείς όσο και ο συνάδελφος σας χτυπήσατε τον κατηγορούμενο. A. Σε καμία περίπτωση. E. Σας υποβάλλω ότι ο κατηγορούμενος δέχτηκε γροθιά από τον συνάδελφο σας και μετά και οι δύο σας τον βάλατε στο έδαφος και του πιέσατε και το κεφάλι στο έδαφος με πολλή δύναμη επανειλημμένα και του βάλατε χειροπέδες. A. Αυτά που αναφέρετε δεν έγιναν σε καμία περίπτωση. E. Σας υποβάλλω επίσης ότι τόσο εσείς όσο και ο συνάδελφος σας είχατε όντως τον κατηγορούμενο με χειροπέδες καθισμένο στο έδαφος και του δίνατε διαρκώς χαστούκια στο κεφάλι και στα αυτιά. A. Έχω απαντήσει και πριν ότι δεν χτυπήθηκε σε καμία περίπτωση. E. Σας υποβάλλω επίσης ότι όταν τον βάλατε στο έδαφος και του πιέζατε το πρόσωπο με βιαιότητα στο έδαφος, του φωνάζατε διαρκώς «πού είναι το κιλό;» «Πού είναι το κιλό;». A. Γνωρίζαμε πού ήταν τα ναρκωτικά και δεν υπήρχε λόγος να κάνουμε αυτό το πράγμα. E. Τι εννοείτε γνωρίζατε πού ήταν τα ναρκωτικά; A. Τα ναρκωτικά γνωρίζαμε πού ήταν, ναι. E. Πώς γνωρίζατε; A. Γνωρίζαμε από πριν, μας είπαν πού είναι τα ναρκωτικά. Το αναφέρω στην κατάθεση μου. E. Όταν λέτε γνωρίζατε πού ήταν τα ναρκωτικά, τι εννοείτε κύριε μάρτυς; A. Το σημείο που ήταν τα ναρκωτικά. Εσείς μου είπατε ότι τον ρωτούσαμε πού ήταν το κιλό. Ποιος ο λόγος να τον ρωτήσω αφού γνωρίζαμε;» Ο ΜΚ5 ανέφερε και εκείνος ότι όταν οι συνάδελφοι του φώναξαν «Αστυνομία» είδε τον κατηγορούμενο να τρέχει προς το μέρος του. Στην προσπάθεια του να διαφύγει έπεσε στο έδαφος. Ο μάρτυρας τον προσέγγισε, ως ανέφερε χαρακτηριστικά «πήγε από πάνω του» και του είπε «Αστυνομία». Ο κατηγορούμενος συνέχισε να κάθεται στο έδαφος και οι αστυνομικοί παρέμειναν δίπλα του. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας κατά πόσο είχε προσέξει ο,τιδήποτε στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ανέφερε ότι αυτός είχε μία εκδορά στο μάγουλο. Υποβλήθηκε και σε αυτόν το μάρτυρα ότι είχε φορέσει χειροπέδες στον κατηγορούμενο, ότι τον είχε ρίξει στο έδαφος και του πίεζε το πρόσωπο του έντονα και με βία στο έδαφος και ότι τον κτυπούσε με χαστούκια. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα επίσης ότι, μαζί με το συνάδελφό του, χλεύαζαν και ειρωνεύονταν τον κατηγορούμενο. Ο μάρτυρας απέρριψε όλες τις πιο πάνω θέσεις. Ο ΜΚ3 καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι μόλις αυτός φώναξε 'Αστυνομία σταματάτε' είδε τον κατηγορούμενο και τον Νικόλα Κλάρκσον να τρέπονται σε φυγή, με βόρεια κατεύθυνση. Ενώ οι δύο άντρες προσπαθούσαν να διαφύγουν ο μάρτυρας είδε τον Νικόλα Κλάρκσον να πετάει κάποιο αντικείμενο μέσα σε άγρια βλάστηση. Δυο λεπτά αργότερα ο μάρτυρας εντόπισε τον Νικόλα Κλάρκσον κρυμμένο μέσα σε άγρια βλάστηση. Ο τελευταίος του έδωσε τα στοιχεία του και στη συνέχεια του υπέδειξε το σημείο που είχε ρίξει το νάιλον σακούλι με τα ναρκωτικά. Ο μάρτυρας παρέμεινε με τον Κλάρκσον στο σημείο όπου είχαν εντοπισθεί τα ναρκωτικά. Στη συνέχεια και ώρα 19.40, κατόπιν οδηγιών ανωτέρου του, αναχώρησε από τη σκηνή. Ο ΜΚ7 κατεδίωξε και αυτός αρχικά, μαζί με τον ΜΚ3, τον κατηγορούμενο και τον Νικόλα Κλάρκσον, στη συνέχεια όμως άλλαξε πορεία καθότι άκουσε ομιλίες προς το μέρος που ήταν το διπλοκάμπινο που είχε φτάσει πρώτο στη σκηνή. Ο ΜΚ7 πλησίασε το διπλοκάμπινο και είδε πλησίον αυτού ένα πρόσωπο να μιλά με κινητό τηλέφωνο, επρόκειτο για τον Νικόλα Αρτεμίου. Αμέσως του είπε 'Αστυνομία' και του ζήτησε να κλείσει το τηλέφωνο του. Ο τελευταίος συμμορφώθηκε με τις πιο πάνω οδηγίες. Διενεργήθηκε έρευνα για να εξεταστεί κατά πόσο το πιο πάνω πρόσωπο εμπλεκόταν με οποιονδήποτε τρόπο με τα επίδικα ναρκωτικά. Από τις έρευνες δεν προέκυψε ο,τιδήποτε εναντίον του. Αντεξεταζόμενος για τα γεγονότα που αφορούσαν την καταδίωξη του κατηγορουμένου και του Νικόλα Κλάρκσον και συγκεκριμένα κατά πόσο ο κατηγορούμενος είχε τρέξει για να διαφύγει, αυτός ανέφερε ότι από τη στιγμή που '. δόθηκε η έφοδος', έχασε τον κατηγορούμενο από τα μάτια του και δεν μπορούσε να πει ότι '. τον είδε να τρέχει' επεσήμανε όμως ότι το σημείο της ανακοπής του απείχε κάποια απόσταση από το σημείο που είχαν εντοπισθεί τα ναρκωτικά. Η ώρα 18:45 αφίχθηκαν στη σκηνή ο Λοχίας 1760 Π. Πελοπίδα, ΜΚ6, ο Αστ. 3611 Βλ. Αναξαγόρου, ΜΚ2, ως επίσης και πέντε άλλοι αστυνομικοί. Ο Λοχ. 1760 Π. Πελοπίδα, ΜΚ6, ανέκρινε προφορικά τον κατηγορούμενο η ώρα 19:16, ενώ αυτός βρισκόταν ακόμα στη σκηνή. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στην υπόθεση και ανέφερε επί λέξει «Ε φίλε εγώ ήρτα σ΄ αυτόν τον τόπο γιατί μου ζήτησε ο Νίκος να κάμει την ανάγκη του. Εγώ βκήκα πάνω στο βουνό, ο Νίκος ήταν αλλού για να κάμει την ανάγκη του και μου είπαν "ακίνητος Αστυνομία"». Η πιο πάνω δήλωση καταγράφηκε στο ημερολόγιο ενεργείας από τον Αστ. 3611, Βλαδίμηρο Αναξαγόρου, ΜΚ
  4. Ο μάρτυρας ενημέρωσε και τους δύο υπόπτους για τα νομικά τους δικαιώματα. Οι πιο πάνω ενέργειες του μάρτυρα καταγράφονται στο ημερολόγιο ενεργείας, τεκμήριο 18, το οποίο συμπλήρωσε ο ΜΚ
  5. Σε σχέση με τη κατάσταση του κατηγορουμένου, ήτοι κατά πόσο αυτός έφερε οποιανδήποτε κάκωση στο πρόσωπο αντεξετάσθηκαν και οι ΜΚ1, ΜΚ2, ΜΚ3 και ΜΚ
  6. Συνοψίζουμε τη μαρτυρία τους επί του συγκεκριμένου θέματος. Ο ΜΚ1 είδε τον κατηγορούμενο για πρώτη φορά την 07.12.2014, στο δικαστήριο, κατά τη διαδικασία προσωποκράτησης. Ο κατηγορούμενος έφερε τότε κάποιες 'ερυθρότητες' στο πρόσωπο. Ο μάρτυρας πληροφορήθηκε ότι οι ερυθρότητες προήλθαν από το πέσιμο του, την προηγούμενη μέρα, στο έδαφος. Ο ΜΚ2, ενώ βρισκόταν στη σκηνή όπου είχαν εντοπισθεί τα ναρκωτικά, δεν πρόσεξε, 'λόγω του σκότους', οτιδήποτε σε σχέση με το πρόσωπο του κατηγορουμένου. Αργότερα, όταν πήγαν στο σταθμό, είδε ότι είχε κάποια 'ερυθρά σημεία γύρω από το μάτι', αλλά ως ανέφερε χαρακτηριστικά , ' .. όχι στο σημείο όπως φαίνονται στις φωτογραφίες που μου υποδείξατε, δεν ήταν τόσο έκδηλες', εννοώντας τις φωτογραφίες τεκμήριο
  7. Οι πιο πάνω φωτογραφίες υποδείχθηκαν και στο ΜΚ3, αυτός όμως δεν ήταν σε θέση να αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με τον κατηγορούμενο καθότι, σύμφωνα πάντα με τον ίδιον, δεν είχε έλθει σε επαφή μαζί του. Μετά την ανακοπή των δύο υπόπτων ο συγκεκριμένος μάρτυρας βρισκόταν συνέχεια με το Νικόλα Κλάρκσον. Ο ΜΚ6, κατά την παραμονή του στη σκηνή και συγκεκριμένα ενώ ανέκρινε τον κατηγορούμενο, πρόσεξε ότι αυτός είχε στο πρόσωπο 'κάποιες ερυθρότητες, κοκκινάδες'. Ρώτησε τον κατηγορούμενο από πού προήλθαν και αυτός του απάντησε ότι είχε πέσει στο έδαφος ενώ έτρεχε. Ο μάρτυρας δεν θεώρησε το γεγονός αυτό τόσο σημαντικό για να το συμπεριλάβει στο ημερολόγιο ενεργείας. Παρών κατά την πιο πάνω στιχομυθία ήταν και ο ΜΚ2 που τηρούσε το πρακτικό των προφορικών ανακρίσεων. Την ίδια μέρα, ήτοι την 6.12.2014 και μεταξύ των ωρών 22:10 και 23:10, ο Αστ. 3611 Βλ. Αναξαγόρου, ΜΚ2 έλαβε από τον κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση υπό μορφή ερωτοαπαντήσεων. Η κατάθεση του κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο, πρόκειται για το τεκμήριο
  8. Ο κατηγορούμενος στην ανακριτική κατάθεσή του ανέφερε ότι έπασχε από κατά πλάκας σκλήρυνση και δεν ήταν σε θέση να εργαστεί. Ήταν άνεργος τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Ήταν γνωστός και φίλος με το Νικόλα Κλάρκσον από τον καιρό που ήταν στο γυμνάσιο. Αρνήθηκε να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση που αφορούσε την υπόθεση, αρνήθηκε μεταξύ άλλων να απαντήσει για τους λόγους της συνάντησής του με το Νικόλα Κλάρκσον, τις συνθήκες συνάντησής τους και για τα όσα διαδραματίστηκαν στη συνέχεια. Σε όλες τις πιο πάνω ερωτήσεις έδινε την στερεότυπη απάντηση, «Ό,τι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Λίγη ώρα αργότερα και συγκεκριμένα την 23:15, της ιδίας ημέρας, ο Αστ. 3611 Βλ. Αναξαγόρου, ΜΚ2, συνέλαβε τον κατηγορούμενο για το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, της παράνομης κατοχής κοκαΐνης και της παράνομης κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο. Ο κατηγορούμενος απάντησε «Δεν έχω να πω τίποτε, είμαι αθώος». Την 8.12.2014, ο Αρχ/Αστ. 2758, Νεκτάριος Νικολάου, ΜΚ1, ανέκρινε προφορικά τον κατηγορούμενο στην παρουσία του ΜΚ7 και στη συνέχεια κατέγραψε τα όσα του είχε αναφέρει και αφορούσαν την υπό κρίση υπόθεση, σε ημερολόγιο ενεργείας, πρόκειται για το τεκμήριο
  9. Παραθέτουμε τη σχετική καταγραφή αυτούσια καθότι αποτέλεσε αντικείμενο έντονης αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση: «Την 8.12.14 και μεταξύ των ωρών 11:45-14:30 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού στην παρουσία του Α/3430, ο Α/2758 ανέκρινε προφορικά για την παρούσα υπόθεση τον Σόλωνα Κουσεττή. Ο Κουσεττής ανέφερε μεταξύ άλλων ότι είναι χρήστης κάνναβης λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει. Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση ανέφερε ότι λίγο πριν από την ανακοπή τους από την Αστυνομία ο Κλάρκσον του ζήτησε να τον μεταφέρει εκεί με το αυτοκίνητό του. Όπως του είπε εκεί είχε θαμμένη ποσότητα κάνναβης και θα έπιανε μέρος από αυτήν. Για αντάλλαγμα ο Κλάρκσον θα του έδινε λίγη κάνναβη για δική του χρήση. Όταν ζητήθηκε από τον Κουσεττή να προβεί σε γραπτή κατάθεση για τα πιο πάνω αυτός αρνήθηκε να το πράξει αναφέροντας ότι είχε ρητές οδηγίες από τους δικηγόρους του να μην προβεί σε γραπτή κατάθεση αν δεν του δώσουν αυτοί την άδεια. Όπως είπε θα επικοινωνήσει το συντομότερο δυνατό μαζί τους και θα τους ρωτήσει γι΄ αυτό ». Την 9.12.14 ο Αστ. 2758, Ν. Νικολάου, ΜΚ 1 έλαβε δεύτερη γραπτή ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Στη δεύτερη κατάθεσή του, τεκμήριο 12, ο κατηγορούμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ήταν ιδιοκτήτης δύο αυτοκινήτων, ενός Honda με αριθμό εγγραφής ΗΖΒ067 και ενός BMW με αριθμό εγγραφής, KWB
  10. Σε κάποιες περιπτώσεις οδηγούσε και το αυτοκίνητο του αδελφού του, ένα μαύρο Porsche. Ερωτηθείς κατά πόσο ο Νικόλας Κλάρκσον οδηγούσε ποτέ δικό του αυτοκίνητο, αυτός έδωσε την πιο κάτω απάντηση: «Ο Νικόλας οδηγούσε το αυτοκίνητο μου το Honda. Είχα πάντα το κλειδί πάνω και όποτε το χρειαζόταν έρχετουν και το έπιανε. Κάποτε μου τηλεφωνούσε και μου το έλεγε, κάποτε όχι». Ο κατηγορούμενος ερωτήθηκε και για τους λόγους που βρισκόταν την 6.12.14, κατά τον επίδικο χρόνο, στην περιοχή της Μουτταγιάκας και τους λόγους που οδήγησε ο ίδιος το Νικόλα Κλάρκσον, με το δικό του όχημα, στην περιοχή. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα αυτούσιο: «Απάντηση 10: Το περασμένο Σάββατο που μου λες μου τηλεφώνησε ο Νικόλας και μου ζήτησε να τον πάρω κάπου γιατί δεν είχε αυτοκίνητο. Εγώ του είπα ότι είχα δουλειά και μόλις τελείωνα θα του τηλεφωνούσα να τον πάρω. Εκείνη τη μέρα οδηγούσα το αυτοκίνητο του αδελφού μου το Porsche. Ερώτηση 11: Όταν οδηγούσες το Porsche το αυτοκίνητο σου το Honda πού ήταν; Απάντηση 11: Ήταν στο σπίτι μου. Ερώτηση 12: Τα κλειδιά ήταν πάνω; Απάντηση 12: Ναι ήταν πάνω και τωρά να πάεις είναι πάνω. Ερώτηση 13: Αφού ήταν πάνω γιατί δεν επήε να το πιάσει ο Νικόλας όπως έκανε πάντα και σου τηλεφώνησε να τον πάρεις; Απάντηση 13: Δεν γνωρίζω. Ερώτηση 14: Τί ώρα πήγες να τον πιάσεις και τί έγινε; Απάντηση 14: Θα ήταν κατά τις πεντέμιση με έξι το απόγευμα όταν πήγα με το Porsche και τον έπιασα από το σπίτι του. Ο Νικόλας μου είπε ότι ήθελε να πάει κάπου στην περιοχή Μουτταγιάκας στο χωριό και εγώ του είπα εντάξει. Επειδή δεν είχα βενζίνη στο Porsche πήγα σπίτι μου και πήρα το αυτοκίνητο το Honda. Εγώ ήμουν οδηγός και ο Νικόλας συνοδηγός. Μου είπε να πιάσω το δρόμο προς τη Μουτταγιάκα, δηλαδή το χωριό πάνω. Όταν φτάσαμε στο δρόμο των μάντρων μου είπε και τον πήρα εκεί που μας έπιασε η Αστυνομία. Για να τον πάρω εκεί μου εξηγούσε ο ίδιος. Την ώρα που προχωρήσαμε και μπήκαμε μες τις μάντρες τον ρώτησα που πάμε; Ο Νικόλας μου είπε να σταματήσω και τον ρώτησα τι θα κάμει εκεί. Αυτός μου είπε ότι ήρθε εκεί να πιάσει χόρτο δηλαδή κάνναβη. Ο Νικόλας κατέβηκε από το αυτοκίνητο, βγήκε λίγο πάνω προς το βουνό και σε λίγα δευτερόλεπτα κατέβηκα και εγώ να δω τι γίνεται. Εκεί μας έπιασε η Αστυνομία.» Ο κατηγορούμενος ανακρίθηκε και σε σχέση με τη δήλωση που είχε κάνει την 6.12.2014 στην Αστυνομία, ήτοι ότι πήγαν στην περιοχή γιατί 'ο Νικόλας Κλάρκσον ήθελε να κάμει την ανάγκη του'. Παραδέχθηκε ότι η πιο πάνω δήλωση του δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια και εξήγησε τους λόγους που κατέφυγε στο ψέμα. Ανέφερε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: «Απάντηση 15: Αυτό δεν είναι αλήθεια. Το είπα γιατί φοβήθηκα, ήμουν σοκαρισμένος και δεν ήξερα για πόση ποσότητα τον έπιασαν και με τι ναρκωτικά.» Αμέσως μετά ρωτήθηκε γιατί προσπάθησε να διαφύγει εφόσον δεν γνώριζε ότι ο Νικόλας Κλάρκσον είχε πάει στην περιοχή για να παραλάβει μεγάλη ποσότητα κοκαΐνης. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι προσπάθησε να διαφύγει, δήλωσε δε άγνοια για την κοκαΐνη. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Ερώτηση 18: Εσύ δεν ήξερες για την κοκαΐνη; Απάντηση 18: Όχι δεν μου είπε τίποτε. Όταν σταματήσαμε εκεί με το αυτοκίνητο ο Νικόλας με ρώτησε αν ήθελα να μου δώσει κανένα δκυο τσιγάρα με κάνναβη και εγώ του είπα θα δούμε. Είπα του πήενε κάμε εσύ την δουλειά που θέλεις να κάμεις και βλέπουμε.» Με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από την κατηγορούσα αρχή προκύπτει επίσης ότι η αστυνομία διεξήγαγε έρευνα και σε σχέση με τον Νικόλα Αρτεμίου που ως αναφέρθηκε πιο πάνω, ήταν στην περιοχή κατά τον επίδικο χρόνο. Υπενθυμίζουμε ότι ήταν ο οδηγός του διπλοκάμπινου που έφθασε στη σκηνή λίγο πριν την άφιξη του κατηγορουμένου και του Νικόλα Κλάρκσον. Ο Νικόλας Αρτεμίου, όταν ανεκόπη από τους αστυνομικούς ανέφερε ότι πήγε στο χώρο για φυσική του ανάγκη. Το σπίτι του βρισκόταν στη συγκεκριμένη περιοχή, ήτοι στη Μουτταγιάκα. Στο σπίτι διέμενε μαζί με τη σύζυγο του, τα πεθερικά του, την κουνιάδα του και τον κουνιάδο του. Σε κάποιες περιπτώσεις πήγαινε στην περιοχή για να κάνει τη φυσική του ανάγκη καθότι το σπίτι διέθετε μόνο ένα αποχωρητήριο. Υπέδειξε δε στους αστυνομικούς και άλλα σημεία όπου υπήρχαν περιττώματα και χαρτιά υγείας. Η σύζυγος του επιβεβαίωσε τα πιο πάνω. Το σπίτι του ερευνήθηκε με συγκατάθεση της συζύγου του, δεν εντοπίσθηκε όμως οτιδήποτε ύποπτο εντός αυτού. Το ανδρόγυνο ανακρίθηκε, δεν προέκυψε όμως κάτι εναντίον τους και ως εκ τούτου με οδηγίες του Υπευθύνου του Κλιμακίου, ΄. αποδεσμεύτηκαν του ελέγχου΄. Σε σχέση με το πιο πάνω θέμα κατέθεσαν οι ΜΚ1 και ΜΚ6 ενώ γίνεται και σχετική αναφορά των γεγονότων στο ημερολόγιο ενεργείας, τεκμήριο
  11. Η αναφορά έγινε από το ΜΚ
  12. Την 10.12.2014 ο κατηγορούμενος, εξετάσθηκε από την ιατροδικαστή Ελένη Αντωνίου, ΜΚ8, η οποία κλήθηκε από την αστυνομία και από τον ιατροδικαστή Πανίκο Σταυριανό, ΜΥ1, που κλήθηκε από το δικηγόρο του κατηγορουμένου. Κατά την εξέταση που διενεργήθηκε από τη ΜΚ8 ο αστυφύλακας Α. Κωνσταντίνου έλαβε φωτογραφίες, καθ' υπόδειξη της ιατροδικαστού. Πρόκειται για τις φωτογραφίες που κατατέθηκαν στο δικαστήριο, τεκμήριο
  13. Κατά την εξέταση που διενεργήθηκε από το ΜΥ1 έλαβε φωτογραφίες ο επαγγελματίας φωτογράφος Σάββας Σάββα. Πρόκειται για τις φωτογραφίες που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, τεκμήριο
  14. Η Ελένη Αντωνίου, MK8, είναι Ειδικός Παθολογοανατόμος, Ιατροδικαστής και εργάζεται στο Δημόσιο από το
  15. Η μάρτυρας απέκτησε τόσο το πτυχίο της στη Γενική Ιατρική όσο και την ειδικότητά της από το Πανεπιστήμιο του Καρόλου στη Τσεχία. Η μάρτυρας, μετά την εξέταση του κατηγορουμένου ετοίμασε σχετική έκθεση, στην οποία κατάγραψε τα πορίσματα της. Πρόκειται για το τεκμήριο
  16. Σύμφωνα με την πιο πάνω έκθεση ο κατηγορούμενος έφερε εκχύμωση στο άνω αριστερό βλέφαρο και εκδορά στη δεξιά παρειά, ήτοι εκδορά τριψίματος σε τραχεία επιφάνεια. Έφερε επίσης γραμμοειδή εκδορά στην έξω δεξιά αγκωνιαία περιοχή. Στην έκθεση καταγράφεται επίσης ότι ο κατηγορούμενος παραπονέθηκε για πόνο στο δεξιό αυτί, δεν διαπιστώθηκε όμως εξωτερική κάκωση. Καταθέτοντας προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι «εκδορά» είναι η εξωτερική κάκωση που αφορά το δέρμα και την επιδερμίδα και μπορεί να προκληθεί από τρίψιμο σε τραχειά επιφάνεια ή από νύχια ή από κάποιο αιχμηρό όργανο όπως είναι μία βελόνα ή ένα «ττέλι». Τραχειά επιφάνεια μπορεί να είναι και η άσφαλτος ή «μπετονένια» επιφάνεια. Η εκδορά που έφερε ο κατηγορούμενος στη συγκεκριμένη περίπτωση μπορούσε να είχε προκληθεί και από την πτώση του ατόμου στο έδαφος. Μία εκδορά στο πρώτο εικοσιτετράωρο που θα δημιουργηθεί θα φέρει «ζωντανό» κόκκινο χρώμα. Με την πάροδο του χρόνου λόγω της πήξης του αίματος και της αποξήρανσης «.καθημερινά αλλάζει χαρακτήρα, σκουραίνει, αποξηραίνεται και αποφλοιούται». Αυτά, σύμφωνα πάντα με τη μάρτυρα, είναι τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για τη χρονολόγηση των εκδορών. Η εκχύμωση είναι τραυματισμός που καταστρέφει την επιδερμίδα χωρίς να αφήνει εξωτερική κάκωση με αποτέλεσμα να προκαλείται αιμορραγία κάτω από την επιδερμίδα και το δέρμα. Η εκχύμωση είναι αυτό που αποκαλείται κοινώς 'το μελάνιασμα'. Η πιο πάνω κάκωση προϋποθέτει θλον όργανο. Περιέγραψε το 'θλον όργανο' ως κατωτέρω: «.Τα θλόντα όργανα όπως ξέρετε είναι όργανα τα οποία έχουν μία επιφάνεια όπως είναι η γροθιά, όπως είναι με το γόνατο μας να κτυπήσουμε κάποιο ή αν από μόνοι κτυπήσουμε σε μία. δεν μας κτυπήσει άλλος και κτυπήσουμε από μόνοι μας σε μία επιφάνεια θλούσα για να τραυματιστεί για εκχύμωση». Η εκχύμωση, σύμφωνα πάντα με τη μάρτυρα δεν εμφανίζεται αμέσως. Σε κάποιες περιπτώσεις εμφανίζεται ενάμιση εικοσιτετράωρο αργότερα. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι αν κάποιος κτυπήσει το πρώτο εικοσιτετράωρο, δεν θα εμφανιστεί ο,τιδήποτε. Η εκχύμωση εμφανίζεται την επόμενη ημέρα. Ανέφερε δε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: «Οι φάσεις των εκχυμώσεων αρχίζουν με κόκκινο μελανό σκούρο χρώμα το οποίο κρατά 3‑4 μέχρι έξι μέρες καμιά φορά και σιγά ‑ σιγά το βαθύ σκούρο βυσσινί αρχίζει να αντικαθίσταται με κιτρινωπό χρώμα μέχρι που να εξαφανιστεί.» Συγκρίνοντας δε το χρόνο επούλωσης της εκχύμωσης και της εκδοράς ανέφερε τα πιο κάτω: «Μία εκχύμωση οπωσδήποτε αργεί πολύ περισσότερο να εξαφανιστεί από ένα άτομο, γιατί ο τραυματισμός είναι κάτω από το δέρμα ενώ οι εκδορές οι οποίες έχουν ανοικτό τραυματισμό στο φως, στον αέρα αποξηραίνονται γρηγορότερα και αποφλοιούνται γρηγορότερα ενώ οι εκχυμώσεις απορροφούνται». Η μάρτυρας συμφώνησε με τη θέση που της υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση ότι η κάκωση στην παρειά που έφερε ο κατηγορούμενος κατά την εξέταση, θα μπορούσε να είχε προκληθεί αν κάποιος πίεζε την κεφαλή του στο έδαφος, σε τραχειά επιφάνεια με δύναμη και κατ΄ επανάληψη. Συμφώνησε επίσης με το συνήγορο υπεράσπισης ότι το τραύμα που έφερε ο κατηγορούμενος, ως απεικονίζεται στη φωτογραφία 3 του τεκμηρίου 10, δηλαδή στο βλέφαρο θα μπορούσε να είχε προκληθεί και από γροθιά. Η μάρτυρας αντεξετάστηκε και σε σχέση με μία εκδορά που έφερε ο κατηγορούμενος στο δεξί αυτί. Παραδέχθηκε ότι κατά την εξέταση δεν είχε προσέξει την πιο πάνω εκδορά καθότι ήταν 'πολύ μικρή και επιπόλαια'. Αρχικά η μάρτυρας θεώρησε ότι επρόκειτο για 'φακίδα'. Συμφώνησε με τη θέση της Υπεράσπισης ότι αν κάποιος χαστούκιζε τον κατηγορούμενο στο αυτί θα μπορούσε να είχε προκαλέσει την πιο πάνω εκδορά. Ανέφερε όμως ότι η πιο πάνω εκδορά, λόγω του πολύ μικρού μεγέθους της, μόνο με νύχι θα μπορούσε να είχε προκληθεί. Συμφώνησε επίσης ότι αν κάποιος χαστούκιζε τον κατηγορούμενο επανειλημμένα στο πιο πάνω σημείο αυτός μπορούσε να είχε πόνο στο αυτί αλλά να μην είχε κάκωση. Υποδείχθηκαν στη μάρτυρα οι φωτογραφίες 20 και 21 του τεκμηρίου 11, στις οποίες απεικονίζεται ο κατηγορούμενος και αυτή αναγνώρισε ότι στο άνω βλέφαρο του δεξιού οφθαλμού του έφερε μια γραμμοειδή εκχύμωση. Η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν την είχε προσέξει, κατά το χρόνο που εξέταζε τον κατηγορούμενο. Ο Πανίκος Σταυριανός, ΜΥ1, σπούδασε Γενική Ιατρική στη Ρουμανία και έλαβε την ειδικότητα της Ιατροδικαστικής το 1996, από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Εργάστηκε για τρία χρόνια στο δημόσιο στην Κύπρο, για ένα έτος στο Υπουργείο Δικαιοσύνης της Ελλάδας ως προϊστάμενος της Ιατροδικαστικής στη Ρόδο και από το 2000 μέχρι σήμερα εργάζεται ως Ιατροδικαστής στον ιδιωτικό τομέα. Ο μάρτυρας εξέτασε τον κατηγορούμενο, την 10.12.14, στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Μετά την εξέταση ετοίμασε ιατροδικαστική έκθεση την οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο, πρόκειται για το τεκμήριο 22, παραθέτουμε τα αποσπάσματα που αφορούν το ιστορικό και την εξέταση αυτούσια: «................................................................................................................ ΙΣΤΟΡΙΚΟ Σύμφωνα με τον Σόλων Κουσεττή, στις 06.12.2014 και μεταξύ των ωρών 18:00 μ.μ.-19:00 μ.μ. ενώ βρισκόταν σε αγροτική περιοχή της Λεμεσού χτυπήθηκε από αστυνομικούς. Σύμφωνα με τον ίδιο πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας από το 2008 και παρακολουθείται από το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου. ΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ Από την εξέταση που διενήργησα διαπίστωσα ότι ο Σόλων Κουσεττής έφερε τις ακόλουθες κακώσεις:
  17. Θλαστική εκχύμωση μετά ελαφράς εξοιδήσεως χροιάς κυανέρυθρης κατά το άνω και κάτω βλέφαρο του αριστερού οφθαλμού. Στην ψηλάφηση της αριστερής περιοφθαλμικής χώρας αναφέρει πόνο.
  18. Θλαστική εκχύμωση γραμμοειδώς φερόμενη στο άνω βλέφαρο του δεξιού οφθαλμού χροιάς κυανέρυθρης.
  19. Εκτεταμένη εκδορά τριβής στη δεξιά παρειακή χώρα του προσώπου καλυμμένη με καφεοειδή εφελκίδα.
  20. Μικρή εκδορά στην πρόσθια επιφάνεια του τράγου του δεξιού ωτός καλυμμένη με καφεοειδή εφελκίδα. Κατά την ψηλάφηση του δεξιού ωτός αναφέρει ελαφρύ πόνο.
  21. Εκδορά στην ραχιαία επιφάνεια του πτερυγίου του δεξιού ωτός καλυμμένη με καφεοειδή εφελκίδα. Κατά την ψηλάφηση και κινητοποίηση του πτερυγίου του δεξιού ωτός αναφέρει πόνο.
  22. Γραμμοειδής εκδορά εκτεινόμενη κατά την πρόσθια και έσω επιφάνεια του άνω τριτημορίου του δεξιού αντιβραχίονα καλυμμένη με καφεοειδή εφελκίδα.
  23. Εκδορά στην ραχιαία επιφάνεια της μεσότητας της αριστερής κνήμης καλυμμένη με καφεοειδή εφελκίδα. Ο Σόλων Κουσεττής, φέρει φλεβική παροχή στον δεξιό αγκώνα για φαρμακευτική αγωγή. Δυσκολεύεται να γυρίσει στο κρεβάτι του λόγω αδυναμίας του δεξιού χεριού και δεξιού ποδιού, συμπτώματα τα οποία οφείλονται στην σκλήρυνση κατά πλάκας. Φέρει τατουάζ στην έσω επιφάνεια του αριστερού βραχίονα και στην δεξιά κοιλιακή χώρα. Φέρει επίσης γενειάδα. Δεν παρουσιάζει κακώσεις στα γόνατα, στις ραχιαίες επιφάνειες των αγκώνων, στις πηχιοκαρπικές χώρες, στα δάκτυλα των χεριών, στις παλάμες, στα χείλη του στόματος και στη μύτη. Σημείωση: Σύμφωνα και με την Βιβλιογραφία: ΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ, Αντ. Σ. Κουτσελίνη, Ε΄ έκδοση 2002, σελ. 167, η μεταβολή της χροιάς μιας εκχύμωσης σε σχέση με το χρόνο που πέρασε από την στιγμή της πρόκλησης της κάκωσης έχει ως εξής: Χροιά Χρόνος Βαθυέρυθρη (προς το μελανό) 24 ώρες Βαθυκύανη - κυανέρυθρη 3 - 6 ημέρες Κυανοπράσινη - πράσινη 7 - 12 ημέρες Κίτρινη 13 - 20 ημέρες Ξανθή 20 - 25 ημέρες ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι ο Σόλων Κουσεττής φέρει συγκεκριμένες κακώσεις στο πρόσωπο του (όχι επικίνδυνες για τη ζωή του) όπως περιγράφονται πιο πάνω. Οι κακώσεις αυτές έχουν προκληθεί τις προηγούμενες 3 με 6 ημέρες. Οι πιο πάνω κακώσεις δέον όπως παρέλθουν στις επόμενες 15-20 ημέρες. Όσον αφορά όμως τη σκλήρυνση κατά πλάκας από την οποία πάσχει ο Σόλων Κουσεττής, χρήζει συνεχούς ιατρικής παρακολούθησης και θεραπευτικής παρέμβασης από ειδικούς νευρολόγους και φυσιοθεραπευτές». Ο ΜΥ1 καταθέτοντας προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι οι κακώσεις που έφερε ο κατηγορούμενος στο πρόσωπο προκλήθηκαν από χτυπήματα που δέχθηκε ήτοι μπουνιές και χαστούκια και από την πίεση του κεφαλιού του στο έδαφος. Απέκλεισε το ενδεχόμενο να προκλήθηκαν από πέσιμο του στο έδαφος καθότι λογικά θα αναμένετο να έφερε κακώσεις και σε σημεία του προσώπου που εξείχαν, όπως η μύτη, ο πώγωνας και το περιοφθαλμικό οστούν. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης κατά την αγόρευσή του εισηγήθηκε ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος είχε είτε στη φυσική κατοχή του είτε στον έλεγχό του τα επίδικα ναρκωτικά. Περαιτέρω, η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν αποδεικνύει, στο βαθμό που απαιτείται ότι ο κατηγορούμενος είχε την απαιτούμενη 'γνώση της φύσεως του πράγματος, το οποίο αποτελεί αντικείμενο της κατοχής'. Εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία των αστυνομικών που κατέθεσαν δεν πρέπει να γίνει πιστευτή στο Δικαστήριο για τους λόγους που εξήγησε. Προέβη σε εκτενή ανάλυση της μαρτυρίας τους και κατέληξε ότι αυτοί εψεύδοντο και εισηγήθηκε ότι « ... τα μέλη της ΥΚΑΝ ενήργησαν δόλια θέτοντας δηλώσεις στο στόμα του κατηγορουμένου (δες τεκμήριο 13) και ενέργειες στη σκηνή (ταυτόχρονη άφιξη στο σημείο των ναρκωτικών και προσπάθεια διαφυγής) οι οποίες ουδέποτε έλαβαν χώρα.» Ήταν η θέση του ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε ανακρίθηκε προφορικά από τους ΜΚ1 και ΜΚ7 και ότι το ημερολόγιο ενεργείας, τεκμήριο 13, στο οποίο καταγράφονται δηλώσεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, ήταν εκ των υστέρων κατασκεύασμα των δύο πιο πάνω αστυνομικών. Εισηγήθηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος δεν αποβιβάστηκε από το όχημα ταυτόχρονα με τον Νικόλα Κλάρκσον, αλλά κάποιο χρόνο αργότερα. Κάλεσε επίσης το Δικαστήριο να απορρίψει τη μαρτυρία των αστυνομικών ότι ο κατηγορούμενος, όταν αντιλήφθηκε την παρουσία των αστυνομικών στο χώρο και άκουσε κάποιο να φωνάζει 'αστυνομία σταματάτε', προσπάθησε να διαφύγει. Επικαλούμενος τη μαρτυρία του ιατροδικαστή Πανίκου Σταυριανού υποστήριξε τη θέση ότι ο κατηγορούμενος, αμέσως μετά την ανακοπή του κτυπήθηκε από τους αστυνομικούς. Βασιζόμενος στην τελευταία θέση μας κάλεσε να απορρίψουμε τη μαρτυρία των αστυνομικών ως αναξιόπιστη. Ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής απέρριψε τις πιο πάνω θέσεις. Εισηγήθηκε ότι από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος '. εξ αρχής γνώριζε για την ύπαρξη των ναρκωτικών' προτού μεταβούν στο συγκεκριμένο χώρον που επρόκειτο για '... μία απομακρυσμένη, δύσβατη περιοχή'. Αναφέρθηκε και σε διάφορες δηλώσεις του κατηγορουμένου που σύμφωνα με τον ίδιον αποτελούν ψευδείς δηλώσεις και θα πρέπει να προσμετρήσουν ως ' ... ενοχοποιητική ενισχυτική μαρτυρία'. Σε σχέση με τους τραυματισμούς που έφερε ο κατηγορούμενος στο πρόσωπο εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να κάνει δεκτή τη θέση των αστυνομικών ότι ο κατηγορούμενος όταν αντιλήφθηκε την παρουσία των αστυνομικών στη σκηνή τράπηκε σε φυγή, έπεσε στο έδαφος και κτύπησε στο πρόσωπο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν και να εξετάσουμε τη μαρτυρία τους. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορουμένου. Το βάρος απόδειξης μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να το φέρει ο κατηγορούμενος όταν το θέμα ή τα θέματα βρίσκονται στη δική του αποκλειστική γνώση. Καθοδηγητικό επί του θέματος είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Θεοχάρους ν. Δημοκρατία[1]: «. ενόψει και του τεκμηρίου αθωότητας ενός κατηγορουμένου και της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό που εξετάζεται είναι (α) αν η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή είναι αξιόπιστη και (β) αν ναι, κατά πόσο είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις κατηγορίες. Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. ................................ Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση.» Σε τέτοια περίπτωση ο κατηγορούμενος μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[2]. Η αξιολόγηση δεν είναι έργο μηχανικό ούτε γίνεται με σύγκριση των λεπτομερειών της μίας υπόθεσης με την άλλη. Κατά την αξιολόγηση το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την άμεση και ζωντανή εικόνα του μάρτυρα ως επίσης και το περιεχόμενο αυτής συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό[3]. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές, προχωρούμε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μας. Στην υπό κρίση υπόθεση τα πλείστα γεγονότα είναι, ως αναφέρουμε και πιο πάνω, παραδεκτά. Τα σημεία που αμφισβητήθηκαν έντονα κατά την ακροαματική διαδικασία ήταν τρία, ήτοι : (Ι) Κατά πόσον ο κατηγορούμενος προέβη στις δηλώσεις που καταγράφονται στο ημερολόγιο ενεργείας τεκμήριο 13, (ΙΙ) αν ο κατηγορούμενος μετά τον εντοπισμό του από την Αστυνομία είχε τραπεί σε φυγή και έπεσε στο έδαφος, (ΙΙΙ) κατά πόσο αμέσως μετά την ανακοπή ο κατηγορούμενος κτυπήθηκε από τους αστυνομικούς. Στο στάδιο των αγορεύσεων προσετέθη και ένα τέταρτο σημείο, κατά πόσον ο κατηγορούμενος είχε εξέλθει του οχήματος ταυτόχρονα με τον Νικόλα Κλάρκσον ή λίγη ώρα αργότερα. Επισημαίνουμε ότι επί του συγκεκριμένου σημείου η μαρτυρία των περισσοτέρων μαρτύρων κατηγορίας δεν είχε ουσιαστικά αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση τους. Μεγάλο μέρος της ακροαματικής διαδικασίας αναλώθηκε στο διπλοκάμπινο που αφίχθηκε στην περιοχή όπου είχαν εντοπισθεί οι ναρκωτικές ουσίες, λίγο χρόνο πριν την άφιξη του κατηγορουμένου και του Νικόλα Κλάρκσον. Παρά το γεγονός ότι οι μάρτυρες κατηγορίας αντεξετάσθηκαν σε μεγάλη έκταση επί του θέματος αυτού, για την κάθε ενέργεια του οδηγού του πιο πάνω οχήματος και κατά πόσο θεωρείτο από την αστυνομία ύποπτος ή όχι, ο συνήγορος υπεράσπισης, κατά την αγόρευση του, δεν προέβη σε οποιαδήποτε εισήγηση για τυχόν εμπλοκή του οδηγού του διπλοκάμπινου με την υπό κρίση υπόθεση ούτε συνέδεσε τις ενέργειες του πιο πάνω προσώπου με τα επίδικα θέματα. Από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας κρίνουμε και εμείς ότι δεν συνδέεται η παρουσία του πιο πάνω προσώπου στο χώρο με τη ναρκωτική ουσία που εντοπίσθηκε. Ενόψει τούτου, δεν κρίνουμε σκόπιμο να ασχοληθούμε περαιτέρω με το εν λόγω θέμα. (Ι) Προφορική κατάθεση, Τεκμήριο 13 Σε σχέση με το πρώτο θέμα, ήτοι το ημερολόγιο ενεργείας, τεκμήριο 13, σχετική είναι η μαρτυρία του ανακριτή Αρχ/Αστ. 2758, Νεκτάριου Νικολάου (ΜΚ1). Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι τη συγκεκριμένη ημέρα, 8.12.14, ανέκρινε τον κατηγορούμενο προφορικά, ο τελευταίος του ανέφερε κάποια γεγονότα και αυτός τα κατέγραψε στο ημερολόγιο ενεργείας. Ο κατηγορούμενος αρνείτο να υπογράψει οποιαδήποτε κατάθεση αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης χωρίς να συμβουλευθεί το δικηγόρο του καθότι είχε επί τούτου ρητές οδηγίες απ΄ αυτόν. Ο μάρτυρας υπέβαλε στον κατηγορούμενο διάφορες ερωτήσεις. Κάποιες τις απαντούσε, κάποιες άλλες αρνείτο να τις απαντήσει. Η ανάκριση διήρκησε αρκετή ώρα, συγκεκριμένα 2 ώρες και 45 λεπτά, στο τέλος όμως ο μάρτυρας κατέγραψε, στο ημερολόγιο ενεργείας, συνοπτικά, μόνο όσα είχαν σχέση με την παρούσα υπόθεση. Αντεξετάστηκε ο μάρτυρας επισταμένα σε σχέση με το χρόνο που διήρκησε η προφορική κατάθεση και υποβλήθηκε σε αυτόν ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε προέβηκε στις δηλώσεις που καταγράφονται στο ημερολόγιο ενεργείας. Αυτός επέμενε ότι η κατάθεση διήρκησε όσο χρόνο καταγράφεται στο ημερολόγιο ενεργείας και κανένα λόγο είχε να καταγράψει κάτι το οποίο δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Είπε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: «Α. Απάντησα προηγουμένως τι ακριβώς έγινε. Ανακρίθηκε προφορικά και ό,τι γράφει στο ημερολόγιο ενεργείας το συγκεκριμένο, είναι λόγια που μου είπε ο κατηγορούμενος. Είναι καταγραμμένη η αλήθεια γιατί ήταν όντως οι ώρες αυτές. Μπορούσε κάλλιστα κάποιος να γράψει πιο λλίες ώρες, να μην έχει αυτή την απορία κανένας, αλλά ήταν οι πραγματικές ώρες τις οποίες κατέγραψα.» Ο μάρτυρας παραδέχθηκε ότι στη γραπτή του κατάθεση, έγγραφο με ένδειξη Α, δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην προφορική ανάκριση του κατηγορουμένου και στη σύνταξη του ημερολογίου, τεκμήριο
  24. Αυτό αναμφίβολα, κατά την άποψη μας, αποτελεί παράλειψη, δεν εξυπακούεται όμως αυτόματα ότι η προφορική ανάκριση ουδέποτε έλαβε χώρα. Εν πρώτοις διαπιστώνουμε ότι αναφορά στην προφορική ανάκριση γίνεται στη γραπτή ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο την 9.12.14, τεκμήριο 12 και συγκεκριμένα στην 'Ερώτηση 2'. Υπενθυμίζουμε ότι το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης δεν αμφισβητήθηκε. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την κατάθεσή του: «Ερώτηση 2: Χθες 8.12.14 όταν σε ανάκρινα προφορικά για την παρούσα υπόθεση μου ανέφερες ότι είσαι χρήστης κάνναβης τί έχεις να πεις; Απάντηση 2: Δεν είμαι χρήστης κάνναβης. Αλλά λόγω των σοβαρών προβλημάτων υγείας που έχω μου είπε ο γιατρός ότι η χρήση κάνναβης βοηθά στο πρόβλημα μου .». Πέραν των πιο πάνω παρατηρούμε ότι τα ό,σα ο κατηγορούμενος κατ΄ ισχυρισμόν ανέφερε προφορικά στο ΜΚ1, δεν προσθέτουν ο,τιδήποτε στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής καθότι πρόκειται για θέσεις που ο ίδιος ο κατηγορούμενος προέβαλε κατά τη γραπτή ανακριτική κατάθεση του που λήφθηκε την επομένη ημέρα, 9.12.14, (τεκμήριο 12). Συγκεκριμένα, όταν ο κατηγορούμενος ανακρίθηκε προφορικά, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του ΜΚ1, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι «.λίγο πριν από την ανακοπή του από την αστυνομία ο Κλάρκσον του ζήτησε να τον μεταφέρει εκεί με το αυτοκίνητό του. Όπως του είπε εκεί είχε θαμμένη ποσότητα κάνναβης και θα έπιανε μέρος από αυτήν. Για αντάλλαγμα ο Κλάρκσον θα του έδινε λίγη κάνναβη για δική του χρήση». Στη γραπτή ανακριτική του κατάθεση, τεκμήριο 12,σε ερώτηση του ανακριτή τί ώρα είχε πάει να πάρει τον Κλάρκσον και τί έγινε, αυτός περιγράφοντας τα γεγονότα ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω, που συνάδουν με τα ό,σα κατ' ισχυρισμό ανέφερε στην προφορική του ανάκριση: «. Την ώρα που προχωρήσαμε και μπήκαμε μες τις μάντρες τον ρώτησα πού πάμε; Ο Νίκολας μου είπε να σταματήσω και τον ρώτησα τί θα κάμει εκεί. Αυτός μου είπε ότι ήρθε εκεί να πιάσει χόρτο δηλαδή κάνναβη.». Στην ίδια κατάθεση, τεκμήριο 12 και συγκεκριμένα όταν ρωτήθηκε κατά πόσον εγνώριζε ότι επρόκειτο για κάνναβη, ο κατηγορούμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, στην Απάντηση 18, ότι ο Νικόλας Κλάρκσον θα του έδινε για αντάλλαγμα τσιγάρα κάνναβης, θέση που προέβαλε και κατά την προφορική του κατάθεση. Παραθέτουμε αυτούσια την εν λόγω απάντησή του: «Ερώτηση 18: Εσύ δεν ήξερες για την κοκαΐνη; Απάντηση 18: Όχι δεν μου είπε τίποτε. Όταν σταματήσαμε εκεί με το αυτοκίνητο ο Νικόλας με ρώτησε αν ήθελα να μου δώσει κανένα δκυο τσιγάρα με κάνναβη και εγώ του είπα θα δούμε. Είπα του πήενε κάμε εσύ τη δουλειά που θέλεις να κάμεις και βλέπουμε.» Παρατηρούμε επίσης ότι ο κατηγορούμενος ανέφερε και στην κατάθεσή του ότι η κάνναβη τον βοηθούσε στο σοβαρό πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε. Σχετική είναι η Απάντηση 2 που έδωσε την οποία παραθέτουμε αυτούσια ανωτέρω. Παρόμοια αναφορά γίνεται και στο ημερολόγιο ενεργείας τεκμήριο
  25. Συγκεκριμένα καταγράφονται τα πιο κάτω: «. Ο Κουσεττής ανέφερε μεταξύ άλλων ότι είναι χρήστης κάνναβης λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει». Τέλος, αν το τεκμήριο 13 ήταν 'κατασκεύασμα' των δύο αστυνομικών, για να εμπλέξουν τον κατηγορούμενο, ως ήταν η θέση της Υπεράσπισης, τότε λογικά κάποιος θα ανέμενε ότι στο πιο πάνω ημερολόγιο θα γινόταν αναφορά σε 'κοκαΐνη', που είναι η ναρκωτική ουσία που ανευρέθηκε και όχι σε 'κάνναβη'. Με βάση όλα τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι το τεκμήριο 13 δεν αποτελεί εκ των υστέρων κατασκεύασμα των ΜΚ1 και ΜΚ
  26. Δεχόμαστε τη θέση των δύο πιο πάνω μαρτύρων ότι ο κατηγορούμενος ανακρίθηκε από αυτούς και δήλωσε, μεταξύ άλλων, τα ό,σα καταγράφονται στο τεκμήριο
  27. (ΙΙ) Αποβίβαση του κατηγορουμένου από το όχημα και γεγονότα που διαδραματίσθηκαν μέχρι και την ανακοπή του από την αστυνομία. Σε σχέση με το χρόνο που ο κατηγορούμενος εξήλθε του οχήματος παρατηρούμε τα πιο κάτω: Ο Αστ. 2996, Κ. Γεωργίου (ΜΚ4), στη γραπτή κατάθεση του, που υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, το μόνο που ανέφερε σε σχέση με το θέμα αυτό ήταν, «ακούσαμε δύο πόρτες να κλείνουν». Κατά την αντεξέταση του εξήγησε ότι άκουσε τις δύο πόρτες να κλείνουν, 'με διαφορά δευτερολέπτων'. Ο Αστ. 3669, Ι. Κωνσταντίνου, (ΜΚ5) τόσο στη γραπτή κατάθεση του, που υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του όσο και κατά την προφορική εξέταση του, ανέφερε ότι άκουσε 'τις πόρτες να κλείνουν', θέση που δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση. Ο Αστ. 3437, Α. Αριστοτέλους (ΜΚ3) στη γραπτή κατάθεση του, που και αυτός υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ανέφερε ότι τα δύο πρόσωπα που επέβαιναν του οχήματος, ήτοι ο κατηγορούμενος και ο Νικόλας Κλάρκσον, «εξήλθαν του οχήματος και συνομίλησαν μεταξύ τους», θέση που επανέλαβε και ενώπιον του δικαστηρίου και δεν αμφισβητήθηκε. Ο Αστ. 3430, Ε. Παπαελισσαίου (ΜΚ7) στη γραπτή κατάθεση του, που αποτελεί μέρος της κυρίως εξέτασης του, ανέφερε ότι είδε « ... να αποβιβάζονται από αυτό (όχημα) δύο πρόσωπα από τη θέση του οδηγού και του συνοδηγού και να λένε κάτι μεταξύ τους χαμηλόφωνα». Αντεξεταζόμενος επί του θέματος είπε ότι τα δύο πρόσωπα εξήλθαν του οχήματος 'σχεδόν ταυτόχρονα', θέση που αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «E. Κύριε μάρτυς, εγώ σας υποβάλλω ότι ο κατηγορούμενος όταν έφτασε στη σκηνή το βράδυ που έγινε η ανακοπή και εννοώ στη σκηνή που βρίσκονταν τα ναρκωτικά, δεν κατέβηκε ταυτόχρονα από το αυτοκίνητο μαζί με τον κύριο Κλάρκσον. A. Όπως αναφέρω και στην κατάθεσή μου είχαν αποβιβαστεί από αυτό δύο άτομα, ήταν σχεδόν ταυτόχρονα, απολογούμαι δεν το αναφέρω, αλλά ήταν σχεδόν ταυτόχρονα. E. Δεν το αναφέρετε αλλά ήταν σχεδόν ταυτόχρονα; A. Ναι, την ίδια ώρα. E. Το θυμάστε χαρακτηριστικά; A. Χαρακτηριστικότατα. E. Αλλά δεν το λέτε στην κατάθεσή σας; A. Γράφω ότι αποβιβάστηκαν δύο άτομα, εάν αποβιβάζετουν ο πρώτος και ο δεύτερος έμενε στο αυτοκίνητο θα το ανέφερα όπως το αντιλήφθηκα. E. Η υποβολή μου ισχύει. A. Και εγώ επαναλαμβάνω ότι κατέβηκαν σχεδόν ταυτόχρονα.» Παρατηρούμε ότι παρά το γεγονός ότι αμφισβητήθηκε η θέση του τελευταίου μάρτυρα σε σχέση με το χρόνο που εξήλθε ο κατηγορούμενος του οχήματος, δεν υποβλήθηκε σε αυτό συγκεκριμένη θέση. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι τα δύο άτομα δεν εξήλθαν ταυτόχρονα του οχήματος ουδέποτε όμως τέθηκαν στο μάρτυρα συγκεκριμένα στοιχεία, σε σχέση με το χρόνο που κατ' ισχυρισμό μεσολάβησε μεταξύ των δύο συμβάντων. Η θέση που προβλήθηκε από το ΜΚ7, ήτοι ότι τα δύο πρόσωπα εξήλθαν του οχήματος σχεδόν ταυτόχρονα δεν διαφέρει στην ουσία από τη θέση που προέβαλε ο ΜΚ4, ότι υπήρξε 'διαφορά κάποιων δευτερολέπτων'. Οι πιο πάνω θέσεις συνάδουν και με τη θέση που προέβαλε ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος στη γραπτή ανακριτική κατάθεσή του, τεκμήριο 12, ανέφερε ότι κατέβηκε από το αυτοκίνητο 'λίγα δευτερόλεπτα' μετά τον Νικόλα Κλάρκσον, ενώ στην ανώμοτη δήλωση του ανέφερε ότι κατέβηκαν 'σχεδόν ταυτόχρονα'. Παραθέτουμε αυτούσιες τις σχετικές αναφορές. Τεκμήριο 12, Απάντηση 14: «.ο Νικόλας κατέβηκε από το αυτοκίνητο βγήκε λίγο πάνω προς το βουνό και σε λίγα δευτερόλεπτα κατέβηκα και εγώ να δω τι γίνεται». Ανώμοτη δήλωση: «. Εγώ αγχώθηκα και αμέσως σχεδόν ταυτόχρονα κατέβηκα να δώ τι γίνεται και φώναξα του Νικόλα, ο οποίος περπατούσε προς το ύψωμα. Τον ακολούθησα και πλησιάζοντας τον είδα να νεκατώνει χαμέ αλλά ήταν πολλά σκοτεινά και δεν εθώρουν ήντα που έκανε.» Με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας καταλήγουμε ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέβηκε από το αυτοκίνητο ταυτόχρονα με τον Νικόλα Κλάρκσον, εξάλλου αυτό θα χρειαζόταν καλό συγχρονισμό, αλλά σχεδόν ταυτόχρονα, λίγα δευτερόλεπτα αργότερα. (ΙΙΙ) Ανακοπή του κατηγορουμένου από την αστυνομία και γεγονότα που διαδραματίσθηκαν στη συνέχεια. Ήταν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι όταν ο κατηγορούμενος και ο Νικόλας Κλάρκσον άκουσαν τον αστυνομικό να φωνάζει «Αστυνομία σταματάτε», αυτοί τράπηκαν σε φυγή. Επί του σημείου αυτού κατέθεσαν οι τέσσερεις αστυνομικοί που ήταν τη δεδομένη στιγμή στο χώρο, ήτοι ο 2996 (ΜΚ4), ο 3669 (ΜΚ5), ο 3430 (ΜΚ7) και ο 3437 (ΜΚ3) ως επίσης και ο Λοχ. 1760 Π. Πελοπίδα (ΜΚ6) που αφίχθηκε στη σκηνή λίγο χρόνο αργότερα. Αρχίζοντας από τη μαρτυρία του τελευταίου μάρτυρα, ήτοι του ΜΚ6, υπενθυμίζουμε ότι αυτός, καταθέτοντας προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ενώ βρισκόταν στη σκηνή και ανέκρινε τον κατηγορούμενο, πρόσεξε ότι ο τελευταίος έφερε στο πρόσωπο «κάποιες ερυθρότητες, κοκκινάδες». Ρώτησε τον κατηγορούμενο από πού προήλθαν και αυτός του απάντησε ότι είχε πέσει στο έδαφος ενώ έτρεχε. Παρατηρούμε ότι ο μάρτυρας δεν κατέγραψε το γεγονός αυτό σε ημερολόγιο ενεργείας. Πέραν τούτου όμως με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας προκύπτει ότι παρών κατά την προφορική ανάκριση ήταν και ο Αστ. 3611 Β. Αναξαγόρου (ΜΚ2) που τηρούσε σχετικό πρακτικό. Ο ΜΚ2 ρωτήθηκε κατά πόσο ο κατηγορούμενος έφερε τη δεδομένη στιγμή οποιαδήποτε κτυπήματα και αυτός ανέφερε ότι στη σκηνή, λόγω του σκότους, δεν πρόσεξε ο,τιδήποτε. Αργότερα όμως στα γραφεία της ΥΚΑΝ είδε ότι ο κατηγορούμενος είχε ορισμένα ερυθρά σημεία γύρω από το μάτι. Ο ΜΚ2 πουθενά στη μαρτυρία του δεν ανέφερε ότι είχε ακούσει τον κατηγορούμενο να λέει στο ΜΚ6 ότι είχε πέσει στο έδαφος ενώ έτρεχε. Αναγνωρίζουμε βέβαια ότι ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε επί του συγκεκριμένου σημείου, αυτό όμως ήταν λογικά αναμενόμενο εφόσον ο πιο πάνω ισχυρισμός του ΜΚ6 προβλήθηκε για πρώτη φορά κατά τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου και η μαρτυρία του διαδέχθηκε τη μαρτυρία του ΜΚ
  28. Ενόψει των πιο πάνω κρίνουμε ότι δεν θα ήταν ασφαλές να βασισθούμε στη συγκεκριμένη μαρτυρία και να καταλήξουμε σε σχετικό εύρημα. Σε σχέση βέβαια με την υπόλοιπη μαρτυρία του ΜΚ6, η οποία στην ουσία δεν έχει αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Κατά πόσο ο κατηγορούμενος είχε τραπεί σε φυγή είναι θέμα που συνδέεται και με τις κακώσεις που έφερε στο πρόσωπο του. Υπενθυμίζουμε ότι σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή, ο κατηγορούμενος στη προσπάθεια του να διαφύγει σκόνταψε και έπεσε στο έδαφος, ενώ σύμφωνα με την Υπεράσπιση αυτός ουδέποτε τράπηκε σε φυγή και ουδέποτε έπεσε στο έδαφος. Όλα τα χτυπήματα, σύμφωνα πάντα με την Υπεράσπιση, είχαν προκληθεί από τους αστυνομικούς που βρισκόντουσαν στη σκηνή. Ενόψει των πιο πάνω κρίνουμε ορθό να εξετάσουμε τα δύο θέματα μαζί. Ουσιώδης μαρτυρία επί του συγκεκριμένου σημείου είναι αυτή των δύο ιατροδικαστών που κλήθηκαν να καταθέσουν ως εμπειρογνώμονες. Καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές πληροφορίες για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, έτσι ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας τις πληροφορίες στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί, να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση[4]. Η γνώμη του πρέπει να αιτιολογείται και να τεκμηριώνεται με απόλυτη επάρκεια και πειστικότητα. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μας κρίνουμε ότι αμφότεροι οι μάρτυρες είχαν τα προσόντα και την πείρα να καταθέσουν επί του θέματος, παρατηρούμε όμως ότι η εξέταση που είχαν διενεργήσει, ο καθένας τους βέβαια ξεχωριστά, δεν ήταν επαρκώς ενδελεχής. Παρατηρούμε ότι οι εκθέσεις που ετοίμασαν, ιδιαίτερα αυτή της ΜΚ8 που αποτελείται από 13 μόνο γραμμές, ήταν πολύ συνοπτικές και δεν περιλαμβάνουν οποιαδήποτε στοιχεία σε σχέση με τα πιθανά αίτια των κακώσεων που εντόπισαν παρά το γεγονός ότι εξέτασαν τον κατηγορούμενο μετά από συγκεκριμένο παράπονο. Αμφότεροι αναφέρθηκαν στα αίτια των κακώσεων, για πρώτη φορά, προφορικά, ενώπιον του Δικαστηρίου. Η εικόνα που σχηματίσαμε ήταν ότι η εργασία και των δύο εμπειρογνωμόνων ήταν πρόχειρη. Περιορίσθηκαν στην εξέταση του κατηγορουμένου ενώ αυτός βρισκόταν στο Γενικό Νοσοκομείο και δεν έλαβαν οποιαδήποτε περαιτέρω στοιχεία που θα βοηθούσαν στην κατάρτιση μιας εμπεριστατωμένης έκθεσης. Παρατηρούμε, μεταξύ άλλων, ότι δεν προέβησαν σε επιτόπια εξέταση του χώρου όπου έλαβαν χώραν τα κατ' ισχυρισμό συμβάντα και έλαβαν ως δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος έπεσε και ή πιέσθηκε σε επίπεδη επιφάνεια, κάτι που δεν συνάδει με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν έχουν αμφισβητηθεί. Υπενθυμίζουμε ότι με βάση τη μαρτυρία των αστυνομικών, η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί, το μέρος όπου έλαβε χώραν το επεισόδιο δεν ήταν κάποιος ασφαλτοστρωμένος δρόμος ή επίπεδη επιφάνεια, αλλά ένα απόμερο και δύσβατο μέρος, όπου το έδαφος ήταν ανώμαλο και υπήρχε πυκνή βλάστηση και πέτρες. Σε συνέχεια των πιο πάνω, παρατηρούμε ότι αμφότεροι κατέγραψαν τις κακώσεις που εντόπισαν στο πρόσωπο και στο σώμα του κατηγορουμένου δεν διευκρίνισαν όμως, στοιχείο που είναι υψίστης σημασίας στη προκειμένη περίπτωση κατά πόσο αυτές προκλήθηκαν ταυτόχρονα ή θα μπορούσαν να είχαν δημιουργηθεί σε διαφορετική ώρα ή ακόμη διαφορετική ημέρα. Η μόνη αναφορά σε χρόνο είναι αυτή που γίνεται στην έκθεση του ΜΥ1 ότι οι κακώσεις προκλήθηκαν 'τις προηγούμενες 3 με 6 ημέρες'. Η πιο πάνω αναφορά όμως, από μόνη της, δεν ρίχνει φως στα γεγονότα της υπόθεσης. Παρατηρούμε ότι ο ΜΥ1 στήριξε το πόρισμα του σε σχέση με τα αίτια που προκάλεσαν τις κακώσεις, έχοντας ως δεδομένο ότι όλες οι κακώσεις είχαν δημιουργηθεί ταυτόχρονα, τέτοια μαρτυρία όμως δεν έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Διαπιστώνουμε δε ότι παρά το γεγονός ότι και οι δύο ιατροδικαστές εξέτασαν τον κατηγορούμενο την ίδια ημέρα, με διαφορά λίγης ώρας, δεν εντόπισαν τις ίδιες κακώσεις. Η Ελένη Αντωνίου, ΜΚ8, εντόπισε τρεις κακώσεις, εκχύμωση στο αριστερό βλέφαρο, εκδορά στη δεξιά παρειά και γραμμοειδή εκδορά στην έξω δεξιά αγκωνιαία χώρα, ενώ ο Πανίκος Σταυριανός εντόπισε επτά κακώσεις. Εντόπισε τις τρεις κακώσεις που εντόπισε η ΜΚ8, εντόπισε όμως επιπρόσθετα δύο εκδορές στο δεξιό αυτί, η μια στη μπρόσθια επιφάνεια του τράγου και η άλλη στη ραχιαία επιφάνεια του πτερυγίου, εκδορά στην αριστερή κνήμη και γραμμοειδή εκχύμωση στο δεξιό άνω βλέφαρο. Η ΜΚ8 καταθέτοντας προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι δεν είχε προσέξει τις δύο εκδορές στο δεξιό αυτί και την εκχύμωση του δεξιού άνω βλεφάρου. Το γεγονός ότι δεν είχε εντοπίσει τις δύο εκδορές στο αυτί δεν μας εκπλήττει καθότι πρόκειται για δύο πολύ μικρές εκδορές και θα συμφωνήσουμε με τη θέση της ότι ομοιάζουν με φακίδες. Σε σχέση όμως με την εκχύμωση του δεξιού βλεφάρου παρατηρούμε ότι πρόκειται για εμφανή κάκωση, η οποία απεικονίζεται και σε φωτογραφία του τεκμηρίου 10, την οποία έλαβε ο φωτογράφος μετά από δική της υπόδειξη και κάποιος με ελάχιστη παρατηρητικότητα, πόσο μάλλον μια ιατροδικαστής θα έπρεπε κατά την άποψη μας να την είχε εντοπίσει. Σε σχέση με την εκδορά στην κνήμη η μάρτυρας δεν αντεξετάσθηκε. Αμφότεροι οι μάρτυρες προέβαλαν τη θέση ότι η εκδορά στη δεξιά παρειά θα μπορούσε να είχε προκληθεί είτε από το πέσιμο του κατηγορουμένου στο έδαφος είτε από την πίεση του κεφαλιού του από κάποιο τρίτο στο έδαφος. Σε σχέση με τη δεύτερη πιθανή αιτία, ήτοι την πίεση του κεφαλιού στο έδαφος, η Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας προώθησε τη θέση ότι οι αστυνομικοί πίεζαν το κεφάλι του κατηγορουμένου με βία και επανειλημμένα στο έδαφος. Με τη θέση αυτή διαφώνησαν οι δύο αστυνομικοί, ΜΚ4 και ΜΚ5, η Ελένη Αντωνίου, ΜΚ8, όμως συμφώνησε με τη θέση της Υπεράσπισης ότι η εκδορά στη δεξιά παρειά θα μπορούσε να είχε προκληθεί από πίεση του κεφαλιού του κατηγορουμένου σε τραχειά επιφάνεια μέ 'δύναμη και κατ' επανάληψη'. Ο Πανίκος Σταυριανός, ΜΥ1, συμφώνησε ότι η εκδορά στη δεξιά παρειά θα μπορούσε να είχε προκληθεί από πέσιμο του κατηγορουμένου στο έδαφος, όχι όμως οι υπόλοιπες κακώσεις που έφερε στο πρόσωπο του. Ισχυρίσθηκε ότι σε περίπτωση πτώσης λογικά θα αναμένετο ο κατηγορούμενος να έφερε κακώσεις και στα σημεία του προσώπου του που εξείχαν, ήτοι στη μύτη, στον πώγωνα, στη περιοφθαλμική χώρα και στα ζυγωματικά και στη γνάθο. Ηταν η θέση του ότι η εκδορά αυτή μπορεί να προκληθεί '.... αν κάποιος σου γυρίσει, πιέσει και γυρίσει το κεφάλι κάτω και πάνω σε μια τραχειά επιφάνεια'. Όταν ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής του επεσήμανε ότι και σε περίπτωση πίεσης της κεφαλής στο έδαφος, από κάποιο τρίτο πρόσωπο θα ανέμενε κάποιος λογικά να δει και τραυματισμούς σε σημεία του προσώπου που προεξείχαν της παρειάς, για παράδειγμα στα ζυγωματικά και στους κροτάφους, αρχικά διαφώνησε στη συνέχεια όμως συμφώνησε και διαφοροποίησε την αρχική του θέση. Ισχυρίσθηκε ότι η εκδορά μπορούσε να είχε προκληθεί από πίεση διευκρίνισε όμως ότι η πίεση που ασκήθηκε ήταν μόνο μια φορά, δεν επρόκειτο για επαναλαμβανόμενη ενέργεια. Ανέφερε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: '.... Εδώ είναι μια τοπική βλάβη, η οποία έγινε για κάποιο λόγο, για κάποιο χρονικό διάστημα ... Ανασήκωση του κεφαλιού από εκείνη την επιφάνεια τέλος πάντων δεν υπήρξε. Δηλαδή υπήρξε μια σύνθλιψη, πίεση σε εκείνο το μέρος και ήταν για κάποια χρονική διάρκεια με το συγκεκριμένο αποτέλεσμα'. Επισημαίνουμε ότι η πιο πάνω θέση δεν συνάδει με τη θέση που προώθησε ο κατηγορούμενος ήτοι ότι του πίεζαν το κεφάλι με τη βία και επανειλημμένα στο έδαφος. Επισημαίνουμε επίσης ότι η θέση που προέβαλε ο ΜΥ1 ήτοι ότι σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος έπεφτε από μόνος του θα ανέμενε να δει και κακώσεις σε άλλα σημεία του προσώπου του, επί της οποίας στηρίζεται στην ουσία και το πόρισμα του, δεν υποβλήθηκε καν στη ΜΚ8 για να θέσει τις δικές της θέσεις και απόψεις της. Σε σχέση με τη πίεση του κεφαλιού στο έδαφος ο ΜΥ1 ισχυρίσθηκε επίσης, κατά την κυρίως εξέταση του, ότι ' ... η συνήθης θέση που λαμβάνει η επαφή του προσώπου του ατόμου αυτού όταν η δύναμη είναι κατ' εξοχή στο κεφάλι είναι στην πλάγια επιφάνεια του προσώπου όπου υπάρχουν οι παρειακές χώρες'. Καμιά εξήγηση, ούτε στοιχείο προσκόμισε για να υποστηρίξει την πιο πάνω θέση, πως μπορεί το κεφάλι να λαμβάνει 'φυσική θέση' ενώ δέχεται άσκηση βίαιης πίεσης από κάποιον τρίτον. Είναι προφανές ότι προέβαλε την πιο πάνω θέση για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι από την άσκηση βίας δεν είχαν υποστεί κάκωση άλλα σημεία του προσώπου που προεξείχαν. Ήταν η θέση του ΜΥ1 ότι σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος έπεφτε από μόνος του στο έδαφος, θα ανέμενε λογικά να δει και κακώσεις στο υπόλοιπο του σώμα, κάτι που δεν εντόπισε. Η πιο πάνω θέση του δεν συνάδει με το περιεχόμενο της έκθεσης του. Υπενθυμίζουμε ότι στην έκθεση του κάνει αναφορά και σε κακώσεις και σε άλλα σημεία του σώματος του κατηγορουμένου, ήτοι στη κνήμη και στον αγκώνα. Όταν του επεσημάνθηκε η κάκωση στο δεξιό αγκώνα αυτός ισχυρίσθηκε ότι επρόκειτο για γραμμοειδή εκδορά στη πρόσθια και πλάγια επιφάνεια του αγκώνα και όχι στην εξωτερική και απέκλεισε το ενδεχόμενο η πιο πάνω κάκωση να προήλθε από το πέσιμο στο έδαφος. Προς αντίκρουση των πιο πάνω θέσεων του, τού υποδείχθηκαν φωτογραφίες από τα τεκμήρια 10 και 11, αυτός επέμενε όμως στην αρχική του θέση. Παρενθετικά επισημαίνουμε ότι την πιο πάνω κάκωση την είχε εντοπίσει και η ιατροδικαστής ΜΚ8, αυτή όμως την περιέγραψε ως 'γραμμοειδή εκδορά στην έξω επιφάνεια του αγκώνα', περιγραφή η οποία δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Κατά την άποψη μας είναι παράδοξο δύο ιατροδικαστές να εντοπίζουν την ίδια κάκωση, κατά τον ίδιο χρόνο και να την τοποθετεί ο καθένας τους σε διαφορετικό σημείο του αγκώνα. Σε σχέση με την κάκωση στη κνήμη, δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά σε αυτή από το ΜΥ1, ούτε βέβαια εξήγησε γιατί επέλεξε να την αγνοήσει. Ο ΜΥ1 συνέδεσε την κάκωση στον αγκώνα με την πίεση του κεφαλιού του κατηγορουμένου στο έδαφος. Πρόκειται για μια απλή αναφορά την οποία δεν τεκμηρίωσε. Καμιά εξήγηση έδωσε, ενόψει και της προηγουμένης αναφοράς του ότι η πίεση της κεφαλής έγινε μια μόνο φορά, για να δικαιολογήσει τη μεγάλη έκταση της γραμμοειδούς αυτής εκδοράς που καταλαμβάνει μεγάλη επιφάνεια στον αγκώνα. Σε σχέση με την κάκωση στο δεξιό βλέφαρο ισχυρίσθηκε αρχικά ότι προκλήθηκε από μπουνιά, σε κάποιο άλλο μέρος της μαρτυρίας του ανέφερε ότι προκλήθηκε από χαστούκι ή άσκηση βίας, απέκλεισε όμως το ενδεχόμενο να προκλήθηκε από πέσιμο του κατηγορουμένου στο έδαφος. Καμιά εξήγηση έδωσε γιατί διαφοροποίησε την πιο πάνω θέση του ούτε και παρουσίασε στο δικαστήριο τα στοιχεία που έλαβε υπόψη του για να καταλήξει στα πιο πάνω ευρήματα του. Έχουμε εντοπίσει και αριθμό άλλων αντιφάσεων και ασαφειών στη μαρτυρία του ΜΥ1, ακόμη και στην περιγραφή του αγγλικού όρου 'bruises' κρίνουμε όμως ότι δεν είναι αναγκαίο να επεκταθούμε περαιτέρω. Εκείνο που αποδεχόμαστε από τη μαρτυρία του ΜΥ1 και το οποίο είναι και εύλογο, είναι ότι σε περίπτωση που κάποιος έπεφτε σε επίπεδο έδαφος τότε θα αναμένετο να κτυπούσε και άλλα σημεία του προσώπου του που εξείχαν, πλην της παρειάς και των βλεφάρων, όπως είναι για παράδειγμα η μύτη, ο πώγωνας και η γνάθος. Βέβαια το ίδιο θα αναμενόταν και σε περίπτωση που πιεζόταν το κεφάλι με βία σε επίπεδη επιφάνεια. Οι ισχυρισμοί που προέβαλε ο ΜΥ1 ότι όταν ασκείται πίεση στο κεφάλι, η συνήθης θέση που αυτό παίρνει είναι η πλάγια επιφάνεια του προσώπου και ότι η πίεση στη συγκεκριμένη έγινε τοπικά, μια φορά, όχι μόνο δεν μας πείθουν αλλά δεν συνάδουν και με τις θέσεις που προώθησε η Υπεράσπιση. Ως αναφέραμε και πιο πάνω κανένα στοιχείο έχει τεθεί ενώπιον μας ότι οι δύο ιατροδικαστές είχαν προβεί σε επιτόπια εξέταση της σκηνής ή ότι είδαν φωτογραφίες που απεικόνιζαν τη σκηνή ή τουλάχιστο ότι έλαβαν περιγραφή του χώρου, στοιχεία που ενδεχομένως θα τους βοηθούσαν για να διαμορφώσουν μια ολοκληρωμένη εικόνα σε σχέση με τα πιθανά αίτια των κακώσεων που έφερε ο κατηγορούμενος και στη συνέχεια να διαφωτίσουν το Δικαστήριο, παρουσιάζοντας τεκμηριωμένη και πειστική μαρτυρία. Σε σχέση με την περιγραφή των τραυμάτων και το χρώμα που αυτά φέρουν, δεχόμαστε τη μαρτυρία της ΜΚ8 που δεν έχει αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση. Δεχόμαστε μεταξύ άλλων τη θέση της ότι η εκχύμωση δεν εμφανίζεται αμέσως και σε κάποιες περιπτώσεις εμφανίζεται και ενάμιση εικοσιτετράωρο αργότερα. Πέραν των πιο πάνω παρατηρούμε ότι και η γραμμή της Υπεράσπισης δεν ήταν σταθερή σε σχέση με τα αίτια που προκάλεσαν τις κακώσεις. Ο ΜΥ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ότι την ημέρα που εξέτασε τον κατηγορούμενο στο Γενικό Νοσοκομείο αυτός του είχε αναφέρει ότι οι αστυνομικοί 'τον χτύπησαν με γροθιές με χαστούκια και τον έριξαν στο έδαφος'. Η κάκωση που έφερε στη δεξιά παρειά δεν συνήδε, σύμφωνα πάντα με το ΜΥ1, με τη θέση που ο κατηγορούμενος προέβαλε ότι τον έριξαν στο έδαφος. Αμέσως μετά ο ΜΥ1 διαφοροποίησε την πιο πάνω θέση και ισχυρίσθηκε ότι ο κατηγορούμενος, ΄... δεν του περίγραψε με λεπτομέρεια πως συνέβηκαν οι κακώσεις στο σώμα του'. Στο ΜΚ4 υποβλήθηκε από την Υπεράσπιση ότι μαζί με τον ΜΚ5 'έβαλαν' τον κατηγορούμενο στο έδαφος, ενώ στο ΜΚ5 υποβλήθηκε ότι τον 'έριξαν' στο έδαφος. Και στους δύο μάρτυρες υποβλήθηκε ότι πίεζαν το κεφάλι του κατηγορουμένου με βία και επανειλημμένα στο έδαφος, θέση που ως αναλύσαμε και πιο πάνω δεν συνάδει με τη θέση του ιατροδικαστή που ο ίδιος κάλεσε, του ΜΥ
  29. Επισημαίνουμε επίσης ότι στο ΜΚ4 υποβλήθηκε ότι μαζί με το συνάδελφο του είχαν γρονθοκοπήσει και δώσει χαστούκια στο κατηγορούμενο ενώ ο ΜΚ5 δεν αντεξετάσθηκε για γροθιές, μόνο για χαστούκια. Από την αντεξέταση του ΜΚ4 προκύπτει επίσης ότι ο λόγος που οι δύο αστυνομικοί χτύπησαν τον κατηγορούμενο, σύμφωνα πάντα με τη θέση της Υπεράσπισης ήταν για να τους αποκαλύψει ο κατηγορούμενος που βρισκόντουσαν τα ναρκωτικά. Η πιο πάνω θέση δεν στέκει στη λογική καθότι ως ανέφερε και ο ΜΚ4 κατά την αντεξέταση του, η αστυνομία γνώριζε που ήταν τα ναρκωτικά καθότι τα είχε ήδη παραλάβει. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, παρά το γεγονός ότι δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την μαρτυρία των αστυνομικών ότι ο κατηγορούμενος μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία τους στο χώρο, είχε τραπεί σε φυγή, εξάλλου αυτό θα ήταν λογικά αναμενόμενο υπό τις περιστάσεις ή ότι πιθανόν να κτυπήθηκε από τους αστυνομικούς που τον ανέκοψαν, κρίνουμε ότι δεν μπορούμε να βασισθούμε στη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας και να καταλήξουμε σε θετικά και ασφαλή ευρήματα σε σχέση με τα συγκεκριμένα θέματα. Η αδυναμία μας να καταλήξουμε σε ευρήματα σε σχέση με τα δύο πιο πάνω θέματα, δεν επηρεάζει, κατά την άποψη μας, την υπόλοιπη μαρτυρία, ήτοι τα γεγονότα που διαδραματίσθηκαν μέχρι τη στιγμή εκείνη. Ο κ. Πελεκάνος κατά την αγόρευσή του αναφέρθηκε και σε άλλα σημεία τα οποία σύμφωνα με τον ίδιο αποτελούν σημαντικές αντιφάσεις μεταξύ των μαρτύρων κατηγορίας. Επεσήμανε ότι οι ΜΚ3 και ΜΚ7 κατέθεσαν στο Δικαστήριο ότι είχαν επαφή και μιλούσαν μέσω ασυρμάτου με τον ΜΚ4 και ΜΚ5, ενώ ο ΜΚ4 ήταν απόλυτος ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε επικοινωνία μεταξύ τους. Το πιο πάνω πρόκειται για επουσιώδες σημείο το οποίο ουδόλως επηρεάζει την αξιοπιστία των μαρτύρων. Από την ημέρα που έλαβαν χώραν τα επίδικα συμβάντα μέχρι την ημέρα που κατέθεσαν οι αστυνομικοί στο Δικαστήριο μεσολάβησε μεγάλο χρονικό διάστημα και ως εκ τούτου δεν θα ήταν αναμενόμενο να θυμούνται λεπτομερώς τα γεγονότα ήσσονος σημασίας για την υπόθεση που έλαβαν χώραν τη συγκεκριμένη ημέρα. Ο κ. Πελεκάνος έκανε ιδιαίτερη μνεία και στις γραπτές καταθέσεις των ΜΚ4 και ΜΚ5, οι οποίες έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ως έγγραφα με τις ενδείξεις «Δ» και «Ε» αντίστοιχα. Ήταν η θέση του ότι οι καταθέσεις αυτές παρουσιάζουν εκπληκτικές ομοιότητες ενώ σε κάποια καίρια και ουσιώδη σημεία, «η μια φαίνεται να είναι πιστή αντιγραφή της άλλης». Είχαμε την ευκαιρία να εξετάσουμε τις καταθέσεις αυτές και διαπιστώσαμε ότι όντως υπήρχαν ομοιότητες σε σχέση με ουσιώδη στοιχεία. Το γεγονός αυτό ουδόλως μας παραξενεύει, αντιθέτως πιστεύουμε ότι ήταν εύλογα αναμενόμενο εφόσον οι δύο καταθέσεις έγιναν με βάση τα γεγονότα που βίωσαν και οι δύο ταυτόχρονα. Πέραν των πιο πάνω όμως παρατηρούμε ότι οι καταθέσεις δεν είναι οι ίδιες, δεν διαπιστώνουμε εκπληκτικές ομοιότητες, ενώ η μία είναι πολύ πιο μακροσκελής από την άλλη. Ιδιαίτερη μνεία έγινε και στο τεκμήριο 18 που αποτελεί το ημερολόγιο ενεργείας το οποίο είχε συμπληρώσει ο ΜΚ
  30. Ήταν η θέση του κ. Πελεκάνου ότι από την καταχώρηση που έγινε στο πιο πάνω ημερολόγιο προκύπτει ότι οι δύο ύποπτοι ενημερώθηκαν για τα νομικά τους δικαιώματα, την ίδια στιγμή. Αυτό, σύμφωνα πάντα με τον κ. Πελεκάνο, δεν συνάδει με την μαρτυρία των υπολοίπων αστυνομικών οι οποίοι κατέθεσαν ότι οι δύο ύποπτοι, μετά τη σύλληψή τους, εκρατούντο σε διαφορετικά σημεία. Στο ημερολόγιο ενεργείας τεκμήριο 18 καταγράφονται τα πιο κάτω: «Ο Λοχίας 1760 ενημερώνει τους δύο υπόπτους για τα νομικά τους δικαιώματα. Αυτοί ανέφεραν ότι θα τα ασκήσουν με την άφιξη τους στην αστυνομία.». Δίπλα από την πιο πάνω καταγραφή, κάτω από τη στήλη που φέρει τίτλο «ΤΟΠΟΣ, ΗΜΕΡ. ΚΑΙ ΩΡΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ» είναι καταγραμμένα τα πιο κάτω στοιχεία: «ΜΟΥΤΤΑΓΙΑΚΑ 06/12/14 19:18» Εν πρώτοις θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι η ώρα που καταγράφεται στο ημερολόγιο δεν αναφέρεται στην ώρα που ο Λοχ. 1760, ΜΚ6, ενημέρωσε τους δύο υπόπτους για τα νομικά τους δικαιώματα αλλά στην ώρα καταχώρησης της πιο πάνω αναφοράς. Σχετικός είναι και ο τίτλος της στήλης κάτω από τον οποίο καταγράφονται οι πιο πάνω λεπτομέρειες. Πουθενά δε στην κατάθεση του ο ΜΚ6 ανέφερε ότι πληροφόρησε τους δύο υπόπτους για τα νομικά τους δικαιώματα ταυτόχρονα. Ενόψει τούτου η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου δεν γίνεται δεκτή. ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Ο κατηγορούμενος έδωσε στην αστυνομία δύο καταθέσεις. Υπενθυμίζουμε ότι η πρώτη δόθηκε την 6.12.2014, τεκμήριο 17 και η δεύτερη την 9.12.2014, τεκμήριο
  31. Προτού το Δικαστήριο αποφασίσει να στηριχθεί σε μια ομολογία θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι αυτή είναι θεληματική. Ο όρος θεληματική χρησιμοποιείται υπό την έννοια ότι δεν λήφθηκε από τον κατηγορούμενο από φόβο μήπως επηρεασθεί δυσμενώς η θέση του ή από ελπίδα για κάποιο όφελος που προκλήθηκε ή του δόθηκε από πρόσωπο που ασκούσε εξουσία ή με τρόπο που αποτελεί καταπίεση. Όσο εθελουσία και να είναι η κατάθεση κατηγορουμένου, είναι επιθυμητό να αναζητείται στο τέλος η εξακρίβωση της ορθότητας του περιεχομένου της, ώστε να αποκλείεται η πιθανότητα λάθους. Η υιοθέτηση της πιο πάνω αρχής γίνεται «. για αυταπόδεικτους λόγους προκειμένου η καταδίκη να ακολουθεί πάντοτε την διαπίστωση από το Δικαστήριο πως η ενοχή αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας από το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας»[5]. Το περιεχόμενο της ομολογίας κρίνεται με βάση τη συμφυή αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σε αυτή και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που τείνει να ενισχύσει ή να καταρρίψει την ορθότητα του περιεχομένου της[6]. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η θεληματικότητα των δύο καταθέσεων δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Αντιθέτως παρατηρούμε ότι μεγάλο μέρος αυτών, με κάποιες παραλλαγές αποτελεί μέρος της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου. Πέραν των πιο πάνω παρατηρούμε ότι εν προκειμένω, ο κατηγορούμενος συνελήφθη επ΄ αυτοφώρω στο χώρο όπου είχαν εντοπιστεί οι ναρκωτικές ουσίες. Στην υπό κρίση υπόθεση η κατάθεση, που έδωσε ο κατηγορούμενος στην Αστυνομία, τεκμήριο 12, είναι μικτή (mixed statement), σε ένα μέρος περιέχει ομολογία και σ΄ άλλο δικαιολογίες. Παραδέχεται ότι μετέβη με τον Νικόλα Κλάρκσον στη σκηνή ισχυρίζεται όμως ότι δεν γνώριζε το σκοπό του ταξιδιού τους, τον πληροφορήθηκε τη τελευταία στιγμή, όταν έφτασαν στο χώρον, λίγο πριν κατεβούν από το όχημα. Σε τέτοια περίπτωση όπως την παρούσα, που ο κατηγορούμενος δεν έχει καταθέσει ενόρκως, το Δικαστήριο, αν κρίνει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που έχουμε παραθέσει πιο πάνω, θα πρέπει να εξετάσει την κατάθεση στο σύνολο της και να αποδώσει τη βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται στα διαφορετικά μέρη αυτής. Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η Αγγλική απόφαση της Βουλής των Λόρδων Duncan[7]: «Where a 'mixed' statement is under consideration by the jury in a case where the defendant has not given evidence, it seems to us that the simplest, and, therefore, the method most likely to produce a just result, is for the jury to be told that the whole statement, both incriminating parts and the excuses or explanations, must be considered by them in deciding where the truth lies. It is, to say the least, not helpful to try to explain to the jury that the exculpatory parts of the statement are something less than evidence of the facts they state. Equally, where appropriate, as it usually will be, the judge may, and should, point out that the incriminating parts are likely to be true (otherwise why say them?), whereas the excuses do not have the same weight. Nor is there any reason why, again where appropriate, the judge should not comment in relation to the exculpatory remarks upon the election of the accused not to give evidence.» Στην Αγγλική απόφαση Donaldson[8] το Δικαστήριο τόνισε ότι οι ένορκοι όταν εξετάζουν τη βαρύτητα που θα δώσουν στο μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που είναι ευνοϊκό για τον ίδιο, θα πρέπει να λάβουν υπόψη ότι οι δηλώσεις είχαν γίνει χωρίς όρκο και δεν έχουν «δοκιμασθεί» μέσα από την αντεξέταση. Οι πιο πάνω αρχές έχουν υιοθετηθεί και από τα Κυπριακά Δικαστήρια, σχετικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Κωνσταντίνου και Δημοκρατίας[9] όπου λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Εκείνο το οποίο διασαφήνισε η υπόθεση Duncan είναι ότι κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Η προηγούμενη νομολογία στο θέμα αυτό ήταν ασαφής ή αντιφατική ως προς την αποδεικτική αξία των δηλώσεων που γίνονται στην κατάθεση του κατηγορουμένου που δεν συνιστούν παραδοχή. Δηλώσεις του κατηγορουμένου που συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος γίνονται παραδεκτές ως μαρτυρία κατ' εξαίρεση προς τον κανόνα που αποκλείει την εξ ακοής μαρτυρία (hearsay rule). Aυστηρή εφαρμογή του κανόνα περί εξ ακοής μαρτυρίας θα περιόριζε την αποδεικτική αξία του μέρους της κατάθεσης κατηγορουμένου που δεν συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή σε πρωτογενή μαρτυρία (original evidence). Στην υπόθεση Duncan αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Η προσέγγιση αυτή είναι και ρεαλιστική και δίκαιη. Τονίστηκε όμως στην Duncan ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης.» Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές εξετάσαμε το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μας και προβήκαμε σε ευρεία θεώρηση των γεγονότων και περιστατικών που περιβάλλουν τη λήψη των καταθέσεων του και παρατηρούμε τα πιο κάτω: Η λήψη της πρώτης κατάθεσης άρχισε η ώρα 22:10, λίγες μόνο ώρες μετά τη σύλληψη του. Ο κατηγορούμενος απάντησε τις πρώτες πέντε ερωτήσεις και διακόπηκε για να μιλήσει με τους δικηγόρους του, Μάριο Καραΐσκο και Μαρία Νεοφύτου. Μετά τη διακοπή αρνήθηκε να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση που αφορούσε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συναντήθηκε με τον Νικόλα Κλάρκσον, το συγκεκριμένο βράδι και να δώσει οποιεσδήποτε εξηγήσεις σε σχέση με την παρουσία του στη σκηνή. Στην κατάθεση του ανέφερε ότι τα τελευταία τέσσερα χρόνια δεν ήταν σε θέση να εργαστεί καθότι έπασχε από κατά πλάκας σκλήρυνση. Ανέφερε επίσης ότι ήταν ιδιοκτήτης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής HZB067 και ήταν ο μόνος που το οδηγούσε. Γνώριζε τον Νικόλα Κλάρκσον, ήταν 'γνωστοί και φίλοι από τον καιρό του γυμνασίου', ως ανέφερε χαρακτηριστικά. Στη δεύτερη κατάθεση απάντησε στις πλείστες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και προέβαλε κάποιους ισχυρισμούς σε σχέση με την παρουσία του στη σκηνή. Ανέφερε μεταξύ άλλων ότι ήταν ιδιοκτήτης δύο αυτοκινήτων ενός Honda με αριθμό εγγραφής HZB067 και ενός μαύρου ΒΜW. Σε κάποιες περιπτώσεις οδηγούσε και το όχημα του αδελφού του, μάρκας Porsche μαύρου χρώματος. Ο Νικόλας Κλάρκσον σε κάποιες περιπτώσεις όταν χρειαζόταν αυτοκίνητο, δανειζόταν το αυτοκίνητο του, το Honda. O κατηγορούμενος ανέφερε χαρακτηριστικά «.είχα πάντα το κλειδί πάνω και (ο Νικόλας Κλάρκσον) όποτε το χρειαζόταν έρχετουν και το έπιανε. Κάποτε μου τηλεφωνούσε και μου το έλεγε κάποτε όχι.» Την ημέρα που έλαβαν χώρα τα επίδικα γεγονότα, ήτοι την 6.12.2014, ο Νικόλας Κλάρκσον του ζήτησε να τον πάρει «κάπου» γιατί δεν είχε αυτοκίνητο. Ο κατηγορούμενος του είπε ότι είχε δουλειά και μόλις τελείωνε θα του τηλεφωνούσε για να τον πάρει. Κατά το συγκεκριμένο χρόνο ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο του αδελφού του, το Porsche. To δικό του αυτοκίνητο, το Honda, ήταν σταθμευμένο στο σπίτι του και τα κλειδιά ήταν πάνω. Ερωτήθηκε από τον ανακριτή, γιατί ο Νικόλας Κλάρκσον «δεν επήε να το πιάσει όπως έκανε πάντα και του τηλεφώνησε να τον πάρει». Η απάντηση που έδωσε ο κατηγορούμενος ήταν «δεν γνωρίζω». Ο κατηγορούμενος ανέφερε επίσης στην κατάθεσή του ότι, «κατά τις 5:30-6:00 το απόγευμα» πήγε με το Porsche στο σπίτι του Νικόλα Κλάρκσον και τον έπιασε. Ο τελευταίος του ζήτησε να τον πάρει στην περιοχή Μουτταγιάκας, στο χωριό και ο κατηγορούμενος συγκατατέθηκε. Το Porsche δεν είχε βενζίνη γι΄ αυτό πήγαν στο σπίτι του κατηγορουμένου και πήραν το αυτοκίνητο το Honda. O κατηγορούμενος ήταν οδηγός και ο Νικόλας Κλάρκσον συνοδηγός. Συγκρίνοντας την πρώτη γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου, τεκμήριο 17, με τη δεύτερη κατάθεση του, τεκμήριο 12, παρατηρούμε ότι αυτός απέκρυψε την αλήθεια αναφορικά με το ποιος οδηγούσε το όχημα του, ΗΖΒ
  32. Υπενθυμίζουμε ότι στην πρώτη κατάθεση ανέφερε ότι ο μόνος που το οδηγούσε ήταν ο ίδιος ενώ στη δεύτερη ανέφερε ότι το οδηγούσε όποτε ήθελε και ο Νικόλας Κλάρκσον. Από την πιο πάνω μαρτυρία αποδεχόμαστε τη δήλωση του κατηγορουμένου ότι ήταν φίλοι και γνωστοί με τον Νικόλα Κλάρκσον από τα γυμνασιακά τους χρόνια. Αποδεχόμαστε επίσης ότι ο κατηγορούμενος ήταν ιδιοκτήτης του οχήματος μάρκας Honda, με αριθμούς εγγραφής HZB067 και ότι συνήθιζε να αφήνει "πάνω" το κλειδί του πιο πάνω οχήματος. Αποδεχόμαστε επίσης τη δήλωσή του ότι ο Νικόλας Κλάρκσον οδηγούσε το αυτοκίνητό του μάρκας Honda, όποτε το χρειαζόταν το έπαιρνε, σε κάποιες περιπτώσεις του τηλεφωνούσε και του το έλεγε και σε κάποιες όχι. Αποδεχόμαστε επίσης τη δήλωση του κατηγορουμένου ότι ο Νικόλας Κλάρκσον επικοινώνησε μαζί του τη συγκεκριμένη μέρα, δεν μπορούμε όμως να αποδεχτούμε τη θέση ότι ο λόγος που επικαλέσθηκε ο Νικόλας Κλάρκσον για να ζητήσει τη βοήθεια του, ήταν γιατί δεν είχε όχημα. Με βάση τα στοιχεία που ανέφερε ο ίδιος ο κατηγορούμενος στη γραπτή του κατάθεση, προκύπτει ότι ο Νικόλας Κλάρκσον δανειζόταν όποτε ήθελε το όχημα μάρκας HONDA, ιδιοκτησία του κατηγορουμένου. Τα κλειδιά βρισκόντουσαν πάνω στο όχημα συνέχεια. Αν ο Νικόλας Κλάρκσον δεν είχε το συγκεκριμένο απόγευμα όχημα, θα μπορούσε κάλλιστα να δανειζόταν το όχημα του κατηγορουμένου. Στην κατάθεσή του, τεκμήριο 12, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι τα όσα είχε αναφέρει στην αστυνομία αναφορικά με τους λόγους της παρουσίας του στη σκηνή κατά τον επίδικο χρόνο και συγκεκριμένα τη δήλωσή του ότι πήγαν εκεί γιατί «ο Νικόλας ήθελε να κάνει την ανάγκη του», δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια. Γνώριζε ότι πήγαν εκεί για να πάρει ο Νικόλας Κλάρκσον ναρκωτικές ουσίες. Στην κατάθεσή του ανέφερε ότι όταν έφτασαν στη περιοχή, κοντά σε κάποιες μάντρες, ρώτησε τον Νικόλα Κλάρκσον 'που πάνε' και αυτός του είπε να σταματήσει και ότι θα πήγαινε να πιάσει χόρτο, δηλαδή κάνναβη. (Το σχετικό απόσπασμα από την κατάθεση του το παραθέτουμε αυτούσιο ανωτέρω). Εκείνο που ισχυρίζεται στην ουσία, θέση που επανέλαβε και κατά την ανώμοτη του δήλωση, είναι ότι αγνοούσε το σκοπό της μετάβασης τους στο χώρο και ότι τον πληροφορήθηκε την τελευταία στιγμή, όταν πλησίασαν σε ένα χώρο με μάντρες και ο Νικόλας Κλάρκσον του ζήτησε να σταματήσει το όχημα για να κατεβεί. Επισημαίνουμε ότι η πιο πάνω δήλωση δεν υποστηρίζεται από οποιανδήποτε άλλη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Πέραν τούτου όμως παρατηρούμε τα πιο κάτω: Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ο Νικόλας Κλάρκσον του είπε ότι πήγαν εκεί για να πάρουν κάνναβη δεν συνάδει με μεταγενέστερη δήλωσή του και συγκεκριμένα με την απάντηση που έδωσε στην Ερώτηση 15 της ιδίας κατάθεσης. Συγκεκριμένα όταν ρωτήθηκε γιατί είχε πει ψέματα στην αστυνομία, σε σχέση με τους λόγους της παρουσίας του, αυτός ανέφερε μεταξύ άλλων ότι ήταν σοκαρισμένος γιατί δεν ήξερε για πόση ποσότητα τον έπιασαν και με τι ναρκωτικά. Ο ισχυρισμός του ότι δεν γνώριζε για το είδος των ναρκωτικών δεν συνάδει με τον ισχυρισμό του ότι ο Νικόλας Κλάρκσον τον είχε πληροφορήσει, όταν έφτασαν στη σκηνή, ότι θα πήγαινε να πάρει χόρτο και ότι του είχε προσφέρει να του δώσει, όταν θα επέστρεφε με τα ναρκωτικά, 'ένα, δκυό τσιγάρα με κάνναβη'. Στην ουσία προέβαλε κάποιον ισχυρισμό για να δικαιολογήσει την παρουσία του στο χώρο, τον οποίον στη συνέχεια διέψευσε, εν μέρει, ο ίδιος. Επισημαίνουμε επίσης ότι η πιο πάνω δήλωση έγινε τρεις περίπου μέρες μετά την ανακοπή του κατηγορουμένου από την αστυνομία. Υπενθυμίζουμε ότι στην πρώτη κατάθεση που έδωσε, λίγες ώρες μετά τη σύλληψη του δεν είχε προβάλει τέτοιον ισχυρισμό. Όταν ανακρίθηκε προφορικά για τους λόγους της παρουσίας τους στο χώρο, ισχυρίσθηκε ότι πήγαν εκεί, 'για να κάνει ο Νικόλας Κλάρκσον την ανάγκη του', ισχυρισμός που σύμφωνα με δική του παραδοχή αποτελεί ψέμα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν δεχόμαστε, ότι η συγκεκριμένη στιχομυθία έλαβε χώρα τη δεδομένη στιγμή. Απορρίπτουμε επίσης ότι ο Κλάρκσον αναφέρθηκε σε «χόρτο». ΤΑ ΨΕΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής μας ζήτησε να λάβουμε υπόψη τα ψέματα που είπε ο κατηγορούμενος, ως μέρος της περιστατικής μαρτυρίας. Η προσφυγή στο ψεύδος δεν στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος, τα ψεύδη όμως ενός κατηγορουμένου μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως μαρτυρία σε σχέση με την αξιοπιστία του, ως περιστατική μαρτυρία για την ενοχή του ή ως ενισχυτική μαρτυρία, όπου αυτό απαιτείται[10]. Όπως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην υπόθεση Al Hamad κ.ά. v. Δημοκρατίας[11], η προσφυγή στο ψεύδος αποτελεί '. μαρτυρία, η οποία ρίπτει φως στη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και δίδει εγκληματικό χαρακτήρα σε πράξεις για τις οποίες χωρεί και αθώα εξήγηση'. Στην περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή επικαλείται τα ψεύδη του κατηγορουμένου προς απόδειξη της ενοχής του και όχι απλώς για να αμφισβητήσει την αξιοπιστία του, το δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί, ότι τηρούνται οι προϋποθέσεις που έχουν τεθεί στην απόφαση R v. Lucas[12], ήτοι: (α) Το ψέμα πρέπει να είναι ηθελημένο (β) Πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδες ζήτημα (γ) Το κίνητρο για το ψέμα πρέπει να είναι η επίγνωση της ενοχής και ο φόβος της αλήθειας[13]. Η υπόθεση R v. Lucas αφορούσε παράνομη κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Ένα από τα θέματα που απασχόλησε το Δικαστήριο ήταν κατά πόσο το ψέμα του κατηγορουμένου, που ελέχθη εκτός Δικαστηρίου, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως ενισχυτική μαρτυρία. Αποφασίσθηκε ότι σε τέτοια περίπτωση, ήτοι όταν το ψέμα θα χρησιμοποιηθεί για ενίσχυση μαρτυρίας και όχι απλώς ως μέρος της περιστατικής μαρτυρίας για ενίσχυση της ενοχής του κατηγορουμένου, το ψέμα πρέπει να προέρχεται από μαρτυρία άλλη από τη μαρτυρία του μάρτυρα που χρήζει ενίσχυση. Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν και επεξηγήθηκαν σε σωρείαν αποφάσεων. Στην απόφαση R v. Goodway[14] γίνεται χρήσιμη ανάλυση του θέματος. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα. «It is well established that where lies told by the defendant are relied on by the Crown, or may be relied upon by the jury as corroboration, where that is required, or as support for identification evidence, the judge should give a direction along the lines indicated in R v Lucas [1981] 2 All E.R. 1008 at 1011, [1981] QB 720 at
  33. That is to the effect that the lie must be deliberate and must relate to a material issue. The jury must be satisfied that there is no innocent motive for the lie and should be reminded that people sometimes lie, for example, in an attempt to bolster up a just cause, or out of shame, or out of a wish to conceal disgraceful behavior. In regard to corroboration, the lie must be established by evidence other than that of the witness who is to be corroborated. That principle has recently been affirmed, and any extension of it resisted, in R v Penman
(1986)82 Cr App R 44 at 50, R v Francis [1991] 1 All ER 225 at 231, [1990] 1 WLR 1264 at 1271 and R v Sharp [1993] 3 All ER 225 at 230.». Στην υπό κρίση υπόθεση ως αναφέρουμε και πιο πάνω, ο κατηγορούμενος απέκρυψε την αλήθεια σε σχέση με δύο θέματα, ήτοι ποιος είχε δικαίωμα να οδηγεί το όχημα του μάρκας Honda, με αριθμούς εγγραφής ΗΖΒ067 και για το λόγο παρουσίας του στη σκηνή. Σε σχέση με το πρώτο ψέμα παρατηρούμε ότι το ψέμα αφορούσε το όχημα Honda που χρησιμοποιήθηκε από τους δύο εμπλεκόμενους, τον κατηγορούμενο και τον Νικόλα Κλάρκσον, για να μεταβούν στη σκηνή. Αναγνωρίζουμε ότι το όχημα αποτελούσε ουσιώδη εργαλείο στην όλη επιχείρηση, αδυνατούμε όμως να αντιληφθούμε γιατί ο κατηγορούμενος αρχικά απέκρυψε από την αστυνομία ότι ο Νικόλας Κλάρκσον μπορούσε να οδηγήσει το όχημα όποτε ήθελε. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μας δεν έχουμε ικανοποιηθεί ότι η απόκρυψη του θέματος αυτού αποτελούσε ουσιώδες ζήτημα στη συγκεκριμένη περίπτωση και ότι το κίνητρο του κατηγορουμένου για το ψέμα ήταν η επίγνωση της ενοχής και ο φόβος της αλήθειας. Ενόψει τούτου το συγκεκριμένο ψέμα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως στοιχείο προς απόδειξη της ενοχής του αλλά ως στοιχείο που τείνει να καταδείξει την ποιότητα των ισχυρισμών του. Σε σχέση με το δεύτερο ψέμα, ήτοι το λόγο παρουσίας του στη σκηνή, στη δεύτερη κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, τεκμήριο 12, παραδέχθηκε ότι το είπε καθότι φοβήθηκε. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την κατάθεσή του: «Ερώτηση 15: Σε προηγούμενη σου κατάθεση είπες ότι πήγες εκεί που σας έπιασε η Αστυνομία γιατί σου είπε ο Νικόλας ότι θέλει να κάνει την ανάγκη του τί έχεις να πεις; Απάντηση 15: Αυτό δεν είναι αλήθεια. Το είπα γιατί φοβήθηκα, ήμουν σοκαρισμένος και δεν ήξερα για πόση ποσότητα τον έπιασαν και με τι ναρκωτικά.» Ως επισημαίνουμε και πιο πάνω ο κατηγορούμενος προσπάθησε να δικαιολογηθεί για το ψέμα που είπε στην αστυνομία, ο λόγος όμως που επικαλέστηκε δεν συνάδει με προηγούμενη δήλωση του ιδίου. Στη δήλωσή του, που παραθέτουμε αμέσως πιο πάνω, ισχυρίσθηκε μεταξύ άλλων, ότι είπε ψέματα γιατί ήταν σοκαρισμένος και δεν γνώριζε «για πόση ποσότητα τον έπιασαν και με τι ναρκωτικά», ενώ σε προηγούμενο στάδιο της κατάθεσής του είχε αναφέρει ότι ο Νικόλας Κλάρκσον τον πληροφόρησε, όταν είχαν φτάσει στον προορισμό τους, ότι θα πήγαινε να πάρει «χόρτο», εξηγώντας στη συνέχεια ότι εννοούσε κάνναβη. Στην ουσία προσπάθησε να καλύψει το ένα ψέμα λέγοντας δεύτερο ψέμα. Σε σχέση με το δεύτερο ψέμα παρατηρούμε ότι ο κατηγορούμενος όχι μόνο απέκρυψε τον πραγματικό λόγο της παρουσίας του στο χώρο, αλλά είπε και ψέματα και σε σχέση με το σημείο που βρισκόταν. Υπενθυμίζουμε ότι ανακρινόμενος προφορικά στη σκηνή, από το ΜΚ6, ανέφερε ότι όταν έφτασαν στη σκηνή και κατέβηκαν από το όχημα, ο Νικόλας Κλάρκσον πήγε στο βουνό ενώ ο ίδιος ' ... φκήκε πάνω στο βουνό και ο Νίκος ήταν αλλού για να κάνει την ανάγκη του΄. Υπό τις περιστάσεις κρίνουμε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει η Νομολογία για να χρησιμοποιηθεί το ψέμα αυτό ως μέρος της περιστατικής μαρτυρίας για ενίσχυση της ενοχής του. Πρόκειται για ηθελημένο ψέμα το οποίο αφορούσε ουσιώδη ζήτημα και κίνητρο για το ψέμα ήταν η επίγνωση της ενοχής και ο φόβος της αλήθειας. Πέραν των πιο πάνω παρατηρούμε ότι το ψέμα αυτό έχει αποδειχθεί στο Δικαστήριο με βάση την παραδοχή του ιδίου του κατηγορουμένου. ΑΝΩΜΟΤΗ ΔΗΛΩΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Ο κατηγορούμενος ως αναφέραμε και πιο πάνω έδωσε ανώμοτη δήλωση. Η δήλωση του αυτή θα εξετασθεί και θα αξιολογηθεί στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ανώμοτη δήλωση δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια ότι είναι ικανή να αντικρούσει την ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη[15]. Στην Αγγλική απόφαση R v. Campell[16] δόθησαν οι πιο κάτω κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με τον τρόπο αξιολόγησης της ανώμοτης δήλωσης. Παρατίθεται το απόσπασμα σε ελεύθερη μετάφραση στα ελληνικά. «. μια ανώμοτη κατάθεση του κατηγορουμένου, με την πρακτική που επικρατεί σήμερα, φαίνεται να πήρε κάπως σκιερό χαρακτήρα που βρίσκεται στο μισό δρόμο, σε ότι αφορά αξία και βάρος, ανάμεσα σε ένορκη κατάθεση και απλή εξ ακοής μαρτυρία. Δεν μπορεί να λέγεται στους ενόρκους ότι οφείλουν να την αγνοήσουν εξ ολοκλήρου. Πρέπει να τους λέγεται ότι μπορούν να της δώσουν το βάρος που νομίζουν ότι της αξίζει, αλλά ότι δεν μπορεί να έχει την ίδια αξία όπως η ένορκη μαρτυρία που δοκιμάστηκε με την αντεξέταση». Είχαμε την ευκαιρία να εξετάσουμε προσεκτικά την ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου και διαπιστώνουμε ότι αυτή δεν υποστηρίζεται από οποιανδήποτε άλλη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας. Ως έχουμε ήδη επισημάνει οι περισσότερες αναφορές του κατηγορουμένου σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα είναι επανάληψη των όσων είχε αναφέρει στη δεύτερη ανακριτική κατάθεσή του. Συνακόλουθα δεν κρίνουμε σκόπιμο να επαναλάβουμε τα σχόλια μας επί τούτων. Το μόνο που έχει προσθέσει είναι τον ισχυρισμό ότι όταν έφτασαν στη σκηνή και κατέβηκε από το όχημα, 'φώναξε του Νικόλα, ο οποίος περπατούσε προς το ύψωμα'. Επισημαίνουμε ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν υποστηρίζεται από το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και ούτε οι μάρτυρες κατηγορίας αντεξετάσθηκαν επί τούτου. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου, που περιλαμβάνεται στο απόσπασμα που παραθέτουμε αμέσως πιο πάνω, ότι αμέσως μετά την αποβίβαση του από το όχημα, 'φώναξε' στο Νικόλα Κλάρκσον, θα θέλαμε εν πρώτοις να παρατηρήσουμε ότι τέτοια ενέργεια εκ μέρους του κατηγορουμένου θα ήταν εντελώς παράλογη καθότι σύμφωνα με τη δική του ομολογία γνώριζε ότι είχαν πάει στο συγκεκριμένο μέρος για να πάρουν ναρκωτικά. Λογικά, το τελευταίο πράγμα που θα επεδίωκε κάποιος ήταν να γίνει αντιληπτός. Πέραν τούτου, όλοι οι αστυνομικοί που ήταν στη σκηνή αντεξετάσθηκαν για κάθε κίνηση του κατηγορουμένου και του Νικόλα Κλάρκσον και σε κανένα δεν είχε υποβληθεί η πιο πάνω θέση. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς του ότι κακοποιήθηκε από τους αστυνομικούς έχουμε ήδη καλύψει το θέμα ανωτέρω και ως εκ τούτου δεν κρίνουμε σκόπιμο να επαναλάβουμε τα ευρήματά μας. Περιοριζόμαστε να υπενθυμίσουμε ότι με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μας δεν μπορούμε να εξάξουμε ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν αμέσως μετά την ανακοπή του κατηγορουμένου από την αστυνομία. Δεχόμαστε ότι όταν παρουσιάσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Δικαστής που επιλήφθηκε του διατάγματος προφυλάκισης τον παρέπεμψε για εξέταση και ότι λίγες μέρες αργότερα εξετάσθηκε από τους δύο ιατροδικαστές. Πρόκειται για μαρτυρία που είναι παραδεκτή και από τα δύο μέρη. Δεχόμαστε επίσης τη θέση του ότι έκανε χρήση κάνναβης, πρόκειται για ισχυρισμό που κατά την κρίση μας δεν θα τον προέβαλλε εκτός αν δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια. Σε σχέση με τον τελευταίο ισχυρισμό του ότι είπε ψέματα στην αστυνομία γιατί ήταν σοκαρισμένος 'από τα γεγονότα και το ξύλο που έφαγε', παρατηρούμε ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν συνάδει με προηγούμενο ισχυρισμό που προέβαλε κατά τη δεύτερη ανακριτική του κατάθεση, τεκμήριο 12. Υπενθυμίζουμε ότι στην πιο πάνω κατάθεση του είχε αναφέρει ότι ήταν φοβισμένος και σοκαρισμένος καθότι δεν γνώριζε για ποια ποσότητα τον είχαν πιάσει και τι ναρκωτικά. Η δήλωση του ότι ήταν σοκαρισμένος λόγω του 'ξύλου που έφαγε' δεν μπορεί να γίνει δεκτή. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΩΝ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τα αδικήματα της συνωμοσίας, κατηγορίες 1 και 2, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και άρθρα 2, 3 Πρώτος Πίνακας Μέρος Ι, ΙΙ 6
(1)
(3), 30, 30Α, 31, 31Α και Τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου Ν. 29/77, της κατοχής ναρκωτικής ουσίας ήτοι κοκαΐνης, βάρους 783,7428 γραμμάρια χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας, κατηγορία 3 και της κατοχής της εν λόγω ναρκωτικής ουσίας με σκοπό την προμήθεια, κατηγορία 4, κατά παράβαση των προνοιών του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου Ν. 29/77. Θα εξετάσουμε τώρα τη νομική πτυχή που αφορά το αδίκημα των κατηγοριών 1 και 2 που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, ήτοι αυτό της συνομωσίας. Το εν λόγω αδίκημα βασίζεται στο άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα. Το Ανώτατο Δικαστήριο εξετάζοντας την νομική πτυχή και τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, στην υπόθεση Λαζάρου και Άλλου ν. Δημοκρατίας[17] ανέφερε σχετικά τα πιο κάτω: «Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν, σταμάτησαν, παρεμποδίστηκαν, απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. Αν ένας κατηγορούμενος αθωωθεί στην κατηγορία για τη διάπραξη ενός αδικήματος, δεν έπεται ότι θα πρέπει να απαλλαγεί και στην κατηγορία με την οποία κατηγορείται για συνωμοσία διάπραξης εκείνου του αδικήματος (Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134). Η συνωμοσία, εκτός της ύπαρξης συμφωνίας, περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (mens rea) και για τούτο, η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ' ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια είτε άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ' ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό (R. v. Thompson, 50 Cr. App. R. 1).» Όπως λοιπόν συνάγεται από το πιο πάνω απόσπασμα, το αδίκημα της συνωμοσίας συνίσταται όχι στην τέλεση της παράνομης πράξης ή στην πραγματοποίηση του εγκληματικού σκοπού της συνωμοσίας, αλλά στον καταρτισμό συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν τον εγκληματικό τους σκοπό, ο σχεδιασμός (the plot) και η μεταξύ τους προς τούτο συμφωνία να τον επιτύχουν, αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια η οποία στοιχειοθετεί το αδίκημα της συνομωσίας το οποίο έχει πλέον συντελεστεί [18]. Τα αδικήματα που αφορούν σε συνωμοσία, σχεδόν πάντοτε διαπράττονται υπό μεγάλη μυστικότητα και είναι σχεδόν αδύνατο να παρουσιαστεί προς απόδειξη τους άμεση μαρτυρία. Η στοιχειοθέτηση τους επιτυγχάνεται, ως επί το πλείστον, στη βάση συμπερασμάτων, που εξάγονται από πράξεις και παραλείψεις των συνωμοτών κατά την επιδίωξη του κοινού σκοπού. Σε σχέση με το αδίκημα της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, κατηγορία 3, επισημαίνουμε ότι η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) της κατοχής, συνίσταται είτε σε άμεση φυσική φύλαξη του αντικειμένου, είτε σε εξυπακουόμενη κατοχή. Το άρθρο 2
(3)του Νόμου 29/77, προβλέπει ότι αντικείμενα που τελούν υπό τον έλεγχο προσώπου, θεωρούνται ότι βρίσκονται στην κατοχή του, ανεξάρτητα αν βρίσκονται υπό τη φύλαξη άλλου προσώπου. Η κατοχή, είτε υπό τη μία είτε υπό την άλλη έννοια, θα πρέπει να συνοδεύεται με ταυτόχρονη γνώση της φύσεως του αντικειμένου (mens rea), το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής[19]. Απόλυτα σχετικό με το θέμα της κατοχής και της γνώσης, είναι το άρθρο 32 του Νόμου 29/77 όπως έχει τροποποιηθεί. Στην υπό κρίση υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε τις κατηγορίες από κοινού με το Νικόλα Κλάρκσον, πρώην κατηγορούμενο
  1. Υπενθυμίζουμε ότι ο πρώην κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε τις κατηγορίες της κατοχής και της κατοχής με σκοπό την προμήθεια. Ενόψει τούτου, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει, μεταξύ άλλων, κατά πόσο ο κατηγορούμενος κατείχε την επίδικη ναρκωτική ουσία από κοινού με τον Νικόλα Κλάρκσον, πρώην κατηγορούμενο
  2. Για να αποδειχθεί κοινή κατοχή το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι τα συγκεκριμένα ναρκωτικά αποτελούσαν αντικείμενο που αμφότεροι οι κατηγορούμενοι είχαν δικαίωμα ανάληψης, είτε ο καθένας ξεχωριστά, είτε από κοινού (common pool). Στο σύγγραμμα Blackstone΄s Criminal Practice 2007[20] γίνεται χρήσιμη αναφορά επί του θέματος. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: "B20.12 Joint Possession One or more co-accused may be jointly charged with possession, in which case "joint possession" must be established. The Court of Appeal in Searle [1917] Crim LR 592 held that mere knowledge of the presence of a drug in the hands of confederate is not enough: joint possession must be established. Lord Widgery CJ, giving the judgment of the court, said, "The sort of direction to which the deputy recorder should have opened the jury's mind was to ask them to consider whether these drugs formed a common pool from which all had the right to draw". See also Wright
(1975)119 SJ 825. In Strong
(1989)The Times, 26 January 1990, the prosecution put the case on the basis that there was joint possession, that is, that each of the co-accused jointly had control of one or more of the packages of cannabis. The Court of Appeal followed Searle in indicating that what was being looked for was whether each person had the right to say what should be done with the cannabis. Clearly, knowledge was required for possession (see B20.13), but was not sufficient in itself. Consequently, mere presence in the same vehicle as the drugs and knowing they were there was not sufficient, and so Strong's conviction was quashed. Alternatively, aiding and abetting possession by another may be considered (see Bland [1988] Crim LR 41, Conway [1994] Crim LR 826 and McNamara [1998] Crim LR 278). There must be some actual control in order to be in possession of an item. An item can be used by a number of different people and if there is evidence that they have some active involvement in the use of the items, they will all be in possession. It is not sufficient that someone is capable of taking control of the item in question." Αναφορικά με το αδίκημα της κατοχής ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την προμήθεια, κατηγορία 4, η κατοχή ποσότητας κοκαΐνης άνω των 10 γραμμαρίων, δημιουργεί, με βάση το άρθρο 30Α του Νόμου 29/77, μαχητό τεκμήριο ότι το πρόσωπο κατείχε την πιο πάνω ναρκωτική ουσία με σκοπό την προμήθεια. Όπως είναι κοινά αποδεκτό η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που ανευρέθηκε στην παρούσα υπόθεση είναι βάρους 783.7428 γραμμαρίων. Συνακόλουθα με την ποσότητα αυτή πληρούται η προϋπόθεση στοιχειοθέτησης του μαχητού τεκμηρίου που προνοείται στο εν λόγω άρθρο. Στο σημείο δε αυτό επισημαίνουμε ότι δεν έχει παρουσιαστεί εκ μέρους του κατηγορούμενου οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία τείνει να ανατρέψει το μαχητό τεκμήριο της κατοχής της συγκεκριμένης ποσότητας με σκοπό την προμήθεια της σε τρίτο η τρίτα πρόσωπα. Ούτε και στην αγόρευση του ο συνήγορος υπεράσπισης προβαίνει σε οποιοδήποτε σχολιασμό για το συγκεκριμένο θέμα. Ως εκ τούτου, στην περίπτωση που θα αποτελέσει εύρημά μας ότι ο κατηγορούμενος κατείχε είτε μόνος, είτε από κοινού ή ότι υπήρξε συνεργός στην κατοχή της ποσότητας των επιδίκων ναρκωτικών, με τον Νικόλα Κλάρκσον, τότε, εν όψει της μη προσβολής του τεκμηρίου που δημιουργεί το άρθρο 30 Α, στοιχειοθετείται και το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια της[21]. Όπως αναφέρθηκε πλειστάκις ανωτέρω, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αμφισβητείται ότι ο κατηγορούμενος μετέβη με τον Νικόλα Κλάρκσον στη σκηνή, εκείνο που αμφισβητείται είναι ότι αυτός γνώριζε ότι σκοπός της μετάβασης τους στο συγκεκριμένο χώρο ήταν να πάρουν τα ναρκωτικά. Η ύπαρξη δε της απαραίτητης γνώσης, δεν είναι κάτι που συνήθως αποδεικνύεται με άμεση μαρτυρία[22]. Σπάνια υπάρχει άμεση μαρτυρία της γνώσης. Στις πλείστες περιπτώσεις συνάγεται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, στην υπό κρίση υπόθεση, στηρίζεται κυρίως σε περιστατική μαρτυρία. Όπου η καταδίκη στηρίζεται σε τέτοια μαρτυρία, αυτή πρέπει να οδηγεί ως τη μόνη λογική κατάληξη και να μην υπάρχουν κενά στην πορεία της. Στην Αγγλική απόφαση Exall[23] η περιστατική μαρτυρία παρομοιάζεται από το Δικαστή Pollock όχι ως «αλυσίδα με κρίκους», αλλά ως «σχοινί». Ένα νήμα του σχοινιού μπορεί να μην είναι αρκετό για να σηκώσει το βάρος της καταδίκης, τρία όμως νήματα μαζί να έχουν ικανοποιητική δύναμη. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα αυτούσιο: «. It has been said that circumstantial evidence is to be considered as a chain, and each piece of evidence as a link in the chain, but that is not so, for then, if any one link broke, the chain would fall. It is more like the case of a rope composed of several cords. One stand of the cord might be insufficient to sustain the weight but three stranded together may be quite of sufficient strength. Thus it may be in circumstantial evidence - there may be a combination of circumstances, no one of which would raise a reasonable conviction, or more than a mere suspicion; but the whole, taken together, may create a strong conclusion of guilt, that is, with as much certainty as human affairs can require or admit of.» Καθοδηγητικές επί του θέματος είναι οι αρχές που διατυπώνονται στις αποφάσεις Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας[24]. και Α. Αντωνίου ν. Δημοκρατίας[25]. Στην τελευταία απόφαση ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε για απόπειρα καταστροφής περιουσίας με τη ρίψη αμυντικής θραυσματικής χειροβομβίδας. Η καταδίκη του επικυρώθηκε από το Εφετείο. Το γενετικό υλικό του εφεσείοντα είχε εντοπισθεί σε διάφορα μέρη της χειροβομβίδας, γεγονός που δεν άφηνε περιθώρια λογικής αμφιβολίας. Αναφέρθηκαν σχετικά τα πιο κάτω: «. Η περιστατική μαρτυρία, η οποία υπήρχε, ως εκ της φύσεως της, δεν άφηνε περιθώρια λογικής αμφιβολίας, που θα οδηγούσε στην αθώωση του εφεσείοντα. Στην απουσία λογικής εξήγησης ως προς την ανεύρεση του γενετικού υλικού του εφεσείοντα στα συγκεκριμένα σημεία της χειροβομβίδας, αδυνατούμε να αντιληφθούμε πώς το Κακουργιοδικείο θα μπορούσε να στηριχθεί σε θεωρητικές πιθανολογήσεις ότι ο δράστης ήταν άλλος από τον εφεσείοντα.». Στην υπόθεση Σιβιτανίδης και Δημοκρατία[26] οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετώπιζαν τα αδικήματα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, παράνομης κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Β και κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα. Το Κακουργιοδικείο βρήκε ένοχο τον κατηγορούμενο 1 σε όλες τις κατηγορίες ενώ τον κατηγορούμενο 2 τον βρήκε ένοχο στο αδίκημα της συνωμοσίας και ένοχο στην απόπειρα διάπραξης της 2ης και 3ης κατηγορίας. Η καταδίκη επικυρώθηκε και από το Εφετείο. Το συστατικό στοιχείο της γνώσης στηρίχθηκε σε περιστατική μαρτυρία η οποία προσομοιάζει σε μεγάλο βαθμό με τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Σε εκείνη την υπόθεση οι δύο κατηγορούμενοι μετέβησαν με αυτοκίνητο σε περιοχή κοντά στο χωριό Αρχιμανδρίτα. Ο κατηγορούμενος 1 ήταν οδηγός του οχήματος και ο κατηγορούμενος 2 συνοδηγός. Ο κατηγορούμενος 1 σταμάτησε το όχημά του μέσα σε χωράφι και πεζός μαζί με τον κατηγορούμενο 2 πλησίασε το σημείο που ήταν θαμμένα τα ναρκωτικά και άρχισε να σκάβει, ενώ ο κατηγορούμενος 2 του έφεγγε με το φανάρι. Κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος 1 σταμάτησε να σκάβει και ανέφερε στον κατηγορούμενο 2 ότι κάποιος είχε ήδη σκάψει εκεί. Τότε ο κατηγορούμενος 2 προχώρησε προς τα δέντρα όπου ήταν κρυμμένος ένας από τους αστυνομικούς και ερεύνησε το χώρο με το φανάρι του. Τότε η αστυνομία επενέβη και τους συνέλαβε. Το Κακουργιοδικείο κατέληξε ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν κάτοχος των εν λόγω ναρκωτικών. Στην πιο πάνω κατάληξή του έλαβε, μεταξύ άλλων, υπόψη τα πιο κάτω: «(α) την παρουσία κατά τη διάρκεια της νύκτας των εφεσειόντων στο χωράφι που καλλιεργούσε ο εφεσείων 1 (β) την προσέγγιση στο απόμερο σημείο, ., όπου ήταν θαμμένα τα ναρκωτικά και το οποίο ήταν σε κάποια απόσταση από το γειτνιάζοντα χωματόδρομο και (γ) το γεγονός ότι στο συγκεκριμένο σημείο ο κατηγορούμενος 1 με τη βοήθεια φανού που κρατούσε ο κατηγορούμενος 2 άρχισε να σκάβει με τα χέρια και να απομακρύνει πέτρες που κάλυπταν τα κρυμμένα ναρκωτικά.» Στρεφόμενοι στην παρούσα υπόθεση, με βάση την αξιολόγηση των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, αλλά και της λοιπής ενώπιον μας τεθείσας αποδεκτής μαρτυρίας, καταλήγουμε στα πιο κάτω ευρήματα: Ο κατηγορούμενος και ο Νικόλας Κλάρκσον ήταν φίλοι και γνωστοί από τα μαθητικά τους χρόνια. Ο κατηγορούμενος τα τελευταία τέσσερα έτη δεν εργάζεται καθότι υποφέρει από κατά πλάκα σκλήρυνση. Από την έκθεση του ιατροδικαστή Πανίκου Σταυριανού (ΜΥ1) προκύπτει ως αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι κατά την επίδικη χρονική περίοδο ο κατηγορούμενος παρουσίαζε αδυναμία στο δεξιό χέρι και δεξιό πόδι, συμπτώματα που τον δυσκόλευαν ακόμη και να 'γυρίσει στο κρεβάτι'. Ο κατηγορούμενος ήταν κατά τον επίδικο χρόνο, ιδιοκτήτης δύο αυτοκινήτων, ενός BMW και ενός HONDA. Ο κατηγορούμενος άφηνε πάντα τα κλειδιά του HONDA πάνω και είχε δώσει άδεια στον Νικόλα Κλάρκσον να το οδηγά όποτε ήθελε. Ο Νικόλας Κλάρκσον χρησιμοποιούσε το πιο πάνω αυτοκίνητο, κάποιες φορές ενημέρωνε σχετικά τον κατηγορούμενο, κάποιες άλλες όχι. Την 6.12.2014, σε ώρα που δεν διευκρινίστηκε στο Δικαστήριο, ο ΝΙκόλας Κλάρκσον επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον κατηγορούμενο. Μετά την πιο πάνω επικοινωνία και αφού διέρρευσε κάποιο χρονικό διάστημα που είναι άγνωστο στο Δικαστήριο, κατά ή περί η ώρα 5:30 μμ, ο κατηγορούμενος που οδηγούσε το απόγευμα εκείνο ένα αυτοκίνητο, μάρκας PORSCHE, πήγε στο σπίτι του Νικόλα Κλάρκσον, πήρε τον τελευταίο και στη συνέχεια μετέβηκαν μαζί στην οικία του κατηγορουμένου. Όταν έφτασαν στην οικία του κατηγορουμένου άφησαν το PORSCHE και επιβιβάστηκαν και οι δύο στο όχημα μάρκας HONDA, ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου. Οδηγός του οχήματος ήταν ο κατηγορούμενος και συνοδηγός ο Νικόλας Κλάρκσον. Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος και ο Νικόλας Κλάρκσον συμφώνησαν να μεταβούν στη σκηνή μαζί, ενώ ο Νικόλας Κλάρκσον θα μπορούσε να είχε δανεισθεί το όχημα του φίλου του, σε περίπτωση που δεν είχε ο ίδιος όχημα και να πάει μόνος του. Αντ' αυτού πήγαν μαζί, αφού προηγήθηκε σχετική συνεννόηση. Προκύπτει επίσης ότι σκοπός της συνάντησης τους δεν ήταν για να συναντηθούν κοινωνικά ή για να διασκεδάσουν μαζί αλλά για να μεταβούν σε συγκεκριμένο χώρο για να επιτελέσουν συγκεκριμένο σκοπό. Προορισμός του ταξιδιού τους δεν ήταν ένας χώρος όπου σύχναζε κόσμος αλλά ένας χώρος απομονωμένος και δύσβατος, κοντά σε μάντρες, στην περιοχή Μουτταγιάκα. Υπενθυμίζουμε δε ότι για να μεταβεί κάποιος στη σκηνή, όπου ήταν κρυμμένες οι ναρκωτικές ουσίες, θα έπρεπε πρώτα να διασχίσει χωματόδρομο. Το όχημα που οδηγείτο από τον κατηγορούμενο αφίχθηκε στη σκηνή η ώρα 17.50. Κατά την πιο πάνω ώρα επικρατούσε σκοτάδι και λόγω τούτου οι ενέργειες των δύο πιο πάνω προσώπων δεν θα μπορούσαν να γίνουn εύκολα αντιληπτές από κάποιο τρίτο. Όταν το όχημα αφίχθηκε στη σκηνή, αμφότεροι οι εμπλεκόμενοι αποβιβάστηκαν από αυτό σχεδόν ταυτόχρονα, με διαφορά κάποιων δευτερολέπτων. Συνομίλησαν για λίγο μεταξύ τους και στη συνέχεια πορεύθηκαν και οι δύο προς το ίδιο σημείο, εκεί που ήταν κρυμμένες οι ναρκωτικές ουσίες (ομοιώματα). Όταν έφτασαν στο συγκεκριμένο σημείο, ο Νικόλας Κλάρκσον, έσκυψε, για να πάρει τα ναρκωτικά που ήταν κρυμμένα μέσα σε πυκνή βλάστηση. Ενώ ο Νικόλας Κλάρκσον ήταν σκυμμένος, ο κατηγορούμενος στεκόταν σε κοντινή απόσταση . Όταν ο Νικόλας Κλάρκσον πήρε τα ναρκωτικά, ξεκίνησαν και οι δύο μαζί να απομακρύνονται από το σημείο. Ο κατηγορούμενος, λίγο χρόνο μετά τη σύλληψη του, για να δικαιολογήσει την παρουσία τους στο χώρο ανέφερε ότι πήγαν εκεί για να κάνει ο Νικόλας Κλάρκσον 'την ανάγκη του΄. Πρόκειται, ως αναλύσαμε ανωτέρω, για ψέμα που πληροί όλες τις προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία για να χρησιμοποιηθεί ως περιστατική μαρτυρία για ενίσχυση της ενοχής του. Στη γραπτή ανακριτική του κατάθεση, που λήφθηκε τρεις μέρες μετά τη σύλληψη του, ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε αρχικά ότι ο Νικόλας Κλάρκσον, όταν έφτασαν στον προορισμό τους, τον πληροφόρησε ότι θα πήγαινε να πάρει χόρτο', ήτοι κάνναβη. Στη συνέχεια όμως, στην ίδια κατάθεση, ανέφερε λίγο αργότερα, στην προσπάθεια του να καλύψει το ψέμα που παραθέτουμε αμέσως πιο πάνω, ότι δεν γνώριζε τι είδος ναρκωτικά πήγε να πάρει ο φίλος του. Όλα τα πιο πάνω δεικνύουν κατά την άποψη μας ότι ο κατηγορούμενος είχε την απαραίτητη γνώση. Τούτο εξάγεται αβίαστα από την άμεση αλλά και περιστατική μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας, συμπεριλαμβανομένων και των ψεμάτων του. Η όλη συμπεριφορά και οι κινήσεις του κατηγορούμενου, κατά τον επίδικο χρόνο, οδηγούν στο μόνο αναπόδραστο και ασφαλές συμπέρασμα πως αυτός γνώριζε ότι σκοπός της μετάβασης τους στη σκηνή ήταν για να παραλάβει ο Νικόλας Κλάρκσον τις ναρκωτικές ουσίες, ήτοι την κοκαΐνη, αντικείμενο των επιδίκων κατηγοριών. Σε σχέση με την εμπλοκή του κατηγορουμένου, δεν έχουμε ικανοποιηθεί, με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μας, στο βαθμό που απαιτείται, ότι αυτός κατείχε τις ναρκωτικές ουσίες, από κοινού με τον Νικόλα Κλάρκσον. Ως αναφέρουμε και πιο πάνω, για να υπάρχει κοινή κατοχή θα πρέπει να αποδειχθεί ότι οι ναρκωτικές αυτές ουσίες αποτελούσαν αντικείμενο στο οποίο τόσο ο Νικόλας Κλάρκσον όσο και ο κατηγορούμενος είχαν ανάμιξη στη διαχείρισή του και είχαν δικαίωμα ανάληψης, είτε ο κάθε ένας ξεχωριστά, είτε και οι δύο μαζί. Τέτοια μαρτυρία δεν έχει προσκομισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Εκείνο που προκύπτει από την προσκομισθείσα μαρτυρία είναι ότι ο Νικόλας Κλάρκσον και ο κατηγορούμενος συμφώνησαν μεταξύ τους όπως ο κατηγορούμενος μεταφέρει τον Νικόλα Κλάρκσον στη Μουτταγιάκα για να πάρει ο τελευταίος την κοκαΐνη που ήταν κρυμμένη σε κάποιο απόμερο μέρος στην περιοχή . Η συμφωνία τους υλοποιήθηκε. Στην ουσία, ο κατηγορούμενος παρείσχε συνδρομή στον Νικόλα Κλάρκσον, να εκτελέσει τις έκνομες πράξεις του, μεταφέροντας τον με το όχημα του, στο χώρον όπου ήταν κρυμμένες οι ναρκωτικές ουσίες, για να τις παραλάβει. ΤΕΛΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας λοιπόν κατά νου όλα τα πιο πάνω και υπαγάγοντας τα ευρήματά μας στη νομική πτυχή που καλύπτει τις κατηγορίες 1, 2, 3 και 4, που αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση κρίνουμε ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος: · Συνωμότησε με τον Νικόλα Κλάρκσον για να διαπράξουν τα αδικήματα των κατηγοριών 3 και 4. · Γνώριζε τόσο για την επίδικη ποσότητα της επίδικης κοκαΐνης, όσο και για τον σκοπό για τον οποίο αυτή κατείχετο από τον Νικόλα Κλάρκσον. · Παρείσχε βοήθεια και συνδρομή κατά τον ουσιώδη χρόνο, στον Νικόλα Κλάρκσον, καθιστώντας έτσι τον εαυτόν του συνεργό τούτου, στην διάπραξη των αδικημάτων της 3ης και 4ης κατηγορίας. Κρίνουμε δε ότι η μη συμπερίληψη του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα στην έκθεση των αδικημάτων στο κατηγορητήριο, δεν αποτελεί ουσιώδη παρατυπία και ούτε επέδρασε δυσμενώς επί της υπεράσπισης του κατηγορουμένου[27]. · Η επίδικη ποσότητα κοκαΐνης βάρους 783,7428 γραμμαρίων, κατείχετο από τον συνεργό του κατηγορούμενου Νικόλα Κλάρκσον, παράνομα, χωρίς την απαιτούμενη προς τούτο άδεια του Υπουργού Υγείας. · Ο κατηγορούμενος δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει οποιαδήποτε λογική αμφιβολία με σχετική μαρτυρία έτσι ώστε να ανατρέψει το μαχητό τεκμήριο το οποίο δημιουργεί το άρθρο 30 Α του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου Ν.29/77, η οποία να οδηγεί στην εξαγωγή συμπεράσματος αντίθετου ή ασυμβίβαστου με την προοπτική εμπορίας η προμήθειας της επίδικης ποσότητας του ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Α, που ανευρέθηκε στην κατοχή του Νικόλα Κλάρκσον, σε τρίτο πρόσωπο. Συνακόλουθα βρίσκουμε ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα αδικήματα όλων των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση. Καταληκτικά ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στα αδικήματα των κατηγοριών επί του κατηγορητηρίου 1, 2, 3 και 4. Στις κατηγορίες 3 και 4 ως αναφέρουμε και πιο πάνω, καταδικάζεται με βάση το άρθρο 20 (γ) του Ποινικού Κώδικα ως συνεργός του Νικόλα Κλάρκσον, πρώην κατηγορουμένου 2. (Yπ.) .............. Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Α. Κονής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΤ Subject: Criminal/Assize Court/Final Judgment Αναφορά: Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, παράνομη κατοχή ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Α και με σκοπό την προμήθεια [1]
(2008)2 ΑΑΔ 22. [2] Βλέπετε σχετικά R v. Carr Braint
(1943)2 AllER 156 και Ζυπίτης ν. Αστυνομία
(2003)2 ΑΑΔ 220. [3] Βούτουνος και Αστυνομία
(2008)2 ΑΑΔ 71 και Ευαγγέλου και Αστυνομία
(2008)2 ΑΑΔ
  1. [4] Βλέπετε σχετικά Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους και Κονναρή Πολ. Εφ. 290/2008, 23.12.
  2. [5] Βλέπετε σχετικά Mάρτιν και Δημοκρατία
(1994)2 Α.Α.Δ. 65. [6] Καυκαρής και Δημοκρατία
(1990)2 Α.Α.Δ. 203 και Ιακωβίδης κ.ά. και Δημοκρατία
(1996)2 Α.Α.Δ. 110. [7]
(1981)73 Cr.App.R.359, 365. [8]
(1976)64 Cr. App. R. 59. [9]
(1989)2 ΑΑΔ 109, 112 [10] R v. Goodway, 98 Cr. App.R. 11, CA [11]
(1989)2 Α.Α.Δ. 117 [12] 73 Cr. App.R. 159 CA [13] R v. Lucas
(1981)2 All ER 1008. Βλέπετε επίσης σχετικά Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 718 και Πέτρου και Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 331 [14] 98 Cr. App.R. 11, CA [15] Κρίνος Θεοχάρους ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22. [16]
(1979)69 Cr. App. R. 221 [17]
(2010)2 Α.Α.Δ. 633, 670-671 [18] (Βλ. σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice 2004, παρ. 34-4). [19] Βλέπετε σχετικά τις αποφάσεις Oueiss v. Republic
(1987)2 C.L.R. 49, Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, Πολυδώρου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 492, Αθηνής v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, Σταυρινού v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 706 και οι πιο πρόσφατες Λαζάρου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2010)2 A.A.Δ. 633 και Σιβιτανίδης κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ.
  1. [20] Παρ. Β20.
  2. [21] Bλ. Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250, Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211 ). Σχετική είναι και η υπόθεση Hurbanek κ.α. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 524. [22]Βλέπετε σχετικά Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211. [23]
(1866)4 F&F 922, 929, Αναφορά στην απόφαση γίνεται στο Blackstone's Criminal Practice 2007, F1.10. [24]
(1990)2 ΑΑΔ 102. [25]
(2008)2 ΑΑΔ 746. [26]
(2011)2 Α.Α.Δ. 166. [27] Μιχαήλ κ.α. και Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 362, 367, Fourri and others v. Republic
(1980)2 C.L.R. 152, 178. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.