← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γιώργου Τρύφωνος, Αρ. Υπόθεσης: 21696/13, 31/5/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γιώργου Τρύφωνος, Αρ. Υπόθεσης: 21696/13, 31/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B95 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 21696/13 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και Γιώργου Τρύφωνος Κατηγορούμενου Ημερομηνία:31/5/2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού Για τον Κατηγορούμενο : κ. Χρ. Χριστοφόρου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία μόνο κατηγορία, αυτή της διάρρηξης κατοικίας κατά τη διάρκεια της νύχτας,κατά παράβαση των άρθρων 292(α) και 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενοςστις 6/5/2010 στη Λεμεσό διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία της Εύνης Δημοσθένους από τη Λεμεσό, με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος μέσα σε αυτό. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε εννέα συνολικά μάρτυρες κατηγορίας. Την Εύνη Δημοσθένους, τον Α/Αστυφ. 2624 Γιάννο Ντζουβάνη, την Αστυφ. 1891 Μ. Αττεσλή, τον Αστυφ.2012 Μιχάλη Περικλέους, την Δρ Ελένη Δαμιανού, τον Αστυφ. 2643 Ανδρόνικο Φωτίου, τον Αστυφ. 4860 Ιωάννη Χ΄ Φιλίππου, τη Βάσω Stribley και τον Δρ Μ. Καρυόλου (Μ.Κ.1-9). Μετά δε από την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία ο τελευταίος επέλεξε και κατάθεσε ενόρκως χωρίς να προσκομίσει καμία άλλη μαρτυρία. Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και δεν προτίθεμαι να την επαναλάβω αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Η Μ.Κ.1 ήταν η ιδιοκτήτρια της οικίας στην οποία έγινε η διάρρηξη. Υιοθέτησε ως αληθινά τα όσα ανάφερε στην κατάθεση της στην αστυνομία (Τεκμήριο Α), λέγοντας ότι αυτά είναι τα γεγονότα όπως πραγματικά διαδραματίσθηκαν και διευκρινίζοντας ότι κάποιες λεπτομέρειες δεν μπορούσε να τις θυμηθεί πλέον, λόγω της παρόδου πολλών χρόνων. Παρακολουθώντας την να καταθέτει, παρατηρώντας το ύφος και τη συμπεριφορά της, είμαι πεπεισμένη ότι περιέγραψε με πλήρη ειλικρίνεια τα όσα εκτυλίχθηκαν χωρίς σε καμία στιγμή να προσπαθήσει είτε να ενοχοποιήσει τον κατηγορούμενο, είτε να αναφέρει πράγματα που δεν γνώριζε ή κάτι για το οποίο δεν μπορούσε να είναι απόλυτα σίγουρη. Για αυτό και η μαρτυρία της γίνεται πλήρως αποδεκτή. Ο Μ.Κ.2 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Η εντύπωση που σχημάτισα παρακολουθώντας τον να καταθέτει, παρατηρώντας την όλη στάση και συμπεριφορά του ήταν ότι οι εξετάσεις που διενήργησε ήταν ελλιπείς και όχι οι πλέον αντικειμενικές και ανεξάρτητες. Σημαντική παράλειψη στην ορθή και ολοκληρωμένη διερεύνηση της υπόθεσης ήταν η παράλειψη του να προχωρήσει στη λήψη αποτυπωμάτων από την συρόμενη αλουμινένια πόρτα της κουζίνας από την οποία διαπιστώθηκε ότι εισήλθαν οι δράστες και απότο παράθυρο υπνοδωματίου μέσω του οποίου εγκατέλειψαν το σπίτι. Αντεξεταζόμενος για την παράλειψη του αυτή προσπάθησε να την δικαιολογήσει απαντώντας όμως με ασάφεια και αοριστία και αποδίδοντας την, στην ύπαρξη πιθανότητας οι δράστες να φορούσαν γάντια, πιθανότητα όμως για την ύπαρξη της οποίας δεν ήταν καν βέβαιος αν η Μ.Κ.1 είχε ρωτηθεί. Παρέλειψε δηλαδή να προβεί σε μια ενδεδειγμένη κατά την κρίση μου ενέργεια, βασιζόμενος απλώς και μόνο σε μια πιθανότητα για την οποία μάλιστα δεν ήταν καθόλου βέβαιος αφού αυτή δεν είχε καν διερευνηθεί αν συνέτρεχε. Πρέπει δε να λεχθεί ότι αντεξεταζόμενος για την παράλειψη του αυτή, απέφευγε να κοιτάζει προς το Δικαστήριο. Ο μάρτυρας δεν με έπεισε ότι διερεύνησε επαρκώς τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι είχε κτυπήσει το πόδι του στο σπίτι της φίλης του. Και αυτό γιατί επί του σημείου δεν ήταν σταθερός αλλά έδωσε διαφορετικούς ισχυρισμούς. Ερωτώμενος αρχικά αν ήλεγξε τον ισχυρισμό αυτό του κατηγορούμενου απάντησε κατά λέξη «Δεν έκρινα σκόπιμο να πάω στο σπίτι της φίλης του και να το ελέγξω».Ο τρόπος που απάντησε την ερώτηση αυτή υποδηλοί ότι γνώριζε που βρισκόταν το σπίτι της φίλης του κατηγορούμενου αλλά δεν έκρινε αναγκαίο να μεταβεί εκεί. Σε άλλο σημείο όμως της αντεξέτασης είπε ότι αυτό δεν έγινε γιατί ο ίδιος ο κατηγορούμενος παρέλειψε να τους δώσει κάποια στοιχεία. Όπως όμως προκύπτει και από το Τεκμήριο 1 που είναι η κατάθεση που ο κατηγορούμενος έδωσε στο μάρτυρα, ο τελευταίος είχε δηλώσει σε αυτήν και το όνομα της φίλης του καθώς και την περιοχή στην οποία διέμενε, χωρίς να διευκρινιστεί αν είχε ζητήσει από τον κατηγορούμενο να του δώσει περαιτέρω στοιχεία.. Δεν διερεύνησε επίσης τον ισχυρισμό του ότι το βράδυ της διάρρηξης βρισκόταν στο σπίτι του μαζί με την μητέρα του και την αδελφή του. Απορίες επίσης δημιουργεί ο ισχυρισμός του ότι όταν κάλεσε τον κατηγορούμενο στην αστυνομία, του επέδειξε μόνο το φανάρι και κανένα από τα άλλα αντικείμενα που επίσης εντοπίσθηκαν στην σκηνή. Και αυτό γιατί όπως είπε έκρινε ότι μόνο αυτό ήταν αναγκαίο να του δείξει. Το γεγονός αυτό από μόνο του δημιουργεί πολλά ερωτηματικά στο μυαλό του Δικαστηρίου. Γιατί ο εξεταστής να επιλέξει ένα από όλα τα αντικείμενα να επιδείξει στον κατηγορούμενο και όχι όλα, από τη στιγμή που όλα είχαν εντοπισθεί στην σκηνή; Οι απορίες αυτές εντείνονται και από το γεγονός ότι πριν ο μάρτυρας απαντήσει σε ερωτήσεις επί του θέματος, καθυστερούσε εμφανώς να το πράξει, προφανώς σκεπτόμενος την απάντηση που θα έπρεπε να δώσει. Αξίζει να λεχθεί ότι παρά τα όσα ο μάρτυρας ανάφερε, ότι δηλαδή επέδειξε στον κατηγορούμενο μόνο το φανάρι και κανένα άλλο από τα αντικείμενα που εντοπίσθηκαν στην σκηνή της διάρρηξης, περί το τέλος της αντεξέτασης του κατηγορούμενου υποβλήθηκε σε αυτόν ότι ο μάρτυρας υπέδειξε στον κατηγορούμενο και τα υπόλοιπα αντικείμενα που εντοπίσθηκαν στη σκηνή της διάρρηξης, δηλαδή το σκαρπέλο, το κατασαβίδι και το κλειδί (Τεκμήρια 4, 5 και 6 αντίστοιχα). Ενόψει των πιο πάνω,δεν αισθάνομαι ασφαλής να αποδεχθώ το σύνολο της μαρτυρίας του. Γι' αυτό και αποδέχομαι μόνο τα όσα περιέχονται στο Τεκμήριο Β ως τις ενέργειες στις οποίες προέβη τόσο ο ίδιος, όσο και ο συνάδελφος του, τη μαρτυρία του οποίου προσήγαγε ως εξ' ακοής μαρτυρία για την υπόθεση και η οποία γίνεται αποδεκτή καθότι αυτή δεν έχει αμφισβητηθεί. Οι Μ.Κ.3, 4, 6 και 7 κατέθεσαν σε σχέση με τις ενέργειες που έκαμαν για την υπόθεση και ειδικότερα ως προς τη διακίνηση των τεκμηρίων. Ο Μ.Κ.6 ήταν ο αστυφύλακας που στις 10/5/2010 παρέλαβε τα Τεκμήρια 3-6 από τον Μ.Κ.2 και την ίδια μέρα τα παρέδωσε στη Μ.Κ.
  2. Ο Μ.Κ.4 ήταν ο αστυφύλακας που παρέλαβε τα παρειακά επιχρίσματα του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 7) στις 2/9/2010 από τον Μ.Κ.2 και τα παρέδωσε την ίδια μέρα στην Μ.Κ.8 του Ινστιτούτου Γενετικής κα Νευρολογίας. Ο Μ.Κ.7, ήταν ο αστυφύλακας που στις 6/9/2010 παρέλαβε από το Ινστιτούτο τα Τεκμήρια 3, 4, 5, 6 και την ίδια μέρα τα παρέδωσε στον Μ.Κ.
  3. H M.K.3 ήταν η αστυφύλακας που στις 8/11/2010 παρέλαβε τα παρειακά επιχρίσματα από το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής και τα παρέδωσε την ίδια μέρα στον Μ.Κ.2 και αυτή πουπροηγουμένως και συγκεκριμένα στις 24/2/2011, είχε κατηγορήσει γραπτώς τον κατηγορούμενο για το αδίκημα που αντιμετωπίζει. Αυτοί εξέθεσαν τις ενέργειες τους με αμεσότητα, σταθερότητα και χωρίς κανένα ενδοιασμό, για αυτό και η μαρτυρία τους γίνεται πλήρως αποδεκτή. Μ.Κ.5 ήταν η γιατρός που συμπλήρωσε την ιατρική αναφορά ημερομηνίας 25/1/2013 και η οποίακατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 3 Αναγνώριση. Όπως εξήγησε το έντυπο αυτό συμπληρώνεται όταν ζητηθεί από την αστυνομία και σε αυτό καταγράφουν την περιγραφή που υπάρχει σε έντυπο των Α Βοηθειών. Το τεκμήριο αυτό αναγνωρίσθηκε από τη μάρτυρα, η οποία και υιοθέτησε το περιεχόμενο του. Αυτόόμως,ουδέποτε κατατέθηκε ως κανονικό τεκμήριο. Όπως λέχθηκε στην απόφαση Γιώργος Μελάς v. Κυριάκου Κυριάκου

(2003)1 ΑΑΔ 826, μαρτυρία που δόθηκε αναφορικά με το περιεχόμενο εγγράφου που κατατίθεται ως τεκμήριο για αναγνώριση και εφόσον το έγγραφο αυτό δεν κατατίθεται ως κανονικό τεκμήριο, παραμένει ανενεργή. Στο τεκμήριο αυτό καταγράφεται ότι ο κατηγορούμενος στις 7/5/2010 εξετάσθηκε από τη γιατρό στο τμήμα Α΄ Βοηθειών του νοσοκομείου Λεμεσού. Παρουσίαζε οίδημα στο δεξιό κάτω άκρο, στην περιοχή της ποδοκνημικής και αφού του δόθηκε παυσίπονη ένεση και του έγινε ακτινολογικός έλεγχος διαπιστώθηκε κάταγμα πτέρνας του δεξιού ποδιού. Για αυτό και εισήχθη στο ορθοπεδικό τμήμα του νοσοκομείου για περαιτέρω θεραπεία. Τα πιο πάνω, αποτελούν γεγονότα τα οποία η γιατρός επανέλαβε και προφορικά και τα οποία εφόσον δεν έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση, γίνονται αποδεκτά. Έντονα όμως αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση η δήλωση που καταγράφεται στο ίδιο τεκμήριο, ότι δηλαδή και όπως ο κατηγορούμενος είχε αναφέρει στη γιατρό, το κτύπημα το υπέστη την προηγούμενη μέρα, δηλαδή στις 6/5/
  1. Η θέση του κατηγορούμενου ήταν, ότι ουδέποτε ανάφερε κάτι τέτοιο στη γιατρό, αφού το πόδι του το κτύπησε την ίδια μέρα που επισκέφθηκε το νοσοκομείο, δηλαδή στις 7/5/
  2. Αποτελεί συνεπώς η δήλωση της αυτή, την οποία επανέλαβε και κατά την προφορική της μαρτυρία, εξ' ακοής μαρτυρία.Μετά την τελευταία τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 η εξ΄ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται πλέον για τον λόγο αυτό, η βαρύτητα όμως που θα της προσδοθεί εναπόκειται στο Δικαστήριο, το οποίο μπορεί να λάβει υπόψη του διάφορους παράγοντες, οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο Νόμο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, στην εξ' ακοής αυτή μαρτυρία, δεν θα προσδοθεί καμία απολύτως βαρύτητα για τους ακόλουθους λόγους. Πέρα από το γεγονός ότι η ιατρική αυτή αναφορά δεν έχει κατατεθεί ως κανονικό τεκμήριο, όπως διαφάνηκε μέσα από την αντεξέταση της μάρτυρος, αυτή ετοίμασε το Τεκμήριο 3 για Αναγνώριση στις 25/1/2013, 3 δηλαδή χρόνια μετά το συμβάν, βασιζόμενη στα όσα είχε σημειώσει σε κάποιο άλλο έντυπο του νοσοκομείου. Δεν διαφάνηκαν όμως οι συνθήκες κάτω από τις οποίες φέρεται να λήφθηκε η δήλωση αυτή, ούτε και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες καταγράφηκε στο αρχικό έντυπο και στη συνέχεια από το έντυπο αυτό στο Τεκμήριο 3 για Αναγνώριση. Όπως δε η γιατρός απάντησε σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης, η δήλωση αυτή «πρέπει» να είναι γραμμένη στο φάκελο. Διαφαίνεται δηλαδή από την απάντηση της αυτή ότι και η ίδια απλώς υπέθεσε πως η δήλωση αυτή «πρέπει» να βρισκόταν καταγραμμένη, χωρίς και η ίδια να μπορεί να δώσει ακριβέστερα στοιχεία. Η Μ.Κ.8 εργάζεται στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου και είναι υπεύθυνη για την παραλαβή τεκμηρίων από την αστυνομία και τη φύλαξη τους. Αυτή παρέλαβε όλα τα τεκμήρια που στάλησαν από την αστυνομία για επιστημονικές εξετάσεις (Τεκμήρια 3, 4, 5, 6 και 7) και τα παρέδωσε για διενέργεια των εξετάσεων αυτών στον Μ.Κ.
  3. Και αυτή μαρτύρησε με ειλικρίνεια για τις ενέργειες της που σχετίζονται με την υπόθεσηκαι η μαρτυρία της γίνεται πλήρως αποδεκτή. O Μ.K.9 διευθύνει το Εργαστήριο Δικανικής Γενετικής του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου και κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως εμπειρογνώμονας, χωρίς η εμπειρογνωμοσύνητου να αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα εδράζεται στις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες οι μαρτυρίες και των κοινών μαρτύρων (βλ. Κώστας Ψάλτης v Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113). Σύμφωνα με τη νομολογία οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο Δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με τη μαρτυρία (βλ. Cybarco Ltd v Kovascik
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 2013. Όπως σημειώνεται στο σύγγραμμα Phipson on Evidence,14η έκδοση, παρ. 32-14: "An expert may give his opinion upon facts which are either admitted, or proved by himself, or other witnesses in his hearing, at the trial, or are matters of common knowledge as well as upon an hypothesis bases thereon". Ο Μ.Κ.9, εξέθεσε τις εξετάσεις τις οποίες έκαμε και τα αποτελέσματα στα οποία κατέληξε με πλήρως επιστημονικό και τεκμηριωμένο τρόπο, χωρίς σε καμία στιγμή να κλονισθεί κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης, για αυτό και τα αποτελέσματα στα οποία κατέληξε γίνονται πλήρως αποδεκτά. Θα προχωρήσω τώρα σε αξιολόγηση της μαρτυρίας του ίδιου του κατηγορούμενου, ο οποίος έδωσε στην αστυνομία δύο καταθέσεις (Τεκμήρια 1 και 2), ενώ και όπως προαναφέρεται και μετά την κλήση του σε απολογία, επέλεξε και κατάθεσε ενόρκως. Αυτός υποστήριξε ότι δεν είχε καμία ανάμιξη με το αδίκημα που του αποδίδεται. Την ανεύρεση γενετικού υλικού στο λουρί του φαναριούκαι εσωτερικά στο κάλυμμα της μπαταρίας και στο κάλυμμα της θήκης των μπαταριών, την απέδωσε στο γεγονός ότι κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν ως αποθηκάριος στο πολυκατάστημα Jumbo και μέσα στα καθήκοντα του ήταν η τοποθέτηση μπαταριών μέσα σε διάφορα αντικείμενα που εκθέτονταν προς πώληση και μεταξύ αυτών και φαναριών, το άλλαγμα λαμπών στα προϊόντα αυτά κ.λ.π.. Για αυτό ήταν όπως είπε πολύ πιθανό το συγκεκριμένο φανάρι να ήταν ένα από αυτά στα οποία ο ίδιος κατά την άσκηση των καθηκόντων του στο κατάστημα να είχε τοποθετήσει μπαταρία. Απέδωσε δε στον Μ.Κ.2, εμπαθή κίνητρα και ισχυρίσθηκε ότι όταν ο τελευταίος τον κάλεσε στην αστυνομία για να του λάβει την πρώτη του κατάθεση, του επέδειξε το φανάρι και ο ίδιος το πήρε στα χέρια του με αποτέλεσμα να τεθεί εκεί το γενετικό του υλικό. Ο ισχυρισμός του ότι τους αμέσως προηγούμενους μήνες πριν τη διάπραξη του αδικήματος εργαζόταν στο κατάστημα Jumbo γίνεται αποδεκτός. Και αυτό γιατί ο ισχυρισμός του τούτος, είναι στοιχείο που δεν αμφισβητήθηκε από την κατηγορούσα αρχή και το οποίο ο κατηγορούμενος δήλωσε στην αστυνομία από την πρώτη του κατάθεση ημερομηνίας 31/8/2010 (Τεκμήριο 1). Ο ισχυρισμός του επίσης ότι μέσα σε όλα ή τουλάχιστον στα περισσότερα από τα αντικείμενα που εκθέτονταν προς πώληση και μεταξύ αυτών και στα φανάρια, τοποθετούσε μπαταρίες γίνεται επίσης αποδεκτός. Σημαντικό είναι και πρέπει να λεχθεί ότι ουδέποτε υποβλήθηκε στον κατηγορούμενο ότι η τοποθέτηση μπαταριών δεν ενέπιπτε μέσα στα καθήκοντα του, αλλά οι υποβολές που του τέθηκαν περιορίσθηκαν στο ότι τέτοιες μπαταρίες τοποθετούνταν μόνο μέσα σε ένα από τα φανάρια από αυτά που εκθέτονταν προς πώληση και όχι σε όλα. Ισχυρίσθηκε επίσης ο κατηγορούμενος ότι το κάταγμα στην πτέρνα του ποδιού του το υπέστη την επόμενη μέρα της διάρρηξης δηλαδή στις 7/5/2010 όταν επισκέφθηκε το σπίτι φίλης του και όχι την μέρα της διάρρηξης, δηλαδή στις 6/5/2010 όπως υποστήριξε η κατηγορούσα αρχή. Ο ισχυρισμός του αυτός γίνεται επίσης αποδεκτός. Και αυτό γιατί πέρα από το γεγονός ότι στη δήλωση της Μ.Κ.5 δεν αποδόθηκε καμία βαρύτητα, θεωρώ ότι ένα άτομο που έπαθε ένα τέτοιο τραυματισμό θα μετέβαινε αμέσως στο γιατρό για να αντιμετωπίσει τον τραυματισμό του και δεν θα περίμενε να το πράξει την επομένη με όλα τα συνεπακόλουθα. Πέρα όμως από αυτό και πιο σημαντικό είναι ότι εάν η θέση της κατηγορούσας αρχής ήταν η αληθινή και ο κατηγορούμενος ενήργησε με τον τρόπο αυτό για να μην αποκαλυφθεί η συμμετοχή του στη διάπραξη του αδικήματος, δεν θα υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να αναφέρει στη γιατρό ότι είχε χτυπήσει την προηγούμενη μέρα. Αν πράγματι στόχος του ήταν αυτός που προώθησε η κατηγορούσα αρχή, να αποκρύψει δηλαδή ότι ο τραυματισμός του προκλήθηκε την προηγούμενη μέρα, λογικό θα ήταν και αναμενόμενο να προσπαθήσει μέχρι τέλους, ακόμα και στη γιατρό να αποκρύψει την πραγματική ημερομηνία που επισυνέβη το ατύχημα για να αποφύγει με τον τρόπο αυτό τις συνέπειες των πράξεων του. Δεν αποδέχομαι όμως τον ισχυρισμό του ότι ο Μ.Κ.2 προσπάθησε να τον παγιδεύσει επιδεικνύοντας του το φανάρι. Και αυτό γιατί αν αυτός ήταν ο στόχος του Μ.Κ.2 τότε λογικό θα ήταν να του επιδείξει όλα τα αντικείμενα που εντοπίσθηκαν στην σκηνή και όχι μόνο το φανάρι. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 6/10/2010 η Μ.Κ.1 επέστρεψε στο σπίτι της που βρίσκεται στην οδό Βασίλη Λογοθετίδη αρ.8 στη Λεμεσό, γύρω στις 9.40 μ.μ.. Ανοίγοντας την κύρια είσοδο του σπιτιού της πρόσεξε στο υπνοδωμάτιο της που είναι υπερυψωμένο, φως από φανάρι και φώναξε ρωτώντας ποιος είναι. Τότε δύο άντρες βγήκαν από το δικό της υπνοδωμάτιο και εισήλθαν στο διπλανό. Ακολούθως οι δύο άντρες πήδηξαν από το παράθυρο του ενός υπνοδωματίου που είναι υπερυψωμένο και στη συνέχεια πήδηξαν από το περιτοίχισμα της αυλής του σπιτιού ύψους 3 περίπου μέτρων και διέφυγαν τρέχοντας ανατολικά σε πεζόδρομο που εφάπτεται της κατοικίας. Κατά τη διαφυγή τους και συγκεκριμένα κατά τη στιγμή που πηδούσαν από το παράθυρο του υπνοδωματίου, τους έπεσε ένα φανάρι που κρατούσαν (Τεκμήριο 3) και το οποίο βρέθηκε κάτω από το παράθυρο της οικίας. Στην προσπάθεια τους να διαφύγουν, τους έπεσαν στη συνέχεια σε πεζόδρομο που εφάπτεται της οικίας και άλλα αντικείμενα που κρατούσαν, δηλαδή ένα σκαρπέλο, ένα κατσαβίδι και ένα σιδερένιο κλειδί (Τεκμήρια 4, 5 και 6 αντίστοιχα). Από έλεγχο που διενεργήθηκε διαπιστώθηκε ότι δεν είχε κλαπεί οτιδήποτε από το σπίτι. Οι δράστες, πέτυχαν την είσοδο τους στο σπίτι παραβιάζοντας την συρόμενη αλουμινένια πόρτα της κουζίνας και το εγκατέλειψαν από το υπνοδωμάτιο αφού παραβίασαν το παράθυρο με σωματική βία. Τα αντικείμενα που έπεσαν από τους δράστες κατά την προσπάθεια διαφυγής τους (Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6), παραλήφθηκαν από την σκηνή. Αυτά όπως και παρειακά επιχρίσματα που λήφθηκαν στη συνέχεια από τον κατηγορούμενο στάλησαν για επιστημονικές εξετάσεις. Η διακίνηση των τεκμηρίων έγινε με τον ορθό και νομότυπο τρόπο. Με τις επιστημονικές εξετάσεις που έγιναν εντοπίσθηκε στο λουρί του φαναριού και εσωτερικά στο κάλυμμα της μπαταρίας και στο κάλυμμα της θήκης των μπαταριών, γενετικό υλικό του κατηγορούμενου. Στις 7/5/2010 ο κατηγορούμενος, προσήλθε στο τμήμα Α΄ Βοηθειών του νοσοκομείου Λεμεσού, παρουσιάζοντας κάταγμα πτέρνας του δεξιού ποδιού. Εισήχθη στο ορθοπεδικό τμήμα του νοσοκομείου για περαιτέρω θεραπεία. Λίγο καιρό πριν την επίδικη ημερομηνία, ο κατηγορούμενος εργαζόταν ως αποθηκάριος στο κατάστημα Jumbo και μέσα στα καθήκοντα του ήταν η τοποθέτηση μπαταριών μέσα σε διάφορα αντικείμενα που εκθέτονταν προς πώληση και μεταξύ αυτών και φαναριών. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσον η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει το αδίκημα που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αφού και όπως είναι νομολογημένο, η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε συστατικού στοιχείου που την συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοίζουv. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 και Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18). Το άρθρο 292(α) του Ποινικού Κώδικα στο οποίο βασίζεται η κατηγορία αναφέρει ότι : "
  1. Όποιος- (α) διαρρήχνει και εισέρχεται σε κτίριο, αντίσκηνο ή σκάφος το οποίο χρησιμοποιείται ως κατοικία ανθρώπων ή σε κτίριο που χρησιμοποιείται ως χώρος λατρείας, με σκοπό διάπραξης κακουργήματος σε αυτό∙ ή (β) . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .................................. Αν το ποινικό αδίκηµα διαπράττεται κατά τη διάρκεια νύχτας, αυτό καλείται διάρρηξη κατά τη διάρκεια νύχτας, ο δε υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση δέκα χρόνων». Στην παρούσα υπόθεση, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι δράστες γύρω στις 9.40 μ.μ. πέτυχαν είσοδο στην οικία της Εύνης Δημοσθένους από την συρόμενη αλουμινένια πόρτα της κουζίνας και συνεπώς το αδίκημα της διάρρηξηςκατά τη διάρκεια της νύχτας όπως καθορίζεται στο άρθρο 292(α) του Ποινικού Κώδικα έχει συντελεστεί. Απομένει να εξεταστεί εάν έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος είναι ένα από τα πρόσωπα που όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία που έχει γίνει αποδεκτή, διέπραξε το αδίκημα. Στην εξεταζόμενη περίπτωση καμία άμεση μαρτυρία δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να τείνει να καταδείξει ενοχή του κατηγορούμενου. Και αυτό γιατί η Μ.Κ.1 που ήταν η μόνη που αντίκρυσε τους δράστες και έτσι μπορούσε να προσφέρει τέτοια μαρτυρία, ρητά δήλωσε καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος δεν της θύμιζε κάποιο από τους δράστες. Και αυτό γιατί λόγω του σκότους που υπήρχε όταν αντίκρισε τους δράστες δεν μπόρεσε να δει τα χαρακτηριστικά τους και έτσι δεν ήταν σε θέση να τους αναγνωρίσει. Η μοναδική μαρτυρία που υπάρχει στην εξεταζόμενη περίπτωση είναι περιστατική μαρτυρία και βασίζεται σε δύο πυλώνες. Στην ανεύρεση γενετικού υλικού στο λουρί του φαναριού που εντοπίσθηκε στην σκηνή της διάρρηξης, αλλά και στο εσωτερικό του, δηλαδή στο κάλυμμα της μπαταρίας και στο κάλυμμα της θήκης των μπαταριών, καθώς και στο ότι ο κατηγορούμενος παρουσίασε την επόμενη της διάρρηξης, κάταγμα στην πτέρνα, κάτι το οποίο σύμφωνα με τη θέση της κατηγορούσας αρχής προκλήθηκε στις 6/5/2010 στην προσπάθεια του κατηγορούμενου να διαφύγει από το σπίτι στο οποίο έγινε η διάρρηξη και όταν τους εντόπισε η Μ.Κ.
  2. Για τους λόγους που πιο πάνω αναφέρονται, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος υπέστη το κάταγμα στην πτέρνα την επομένη της διάρρηξης δηλαδή στις 7/5/2010 και όχι την ίδια μέρα με τη διάρρηξη. Συνεπώς η μοναδική μαρτυρία που υπάρχει και συνδέει τον κατηγορούμενο με το αδίκημα είναι η ανεύρεση του γενετικού του υλικού στο φανάρι που εντοπίσθηκε στην σκηνή της διάρρηξης και στα σημεία που προαναφέρονται. Σύμφωνα με την νομολογία, η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδιέστερη μαρτυρία από την άμεση, από μαρτυρία δηλαδή η οποία από μόνη της τείνει να αποδείξει το αδίκημα, π.χ. μαρτυρία αυτόπτη μάρτυρα. Η περιστατική αυτή μαρτυρία όχι μόνο δεν είναι υποδιέστερη αλλά αντίθετα όταν είναι συμπερασματική, τείνει να αφανίσει την πιθανότητα λάθους. Η σημασία της περιστατικής μαρτυρίας, επεξηγήθηκε στην Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 444 και λέχθηκαν εκεί τα ακόλουθα σημαντικά: «Η σημασία της περιστατικής μαρτυρίας και πότε αποδεικνύει την ενοχή του κατηγορούμενου εξηγείται σε πολλές δικαστικές αποφάσεις - (βλ., μεταξύ άλλων, Fournides v. Republic
(1986)2C.L.R. 73, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172, Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258). Το πρώτο, που διευκρινίζεται, είναι ότι ποιοτικά η περιστατική μαρτυρία δεν υπολείπεται, ούτε είναι υποδεέστερης αξίας από την άμεση μαρτυρία. Η σημασία της έγκειται στα συμπεράσματα, που μπορεί να εξαχθούν από το περιεχόμενο της. Κλασσικό παράδειγμα είναι η παρουσία, όπως στην προκειμένη περίπτωση, δακτυλικών και παλαμικών αποτυπωμάτων. Αποκαλύπτουν την επαφή του εφεσείοντα με τα σύνεργα του εγκλήματος, γεγονός σχετικό προς το ποιος διέπραξε το έγκλημα, παρόλον που δεν είναι, αφ΄ αυτού, καθοριστικό για την απόδειξη της ενοχής του Κατηγορούμενου. Το γεγονός, συνεκτιμούμενο με άλλα περιστατικά του εγκλήματος, μπορεί να δικαιολογήσει την καταδίκη του Κατηγορούμενου εφόσον τα περιστατικά, σωρευτικά αποτιμούμενα, οδηγούν συμπερασματικά στην ενοχή του. Έχουν αυτά τα χαρακτηριστικά, εφόσον δεν επιδέχονται λογικά άλλης ερμηνείας ή εξήγησης από την ενοχή του Κατηγορούμενου.» (βλ. επίσης Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73, Μιχαηλίδηςν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172). Όπως λέχθηκε στην ίδια απόφαση : «Όμως η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχύζεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης γενικά. Τα γεγονότα τα οποία την συνιστούν πρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από την σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορούμενου να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του κατηγορούμενου. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορούμενου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας (βλ. Foyrnidesv. Republic
(1986)2 CLR 73, p. 79 και Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 172). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορούμενου μόνο όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του» Επίσης όπως τέθηκε στην υπόθεση Αθηνής, πιο πάνωτο Δικαστήριο πρέπει να αποφασίζει όχι μόνο κατά πόσο τα γεγονότα της υπόθεσης συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορούμενου, αλλά επίσης ότι δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα. Η καταδίκη μπορεί να θεμελιωθεί ακόμα και στις περιπτώσεις όπου η περιστατική μαρτυρία είναι η μοναδική μαρτυρία που συνδέει τον κατηγορούμενο με το αδίκημα. Σχετική είναι η υπόθεση Σάββας v. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 258 που αφορούσε μαρτυρία δακτυλικών αποτυπωμάτων και στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα στην σελ. 260: «Αναγνώριση μέσω δακτυλικών αποτυπωμάτων από εμπειρογνώμονες σ' αυτά είναι επιτρεπτή και δυνατό να είναι αρκετή για να θεμελιώσει καταδίκη παρόλο ότι αποτελεί τη μόνη μαρτυρία αναγνώρισης». Σχετικά επίσης είναι και τα όσαλέχθηκαν στην Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 296 : «Μπορεί το κάθε στοιχείο που σχετιζόταν με τις κινήσεις του Εφεσείοντος από μόνο του να μην είχε μεγάλη αποδεικτική αξία, αλλά η σωρευτική αξία της περιστατικής μαρτυρίας ήταν, κατά την κρίση μας, αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη. Δεν πρόκειται για περίπτωση που τα ίδια στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας, αντικειμενικά κρινόμενα, δείχνουν ταυτόχρονα προς δύο κατευθύνσεις, αυτή της αθωότητας και αυτή της ενοχής. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν τέθηκε οτιδήποτε το ουσιαστικό ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου που να υποστηρίζει οτιδήποτε άλλο από ενοχή. Κάποιοι ισχυρισμοί που τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου υπό μορφή υποβολών, εξετάστηκαν ενδελεχώς και ορθά αποκλείστηκαν. Η αποδεικτική αξία της περιστατικής μαρτυρίας, σύμφωνα με τη νομολογία μας, είναι δεδομένη. Όπως αναφέρθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9, η περιστατική μαρτυρία:- «Δεν υπολείπεται σε δύναμη οποιασδήποτε άλλης μορφής μαρτυρίας. Τα σκόρπια μέρη της μπορεί να αποκτήσουν τέτοια συνεκτικότητα που να εδραιώσουν, με ακαταμάχητη πειστικότητα, την καταδίκη για ένα έγκλημα. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση Fournidesv. Republic
(1986)2 C.L.R. 73, υπόθεση εμπρησμού φαρμακείου από τον ιδιοκτήτη του, που τα μεμονωμένα στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας δεν οδηγούσαν πουθενά. Όμως η σωρευτική τους θεώρηση δημιούργησε τέτοια αξιοθαύμαστη συνοχή που κατέστησε αναπόφευκτη την καταδίκη. Παραπέμπουμε επίσης στην Khadar a.o. v. Republic
(1978)2C.L.R. 132, Ξυδιάς, ανωτέρω και Παντελή v. Κωνσταντίνου
(2001)2 Α.Α.Δ. 708.» Όπως περαιτέρω υποδείχθηκε στην Παφίτης κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102, η περιστατική μαρτυρία όχι μόνο μπορεί να οδηγήσει σε εξίσου ασφαλή συμπεράσματα, αλλά όταν είναι συμπερασματική, όπως εδώ από τις κινήσεις του Εφεσείοντος στους χώρους που βρέθηκαν τα ναρκωτικά «τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους» (βλ. επίσης Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2012)2 A.A.Δ. 231. Στην προκειμένη περίπτωση, τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τις κινήσεις του Εφεσείοντος, συνάδουν μόνο με την ενοχή του. Δε συμφωνούμε με το συνήγορο του Εφεσείοντος ότι το δικαστήριο δεν εξέτασε το ενδεχόμενο ενορχήστρωσης. Αυτό έγινε σε αρκετά σημεία της απόφασης, όταν αξιολογείτο η μαρτυρία του κάθε μάρτυρος σε σχέση με την πάγια αυτή θέση της Υπεράσπισης. Κατά την κρίση μας, ορθά απορρίφθηκε αυτό το ενδεχόμενο, αφού ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου δεν υπήρχε οτιδήποτε που εύλογα να υποδείκνυε προς μια τέτοια κατεύθυνση, ενώ αντίθετα, η σωρευτική επίδραση των κινήσεων του Εφεσείοντος προς τους δύο χώρους στους οποίους υπήρχαν κρυμμένα τα ναρκωτικά, υποδείκνυαν σαφέστατα προς άλλη κατεύθυνση. Η ενορχήστρωση μαρτυρίας πρέπει να τεκμηριώνεται και όχι να αφήνεται όπως εδώ, να αιωρείται ως μια απλή υπόθεση (βλ. Δεσπότης v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 287, 290)». Αναφορά πρέπει να γίνει και στην υπόθεση Ιωάννου άλλως Τίτος κ.α. v. Δημοκρατίας, 2000
(2)ΑΑΔ 409 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ερχόμαστε στη δακτυλοσκοπική απόδειξη. Η αξία της δεν αμφισβητείται. Υπόκειται όμως, όπως και κάθε άλλη μαρτυρία, στην εκτίμηση του δικαστή. Αποτύπωμα στον τόπο του εγκλήματος σημαίνει ότι το πρόσωπο που το άφησε ήλθε σε επαφή με το αντικείμενο αυτό. Δε συνάγεται όμως κατ' ανάγκη ότι είναι ο δράστης του εγκλήματος. Η άρνηση ενοχής συναρτάται και εκτιμάται σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η επαφή». Βοηθητικά για την εξέταση της παρούσας υπόθεσης είναι και τα όσα αποφασίσθηκαν στην Σωτήρης Γεωργίου v. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 485,στην οποία ακυρώθηκε καταδίκη που βασίσθηκε μόνο σε περιστατική μαρτυρία και ειδικότερα στην ύπαρξη δαχτυλικών αποτυπωμάτων και μεικτού γενετικού υλικού. Λέχθηκαν στην απόφαση αυτή τα ακόλουθα: « Όπως έχει τονιστεί και στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 428, όπου η καταδίκη στηρίζεται σε περιστατική μαρτυρία, αυτή πρέπει να οδηγεί εκεί ως τη μόνη λογική κατάληξη, χωρίς να υπάρχουν κενά στην πορεία της. Η απομόνωση του γενετικού υλικού του εφεσείοντα επέτρεπε λογικά την ταύτισή του με αυτό, αλλά και την παρουσία του κοντά στο αυτοκίνητο. Δεν αποδεικνύεται όμως ο τόπος και χρόνος της παρουσίας αυτής. Δεν δικαιολογείται το αναμφισβήτητο συμπέρασμα που οδήγησε στην καταδίκη του εφεσείοντα ότι το γενετικό υλικό εναποτέθηκε κατά τη διάπραξη του αδικήματος. Δεν υπήρχε οποιαδήποτε μαρτυρία που να δικαιολογεί μια τέτοια κατάληξη. Η μόνη μαρτυρία που υπήρχε είναι ότι ο εφεσείων ακούμπησε, ίσως, το χερούλι της πόρτας του αυτοκινήτου. Περαιτέρω, το μεικτό γενετικό υλικό που βρέθηκε στην εσωτερική πλευρά της πόρτας δεν βοηθά καθόλου την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, γιατί, η διαπίστωση του κ. Καριόλου που έδωσε τη σχετική μαρτυρία, ότι ο εφεσείων δεν μπορεί να αποκλειστεί από δότης μέρους του μεικτού γενετικού υλικού που είχε απομονωθεί, προφανώς δεν είναι στέρεη βάση για καταδίκη. Αφήσαμε τελευταία την κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου για την έλλειψη εξήγησης της παρουσίας του γενετικού υλικού από τον εφεσείοντα. Η εναντίον του εφεσείοντα μαρτυρία είναι περιστατική. Στην υπόθεση Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 επιβεβαιώθηκε ότι όταν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής στηρίζεται ουσιαστικά σε περιστατική μαρτυρία, αν πρόκειται να στηρίξει καταδίκη, θα πρέπει να αναδεικνύεται ασυμβίβαστη με οτιδήποτε άλλο εκτός από την ενοχή του κατηγορουμένου. Στην ίδια υπόθεση επισημάνθηκε επίσης το δικαίωμα του κατηγορουμένου να μην καταθέσει ενόρκως, καθώς και το ότι δεν μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα ή οποιοσδήποτε συσχετισμός εν όψει της άσκησης του δικαιώματος αυτού. Αν στο τέλος της υπόθεσης παραμένει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει κάθε στοιχείο της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι΄ αν είναι (Charitonosv. Republic
(1971)2 C.L.R. 40 καιAnastassiadesv. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). ΄Αν και ένα ένα τα κομμάτια της περιστατικής μαρτυρίας δεν συνιστούν από μόνα τους απόδειξη της ενοχής του κατηγορουμένου, το συλλογικό τους αποτέλεσμα όταν ιδωθεί μαζί, μπορεί να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου, νοουμένου πάντα ότι το αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας δεν θα είναι συμβατό, με οποιανδήποτε άλλη βάση, πλην της ενοχής του κατηγορουμένου. Ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σύνολο (Fournidesv. Republic
(1986)2 C.L.R. 73 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 A.A.Δ 172). Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση, αφ΄ ενός, και να μην μπορεί να συμβιβαστεί, αφ΄ ετέρου, με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας (βλέπε μεταξύ άλλων Παφίτης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102, 119-120). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνο όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του. Ως προς το γενετικό υλικό έχει λεχθεί ότι η ταύτιση αποτυπωμάτων στη σκηνή χωρίς να δοθεί από τον κατηγορούμενο οποιαδήποτε δικαιολογία, θεμελιώνει ότι ο κατηγορούμενος συνδέεται με τη διάπραξη του αδικήματος (Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 746 και Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 571). Όμως στη μεν Αντωνίου γενετικό υλικό του κατηγορουμένου βρέθηκε στην εσωτερική επιφάνεια δακτυλίου περόνης ασφαλείας της χειροβομβίδας που προκάλεσε την έκρηξη, καθώς και στην εξωτερική επιφάνεια του μοχλού όπλισής της, ενώ στη Γρηγορίου υπήρχε σαφής διαπίστωση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι τόσο στην κουκούλα την οποία φορούσε ο δράστης της ένοπλης ληστείας, όσο και στη μοτοσικλέτα που χρησιμοποίησε, βρέθηκε γενετικό υλικό του κατηγορουμένου. Επιπροσθέτως στην Αντωνίου διαπιστώθηκε ότι το άλλοθι που προέβαλε ο κατηγορούμενος ήταν ψευδές. Αντίθετα, στην παρούσα υπόθεση, γενετικό υλικό του εφεσείοντα εντοπίστηκε μόνο στο χερούλι της πόρτας του αυτοκινήτου από το οποίο έγινε η κλοπή των εμπορευμάτων και η κακόβουλη ζημιά. Η ανεύρεση του γενετικού υλικού δεν έχει την αμεσότητα και τη σύνδεση με το αδίκημα που υπήρχε στις υποθέσεις Αντωνίου και Γρηγορίου. Περαιτέρω, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Α. 428, παντελής έλλειψη οποιασδήποτε άλλης περιστατικής μαρτυρίας, πλην του εντοπισμού γενετικού υλικού του εφεσείοντα στη σκηνή, αφαιρεί την ασφάλεια του υπόβαθρου της καταδίκης. Σε μια τέτοια περίπτωση η κατάληξη σε συμπεράσματα ενοχής του κατηγορουμένου από την παράλειψή του να δώσει εξηγήσεις για την ύπαρξη γενετικού του υλικού στη σκηνή ουσιαστικά θα μετέθετε το βάρος απόδειξης στους ώμους του κατηγορουμένου, ο οποίος ουσιαστικά καλείται να αποδείξει την αθωότητά του. Η απαιτούμενη από τη νομολογία ασφαλής κατάληξη, μέσα από περιστατική μαρτυρία, στο αναπόφευκτο συμπέρασμα ενοχής του εφεσείοντα, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, δεν υπάρχει στην παρούσα υπόθεση. Υποθέσεις, όσο εύλογες κι΄ αν είναι δεν επιτρέπονται. Η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου για ενοχή του εφεσείοντα, δεν είναι ασφαλής, μια και με την περιστατική μαρτυρία που υπήρχε δεν αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και αναπόφευκτα η ενοχή του. Όσο έντονες ενδείξεις κι΄ αν δημιουργεί η απομόνωση γενετικού υλικού του εφεσείοντα στο χερούλι της πόρτας, δεν είναι αρκετή για να αποδειχτεί, ελλείψει, ιδίως, έστω και ίχνους άλλης μαρτυρίας εναντίον του, η ενοχή του". Έτσι και στην παρούσα υπόθεση η ύπαρξη του γενετικού υλικού του κατηγορούμενου τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό της μπαταρίας του φαναριού, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτός ήλθε σε επαφή με το φανάρι. Δεν αποδεικνύεται όμως ο τόπος και χρόνος που έγινε αυτό, όπως ακόμα και δεν αποδεικνύεται και ο τρόπος που τέθηκε. Ιδιαίτερα λαμβανομένης υπόψη της εργασίας του κατηγορούμενου στο κατάστημα Jumbo στο οποίο ασκούσε καθήκοντα αποθηκάριου όπως πιο πάνω εκτίθεται. Με βάση και μόνο την ύπαρξη γενετικού υλικού στα δύο σημεία του φαναριού δεν μπορεί να εξαχθεί ως μοναδικό και αναπόδραστο, ακόμα και αδιαμφισβήτητο το συμπέρασμα για την ενοχή του κατηγορούμενου στο αδίκημα που του αποδίδεται στο βαθμό που απαιτείται και είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εφόσον ο κατηγορούμενος εργαζόταν λίγο καιρό πριν τη διάρρηξη στο κατάστημα Jumbo και είχε τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω, δεν μπορεί να αποκλειστεί ως πιθανότητα το γενετικό του υλικό να τοποθετήθηκε εκεί κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των εργασιών του. Και αυτό γιατί από τη στιγμή που εντός των καθηκόντων του ήταν και η συγκεκριμένη ενέργεια και ασχέτως του αριθμού των φαναριών στα οποία πράγματι τοποθετούνταν μπαταρίες, δεν μπορεί να αποκλεισθεί ως πιθανότητα ότι η τοποθέτηση του γενετικού υλικού στο φανάρι έγινε μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του αυτών, πιθανότητα βέβαια που μειώνεται ή αυξάνεται ανάλογα και με τον αριθμό των φαναριών στα οποία γινόταν αυτή η τοποθέτηση και η οποία όμως σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Το γεγονός λοιπόν ότι ο κατηγορούμενος εργαζόταν στο συγκεκριμένο κατάστημα λίγο πριν τη διάρρηξη και μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του ως αποθηκάριος ήταν επιφορτισμένος με την τοποθέτηση μπαταριών μέσα στα αντικείμενα που εκθέτονταν προς πώληση, είναι στοιχείο που δημιουργεί πράγματι αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου. Και αυτό χωρίς να μου διαφεύγει ότι δεν ανάφερε στην κατάθεση του, Τεκμήριο 2 ότι τέτοιο φανάρι είχε ξαναδεί κατά το χρόνο που εργαζόταν στο κατάστημα. Ιδιαίτερα από την στιγμή που από την πρώτη του κατάθεση είπε για την εργασία του στο συγκεκριμένο κατάστημα. Ακόμα μια απορία δημιουργείται από το γεγονός ότι γενετικό υλικό του κατηγορούμενου εντοπίσθηκε μόνο στο φανάρι και σε κανένα άλλο από τα αντικείμενα που βρέθηκαν στην σκηνή. Διότι το πιο πιθανό θα ήταν ο δράστης να μην χρησιμοποίησε μόνο το φανάρι αλλά και κάποιο άλλο από τα αντικείμενα αυτά. Όλα τα πιο πάνω δημιουργούν αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου που όπως επισημάνθηκε στην Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας, πιο πάνω επενεργούν προς όφελος του κατηγορούμενου και δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν σε απαλλαγή του. Αξίζει τέλος να λεχθεί ότι ακόμα και στην περίπτωση που γινόταν αποδεκτό ότι ο κατηγορούμενος είχε τραυματισθεί στις 6/5/2010, την ημερομηνία δηλαδή της διάρρηξης και πάλι το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο. Και αυτό γιατί πολλά πρόσθετα ερωτηματικά και αμφιβολίες θα δημιουργούνταν για την ενοχή του κατηγορούμενου. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους. Σύμφωνα με τα όσα η Μ.Κ.1 αναφέρει στη γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο Α), οι δύο δράστες όταν πήδηξαν από τα κάγκελα του σπιτιού της έτρεξαν προς τον πεζόδρομο που βρίσκεται δίπλα από το σπίτι της και κατάφεραν να διαφύγουν. Εύλογα λοιπόν κατά την κρίση μου θα γεννιόταν το ερώτημα πως θα ήταν δυνατόν ο κατηγορούμενος, ενώ είχε υποστεί τέτοιο τραυματισμό να μπορέσει να τρέξει και να καταφέρει μάλιστα να διαφύγει όπως ήταν η μαρτυρία της Μ.Κ.1; Επιπρόσθετα η Μ.Κ.1 όταν της ζητήθηκε να δει τον κατηγορούμενο είπε ότι ο κατηγορούμενος δεν της θύμιζε κάτι και ότι και οι δύο δράστες ήταν πιο αδύνατοι από αυτόν. Όλα τα πιο πάνω θα δημιουργούσαν πρόσθετες αμφιβολίες για την ενοχή του κατηγορούμενου και δεν θα ήταν δυνατόν να καταλήξουν σε καταδίκη του. Με βάση όλα τα πιο πάνω, κρίνεται ότι η κατηγορούσα αρχή, απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα που καταλογίζεταιστον κατηγορούμενο. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.).......... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.