← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΛΕΩΝΙΔΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 4046/15, 13/5/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΛΕΩΝΙΔΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 4046/15, 13/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B82 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4046/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΛΕΩΝΙΔΟΥ Κατηγορούμενου -------------------------- Ημερομηνία: 13 Μαΐου, 2016 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ν. Χατζηκωνσταντίνου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Η. Κονναρής (για να ακούσει απόφαση η κα. Κάντου) Κατηγορούμενος, παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί ενοχή στα ακόλουθα αδικήματα:

  1. Ότι στις 15/7/2014 ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΕΑΜ 145 στη συμβολή των οδών Μισιαούλη και Καβάζογλου και Ιστικλάλ, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε το θάνατο του Παναγιώτη Ιακώβου κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε.
  2. Ότι κατά τον ίδιο χρόνο με την 1η κατηγορία, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΕΑΜ 145 χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους, κατά παράβαση των άρθρων 3

(1)(α)
(3)
(4)
(5), 38 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων Νόμου (Ασφάλισης Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμος, Ν. 96(Ι)/2000όπως τροποποιήθηκε. 3. Ότι κατά τον ίδιο χρόνο με την 1η κατηγορία, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΕΑΜ 145 καθ' υπέρβαση του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας, με ταχύτητα 58 ΧΑΩ αντί 50 ΧΑΩ, κατά παράβαση των άρθρων 6
(2)
(3)
(7)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72, όπως τροποποιήθηκε. Η κατηγορούσα αρχή παρέθεσε με έκθεση γεγονότων (Τεκμήριο Α) τα ακόλουθα γεγονότα που συνθέτουν τα πιο πάνω αδικήματα. Στις 15/7/2014 και περί ώρα 15:40 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής ΕΑΜ 145, χωρίς να είναι κάτοχος πιστοποιητικού ασφάλειας, στην οδό Ιστικλάλ με νότια κατεύθυνση και με ταχύτητα περί των 58 ΧΑΩ. Πλησιάζοντας στη συμβολή με την οδό Μισιαούλη και Καβάζογλου που είναι ο κύριος δρόμος χρησιμοποίησε τα φρένα του για να σταματήσει χωρίς όμως να τα καταφέρει με αποτέλεσμα να εισέλθει εντός της οδού Μισιαούλη και Καβάζογλου με δεξιά κλίση και να συγκρουστεί βίαια με το όχημα με αρ. εγγραφής ΚΡΡ915 που οδηγούσε το θύμα, Παναγιώτης Ιακώβου, με ανατολική πορεία στην οδό Μισιαούλη και Καβάζογλου. Από τη σύγκρουση των δύο οχημάτων το όχημα ΚΡΡ915 που οδηγούσε το θύμα ανασηκώθηκε στον αέρα και εισερχόμενο στην αντίθετη πορεία κυκλοφορίας συγκρούστηκε επίσης βίαια με το μονοκάμπινο όχημα με αρ. εγγραφής ΗΥΤ366 που οδηγούσε ο ΜΚ1 στο κατηγορητήριο δυτικά στη οδό Μισιαούλη και Καβάζογλου. Από τις διαδοχικές συγκρούσεις το όχημα ΚΡΡ915 ανατράπηκε στην άσφαλτο και κατά την ανατροπή του το θύμα, το οποίο δεν ήταν προσδεμένο με ζώνη ασφαλείας, εκτινάχθηκε μερικώς από το όχημα του, και πέφτοντας στην άσφαλτο καταπλακώθηκε από το ίδιο το όχημα του με αποτέλεσμα να τραυματιστεί θανάσιμα. Επίσης κατά τις διαδοχικές συγκρούσεις συντρίμμια των ενεχομένων οχημάτων κτύπησαν στο όχημα με αρ. εγγραφής KPS758 με οδηγό τον ΜΚ3 στο κατηγορητήριο το οποίο ήταν σταθμευμένο στη νότια πλευρά της οδού Μισιαούλη και Καβάζογλου με δυτικό μέτωπο. Το θύμα μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του. Τα οχήματα εντοπίστηκαν όλα στις τελικές τους θέσεις. Από σχετικό έλεγχο που έγινε διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος και ο ΜΚ 1 δεν οδηγούσαν υπό την επήρεια αλκοόλης. Ο ΜΚ1 τραυματίστηκε ελαφρά. Ετοιμάστηκε σχέδιο της σκηνής (Τεκμήριο Β) ενώ ο Αστ 2009, Αντώνης Αντωνίου (ΜΚ 11 στο Κατηγορητήριο) ετοίμασε έκθεση διερεύνησης συνθηκών και αναπαράστασης του δυστυχήματος η οποία έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο ΣΤ. Τα προσόντα του εν λόγω αστυφύλακα δεν έχουν αμφισβητηθεί, περιέχονται στην σχετική έκθεση (βλ. σελ. 2 και σχετικό παράρτημα με τα πιστοποιητικά του) και έχω ικανοποιηθεί ότι είναι εμπειρογνώμονας μάρτυρας στην αναπαράσταση τροχαίων δυστυχημάτων. Τα συμπεράσματα στην εν λόγω έκθεση είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικά. Κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στα συμπεράσματα του στις σελ 21 και 22: «3)Το όριο ταχύτητας στην οδό Ιστικλάλ είναι 50 ΧΑΩ. Στο section 6.3 διαπιστώνεται ότι η ταχύτητα που εκινείτο το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΑΜ145 στην αρχή των ιχνών τροχοπέδησης του που βρέθηκαν στην σκηνή του δυστυχήματος, ήταν μεγαλύτερη των 58 ΧΑΩ. Το μεγαλύτερο ίχνος του, (αριστερό), είχε μήκος 16,5 μέτρα. Ωστόσο, το όχημα δεν ακινητοποιήθηκε στο τέρμα των ιχνών του αλλά ο οδηγός του σταμάτησε να χρησιμοποιεί τα φρένα του με αποτέλεσμα να συνεχιστεί η πορεία του και να προκληθεί το δυστύχημα. Η εξίσωση η οποία χρησιμοποιήθηκε με βάση τα ίχνη τροχοπέδησης του εν λόγω οχήματος αφορά ακινητοποίηση κατά το τέλος της τροχοπέδησης. Επομένως η ταχύτητα των 58 ΧΑΩ δεν είναι η ακριβής ταχύτητα του εν λόγω οχήματος στην αρχή της τροχοπέδηση του αλλά η ταχύτητα που θα είχε το όχημα εάν τροχοπεδούσε σε ακινητοποίηση. Ως εκ τούτου, ο οδηγός του οχήματος, Διομήδης Λεωνίδου, οδηγούσε το όχημα του πέραν του ορίου ταχύτητας των 50 ΧΑΩ και σίγουρα με ταχύτητα πέραν των 58 ΧΑΩ. 4) Εάν ο Λεωνίδου οδηγούσε το όχημα του εντός του ανώτατου από τον Νόμο επιτρεπτού ορίου των 50 ΧΑΩ κι έκανε χρήση των φρένων του μέχρι πλήρης ακινητοποίησης του οχήματος του, αυτό θα σταματούσε σε απόσταση 11,90 μέτρων από την έναρξη των ιχνών τροχοπέδησης του, (section 6.4). Επακόλουθο θα ήταν η αποφυγή του δυστυχήματος αφού το όχημα του θα ακινητοποιείτο προ της συμβολής. 5) Ο οδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής ΚΚΡ915, Παναγιώτης Ιακώβου, δεν είχε τον εύλογο χρόνο να αντιληφθεί τον κίνδυνο, ο οποίος πλησίαζε από τα αριστερά του και να αντιδράσει. Ο χρόνος ο οποίος είχε στην διάθεση του για να αντιληφθεί το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΑΜ145 και να προβεί σε κάποια ενέργεια προς αποφυγή σύγκρουσης μαζί του, ήταν λιγότερος των 0,612 δευτερολέπτων, (section 6.5).» Το όριο ταχύτητας στο δρόμο που συνέβη το δυστύχημα είναι 50 ΧΑΩ. Το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της ημέρας και το οδόστρωμα ήταν στεγνό. Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν έχει βαθμούς ποινής. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου στην αγόρευση του ανέφερε συμπληρωματικά ως προς τις περιστάσεις του δυστυχήματος ότι ο κατηγορούμενος εφάρμοσε τα φρένα του αλλά ταυτόχρονα εφάρμοσε και τον επιταχυντή («πάτισε πεζίνα»). Η δυνατότητα αντίδρασης ήταν μειωμένη λόγω ηλικίας και υγείας. Ως προς τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, υιοθέτησε την έκθεση που ετοιμάστηκε από το Γραφείο Ευημερίας. Όπως αναφέρεται στην σχετική έκθεση ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 79 ετών, συνταξιούχος, διαζευγμένος με δύο ενήλικες θυγατέρες ηλικίας 35 και 33 ετών. Λαμβάνει σύνταξη €770 και ζει σε τουρκοκυπριακή οικία. Κατάγεται από την Μόρφου και εργαζόταν ως ράφτης από τα 13 του χρόνια. Παρουσιάζει χρόνια κατάθλιψη και τυγχάνει φροντίδας από ιδιώτη φροντιστή της οποίας τα έξοδα ανέρχονται στο ποσό των €240 μηνιαίως. Σύμφωνα με βεβαιώσεις των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας, Τεκμήριο Γ βεβαίωση ημερομηνίας 11/6/2015 και Τεκμήριο Δ βεβαίωση ημερομηνίας 22/5/2015, ο κατηγορούμενος πάσχει από χρόνια καταθλιπτική διαταραχή από το 1998. Λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Ο συνήγορος του, συμπληρωματικά ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να φροντίζει τον εαυτό του και φορεί πάνες (βλ. Τεκμήριο ΣΤ - Επισύναψη Δήλωσης παροχής ευεργετήματος πενίας). Μετά το δυστύχημα νοσηλεύτηκε για δυο εβδομάδες στο ψυχιατρείο της Αθαλάσσας. Φέρει βαρέως τις επιπτώσεις του δυστυχήματος. Κατά το χρόνο του δυστυχήματος ο κατηγορούμενος αν και δεν είχε ασφάλεια είχε άδεια οδήγησης. Είχε κριθεί από ιατρό ως ικανός για να κατέχει άδεια οδήγησης. Ανέφερε επίσης ότι τυχόν αποζημίωση της οικογένειας του θύματος δεν εξαρτάται από τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Όσον αφορά την 1η κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154: «Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 19 του Ν.86/72 το Δικαστήριο έχει εξουσία να στερήσει σε κατηγορούμενο που κρίνεται ένοχος για τροχαίο αδίκημα το δικαίωμα να κατέχει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει και με το άρθρο 20 Α να επιβάλει και βαθμούς ποινής στην άδεια του[1]. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού
(2009)2 ΑΑΔ 543, 549, τονίστηκε η σοβαρότητα των αδικημάτων της φύσης αυτής και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, δεδομένης της μεγάλης συχνότητας αλλά και των τραγικών συνεπειών της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων. Στη Νικολάου ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B205, Π.Ε. 195/2014, 20/3/2015, συγκεφαλαιώθηκαν οι κατευθυντήριες γραμμές επιβολής ποινής σε σχέση με το εξεταζόμενο αδίκημα (με αναφορά στις R. v. Guilfoyle 57 Cr.App.R. 549, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 ΑΑΔ 331, Παμπακάς κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 487, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109). Τις παραθέτω:
  1. Το είδος και η έκταση της ποινής είναι πρωταρχική ευθύνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Σε τέτοιου είδους αδικήματα δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή. Στην αρμόζουσα ποινή το δικαστήριο καταλήγει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορουμένου, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η επικίνδυνη οδήγηση στοιχίζει πόρους και ζωές. Η επιμέτρηση της ποινής είναι άμεσα σχετιζόμενη με την έκταση και την υφή της αμέλειας που προκάλεσε το θάνατο, δηλαδή με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του κατηγορουμένου που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου, σε συνάρτηση βέβαια με τις προσωπικές του συνθήκες, οι οποίες θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη.
  2. Όταν το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου είναι καλό, πρέπει να επιβάλλεται χρηματική ποινή και στέρηση της άδειας οδηγού, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας.
  3. Όταν όμως το θανατηφόρο δυστύχημα προκαλείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών ή από απερίσκεπτη οδήγηση, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού. Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια εμπεριέχει και το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων.
  4. Είναι θεμελιωμένο ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, αν δηλαδή θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης ή όχι. Με αναφορά στην Παντέλα ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 562 και την R. v. Boswell [1984] 3 All ER 353, παρατίθενται περαιτέρω, στην προρρηθείσα απόφαση, ενδεικτικοί επιβαρυντικοί και μετριαστικοί παράγοντες που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιβολή ποινής:
  1. Ως επιβαρυντικοί παράγοντες κρίνονται, η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, η υπερβολική ταχύτητα, η αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες του και η επί μακρόν επίμονη και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια). Επιβαρυντικός παράγων είναι επίσης η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθειά του να αποφύγει έλεγχο ή τη σύλληψη.
  2. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατός του στον οδηγό.
  3. Όπου υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη. Το ερώτημα που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο η οδήγηση του κατηγορούμενου μπορεί να χαρακτηριστεί εγωιστική ή αδιάφορη για την ασφάλεια άλλων προσώπων, αν δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του τη δεδομένη στιγμή, ήταν απερίσκεπτος (και αλόγιστος[2]) ή επικίνδυνος. Περεταίρω θα πρέπει να εξεταστεί αν το λάθος του ήταν στιγμιαίο. Οι όροι αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ζυπιτής κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220,230). Για να καταδειχθεί απερισκεψία το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι: 1. (α) Ο κατηγορούμενος πράγματι οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης φυσικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που θα τύγχανε να χρησιμοποιούσε το δρόμο ή ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία· και, (β) ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτό τον τρόπο χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του προς την δυνατότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, αφού αναγνώρισε πως υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εν τούτοις προχώρησε αναλαμβάνοντάς τον (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου
(2002)2 ΑΑΔ 473, Μαρίνου Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:B267, Π.Ε.140/2014, 8/4/2015, R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και R. v. Reid [1992] 3 All ER 673).
  1. Αρκεί η αντίληψη του κινδύνου ως μιας δυνατότητας («possibility») παρά πραγματικής ή ουσιαστικής πιθανότητας («probability») δεν απαιτείται δηλαδή υποκειμενική επίγνωση και ενσυνείδητη ανάληψη συγκεκριμένου κινδύνου (βλ. Μαρίνου Ιωάννου).
  2. Το κατά πόσο ο κίνδυνος που δημιουργήθηκε από τον τρόπο οδήγησης του οχήματος ήταν ταυτόχρονα εμφανής και σοβαρός είναι ζήτημα γεγονότων και κριτήριο, το επίπεδο του συνήθους συνετού οδηγού. Το κριτήριο εξέτασης είναι αντικειμενικό. Αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι είχε δημιουργηθεί εμφανής και σοβαρός κίνδυνος από τον τρόπο οδήγησης του κατηγορούμενου δικαιούται να συμπεράνει ότι ο κατηγορούμενος είχε τη μια ή την άλλη από τις νοητικές καταστάσεις που στοιχειοθετούν το αδίκημα· πρέπει όμως να εξετάσει οποιαδήποτε εξήγηση την οποία ο ίδιος ο κατηγορούμενος δίδει αναφορικά με τη νοητική του κατάσταση η οποία είναι δυνατό να αναιρέσει το συμπέρασμα. Εξετάζεται δηλαδή η υποκειμενική αντίληψη του κατηγορούμενου (βλ. Χρυσοστόμου, Lawrence και Reid).
  3. Απερίσκεπτη πράξη ή συμπεριφορά δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο συγκεκριμένο τρόπο οδήγησης και η απερισκεψία μπορεί να μη συνδέεται με αυτό καθ' εαυτό τον τρόπο της οδήγησης (βλ. Χρυσοστόμου, Lawrence και Reid). Για να καταδειχθεί επικίνδυνη οδήγηση, πρέπει:
  4. Να αποδειχθεί η πρόκληση, αντικειμενικά ιδωμένης, επικίνδυνης κατάστασης από σφάλμα του οδηγού (βλ. Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233, 238, Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115, 124-125, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18 και την R. v. Gosney
(1971)2 Q.D. 674).
  1. Η λέξη «επικίνδυνη» σημαίνει αυτήν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους (βλ. Σαζός).
  2. Η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα, όπου αναζητείται κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό (βλ. Σάββα).
  3. Η έννοια «σφάλμα» δεν περιλαμβάνει κατ' ανάγκη εσκεμμένη παράβαση ή απερισκεψία ή πρόθεση οδήγησης κατά τρόπο που αντίκειται στο ορθό επίπεδο οδήγησης. Εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μια αιτία (βλ. Πέτρου, Σάββα, Σαζός και Gosney). Από τα γεγονότα όπως έχουν τεθεί ενώπιον μου, διαφαίνεται ότι, η αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος ήταν η οδήγηση του οχήματος με τέτοια ταχύτητα και τρόπο ώστε να μην ήταν δυνατή η έγκαιρη και επιτυχής εφαρμογή των φρένων στο αλτ η οποία σε συνδυασμό με λανθασμένο χειρισμό του οχήματος από πλευράς του κατηγορουμένου προκάλεσε το δυστύχημα. Ο κατηγορούμενος οδηγούσε καθ' υπέρβαση του ορίου ταχύτητας, που ήταν και όπως φαίνεται η γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος, και ανασφάλιστος. Δεν έχει σημασία η μικρή υπέρβαση του ορίου. Αυτό που έχει σημασία είναι η επικινδυνότητα της υπέρβασης. Η επικινδυνότητα συναρτάται άμεσα με τις συνθήκες που επικρατούν τη δεδομένη στιγμή, τη φύση του δρόμου και της περιοχής. Η υπέρβαση, όπως φαίνεται και από το αποτέλεσμα, ήταν επικίνδυνη. Στην προκειμένη περίπτωση η οδήγηση του κατηγορουμένου ήταν απερίσκεπτη. Ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του κατά τρόπο που δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης φυσικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που θα τύγχανε να χρησιμοποιούσε το δρόμο ή ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία και χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του προς την δυνατότητα ύπαρξης του κινδύνου. Δεν κρίνω ότι αναγνώρισε την ύπαρξη κάποιου κινδύνου και ότι εν τούτοις προχώρησε αναλαμβάνοντάς τον. Εξέτασα, αν και δεν έγινε ειδικά εισήγηση, της ύπαρξης στιγμιαίας αμέλειας, ότι δηλαδή ο λανθασμένος χειρισμός από τον κατηγορούμενο ήταν στιγμιαίο λάθος. Δεν κρίνω υπό τις περιστάσεις ότι συνέβη κάτι τέτοιο. Ο λανθασμένος χειρισμός του οχήματος θα πρέπει να συνεκτιμηθεί με το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε με ταχύτητα που καθιστούσε λανθασμένο χειρισμό πιο πιθανό, όπως εν τέλει και έγινε. Δεν έχει σημασία επομένως αν το σφάλμα ήταν στιγμιαίο στην προκειμένη περίπτωση. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι αιτία του σφάλματος ήταν η επικίνδυνη κατάσταση που δημιούργησε ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Δεν μου διαφεύγει βέβαια ότι το θύμα δεν έφερε ζώνη ασφαλείας και όπως προκύπτει από τα τεθέντα γεγονότα εκτινάχθηκε μερικώς έξω από το όχημα του και ακολούθως καταπλακώθηκε από αυτό. Η παράλειψη του κατηγορούμενου συνδυάζεται και με τον επιβαρυντικό παράγοντα της ανασφάλιστης οδήγησης που αφορά και την 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει. Στην υπόθεση Ηλίας Σ. Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 57, 61 αναφέρθηκε ότι οι σοβαρές επιπτώσεις για τα θύματα δυστυχημάτων από ανασφάλιστη χρήση οχήματος καθιστούν το αδίκημα σοβαρό. Εναπόκειται μάλιστα στον κατηγορούμενο να θέσει στο Δικαστήριο ειδικούς λόγους για να μην του στερηθεί η άδεια οδήγησης. Οι σχετικές ποινές αναφέρονται το άρθρο 3
(4)
(5)[3] του Περί Ασφάλισης Μηχανοκινήτων Οχημάτων Νόμου (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου, Ν.96(Ι)/2000. Έλαβα υπόψη μου βέβαια ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου ότι έχει παραδεχθεί ευθύνη και ότι μέχρι σήμερα δεν διέπραξε άλλο αδίκημα. Τα ιδιαίτερα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος αποτελούν παράγοντα που πρέπει να συνυπολογίζεται κατά την επιλογή της κατάλληλης ποινής και την επιμέτρηση της. Όμως τα οποιαδήποτε προβλήματα υγείας τα οποία αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο για την αποφυγή επιβολής ποινής φυλάκισης, όταν ο νόμος και οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος καθιστούν επιτακτική τέτοια φυλάκιση (βλ. Cristinel v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 742, Attorney-General v. Mavrokefalos
(1966)2 CLR 93). Έλαβα συγκεκριμένα υπόψη μου τις οικογενειακές του συνθήκες, τη θεραπεία που παρακολουθεί λόγω των ψυχολογικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει και την ηλικία του. Δεν μπορώ όμως να παραγνωρίσω και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχει διαπράξει. Οι ποινές που θα αντιμετωπίσει δεν μπορούν να είναι άλλες εκτός από ποινές στερητικές της ελευθερίας του. Αναφορικά με την στέρηση του δικαιώματος κατοχής ή απόκτησης άδειας οδήγησης του κατηγορούμενου αναφέρθηκε στο Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος δεν οδηγεί πλέον. Επιβάλλω τις ακόλουθες ποινές: - Στην 1η κατηγορία, 6 μήνες φυλάκιση, 8 βαθμούς ποινής και 36 μήνες στέρηση της ικανότητας του να λαμβάνει ή να κατέχει άδεια οδήγησης. - Στην 2η κατηγορία, 3 μήνες φυλάκιση και 18 μήνες στέρηση της ικανότητας του να λαμβάνει ή να κατέχει άδεια οδήγησης. - Στην 3η κατηγορία δεν επιβάλλω οποιαδήποτε ποινή γιατί τα γεγονότα της περιλαμβάνονται στην 1η κατηγορία. Οι ποινές φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδήγησης να συντρέχουν. Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο υπάρχουν λόγοι αναστολής των ποινών φυλάκισης που έχω επιβάλει. Η αναστολή ποινής φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3[4] του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/2003. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο σαν μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Τα δύο θέματα είναι ξεχωριστά. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και αποφασίζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583). Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι (βλ. Demetriou v. R.
(1976)2 J.S.C. 386 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303):
  1. Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο.
  2. Το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής.
  3. Η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Υπό τις περιστάσεις θεωρώ ότι δικαιολογείται η αναστολή των επιβληθεισών ποινών φυλάκισης. Συγκεκριμένα έλαβα υπόψη μου τα ακόλουθα:
  4. Ο κατηγορούμενος έχει ψυχολογικά προβλήματα και χρήζει φροντίδας.
  5. Είναι ηλικίας 79 ετών, δεν έχει τη δυνατότητα προσωπικής του φροντίδας, χρειάζεται βοήθεια φροντιστή.
  6. Είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ως εκ τούτου η ποινές φυλάκισης του Κατηγορουμένου σε σχέση με τις κατηγορίες 1 και 2 αναστέλλονται για τρία έτη από σήμερα. Τα έξοδα της διαδικασίας να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Το Δικαστήριο εξηγεί σε απλή γλώσσα τις συνέπειες διάπραξης αδικήματος κατά την περίοδο αναστολής) (Υπ.).............. Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Sentence/ Causing Death s. 210, Crim. Code. Αναφορά: Ποινική/ Ποινή/ Πρόκληση θανάτου άρθρο 210 ΠΚ. [1] 5-10 βαθμούς ποινής. [2] Στη Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 69, η έννοια «αλόγιστη» εξισώθηκε με την έννοια «απερίσκεπτη» (βλ. σελ. 70 της Απόφασης). [3]
(4)Πρόσωπο που καταδικάζεται για αδίκημα με βάση τις διατάξεις του άρθρου αυτού τιμωρείται- (α) Σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση η οποία δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής ποινής και πρόσωπο που καταδικάζεται για αδίκημα βάσει του άρθρου αυτού θα στερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης (β)...
(5)Εκτός από τέτοιες περιπτώσεις που προβλέπονται από το εδάφιο
(6), στέρηση βάσει των διατάξεων του εδαφίου
(4), εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, θα είναι για περίοδο όχι μικρότερη των έξι μηνών από την ημερομηνία της καταδίκης, ή για τέτοια μεγαλύτερη περίοδο που το Δικαστήριο, κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα θεωρήσει κατάλληλη. [4] 3.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)οσάκις Δικαστήριον επιβάλλη ποινήν φυλακίσεως μη υπερβαίνουσαν τα τρία έτη, τούτο δύναται να διατάξη όπως η ποινή μη εκτελεσθή εκτός εάν, διαρκούσης της εν τω διατάγματι οριζομένης τριετούς περιόδου από της ημέρας της εκδόσεως του διατάγματος (εν τω παρόντι Νόμω αναφερομένης ως "περίοδος εφαρμογής του διατάγματος"), ο καταδικασθείς ήθελε διαπράξει έτερον αδίκημα τιμωρούμενον διά φυλακίσεως και μετά την τοιαύτην διάπραξιν Δικαστήριον ήθελε διατάξει συμφώνως προς το άρθρον 4 όπως η αρχική ποινή εκτελεσθή.
(2)Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.