← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΛΟΥΚΗΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 15062/14, 31/5/2016

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΛΟΥΚΗΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 15062/14, 31/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B96 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ:N. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15062/14 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΛΟΥΚΗΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 31 Μαΐου, 2016 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ν. Χατζηκωνσταντίνου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Σ. Νεοφύτου Κατηγορούμενος, παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος

  1. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες.
  2. Η 1η κατηγορία αφορά πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 («ΠΚ»). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος την 10η Ιουλίου 2010, στη Λεμεσό, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής RW 702 στην οδό Φραγκλίνου Ρούσβελτ, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση, επέφερε το θάνατο της Ανδρονίκης Δημητριάδου τέως από τη Λεμεσό.
  3. Η 2η κατηγορία αφορά οδήγηση, κατά τον ίδιο χρόνο με την 1η κατηγορία, καθ' υπέρβαση του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας με ταχύτητα 58 ΧΑΩ αντί 50 ΧΑΩ, κατά παράβαση των άρθρων 6

(2)
(3)
(7), 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72, («Ν. 86/72») όπως τροποποιήθηκε. Η Μαρτυρία
  1. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη των κατηγοριών, παρουσίασε ως μάρτυρες τον Αστ. 2869, Αργύρη Αργυρού (ΜΚ 1), τον Αν/Λοχία 3027, Ανδρέα Περικλέους (ΜΚ 2) και τον Δρ. Ανδρέα Βορκά (ΜΚ 3). Κατατέθηκαν συνολικά 20 Τεκμήρια, κάποια εκ των οποίων δηλώθηκαν και ως παραδεκτά ως προς το περιεχόμενο τους. Από πλευράς Υπεράσπισης κατέθεσε μόνο ο κατηγορούμενος. Η Μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής Αστ. 2869, Αργύρης Αργυρού (ΜΚ1)
  2. Όπως ανέφερε, υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού στον Κλάδο Διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων. Κατέθεσε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης αστυνομική του κατάθεση (Τεκμήριο 1), στην οποία ανέφερε ότι στις 10/7/2010 και ώρα 19:45 μετέβη στη σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που συνέβη την ίδια μέρα στις 19:30 με ενεχόμενους τον κατηγορούμενο ως οδηγό του οχήματος με αρ. εγγραφής RW 702 και της πεζής, Ανδρονίκης Δημητριάδου («η πεζή»). Η πεζή, που ήταν ηλικιωμένη, είχε τραυματιστεί σοβαρά και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Ο ΜΚ1, στην παρουσία του κατηγορούμενου, πήρε μέτρα στη σκηνή και αριθμό φωτογραφιών. Σε έλεγχο εκπνοής για αλκοόλη στην οποία είχε υποβληθεί ο κατηγορούμενος η ένδειξη ήταν μηδενική. Από τον κατηγορούμενο έλαβε επίσης ανακριτική κατάθεση.
  3. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 2 το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, το συμμετρικό ως Τεκμήριο 3, το σχέδιο επί κλίμακος ως Τεκμήριο 4, δέσμη φωτογραφιών 1-16 της σκηνής του δυστυχήματος και του ενεχόμενου οχήματος ως Τεκμήριο 5, την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου ημερομηνίας 10/7/2010 ως Τεκμήριο 6 και ως Τεκμήριο 7, κατάθεση του κατηγορούμενου ημερομηνίας 18/7/2010 με την οποία βεβαίωνε ότι ήταν παρών κατά τη διενέργεια ελέγχου ταχύτητας που έκανε ο Αν./Λοχίας 3027 με το όχημα με αρ. εγγραφής RW
  4. Στην ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 6) αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με την πρόκληση του δυστυχήματος (παρατίθεται αυτολεξεί το απόσπασμα): «Κατά η ώρα 7:30 μ.μ. οδηγούσα το RW 702 δυτικά στην οδό Φραγκλίνου Ρούσβελτ και κρατούσα την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Φορούσα την ζώνη ασφαλείας και η ταχύτητα μου ήταν 50 χλμ γιατί είδα το μιλίμετρο. Υπήρχε τροχαία κίνηση αρκετή τουλάχιστο στις νότιες λωρίδες όπου οδηγούσα τζιαι εγώ. Σε κάποιο σημείο του δρόμου πρόσεξα ένα φορτηγό από την αριστερή λωρίδα να μπαίνει στην δεξιά όπου οδηγούσα εγώ. Ήμουν πίσω του γύρω στα 5-6 μέτρα. Ήμουν πίσω του περίπου για 200-300 μέτρα με σταθερή απόσταση από αυτό 5-6 μέτρα. Αφού πέρασα το εργοστάσιο ΚΕΟ τζιαι εκόντευκα στην πεζίνα ΕΚΟ που εν πριν την ΚΟΚΑ-ΚΟΛΑ που εν αριστερά μου, είδα μια σκιά να βγαίνει που μέστα δέντρα που εν μέσα στην διαχωριστική νησίδα, τζιαι να μπαίνει στον δρόμο που τα δεξιά μου προς τα αριστερά. Εγώ πάτησα στόπερ, έκλωσα το τιμόνι αριστερά για να αποφύγω αλλά επειδή το αυτοκίνητο εν παλιό, επήεν ευθεία τζιαι άκουσα ένα ''μπαμ''.»
  5. Ακολούθως ο ΜΚ1 εξηγώντας το Τεκμήριο 4 (σχέδιο επί κλίμακος), ανέφερε ότι, σε αυτό σημειώθηκε η πορεία του οχήματος του κατηγορούμενου με «Α», τα ίχνη τροχοπέδησης του με «Α1» και η τελική του θέση με «Α2». Με «Β» σημειώθηκε η πορεία της πεζής, με «Γ» οι κηλίδες αίματος και με «Χ» το σημείο σύγκρουσης. Εξήγησε ότι η Φραγκλίνου Ρούσβελτ είναι διπλής πορείας ενώ στο κέντρο του δρόμου υπάρχει διαχωριστική νησίδα με δέντρα.
  6. Το σημείο «Χ» το τοποθέτησε βάσει των ιχνών τροχοπέδησης. Το σημείο «Χ» απέχει 1.1 μέτρα από τη μεσαία διαχωριστική νησίδα (δεξιά προς αριστερά). Τα ίχνη τροχοπέδησης ήταν συνολικά 19 μέτρα. Ο δρόμος είναι ευθύς, η ορατότητα πέραν των 200 μέτρων χωρίς εμπόδια. Ήταν καλοκαίρι, το δυστύχημα έγινε ενώ είχε φως της ημέρας. Ο δρόμος ήταν στεγνός. Η διαχωριστική νησίδα είναι πλάτους 4 μέτρων και η απόσταση από το «Χ» στο «Γ» (κηλίδες αίματος) 13 μέτρα. Με αναφορά στο φωτογραφικό υλικό (φωτ. 12 και 16), εξήγησε ότι όταν κτυπήθηκε η πεζή αυτή έπεσε στο καπό, κτύπησε στον ανεμοθώρακα, κάποιο σημείο του σώματος της πρέπει να κτύπησε και στην καμπίνα και στη συνέχεια με το σταμάτημα του αυτοκινήτου η πεζή έπεσε κάτω και κατέληξε στο σημείο «Γ».
  7. Ήταν η θέση του, ότι ο κατηγορούμενος μπορούσε να δει τη πεζή σε απόσταση 30 μέτρων από το σημείο που ξεκινούν (τα ίχνη των) «stopper». Η ορατότητα του ήταν πέραν των 70-80 μέτρων, νοουμένου ότι δεν υπήρχαν μπροστά του εμπόδια. Δεν συμφώνησε με τη θέση του κατηγορούμενου ότι προπορευόταν του οχήματος του φορτηγό. Σε τέτοια περίπτωση ο κατηγορούμενος δεν θα αντιλαμβανόταν καθόλου την πεζή.
  8. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι τα ίχνη τροχοπέδησης ήταν 19 μέτρα, τα 23 μέτρα, εξήγησε, περιλάμβαναν και την μπροστινή άκρη του οχήματος. Η αναφορά στο ευρετήριο του Τεκμηρίου 4 για ίχνη τροχοπέδησης 23 μέτρων ήταν λανθασμένη. Ο κατηγορούμενος δεν του ανέφερε ότι ο ήλιος ήταν απέναντι του και εμπόδιζε την ορατότητα του. Αν προπορευόταν του οχήματος του φορτηγό, όπως είχε πει, τότε το φορτηγό θα κάλυπτε τον ήλιο. Ο κατηγορούμενος είδε την πεζή στα 30 μέτρα από το σημείο της σύγκρουσης. Στο σημείο που επιχείρησε να διασταυρώσει η πεζή δεν υπήρχε πινακίδα για διέλευση πεζών. Αν. Λοχίας 3027 Ανδρέας Περικλέους (ΜΚ2)
  9. Κατά το χρόνο του δυστυχήματος υπηρετούσε στην Τροχαία Λεμεσού στο Τμήμα Διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων. Έκανε βασική εκπαίδευση διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων και είναι χειριστής της συσκευής SKIDMAN με την όποια υπολογίζεται ο συντελεστής τριβής αυτοκινήτου ώστε να βρεθεί η ταχύτητα του.
  10. Σε σχέση με το συγκεκριμένο δυστύχημα προέβη σε δύο ελέγχους με την εν λόγω συσκευή και κατέληξε ότι η ταχύτητα του κατηγορούμενου την ώρα της σύγκρουσης ήταν 58,6 ΧΑΩ (Τεκμήριο 10 η κατάθεση του με τις σχετικές μετρήσεις, Τεκμήριο 8, η συμπληρωματική κατάθεση του). Ήταν θέση του ότι και να κινείτο με 50 ΧΑΩ, ο κατηγορούμενος, πάλι θα χτυπούσε την πεζή, απλά το όχημα θα σταματούσε αντί στα 6 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης στα 3,87 μέτρα. Καταγράφεται στο Τεκμήριο 10 το συμπέρασμα του ως ακολούθως (σελ.4): «Ο οδηγός του αυτοκινήτου RW 702 μόλις μπήκε στο οπτικό του πεδίο η πεζή αυτός αντέδρασε κανονικά και αν ακόμα το αυτοκίνητο ταξίδευε με ταχύτητα 50 km/h η σύγκρουση πάλι θα συνέβαινε αφού θα σταματούσε 3,87 μέτρα μετά το σημείο της σύγκρουσης.»
  11. Ως προς τις ενέργειες της πεζής αναφέρονται τα ακόλουθα στο Τεκμήριο 10, σελ. 3: «H πεζή χρειάσθηκε 0.78 δευτ. για να φθάσει το σημείο συγκρούσεως. Το αυτοκίνητο τροχοπέδησε για 0.95δευτ. Άρα 0.95-0.78=0.17 δευτ. X 16.29 = 2.76 + 12.80( τροχόπ.) + 16.29(αντιδρ.)= 31.85 μέτρα (σημείο που έπρεπε να αντιληφθεί ο οδηγός) . Άρα ο οδηγός τον αυτοκινήτου αντέδρασε κανονικά.»
  12. Το όχημα του κατηγορουμένου δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε μηχανικό πρόβλημα.
  13. Προφορικά, εξέφρασε την άποψη ότι αν η ταχύτητα ήταν χαμηλότερη τα τραύματα ίσως να διέφεραν. Από τον κατηγορούμενο έλαβε συμπληρωματική ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 9) στην οποία ο κατηγορούμενος απλά υιοθέτησε την αρχική του κατάθεση. Ο ΜΚ 2 δεν ήταν σε θέση να πει σε ποιο σημείο ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να δει την πεζή. Απέκλεισε όμως την εκδοχή ότι του οχήματος του κατηγορουμένου προπορευόταν φορτηγό σε απόσταση 5-6 μέτρων. Ο κατηγορούμενος σε τέτοια περίπτωση δεν θα μπορούσε να δει την πεζή οπότε τα ίχνη τροχοπέδησης θα ήταν μικρότερου μήκους. Ο κατηγορούμενος, όπως ανέφερε, είδε την πεζή σε απόσταση πέραν των 20 μέτρων.
  14. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι την πληροφορία ότι τα ίχνη τροχοπέδησης ήταν μήκους 23 μέτρων την έλαβε από τον ΜΚ
  15. Ήταν η θέση του, ότι όταν ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε την πεζή αντέδρασε όπως έπρεπε να αντιδράσει οποιοσδήποτε οδηγός. Δρ. Ανδρέας Βορκάς (ΜΚ 3)
  16. Η μαρτυρία του εν λόγω ιατρού αφορούσε την διαπίστωση του θανάτου της πεζής στις 23/3/2011 η οποία είχε νοσηλευθεί στην κλινική του μετά τον τραυματισμό της στο δυστύχημα. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 15 βεβαίωση θανάτου, ως Τεκμήριο 16 βεβαίωση, ημερ. 24/3/2011, ότι η θανούσα είχε μεταφερθεί στην κλινική του στις 15/2/2011 από το Απολλώνιο Νοσοκομείο Λευκωσίας και ως Τεκμήριο 17, βεβαίωση του Δρ. Στυλιανού Κακουλλή, ημερ. 17/12/2010 ότι η θανούσα είχε υποστεί κρανιοεγκεφαλική κάκωση μη αναστρέψιμη και είχε ανάγκη εικοσιτετράωρης φροντίδας αφού δεν επικοινωνούσε, δεν άνοιγε τα μάτια της και είχε ανάγκη αναπνευστικής μηχανικής υποστήριξης. Παρά το γεγονός ότι ο μάρτυρας αντεξετάστηκε, εν τέλει η υπεράσπιση, όπως δηλώθηκε με τα παραδεκτά γεγονότα στα οποία θα αναφερθώ πιο κάτω και με τη δήλωση του συνηγόρου κατά την τελική του αγόρευση, δεν αμφισβήτησε ότι αιτία πρόκλησης του θανάτου ήταν το δυστύχημα, οπότε και δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ περαιτέρω στη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα. Παραδεκτά Γεγονότα
  17. Τα ακόλουθα γεγονότα και έγγραφα έγιναν παραδεκτά ως προς το περιεχόμενο τους:
(1)Η αστυνομική κατάθεση του Αστ. 2201, Αιμ. Νικολάου (Τεκμήριο 11), ότι δηλαδή στις 24/3/2011 μετέβη στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας και έλαβε αριθμό φωτογραφιών κατά τη νεκροψία της θανούσης, Ανδρονίκης Δημητριάδου (Τεκμήριο 12 η δέσμη 16 φωτογραφιών).
(2)Η Ιατρική Αναφορά του Δρ. Γρηγόρη Τρύφωνος, Ιατρικού Λειτουργού Τ.Α.Ε.Π. Λεμεσού, Τεκμήριο 13, ότι στις 10/7/2010, πεζή άγνωστης ταυτότητας διαμετακομίστηκε στο Νευροχειρουργικό Τμήμα. Συμφωνήθηκε ότι επρόκειτο περί της Ανδρονίκης Δημητριάδου.
(3)Αστυνομική κατάθεση του Ιωάννη Σάββα, ημερ. 24/3/2011, αδελφότεκνου της θανούσης, ο οποίος αναγνώρισε τη σωρό της (Τεκμήριο 14).
(4)Κοινή δήλωση των συνηγόρων ημερ. 8/4/2016 (Τεκμήριο 18) στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Στις 10/7/2010, μεταφέρθηκε στις A' Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, η Ανδρονίκη Δημητριάδου, με Αρ. ταυτότητας 175477, η οποία είχε τραυματιστεί σε τροχαίο δυστύχημα. Ο επί καθήκοντι ιατρός, Δρ. Γρηγόρης Τρύφωνος, εξέδωσε ιατρική αναφορά, η οποία κατατέθηκε σαν παραδεκτό γεγονός (Τ13) και αναφέρει κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Ακολούθως μεταφέρθηκε στο νευροχειρουργικό τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας και στη συνέχεια στο Απολλώνειο Νοσοκομείο και τοποθετήθηκε στην μονάδα εντατικής παρακολούθησης. Έπειτα μεταφέρθηκε στην Πολυκλινική Βορκάς, όπου και απεβίωσε στις 23/3/2011. Στις 24/3/2011, η Ιατροδικαστής Ελένη Αντωνίου διενήργησε την μεταθανάτιο Ιατροδικαστική 'Εκθεση και αναφέρει κρανιογκεφαλική κάκωση, συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος.»
(5)Μεταθανάτιος Ιατροδικαστική Έκθεση της Δρ. Ελένης Αντωνίου, (Τεκμήριο 19) στην οποία αναφέρεται ως αιτία θανάτου: «Κρανιοεγκεφαλική κάκωση συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος.»
(6)Ιατρικό Πιστοποιητικό για την αιτία θανάτου της Δρ. Ελένης Αντωνίου, (Τεκμήριο 20) ημερ. 24/3/2011, στο οποίο αναφέρεται ως αιτία που οδήγησε απευθείας στο θάνατο κρανιοεγκεφαλική κάκωση συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Η Μαρτυρία της Υπεράσπισης
  1. Ο κατηγορούμενος αναγνώρισε και υιοθέτησε τις ανακριτικές καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήρια 6 και 9). Σε σχέση με την αναφορά του στο Τεκμήριο 6 ότι ακολουθούσε φορτηγό σε απόσταση 5-6 μέτρων, διευκρίνισε ότι υπέδειξε στον αστυνομικό που έλαβε την κατάθεση, κάποια απόσταση, ο αστυνομικός του είπε να αναφερθεί σε μέτρα και γι' αυτό ανέφερε, λανθασμένα, 5-6 μέτρα. Στην πραγματικότητα η απόσταση ίσως να ήταν και 20-30 μέτρα.
  2. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το όχημα που οδηγούσε αν και παλιό δεν αντιμετώπιζε προβλήματα. Η θέση του ήταν ότι: «Έστριψα το τιμόνι ενώ το αυτοκίνητο έσυρεν το, επήα ευθεία».
  3. Ο ήλιος ήταν χαμηλά, απέναντι του και εμπόδιζε την ορατότητα του. Η ταχύτητα του πίσω από το προπορευόμενο φορτηγό, το οποίο ακολούθησε για περίπου 200 - 400 μέτρα, ήταν σταθερή. Επανέλαβε ότι το ακολουθούσε σε απόσταση 20-30 μέτρων. Απέδωσε τον λανθασμένο υπολογισμό του στην κατάσταση σύγχυσης και φόβου στην οποία βρισκόταν λόγω του δυστυχήματος. Η κατάθεση του, όπως είπε, ίσως να έχει και άλλα λάθη, πέρασε όμως πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα και δεν θυμόταν.
  4. Ως προς τις περιστάσεις του δυστυχήματος, επανέλαβε τα όσα ανέφερε στην κατάθεση του, ότι δηλαδή είδε μια σκιά να εισέρχεται στο δρόμο και εφάρμοσε αμέσως τα φρένα του. Ο λόγος που δεν είδε την πεζή ήταν το προπορευόμενο φορτηγό και ο ήλιος. Η ορατότητα του εμποδιζόταν επίσης από τους κορμούς των δέντρων της νησίδας. Δεν ήταν σε θέση να απαντήσει αν η πεζή είχε εισέλθει στο δρόμο ή αν είχε πέσει, ούτε αν είχε κάνει κάποια βήματα καλύπτοντας απόσταση 1.70 μέτρων. Περιέγραψε το προπορευόμενο φορτηγό ως χρώματος γαλάζιου, μήκους 4-5 μέτρων, πλάτους 2.5 - 3 μέτρων και ύψους 2.5 - 3 μέτρων. Μπορούσε να δει τα εξ αντιθέτου διερχόμενα αυτοκίνητα εφόσον πλησίαζαν. Αρνήθηκε ότι μπορούσε να δει το θύμα σε μεγαλύτερη απόσταση από το σημείο που την είδε. Δεν αντέκρουσε εισήγηση ότι οδηγούσε καθ' υπέρβαση του ορίου ταχύτητας. Οι Εισηγήσεις των Συνηγόρων
  5. Η θέση της κατηγορούσας αρχής ήταν ότι το θύμα ήταν ορατό από απόσταση πέραν των 70-80 μέτρων και ο κατηγορούμενος οδηγούσε στη δεξιά λωρίδα χωρίς να εμποδίζεται η ορατότητά του από άλλα διερχόμενα οχήματα. Η πεζή εισήλθε στη στο δρόμο από την πλευρά που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Η αποτυχία του να δει την πεζή συνιστούσε επικίνδυνη πράξη (παρέπεμψε στις Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109, Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233, Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115 και Υπ. 4940/2009, Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ιορδάνους, 18/2/2010). 25. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου ανέφερε ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξισώνεται με οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα (παρέπεμψε στις Υπ. 22732/2008, Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αλεξάνδρου, 27/1/2011, R v Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502, Μιχαλάκης Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233, Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115 και Γεν. Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 118). Η παρούσα περίπτωση, εισηγήθηκε, δεν αφορά ούτε αλόγιστη ή απερίσκεπτη οδήγηση (παρέπεμψε στις Κώστας Ζυπίτης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220, R v. Lawrence [1981] 1 Αll E. R. 974, R v Reid [1992] 3 All E. R. 673 και Γεν. Εισαγγελέας ν. Αντώνη Χρυσοστόμου (αρ.1)
(2002)2 ΑΑΔ 473). 26. Ο κατηγορούμενος, όπως ανέφερε, σύμφωνα και με την προσκομισθείσα μαρτυρία ενήργησε κανονικά όπως έπρεπε να αντιδράσει οπότε δεν ήταν ούτε αμελής (παρέπεμψε στις Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 202). Υπέρβαση του ορίου ταχύτητας από τον κατηγορούμενο από μόνη της επίσης δεν στοιχειοθετεί αμέλεια (παρέπεμψε στις Alexandrou v Gamble 1 CLR 5, Demou v. Constantinou
(1979)1 CLR 21 και Panayiotou v. Christofi
(1983)1 CLR 143). Η κατηγορούσα αρχή, ανέφερε, δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που φέρει, δηλαδή την απόδειξη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Αξιολόγηση Κοινές Θέσεις 27. Από την ενώπιον μου μαρτυρία και τη γραμμή της αντεξέτασης που ακολουθήθηκε από τις δύο πλευρές είναι αποδεκτά τα ακόλουθα:
(1)Στις 10/7/2010 και περί ώρα 19:30, ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής RW 702 στην οδό Φραγκλίνου Ρούσβελτ με δυτική κατεύθυνση και κρατούσε τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας.
(2)Ο εν λόγω δρόμος είναι διπλής κατευθύνσεως με δύο λωρίδες κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Οι δύο κατευθύνσεις διαχωρίζονται από κτιστή νησίδα στην οποία υπάρχουν δέντρα. Το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 50 ΧΑΩ.
(3)Σε κάποιο σημείο του δρόμου το όχημα του κατηγορούμενου συγκρούστηκε με την πεζή, Ανδρονίκη Δημητριάδου.
(4)Από το δυστύχημα η πεζή υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση και μεταφέρθηκε στο νευροχειρουργικό τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας και στη συνέχεια στο Απολλώνειο Νοσοκομείο και τοποθετήθηκε στην μονάδα εντατικής παρακολούθησης. Ακολούθως μεταφέρθηκε στην «Πολυκλινική Βορκάς», όπου και απεβίωσε στις 23/3/
  1. Ο θάνατος ήταν αποτέλεσμα της κρανιογκεφαλικής κάκωσης που υπέστη από το δυστύχημα. Αξιολόγηση του Αστ. 2869, Αργύρη Αργυρού (ΜΚ 1)
  2. Ο εν λόγω μάρτυρας είχε επισκεφθεί την σκηνή του δυστυχήματος, έλαβε μέτρα, ετοίμασε το πρόχειρο σχέδιο και έλαβε φωτογραφίες. Οι μετρήσεις του και τα ευρήματα του στη σκηνή δεν αμφισβητήθηκαν. Δεν αμφισβητήθηκαν επίσης τα προσόντα του, δηλ. οι γνώσεις και ικανότητά του να ετοιμάσει σχέδιο της σκηνής, τα οποία επίσης δέχομαι. Κρίνω τον μάρτυρα αξιόπιστο. Από τη μαρτυρία του δέχομαι:
(1)Τις μετρήσεις του,
(2)Ότι τα Τεκμήρια 2, 3 και 4 αποτελούν ορθή απεικόνιση του δρόμου που έγινε το δυστύχημα.
(3)Τα ευρήματα του στη σκηνή, την τοποθέτηση δηλαδή του σημείου σύγκρουσης «Χ», των κηλίδων αίματος με σημείο «Γ», των ιχνών τροχοπέδησης του οχήματος RW 702 με «Α1», και την τελική θέση του ιδίου οχήματος με «Α2».
(4)Δέχομαι ότι τα ίχνη τροχοπέδησης («Α1») ήταν συνολικά 19 μέτρα. Το μπροστινό μέρος του οχήματος όταν σταμάτησε ήταν στα 23 μέτρα. Η αναφορά στο Τεκμήριο 4 ότι τα ίχνη ήταν 23 μέτρα εξήγησε, και δέχομαι την εξήγηση του, ήταν λανθασμένη.
  1. Εκεί που η μαρτυρία του δεν ήταν ξεκάθαρη ήταν ως προς την απόσταση ορατότητας που είχε ο κατηγορούμενος. Αρχικά προσδιόρισε την ορατότητα στα 30 μέτρα από το σημείο που ξεκινούν τα «stopper» και μετά ανέφερε 70-80 μέτρα, νοουμένου ότι δεν υπήρχαν εμπόδια[1]. Ακολούθως αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι τα 30 μέτρα ήταν από το σημείο της σύγκρουσης[2]. Η μαρτυρία του επομένως ως προς την έκταση της ορατότητας που είχε ο κατηγορούμενος είναι ασαφής και δεν την δέχομαι. Αξιολόγηση του Αν. Λοχία 3027, Ανδρέα Περικλέους (ΜΚ 2)
  2. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως πραγματογνώμονας εξεύρεσης ταχύτητας. Τα προσόντα του δεν αμφισβητήθηκαν. Αφού έλαβα υπόψη τα προσόντα και την πείρα του σε συνάρτηση με τη νομική πλευρά του θέματος (βλ. Evangelou and Another v. Ambizas and Another
(1982)1 CLR 41), κρίνω ότι αυτός είναι εμπειρογνώμονας μάρτυρας σε θέματα υπολογισμού ταχύτητας.
  1. Η μαρτυρία του ήταν πολύ συγκεκριμένη και οι αναφορές του στο Τεκμήριο 10 ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν. Κρίνω τον μάρτυρα αξιόπιστο.
  2. Ως προς τα ευρήματα του σε σχέση με την ταχύτητα του οχήματος του κατηγορούμενου διαπιστώνω τα ακόλουθα:
(1)Η βάση υπολογισμού της ταχύτητας στα 58 ΧΑΩ ήταν το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης. Υπολογίστηκε με βάση συγκεκριμένο μαθηματικό τύπο (σελ. 1 - Τεκμηρίου 10) και δεδομένων. Συγκεκριμένα τα ίχνη τροχοπέδησης σημειώθηκαν ως 23 μέτρα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι την πληροφόρηση την έλαβε από τον ΜΚ
  1. Δεν ήταν δηλαδή προϊόν δικής του μέτρησης. Το δεδομένο αυτό όμως, όπως ανέφερε ο ΜΚ1, ήταν εσφαλμένο, αφού τα ίχνη ήταν 19 μέτρα και όχι
  2. Επομένως το μαθηματικό αποτέλεσμα - εύρημα, στην απουσία εξήγησης ως προς την επίδραση του λανθασμένου δεδομένου στο αποτέλεσμα, δεν μπορεί γίνει δεκτό. Φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε καθ' υπέρβαση του ορίου, δεν καταδεικνύεται όμως αριθμητικά η υπέρβαση.
(2)Ως προς τους υπόλοιπους υπολογισμούς του, δεν καταδείχθηκε σφάλμα επομένως δέχομαι ότι ακόμη και αν οδηγούσε ο κατηγορούμενος με ταχύτητα 50 ΧΑΩ πάλι θα γινόταν η σύγκρουση. Δέχομαι επίσης ότι από την στιγμή που ο κατηγορούμενος είδε την πεζή αντέδρασε κανονικά.
(3)Ως προς τα σχόλια του για τους ενδεχόμενους τραυματισμούς της θανούσης αν η ταχύτητα του κατηγορούμενου ήταν μικρότερη, δεν μπορώ να την δεχθώ, άλλωστε ούτε ο ίδιος ο μάρτυρας είπε με βεβαιότητα, ότι ενδεχομένως να ήταν μικρότεροι ή άλλης φύσεως. Αποτελεί εικασία η οποία δεν στοιχειοθετείται επιστημονικά.
(4)Από τη μαρτυρία του δέχομαι επίσης ότι το όχημα του κατηγορούμενου δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε μηχανικό πρόβλημα. Αξιολόγηση του Δρ. Ανδρέα Βορκά (ΜΚ 3)
  1. Ενόψει των παραδεχτών γεγονότων που έγιναν δεν κρίνω σκόπιμο να αξιολογήσω τον μάρτυρα. Η μαρτυρία του, που αφορούσε το θάνατο και την αιτία θανάτου της πεζής, έγινε αποδεκτή. Αξιολόγηση του Κατηγορούμενου
  2. Ο κατηγορούμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Συγκεκριμένα:
(1)Στην αστυνομική του κατάθεση προέβη σε αναφορά για την ύπαρξη προπορευόμενου φορτηγού αναφέροντας ότι τους διαχώριζε απόσταση 5-6 μέτρων. Κατά την κυρίως του εξέταση ανέφερε ότι η απόσταση ήταν μεγαλύτερη, γύρω στα 20-30 μέτρα. Δεν με ικανοποίησε η εξήγηση που έδωσε γι' αυτή τη διάσταση. Σημειώνω ότι σε δεύτερη ανακριτική κατάθεση που έδωσε σε μεταγενέστερο στάδιο, Τεκμήριο 9 (ημερ. 27/3/2011), υιοθέτησε την αρχική κατάθεση του. Περαιτέρω η θέση αυτή, ότι η απόσταση ήταν μεγαλύτερη, δεν υποβλήθηκε σε κανέναν από τους μάρτυρες κατηγορίας κατά την αντεξέταση τους, κατά τρόπο συγκεκριμένο.
(2)Κατά την κυρίως του εξέταση έγινε αναφορά στο γεγονός ότι η θέση του ήλιου απέναντι του εμπόδιζε την ορατότητά του, χωρίς να δοθεί επαρκής δικαιολογία ως προς τους λόγους που δεν έγινε αναφορά και στις δύο του ανακριτικές καταθέσεις (Τεκμήρια 6 και 9).
(3)Στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 6), ανέφερε, ότι έστριψε το όχημα αλλά, αυτό, λόγω παλαιότητας πήγε ευθεία. Κατά την αντεξέταση του δέχθηκε ότι το όχημα δεν είχε οποιοδήποτε μηχανικό πρόβλημα. 35. Δεν δέχομαι το μάρτυρα ως αξιόπιστο ούτε τη μαρτυρία του. Ευρήματα 36. Καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα:
(1)Στις 10/7/2010 και περί ώρα 19:30, ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής RW 702 στην οδό Φραγκλίνου Ρούσβελτ με δυτική κατεύθυνση και κρατούσε τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας.
(3)Ο εν λόγω δρόμος είναι διπλής κατευθύνσεως με δύο λωρίδες κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Οι δύο κατευθύνσεις διαχωρίζονται από κτιστή νησίδα στην οποία υπάρχουν δέντρα. Το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 50 ΧΑΩ.
(4)Το όχημα του κατηγορούμενου συγκρούστηκε με την πεζή Ανδρονίκη Δημητριάδου η οποία επιχειρούσε να διασταυρώσει το δρόμο από δεξιά προς αριστερά (βόρεια προς νότια).
(5)Η σύγκρουση έγινε σε σημείο του δρόμου που απείχε 1.1 μέτρα από την διαχωριστική νησίδα (δεξιά προς αριστερά). Το όχημα του κατηγορούμενου άφησε ίχνη τροχοπέδησης συνολικού μήκους 19 μέτρων. Το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται στα 12.8 μέτρα επί των ιχνών τροχοπέδησης. Το μπροστινό μέρος του οχήματος κατά την τελική του θέση ήταν στα 23 μέτρα.
(6)Από τη μαρτυρία δεν έχει προκύψει θετικά η απόσταση ορατότητας που είχε ο κατηγορούμενος, από πιο σημείο μπορούσε δηλαδή να δει την πεζή επί της νησίδας.
(7)Ο κατηγορούμενος μόλις είδε την πεζή να εισέρχεται στο δρόμο αντέδρασε κανονικά και εφάρμοσε τα φρένα του (βλ. Τεκμήριο 10 σελ. 2 και 3). Η σύγκρουση με την πεζή όμως δεν αποφεύχθηκε. Στο σημείο που ο κατηγορούμενος εφάρμοσε στα φρένα του, ακόμη και να οδηγούσε με 50 ΧΑΩ, η σύγκρουση δεν θα αποφευγόταν.
(8)Για τους λόγους που έχω αναφέρει πιο πάνω (βλ. παρ. 32
(1)) δεν έχει καταδειχθεί η ακριβής ταχύτητα του οχήματος του κατηγορούμενου έστω και αν αυτός δέχθηκε κατά την αντεξέταση του ότι υπερέβαινε το όριο ταχύτητας.
(9)Από το δυστύχημα η πεζή υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση και μεταφέρθηκε στο νευροχειρουργικό τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας και στη συνέχεια στο Απολλώνειο Νοσοκομείο και τοποθετήθηκε στην μονάδα εντατικής παρακολούθησης. Ακολούθως μεταφέρθηκε στην «Πολυκλινική Βορκάς», όπου και απεβίωσε στις 23/3/
  1. Ο θάνατος της ήταν αποτέλεσμα της κρανιογκεφαλικής κάκωσης που υπέστη από το δυστύχημα. Νομική Πτυχή Το αδίκημα με βάση το άρθρο 210 ΠΚ (1η Κατηγορία)
  2. Το άρθρο 210 ΠΚ, προβλέπει: «
  3. Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.»
  4. Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου στο οποίο βασίζεται η κατηγορία, η κατηγορούσα αρχή πρέπει να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος οδήγησε αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα με αποτέλεσμα να προκαλέσει το θάνατο του θύματος. Η αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά δεν πρέπει να ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια (culpable negligence).
  5. Εάν ο τρόπος οδήγησης ήταν αλόγιστος, απερίσκεπτος ή επικίνδυνος ο κατηγορούμενος θα κριθεί ένοχος έστω και αν η πράξη ή παράλειψη ήταν αποτέλεσμα στιγμιαίας αβλεψίας ή αν ενήργησε στο ανεπαρκές μέγιστο των δυνατοτήτων του (βλ. R. ν. Evans [1962] 3 All E.R. 1086, 1088[3])
  6. Οι όροι αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ζυπιτής κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220,230), δεν ορίζονται όμως από τον ίδιο το νόμο. Οι εν λόγω όροι έχουν ερμηνευθεί όμως από το Ανώτατο Δικαστήριο. Σημειώνω ότι το άρθρο τροποποιήθηκε με τον Ν. 111/89[4] και οι φράσεις «έλλειψη προφύλαξης» (want of precaution) και «απρόσεκτη πράξη» (careless act) έχουν αντικατασταθεί με τις φράσεις «απερίσκεπτη» και «επικίνδυνη πράξη». Έτσι, για να βρεθεί τώρα κάποιος ένοχος πρέπει η πρόκληση θανάτου να οφειλόταν σε αλόγιστη (rash), απερίσκεπτη (reckless) ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά (βλ. Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233, 238).
  1. Ανάλογη φρασεολογία χρησιμοποιείται και στο άρθρο 7[5] του Ν.86/72 σε σχέση με το αδίκημα της «αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης» η οποία διακρίνεται σε σοβαρότητα από το αδίκημα της «αμελούς οδήγησης» με βάση το άρθρο 8[6] του ιδίου Νόμου. Αλόγιστη Οδήγηση
  2. Ως «αλόγιστη» νοείται κάθε μη λελογισμένη πράξη ή συμπεριφορά, δηλαδή κάθε ενέργεια η οποία δεν απορρέει από την κοινή λογική (βλ. Ζυπίτης, στη σελ. 233).
  3. Και πάλι η έννοια «αλόγιστη» δεν εξισώνεται με αμέλεια που απαιτείται για την αστική ευθύνη ή το βαθμό αμέλειας που απαιτείται από το άρθρο 8 του Ν.86/72 (βλ. Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 69, σελ. 74 -75 ως προς τον απαιτούμενο βαθμό αμέλειας για τα άρθρα 236[7] και 210 ΠΚ). Στη Μαυρομμάτης, η έννοια «αλόγιστη» εξισώθηκε με την έννοια «απερίσκεπτη» (βλ. σελ. 70 της Απόφασης). Απερίσκεπτη Οδήγηση 44. Για να καταδειχθεί απερισκεψία το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι:
(1)Ο κατηγορούμενος πράγματι οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης φυσικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που θα τύγχανε να χρησιμοποιούσε το δρόμο ή ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία· και,
(2)ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτό τον τρόπο χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του προς την δυνατότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, αφού αναγνώρισε πως υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εν τούτοις προχώρησε αναλαμβάνοντάς τον (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου
(2002)2 ΑΑΔ 473, Μαρίνου Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:B267, Π.Ε.140/2014, 8/4/2015, R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και R. v. Reid [1992] 3 All ER 673).
  1. Αρκεί η αντίληψη του κινδύνου ως μιας δυνατότητας («possibility») παρά πραγματικής ή ουσιαστικής πιθανότητας («probability») δεν απαιτείται δηλαδή υποκειμενική επίγνωση και ενσυνείδητη ανάληψη συγκεκριμένου κινδύνου (βλ. Μαρίνου Ιωάννου).
  2. Το κατά πόσο ο κίνδυνος που δημιουργήθηκε από τον τρόπο οδήγησης του οχήματος ήταν ταυτόχρονα εμφανής και σοβαρός είναι ζήτημα γεγονότων και κριτήριο, το επίπεδο του συνήθους συνετού οδηγού. Το κριτήριο εξέτασης είναι αντικειμενικό. Αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι είχε δημιουργηθεί εμφανής και σοβαρός κίνδυνος από τον τρόπο οδήγησης του κατηγορούμενου δικαιούται να συμπεράνει ότι ο κατηγορούμενος είχε τη μια ή την άλλη από τις νοητικές καταστάσεις που στοιχειοθετούν το αδίκημα· πρέπει όμως να εξετάσει οποιαδήποτε εξήγηση την οποία ο ίδιος ο κατηγορούμενος δίδει αναφορικά με τη νοητική του κατάσταση η οποία είναι δυνατό να αναιρέσει το συμπέρασμα. Εξετάζεται δηλαδή η υποκειμενική αντίληψη του κατηγορούμενου (βλ. Χρυσοστόμου, Lawrence και Reid).
  3. Απερίσκεπτη πράξη ή συμπεριφορά δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο συγκεκριμένο τρόπο οδήγησης και η απερισκεψία μπορεί να μη συνδέεται με αυτό καθ' εαυτό τον τρόπο της οδήγησης (βλ. Χρυσοστόμου, Lawrence και Reid). Επικίνδυνη Οδήγηση
  4. Στην επικίνδυνη οδήγηση, πρέπει να αποδειχθεί η πρόκληση, αντικειμενικά ιδωμένης, επικίνδυνης κατάστασης από σφάλμα του οδηγού (βλ. Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233, 238, Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115, 124-125, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18 και την R. v. Gosney
(1971)2 Q.D. 674).
  1. Η λέξη «επικίνδυνη» σημαίνει αυτήν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους (βλ. Σαζός).
  2. Η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα, όπου αναζητείται κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό (βλ. Σάββα).
  3. Η έννοια «σφάλμα» δεν περιλαμβάνει κατ' ανάγκη εσκεμμένη παράβαση ή απερισκεψία ή πρόθεση οδήγησης κατά τρόπο που αντίκειται στο ορθό επίπεδο οδήγησης. Εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μια αιτία (βλ. Πέτρου, Σάββα, Σαζός και Gosney). Οδήγηση καθ' υπέρβαση του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας (2η Κατηγορία)
  4. Για την απόδειξη της εν λόγω κατηγορίας απαιτείται η απόδειξη οδήγησης από τον κατηγορούμενο μηχανοκίνητου οχήματος σε δρόμο με ταχύτητα που να υπερβαίνει το καθορισθέν επιτρεπόμενο ανώτατο όριο ταχύτητας (βλ. άρθρο 6
(2)
(3)[8] του Ν. 86/72, όπως τροποποιήθηκε και (βλ. Archbold, Magistrates' Courts Criminal Practice 2013, σελ.1296, §17-172[9]).
  1. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Τ. Ηλιάδη & Ν. Σάντη, σελ. 595-596, η απόδειξη του αδικήματος του άρθρου 6 του Ν.86/72 μαρτυρία γνώμης ενός μάρτυρα, π.χ. αστυνομικού στηριζόμενου στο ταχύμετρό του, σε αντίθεση με την αντίστοιχη αγγλική πρόνοια, είναι αρκετή για να στοιχειοθετήσει κατηγορία. Μπορεί επίσης να αποδειχθεί με αναφορά σε αποτέλεσμα ειδικής συσκευής ή με μαρτυρία εμπειρογνώμονα που στηρίζεται στα ίχνη τροχοπέδησης. Εφαρμογή των Νομικών Αρχών επί των Ευρημάτων μου
  2. Με την απόρριψη της μαρτυρίας του κατηγορούμενου δεν εξυπακούεται και η καταδίκη του. Το βάρος απόδειξης, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, των συστατικών στοιχείων και των δύο κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος το φέρει η κατηγορούσα αρχή.
  3. Όσον αφορά την 1η κατηγορία, με βάση τις αρχές της νομολογίας που παρέθεσα, κρίνω ότι, εκ των πραγμάτων, και προς τούτο συμφώνησε και η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, δεν προκύπτει ζήτημα απερίσκεπτης οδήγησης από πλευράς του κατηγορούμενου. Δεν προκύπτει από τα γεγονότα ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης φυσικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που θα τύγχανε να χρησιμοποιούσε το δρόμο ή ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία και ότι οδηγούσε κατ' αυτό τον τρόπο χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του προς την δυνατότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, αφού αναγνώρισε πως υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εν τούτοις προχώρησε αναλαμβάνοντάς τον.
  4. Η επιχειρηματολογία της περιορίστηκε στην δημιουργία επικίνδυνης κατάστασης λόγω αποτυχίας του κατηγορούμενου να δει την πεζή.
  5. Για να κριθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά τα ακόλουθα:
(1)Ότι η πεζή, όταν εκδήλωσε την πρόθεση της να διασταυρώσει, ήταν ορατή σε σημείο που ο κατηγορούμενος μπορούσε να εφαρμόσει με ασφάλεια τα φρένα του ή να αποφύγει την σύγκρουση, και
(2)Ο κατηγορούμενος απέτυχε να εφαρμόσει τα φρένα του ή να αποφύγει την σύγκρουση, κατά τρόπο που να καθιστά την αποτυχία του επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά.
  1. Το μέτρο εξέτασης της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου, επομένως, είναι πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού, σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης.
  2. Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής αναφέρθηκε συγκεκριμένα στην Πέτρου, ανωτέρω, στην οποία η αποτυχία του κατηγορούμενου οδηγού, με βάση την ορατότητα στην σκηνή του ατυχήματος, καθώς και τη μεγάλη απόσταση που διάνυσε η πεζή περνώντας και εμπρός από το αυτοκίνητο του εφεσείοντα μέχρι την σύγκρουση (από αριστερά προς δεξιά), η αποτυχία του να τη δει, ενώ θα έπρεπε να την έβλεπε, και να λάβει οποιαδήποτε μέτρα για να μην την κτυπήσει, ενέπιπτε στον ορισμό της επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς. Ο κατηγορούμενος οδηγός, ο οποίος έπαθε επιλεκτική αμνησία, κρίθηκε ότι είτε δεν είχε δει καθόλου την πεζή ή αν την είδε, για λόγους για τους οποίους δεν μπορούσε να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα, απέτυχε να λάβει μέτρα για να την αποφύγει.
  3. Η παρούσα περίπτωση όμως, διαφοροποιείται για τους εξής λόγους:
(1)Από την ενώπιον μου μαρτυρία δεν έχει καταδειχθεί το πεδίο ορατότητας του κατηγορουμένου,
(2)Η πεζή είχε εισέλθει 1.1 μέτρα στο δρόμο από δεξιά προς αριστερά, διένυσε δηλαδή μικρή σχετικά απόσταση, και
(3)Ο κατηγορούμενος μόλις την είδε να διασταυρώνει εφάρμοσε τα φρένα του. Σύμφωνα με την αποδεχθείσα μαρτυρία και τα ευρήματα μου η αντίδραση του μόλις την είδε ήταν κανονική.
  1. Δεν προκύπτει επομένως, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, οποιοδήποτε σφάλμα του κατηγορούμενου που να καθιστούσε, αντικειμενικά ιδωμένης, την οδήγηση του επικίνδυνη. Αντίθετα διαφαίνεται ότι η πεζή εκδήλωσε την πρόθεση της να διασταυρώσει το δρόμο και άρχισε να διασταυρώνει σε σημείο που ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να εφαρμόσει με ασφάλεια τα φρένα του ή να αποφύγει την σύγκρουση, ακόμη και αν κινείτο εντός του ορίου ταχύτητας. Κρίνω ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορεί επομένως να κριθεί ένοχος στην 1η κατηγορία.
  2. Έκρινα σκόπιμο να εξετάσω κατά πόσο ο κατηγορούμενος ήταν αμελής κατά παράβαση του άρθρου 8 του Ν.86/
  3. Τέτοια δυνατότητα παρέχεται στο Δικαστήριο, νοουμένου ότι δεν έχει επηρεαστεί δυσμενώς ο κατηγορούμενος κατά τον χειρισμό της υπόθεσης και κατά την προβολή της υπεράσπισης του (βλ. Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Στην προκειμένη περίπτωση ο συνήγορος του κατηγορούμενου χειρίστηκε το ζήτημα της αμέλειας στο εκ πρώτης όψεως αλλά και κατά την τελική του αγόρευση και δεν διαπιστώνω να τίθεται θέμα δυσμενούς επηρεασμού του κατηγορούμενου καθ' οιονδήποτε τρόπο.
  1. Όπως αναφέρεται στην Σωκράτους, ανωτέρω σελ. 4-5: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια. Το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι ο οδηγός ήταν αμελής δεν συνδέεται με παράλειψη εκπληρώσεως οποιουδήποτε καθήκοντος προς τον παραπονούμενο. Ούτε ήταν δυνατό να τεκμηριωθεί τέτοιο συμπέρασμα ενόψει του ευρήματος του Δικαστηρίου ότι ο οδηγός δεν είχε την ευχέρεια να προσέξει την ύπαρξη του παραπονούμενου στο δρόμο.
  2. Στη Murrel ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 217, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στις σελ. 223- 224: «Είναι θεμελιωμένο ότι το καθήκον για τη λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρων γεννάται αφού εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλώνει αφεαυτής την ύπαρξη κινδύνου έναντι του οποίου πρέπει να ληφθούν προφυλακτικά μέτρα. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει, όπως προέκυψε και σ' αυτή την υπόθεση, αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει το δρόμο. Όταν εκδηλώθηκε ο κίνδυνος η απόσταση του αυτοκινήτου από τον πεζό και η ταχύτητα με την οποία το όχημα σύννομα διακινείτο (60 χιλιόμετρα την ώρα) δεν παρείχε εξ αντικειμένου τη δυνατότητα αποτροπής της σύγκρουσης.»
  1. Κρίνω, κατ' αναλογία, με τα όσα αναφέρονται στην παρ. 61 πιο πάνω, ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να κριθεί ένοχος ούτε για αμελή οδήγηση. Με βάση τα ευρήματα μου δεν συνδέεται οποιαδήποτε παράλειψη εκπλήρωσης καθήκοντος του έναντι της πεζής, οπότε και δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί κατηγορία ούτε και γι' αυτό το αδίκημα. Δεν προκύπτει παράλειψη η οποία να ήταν η γενεσιουργός αιτία της σύγκρουσης.
  2. Όσον αφορά την 2η κατηγορία με βάση τα ευρήματα μου και δεδομένης της απόρριψης του μέρους της μαρτυρίας του ΜΚ2 σε σχέση με τον υπολογισμό της ταχύτητας με βάση τα ίχνη τροχοπέδησης, και στην απουσία οποιαδήποτε άλλης αποδεχτής μαρτυρίας, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε με 58 ΧΑΩ αντί του επιτρεπόμενου ορίου των 50 ΧΑΩ. Κατάληξη Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Υπ.).................................................. Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final/ § 210 Criminal Code, Cap. 154 Αναφορά: Ποινική/ Τελική/ § 210 ΠΚ, Κεφ. 154 [1] Ε. Με βάση τις μετρήσεις σας σαν εξεταστής της υπόθεσης όπως είχατε μεταβεί στη σκηνή του δυστυχήματος αμέσως μετά το δυστύχημα. Από ποια απόσταση θα μπορούσε ο κατηγορούμενος να δει την πεζή; Α. Γύρω στα 30 μέτρα πιο πίσω. Δικαστήριο (προς το μάρτυρα): Για να μην υπάρχει σύγχυση, εννοείτε από το σημείο σύγκρουσης 30 μέτρα; Μάρτυρας: Από το σημείο περίπου που ξεκινούν τα stopper. κα Χ" Κωνσταντίνου (προς μάρτυρα): Μια διευκρινιστική ερώτηση πάνω σε αυτό. Εννοείτε εσείς από τη στιγμή που μπήκε στον δρόμο εννοείτε τα 30 μέτρα; Γιατί για να πατήσει stopper o κατηγορούμενος σημαίνει την είδε έτσι; A. Ναι. Που την είδε. Ε. Όχι. H ερώτηση μου εμένα είναι από ποιο σημείο της λεωφόρου θα μπορούσε o κατηγορούμενος να δει την πεζή; Α. Θα μπορούσε να τη δει και πέραν των 70-80 μέτρων. Όπως είπα ο δρόμος είναι ευθύς, νοουμένου ότι δεν υπήρχαν εμπόδια μπροστά του. [2] Ε. Μάλιστα. Μπορείτε να μου διευκρινίσετε αυτό που είπατε όταν σας ρώτησε η συνάδελφος, για να δει την πεζή έπρεπε να είχε 30 μέτρα πριν; Θέλω απλώς να το ξεκαθαρίσω. 30 μέτρα από το σημείο X το σημείο σύγκρουσης ή από εκεί που ξεκίνησαν τα φρένα; Από πού όπως υπολογίζετε ότι έπρεπε να δει την πεζή; Από πού ξεκινούν να 30 μέτρα; Α. Από το σημείο σύγκρουσης. [3] 'It is quite clear from the reported cases that, if a man in fact adopts a manner of driving which the jury think was dangerous to other road users in all the circumstances, then on the issue of guilt it matters not whether he was deliberately reckless, careless, momentarily inattentive or even doing his incompetent best'. [4] Προηγουμένως το άρθρο είχε ως ακολούθως (παραθέτω το αγγλικό και ελληνικό κείμενο):
  3. Any person who by want of precaution or by any rash or careless act, not amounting to culpable negligence, unintentionally causes the death of another person is guilty of a misdemeanour and is liable to imprisonment for two years, or to a fine not exceeding one hundred pounds.
  4. Όστις, λόγω ελλείψεως προφυλάξεως ή λόγω αλογίστου ή απροσέκτου πράξεως, μη αναγομένης εις υπαίτιον αμέλειαν, άνευ προθέσεως επιφέρει τον θάνατον ετέρου, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δύο ετών, ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας. [5] 7.-
(1)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινός οδού αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως διά το κοινόν, λαμβανομένων υπ' όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένον χρόνον ή ήτις ευλόγως θα ανεμένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον τα δύο έτη ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τα 2562 ευρώ ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης. [6]
  1. Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τα 1708 ευρώ ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης. [7]
  2. Όποιος, με τέτοιο αλόγιστο τρόπο, βεβιασμένο ή αμελή, ώστε να θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή να είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη σε άλλο- (α) οδηγεί όχημα ή ιππεύει σε οποιαδήποτε δημόσια διάβαση ή .... είναι ένοχος πλημμελήματος: [8] 6..
(3)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού με ταχύτητα μεγαλυτέραν του ανωτάτου ή μικροτέραν του κατωτάτου ορίου ταχύτητος όπερ έχει ορισθή υπό της αρμοδίας αρχής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)ή της επιφυλάξεως αυτού είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης, εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας €1708 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης. [9] '
(2)What that the prosecution must prove? - the defendant; - drove - a motor vehicle - on a road (note only ''road'' and not ''other public place'') - at a speed - exceeding a limit imposed by or under an enactment to which this section applies.' cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.