← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Πέτρος Νικολαΐδης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 21747/13, 30/6/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Πέτρος Νικολαΐδης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 21747/13, 30/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B118 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 21747/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και

  1. Πέτρος Νικολαΐδης
  2. Νίκος Νικολαΐδης
  3. Στέφανος Νικολαΐδης Ημερομηνία: 30.6.
  4. Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Μάρκου. Για τους κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Μούρος. Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, το Δικαστήριο απεφάσισε ότι δεν στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 3 και ως εκ τούτου αθώωσε και απάλλαξε αυτόν. Αντίθετα κρίθηκε ότι τέτοια υπόθεση αποδείχθηκε όσον αφορά τους κατηγορούμενους 1 και
  5. Έτσι κλήθηκαν σε απολογία, ο μεν κατηγορούμενος 1 στις κατηγορίες 1 και 2, ο δε κατηγορούμενος 2 στην κατηγορία
  6. Η κατηγορία 1 αφορά επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση των άρθρων 243 και 20 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, οι κατηγορούμενοι 1 και 2, στις 22.11.12 στον Αγρό, της Επαρχίας Λεμεσού, διέπραξαν επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον Πέτρο Χατζιήκκου. Η δε κατηγορία 2 αφορά κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία, κατά παράβαση του άρθρου 324

(1)του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αυτής, ο κατηγορούμενος 1, κατά τον ίδιο χρόνο και στον ίδιο τόπο με την κατηγορία 1, εσκεμμένα και παράνομα κατέστρεψε ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας samsung αξίας €200, περιουσία του Πέτρου Χατζιήκκου. Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο 3 μάρτυρες. Δηλώθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός ότι στις 22.11.12, ο Δρ. Παναγιώτης Δημοσθένους, εξέτασε τον Πέτρο Χατζιήκκο και διαπίστωσε ότι αυτός έφερε πολλαπλές εκδορές στην πλάτη και εξάρθρωση αριστερού αγκώνα. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος 1 έδωσε ένορκη μαρτυρία ενώ ο κατηγορούμενος 2 έκανε ανώμοτη δήλωση. Περαιτέρω οι κατηγορούμενοι κάλεσαν και ένα μάρτυρα. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Αστ.903 Μιχάλης Καλλινίκου, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Αγρού. Στις 22.11.12 ο μάρτυρας μετέβηκε με τον Αστ.2007 και με τους Πέτρο Χατζιήκκο και κατηγορούμενο 1 στη περιοχή Καψαλερό στον Αγρό, όπου βρήκε σε λίμνη με νερό ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας SAMSUNG χρώματος άσπρου (τεκμήριο 2), που ο Χατζιήκκος του είπε ότι ήταν δικό του. Στις 23.11.12 και μεταξύ των ωρών 20:20-20:30, ο μάρτυρας έλαβε, στον Αστυνομικό Σταθμό Αγρού, συμπληρωματική κατάθεση από τον Πέτρο Χατζιήκκο. Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 20:40-22:00 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2 (τεκμήριο 3). Ο Πέτρος Χατζιήκκος, αφού του έδωσαν σχετικό χαρτί, μεταφέρθηκε από τον Αστ.146 στο Νοσοκομείο Λεμεσού, όπου και εξετάσθηκε και ο ιατρός εξέδωσε σχετικό έγγραφο. Στις 26.11.12, στον Αστυνομικό Σταθμό Αγρού, ο μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1 (τεκμήριο 4). Στο τέλος της κατάθεσης ο μάρτυρας του την πρόσφερε και εκείνος τη διάβασε. Τον πληροφόρησε ότι μπορούσε να κάνει οποιεσδήποτε διορθώσεις, προσθήκες ή αλλαγές στο περιεχόμενό της. Ακολούθως ο μάρτυρας του υπαγόρευσε και εκείνος έγραψε το σχετικό λεκτικό το οποίο υπόγραψε στη παρουσία του μάρτυρα. Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 16:40-16:50 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 1 και αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο εκείνος απάντησε «Δεν παραδέχομαι» (τεκμήριο 5). Στις 30.11.12 και μεταξύ των ωρών 17:00-17:10 στον Αστυνομικό Σταθμό Αγρού, ο μάρτυρας κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 2 και αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο εκείνος απάντησε «Δεν παραδέχομαι» (τεκμήριο 6). Περαιτέρω ο μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 9 αντίγραφο κατάθεσης του Πέτρου Χατζιήκκου, η οποία λήφθηκε στα πλαίσια άλλης υπόθεσης που διερευνήθηκε κατά τον επίδικο χρόνο εναντίον του Χατζιήκκου. Αντίγραφο συμπληρωματικής κατάθεσης που λήφθηκε από το ίδιο πρόσωπο στα πλαίσια διερεύνησης της άλλης υπόθεσης κατατέθηκε ως τεκμήριο
  1. Στα πλαίσια της ίδιας υπόθεσης όπου παραπονούμενος ήταν ο κατηγορούμενος 1, ο μάρτυρας έλαβε από αυτόν άλλη κατάθεση (αντίγραφο της κατατέθηκε ως τεκμήριο 11) και στην συνέχεια συμπληρωματική αυτής κατάθεση (αντίγραφο αυτής κατατέθηκε ως τεκμήριο 12). Ο μάρτυρας δεν θυμάται ποιος πήγε πρώτος στην Αστυνομία για να κάνει παράπονο αναφορικά και με τις δύο υποθέσεις. Νομίζει ότι ήταν ο κατηγορούμενος
  2. Εκείνος πήγε στην Αστυνομία για τον σκοπό αυτό στις 22 και 23.11.
  3. Σε σχέση με την άλλη υπόθεση που διερευνήθηκε, εκείνη αφορούσε παράνομη είσοδο και απόπειρα κλοπής και κατηγορούμενοι ήταν οι μάρτυρες στην παρούσα και παραπονούμενοι, οι κατηγορούμενοι στην παρούσα. Στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο επέβαλε ποινή στους μάρτυρες στην παρούσα, μετά από παραδοχή τους. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο παραπονούμενος Πέτρος Χατζιήκκος, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Στις 22.11.12 βρισκόταν στο περίπτερο που διατηρεί, στην Επισκοπή, με τους Μάριο Ευθυμίου, Λευτέρη Καφούρη και Στέλιο Μιχαήλ. Γύρω στο μεσημέρι και αφού κουβέντιαζαν αποφάσισαν από κοινού να πάνε πάνω στα χωριά για να βρουν παλιοσίδερα. Γύρω στις 14:30 ξεκίνησαν από την Επισκοπή με το αυτοκίνητο του παραπονούμενου. Ακολούθησαν το δρόμο Λεμεσού Πλατρών και μέσω του χωριού Πελέντρι πήγα στον Αγρό και συγκεκριμένα έξω από το χωριό, προς τη Λευκωσία. Περί ώρα 15:30 ο παραπονούμενος σταμάτησε το αυτοκίνητο σε ένα χωράφι στην αριστερή μεριά του δρόμου. Αφού κατέβηκαν, ανέβηκαν στο βουνό να ψάξουν για μανιτάρια και μετά από λίγο κατέβηκαν και πήγαν απέναντι δηλαδή στη δεξιά μεριά του δρόμου όπου υπήρχε ένα χωράφι με παλιοσίδερα, μηχανήματα και εξαρτήματα. Μπήκαν και οι τέσσερεις, περπατητοί στο χωράφι από χωματόδρομο. Αφού είδαν τι υπήρχε μέσα αρχικά έκαναν τη σκέψη να πάρουν αλλά μετά αποφάσισαν να μην πάρουν οτιδήποτε γιατί όπως ήταν στοιβαγμένα κατάλαβαν ότι σε κάποιον ανήκουν. Ο παραπονούμενος με τον Στέλιο βγήκαν από το χωράφι και πήγαν προς το αυτοκίνητο, ενώ ο Λευτέρης με τον Μάριο, που ήταν πιο κάτω περπάτησαν με νότια κατεύθυνση για να κατεβούν στον κύριο δρόμο από την κάτω μεριά για να τους πάρει ο παραπονούμενος με το αυτοκίνητο. Αφού ο παραπονούμενος πήγε στο αυτοκίνητο και ετοιμαζόταν να το ξεκλειδώσει, είδε ένα διπλοκάμπινο κόκκινο να έρχεται από τον Αγρό και να σταματά στην είσοδο του χωραφιού. Από αυτό κατέβηκε ένας νεαρός και πήγε προς το χωράφι. Ο παραπονούμενος παρέμεινε εκεί με τον Στέλιο και αμέσως μετά ο νεαρός ξαναμπήκε στο διπλοκάμπινο και το οδήγησε προς το μέρος που ήταν το αυτοκίνητο του παραπονούμενου και το στάθμευσε στην είσοδο του χωραφιού, κόβοντας του το δρόμο. Ο νεαρός κατέβηκε από το αυτοκίνητο και φώναξε στον παραπονούμενο «Έλα και θέλω σε». Αυτός πήγε κοντά του και εκείνος του είπε «Έλα μαζί μου» και ξεκίνησε για το χωράφι με τα παλιοσίδερα. Την ίδια στιγμή ήρθε ακόμα ένα νεαρό πρόσωπο από την ίδια κατεύθυνση και στάθμευσε στην είσοδο του χωραφιού. Ο παραπονούμενος με τον Στέλιο και με τα δυο νεαρά πρόσωπα, περπάτησαν εντός του χωραφιού και ο ένας από αυτούς υπόδειξε στον παραπονούμενο κάτι πατημασιές και τους ρώτησε αν είναι δικές τους. Ο παραπονούμενος του είπε «Ναι, γιατί περπατήσαμε πριν λίο μέσα στο χωράφι». Ο νεαρός αυτός που ήταν ο κατηγορούμενος 2, είπε στον παραπονούμενο ότι έχασε τα κλειδιά του τρακτέρ του και ο παραπονούμενος του είπε ότι δεν τα πήρε. Ο κατηγορούμενος 2 πήρε μια βέργα από το έδαφος και είπε στον παραπονούμενο να τους ακολουθήσουν. Αυτοί πήγαν με τον κατηγορούμενο 2 στο πιο κάτω διάζωμα του χωραφιού όπου είχε μηχανές, gearbox και διάφορα άλλα εξαρτήματα. Ο κατηγορούμενος 2 είπε στον παραπονούμενο «Τούτες εν οι πατημασιές σου και ήρτες δαμέ για να κλέψεις». Ο παραπονούμενος του είπε «Δεν ήρτα για να κλέψω» και εκείνος του είπε «Ένα λεπτό να πάω να φέρω το τράκτορ να ανοίξω το λάκκο σου». Ο κατηγορούμενος 2 ανέβηκε στο πάνω διάζωμα και σε δυο λεπτά επέστρεψε με ένα ντίκερ και αφού το στάθμευσε μπροστά στον παραπονούμενο άρχισε να ανοίγει ένα λάκκο. Αφού άνοιξε λάκκο περίπου μισό μέτρο, έσβησε το τράκτορ και κατέβηκε και πήγε προς το μέρος του παραπονούμενου και τον κτύπησε με γροθιά στο πρόσωπο. Στη συνέχεια ο ένας από τους δυο νεαρούς τηλεφώνησε σε κάποιο πρόσωπο και ύστερα από δέκα λεπτά πήγε στο μέρος ένας άνδρας ηλικίας περίπου 50 χρόνων, φαλακρός, τον οποίο ο μάρτυρας αναγνώρισε ως τον κατηγορούμενο
  4. Ο κατηγορούμενος 1 ρώτησε τον παραπονούμενο «Τι ήρθετε να κάμετε εδώ;». Ο παραπονούμενος του απάντησε ότι πήγαν στα μανιτάρια. Αμέσως ο κατηγορούμενος 1 άρπαξε τη βέργα από τα χέρια του νεαρού και κτύπησε τον παραπονούμενο στην ράχη και στη συνέχεια κτύπησε τον Στέλιο στο πλευρό. Ο Στέλιος άρχισε να τρέχει και ο κατηγορούμενος 1 τον ακολούθησε. Ο Στέλιος τρέχοντας κτύπησε πάνω σε έναν άλυσο, ο οποίος ήταν κατά μήκος χωμάτινου δρόμου και αφού έπεσε στο έδαφος ο κατηγορούμενος 1 τον κτύπησε δύο φορές και ο Στέλιος έτρεξε και διέφυγε. Μετά ο κατηγορούμενος 1 πήγε κοντά στον παραπονούμενο, έπιασε μια σωλήνα από το έδαφος και άρχισε να τον κτυπά σε διάφορα μέρη του σώματος. Ο παραπονούμενος του έλεγε να σταματήσει να τον κτυπά και εκείνος σταμάτησε. Ο παραπονούμενος τους είπε να του δώσουν το τηλέφωνο του (τεκμήριο 2), το οποίο του πήρε προηγουμένως ένας από τους νεαρούς και εκείνος του είπε «Σκάσε». Ο νεαρός έδωσε το τηλέφωνο στον κατηγορούμενο 1 και αυτός το έριξε μέσα σε μια λάντα με νερό και μετά πέρασε από πάνω του με το αυτοκίνητο του. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος 1 είπε στον παραπονούμενο να μπει στο αυτοκίνητό του κατηγορούμενου
  5. Ο παραπονούμενος μπήκε και έκατσε στη θέση του συνοδηγού. Αμέσως ο κατηγορούμενος 1 ξεκίνησε και αφού βγήκαν από το χωράφι οδήγησε προς το χωριό Αγρός. Στα πρώτα σπίτια του χωριού σταμάτησε σε ένα μηχανουργείο και είπε στον παραπονούμενο να κατεβεί από το αυτοκίνητο του και να τον ακολουθήσει στο μηχανουργείο. Ο κατηγορούμενος 1 έβαλε τον παραπονούμενο και έκατσε σε μια καρέκλα και του είπε ότι αν δεν πληρώσει €2.000 θα μείνει εκεί το βράδυ. Ο παραπονούμενος δεν του απάντησε και μετά από είκοσι λεπτά περίπου ο κατηγορούμενος 1 του ξαναείπε να μπει στο αυτοκίνητο του και τον πήρε στην Αστυνομία του Αγρού. Ο πρώην κατηγορούμενος 3 δεν χτύπησε τον παραπονούμενο. Περαιτέρω στην κατάθεση του τεκμήριο 10, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, είπε ότι έχει παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου 1 και των υιών αυτού, που τον χτύπησαν καθώς και για το τηλέφωνο του το οποίο του έσπασαν και είναι αξίας €
  6. Ανέφερε δε περαιτέρω στην κυρίως εξέταση του ότι το εν λόγω τηλέφωνο το αγόρασε καινούριο και πλήρωσε €
  7. Για την ημέρα εκείνη που πήγαν στο προαναφερόμενο χωράφι, κατηγορήθηκε και αυτός με άλλους ότι πήγαν εκεί για να κλέψουν δηλ. για απόπειρα κλοπής. Μετά από παραδοχή τους, το Δικαστήριο επέβαλε στον παραπονούμενο ποινή προστίμου €400 και στους άλλους που ήταν μαζί του, διάταγμα κοινοτικής εργασίας. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο Λευτέρης Καφούρης, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Στις 22.11.12 περί ώρα 2:30, του τηλεφώνησε ο παραπονούμενος για να πάνε να μαζέψουν παλιοσίδερα. Έτσι ξεκίνησε μαζί με τον παραπονούμενο, τον Μάριο Ευθυμίου και τον Μιχαήλ Στυλιανό και γύρω στις 3:30 βρέθηκαν στην περιοχή του Αγρού, όπου στάθμευσαν το αυτοκίνητο στην δυτική πλευρά ενός χωραφιού. Κατέβηκαν όλοι από το αυτοκίνητο, πέρασαν στην δεξιά πλευρά και κατέβηκαν στο χωράφι όπου υπήρχαν αυτοκίνητα, μηχανές, τρακτέρ και εξαρτήματα. Όταν κατέβηκαν, ο παραπονούμενος με τον Στυλιανό έφυγαν χωρίς να τους πουν οτιδήποτε και έτσι ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ότι το χωράφι άνηκε σε κάποιον. Στην συνέχεια είπε στον Μάριο «Πάμε να φύγουμε γιατί εν να μπερτέψουμε» και έφυγε από τη δυτική πλευρά του χωραφιού και βγήκαν στον δρόμο. Ακολούθως, δύο άγνωστα πρόσωπα, εισήλθαν στο χωράφι και άρχισαν να κτυπούν τον παραπονούμενο με ξύλο. Μετά τα προαναφερόμενα άτομα πήραν το τρακτέρ και έβγαλαν λάκκο για να τον θάψουν, φώναζαν. Ο άλλος που βρισκόταν με τον παραπονούμενο δηλ. ο Στυλιανός τράπηκε σε φυγή και κατάφερε να διαφύγει. Ο μάρτυρας είδε τα πιο πάνω βρισκόμενος 40 μέτρα μακριά, όπου παρέμεινε για 20 περίπου λεπτά. Βρισκόταν εκεί με τον Μάριο Ευθυμίου. Άκουσε δε τον παραπονούμενο να φωνάζει κάτι σαν άου. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 1 νομίζει ότι αυτός πήγε πιο μετά στην σκηνή με ένα άσπρο αυτοκίνητο. Δεν θυμάται όμως εάν το είδε να κάνει κάτι. Ο κατηγορούμενος 3 ήταν επίσης στην σκηνή αλλά νομίζει δεν έκανε κάτι. Στην συνέχεια ο μάρτυρας ξεκίνησε προς το ξενοδοχείο Ρόδον και εκεί του τηλεφώνησε ο Στυλιανός από τον Αστυνομικό Σταθμό του Αγρού και πήγε και αυτός στον Σταθμό. Κατηγορήθηκε και αυτός για την επίδικη ημερομηνία και παραδέχθηκε ότι πήγε στο συγκεκριμένο χωράφι για να κλέψει αλλά δεν έκλεψε. Η εκδοχή του κατηγορούμενου 1 ήταν η ακόλουθη: Είναι μηχανικός και ασχολείται με αυτοκίνητα και εξαρτήματα. Είναι και εισαγωγέας εξαρτημάτων. Στις 22.11.12 βρισκόταν στην Λευκωσία, όπου διατηρεί άλλο υποστατικό στην περιοχή Τσερίου. Αργά το απόγευμα του τηλεφώνησε ο γιος του ο Νίκος και του είπε «Παπά έλα γλήορα στο χωρκό τζιαι έχουμε πρόβλημα». Μαζί του εκείνη την στιγμή ήταν ο Ιωάννης Κοιλιάρης από το χωριό Δύμες. Είπε στον Κοιλιάρη ότι πρέπει να φύγουν και ξεκίνησαν. Μετά από περίπου 50 λεπτά έφθασαν σε χωράφι, όπου διατηρεί υποστατικό με εξαρτήματα και το οποίο βρίσκεται 2 χιλιόμετρα από τον Αγρό. Το χωράφι αυτό είναι κάτω από τον κύριο δρόμο, με πάγκους μεγάλους, όχτους στις άκριες και δεξιά και αριστερά από τους πάγκους έχει εξαρτήματα. Δεν μπορεί κάποιος να εισέλθει εύκολα σε αυτό γιατί στη μια άκρη του δρόμου που κατεβαίνει μέσα, είχαν μηχάνημα digger και στην κατηφόρα κάτω βγαίνει σε άλλο δρόμο αγροτικό, με τον οποίο ενώνεται το τεμάχιο. Στην κάτω είσοδο είχαν άλυσο με κλειδαριά και είναι περίπου 4 πάγκοι μεγάλοι. Όταν έφθασε στο χωράφι κατέβηκε στον τρίτο πάγκο όπου ήταν ο γιος του ο Νίκος. Ο Κοιλιάρης έμεινε πάνω στον δρόμο στην είσοδο του χωραφιού. Κάτω βρίσκονταν εκτός από τον γιο του και άλλα δύο άτομα, τα οποία ρώτησε «Τι κάμνετε δαμέ;» Ο ένας διέφυγε αμέσως προς τα κάτω. Ο κατηγορούμενος 1 πήγε πίσω του και το άλλο πρόσωπο κτύπησε πάνω στον άλυσο της εισόδου εφόσον άρχισε ήδη και νύχτωνε και δεν φαινόταν ο άλυσος. Όταν αυτός στάθηκε στα πόδια του έφυγε και κατέβηκε στο χωριό, είτε από τα περβόλια είτε από μονοπάτια και έτσι ο κατηγορούμενος 1 τον έχασε. Ακολούθως ο κατηγορούμενος 1 γύρισε πίσω στον χώρο που ήταν ο γιος του με το άλλο πρόσωπο. Εξ όσων του είπε ο γιος του ήταν 4 άτομα και έφυγαν πριν πάει ο κατηγορούμενος
  8. Το άλλο άτομο που ήταν εκεί ήταν ο παραπονούμενος. Προσπάθησε και αυτός να διαφύγει. Αντί όμως να πάει από κύριο δρόμο πήγε από γκρεμό κάτω και κτύπησε μόνος του. Συγκεκριμένα στην άκρη του πάγκου υπήρχαν διάφορα εξαρτήματα όπως gearbox και σασιά των αυτοκινήτων. Κατέβηκε και ο κατηγορούμενος 1 κάτω και έπιασε τον παραπονούμενο στον δρόμο του άλλου πάγκου και το πήρε πάνω προς το μέρος της εισόδου. Ο κατηγορούμενος 1 έκανε προσπάθεια να επικοινωνήσει με τον Αστυνομικό Σταθμό Αγρού αλλά για κάποιο λόγο που δεν ξέρει, δεν του απαντούσαν. Όταν δε είπε στον παραπονούμενο «Έννα πάμε στην Αστυνομία» εκείνος διαμαρτυρήθηκε και ο κατηγορούμενος 1 του είπε «Χάθηκαν που δαμέ, ξαναφύγαν μου gearbox». Όταν τον ρώτησε, ο παραπονούμενος του παραδέχτηκε ότι περίπου 15 με 20 ημέρες προηγουμένως, αυτοί πήραν από τον κατηγορούμενο 1 διάφορα gearbox και άλλα διάφορα, που εντόπισε ότι έλειπαν. Στην συνέχεια έφυγαν από το χωράφι μαζί και με τον Κοιλιάρη και πήγαν προς το σπίτι του κατηγορούμενου 1 που είναι το γκαράζ του. Εκεί ο παραπονούμενος του είπε ότι ήθελε να επικοινωνήσει με τον πατέρα του για να τους πάρει λεφτά να μην πάνε στην Αστυνομία. Σταμάτησαν στο γκαράζ κάτω. Ο παραπονούμενος ζήτησε και του πήραν νερό και προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον πατέρα του, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Στην συνέχεια τους τηλεφώνησε η Αστυνομία του Αγρού και ρώτησε τι έγινε. Ο κατηγορούμνενος 1 εξήγησε τι έγινε και ο Αστυνομικός του είπε «Πιάστο άτομο και έλα στον Σταθμό». Έτσι έβαλε τον παραπονούμενο στο αυτοκίνητο και πήγαν στον Αστυνομικό Σταθμό Αγρού. Σε καμία περίπτωση δεν χτύπησε τον παραπονούμενο. Όσον αφορά τα τραύματα αυτού, που διαπίστωσε ο γιατρός, ερωτώμενος από πού προήλθαν είπε ότι από τον ένα πάγκο στον άλλο είναι κάπου 10 μέτρα με άγρια βλάστηση και στην άκρη ξυλωμένα σασιά αυτοκινήτων. Όταν ο παραπονούμενος πήδηξε να κατέβει να φύγει, κτύπησε μόνος του. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του παραπονούμενου ότι του πήρε το τηλέφωνο και το πέταξε, είπε ότι δεν έκανε κάτι τέτοιο και ότι το τηλέφωνο φαίνεται ότι έπεσε όταν ο παραπονούμενος έτρεχε να φύγει. Ήδη ήταν νύχτα σχεδόν και τον άκουσε που γύρευε το τηλέφωνο του μετά που πήγαν στο μαγαζί. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του παραπονούμενου ότι πέρασε πάνω από το τηλέφωνο του με το αυτοκίνητο είπε ότι δεν έγινε κάτι τέτοιο και πρόσθεσε ότι το αυτοκίνητο του ήταν στον δρόμο. Ο κατηγορούμενος 2 στην ανώμοτη του δήλωση ανέφερε τα εξής: «Την ημερομηνία που αναφέρεται στις καταθέσεις μας έπρεπε να πάω Λευκωσία τζιείνη την ημέρα διότι ειδοποιήθηκα από τον πατέρα μου, ήμουν στο χωράφι τζιείνο, εδούλευκα το πρωί. Εξεκίνησα να πάω τζιαι ούλλα τα μηχανήματα τζιαμέ να πιάσω το κλειδί που πάνω στο ντίκερ το πάνω, κατεβαίνω κάτω στο... είναι περίπου 15 μέτρα έτσι λλίο κατηφορούι το πρώτο αυτό που βάλλαμε και εκλείαμε την είσοδο μας, τα πράματα μας, να πιάσω το κλειδί που το ντίκερ, πρόσεξα ότι έλειπε. Είδα τζιαμέ φρέσκα πατήματα, διότι έβρεχε, είδα φρέσκα πατήματα τζιαμέ που παπούτσια που εν ήταν καν δικά μας. Τέλοσπαντων, να τηλεφωνήσω του αδελφού μου του Στέφανου λέω άμπα τζιαι ήρτε τζιείνος πιο γρήγορα και πήρε τα κλειδιά. Ετηλεφώνησα του, λαλεί μου «όϊ» τέλοσπαντων «εν να φύω» λαλώ του. Μόλις έφκηκα έτσι πισινή πάνω στον δρόμο με το αυτοκίνητο μου, απέναντι παρατήρησα το αυτοκίνητο τούτο, το αυτοκίνητο που ήρταν οι παραπονούμενοι. Έπια δίπλα που είναι ο δρόμος που μπήκαν μέσα, πάρκαρα, δεν είχε κάποιον τζιαμέ. Εφώναξα «Ρε, έχει κανέναν; Νάμπου γίνεται;» Εφανήκαν δύο επολοηθήκαν μου. «Ρε, ελάτε κάτω» είπα τους. Ήρταν κάτω στον δρόμο, ήταν δύο που ήταν μαζί, οι άλλοι εν έρκουνταν. Ερώτησα τους αν επιάσαν το κλειδί που το τράκτορ, είπαν μου «όχι». Τέλοσπαντων ήμασταν τζιαμέ, εκουβεντιάζαμε αναμεταξύ μας. Εγώ παρατήρησα κάτω ότι είχε πράματα νεκατωμένα έξω που τις αποθήκες, στοιβασμένα για να τα πιάουν. Ερώτησα τους «Ρε, επήετε κάτω στο χωράφι;» «Όϊ». Τέλος πάντων εκατεβήκαμε κάτω μαζί, «Ελάτε να πάμε κάτω» λαλώ τους. Τούτοι είχαν υπόψη τους ότι εν εμπορούσαν να διαφύγουν γιατί ήταν το αυτοκίνητο μου πίσω τους. Εντάξει, είπα τους να πάμε κάτω στο μέρος μας τζιαμέ, εκατεβήκαμε κάτω στον τρίτο πατό γιατί τωρά μιλούμε για 30 μέτρα κατήφορο, επήαμε τζιαμέ, εγώ είδα τα, επαρατήρησα ότι είχε τζιαμέ μπροστά που τα μηχανήματα εφκάλαν πράματα, ετοίμασαν εξαρτήματα να τα πιάσουν. Ερώτησα τους «ήνταμπου τούτα;» Εγώ αμέσως ετηλεφώνησα του πατέρα μου γιατί δεν μπορούσα να κάνω κάτι εγώ, γιατί όταν τους ελάλουν για Αστυνομία εφωνάζαν, επαουρίζαν και λαλούσαν μου «μεν πιάσεις την Αστυνομία να δούμε τι εν να κάμουμε». Εγώ εκαθυστερούσα τους, ο ένας ελάλε μου «άφησ' με να πάω στα μωρά μου και εν άρρωστο». «Μα τι να αφήκω; Να δούμε τι συνέβηκε να πάμε στην Αστυνομία και να πάεις στο καλό». Ύστερα που περίπου μιάν ώρα, 45‑50 λεπτά, ακρίβεια την ώρα δεν τη θυμούμαι, όταν εγινήκαν τούτα τα πράματα ήρτε ο πατέρας μου, άφηκε το αυτοκίνητο του πάνω, εκατέβηκε τζιαμέ που ήμασταν, ήμασταν τρία άτομα πριν να έρτει ο μάστρος τζιαμέ, κουβεντιάζαμε ούλλοι τζιαι αστειέφκαμε κιόλας με τους άλλους και ξέρω 'γω. Τούτοι μόλις είδαν τον πατέρα μου, ερώτησε τους «Ρε, νάμπου εγίνηκε δαμέ;» Φυσικά εγώ εμίλησα του σαν κατέβαινε, σαν έρκετουν κάτω ότι ήταν να κλέψουν, ήρτε τζιαμέ, όταν τους είπε και ξέρω 'γω «Να πάμεν Αστυνομία τωρά» και ξέρω 'γω, «όϊ». Ένας εβούρησε που το κατήφορο, επήε τ' απισόν του. Εμείς εθωρούσαμε τον. Ήρτε πίσω, έπιασε τον άλλο, εντάξει εν τον άφηκε να φύει να πάει τουλάχιστον να έχουμε κάποιον ότι ήταν τζιαμέ και εν τούτοι που εκάμαν τούτα του πράματα. Περίπου η διάρκεια που εκάμαμε τζιηπάνω ήταν 20‑30 λεπτά, έβρεχε, είχε ομίχλη, ξεκίνησε να νυχτώνει σχεδόν. Έφκαλε τον πάνω, επήε στο αυτοκίνητο επήρε τον τζιαμέ σπίτι στο γκαράζ κάτω, έβαλε του και νερό, δεν θυμούμαι. Έμεινε τζιαμέ ο πατέρας μου, εμείς επήαμε με τον άλλον που ήταν μαζί του Λευκωσία, εμείς εφύαμε γιατί τούτος είπε μας ότι οι άλλοι εν στο ξενοδοχείο και επήαμε για να έβρουμε τους άλλους και μετά ειδοποιήθηκε η Αστυνομία, γιατί ο ένας είπε μας ότι επήε. Ήβραμε τους άλλους στο ξενοδοχείο και είπαν μας ότι επήε ο ένας στην Αστυνομία και ήθελαν τρόπο να παν στην Αστυνομία. Είπαμε τους να τους πάρουμε και είπαν «όχι, ήβραμε», ήβραν άτομο δικό τους να τους πάρει και πράγματι μπήκαν σε άλλο αυτοκίνητο και πήγαν στον Σταθμό. Μετά εκαλεστήκαμε που την Αστυνομία και εδώκαμε μαρτυρίες, εννοώ σου καταθέσεις.». Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο Ιωάννης Κοιλιάρης, ο οποίος ανέφερε τα εξής: Στις 22.11.12 βρισκόταν περί ώρα 4:00 στην Λευκωσία με τον κατηγορούμενο
  9. Στην συνέχεια πήγαν στον Αγρό. Πριν φτάσουν στον Αγρό, ο κατηγορούμενος 1, σταμάτησε στο χωράφι, αφού του τηλεφώνησαν ότι έκλεψαν του πράματα. Ο κατηγορούμενος 1 κατέβηκε κάτω στο χωράφι. Έβρεχε τότε. Μετά ακούστηκαν κάτι φωνές. Ο μάρτυρας ήταν μέσα στο αυτοκίνητο. Ύστερα από λίγο κατέβηκε να πάει κάτω αλλά ερχόταν πάνω ο κατηγορούμενος 1 με τον γιο του. Ο κατηγορούμενος 1 κρατούσε κάποιο άλλο πρόσωπο από το χέρι και του έλεγε ότι θα τον πάρει στην Αστυνομία. Το άλλο πρόσωπο είπε στον κατηγορούμενο 1, «Όϊ, να μεν με πάρεις στην Αστυνομία, να μεν με δώκεις στην Αστυνομία». Στην συνέχεια ο κατηγορούμενος 1 έφερε το εν λόγω πρόσωπο πάνω στο αυτοκίνητο, το έβαλε μέσα και μαζί με τον μάρτυρα πήγαν στο σπίτι του κατηγορούμενου
  10. Εκεί το εν λόγω πρόσωπο ζήτησε νερό και του πήραν. Ο κατηγορούμενος 1 ήθελε να τον πάρει στην Αστυνομία αλλά εκείνος επέμενε να τηλεφωνήσει να του φέρουν λεφτά για να πληρώσει τον κατηγορούμενο
  11. Έκαναν λίγη ώρα εκεί και μετά πήραν το εν λόγω πρόσωπο και τον πήραν στην Αστυνομία. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ο Μ.Κ.1 αναφέρθηκε στις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, χωρίς η μαρτυρία του να αμφισβητηθεί στην ουσία της. Συνεπώς γίνεται δεκτή. Δεν του υποβλήθηκε δε η θέση ότι δεν έγραψε στην κατάθεση του κατηγορούμενου 1 κάποια πράγματα που αυτός του είπε. Ο Μ.Κ.2, παραπονούμενος, θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά την μαρτυρία του περιέπεσε σωρεία αντιφάσεων, βασικές θέσεις του δεν ήταν σταθερές, άλλες στερούνται λογικής, κάποιες διαψεύδονται από άλλη μαρτυρία ενώ άλλες δεν συνάδουν με τα παραδεκτά γεγονότα. Συγκεκριμένα: Στην κατάθεση τεκμήριο 9, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, είπε ότι κατά την επίδικη μέρα αποφάσισε με φίλους του να πάνε πάνω στα χωριά για να βρουν παλιοσίδερα και ότι σταμάτησαν στο επίδικο χωράφι. Αφού κατέβηκαν ανέβηκαν στο βουνό να ψάξουν για μανιτάρια και μετά από λίγο κατέβηκαν και μπήκαν στο εν λόγω χωράφι που είχε παλιοσίδερα, μηχανήματα και εξαρτήματα. Αφού είδαν τι υπήρχε μέσα, αρχικά έκαναν τη σκέψη να πάρουν αλλά μετά αποφάσισαν να μην πάρουν οτιδήποτε γιατί όπως ήταν στοιβαγμένα κατάλαβαν ότι σε κάποιον ανήκουν. Ανέφερε δε στην κυρίως εξέταση του ότι κατηγορήθηκε και παραδέχθηκε και αυτός ότι πήγε εκεί με άλλους για να κλέψουν. Παρά ταύτα ήταν η θέση του, την οποία υποστήριξε και στην αντεξέταση του, ότι δεν γνώριζε ότι στο συγκεκριμένο χωράφι υπήρχαν τέτοια πράγματα και ότι ήταν η πρώτη φορά που πήγε εκεί. Δεν είναι όμως λογικό να ξεκίνησαν να πάνε για παλιοσίδερα και μετά από τέτοια διαδρομή να σταμάτησαν τυχαία εκεί, να πήγαν για μανιτάρια και στη συνέχεια και πάλι τυχαία να μπήκαν στο εν λόγω χωράφι, το οποίο να σημειωθεί ότι ήταν κάτω από το επίπεδο του δρόμου. Είναι λοιπόν προφανές ότι ο παραπονούμενος ανέφερε τα πιο πάνω ώστε να πείσει ότι πρώτη φορά πήγε εκεί, δεν γνώριζε ότι υπήρχαν μηχανήματα και εξαρτήματα και ότι δεν πήγαν προσχεδιασμένα στο συγκεκριμένο χώρο. Η θέση του αυτή άλλωστε διαψεύδεται από τον Μ.Κ.3, ο οποίος όχι μόνο ήταν σαφής ως προς τον σκοπό της επίσκεψης τους στο μέρος και συγκεκριμένα ότι πήγαν εκεί για να κλέψουν αλλά και ότι ο ίδιος δεν γνώριζε τον χώρο αλλά τον γνώριζε ο παραπονούμενος. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης του ο παραπονούμενος αρνούμενος και πάλι τον σκοπό της επίσκεψης τους στο χωράφι, είπε ότι εάν ήθελε να κλέψει από εκεί, που δεν είχε τέτοιο σκοπό, θα πήγαινε σε ώρες που έλειπαν οι ιδιοκτήτες. Όταν δε ρωτήθηκε ουσιαστικά γιατί στην κατάθεση του είπε ότι πήγαν για μανιτάρια έδωσε την μη πειστική απάντηση ότι εκεί είπε ότι όταν μπήκαν στο χωράφι και είδαν ότι ανήκαν σε κάποιον τα πράγματα πήγαν για μανιτάρια, γεγονός που ως προκύπτει από τα προαναφερθέντα δεν ευσταθεί. Στη συνέχεια όμως αντιλαμβανόμενος την αντίφαση του αυτή με την κατάθεση του είπε ότι πρώτα έψαξαν για μανιτάρια και μετά μπήκαν στο χωράφι. Ενώ από την κατάθεση του τεκμήριο 9 προκύπτει ότι τον χτύπησαν ο κατηγορούμενος 1 και ένας εκ των υιών αυτού και ότι ζημιά στο τηλέφωνο του επέφερε ο κατηγορούμενος 1 εντούτοις στη συμπληρωματική του κατάθεση τεκμήριο 10, την οποία και υιοθέτησε στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι έχει παράπονο εναντίον του κατηγορόυμενου 1 και των υιών αυτού που τον χτύπησαν καθώς και για το τηλέφωνο του το οποίο του έσπασαν. Τα πιο πάνω δείχνουν ότι ο παραπονούμενος είπε ψέματα στην εν λόγω κατάθεση του με σκοπό προφανώς να εμπλέξει και τους 3 κατηγορούμενους. Αναφορικά δε με το τι ζημιά υπέστη το κινητό του, όταν ρωτήθηκε στην αντεξέταση του διερωτήθηκε εάν όταν το βάλεις στο νερό δεν παθαίνει ζημιά, παραλείποντας δηλ. να αναφερθεί στην θέση του ότι επιπλέον ο κατηγορούμενος 1 πέρασε από πάνω του με το αυτοκίνητο. Να σημειωθεί δε εδώ ότι το τεκμήριο 2, ως παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο, δεν έφερε οποιαδήποτε σημάδια εξωτερικά που να δείχνουν ότι υπέστη τέτοιου είδους μεταχείριση κάτι που θα ήταν αναμενόμενο εάν περνούσε ένα αυτοκίνητο από πάνω του. Επέμενε δε ο παραπονούμενος ότι γνωρίζει σήμερα ότι αυτό δεν λειτουργεί. Για να πείσει δε είπε ότι το δοκίμασαν στον Αστυνομικό Σταθμό Αγρού κατά τον επίδικο χρόνο. Πρέπει δε εδώ να σημειωθεί ότι η θέση του περί ζημιάς στο τηλέφωνο δεν υποστηρίζεται από άλλη μαρτυρία. Ο δε Μ.Κ.1 δεν αναφέρθηκε σε οποιοδήποτε έλεγχο του τηλεφώνου. Επέμενε δε όμως ο παραπονούμενος ότι το τηλέφωνο του έχει πρόβλημα. Ανέφερε επίσης ότι αυτό του το έπιασαν από την ώρα που του έκοψαν τον δρόμο στο χωράφι για να μην κάνει οποιοδήποτε τηλεφώνημα. Του το πήρε ο κατηγορούμενος 2 στον οποίο είπε ότι το θέλει γιατί ήταν άρρωστο το μωρό του και περίμενε τηλεφώνημα. Συγκεκριμένα την ώρα που το τηλέφωνο χτυπούσε ο κατηγορούμενος 2 του είπε να μην το απαντήσει και να του το δώσει. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην κατάθεση του περιορίσθηκε να πει απλά ότι το τηλέφωνο του το πήρε ένα από τους νεαρούς πριν πάει εκεί ο κατηγορούμενος
  12. Μάλιστα ενώ στην αντεξέταση του υποστήριξε ότι του το πήρε ο κατηγορούμενος 2 στην κυρίως εξέταση του είπε ότι νομίζει ότι του το πήρε ο πρώην κατηγορούμενος
  13. Όταν στην συνέχεια της αντεξέτασης του ρωτήθηκε εάν δεν απάντησε το τηλέφωνο όταν χτύπησε και το έδωσε, είπε ότι από τη στιγμή που κρατούσαν σωλήνες και ξύλα ο καθένας στη θέση του θα το έδινε. Ερωτώμενος ποιος κρατούσε σωλήνες και ξύλα είπε ότι το ξύλο το κρατούσε ο κατηγορούμενος 2 και την σωλήνα την κρατούσε ο κατηγορούμενος 1 μετά που του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος
  14. Η θέση του όμως αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στην χρονολογική σειρά των γεγονότων όπως ο ίδιος την έθεσε εφόσον πριν υποστήριξε ότι το τηλέφωνο του το πήρε ένας εκ των νεαρών πριν έλθει ο κατηγορούμενος
  15. Σε ερώτηση στην αντεξέταση του είπε ότι ο ίδιος είναι ύψους 1.76 μέτρα. Όταν του τέθηκε εύλογα η ερώτηση πως ο κατηγορούμενος 2, που είναι μικρότερης σωματικής διάπλασης από αυτόν, του πήρε το τηλέφωνο και ενώ από τα όσα είπε πριν προκύπτει ότι φοβήθηκε, αντιλαμβανόμενος την ασυνέπεια της θέσης του, είπε ότι δεν είναι ότι τον φοβάται αλλά έδωσε την μη πειστική εξήγηση ότι βρισκόμενος σε ένα τόπο, όπου του υπέδειξε ο κατηγορούμενος 2 να τον ακολουθήσει, δεν μπορούσε στο σπίτι του άλλου να κάνει σκηνές. Το απέδωσε δε στο ότι ένιωθε ένοχος που μπήκε στο χωράφι. Γιατί όμως να νιώσει οποιαδήποτε ενοχή εφόσον δεν δέχθηκε ουσιαστικά ότι πήγε εκεί με σκοπό να κλέψει; Όσον αφορά το γιατί το άλλο πρόσωπο, δηλ. ο Στέλιος Μιχαήλ που ήταν μαζί του έτρεξε να φύγει, στην αντεξέταση του είπε ότι το έκανε γιατί του είπε αυτός να τρέξει να φέρει βοήθεια, κάτι που ανέφερε για πρώτη φορά. Όταν όμως πολύ λογικά ρωτήθηκε γιατί δεν έφυγε και ο ίδιος, είπε ότι αυτόν τον κρατούσαν και ήταν χτυπημένος και δεν μπορούσε. Όμως αυτό δεν συνάδει με τα όσα είπε στην κυρίως εξέταση του εφόσον την στιγμή που έτρεξε ο Στέλιος, ο παραπονούμενος είχε δεχθεί ένα χτύπημα στην ράχη και δεν φαίνεται να τον είχα υπό διαφορετικό περιορισμό από ότι τον Στέλιο. Όσον αφορά το σε ποια σημεία του σώματος του χτυπήθηκε, από την κατάθεση του τεκμήριο 9 προκύπτει ότι χτυπήθηκε από τον κατηγορούμενο 2 με γροθιά στο πρόσωπο πριν πάει στο σημείο ο κατηγορούμενος 1 και όταν αυτός πήγε εκεί τον χτύπησε πρώτα με βέργα στην ράχη και στην συνέχεια μετά που επέστρεψε από τη καταδίωξη του Στέλιου, τον ξαναχτύπησε με σωλήνα σε διάφορα μέρη του σώματος. Ενώ όμως υιοθέτησε την εν λόγω κατάθεση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και την διάβασε ενώπιον του Δικαστηρίου εντούτοις όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε εάν θυμάται που χτυπήθηκε και εάν τραυματίσθηκε είπε ότι δεν θυμάται που χτύπησε αλλά έχει χαρτί από τον γιατρό. Εδώ θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν είναι λογικό να ισχυρίζεται ότι δέχθηκε ξυλοδαρμό και μάλιστα υπό τις περιστάσεις που περιέγραψε αλλά να μην θυμάται τέτοια ουσιώδη θέματα όπως το που χτυπήθηκε. Περαιτέρω σε σχέση με τα τραύματα του θα πρέπει να λεχθεί ότι οι ισχυρισμοί του στην κατάθεση σε σχέση με το που και πως χτυπήθηκε δεν συνάδουν με το παραδεκτό γεγονός που έγινε και συγκεκριμένα με το ότι ο Δρ. Δημοσθένους, ο οποίος τον εξέτασε διαπίστωσε πολλαπλές εκδορές στην πλάτη και εξάρθρωση αριστερού αγκώνα και εξηγώ. Κατ' αρχάς εφόσον η θέση του είναι ότι χτυπήθηκε και μάλιστα με γροθιά στο πρόσωπο από τον κατηγορούμενο 2 θα αναμενόταν να υπήρχε κάποιο σχετικό τραύμα στο πρόσωπο. Περαιτέρω ενώ αναφέρθηκε σε ένα χτύπημα στην πλάτη εντούτοις εντοπίσθηκαν πολλαπλές εκδορές εκεί. Ήταν επίσης η θέση του ότι χτυπήθηκε και σε διάφορα μέρη του σώματος και όχι μόνο σε ένα, με την χρήση μάλιστα σωλήνας. Όμως το μόνο άλλο τραύμα που εντοπίσθηκε ήταν εξάρθρωση στον ένα αγκώνα. Εδώ θα πρέπει να λεχθεί ότι οι πιο πάνω θέσεις του δεν μπορεί παρά να εξετασθούν και υπό το φως των αντίστοιχων θέσεων των κατηγορουμένων, οι οποίοι δεν αμφισβήτησαν ότι ο παραπονούμενος μπορεί να υπέστη τραύματα αλλά υποστήριξαν ότι αυτά επήλθαν όταν, στην προσπάθεια του να διαφύγει τρέχοντας από το χωράφι, στο οποίο υπήρχαν όχτοι, μηχανήματα και εξαρτήματα, έπεσε κάτω. Ως εκ των άνω κρίνω ότι Μ.Κ.2 δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και συναφώς η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Ούτε όμως ο Μ.Κ.3 μου έκανε καλή εντύπωση. Ήταν προφανές ότι δεν ήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια αλλά για να βοηθήσει τον φίλο του παραπονούμενο να πείσει για την δική του εκδοχή. Στην προσπάθεια του αυτή περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις ακόμη και στην κυρίως εξέταση του ενώ η όλη θέση του ότι είδε και άκουσε τα όσα ανέφερε, δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική και στερείται πειστικότητας. Συγκεκριμένα: Στην κυρίως εξέταση του είπε αρχικά ότι μετά που αυτός έφυγε από το χωράφι είδε δύο άγνωστα πρόσωπα να εισέρχονται στο χωράφι και άρχισαν να χτυπούν τον παραπονούμενο ενώ αμέσως μετά είπε ότι μόνο το ένα εκ των δύο τον χτυπούσε. Είπε επίσης ότι τα λόγω άτομα πήραν το τρακτέρ και έβγαλαν λάκκο για να τον θάψουν, φώναζαν. Όταν αντιλήφθηκε τα πιο πάνω βρισκόταν σε απόσταση 40 περίπου μέτρων. Όταν του ζητήθηκε να θέσει σε σειρά τα γεγονότα είπε ότι είδε πρώτα τον άγνωστο που χτυπούσε τον παραπονούμενο και ότι στη συνέχεια έφεραν το τρακτέρ και έβγαλαν λάκκο για να τον θάψουν. Όταν αμέσως μετά ρωτήθηκε πως και που είδε τον άγνωστο να τον κτυπά, αναφερόμενος και πάλι σε πληθυντικό αριθμό είπε ότι «Τον είδα να τον χτυπούν, το πρώτο χτύπημα ήταν στα πόδια». Να σημειωθεί εδώ ότι ο παραπονούμενος ισχυρίσθηκε ότι το πρώτο κτύπημα που δέχθηκε ήταν γροθιά στο πρόσωπο. Είπε δε ότι εάν δεν κάνει λάθος τον χτυπούσαν με ξύλο και όταν το είδε αυτό ο μάρτυρας ξεκίνησε και έφυγε περπατητός. Τα πρόσωπα εκεί πλην του παραπονούμενου ήταν δύο. Να υπομνησθεί δε ότι αρχικά είπε ότι μετά που είδε να κτυπούν τον παραπονούμενο είδε να παίρνουν τρακτέρ για να ανοίξουν λάκκο να τον θάψουν. Σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι δεν είδε ποιο πρόσωπο πήρε το τρακτέρ. Όταν δε στην συνέχεια του ζητήθηκε να αναγνωρίσει το πρόσωπο που είπε ότι χτυπούσε τον παραπονούμενο υπέδειξε τον κατηγορούμενο
  16. Ανέφερε επίσης ότι άκουσε τον παραπονούμενο που φώναζε κάτι σαν άου. Ερωτώμενος πως γνωρίζει ότι πήραν το τρακτέρ για να ανοίξουν λάκκο να θάψουν τον παραπονούμενο είπε ότι το είδε. Σε διευκρινιστική ερώτηση εάν άκουσε και κάτι ή απλά το συμπέρανε είπε ότι άκουσε το τρακτέρ που ξεκίνησε και πήγε να βγάλει τον λάκκο. Το δε κατηγορούμενο 1 δεν ήταν σίγουρος εάν τον είδε στην σκηνή. Νομίζει ότι πήγε πιο μετά με ένα άσπρο αυτοκίνητο. Όσον δε αφορά τον κατηγορούμενο 3 τον είδε στην σκηνή αλλά νομίζει ότι δεν έκανε κάτι. Αυτό έρχεται δε σε αντίθεση με την θέση του ότι στη σκηνή πλην του παραπονούμενου ήταν δύο άτομα τα οποία αρχικά είπε ότι κτυπούσαν τον παραπονούμενο και στη συνέχεια ότι πήραν τον τρακτέρ για να ανοίξουν λάκκο. Στην αντεξέταση του είπε ότι είδε τα δύο πρόσωπα που έπιασαν τον παραπονούμενο, εβρισκόμενος έξω από το χωράφι σε απόσταση 40 μέτρων. Είπε δε για πρώτη φορά ότι εκείνη την ώρα βρισκόταν απέναντι σε ύψωμα, προφανώς για να πείσει ότι ήταν σε θέση να βλέπει μέσα στο χωράφι. Όταν δε του τέθηκε ότι δεν μπορούσε να δει γιατί στην άκρη του δρόμου υπήρχαν παρκαρισμένα αυτοκίνητα στη δεξιά πλευρά και το χωράφι ήταν σε απόσταση 20‑30 μέτρα, σε βαθμίδες, πιο κάτω από τον δρόμο, επέμενε ότι αυτός έβλεπε. Όσον δε αφορά την θέση του ότι το τρακτέρ άνοιξε λάκκο για να θάψουν τον παραπονούμενο, όταν ρωτήθηκε ποιος του είπε ότι ήταν να τον θάψει, απάντησε ότι έτσι υπολόγισε αυτός, κάτι που δείχνει ότι το ανέφερε όχι από προσωπική γνώση αλλά προφανώς για να επιβεβαιώσει την θέση του παραπονούμενου. Όταν του τέθηκε ότι κατά τον μήνα Νοέμβριο η ώρα 4:00 το απόγευμα στον Αγρό και όταν βρέχει δεν υπάρχει ορατότητα αφού είναι νύχτα επέμενε ότι αυτός είδε τα όσα ανέφερε. Όταν μάλιστα ρωτήθηκε αμέσως μετά εάν δηλ. βλέπει μέσα στη νύχτα, χωρίς να αμφισβητήσει ότι ήταν πράγματι νύχτα, έδωσε την μη πειστική απάντηση ότι αυτός βλέπει. Η θέση του δε, ιδίως για το ποιος ήταν αυτός που χτύπησε τον παραπονούμενο δεν μπορεί να ευσταθήσει και για ένα άλλο λόγο. Κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, το Δικαστήριο είχε ενώπιον του τους κατηγορούμενους 2 και 3, οι οποίοι ως προαναφέρθηκε είναι αδέλφια. Από μια απλή παρατήρηση αυτών θα πρέπει να λεχθεί ότι μοιάζουν σε μεγάλο βαθμό τόσο στον σωματότυπο όσο και στα χαρακτηριστικά του προσώπου τους. Πως ήταν λοιπόν δυνατό ο μάρτυρας από απόσταση 40 περίπου μέτρων και υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά τον επίδικο χρόνο να διακρίνει μεταξύ των δύο και να είναι σίγουρος ότι ήταν ο κατηγορούμενος 2 αυτός που χτύπησε τον παραπονούμενο. Προφανώς το έκανε αυτό όχι γιατί το αντιλήφθηκε αλλά για να στηρίξει τα όσα ανέφερε σχετικά ο παραπονούμενος. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ούτε ο Μ.Κ.3 είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και συνεπώς ούτε αυτού η μαρτυρία γίνεται δεκτή. Ούτε όμως ο κατηγορούμενος 1 μου έκανε καλή εντύπωση. Περιέπεσε και αυτός σε ουσιώδεις αντιφάσεις, σε κρίσιμες ερωτήσεις απαντούσε με υπεκφυγές, βασικές και ουσιώδεις θέσεις του στερούνται λογικής και πειστικότητας ενώ κάποιες αποτελούν προφανώς όψιμες και εκ των υστέρων σκέψεις του με σκοπό να πείσει για την εκδοχή του και ιδιαίτερα γιατί δεν ειδοποίησε αμέσως την Αστυνομία και ουσιαστικά προτίμησε να «χειριστεί» μόνος του την κατάσταση. Συγκεκριμένα: Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι την επίδικη ημέρα ενώ αργά το απόγευμα βρισκόταν στην περιοχή Τσερίου στην Λευκωσία, του τηλεφώνησε ο γιός του (κατηγορούμενος 2) και του είπε «Παπά έλα γλήορα στο χωρκό τζιαι έχουμε πρόβλημα». Έτσι είπε στον Μ.Υ.1, ο οποίος ήταν μαζί του ότι πρέπει να φύγουν και ξεκίνησαν. Στην αντεξέταση του όμως ανέφερε ότι ο γιός του του είπε κάτι άλλο και συγκεκριμένα ότι πήγε να πάρει κλειδιά από το τράκτορ που ήταν στην είσοδο, είδε βαθιές φρέσκιες λάσπες πάνω, ότι εντόπισε άτομα να κλέβουν και ότι είχε δύο από αυτά εκεί. Όταν δε ο κατηγορούμενος 1 ρωτήθηκε στη συνέχεια τι είπε στον γιο του απάντησε ότι δεν του είπε τίποτε και έκλεισε το μαγαζί και ξεκίνησε. Αυτό όμως δεν είναι λογικό. Στην εύλογη ερώτηση γιατί δεν είπε στον γιο του να ειδοποιήσει την Αστυνομία, υπεκφεύγοντας είπε ότι δεν ξέρει εάν δοκίμασε ο γιος του. Περαιτέρω στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι έφθασε στο επίδικο χωράφι μετά από περίπου 50 λεπτά. Όταν έφθασε κατέβηκε στον τρίτο πάγκο όπου ήταν ο γιος του (κατηγορούμενος 2) ενώ ο Μ.Υ.1 έμεινε πάνω στον δρόμο στην είσοδο του χωραφιού. Κάτω βρίσκονταν εκτός από τον γιο του και άλλα δύο άτομα, ένας εκ των οποίων ήταν ο παραπονούμενος. Ρώτησε αυτούς «Τι κάμνετε δαμέ;» και τότε ο ένας (όχι ο παραπονούμενος) διέφυγε αμέσως προς τα κάτω. Ο κατηγορούμενος 1 πήγε πίσω του και το άλλο πρόσωπο κτύπησε πάνω στον άλυσο της εισόδου. Όταν αυτός στάθηκε στα πόδια του έφυγε και κατέβηκε στο χωριό και έτσι ο κατηγορούμμενος 1 τον έχασε. Μετά από αυτό γύρισε πίσω στον χώρο που ήταν ο γιος του με το άλλο πρόσωπο (δηλ. τον παραπονούμενο). Τότε προσπάθησε να διαφύγει και ο παραπονούμενος. Αντί όμως να πάει από κύριο δρόμο πήγε από γκρεμό κάτω και κτύπησε μόνος του. Συγκεκριμένα στην άκρη του πάγκου υπήρχαν διάφορα εξαρτήματα όπως gearbox και σασιά των αυτοκινήτων. Κατέβηκε και ο κατηγορούμενος 1 κάτω και έπιασε τον παραπονούμενο στον δρόμο του άλλου πάγκου και το πήρε πάνω προς το μέρος της εισόδου που μπήκαν. Τα πιο πάνω θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι έρχονται σε αντίθεση με την κατάθεση του τεκμήριο 4, όπου ανέφερε βασικά ότι μόλις τον είδαν και χωρίς να τους πει οτιδήποτε, τράπηκαν και τα δύο πρόσωπα σε φυγή και ότι ο ένας φεύγοντας κτύπησε σε άλυσο και διέφυγε ενώ ο άλλος πήδηξε κάτω από τις δόμες για να φύγει από τον κάτω δρόμο, δεν τα κατάφερε όμως και έτσι αυτός τον έπιασε. Στην αντεξέταση του ανέφερε δε ότι έκανε 50 περίπου λεπτά να φτάσει στο χωράφι και στο μεσοδιάστημα δεν εποικοινώνησε ξανά με τα παιδιά του. Συμφώνησε επίσης ότι όταν έφτασε στο χωράφι εκεί ήταν οι δύο γιοί του με τα δύο άτομα πάνω από μια ώρα. Όταν και πάλι πολύ εύλογα του ζητήθηκε να εξηγήσει γιατί αφού δεν τους επιτέθηκε πώς και όταν τα δύο άτομα τον είδαν άρχισαν να τρέχουν ενώ βρίσκονταν εκεί προηγουμένως για μια ώρα χωρίς να υπάρχει πρόβλημα, έδωσε την μη λογική και στερούμενη πειστικότητας απάντηση ότι δεν ξέρει. Δέχθηκε δε ότι τα πράγματα έγιναν όπως λέει στην κατάθεση του τεκμήριο 4 δηλ. ότι όταν πήγε κοντά τους τα δύο άτομα τράπηκαν σε φυγή, σε αντίθεση δηλ. με τα όσα είπε στην κυρίως εξέταση του. Όταν όμως ρωτήθηκε εάν έτσι έγιναν τα πράγματα ή όπως τα είπε στην κυρίως εξέταση του, υπεκφεύγοντας είπε ότι το άλλο άτομο (όχι ο παραπονούμενος) έφυγε και κτύπησε πάνω στον άλυσο και κατέληξε στην Αστυνομία και ότι ο ίδιος πριν τους ρώτησε «Τι κάμνετε δαμέ;». Όταν στην συνέχεια ρωτήθηκε σε τι κατάσταση ήταν ο ίδιος όταν πήγε εκεί είπε ότι είδε τα gearbox, όπως τα είχαν για να φορτώσουν και ότι πριν 20-30 ημέρες χάθηκαν και άλλα τέτοια. Όταν όμως ρωτήθηκε εάν δηλ. ήταν θυμωμένος, κάτι που θα ήταν λογικό ενόψει των όσων προανέφερε, και κάπως επιθετικός είπε ότι δεν ήταν επιθετικός και ότι απλώς προσπαθούσε να δει. Από την άλλη, πρόσθεσε για πρώτη φορά ότι έβαλε και φωνές κάτι που δείχνει ότι ήταν θυμωμένος. Όταν του ζητήθηκε να πει για τις φωνές αυτές έδωσε την μη πειστική απάντηση ότι εννοούσε ότι φώναξε «Ίντα που κάμνετε δαμέ;». Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι στην κατάθεση του ανέφερε ότι παρατήρησε ότι «είχαν έτοιμα gearbox, μπαταρίες και διάφορα αντικείμενα μετακινημένα από τις θέσεις τους» μετά που επέστρεψε με τον παραπονούμενο δηλ. μετά που αυτός προσπάθησε να διαφύγει και όχι μόλις έφτασε ο ίδιος στο χωράφι. Όταν όμως του τέθηκε το τι ανέφερε σχετικά στην κατάθεση του, δεν απάντησε και όταν του δόθηκε η κατάθεση του να την διαβάσει έδωσε την μη πειστική απάντηση ότι ήταν μπροστά τους και φαίνονταν. Είπε δε στην συνέχεια στην αντεξέταση του ότι μετά που είπε «Ίντα που κάμνετε δαμέ;», ξεκίνησε να φύγει τρέχοντας πρώτα ο ένας, τον οποίο ακολούθησε αλλά εκείνος κατάφερε να διαφύγει. Ο άλλος δηλ. ο παραπονούμενος ξεκίνησε να φύγει μετά από 5-6 λεπτά όταν ο κατηγορούμενος 1 επέστρεψε και τον ρώτησε ίντα που γίνεται με τα εξαρτήματα. Στην συνέχεια όμως είπε ότι πρώτα άρχισε αυτός να τρέχει και όταν ο κατηγορούμενος 1 τον έφερε πίσω του είπε να πάνε στην Αστυνομία. Λίγο αργότερα είπε όμως ότι ο παραπονούμενος ξεκίνησε να τρέχει για να διαφύγει όταν τον είδε να επιστρέφει μετά που κυνήγησε το πρώτο πρόσωπο. Ανέφερε επίσης ότι ο παραπονούμενος έτρεξε προς το κατήφορο και έπεσε από τον όχτο του πάγκου στον πιο κάτω δρόμο και ότι ο ίδιος πήγε από τον δρόμο κανονικά και τον βρήκε χτυπημένο και τον έπιασε και ανέβηκαν ξανά στον πάγκο. Είπε δε ότι έκανε τρια λεπτά για να φτάσει στο σημείο που ήταν ο παραπονούμενος. Δεν είναι όμως λογικό ο παραπονούμενος να έτρεχε για να διαφύγει και παρά το ότι έπεσε να έμεινε εκεί για 3 λεπτά ώστε να τον προφτάσει ο κατηγορούμενος
  17. Όταν μάλιστα αυτός ρωτήθηκε εάν ο παραπονούμενος έκανε προσπάθεια να διαφύγει απάντησε αρνητικά. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης του είπε ουσιαστικά ότι δεν κυνήγησε τα δύο πρόσωπα αλλά απλά τους έβαλε τις φωνές και μετά έτρεξε να τους πιάσει να μην τους φύγουν και ότι ήδη έφυγε ο ένας και ώσπου ο ίδιος να επιστρέψει έφυγε και ο άλλος. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης του σε υποβολή ότι μόλις μετέβηκε στο χωράφι και ρώτησε τα δύο πρόσωπα «Ίνταμπου κάμνετε δαμέ;» ο παραπονούμενος του είπε ότι πήγαν να μαζέψουν μανιτάρια δέχθηκε ότι αρχικά ισχυρίστηκαν ότι είναι για μανιτάρια και αγρέλια που πήγαν. Είπε επίσης στην αντεξέταση του ότι μετά που επέστρεψε από το «κυνήγι» του άλλου προσώπου και ρώτησε τον παραπονούμενο τι γίνεται με τα εξαρτήματα, εκείνος παραδέχτηκε ότι ξαναέκλεψε οπότε ο κατηγορούμενος 1 του είπε να πάνε στην Αστυνομία και εκείνος είπε «Όχι, να πάρω τον πατέρα μου να μου φέρει λεφτά να πληρώσω». Κάτι τέτοιο όμως δεν ανέφερε ούτε στην κατάθεση του αλλά ούτε και στην κυρίως εξέταση του όπου είπε ότι ο παραπονούμενος του παραδέχθηκε ότι ξαναέκλεψε μαζί με άλλους πριν 25-30 ημέρες, μετά που τον κυνήγησε και τον έπιασε και του είπε ότι θα πάνε στην Αστυνομία, χωρίς να αναφερθεί στο ότι ο παραπονούμενος του είπε ότι θα επικοινωνούσε σχετικά με τον πατέρα του. Από δε την χρονολογική σειρά που έδωσε στα γεγονότα στην κυρίως εξέταση του προκύπτει ότι προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον Αστυνομικό Σταθμό Αγρού μετά που έπιασε τον παραπονούμενο στην προσπάθεια αυτού να διαφύγει. Είπε επίσης ότι για κάποιο λόγο που δεν ξέρει, δεν του απαντούσαν. Στην αντεξέταση του όμως είπε ότι προσπάθησε να επικοινωνήσει με την Αστυνομία μόλις πήγε στο χωράφι και είδε τα εν λόγω πρόσωπα. Όταν δε ρωτήθηκε πολύ λογικά γιατί εφόσον δεν του απαντούσαν το τηλεφωνο στον Αστυνομικό Σταθμό Αγρού δεν πήρε τον κεντρικό αριθμό της Αστυνομίας, απάντησε μη πειστικά ότι δεν πήγε η σκέψη του εκεί. Αυτό όμως δεν είναι λογικό με δεδομένο μάλιστα ότι ως ανέφερε, ο παραπονούμενος του παραδέχθηκε ότι είχαν ξανακλέψει εξαρτήματα από αυτόν. Ερωτώμενος δε γιατί αυτά δεν τα ανέφερε στην κατάθεση του είπε επίσης μη πειστικά ότι έκαναν πολλές ώρες στην Αστυνομία και μάλιστα ισχυρίσθηκε ότι μπορεί να το είπε και να μην το έγραψε ο αστυνομικός στην κατάθεση του. Κάτι τέτοιο όμως δεν τέθηκε καν στον Μ.Κ.
  18. Όταν δε στη συνέχεια ρωτήθηκε γιατί δεν ξανατηλεφώνησε μετά από λίγη ώρα, είπε για πρώτη φορά και πάλι ότι ξαναδοκίμασε όταν πήγε στο μαγαζί και μετά από 5 λεπτά περίπου του τηλεφώνησαν από την Αστυνομία. Κάτι τέτοιο όμως δεν ανέφερε ο Μ.Υ.1 που ισχυρίσθηκε ότι ήταν παρών. Στην κυρίως εξέταση του είπε επίσης ότι όταν πήγαν στο γκαράζ του με τον παραπονούμενο, ο τελευταίος είπε ότι ήθελε να επικοινωνήσει με τον πατέρα του για να τους πάρει λεφτά να μην πάνε στην Αστυνομία. Ο παραπονούμενος προσπάθησε μάλιστα να επικοινωνήσει χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ούτε όμως αυτό το σημαντικό στοιχείο ανέφερε στις καταθέσεις του. Στην αντεξέταση του δε σε ερώτηση γιατί όλα όσα έλαβαν χώραν στο μηχανουργείο του δεν τα είπε στην Αστυνομία στην κατάθεση του, έδωσε μια μη πειστική, αντιφατική αλλά και ακατανόητη εξήγηση, εφόσον αρχικά είπε ότι πιστεύει ότι είπε παραπάνω πράματα στην Αστυνομία ενώ μετά πρόσθεσε ότι έχει 4 χρόνια και δεν θυμάται την κατάθεση του, την υπέγραψε, εάν είχε κάτι που δεν το πρόσθεσε ή νομίζει ότι καθυστέρησαν να τελειώσουν την υπόθεση. Στην αντεξέταση του επίσης όταν ρωτήθηκε γιατί δεν πήρε τον παραπονούμενο στην Αστυνομία, που θα ήταν το λογικό να πράξει, αλλά στο μαγαζί του, έδωσε την μη πειστική απάντηση ότι απώτερος του σκοπός ήταν η Αστυνομία αλλά ο παραπονούμενος δεν ήθελε. Ερωτώμενος γιατί όμως αυτός δεν τον πήρε εν πάση περιπτώσει στην Αστυνομία, είπε ότι δεν το έκανε γιατί εκείνος προσπαθούσε να επικοινωνήσει με τον πατέρα του χωρίς αποτέλεσμα. Δεν εξήγησε όμως τι σημασία είχε να επικοινωνήσει ο παραπονούμενος με τον πατέρα του. Θα πρέπει δε εδώ να σημειωθεί ότι σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του παραπονούμενου δεν του τέθηκε η βασική θέση της υπεράσπισης ότι δεν τον πήραν στην Αστυνομία γιατί αυτός ζήτησε να μην τον πάρουν, ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να απαντήσει και να μπορεί το Δικαστήριο να αξιολογήσει τις εκατέρωθεν σχετικές προς τούτο θέσεις. Πρόκειται κατά την κρίση μου για εκ των υστέρων σκέψεις του κατηγορούμενου
  19. Εγείρεται επίσης εύλογα το ερώτημα πως ο παραπονούμενος προσπαθούσε να επικοινωνήσει με τον πατέρα του εφόσον, ως ο κατηγορούμενος 1 είπε, το τηλέφωνο φαίνεται ότι έπεσε όταν ο παραπονούμενος έτρεχε να φύγει και τον άκουσε που το γύρευε μετά που πήγαν στο μαγαζί του; Δεν δέχθηκε δε υποβολή ότι ο λόγος που δεν τον πήρε και δεν κάλεσε την Αστυνομία, ήταν γιατί θεώρησε ότι είναι ο κλέφτης που του κλέβει τα σιδερικά στο χωράφι και ήθελε να πάρει λεφτά από αυτόν και όχι να τον καταγγείλει. Δέχθηκε όμως ότι ήταν με το ζόρι που έβαλε τον παραπονούμενο στο αυτοκίνητο καθώς και ότι εκείνος δεν ήταν ελεύθερος να πάει όπου ήθελε. Σε υποβολή δε ότι εκεί στο μαγαζί του, είπε στον παραπονούμενο ότι αν δεν πληρώσει €2.000 θα έμενε το βράδυ εκεί, δεν το δέχθηκε και ανέφερε ότι του είπε να πάνε στην Αστυνομία. Όταν όμως αμέσως μετά ρωτήθηκε ουσιαστικά κατά πόσο του είπε ότι θα το έκανε αυτό εάν δεν πληρώσει €2.000, απάντησε καταφατικά. Στην κυρίως εξέταση του είπε ότι δεν πήρε ούτε πέταξε το τηλέφωνο του παραπονούμενου και φαίνεται ότι έπεσε όταν εκείνος έτρεχε να φύγει. Ήδη ήταν νύχτα και τον άκουσε που γύρευε το τηλέφωνο του μετά που πήγαν στο μαγαζί. Στην αντεξέταση του όμως είπε ότι το κινητό του παραπονούμενου δεν το είδε στο χωράφι. Όταν δε ρωτήθηκε τότε πώς ξέρει ότι του έπεσε την ώρα που έτρεχε να φύγει είπε ότι δεν πρόσεξε, ήταν νύχτα, ενύχτωνε, δεν ξέρει, δεν είδε τέτοιο πράμα. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ούτε ο κατηγορούμενος 1 είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και συνεπώς ούτε αυτού η μαρτυρία γίνεται δεκτή. Ο κατηγορούμενος 2, ως έχει προαναφερθεί, δεν προσήγαγε καμία μαρτυρία. Περιορίστηκε σε ανώμοτη δήλωση στην οποία υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του. Όσον αφορά την επιλογή του αυτή κατ' αρχάς πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Τα πιο πάνω επαναλαμβάνονται βασικά στην πολύ πρόσφατη Α.Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 91/2014, ημερ. 22.6.16, στην οποία γίνεται περαιτέρω αναφορά ως προς το πώς θα πρέπει να προσεγγίζεται τέτοια δήλωση. Ως λοιπόν αναφέρεται, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090). Όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση μιας ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Ο Δικαστής θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική. Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει το Δικαστήριο να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό του Δικαστή κατά τρόπο που να τον ωθήσει να δει τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι. Με βάση τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές και αφού έλαβα υπόψη το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου 2, με την οποία προσπαθεί να αντικρούσει την ένορκη μαρτυρία των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 και σε συνάρτηση με τη γραμμή υπεράσπισης καθώς και με την μαρτυρία τόσο των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 όσο και του κατηγορούμενου 1 και του Μ.Υ.1, την οποία δεν έχω κάνει δεκτή, για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η υπό εξέταση ανώμοτη δήλωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε καν ως πειστική και συναφώς δεν μπορεί να της δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Όσον αφορά τον Μ.Υ.1 θα πρέπει να λεχθεί ότι η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει δεκτή γιατί οι ισχυρισμοί του ότι ήταν παρών κατά τον επίδικο χρόνο στο δρόμο πάνω από το χωράφι, ότι στη συνέχεια πήγε μαζί με τον κατηγορούμενο 1 και τον παραπονούμενο στο μηχανουργείο του τελευταίου και το ουσιώδες ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν πήρε τον παραπονούμενο στην Αστυνομία γιατί του το ζητούσε εκείνος, δεν τέθηκαν στον παραπονούμενο ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθεί και να μπορεί το Δικαστήριο να αξιολογήσει τις εκατέρωθεν προς τούτο θέσεις. Κατάληξη Στην παρούσα, από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και δεν έχουν αμφισβητηθεί, κρίνεται ότι έχει αποδειχθεί ότι κατά τον επίδικο χρόνο έγινε ένα επεισόδιο κατά το οποίο ο παραπονούμενος τραυματίσθηκε. Έχει αποδειχθεί περαιτέρω ότι τόσο ο κατηγορούμενος 1 όσο και ο κατηγορούμενος 2 ήταν παρόντες κατά το επεισόδιο. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Θα έπρεπε να αποδειχθεί και ότι οι εν λόγω κατηγορούμενοι έπραξαν τα όσα τους αποδίδονται. Ως προαναφέρθηκε η μαρτυρία του κατηγορούμενου 1 και του Μ.Υ.1 δεν έγιναν δεκτές ενώ δεν δόθηκε οποιαδήποτε βαρύτητα στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου
  1. Κάτι τέτοιο όμως δεν οδηγεί από μόνο του σε αποδοχή της εκδοχής της άλλης πλευράς και σίγουρα δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ενοχής τους. Είναι παγίως νομολογημένο και γνωστό στο νομικό μας σύστημα ότι το βάρος απόδειξης μιας ποινικής υπόθεσης ήτοι μιας κατηγορίας καθώς και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει αποκλειστικά την κατηγορούσα αρχή, η οποία μάλιστα πρέπει να αποδείξει αυτήν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή στήριξε την υπόθεση της, ως προς τις ενέργειες των κατηγορουμένων 1 και 2, στις μαρτυρίες του παραπονούμενου και του Μ.Κ
  2. Οι μαρτυρίες αυτές όμως, για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, δεν έγιναν δεκτές. Είναι λοιπόν εμφανές ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε αυτές ώστε να καταλήξει σε περαιτέρω ασφαλή και αναμφίβολα ευρήματα ως προς το τι ακριβώς έγινε κατά τον επίδικο χρόνο και στη συνέχεια σε σχετικά συμπεράσματα. Αυτό όμως στα πλαίσια του τεκμηρίου της αθωότητας δεν μπορεί να λειτουργήσει παρά μόνο υπέρ των κατηγορουμένων 1 και
  3. Πριν οδηγηθώ στην κατάληξη μου κρίνω ορθό να αναφέρω και τα ακόλουθα. Η συμπεριφορά των κατηγορουμένων 1 και 2, την οποία ουσιαστικά παραδέχονται και οι ίδιοι και συγκεκριμένα το ότι δεν ειδοποίησαν την Αστυνομία και ουσιαστικά κράτησαν τον παραπονούμενο χωρίς την θέληση του, αρχικά στο χωράφι και στην συνέχεια τον οδήγησαν στο μηχανουργείο τους και τον μετέφεραν στην Αστυνομία μόνο μετά που έλαβαν σχετικό τηλεφώνημα, ενδεχομένως να αποτελεί ιδιαίτερα σοβαρή ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά, στην βάση άλλων όμως άρθρων του Ποινικού Κώδικα. Η κατηγορούσα αρχή όμως, η οποία όφειλε να περιλάβει στο κατηγορητήριο κάποια άλλη σχετική με τα πιο πάνω κατηγορία, δεν το έπραξε. Το Δικαστήριο δεν μπορεί δε στο παρόν στάδιο να προβεί στην προσθήκη οποιασδήποτε τέτοιας κατηγορίας, στην βάση του άρθρου 85
(4)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, καθότι, ανεξάρτητα του κατά πόσο θα πληρούνταν οι προυποθέσεις της εν λόγω διάταξης, αυτό κρίνεται ότι θα επηρέαζε δυσμενώς τα δικαιώματα των κατηγορουμένων εφόσον προέβαλαν την υπεράσπιση τους χωρίς να έχουν κάτι τέτοιο υπόψην. Καταλήκτικά κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αναμφισβήτητη μαρτυρία τις κατηγορίες 1 και
  1. Συνεπώς ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία 1 ενώ ο κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 1 και
  2. (Υπ.) ....................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη - Κακόβουλη ζημιά). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.