Αναφορικά με την Αίτηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας για την έκδοση του Evgeniy (Evgenii) Gennadyevich Petrov, Αρ. Αίτησης 2/14, 24/6/2016
Αναφορικά με την Αίτηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας για την έκδοση του Evgeniy (Evgenii) Gennadyevich Petrov, Αρ. Αίτησης 2/14, 24/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B111 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης 2/14 Αναφορικά με τον περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμο 97/70 και Αναφορικά με τον περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως Φυγοδίκων (Κυρωτικό) Νόµο 95/70 και Αναφορικά με την Αίτηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας για την έκδοση του Evgeniy (Evgenii) Gennadyevich Petrov, από την Ρωσία Ημερομηνία: 24.6.2016 Για την Αιτούσα: κα Μ. Σπηλιωτοπούλου. Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κ. Α. Πελεκάνος. Καθ' ου η αίτηση: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα διαδικασία αφορά αίτημα της Ρωσικής Ομοσπονδίας για την έκδοση του Evgeniy Gennadyevich Petrov (στο εξής ο Καθ' ου η αίτηση), Ρώσου υπηκόου, κάτοχου του Ρωσικού διαβατηρίου, με αρ. 712037950, ο οποίος γεννήθηκε στις 15.10.1976, στην πόλη Khabarovsk, της Ρωσίας. Η έκδοση του Καθ' ου η αίτηση ζητείται δυνάμει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως Φυγοδίκων, με σκοπό αυτός να δικαστεί για το αδίκημα της απάτης και συγκεκριμένα της κλοπής περιουσίας που ανήκει σε άλλο πρόσωπο, με απάτη σε ευρεία κλίμακα, κατά παράβαση του άρθρου 159
- i)κατά πόσο σύμφωνα με τα έγγραφα και τις πληροφορίες που του δόθηκαν έχει διαπραχθεί οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα από τον Καθ' ου η αίτηση, (
- ii)κατά πόσο τα έγγραφα και οι πληροφορίες που του δόθηκαν δείχνουν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις ώστε να διωχθεί ένα πρόσωπο στην βάση του άρθρου 159 του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας και (iii) κατά πόσον ο Καθ' ου η αίτηση θα τύχει δίκαιης δίκης στην Ρωσία. Στην συνέχεια αναφέρει το υλικό το οποίο έλαβε υπόψη του για τη σύνταξη της έκθεσης και συγκεκριμένα τα έγγραφα της αίτησης για έκδοση και τα συνοδευτικά αυτής, σχετικές αποφάσεις Ρωσικών Δικαστηρίων, νομική ύλη περιλαμβανομένης της Ρωσικής Νομοθεσίας και ακαδημαϊκών εγγράφων, την κατάθεση του Chulkov και αναφορές από τον τύπο. Μετά κάνει αναφορά στο Ρωσικό νομικό σύστημα και σε θέματα σχετικά για την γνώμη του, στα γεγονότα της παρούσας, στη νομική ανάλυση και καταλήγει στα ακόλουθα συμπεράσματα: 1. Η ποινική δικαιοσύνη στη Ρωσία είναι θεσμικά προκατειλημμένη υπέρ της Κατηγορούσας Αρχής και τα γεγονότα της παρούσας καταδεικνύουν ότι αυτή η προκατάληψη είναι απίθανο να διορθωθεί. 2. Η Κατηγορούσα Αρχή στην παρούσα πρώτα έλαβε ομολογία από τον Chulkov και την έθεσε ως μέρος ποινής, η οποία εκδόθηκε σε απλοποιημένη διαδικασία. Tα έγγραφα της έκδοσης στηρίζονται τόσο στην κατάθεση του Chulkov όσο και στην ποινή. Όταν το Ρωσικό δίκαιο άλλαξε και οι ποινές, οι οποίες επιβάλλονται μέσω της απλοποιημένης διαδικασίας μειώθηκαν, ως προς τη νομική τους σημασία, αυτό επηρεάζει την παρούσα υπόθεση και η Αιτούσα αρχή απέτυχε ακόμη και να ενημερώσει τις Κυπριακές Αρχές. 3. Η μαρτυρία όσον αφορά τα δύο βασικά στοιχεία της εγκληματικότητας στην παρούσα, αποτελείται κυρίως εάν όχι αποκλειστικά από καταθέσεις μαρτύρων. Παρόλα αυτά ως φαίνεται τόσο από την υπόθεση Pichugin και τις δημόσιες ανακοινώσεις του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η μεταχείριση καταθέσεων μαρτύρων στα Ρωσικά Δικαστήρια δεν ανταποκρίνεται στα επίπεδα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η απάντηση του στις ερωτήσεις που του τέθηκαν είναι η ακόλουθη: 1. Δεν βλέπει με βάση την διαθέσιμη μαρτυρία ο Καθ' ου η αίτηση να έχει διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα. Δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία ότι η νομική εταιρεία ήταν υπό τον έλεγχο του. Επίσης δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία για διπλή χρέωση. 2. Δεν βλέπει ότι η Κατηγορούσα Αρχή ικανοποίησε το βασικό στοιχείο του άρθρου 159 ή οποιαδήποτε κλοπή εφόσον για να διαπραχθεί ένα αδίκημα απάτης ο κατηγορούμενος θα πρέπει να μην έχει οποιοδήποτε νομικό λόγο ακόμα και αμφισβητούμενο για να παραλάβει τα χρήματα. Ακόμα και με τα γεγονότα ως τα θέτει η Κατηγορούσα Αρχή υπάρχει πλήρης απουσία οποιουδήποτε νομικού λόγου για την παραλαβή των χρημάτων. 3. Δεν πιστεύει ότι ο Καθ' ου η αίτηση θα τύχει δίκαιης δίκης στην Ρωσία. Στην κυρίως εξέταση του σχολιάζοντας την θέση του Εισαγγελέα στο τεκμήριο 20 ότι ο Μ.Υ.1 δεν παρουσίασε τα απαιτούμενα έγγραφα έτσι ώστε να διαφαίνεται ότι είχε εξουσία να εκπροσωπεί τα συμφέροντα του Chulkov είπε ότι πιστεύει ότι η θέση αυτή είναι λανθασμένη αλλά από την άλλη πλευρά επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα της έκθεσης του. Εξήγησε ότι σύμφωνα με το άρθρο 86 του Ρωσικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο δικηγόρος του κατηγορούμενου έχει δικαίωμα να μαζεύει μαρτυρία και να την παρουσιάζει στην Εισαγγελία και ότι στα πλαίσια αυτά ο Μ.Υ.1, ως δικηγόρος του Καθ' ου η αίτηση προσπάθησε να καταθέσει στην Εισαγγελία έγγραφα που θα εξάλειφαν την ενοχή του πελάτη του δηλ. να δώσει αποδεικτικά στοιχεία προς όφελος του και η Εισαγγελία αρνήθηκε εξ αρχής να δεχτεί αυτά, σε πολύ λανθασμένη βάση. Αυτό επιβεβαιώνει το συμπέρασμα του ότι στις ποινικές διαδικασίες στη Ρωσία το τεκμήριο της αθωότητας υφίσταται ζημιά. Η Εισαγγελία είχε κάθε ευκαιρία να περιλάβει όλα τα στοιχεία της στο φάκελο αλλά στην υπεράσπιση αρνήθηκε την ευκαιρία να βάλει τα δικά της αποδεικτικά στοιχεία. Όταν ο μάρτυρας ετοίμαζε την έκθεση του τεκμήριο 22 δεν είχε υπόψην του το τεκμήριο 16. Έτσι μετά που έλαβε γνώση αυτού ετοίμασε συμπληρωματική έκθεση ημερομηνίας 20.1.16, επίσης στην Αγγλική γλώσσα (τεκμήριο 23). Στην εν λόγω έκθεση προβαίνει σε νομική ανάλυση της απόφασης, αναφέρεται στην σχετικότητα της με την παρούσα και ουσιαστικά καταλήγει ότι η απόφαση επιβεβαιώνει το συμπέρασμα του στο τεκμήριο 22, σε σχέση με την ανάλυση των εγγράφων έκδοσης και ιδιαίτερα σε σχέση με τη θέση του εκεί ότι στη βάση της διαθέσιμης μαρτυρίας ο Καθ' ου η αίτηση δεν έχει διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα. Επίσης ασχολείται με το κατά πόσον η εν λόγω απόφαση μπορεί να θεωρηθεί σαν απόδειξη ότι το Ρωσικό Δικαστικό σύστημα αποδίδει δίκαιο στην παρούσα υπόθεση. Η απάντηση του είναι αρνητική. Λέει δε σχετικά ότι ενώ το Δικαστήριο διαπίστωσε ουσιώδη παραβίαση των δικαιωμάτων της δίκαιης δίκης στην υπόθεση του Καθ' ου η αίτηση και των άλλων δύο, διέπραξε και το ίδιο ουσιώδη παραβίαση γιατί αντί να απορρίψει την υπόθεση, την επέστρεψε στην Κατηγορούσα Αρχή με την πιθανότητα να καταχωρηθεί εκ νέου στο Δικαστήριο. Αναφέρει περαιτέρω ότι, προφανώς το Δικαστήριο σε συνέπεια με τη γενικότερη κατάσταση των Ρωσικών Δικαστηρίων, ως περιγράφει στο τεκμήριο 22, απλώς ακολούθησε το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής. Στην συνέχεια δε η Κατηγορούσα Αρχή ανέθεσε στον εκπρόσωπό της να παρουσιάσει μια εντελώς διαφορετική περιγραφή της υπόθεσης στην υπό κρίση διαδικασία. Το συμπέρασμα, σύμφωνα με το μάρτυρα, είναι ότι η Κατηγορούσα Αρχή για κάποιο λόγο που δεν αποκάλυψε μεταχειρίζεται τον Limankin διαφορετικά από τον Καθ' ου η αίτηση. Τέλος κατέθεσε και τρίτη έκθεση του, ημερομηνίας 21.1.16, στην Αγγλική γλώσσα (τεκμήριο 24), την οποία συνέταξε και πάλι με οδηγίες του συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση, για να δώσει την γνώμη του αναφορικά με τη πρόσφατη νομοθεσία της Ρωσικής Ομοσπονδίας που αφορά την συμμόρφωση με Διεθνείς Συνθήκες για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Έτσι αφού περιγράφει την ιστορία της νομοθεσίας και προβαίνει σε ανάλυση και τις διάφορες αντιδράσεις που διατυπώθηκαν καταλήγει ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο αντιμέτωπο με πολιτικές πιέσεις από τη Ρωσική Κυβέρνηση ερμήνευσε νομικό κείμενο με τρόπο ώστε να προσπαθήσει να δικαιολογήσει την προτεινόμενη άρνηση συμμόρφωσης με συγκεκριμένη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Κατά την γνώμη του μάρτυρα η προσπάθεια έχει αποτύχει. Από την άλλη λέει, αυτό επιβεβαιώνει το συμπέρασμα του στο τεκμήριο 22, ότι δεν μπορεί πλέον να αναμένεται ότι η Ρωσία θα συμμορφώνεται με το καθεστώς της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να υποτεθεί ότι ο Καθ' ου η αίτηση, σε περίπτωση που εκδοθεί, θα έχει την προστασία της εν λόγω Σύμβασης. Ως Μ.Υ.3 κατέθεσε ο Sakwa Richard. Ο μάρτυρας αυτός έχει θέση στο Τμήμα Πολιτικής και Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο του Kent στο Canterbury από το 1987 και είναι καθηγητής στις Ρωσικές και Ευρωπαϊκές Πολιτικές από το 1996. Πήρε το διδακτορικό του το 1984 από το Κέντρο Ρωσικών και Ανατολικοευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Birmingham. Η ειδικότητα του είναι στην σύγχρονη πολιτική ζωή στην Ρωσία, συνοδευόμενη από ευρύτερα Ευρωπαϊκά θέματα και στην σύγχρονη διεθνή πολιτική. Επί των θεμάτων αυτών προέβη σε αρκετές δημοσιεύσεις και ομιλίες. Στα πλαίσια της παρούσας, κατέθεσε έκθεση του αποτελούμενη από 27 σελίδες στην Αγγλική γλώσσα, η οποία φέρει ημερομηνία 21.11.15 (τεκμήριο 26). Αναφέρει ότι ο συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση του ζήτησε να ετοιμάσει την έκθεση για να βοηθήσει το Δικαστήριο να αντιληφθεί συγκεκριμένες όψεις του πολιτικού και κυβερνητικού συστήματος στη Ρωσία, όπως αυτό επηρεάζει αξιωματούχους και επιχειρηματίες, με ιδιαίτερη αναφορά στις συνθήκες της παρούσας. Περαιτέρω του ζητήθηκε η γνώμη αναφορικά με τους κινδύνους που εμπεριέχει η επιστροφή του Καθ' ου η αίτηση στη Ρωσία. Στην έκθεση αυτή αναφέρεται στην πτώση της εταιρείας Amurmetall, σε σχέση με τη θέση του Καθ' ου η αίτηση και τη σχέση του με αυτήν, την υπόθεση εναντίον του Καθ' ου η αίτηση και τις συνθήκες που κατά την γνώμη του περιβάλλουν τη δίωξη του. Αναφέρεται δε σε υλικό, το οποίο αποτελεί, σύμφωνα με τον ίδιο, ζωντανή μαρτυρία για την πολιτική φύση της υπόθεσης και την αδύναμη φύση των ποινικών κατηγοριών. Υποστηρίζει δε ότι τα στοιχεία που θέτει εισηγούνται ότι η επίθεση στον Καθ' ου η αίτηση είναι η συνέχεια από μια ομάδα ή ομάδες με σημαντική επίδραση στην περιφερειακή διοίκηση της περιοχής Khabarovsk, η οποία έχει την ικανότητα να επηρεάζει τις εθνικές αρχές να διώξουν τον Καθ' ου η αίτηση, λόγω της ανάμιξης του στην αποκάλυψη της κακοδιοίκησης του εργοστασίου της προαναφερόμενης εταιρείας και κατ' επέκταση συγκεκριμένης τράπεζας και της περιφερειακής Διοίκησης. Είναι επίσης η γνώμη του ότι εάν επιστρέψει στη Ρωσία ο Καθ' ου η αίτηση, είναι πιθανόν να εγκλειστεί σε συγκεκριμένη φυλακή στην πιο πάνω περιοχή, η οποία χτίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα. Αναφέρεται στις κακές συνθήκες στη εν λόγω φυλακή και προσθέτει ότι από αυτό φαίνεται ότι ο εγκλεισμός υπό τέτοιες συνθήκες έχει ως σκοπό, όπως έγινε στην περίπτωση του Magnitsky, να αναγκάσει τον κατηγορούμενο να συνεργαστεί με τις Aρχές. Στην παρούσα αποσκοπεί στο να αναγκάσει τον Καθ' ου η αίτηση να παράσχει μαρτυρία εναντίον του Khokhlov, να παράσχει μαρτυρία ώστε να ενοχοποιήσει τον εαυτό του και άλλους. Σε αντάλλαγμα δε για υπογραφή των εγγράφων με τα οποία θα δηλώσει παραδοχή, υπάρχουν υποσχέσεις ότι η ποινή θα είναι μειωμένη. Κατά τη γνώμη του μάρτυρα η υπόθεση αυτή φέρει όλα τα στοιχεία δίωξης κατά παραγγελία. Δεν φαίνεται η υπόθεση να γίνεται με καλή πίστη για να διορθώσει ένα ποινικό ή αστικό αδίκημα και συνεπώς υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να βλαβούν τα συμφέροντα του Καθ' ου η αίτηση στην δίκη. Υπό αυτό το φως, οι με λανθασμένο κίνητρο και καταχρηστικές ποινικές κατηγορίες θα απειλούσαν τα ανθρώπινα δικαιώματα του Καθ' ου η αίτηση εάν επιστρέψει στη Ρωσία. Οι κίνδυνοι περιλαμβάνουν παρατεταμένη κράτηση πριν τη δίκη, πιθανόν υπό ακατάλληλες συνθήκες, ποικίλες μορφές εκφοβισμού, οι οποίες περιλαμβάνουν την χρήση βίας για να τον πιέσουν να δώσει ικανοποιητική μαρτυρία, διαδικασίες μη δίκαιης δίκης και στο τέλος μια δυσανάλογη και τιμωρητική μακρόχρονη ποινή φυλάκισης. Περαιτέρω στην έκθεση του ο μάρτυρας αναφέρεται στην πολιτική και στο δίκαιο στην σύγχρονη Ρωσία, στο φαινόμενο της δίωξης κατά παραγγελία και καταλήγει ότι υπάρχουν αρκετά χαρακτηριστικά δίωξης κατά παραγγελία στην παρούσα. Οι κατηγορίες είναι παράξενες και μη κατανοητές και πιθανόν στερούνται συνέπειας. Ο πυρήνας της υπόθεσης είναι μια διαφορά σε σχέση με υπηρεσίες που εκτελέστηκαν και συνεπώς πρόκειται περισσότερο για αστικό παρά ποινικό θέμα. Οι περιφερειακές Αρχές του Khabarovsk είναι πάρα πολύ δυνατοί παραπονούμενοι και έχουν τις απαραίτητες οικονομικές πηγές να πετύχουν τους στόχους τους ενώ έχουν και πολιτικές διασυνδέσεις με πάρα πολύ δυνατές προσωπικότητες στην άρχουσα ελίτ. Συνεπώς, υπάρχουν όλα τα στοιχεία μιας υποκινούμενης από πολιτικά κίνητρα διεφθαρμένης ποινικής δίωξης. Στην συνέχεια ο μάρτυρας εκθέτει διεθνή σχόλια και ψηφίσματα με αναφορά σε διάφορες εκθέσεις που, κατά την γνώμη του, καταδεικνύουν ένα μοτίβο πολιτικής ανάμιξης στις ποινικές διαδικασίες στην Ρωσία και έτσι μειώνουν την πιθανότητα ο Καθ' ου η αίτηση να έχει μια δίκαιη δίκη στην παρούσα. Περαιτέρω κάνει αναφορά σε εκθέσεις σε σχέση με την υπόθεση Yukos, η οποία αποτελεί την πιο δημοσιοποιημένη υπόθεση σε σχέση με το ποιό είναι το μοτίβο της κατάχρησης του κράτους δικαίου σε πολιτικές υποθέσεις. Υποστηρίζει δε ότι η υπόθεση του Καθ' ου η αίτηση εμπίπτει σε αυτό το μοτίβο, το οποίο δείχνει ότι κάθε υπόθεση στην Ρωσία είναι βαριά επηρεαζόμενη από τις Αρχές, οι οποίες επικροτούνται από διεφθαρμένους επιχειρηματίες και εύπλαστους αξιωματούχους επιβολής του νόμου. Καταλήγει δε στα ακόλουθα συμπεράσματα: 1. Κατά την γνώμη του η υπόθεση εναντίον του Καθ' ου η αίτηση έχει όλα τα στοιχεία μιας κλασικής κατασκευασμένης υπόθεσης. Είναι δε πολύ πιθανόν ότι δεν είναι μια συνηθισμένη ποινική διαδικασία αλλά μια στην οποία εξαιρετικά δυνατοί ιδιώτες, που βρίσκονται κοντά στο καθεστώς, έχουν άμεσο συμφέρον στο αποτέλεσμα και η οποία έχει μια ξεχωριστή πολιτική γεύση. 2. Η μέθοδος της επίθεσης εναντίον του Καθ' ου η αίτηση είναι μέρος του συνηθισμένου ρεπερτορίου δίωξης κατά παραγγελία, περιλαμβανομένης της κατασκευής μιας ποινικής υπόθεσης εναντίον του υποκειμένου της επίθεσης και παράνομης πίεσης εναντίον βοηθητικών παραγόντων της υπόθεσης, η οποία αποσκοπεί στο να τους αναγκάσει να δώσουν μαρτυρία εναντίον των αυτουργών. Οι καταχρηστικές ποινικές διαδικασίες αποβλέπουν στο να εξασφαλίσουν μεταβίβαση περιουσίας, κεφαλαίων ή άλλων πηγών σε ένα πρόσωπο, το οποίο απολαμβάνει την υποστήριξη υψηλών αξιωματούχων στο καθεστώς. 3. Η παρούσα υπόθεση είναι καταχρηστική και στερείται ουσιώδους δικαιολόγησης. Φαίνεται ότι είναι αρκετά πιθανόν ότι πρόκειται για λειτουργία μιας πολιτικής και επιχειρηματικής σύγκρουσης στην οποία παντοδύναμοι παράγοντες εκμεταλλεύονται την αδυναμία του κράτους δικαίου και την εγγύτητα τους στις Αρχές για να εξασφαλίσουν πολιτικό πλεονέκτημα. Συνεπώς θεωρεί ότι είναι αρκετά πιθανό η αίτηση για έκδοση του Καθ' ου η αίτηση να έχει γίνει για αλλότριους σκοπούς. Με δεδομένους τους στενούς δεσμούς του με τον Khokhlov είναι εμφανές ότι ο Καθ' ου η αίτηση κατέστη εξαιρετικά ευάλωτος. 4. Στη σύγχρονη Ρωσία είναι δύσκολο να πεις πού τελειώνει η πολιτική και πού αρχίζει η επιχειρηματικότητα και αντίστροφα. Το διοικητικό σύστημα έχει μια εξελικτική ατζέντα και σε αυτό στηρίζεται η λογική για την κατάχρηση του νόμου. 5. Υπάρχουν πολύ καλοί λόγοι για να πιστεύει ότι τα δικαιώματα του Καθ' ου η αίτηση από την Σύμβαση θα παραβιαστούν εάν επιστρέψει στη Ρωσία. Υπάρχει πάρα πολλή μαρτυρία, κυρίως στην υπόθεση Yukos και με τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση Magnitsky, ότι σε συγκεκριμένες υποθέσεις, οι οποίες περιέχουν το στοιχείο της υποστήριξης ανώτερων αξιωματούχων του Κρεμλίνου, τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν τυγχάνουν σεβασμού. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο Καθ' ου η αίτηση θα υποστεί μια εκτεταμένη περίοδο κράτησης του πριν τη δίκη, σε φτωχές συνθήκες κράτησης, οι οποίες δεν πληρούν τα διεθνή πρότυπα, ότι θα υποστεί πίεση (σωματική και ψυχολογική) και εκφοβισμό να ενοχοποιήσει τον εαυτό του και άλλους που εμπλέκονται στην υπόθεση και ότι οποιαδήποτε δίκη δεν θα είναι δίκαιη και θα έχει ως αποτέλεσμα μια μεγάλη ποινή φυλάκισης. Μετά την ετοιμασία της πιο πάνω έκθεσης του ο μάρτυρας μελέτησε τα τεκμήρια 16, 23 και 24 και συμφωνεί με τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει ο Μ.Υ.2. Τέλος ο μάρτυρας κατέθεσε το τεκμήριο 27 που είναι στην Αγγλική γλώσσα και όπου αναφέρει βασικά τα ακόλουθα: Στις 9.12.15 η Κρατική Δούμα θέσπισε Νόμο (στο εξής ο Νόμος), τον οποίο υπέγραψε στις 15.12.15 ο Πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν και με τον οποίο τροποποιήθηκε ο περί του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας Νόμος. Με τον Νόμο δίδεται στο Συνταγματικό Δικαστήριο το δικαίωμα να αποφασίζει κατά πόσο οι Αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας δικαιούνται να εκπληρώνουν τις αποφάσεις Διεθνών Δικαστηρίων, πάνω από όλα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, εάν αυτές οι αποφάσεις δεν συνάδουν με το Ρωσικό Σύνταγμα. Περαιτέρω με τον Νόμο, το Ρωσικό Συνταγματικό Δικαστήριο έχει το δικαίωμα να κηρύσσει τις αποφάσεις αυτές ως μη εφαρμοστέες και επιτρέπεται σε μια Εκτελεστική Αρχή «η οποία έχει το δικαίωμα να υπερασπίζεται τα δικαιώματα της Ρωσικής Ομοσπονδίας» να αιτείται από το Συνταγματικό Δικαστήριο να προβαίνει σε τέτοια απόφαση. Οι υπό αναφορά Εκτελεστικές Αρχές είναι κυρίως ο Πρόεδρος και η Κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Έτσι το Συνταγματικό Δικαστήριο έχει τώρα την εξουσία να αποφασίζει ποιες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων πρέπει να εφαρμόζονται και ποιες να αγνοούνται. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Νόμος έχει θεσπισθεί λόγω της δύσκολης κατάστασης στην οποία βρίσκεται η εσωτερική και εξωτερική πολιτική της Ρωσίας. Οι υποθέσεις Yukos καταδεικνύουν πως σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, δίκες καθίστανται πολιτικές και οι αρχές μπορούν να ασκήσουν δυσμενή και ακατάλληλη επιρροή στις δικαστικές αποφάσεις. Η αλλαγή του Νόμου ήταν μια προσπάθεια να προστατεύσει την Ρωσία από τις συνέπειες της κατάχρησης των ποινικών διαδικασιών σε υψηλής σημασίας υποθέσεις. Η αλλαγή δεν θα επηρεάσει τις πιο συνηθισμένες υποθέσεις και καταστάσεις αλλά σε υποθέσεις με διεθνές απήχηση, η αποτελεσματικότητα της προσφυγής σε διεθνή Δικαστήρια για θεραπεία θα υπονομευθεί. Περαιτέρω αυτός ο Νόμος αντί να ενδυναμώνει την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης θα αδυνατήσει περαιτέρω την αυτονομία των Δικαστηρίων. Αυτό έχει σαφείς προεκτάσεις στην υπόθεση του Καθ' ου η αίτηση. Το πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου, ως εφαρμόζεται στην Ρωσία, έχει αδυνατήσει και συνεπώς η προστασία που αυτό παρέχει έχει υπονομευθεί. Γραφειοκράτες και παραβάτες θα ενθαρρυνθούν περαιτέρω να καταχρώνται την ποινική διαδικασία για ίδιον όφελος. Η περίπτωση να αποδοθεί στον Καθ' ου η αίτηση δικαιοσύνη στην Ρωσία έχει διαβρωθεί περαιτέρω. Τα όσα καταγράφονται στις πολυσέλιδες αγορεύσεις των συνηγόρων καθώς και όσα επιπρόσθετα ανέφερε ο συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση τόσο κατά την αγόρευση του όσο και κατά τις διευκρινίσεις που ζητήθηκαν από το Δικαστήριο, είναι καταγραμμένα, λαμβάνονται υπόψην στο σύνολο τους και δεν χρήζουν επανάληψης. Αναφορά θα γίνει κατωτέρω όπου και στον βαθμό που απαιτείται. Νομική Πτυχή Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως Φυγοδίκων, η οποία υπογράφτηκε στο Παρίσι στις 13.12.57 και κυρώθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία με τον Νόμο 95/70 (στο εξής 'Η Σύμβαση'), και στον περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμο 97/70. Ο Νόμος 97/70 ρυθμίζει γενικά τις προϋποθέσεις και την διαδικασία για την έκδοση φυγοδίκων (βλ. Petrov v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
- Δεν χωρεί έκδοσις, εάν η παράβασις, δι' ην αιτείται αύτη, θεωρείται υπό του ετέρου Μέρους ως πολιτική τοιαύτη ή ως πράξις συμφυής προς τοιαύτην παράβασιν.
- Ο αυτός κανών ισχύει, εάν το καλούμενον προς έκδοσιν Μέρος έχη σοβαρούς λόγους να πιστεύη, ότι η αίτησις εκδόσεως αιτιολογηθείσα διά τινος παραβάσεως του Κοινού Δικαίου υπεβλήθη επί τω σκοπώ διώξεως ή κολάσεως ατόμου διά τα φυλετικά, θρησκευτικά ή πολιτικά τούτου φρονήματα ή εθνικά τοιαύτα, ή ότι η θέσις του εν λόγω ατόμου διατρέχει κίνδυνον να επιδεινωθή από τον ένα ή τον έτερον των ως άνω λόγων». Στην παρούσα ο Καθ' ου η αίτηση κάλεσε προς απόδειξη της προαναφερόμενης θέσης του τον Μ.Υ.3, ο οποίος κατάθεσε στο Δικαστήριο σχετικά το τεκμήριο
- Από την εν λόγω έκθεση του προκύπτει ότι είναι η γνώμη του Μ.Υ.3 ότι η ποινική υπόθεση εναντίον του Καθ' ου η αίτηση, δεν γίνεται καλή τη πίστη αλλά έχει αλλότρια κίνητρα αφού απορρέει από την πολιτική κατάσταση γύρω από την εταιρεία Amurmetall (στο εξής η εταιρεία). Η εταιρία, σύμφωνα πάντα με τον Μ.Υ.3, αποτελεί την κυριότερη επιχείρηση στην πόλη Komsomolsk-on-Amur, μια από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις στην περιοχή Khabarovsk και την μόνη μεγάλη μεταλλουργική επιχείρηση στην Ρωσική Άπω Ανατολή, με όλες τους συνεπαγόμενους κοινωνικούς και πολιτικούς κινδύνους. Τα γεγονότα επί των οποίων ο Μ.Υ.3 στηρίζει τα συμπεράσματα του περί δίωξης με αλλότρια κίνητρα και δη πολιτικά και οικονομικά, τίθενται βασικά στις παραγράφους 26-40 του τεκμηρίου 26 και έχουν ως εξής: Η εταιρεία ιδρύθηκε το 1997 και ο πρώτος και για πολλά χρόνια διευθυντής της ήταν ο Sergei Khokhlov. Ο Καθ' ου η αίτηση άρχισε να εργάζεται στην εταιρεία το 2004, ως Βοηθός Προϊστάμενος του Νομικού Τμήματος. Από το 2007 που η εταιρεία μετατράπηκε σε μητρική εταιρεία, ο Καθ' ου η αίτηση έγινε διευθυντής σε διάφορες από τις εταιρείες της. Η οικονομική κρίση του 2009 χτύπησε σκληρά την εταιρεία. Με ορατό τον κίνδυνο της χρεωκοπίας, τον Δεκέμβριο του 2009, συμφωνήθηκε ένα συμβιβασμός με τους πιστωτές της, στην βάση μιας συμφωνίας δανείου μεταξύ της εταιρείας και της κρατικής εταιρείας Vnesheconombank. Κατά την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας παρών ήταν ο τότε πρωθυπουργός Vladimir Putin. Λίγο αργότερα ο Khokhlov έγινε μέλος της Νομοθετικής Δούμας της περιοχής Khabarovsk ενώ ταυτόχρονα ήταν Πρόεδρος και Γραμματέας του Πολιτικού Συμβουλίου της Ενωμένης Ρωσίας της περιοχής. Η πραγματική διαχείριση της εταιρείας πέρασε στην συνέχεια στα χέρια ενός Διοικητικού Συμβουλίου, βασικό μέλος του οποίου ήταν ο Αndrei Sapelin. Από τον Απρίλιο του 2010 ο Καθ' ου η αίτηση εργάστηκε ως Βοηθός Γενικός Διευθυντής του Τμήματος Νομικών Υποθέσεων της εταιρείας και στα πλαίσια αυτά έλαβε μέρος στην λειτουργία του Διοικητικού Συμβουλίου, ως εκπρόσωπος του εργοστασίου, χωρίς δικαίωμα ψήφου. Σύντομα εμφανίστηκαν εντάσεις μεταξύ των διευθυντών του εργοστασίου και της διοικητικής ομάδας της Vnesheconombank. Φαινόταν ότι η ομάδα της εν λόγω τράπεζας αδυνατούσε να λύση τα οικονομικά θέματα που αντιμετώπιζε το εργοστάσιο. Αυτές οι εντάσεις στη συνέχεια προφανώς πήραν την μορφή, το Διοικητικό Συμβούλιο της Vnesheconombank, να ψάχνει να βρει ενοχοποιητική μαρτυρία κατά της διεύθυνσης του εργοστασίου. Σε αυτό το σημείο ο Καθ' ου η αίτηση τον Οκτώβριο του 2011 παραιτήθηκε από την εταιρεία. Λίγο μετά παραιτήθηκε και ο Khokhlov. Ο Καθ' ου η αίτηση δούλεψε με τον Khokhlov εκ μέρους της Διοίκησης της περιοχής για επίβλεψη του εργοστασίου και τον Σεπτέμβριο του 2012 διορίσθηκε επίσημα σύμβουλος του Προέδρου της Νομοθετικής Δούμας του Khabarovsk. Με δεδομένο ότι η εταιρεία είναι η μεγαλύτερη επιχείρηση της περιοχής, οι Αρχές εκεί παρακολουθούσαν από κοντά τις εργασίες της και ο Khokhlov, σαν πρώην διευθυντής της και τώρα ηγετική πολιτική μορφή της περιοχής, πρωτοστάτησε σε αυτό. Έτσι ο Καθ' ου η αίτηση είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στην επίβλεψη των δραστηριοτήτων του εργοστασίου υπό την νέα του διεύθυνση και τα αποτελέσματα δεν ήταν θετικά. Ο Καθ' ου η αίτηση προειδοποίησε ότι κρεμόταν πάνω από το εργοστάσιο μια δεύτερη χρεωκοπία και την ευθύνη θα έφερε η Vnesheconombank. Αυτό δεν άρεσε στον Sapelin, ο οποίος προσπάθησε να απομακρύνει τον Καθ' ου η αίτηση από οποιαδήποτε ανάμειξη του σε εργασία που σχετιζόταν με την εταιρεία. Η κατάσταση έγινε χειρότερη τον χειμώνα του 2013 όταν ξέσπασε διαμάχη μεταξύ του Khokhlov και του Κυβερνήτη της περιοχής, V.I. Shportom, με ένα από τα βασικά θέματα να αποτελεί, η τεταμένη κατάσταση στο εργοστάσιο της εταιρείας. Ο Khokhlov υιοθέτησε την άποψη ότι η μη αποτελεσματική εμπλοκή της Vnesheconombank απειλούσε την βιωσιμότητα του εργοστασίου. Παρόλα αυτά η άποψη του μετριάστηκε από νέες διευθετήσεις με την Vnesheconombank, με την τράπεζα να χρηματοδοτεί διάφορα έργα στην περιοχή. Πλέον ο Sapelin έγινε Βοηθός Διευθυντής της Vnesheconombank και έτσι απέκτησε περισσότερη επιρροή. Σε απάντηση στην κρίση στις σχέσεις, ο Khokhlov επιδίωξε να διεκδικήσει να γίνει Κυβερνήτης της περιοχής το
- Όμως πίεση από την Μόσχα τον ανάγκασε να εγκαταλείψει τα σχέδια του. Στην πραγματικότητα οδηγήθηκε σε πολιτική απομόνωση και παραιτήθηκε στις 30.4.13 από όλες τις θέσεις που κατείχε και αποσύρθηκε από την περιοχή. Λίγο μετά η εταιρεία ανακοίνωσε την χρεοκοπία της και μπήκε σε διαδικασίες πτώχευσης. Όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις, αυτό συνοδεύτηκε από έρευνες της Αστυνομίας. Τον Ιούνιο του 2013 η Αστυνομία εισήλθε στις εγκαταστάσεις της εταιρείας για να διεξάγει ελέγχους και να προετοιμάσει ποινικές διαδικασίες. Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες, ο Καθ' ου η αίτηση δεν κατάφερε να μαζέψει οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με την ουσία της διερεύνησης. Τον Οκτώβριο του 2013 η Αστυνομία εισήλθε, κατόπιν εντάλματος έρευνας, στα γραφεία της εταιρείας Logika στην περιοχή Khabarovsk. Στις 5 Νοεμβρίου ο Καθ' ου η αίτηση ταξίδευσε στην Κύπρο, έχοντας πλήρη επίγνωση ότι σε υποθέσεις τέτοιας φύσεως δεν μπορεί να υπάρξει Δικαιοσύνη στην Ρωσία. Ήταν σαφές ότι έμπαινε στην ουρά σαν αποδιοπομπαίος τράγος για την χρεωκοπία της εταιρείας. Η θέση του Καθ' ου η αίτηση κατέστη πολύ πιο ευάλωτη λόγω της προσωπικής ανάμειξης του Putin την παροχή των προηγούμενων δανείων στην εταιρεία. Ήταν σαφές ότι θα έπεφταν κεφάλια και η Vnesheconombank θα προσπαθούσε να εκτρέψει την προσοχή από τις δικές της αποτυχίες. Παρά το ότι κατά τον χρόνο της δεύτερης χρεωκοπίας του εργοστασίου ο Καθ' ου η αίτηση δεν ήταν πλέον αναμεμειγμένος στην εταιρεία, μπορούσε να παίξει ένα σημαντικό ρόλο στην εξασφάλιση μαρτυρίας εναντίον του Khokhlov, ο οποίος έφυγε από την περιοχή υπό ένα σύννεφο. Ο Khokhlov ήταν ο προφανής υποψήφιος για να γίνει ο αποδιοπομπαίος τράγος για τις κακοτυχίες του εργοστασίου. Είχε αντιταχθεί στον Κυβερνήτη και στην Ρωσία αυτό σπάνια μένει ατιμώρητο. Η ποινική δίωξη του θα μετέθετε την προσοχή από την ανεπάρκεια της τοπικής Διοίκησης της περιοχής. Με βάση δε τα πιο πάνω είναι η γνώμη του Μ.Υ.3 ότι είναι σαφές ότι η υπόθεση έχει όλα τα σημάδια ότι είναι πολιτικής φύσεως. Θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι από τα πιο πάνω φαίνεται ότι ο Μ.Υ.3 δεν αναφέρεται απλώς σε γεγονότα αλλά προβαίνει και σε συμπεράσματα, στα οποία δεν αιτιολογεί πως καταλήγει. Έτσι αναφέρει ότι τον Νοέμβριο του 2013 ήταν σαφές ότι ο Καθ' ου η αίτηση έμπαινε στην ουρά σαν αποδιοπομπαίος τράγος για την χρεωκοπία της εταιρείας, η θέση του κατέστη πολύ πιο ευάλωτη λόγω της προσωπικής ανάμειξης του τότε Πρωθυπουργού Putin στην παροχή των προηγούμενων δανείων στην εταιρεία και ότι θα έπεφταν κεφάλια και η Vnesheconombank θα προσπαθούσε να εκτρέψει την προσοχή από τις δικές της αποτυχίες. Εδώ θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι από τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται και στηρίχθηκε είναι σαφές ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στα οικονομικά της εταιρείας σε κανένα στάδιο της εργασίας του εκεί. Το μόνο δε που αναφέρεται σχετικά είναι ότι τον Απρίλιο του 2010 εργάστηκε ως Βοηθός Γενικός Διευθυντής του Τμήματος Νομικών Υποθέσεων και στα πλαίσια αυτά έλαβε μέρος στην λειτουργία του Διοικητικού Συμβουλίου, ως εκπρόσωπος του εργοστασίου, χωρίς δικαίωμα ψήφου. Παραιτήθηκε δε από την εταιρεία τον Οκτώβριο του 2011 ενώ η εταιρεία ανακοίνωσε την χρεοκοπία της περί τον Μάιο του
- Εγείρεται λοιπόν εύλογα το ερώτημα ως προς το λογικό της θέσης του Μ.Υ.3, πως θα «έμπαινε στην ουρά σαν αποδιοπομπαίος τράγος για την χρεωκοπία της εταιρείας»; Στην δε παράγραφο 49 του τεκμηρίου 26, ο Μ.Υ.3 αναφέρει ότι η μαρτυρία υποδηλώνει ότι η επίθεση εναντίον του Καθ' ου η αίτηση είναι μια συνέχεια από μια ομάδα ή ομάδες με σημαντική επιρροή στην διοίκηση της περιοχής Khabarovsk, που έχει την δυνατότητα να επηρεάζει τις εθνικές αρχές, να καταδιώκει τον Καθ' ου η αίτηση λόγω της ανάμειξης του στο ξεσκέπασμα της κακοδιαχείρισης του εργοστασίου και έτσι και την Vnesheconombank και την τοπική Διοίκηση. Στην παράγραφο 50 αναφέρει για πρώτη φορά, χωρίς να δίδει λεπτομέρειες ως προς το πότε και τι ακριβώς έπραξε ο Καθ' ου η αίτηση, ότι αυτός έδωσε έμφαση σε περιπτώσεις κακής διοίκησης, εάν όχι διαφθοράς στην διαχείριση του εργοστασίου και ότι χρησιμοποίησε ελέγχους λογαριασμών και εκθέσεις για να εκθέσει την διαφθορά και σαν οικονομολόγος και νομικός ήταν σε θέση να καταλάβει πως υπονομεύθηκαν τα καλά συμφέροντα του εργοστασίου από την επιδίωξη προσωπικών συμφερόντων και συμφερόντων καριέρας υψηλά ιστάμενων προσώπων. Παρά όμως τα αμέσως πιο πάνω, κατέστη σαφές από την αρχή της αντεξέτασης του Μ.Υ.3, ότι η γνώμη του είναι ότι τα πολιτικά κίνητρα γύρω από την υπόθεση είναι να εξασφαλίσουν οι Αρχές μαρτυρία από τον Καθ' ου η αίτηση εναντίον του Khokhlov. Από τα γεγονότα που εκθέτει προκύπτει ότι ο Khokhlov ήταν ο πρώτος και για πολλά χρόνια διευθυντής της εταιρείας. Από το 2009 δε που έγινε η συμφωνία δανείου της εταιρείας με την Vnesheconombank, η πραγματική διαχείριση της πέρασε στα χέρια ενός Διοικητικού Συμβουλίου, που όπως φαίνεται αποτελείτο από πρόσωπα της Vnesheconombank. Ο Khokhlov παραιτήθηκε από την εταιρεία λίγο μετά την παραίτηση του Καθ' ου δηλ. λίγο μετά τον Οκτώβριο του
- Δεν φαίνεται δε στο μεσοδιάστημα να λάμβανε μέρος στα οικονομικά της εταιρείας, η οποία δεν ανακοίνωσε την χρεοκοπία της παρά μόνο τον Μάιο του 2013 δηλ. μετά που ο Khokhlov παραιτήθηκε στις 30.4.13 από όλες τις θέσεις που κατείχε και αποσύρθηκε από την περιοχή. Εδώ λοιπόν τίθεται ένα άλλο ερώτημα ως προς την λογική της θέσης του Μ.Υ.3, και δη πως ο Καθ' ου η αίτηση εάν και δεν ήταν πλέον «αναμεμειγμένος στην εταιρεία, μπορούσε να παίξει ένα σημαντικό ρόλο στην εξασφάλιση μαρτυρίας εναντίον του Khokhlov», ο οποίος ήταν ο «προφανής υποψήφιος για να γίνει ο αποδιοπομπαίος τράγος για τις κακοτυχίες του εργοστασίου»; Εάν δε η θέση του μάρτυρα είναι ότι η πολιτική φύση της υπόθεσης προκύπτει από τον πολιτικό βίο του Khokhlov και συγκεκριμένα από τα όσα σχετικά αυτός έχει πράξει ως μέλος της Νομοθετικής Δούμας της περιοχής και ως Πρόεδρος και Γραμματέας του Πολιτικού Συμβουλίου της Ενωμένης Ρωσίας, από την διαμάχη του με τον Κυβερνήτη της περιοχής για το εργοστάσιο της εταιρείας και την θέση του για μη αποτελεσματική εμπλοκή της Vnesheconombank, σε συνδυασμό με την σχέση του Khokhlov με τον Καθ' ου η αίτηση και τον ρόλο του τελευταίου στην επίβλεψη των δραστηριοτήτων του εργοστασίου μετά που αυτός παραιτήθηκε από την εταιρεία, θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Αναφέρει ο μάρτυρας στα συμπεράσματα που συνοδεύουν τα προαναφερθέντα γεγονότα ότι η ποινική δίωξη του Khokhlov θα μετέθετε την προσοχή από την ανεπάρκεια της τοπικής Διοίκησης της περιοχής. Στην αντεξέταση του σε υποβολή βασικά ότι, η θέση του ότι η υπόθεση εναντίον του Καθ' ου η αίτηση έχει πολιτικά κίνητρα και γίνεται για να μαζέψουν μαρτυρία εναντίον του Khokhlov, δεν μπορεί να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα εφόσον μετά που ο Khokhlov έφυγε από τη Δούμα της περιοχής, από μόνος του και οικειοθελώς έφυγε από την περιοχή, απάντησε ότι εάν και δεν είναι επί του παρόντος ενεργός στην περιοχή, το εργοστάσιο έχει καταρρεύσει, κάποιος πρέπει να βρεθεί υπεύθυνος γι' αυτό και έχει να κάνει με τον χρόνο κατά τον οποίο ο Khokhlov ήταν στην πραγματικότητα αναμεμειγμένος σε αυτήν την υπόθεση και το θέμα δεν είναι που είναι τώρα αλλά επικεντρώνεται στο τι έγινε νωρίτερα και παρέπεμψε στις παραγράφους 28 μέχρι
- Ως όμως έχει αναφερθεί ανωτέρω, δεν προκύπτει εμπλοκή του Khokhlov στην οικονομική διαχείριση του εργοστασίου από το 2009 και μετά. Ακόμη όμως και εάν ο μάρτυρας αναφερόταν στην πολιτική στάση του εν λόγω προσώπου και στην διαμάχη του και με τις τοπικές αρχές σε σχέση και με το εργοστάσιο, δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική ότι η υπόθεση εναντίον του Καθ' ου η αίτηση έχει τα ανωτέρω αποδιδόμενα πολιτικά και οικονομικά κίνητρα εφόσον, ως και ο ίδιος ο μάρτυρας δέχθηκε στην αντεξέταση του, ποτέ μέχρι σήμερα δεν έγινε οποιαδήποτε ποινική δίωξη εναντίον του Khokhlov, ως θα αναμενόταν με βάση πάντα όλα όσα ανέφερε σχετικά με την πολιτική κατάσταση στην Ρωσία. Στην συνέχεια για να πείσει για την θέση του ο μάρτυρας ανέφερε ότι η εταιρεία είναι μια από τις βασικότερες στην συγκεκριμένη πόλη, έχει τεράστια εθνική σημασία και είναι τώρα στο τελικό στάδιο πτώχευσης και αυτό είναι και θα γίνει σύντομα ένα εθνικό σκάνδαλο και θα πρέπει να βρουν έναν αποδιοπομπαίο τράγο. Στην πολύ λογική όμως ερώτηση εάν τώρα θα δημιουργηθεί το πρόβλημα με την εταιρεία με δεδομένο ότι ανακοίνωσε τις διαδικασίες της χρεωκοπίας από το 2013, έδωσε τη μη πειστική κατά την κρίση μου, απάντηση ότι η διαδικασία είναι αργή και δεν έχει ακόμη τελειώσει και αντιλαμβανόμενος προφανώς το μη λογικό της θέσης του, προσπάθησε να την στηρίξει αναφερόμενος και πάλι στον Πρόεδρο Πούτιν, ο οποίος σύμφωνα με τον ίδιο έχει προσωπικό συμφέρον στο εργοστάσιο. Θα πρέπει όμως εδώ να λεχθεί ότι την προσωπική αυτή ανάμειξη του Ρώσου Προέδρου την στηρίζει μόνο στο γεγονός ότι ήταν παρών στην υπογραφή της συμφωνίας δανείου με την Vnesheconombank που έγινε το 2009, κάτι που κατά την κρίση μου δεν μπορεί να οδηγήσει από μόνο του στο εν λόγω συμπέρασμα του. Ήταν δε περαιτέρω η θέση του Μ.Υ.3 ότι η πολιτική φύσης της υπόθεσης προκύπτει και από τα έγγραφα που έστειλε η Αιτούσα χώρα προς υποστήριξη της παρούσας και συγκεκριμένα από το ότι σε αυτήν αναμειγνύονται εκτός από τον Καθ' ου η αίτηση, ο Chulkov και ο Limankin, ο οποίος, σύμφωνα με τον μάρτυρα ήταν ο υπεύθυνος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας. Από αυτά συμπεραίνει ότι η ενιαία υπόθεση εναντίον αυτών των τριών ανθρώπων το καθιστά ξεκάθαρο ότι δεν είναι μια απλή ποινική υπόθεση αλλά συνδέεται με μεγαλύτερο πολιτικό θέμα εφόσον οι Αρχές προσπαθούν να βρουν έναν τρόπο να θίξουν την αξιοπιστία της διεύθυνσης του εργοστασίου. Ούτε όμως η θέση αυτή βρίσκει έρεισμα στην λογική και αυτό για δύο λόγους. Πρώτον γιατί δεν είναι λογικό ο σκοπός της ποινικής δίωξης να είναι να εξασφαλισθεί μαρτυρία εναντίον του Khokhlov αλλά να εμπλέκεται και ο Limankin, ο οποίος από τα όσα τουλάχιστον έχει παραθέσει ο μάρτυρας, δεν φαίνεται να έχει κάποια σχέση με τον Khokhlov. Δεύτερον εάν έχει έστω κάποια λογική η δίωξη του Καθ' ου η αίτηση και του Limankin, λόγω της σύνδεσης τους με την εταιρεία, δεν είναι λογικό να διώκεται στην υπόθεση και ο Chulkov, ο οποίος δεν φαίνεται να έχει σχέση με την προαναφερόμενη πορεία και οικονομική κατάσταση της εταιρείας. Τέλος στην αντεξέταση του Μ.Υ.3 όταν του υποβλήθηκε ότι η υπόθεση του Καθ' ου η αίτηση διαφοροποιείται από τις υποθέσεις Yukos και Magnitsky εφόσον αυτή δεν έχει οποιαδήποτε πολιτικά κίνητρα με δεδομένο ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν ανήκει σε καμία ομάδα πολιτικών προσώπων ή άλλη ευπαθή πολιτική ομάδα και πρόκειται περί μιας καθαρά ποινικής δίωξης, δέχθηκε ότι κάθε υπόθεση είναι διαφορετική, αλλά επέμεινε ότι αυτή η υπόθεση έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας πολιτικής υπόθεσης και για να πείσει περαιτέρω ως προς τούτο αναφέρθηκε, γενικά και αόριστα όμως, ότι σε πολλές από αυτές τις υποθέσεις ξεκινούν με πρόσωπα λιγότερο σημαντικά, αλλά στοχεύουν να αναμείξουν τους ψηλότερα ιστάμενους και προς τούτο έκανε αναφορά στον Limankin. Ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι, το συμπέρασμα περί της ύπαρξης πολιτικών και οικονομικών κινήτρων στην δίωξη του Καθ' ου η αίτηση από την Αιτούσα χώρα, στο οποίο ο Μ.Υ.3 κατέληξε και υποστήριξε και ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να συναχθεί και μάλιστα κατά τον απόλυτο τρόπο που αυτός το θέτει, από τα γεγονότα που παρέθεσε προς τον σκοπό αυτό. Παρατηρείται επίσης ότι με βάση γεγονότα, για τα οποία δεν έχει αναφέρει από που έχει αντλήσει γνώση, εφόσον δεν φαίνεται να έχει προσωπική γνώση, προβαίνει σε λογικά άλματα για να καταλήξει σε συγκεκριμένα συμπεράσματα και να οδηγηθεί στο τελικό προαναφερόμενο συμπέρασμα. Θα πρέπει δε να λεχθεί ότι στην καλύτερη περίπτωση τα όσα αναφέρει μπορούν να εγείρουν μια απλή υποψία περί της ύπαρξης τέτοιων κινήτρων. Αυτό όμως δεν είναι αρκετό. Συνεπώς η γνώμη του Μ.Υ.3 για το υπό εξέταση θέμα δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι τα πιο πάνω δεν μεταβάλλονται ούτε από τα όσα αναφέρονται σχετικά στο τεκμήριο 13, και εξηγώ. Στην εν λόγω δήλωση του ο Chulkov αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής ανάκρισης, τον ρωτούσαν για το ποια σχέση υπάρχει µεταξύ του Καθ' ου η αίτηση και του Khokhlov και ότι από αυτές τις ερωτήσεις ο ίδιος έβγαλε το συµπέρασµα ότι υποψιάζονταν τον Καθ' ου η αίτηση και τον Khokhlov, για κάποιες άλλες παραβιάσεις του Νόµου, τις οποίες πιθανόν να είχε διαπράξει ο Khokhlov. Αυτό όμως έρχεται σε αντίθεση με τις θέσεις του Μ.Υ.3, από τις οποίες φαίνεται ότι οι Αρχές γνώριζαν πολύ καλά την σχέση του Καθ' ου η αίτηση με τον Khokhlov. Συνεπώς για ποιο λόγο να ερωτάται ο Chulkov για αυτές; Πέραν του πιο πάνω, ο Chulkov καταλήγει στο συγκεκριμένο συμπέρασμα, για το οποίο όμως δεν αναφέρει, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, παρά μόνο γενικά και αόριστα, πως κατέληξε. Συνεπώς κρίνεται ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην προαναφερόμενη εξ ακοής δήλωση. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι ο Καθ' ου η αίτηση απέτυχε να τεκμηριώσει με θετικό τρόπο, στην βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, τη θέση του ότι η δίωξη του γίνεται για αλλότρια πολιτικά και οικονομικά κίνητρα. Εάν ο Καθ' ου η αίτηση εκδοθεί στην Ρωσία δεν θα τύχει δίκαιης δίκης και θα παραβιαστούν και άλλα ανθρώπινα δικαιώματα του. Προς υποστήριξη της εν λόγω θέσης του Καθ' ου η αίτηση κλήθηκαν και κατέθεσαν οι Μ.Υ.2 και Μ.Υ.
- Η σχετική μαρτυρία του Μ.Υ.2 περιλαμβάνεται στην έκθεση του τεκμήριο 22 και συνίσταται βασικά στα ακόλουθα: Τα Δικαστήρια που ασχολούνται με ποινικές υποθέσεις στην Ρωσική Ομοσπονδία (Δικαστήρια Γενικής Δικαιοδοσίας) στερούνται της απαιτούμενης ανεξαρτησίας. Έχουν παραμείνει κατά το πλείστον χωρίς μεταρρυθμίσεις και κληρονόμησαν κάποια από τα ελαττώματα του Σοβιετικού Δικαστικού Συστήματος, το κυριότερο των οποίων είναι η επίσημη επιτήρηση των Δικαστηρίων από την πολιτικά ελεγχόμενη Εισαγγελία. Η κατάσταση έχει φαινομενικά μεταβληθεί αλλά η τρέχουσα κατάσταση της ανεξαρτησίας τους συχνά δεν είναι καλύτερη από εκείνη της Σοβιετικής περιόδου. Σύμφωνα με έκθεση του Institute of Modern Development, για το Ρωσικό Δικαστικό σύστημα, η οποία μετά που ζητήθηκε από τον Πρόεδρο Medvedev το 2009, σε σημαντικές αποφάσεις τα Δικαστήρια δεν προστατεύουν τα δικαιώματα αυτών στους οποίους ο Νόμος τα παρέχει αλλά αυτά υπαλλήλων του κράτους, γραφειοκρατών. Το πρόβλημα δεν είναι η διαφθορά αλλά μια δεσποτική επιρροή που η Ρωσική Εκτελεστική Εξουσία μπορεί να ασκήσει στους Δικαστές. Η επιρροή αυτή ασκείται στους Δικαστές μέσω των προέδρων των Δικαστηρίων. Παραπέμπει επίσης για το όλο θέμα και την έλλειψη ανεξαρτησίας των Δικαστών, παρά την Συνταγματική αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, σε σχετική έκθεση του International Commission of Jurist, για την κατάσταση της Δικαιοσύνης στην Ρωσία, όπου αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η Εισαγγελία είναι ο λιγότερο μεταρρυθμισμένος θεσμός, ο οποίος δεν μπορεί παρά να ασκεί επιρροή στην Δικαιοσύνη (για όλα τα πιο πάνω βλ. παρ. 34-44 τεκμηρίου 22). Αναφέρεται επίσης σε μελέτη των Institute of the problems of law enforcement (Saint Petersburg) και European University in Saint Petersburg, η οποία αναλύει πως λειτουργεί στην πράξη το Ρωσικό σύστημα επιβολής του Νόμου. Σύμφωνα με αυτήν, όχι μόνο τα Δικαστήρια έχουν στερηθεί οποιουδήποτε σημαντικού ρόλου στον έλεγχο και την επιτήρηση της διερεύνησης αλλά ακόμη και η Εισαγγελία έχει πλέον περιοριστεί όσον αφορά τα διερευνητικά της καθήκοντα στο να στηρίζει τις ενέργειες της παντοδύναμης Διερευνητικής Επιτροπής και ο ρόλος της περιορίζεται στο να προωθεί στα Δικαστήρια τις υποθέσεις που διαμορφώνουν οι ανακριτές. Η μελέτη εξηγεί ότι η πολιτική επιρροή είναι λιγότερο έντονη σε αποφάσεις ρουτίνας παρόλο που αυτό δεν καθιστά τη Ρωσική Ποινική Δικαιοσύνη πιο δίκαιη. Έτσι συχνά πιστεύεται ότι τα Ρωσικά Δικαστήρια είναι πολιτικά επηρεασμένα. Παρά ταύτα ο πολιτικός έλεγχος μπορεί εξ ορισμού να ασκηθεί σε περιορισμένο αριθμό υποθέσεων. Οι ανακριτές ελέγχουν τους Δικαστές με διάφορους τρόπους, συχνά μέσω του Προέδρου του Δικαστηρίου, ο οποίος είναι de facto πολιτικά διορισμένος. Ο Πρόεδρος είναι υπεύθυνος για τη διανομή των υποθέσεων και έτσι μπορεί να υπερφορτώσει ένα Δικαστή. Δίνει δε ως παράδειγμα μια δημοσιευμένη περίπτωση όπου δυο Δικαστές σε μια Ρωσική πόλη έκδoσαν 3.000 αποφάσεις μέσα σε δυο μέρες. Παρά το ότι αυτό δεν συμβαίνει κάθε μέρα, ο φόρτος σε έναν Δικαστή εξακολουθεί να είναι τεράστιος. Τα αναπόφευκτα διαδικαστικά λάθη σημειώνονται προσεκτικά και αν ο Δικαστής ξεπεράσει τα όρια που θέτει ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου, αυτά χρησιμοποιούνται ως πρόφαση για απόλυση του (βλ. παρ. 80-95). Οι ανακριτές δε που διερευνούν τα πιο σοβαρά αδικήματα υπόκεινται σε μικρό εξωτερικό έλεγχο από την Εισαγγελία. Οι κανόνες του Ρωσικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (στο εξής Ρ.Κ.Π.Δ.) ευνοούν την κατηγορούσα αρχή, κάτι που αποτελεί συστημική αδυναμία της Ρωσικής Ποινικής Δικαιοσύνης (βλ. παρ. 45). Η προ της δίκης διερεύνηση αποτελεί σημαντικό μέρος της Ρωσικής ποινικής διαδικασίας και είναι ιδιαίτερα σχετική με την περίπτωση του Καθ' ου η αίτηση. Είναι το πρώτο μέρος της δίκης, το οποίο σε ένα σημαντικό βαθμό καθορίζει το αποτέλεσμα της. Σε αυτό το στάδιο συντάσσεται ο φάκελος της υπόθεσης από τον ανακριτή και ο φάκελος στη συνέχεια είναι σημαντικό σημείο αναφοράς για τους Δικαστές. Ο ανακριτής με βάση τον Ρ.Κ.Π.Δ. συμμετέχει στην ποινική δίκη με την πλευρά της κατηγορούσας αρχής σε αντίθεση με χώρες της Ευρωπαϊκής παράδοσης στις οποίες πρέπει να είναι ουδέτερος. Είναι αυτός δε που διαμορφώνει την αποδεικτική βάση της υπόθεσης. Παρά το ότι θεωρητικά η υπεράσπιση είναι ελεύθερη να συλλέγει τη δική της μαρτυρία, ο Ποινικός Κώδικας, δίδει διαφορετική σπουδαιότητα στην μαρτυρία που παρουσιάζει ο ανακριτής από αυτήν που παρουσιάζει η υπεράσπιση. Σύμφωνα με το άρθρο 85 του Ρ.Κ.Π.Δ. η διαδικασία απόδειξης μιας υπόθεσης αποτελείται από την συλλογή, επαλήθευση και αξιολόγηση των αποδείξεων ώστε να αποδειχθούν τα στοιχεία του αδικήματος. Ενώ δε το άρθρο 86 του Ρ.Κ.Π.Δ. παρέχει το δικαίωμα στην υπεράσπισης να συλλέγει αποδείξεις εντούτοις η περίληψη αυτής της μαρτυρίας στον φάκελο της υπόθεσης είναι στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Σε αντίθεση ο ανακριτής δεν εμποδίζεται από κάποιον εξωτερικό αμερόληπτο έλεγχο, να συμπεριλάβει όλη τη μαρτυρία που κρίνει δέουσα, στον φάκελο. Αυτό προκύπτει, σύμφωνα με τον μάρτυρα, από το άρθρο 87 του Ρ.Κ.Π.Δ., το οποίο προβλέπει ότι οι διάδικοι που έχουν το δικαίωμα να επαληθεύσουν την μαρτυρία είναι ο ανακριτής, o Εισαγγελέας και το Δικαστήριο. Η υπεράσπιση δεν έχει τέτοιο δικαίωμα. Υποθετικά, το γεγονός ότι η μαρτυρία έχει επαληθευθεί είναι αυτό που την καθιστά κατάλληλη για να περιληφθεί στον φάκελο της υπόθεσης. Ο ανακριτής και ο Εισαγγελέας και όχι ο δικηγόρος υπεράσπισης είναι αυτοί που στο στάδιο της διαδικασίας πριν τη δίκη καθορίζουν κατά πόσο η μαρτυρία έχει ληφθεί με τον ορθό τρόπο και ως τέτοια να περιληφθεί στον φάκελο. Ούτε ο Εισαγγελέας, ούτε ο ανακριτής έχουν οποιαδήποτε υποχρέωση εκ του Νόμου να διεξάγουν τη διερεύνηση με αμερόληπτο τρόπο ή να αποκαλύπτουν αθωωτική για τον κατηγορούμενο μαρτυρία. Εάν η υπεράσπιση δεν συμφωνεί με τη μαρτυρία που περιλαμβάνεται στο φάκελο, το βάρος είναι σε αυτήν να καταρρίψει τη μαρτυρία. Έτσι το αποδεικτικό βάρος στις ποινικές υποθέσεις (και αυτό στην Ρωσία δεν είναι σαφώς διακριτό από το βάρος απόδειξης), μεταφέρεται προς όφελος της κατηγορούσας αρχής. Η μαρτυρία που περιλαμβάνεται στον φάκελο από την κατηγορούσα αρχή τεκμαίρεται ως αληθινή και σχετική. Αυτό συμβαίνει λόγω μιας συνδυασμένης λειτουργίας των νομοθετικών διατάξεων για την επαλήθευση μαρτυρίας από τον ανακριτή και τον Εισαγγελέα και του τεκμηρίου νομιμότητας των πράξεων των Κυβερνητικών Τμημάτων. Σε αντίθεση η υπεράσπιση δεν έχει κανένα δικαίωμα να περιλάβει στον φάκελο, στο στάδιο της διαδικασίας πριν την δίκη, αθωωτική μαρτυρία που συλλέγει. Μόνο κατά το στάδιο της ακρόασης έχει η υπεράσπιση την ευκαιρία να αιτηθεί από το Δικαστήριο να περιλάβει μαρτυρία στον φάκελο. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι η κατηγορούσα αρχή πρέπει να αποδείξει λίγα και η υπεράσπιση έχει το βάρος της αθώωσης. Αυτό προκύπτει γιατί το Δικαστήριο επίσης έχει το δικαίωμα να επαληθεύσει τη μαρτυρία των διαδίκων υπό το άρθρο 87 του Ρ.Κ.Π.Δ. Έτσι όχι μόνο το βάρος απόδειξης μεταφέρεται στην υπεράσπιση αλλά αυτή έχει και άμεσο μειονέκτημα να ξεπεράσει το νομικό τεκμήριο που ευνοεί τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής (για όλα τα πιο πάνω βλ. παρ. 46-60 τεκμηρίου 22). Το τεκμήριο της αθωότητας προβλέπεται στο άρθρο 49 του Ρωσικού Συντάγματος και στα άρθρα 14
- Η Ποινική Δικαιοσύνη στην Ρωσία είναι θεσμικά προκατειλημμένη υπέρ της κατηγορούσας αρχής και τα γεγονότα της παρούσας καταδεικνύουν ότι αυτή η προκατάληψη είναι απίθανο να διορθωθεί, και
- Η μαρτυρία όσον αφορά τα δύο βασικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο Καθ' ου η αίτηση αποτελείται κυρίως εάν όχι αποκλειστικά από καταθέσεις μαρτύρων. Παρόλα αυτά ως φαίνεται από την υπόθεση Pichugin και τις δημόσιες ανακοινώσεις του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η μεταχείριση καταθέσεων μαρτύρων στα Ρωσικά Δικαστήρια δεν ανταποκρίνεται στα πρότυπα της Ε.Σ.Δ.Α. Η θέση δε του Μ.Υ.3 αναφορικά με το κατά πόσο θα παραβιασθούν τα δικαιώματα του Καθ' ου η αίτηση είναι η ακόλουθη: Aν ο Καθ' ου η αίτηση επιστρέψει στη Ρωσία είναι πιθανόν να εγκλειστεί σε συγκεκριμένη φυλακή στην περιοχή Khabarovsk, η οποία κτίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα. Το εσωτερικό των κελιών έχει αλλάξει πολύ λίγο έκτοτε και είναι παρόμοιο με αυτό της φυλακής Butyrga, η οποία κτίστηκε τον 18ον αιώνα και στην οποία οι συνθήκες είναι πολύ πρωτόγονες. Οι συνθήκες στην φυλακή είναι κακές, με τους κατηγορούμενους να είναι έγκλειστοι σε ένα μικρό κελί μαζί με άλλους, το οποίο είναι γεμάτο με κατσαρίδες, έχει λίγο φυσικό φως, κακές συνθήκες υγιεινής και εγκαταστάσεις για άσκηση. Το φαγητό είναι φτωχό και επαναλαμβάνεται. Αυτή είναι η φυλακή στην οποία κρατείτο ο Magnitsky και λόγω της έλλειψης ιατρικών εγκαταστάσεων στις τελευταίες ώρες του μεταφέρθηκε σε άλλη φυλακή όπου και πέθανε σε ηλικία 37 ετών μετά από βίαιο ξυλοδαρμό, τον Νοέμβριο του
- Φαίνεται ότι ο εγκλεισμός υπό κακές συνθήκες είναι σχεδιασμένος, όπως στην περίπτωση του Magnitsky, να αναγκάζει τον κατηγορούμενο να συνεργάζεται με τις Αρχές. Σε αυτή την υπόθεση ο σκοπός θα ήταν να αναγκαστεί ο Καθ' ου η αίτηση να προμηθεύσει αποδείξεις εναντίον του Κhokhlov, να δώσει μαρτυρία ώστε να ενοχοποιήσει τον εαυτό του ή άλλους. Ως αντάλλαγμα για να υπογράψει το απαιτούμενο έγγραφο με το οποίο θα παραδέχεται ενοχή δίνονται υποσχέσεις ότι η ποινή θα μετριαστεί. Τα τελευταία χρόνια υπήρξε μια σημαντική δημόσια συζήτηση στη Ρωσία αναφορικά με το πρόβλημα των επιδρομών και άλλων μορφών αυθαίρετων επιθέσεων σε επιχειρηματίες και διευθυντές και κατά την προεδρία του Medveded έγινε μια προσπάθεια για να ενισχυθεί το κράτος δικαίου. Με την επιστροφή του Putin στην Προεδρία το 2012 δόθηκε μικρότερη προτεραιότητα στις πιο πάνω προσπάθειες. Έτσι εγείρεται το ερώτημα κατά πόσο υπήρξαν αρκετές ουσιαστικές αλλαγές στην Ρωσία στο σημείο που μια αυθαίρετη ποινική υπόθεση αποκλείεται πλέον αποτελεσματικά και κατά πόσο άνθρωποι όπως ο Καθ' ου η αίτηση θα είναι σε θέση να υπερασπιστούν αποτελεσματικά τους εαυτούς τους ενώπιον Δικαστηρίου. Προχωρεί δε ο μάρτυρας και αναφέρει ότι κατόπιν μιας σύντομης εξέτασης κάποιων συγκρίσιμων υποθέσεων που προβλήθηκαν πολύ και διεθνών αποφάσεων και σχολίων, έχει επιθεωρήσει κάποια από την τρέχουσα βιβλιογραφία στην Ρωσία και εισηγείται ότι οι αυθαίρετες δίκες, δυστυχώς δεν αποτελούν παρελθόν. Κατά τη γνώμη του η υπόθεση του Καθ' ου η αίτηση φέρει όλα τα χαρακτηριστικά δίωξης κατά παραγγελία. Δεν φαίνεται να προωθείται με καλή πίστη ώστε να επανορθώσει ένα ποινικό ή αστικό αδίκημα και γι' αυτό υπάρχει μεγάλος κίνδυνος τα δικαιώματα του Καθ' ου η αίτηση να υποστούν βλάβη σε μια δίκη. Υπό το φως των πιο πάνω οι ανάρμοστα υποκινούμενες και καταχρηστικές ποινικές κατηγορίες θα απειλήσουν τα ανθρώπινα δικαιώματα του Καθ' ου αν επιστρέψει στην Ρωσία (βλ. παρ. 54-57 τεκμηρίου 26). Καταλήγει δε σχετικά στα τελικά του συμπεράσματα ότι : Υπάρχουν πολύ καλοί λόγοι για να πιστεύει ότι τα δικαιώματα του Καθ' ου η αίτηση από τη Ε.Σ.Δ.Α. θα παραβιαστούν εάν επιστρέψει στη Ρωσία. Υπάρχει πάρα πολλή μαρτυρία, κυρίως στην υπόθεση Yukos και με τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση Magnitsky, ότι σε συγκεκριμένες υποθέσεις, οι οποίες περιέχουν το στοιχείο της υποστήριξης ανώτερων αξιωματούχων του Κρεμλίνου, τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν τυγχάνουν σεβασμού. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο Καθ' ου η αίτηση θα υποστεί μια εκτεταμένη περίοδο κράτησης του πριν τη δίκη σε φτωχές συνθήκες κράτησης, οι οποίες δεν πληρούν τα διεθνή πρότυπα, ότι θα υποστεί πίεση (σωματική και ψυχολογική) και εκφοβισμό να ενοχοποιήσει τον εαυτό του για άλλους που εμπλέκονται στην υπόθεση και ότι οποιαδήποτε δίκη δεν θα είναι δίκαιη και θα έχει ως αποτέλεσμα μια μεγάλη ποινή φυλάκισης (παρ. 130). Προχωρώντας στην εξέταση των πιο πάνω θέσεων, θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι το κατά πόσο ο εκζητούμενος δεν θα τύχει δίκαιης δίκης ή θα παραβιασθούν άλλα ανθρώπινα δικαιώματα του σε περίπτωση έκδοσης του, δεν μπορεί να αποφασίζεται γενικά και αόριστα ή στην βάση άλλων περιπτώσεων και καταστάσεων που έχουν εντοπισθεί στην Αιτούσα χώρα, είτε από εκθέσεις ή μελέτες διαφόρων Οργανισμών ή προσώπων, είτε από αποφάσεις Διεθνών Δικαστηρίων σε άλλες υποθέσεις. Αυτό που θα πρέπει να εξετάζεται είναι το κατά πόσο έχει αποδειχθεί στον δέοντα βαθμό και με συγκεκριμένα στοιχεία, από τον εκζητούμενο, ο οποίος φέρει και το βάρος απόδειξης, ότι κατά τον χρόνο της έκδοσης του, υφίσταται πραγματικός κίνδυνος, στην βάση των συγκεκριμένων περιστάσεων και των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση του, να μην τύχει δίκαιης δίκης ή να παραβιασθούν άλλα ανθρώπινα δικαιώματα του. Δηλ. η κρίση του Δικαστηρίου θα πρέπει να γίνεται στην βάση του κατά πόσο στοιχειοθετείται υπαρκτός κίνδυνος ο συγκεκριμένος εκζητούμενος να καταστεί θύμα τέτοιων παραβιάσεων και όχι στην βάση μια απλής πιθανότητας αυτός να υποστεί κάτι τέτοιο, εκ της διαπίστωσης άλλων περιπτώσεων τέτοιων παραβιάσεων από τη εν λόγω χώρα. Αντίθετη προσέγγιση θα αντιστρατευόταν, κατά την κρίση μου, και την όλη λογική της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως Φυγοδίκων και το συναφές τεκμήριο που προκύπτει από την αρχή της νομιμότητας και κανονικότητας, σύμφωνα με το οποίο η Αιτούσα χώρα ως συμβαλλόμενο μέρος σε Διεθνή Σύμβαση ζητεί την έκδοση ενός προσώπου για τους σκοπούς που προβλέπει η Σύμβαση. Περαιτέρω θα οδηγούσε στο παράλογο αποτέλεσμα, που εισηγείται ο κ. Πελεκάνος, εκ προοιμίου δηλ. χωρίς εξέταση των περιστάσεων και στοιχείων που αφορούν την συγκεκριμένη περίπτωση, να μην επιτρέπεται η έκδοση κανενός προσώπου που εκζητείται από την συγκεκριμένη χώρα, μόνο εκ του ότι αυτή έχει ιστορικό παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τα πιο πάνω συνάγονται άλλωστε και από την νομολογία του Ε.Δ.Α.Δ., αναφορικά με υποθέσεις που στρέφονται κατά χωρών που προχώρησαν στην έκδοση προσώπων σε χώρες με ιστορικό τέτοιων παραβιάσεων (βλ. Mamatkulov and Askarov v. Turkey, Αpplications Νοs. 46827/99 and 46951/99, ημερ. 4.2.05 και Kozhayev v. Russia, Application Νο. 60445/10, ημερ. 22.10.12). Στην θεμελιακή για το θέμα υπόθεση Soering v. United Kingdom, Appl. No. 14038/88, ημερ. 7.7.89 λέχθηκε δε σχετικά ότι θα πρέπει να καταδειχθούν «substantial grounds for believing that the person concerned, if extradited, faces a real risk of being subjected to torture or to inhuman or degrading treatment or punishment in the requesting country» (βλ. παρ. 91 - η υπογράμμιση δική μου). Σχετικό είναι επισης το ακόλουθο απόσπασμα από την Kozhayev ανωτέρω: «
- In determining whether it has been shown that the applicant runs a real risk, if extradited, of suffering treatment proscribed by Article 3, the Court will assess the issue in the light of all the material placed before it or, if necessary, material obtained proprio motu (see H.L.R. v. France, 29 April 1997, § 37, Reports 1997-III). Since the nature of the Contracting States' responsibility under Article 3 in cases of this kind lies in the act of exposing an individual to the risk of ill-treatment, the existence of the risk must be assessed primarily with reference to those facts which were known or ought to have been known to the Contracting State at the time of the extradition (see Cruz Varas and Others v. Sweden, 20 March 1991, §§ 75-76, Series A no. 201, and Vilvarajah and Others v. the United Kingdom, 30 October 1991, § 107, Series A no. 215). However, if the applicant has not been extradited or deported when the Court examines the case, the relevant time will be that of the proceedings before the Court (see Chahal v. the United Kingdom, 15 November 1996, §§ 85-86, Reports 1996-V).
- In order to determine whether there is a risk of ill-treatment, the Court must examine the foreseeable consequences of the applicant being extradited to the requesting country, bearing in mind the general situation there and his personal circumstances (see Vilvarajah and Others, cited.
- As regards the general situation in a particular country, the Court considers that it can attach certain weight to the information contained in recent reports from independent international human rights protection organisations or governmental sources (see, for example, Chahal, cited above, §§ 99-100; Müslim v. Turkey, no. 53566/99, § 67, 26 April 2005; Said v. the Netherlands, no. 2345/02, § 54, ECHR 2005-VI; and Al-Moayad v. Germany (dec.), no. 35865/03, §§ 65-66, 20 February 2007).
- At the same time, the mere possibility of ill-treatment on account of an unsettled situation in the country of destination does not in itself give rise to a breach of Article 3 (see Vilvarajah and Others, cited above, § 111, and Katani and Others v. Germany (dec.), no. 67679/01, 31 May 2001). Where the sources available to the Court describe a general situation, an applicant's specific allegations in a particular case require corroboration by other evidence (see Mamatkulov and Askarov, cited above, § 73)». Τα πιο πάνω λέχθηκαν με αναφορά στο άρθρο 3 της Ε.Σ.Δ.Α., αλλά καλύπτουν και κάθε άλλη παραβίαση αυτής (βλ. σύγγραμμα των Harris, O'Boyle και Warbrick, Law of the European Convention on Human Rights (Butterworths 1995). Αρχίζοντας από τον Μ.Υ.3 θα πρέπει να λεχθεί ότι η γνώμη του ότι ο Καθ' ου η αίτηση θα υποστεί παραβιάσεις των δικαιωμάτων του, στηρίζεται αποκλειστικά στην άλλη γνώμη του ότι η ποινική δίωξη του δεν είναι γνήσια αλλά γίνεται με αλλότρια κίνητρα και δη πολιτικά και οικονομικά. Ενόψει λοιπόν του ότι, για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, η γνώμη του περί αλλότριων κινήτρων δεν έγινε δεκτή, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ούτε ότι στοιχειοθετείται η ύπαρξη πραγματικού κινδύνου να υποστεί ο Καθ' ου η αίτηση βλάβη στα δικαιώματα του, λόγω δίωξης για πολιτικούς ή οικονομικούς λόγους. Πριν προχωρήσω στον Μ.Υ.2 θα πρέπει να σημειωθεί ότι η γνώμη αυτού ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν θα τύχει δίκαιης δίκης εάν εκδοθεί, δεν θα εξετασθεί σε συνδυασμό με την ύπαρξη πολιτικών και οικονομικών κινήτρων στην δίωξη του Καθ' ου η αίτηση εφόσον η θέση αυτή έχει απορριφθεί. Άλλωστε ο Μ.Υ.2 σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν ισχυρίσθηκε ότι υπάρχουν τέτοια κίνητρα, ούτε και συνδύασε την δική του θέση με τέτοια. Αρχίζοντας από τα όσα ανέφερε ο Μ.Υ.2 σε σχέση με την ανεξαρτησία των Δικαστηρίων που ασχολούνται με ποινικές υποθέσεις στην Ρωσική Ομοσπονδία, θα πρέπει να λεχθεί ότι στήριξε τις θέσεις του βασικά σε εκθέσεις (του Institute of Modern Development για το Ρωσικό Δικαστικό σύστημα και του International Commission of jurist για την κατάσταση της Δικαιοσύνης στην Ρωσία) και σε μελέτη (των Institute of the problems of law enforcement (Saint Petersburg) και European University in Saint Petersburg για την λειτουργία στην πράξη του Ρωσικού συστήματος επιβολής του Νόμου). Ως όμως προκύπτει από τα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω σε σχέση με το πώς εξετάζονται τέτοια θέμα, δεν είναι από μόνο του κρίσιμο το κατά πόσο υπάρχει μια κατάσταση αλλά κατά πόσο αυτή δημιουργεί πραγματικό κίνδυνο για τα δικαιώματα του συγκεκριμένου εκζητούμενου. Στην παρούσα από τα όσα είπε ο Μ.Υ.2 και μάλιστα κατά την αντεξέταση του, προκύπτει ότι συνδέει τα πιο πάνω με την απόφαση του Ρωσικού Δικαστηρίου στην υπόθεση του Limaknin, ημερ. 27.10.15 (τεκμήριο 16). Συγκεκριμένα φαίνεται ότι η θέση του είναι ότι στην υπόθεση εκείνη, η οποία ουσιαστικά αφορά τα ίδια γεγονότα αφού είναι ενιαία υπόθεση με αυτήν του Καθ' ου η αίτηση, ενώ το Δικαστήριο είχε την επιλογή και έπρεπε να την κλείσει βάσει του βαθμού παραβίασης, επέστρεψε την υπόθεση πίσω στην Εισαγγελία όχι από μόνο του αλλά μετά από αίτημα της ίδιας της Εισαγγελίας, λόγω ουσιαστικά της εξάρτησης του Δικαστηρίου από αυτήν. Κατ' αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι το παρόν Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να εξετάσει την ορθότητα της απόφασης του Ρωσικού Δικαστηρίου, το οποίο, ως θα εκτεθεί σε άλλο σημείο, με βάση τον φάκελο της υπόθεσης και αφού άκουσε τους διαδίκους, προέβη σε συγκεκριμένες διαπιστώσεις όσον αφορά παραβάσεις που έγιναν κατά το στάδιο της διερεύνησης της υπόθεσης. Στο τέλος δε της απόφασης αναφέρεται ότι παρέχεται δικαίωμα έφεσης επί αυτής εντός συγκεκριμένης προθεσμίας ενώπιον του αρμόδιου Ρωσικού Δικαστηρίου. Πέραν τούτου ο Μ.Υ.2 δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου κάποια νομοθετική διάταξη που να δείχνει ότι το Ρωσικό Δικαστήριο όφειλε να «κλείσει την υπόθεση» ότι και εάν αυτό σημαίνει. Η δε θέση του ότι ο Limankin υποστήριξε ότι η υπόθεση έπρεπε να κλείσει δεν προκύπτει από την ίδια την απόφαση, όπου αναφέρεται ότι αυτός είχε ένσταση κατά της επιστροφής της ποινικής υπόθεσης στην Εισαγγελία. Το γεγονός δε ότι η ίδια η Εισαγγελία, σύμφωνα με τον Μ.Υ.2, έκανε αυτό το αίτημα στο Δικαστήριο, «λόγω παραβιάσεων από τους ανακριτές της υπόθεσης», δείχνει κατά την κρίση μου ότι δεν μπορεί να ευσταθεί η θέση του ότι ουσιαστικά η Εισαγγελία περιορίζεται στο να προωθεί στα Δικαστήρια τις υποθέσεις που διαμορφώνουν οι ανακριτές. Είναι δε αντιφατική η θέση ότι η Εισαγγελία έχει αποδυναμωθεί και έχει περιορισθεί να στηρίζει τις ενέργειες της παντοδύναμης Διερευνητικής Επιτροπής ενώ από την άλλη αυτή «δεν μπορεί παρά να ασκεί επιρροή στην Δικαιοσύνη». Όσον αφορά τους κανόνες του Ρ.Κ.Π.Δ., αναφορικά με τον σχηματισμό του φακέλου της υπόθεσης, την περίληψη μαρτυρίας σε αυτόν και την βαρύτητα του φακέλου στην υπόθεση, είναι ουσιαστικά η θέση του Μ.Υ.2 ότι η υπεράσπιση δεν έχει τα ίδια δικαιώματα με την κατηγορούσα αρχή. Από το σύνολο όμως των όσων έχει αναφέρει η θέση αυτή δεν φαίνεται να ευσταθεί και εξηγώ. Ενώ δέχεται ότι η υπεράσπιση έχει το δικαίωμα να συλλέγει ελεύθερα την δική της μαρτυρία εντούτοις αναφέρει ότι το δικαίωμα αυτό το έχει «θεωρητικά». Αυτό το στηρίζει στο ότι ενώ ο ανακριτής έχει δικαίωμα να περιλάβει στον φάκελο οποιαδήποτε μαρτυρία βασικά επιθυμεί, η υπεράσπιση δεν έχει το ίδιο δικαίωμα. Περαιτέρω αναφέρει ότι ο Ποινικός Κώδικας, δίδει διαφορετική σπουδαιότητα στην μαρτυρία που παρουσιάζει ο ανακριτής από αυτήν που παρουσιάζει η υπεράσπιση. Αυτό το στηρίζει στο ότι ο ανακριτής όπως και ο Εισαγγελέας έχουν εξουσία να επαληθεύσουν την μαρτυρία, γεγονός καταλυτικό για να περιληφθεί αυτή στο φάκελο, ενώ η υπεράσπιση δεν έχει τέτοιο δικαίωμα. Δεν αναφέρει όμως γιατί η επαλήθευση της μαρτυρίας ενέχει τέτοια σημασία. Πέραν όμως και ανεξάρτητα αυτού, από τα όσα ο ίδιος εκθέτει, προκύπτει ότι και η υπεράσπιση μπορεί να συμπεριλάβει μαρτυρία στον φάκελο, κάτι που εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να το επιτρέψει. Περαιτέρω προκύπτει ότι η επαλήθευση της μαρτυρίας μπορεί να γίνει και από το Δικαστήριο. Συνεπώς δεν φαίνεται να στερείται η υπεράσπιση του δικαιώματος, ως υποστηρίζει ο μάρτυρας, αλλά το θέμα της συμπερίληψης μαρτυρίας που αυτή συλλέγει στον φάκελο, επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια δηλ. σε απόφαση του Δικαστηρίου, ως ανεξάρτητου κριτή. Η δε συμπερίληψη του Δικαστηρίου στους «διαδίκους», που κάνει ο μάρτυρας, μπορεί να χαρακτηρισθεί ως τουλάχιστον άστοχη. Περαιτέρω ο ίδιος ο Μ.Υ.2 αναφέρει ότι η διαδικασία για απόδειξη των στοιχείων του αδικήματος αποτελείται από την συλλογή, επαλήθευση και αξιολόγηση των αποδείξεων. Προκύπτει λοιπόν ότι η συλλογή και επαλήθευση της μαρτυρίας δεν είναι αρκετή αλλά απαιτείται και η αξιολόγηση αυτής, που προφανώς ανήκει στο Δικαστήριο. Πέραν των πιο πάνω ο Μ.Υ.2 υποστηρίζει ότι εάν η υπεράσπιση δεν συμφωνεί με τη μαρτυρία που περιλαμβάνεται στο φάκελο, το βάρος είναι σε αυτήν να καταρρίψει την μαρτυρία. Σε αυτό δε στηρίζεται και η θέση του ότι το αποδεικτικό βάρος στις ποινικές υποθέσεις μεταφέρεται προς όφελος της κατηγορούσας αρχής. Τα πιο πάνω όμως δεν φαίνεται να τα στηρίζει σε κάποια νομοθετική διάταξη αλλά σε ένα «standard Russian Textbook». Αναφέρει επίσης χωρίς να εξηγήσει για ποιο λόγο ή που το στηρίζει, ότι στην Ρωσία δεν είναι σαφώς διακριτό το αποδεικτικό από το βάρος απόδειξης. Ούτε η θέση του ότι η μαρτυρία που περιλαμβάνεται στον φάκελο από την κατηγορούσα αρχή τεκμαίρεται ως αληθινή και σχετική, κρίνεται επαρκώς τεκμηριωμένη καθότι αναφέρεται γενικά, χωρίς να επεξηγεί και να εκθέτει τις σχετικές πρόνοιες, ότι αυτό συμβαίνει λόγω μιας συνδυασμένης λειτουργίας των νομοθετικών διατάξεων για την επαλήθευση μαρτυρίας από τον ανακριτή και τον Εισαγγελέα και του τεκμηρίου νομιμότητας των πράξεων Κυβερνητικών Τμημάτων. Συναφώς ούτε η θέση του ότι όχι μόνο το βάρος απόδειξης μεταφέρεται στην υπεράσπιση αλλά αυτή έχει και άμεσο μειονέκτημα να ξεπεράσει το νομικό τεκμήριο που ευνοεί τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, ευσταθεί. Η θέση του δε ότι παρά το ότι το τεκμήριο της αθωότητας προβλέπεται ρητά τόσο από το Ρωσικό Σύνταγμα όσο και από τον Ρ.Κ.Π.Δ., στην πράξη το αποδεικτικό βάρος μετατίθεται προς όφελος της κατηγορούσας αρχής και η αρχή του τεκμηρίου της αθωότητας ανατρέπεται, είναι επίσης αστήρικτη. Μάλιστα για να πείσει προς τούτο αναφέρει ότι παρά το ότι ένας «αποφασιστικός Δικαστής» μπορεί θεωρητικά να μετριάσει το πιο πάνω, ο Δικαστής δεν είναι υποχρεωμένος να το πράξει, κάτι που στερείται όχι μόνο νομικού ερείσματος αλλά και της ίδιας της λογικής. Κατ' επέκταση ούτε η θέση του περί έμφυτης προκατάληψης υπέρ της κατηγορούσας αρχής, η οποία δεν είναι συμβατή με την αρχή της ισότητας των όπλων υπό την Ε.Σ.Δ.Α, μπορεί να γίνει δεκτή. Το ότι δε υπάρχει χαμηλό ποσοστό αθωώσεων στις ποινικές υποθέσεις στην Ρωσία δεν οδηγεί από μόνο του σε επιβεβαίωση των όσων ο μάρτυρας υποστηρίζει. Αναφορικά με την θέση του ότι από το τεκμήριο 20 προκύπτει ότι η Εισαγγελία αρνήθηκε να περιλάβει στον φάκελο της έγγραφα που είναι προς όφελος του Καθ' ου η αίτηση, τα οποία προσπάθησε να καταθέσει ο δικηγόρος του τελευταίου, πρέπει να λεχθεί κατ' αρχάς ότι δεν είναι του παρόντος Δικαστηρίου να αποφασίσει ότι τα έγγραφα αυτά εξαλείφουν την ενοχή του Καθ' ου η αίτηση. Πέραν όμως και ανεξάρτητα αυτού, από τα όσα έχουν εκτεθεί ανωτέρω, φαίνεται ότι ο Καθ' ου η αίτηση έχει το δικαίωμα να καταθέσει στον φάκελο της υπόθεσης τέτοια έγγραφα κατόπιν αιτήματος του προς το Δικαστήριο, στην διακριτική ευχέρεια του οποίου είναι τα αποδεχτεί. Συνεπώς το πιο πάνω δεν επιβεβαιώνει το συμπέρασμα του Μ.Υ.2 ότι στις ποινικές διαδικασίες στη Ρωσία το τεκμήριο της αθωότητας υφίσταται ζημιά. Σε σχέση δε με τις αναφορές του στην υπόθεση Yukos, ο ίδιος ανέφερε ότι η υπόθεση του Καθ' ου η αίτηση δεν αποτελεί μέρος της πιο πάνω υπόθεσης και τα γεγονότα αυτής διαφέρουν. Πρόσθεσε δε ότι έκανε την αναφορά αυτή για να γίνει καλύτερα κατανοητή η λειτουργία του Ρωσικού νομικού συστήματος και του πως ενήργησε σε άλλες υποθέσεις η Ρωσική Ποινική Δικαιοσύνη. Τέλος είναι η θέση του ότι ο Καθ' ου η αίτηση είναι πιθανόν να μην τύχει δίκαιης δίκης στην Ρωσία και συγκεκριμένα να στερηθεί του δικαιώματος να αντεξετάσει μάρτυρες κατηγορίας, γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό εφόσον ένα σημαντικό μέρος της μαρτυρίας εναντίον του αποτελείται από μάρτυρες άλλους από τον Chulkov. Προς υποστήριξη της θέσης του αυτής παραπέμπει στην υπόθεση Pichugin και σε μέρος συνέντευξης του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Από τις παραγράφους 201, 202, 204, 205, 206, 212 και 213 της απόφασης στην Pichugin, οι οποίες εκτίθενται στην παρ. 186 του τεκμηρίου 22, προκύπτει ότι η διαγνωσθείσα παραβίαση του άρθρου 6
- Πέραν δε της εν λόγω απόφασης ο Μ.Υ.2 δεν παρέπεμψε σε κάποια άλλη απόφαση που να δείχνει τα όσα εισηγείται και ότι αυτά ισχύουν και σήμερα. Ούτε και η συνέντευξη του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην οποία επίσης ο μάρτυρας παραπέμπει, είναι πρόσφατη εφόσον φέρεται να έγινε τον Φεβρουάριο του
- Πέραν δε τούτου δεν φαίνεται από την εν λόγω συνέντευξη να είναι η θέση ότι αυτά ισχύουν σε κάθε υπόθεση στην Ρωσική Ομοσπονδία. Άλλωστε, ως έχει προαναφερθεί, το ζητούμενο δεν είναι να καταδειχθεί ότι στην Αιτούσα χώρα παρατηρήθηκε μια κατάσταση πραγμάτων αλλά κατά πόσο αυτή αποτελεί πραγματικό κίνδυνο για τα δικαιώματα του συγκεκριμένου εκζητούμενου, κάτι που δεν έχει στοιχειοθετηθεί στην παρούσα. Εδώ θα πρέπει να λεχθεί περαιτέρω ότι η υπό εξέταση θέση του Μ.Υ.2 καταρρίπτεται από την ίδια την μαρτυρία που προσκόμισε ο Καθ' ου η αίτηση και αναφέρομαι στο τεκμήριο
- Στην δήλωση του αυτή ο Chulkov, την μαρτυρία του οποίου εναντίον του Καθ' ου η αίτηση, επίσης επικαλείται η Αιτούσα χώρα, δεν αναφέρει ότι είχε παρεμποδισθεί να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στην υπόθεση του Limankin, αλλά αντίθετα λέει ότι εμφανίσθηκε στις 25.8.15 στο Κεντρικό Επαρχιακό Δικαστήριο της πόλης Κοµσοµόλσκ επί του Αµούρ και όταν μάλιστα ρωτήθηκε ως μάρτυρας άλλαξε την κατάθεση την οποία είχε δώσει κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής ανάκρισης. Τέλος θα εξετάσω τις θέσεις των Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3 αναφορικά με την πρόσφατη τροποποίηση του περί Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας Νόμου και πως αυτή επιδρά στην περίπτωση του Καθ' ου η αίτηση. Η γνώμη του Μ.Υ.3 περιέχεται στο τεκμήριο 27 όπου βασικά αναφέρει τα εξής: Με την πρόσφατη τροποποίηση του περί του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας Νόμου, δίδεται στο εν λόγω Δικαστήριο η εξουσία να αποφασίζει κατά πόσο οι Αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας δικαιούνται να εκπληρώνουν τις αποφάσεις «διεθνών δικαστηρίων, πάνω από όλα του Ε.Δ.Α.Δ.», εάν αυτές οι αποφάσεις δεν συνάδουν με το Ρωσικό Σύνταγμα. Περαιτέρω με τον Νόμο, το Δικαστήριο έχει την εξουσία να κηρύσσει τις αποφάσεις αυτές ως μη εφαρμοστέες και επιτρέπεται ουσιαστικά στον Πρόεδρο και την Κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, να αιτείται από το Δικαστήριο να εκδίδει τέτοια απόφαση. Έτσι το Συνταγματικό Δικαστήριο έχει τώρα την εξουσία να αποφασίζει ποιες αποφάσεις του Ε.Δ.Α.Δ. πρέπει να εφαρμόζονται και ποιες να αγνοούνται. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η εν λόγω τροποποίηση έγινε λόγω της δύσκολης εσωτερικής και εξωτερικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται η Ρωσία. Η αλλαγή αυτή είναι μια προσπάθεια να προστατευθεί η Ρωσία από τις συνέπειες της κατάχρησης των ποινικών διαδικασιών σε υποθέσεις υψηλού προφίλ. Η αλλαγή αυτή του Νόμου δεν θα επηρεάσει τις πιο συνηθισμένες υποθέσεις και καταστάσεις αλλά σε υποθέσεις με διεθνές απήχηση, η αποτελεσματικότητα της προσφυγής σε διεθνή Δικαστήρια για θεραπεία θα υπονομευθεί. Περαιτέρω αυτός ο Νόμος αντί να ενδυναμώνει την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης θα αδυνατήσει περαιτέρω την αυτονομία των Δικαστηρίων. Αυτό έχει σαφείς προεκτάσεις στην υπόθεση του Καθ' ου η αίτηση. Το πλαίσιο του διεθνούς δικαίου ως εφαρμόζεται στην Ρωσία έχει αδυνατήσει και συνεπώς η προστασία που αυτό παρέχει έχει υπονομευθεί. Η ικανότητα του Καθ' ου η αίτηση να του αποδοθεί δικαιοσύνη στην Ρωσία έχει διαβρωθεί περαιτέρω. Ο δε Μ.Υ.2 παρέθεσε την σχετική γνώμη του στο τεκμήριο 24 όπου βασικά: Κάνει αναφορά στο ιστορικό που οδήγησε στην συγκεκριμένη τροποποίηση του Νόμου. Υποστηρίζει δε ότι ο κύριος πολιτικός λόγος για την αίτηση που οδήγησε στην απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, η οποία προηγήθηκε και αποτέλεσε την βάση για τροποποίηση του Νόμου «ως ήταν ευρέως δημοσιευμένο στον τύπο» ήταν η απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Yukos v. Russia. Αναφέρει δε ότι ο εν λόγω Νόμος διεύρυνε την δικαιοδοσία του Συνταγματικού Δικαστηρίου να εξετάζει κατά πόσο είναι συνταγματική η συμμόρφωση με απόφαση ενός «διεθνούς σώματος για τα ανθρώπινα δικαιώματα (πιθανώς περιλαμβανομένου του Ε.Δ.Α.Δ.)». Λέει επίσης ότι η εν λόγω τροποποίηση επιβεβαιώνει το συμπέρασμα του στην έκθεση του τεκμήριο 22 ότι η δεν πρέπει να αναμένεται πλέον ότι η Ρωσία θα συμμορφώνεται με το καθεστώς της Ε.Σ.Δ.Α. και καταλήγει στην παρ. 44 στο ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο Καθ' ου η αίτηση, εάν εκδοθεί, θα είναι υπό την προστασία της Ε.Σ.Δ.Α. Εξετάζοντας τις πιο πάνω θέσεις θα πρέπει να λεχθεί κατ' αρχάς ότι κανένας εκ των δύο μαρτύρων δεν παρέθεσε αυτούσιο το κείμενο της εν λόγω τροποποίησης, ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να αξιολογήσει το βασικό και ουσιώδες αυτών και δη εάν η εν λόγω νομοθεσία θα αφορά και αποφάσεις του Ε.Δ.Α.Δ. ή έστω ότι η ερμηνεία που δίνουν οι μάρτυρες δεν μπορεί να αποκλειστεί. Αυτό δεν είναι σαφές από τα όσα ανέφεραν οι δύο μάρτυρες εφόσον ο μεν Μ.Υ.3 είπε σχετικά ότι με το Νόμο παρέχεται η εξουσία στο Συνταγματικό Δικαστήριο να αποφασίζει κατά πόσο οι Αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας δικαιούνται να εκπληρώνουν τις αποφάσεις «διεθνών δικαστηρίων, πάνω από όλα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων» ενώ ο Μ.Υ.2 αναφέρεται σε αποφάσεις «διεθνούς σώματος για τα ανθρώπινα δικαιώματα (πιθανώς περιλαμβανομένου του Ε.Δ.Α.Δ.)». Δεν μου διαφεύγει δε ότι ο Μ.Υ.2 υποστηρίζει ότι ο κύριος πολιτικός λόγος που οδήγησε στην απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, η οποία προηγήθηκε και αποτέλεσε την βάση για τροποποίηση του Νόμου, ήταν η απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Yukos v. Russia Federation, αλλά θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτό δεν φαίνεται να το αντλεί από την ίδια την απόφαση αλλά ως αναφέρει από το ότι αυτό «ήταν ευρέως δημοσιευμένο στον τύπο». Να αναφερθεί δε ότι ο Μ.Υ.3 υποστήριξε, γενικά και αόριστα, ότι η συγκεκριμένη τροποποίηση έγινε λόγω της «δύσκολης εσωτερικής και εξωτερικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται η Ρωσία». Εν πάση περιπτώσει ακόμη και εάν γίνει δεκτό ότι η εν λόγω τροποποίηση δίδει εξουσία για να αποφασίζεται η συμμόρφωση ή μη της Ρωσικής Ομοσπονδίας σε αποφάσεις του Ε.Δ.Α.Δ., αυτό που θα πρέπει να εξετασθεί είναι κατά πόσο δημιουργείται πραγματικός κίνδυνος για τα θεμελιώδη δικαιώματα του Καθ' ου η αίτηση. Σε σχέση με την επίδραση του νέου αυτού Νόμου, είναι η θέση του Μ.Υ.3 ότι αυτός δεν θα επηρεάσει τις πιο συνηθισμένες υποθέσεις και καταστάσεις αλλά σε υποθέσεις με διεθνή απήχηση, η αποτελεσματικότητα της προσφυγής σε Διεθνή Δικαστήρια για θεραπεία θα υπονομευθεί. Από τα όσα όμως τέθηκαν ενώπιον μου και με δεδομένη την απόρριψη της θέσης περί αλλότριων πολιτικών και οικονομικών κινήτρων στην ποινική δίωξη του Καθ' ου η αίτηση, δεν προκύπτει ότι η υπόθεση του είναι από αυτές που θα έχουν διεθνή απήχηση. Συνεπώς κρίνεται μη πειστική η κατάληξη του Μ.Υ.3 ότι η συγκεκριμένη τροποποίηση του Νόμου έχει σαφείς προεκτάσεις στην υπόθεση του Καθ' ου η αίτηση. Δεν είναι δε λογική η θέση του Μ.Υ.3, εφόσον δεν συνδέεται προφανώς το ένα με το άλλο, ότι η συγκεκριμένη τροποποίηση επιβεβαιώνει και τα συμπεράσματα του ότι η υπόθεση εναντίον του Καθ' ου η αίτηση είναι πολιτική και δεν είναι ποινική. Όσον δε αφορά τον Μ.Υ.2 αυτός υποστηρίζει ότι η τροποποίηση του Νόμου επιβεβαιώνει το ότι δεν πρέπει να αναμένεται πλέον ότι η Ρωσία θα συμμορφώνεται με το καθεστώς της Ε.Σ.Δ.Α. και καταλήγει ότι συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο Καθ' ου, εάν εκδοθεί, θα είναι υπό την προστασία της Ε.Σ.Δ.Α. Αυτό όμως, λαμβάνοντας υπόψην και την θέση του Μ.Υ.3 για το ποιες υποθέσεις θα επηρεαστούν από τον νέο Νόμο, αποτελεί μια γενίκευση και χωρίς άλλα στοιχεία δεν τεκμηριώνει ότι θα έχει επιπτώσεις στον Καθ' ου η αίτηση. Άλλωστε θα πρέπει να σημειωθεί ότι, από τα όσα έχουν εκτεθεί σχετικά, δεν προκύπτει ότι η συγκεκριμένη νομοθεσία στερεί από οποιοδήποτε πρόσωπο το δικαίωμα να προσφύγει στο Ε.Δ.Α.Δ. εναντίον της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Συνεπώς ούτε η θέση του Μ.Υ.3 στην κυρίως εξέταση ουσιαστικά ότι μειώνεται το δικαίωμα του Ρώσου πολίτη να προσφύγει και να περιμένει Δικαιοσύνη από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ευσταθεί. Πρέπει τέλος να αναφερθεί ότι η μη συμμόρφωση ενός κράτους μέλους του Συμβουλίου της Ευρώπης με τις αποφάσεις του Ε.Δ.Α.Δ. δεν μένει χωρίς συνέπειες εφόσον υπάρχουν διαδικασίες επιτήρησης της εφαρμογής των αποφάσεων, με έσχατο μάλιστα μέτρο, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, ακόμη και την αποβολή του κράτους μέλους από το Συμβούλιο της Ευρώπης. Για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω κρίνω ότι η σχετική με το υπό εξέταση θέμα γνώμη των Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο Καθ' ου η αίτηση, απέτυχε να αποδείξει στον βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι σήμερα αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο να παραβιασθεί το δικαίωμα του για δίκαιη δίκη ή οποιαδήποτε άλλα ανθρώπινα δικαιώματα του, σε περίπτωση που αυτός εκδοθεί στην Ρωσική Ομοσπονδία. Δεν μπορεί να διαταχθεί η έκδοση του Καθ' ου η αίτηση ενόψει του ότι αυτός έχει υποβάλει αίτηση πολιτικού ασύλου, η οποία εκκρεμεί και έτσι του παρέχεται προστασία από το άρθρο 33
- i)την ηµεροµηνία κατά την οποία καθίσταται εκτελεστή η εκδιδόµενη απόφαση του Προϊσταµένου επί της αίτησης, (
- ii)την ηµεροµηνία αποστολής της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής στον αιτητή αναφορικά µε την ενώπιον της διοικητική προσφυγή του κατά της απόφασης του Προϊσταµένου επί της αίτησης, οποιαδήποτε από τις δύο ημερομηνίες είναι μεταγενέστερη. Με το εδάφιο (δ) όμως του άρθρου 8
- i)σε άλλο κράτος µέλος είτε δυνάµει των περί Ευρωπαϊκού Εντάλµατος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουµένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκή Ένωσης Νόµων είτε άλλως πως, ή (
- ii)σε τρίτη χ