HEATHROW ESTATES LTD ν. SUN TOWER HOME CENTER D.I.Y. LIMITED κ.α., Αρ.Υπόθ. 29762/14, 17/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B107 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Αρ.Υπόθ. 29762/14 Ενώπιον Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ HEATHROW ESTATES LTD Παραπονούμενοι ν
- SUN TOWER HOME CENTER D.I.Y. LIMITED
- ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΣΠ. ΧΑΤΖΙΒΑΣΙΛΗΣ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 17 Ιουνίου 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Παραπονούμενους: κα. Μιχαηλίδου για PHC TSANGARIDES LLC Για Κατηγορούμενους: κ. Σ. Αργυρού με κ. Λουκά Κατηγορούμενοι: Παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ (ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ) Οι κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζουν από κοινού δύο κατηγορίες. Συγκεκριμένα, στους κατηγορούμενους καταλογίζονται τα εξής: «Πρώτη Κατηγορία Κλοπή από ενοικιαστή, προσαρτήματος σε ακίνητο ή κινητό που ενοικιάστηκε στον υπαίτιο για χρήση μαζί με το ενοικιαζόμενο υποστατικό, η αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των Λ.Κ. 5 κατά παράβαση του άρθρου 20 και 271 του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ.
- Λεπτομέρειες Αδικήματος Οι κατηγορούμενοι 1 και/ή 2 κατά/ή περί τον Οκτώβριο του 2014 στην Λεμεσό, κατά τη διάρκεια της ενοικίασης, δυνάμει Ενοικιαστηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 01/11/2009, κτιριακού συγκροτήματος το οποίο είχε ανεγερθεί επί των ακινήτων με αριθμό εγγραφής 0/9841, τεμάχιο 946, φύλλο 54, σχέδιο 43, με αριθμό εγγραφής 0/8335, τεμάχιο 162, φύλλο 54, σχέδιο 43 τα οποία βρίσκονται στον Άγιο Αθανάσιο στην Λεμεσό, και ενώ είχαν την κατοχή και χρήση του εν λόγο κτηριακού συγκροτήματος έκλεψαν αριθμό εξαρτημάτων και/ή εγκαταστάσεων τα οποία ήταν προσαρτημένα στο εν λόγω κτηριακό συγκρότημα, καθώς επίσης και κινητά όπως κλειδιά και άλλα αντικείμενα, τα οποία αναφέρονται αναλυτικά στον επισυνημμένο πίνακα Α, τα οποία ενοικιάστηκαν από τους Παραπονούμενους προς τους κατηγορούμενους 1 και/ή 2 για χρήση μαζί με το υπό ενοικίαση κτηριακό συγκρότημα, η αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των Λ.Κ. , συγκεκριμένα συνολικής αξίας περίπου €17.
- Δεύτερη Κατηγορία Παράνομη Προξένηση βλάβης και ζημιάς σε περιουσία κατά παράβαση του αρ.324
(1)του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ.155 Λεπτομέρειες Αδικήματος Οι κατηγορούμενοι 1 και/ή 2 κατά/ή περί τον Οκτώβριο του 2014 στην Λεμεσό, κατά τη διάρκεια της ενοικίασης, δυνάμει Ενοικιαστηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 01/11/2009, κτιριακού συγκροτήματος το οποίο είχε ανεγερθεί επί των ακινήτων με αριθμό εγγραφής 0/9841, τεμάχιο 946, φύλλο 54, σχέδιο 43, με αριθμό εγγραφής 0/8335, τεμάχιο 162, φύλλο 54, σχέδιο 43 τα οποία βρίσκονται στον Άγιο Αθανάσιο στην Λεμεσό, και ενώ οι κατηγορούμενοι 1 και/ή 2 είχαν την κατοχή και χρήση του εν λόγο κτηριακού συγκροτήματος εσκεμμένα και παράνομα κατέστρεψαν και/ή προξένησαν ζημιά σε περιουσία που ανήκει στους Παραπονούμενους και ειδικότερα προξένησαν ζημιά στο κτηριακό συγκρότημα και/ή σε εξοπλισμό αυτού ως αναφέρεται στον επισυνημμένο πίνακα Β.» Τα έγγραφα που αναφέρονται ως Πίνακες Α και Β ανωτέρω είναι επισυνημμένα στο κατηγορητήριο. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν δύο μάρτυρες, ο Μιχαλάκης Μιχαήλ, οικονομικός διευθυντής των παραπονουμένων (ΜΚ1), ο οποίος κατέθεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του με γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α) και ο Μιχάλης Μιχαήλ, Πολιτικός Μηχανικός στην εταιρεία D.Zavos Group (ΜΚ2). Οι εν λόγω μάρτυρες, οι οποίοι αντεξετάσθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο για τους κατηγορούμενους, κατέθεσαν τα ακόλουθα Τεκμήρια 1-5: Ενοικιαστήριο Έγγραφο ημερομηνίας 1/11/09 μεταξύ παραπονουμένων και κατηγορούμενης 1 Αντίγραφο Ηλεκτρονικού Αρχείου Εφόρου Εταιρειών αναφορικά με την κατηγορούμενη 1 εταιρεία Δέσμη αλληλογραφίας που τα μέρη αντάλλαξαν μέσω των δικηγόρων τους και επισυννημένα έγγραφα Πίνακας Β - ως αναφέρεται στο κατηγορητήριο Πίνακας Α - ως αναφέρεται στο κατηγορητήριο Η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής, όπως αυτή δύναται να εξαχθεί από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων και την προσκομισθείσα μέχρι τώρα μαρτυρία, είναι συνοπτικά η ακόλουθη: Οι παραπονούμενοι, ως ιδιοκτήτες των ακινήτων που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών, νοικίασαν, την 1/11/09, δυνάμει έγγραφης συμφωνίας, στην κατηγορούμενη 1, το κτιριακό συγκρότημα που είχε ανεγερθεί επί των εν λόγω ακινήτων και το οποίο αποτελείτο από υπόγειο κατάστημα, μεσοόροφο και ένα όροφο, μαζί με, μεταξύ άλλων, τον εξοπλισμό που αναφέρεται στον Πίνακα Α. Η ενοικίαση ήταν από 1/7/11 και για 10 χρόνια, ενώ τις υποχρεώσεις της κατηγορούμενης 1 εταιρείας, οι οποίες απορρρέουν από την εν λόγω συμφωνία, εγγυήθηκε ο κατηγορούμενος 2, διευθυντής και μέτοχος της πρώτης. Περί το Μάιο 2012, επήλθε ρήξη στις σχέσεις των μερών, όταν, σύμφωνα με τους παραπονούμενους, η κατηγορούμενη 1 σταμάτησε να τους καταβάλλει τα συμφωνηθέντα ενοίκια. Ακολούθησε τότε ανταλλαγή σωρείας αλληλογραφίας μεταξύ των δικηγόρων των μερών, καθώς επίσης και κατ' ιδίαν συναντήσεις με σκοπό την επίλυση του θέματος. Παρόλες όμως τις προσπάθειες των παραπονουμένων, οι οποίοι μάλιστα εισηγήθηκαν όπως για σκοπούς διευθέτησης, παράσχουν έκπτωση στα οφειλόμενα ενοικία και αγοράσουν από τους κατηγορούμενους, εξοπλισμό που οι τελευταίοι είχαν μεταφέρει στο υποστατικό, η διευθέτηση, δεν κατέστη δυνατό να επιτευχθεί και αυτό αποκλειστικά εξ' υπαιτιότητας των κατηγορουμένων αν και οι τελευταίοι κατά διαστήματα κατέβαλαν κάποια ποσά έναντι των οφειλών τους. Τελικά, το ακίνητο παραδόθηκε στους παραπονούμενους περί τον Σεπτέμβριο 2014, οπόταν και οι παραπονούμενοι προέβηκαν σε επιτόπιο έλεγχο. Διαπίστωσαν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, ότι από το ακίνητο είχαν αφαιρεθεί, αυθαίρετα, παράνομα και χωρίς την συγκατάθεση τους, τα αντικείμενα που αναγράφονται στον Πίνακα Α και συγκεκριμένα το UPS το οποίο βρισκόταν στο δωμάτιο του server, κλειδιά, προστατευτικά μέταλλα Νο 6 γύρω από τα φωτιστικά, το fire alarm, φωτιστικά και από τους δύο ορόφους οι λάμπες και οι γρίλιες και τέλος λάμπες από δύο φωτιστικά. Τα εν λόγω αντικείμενα, σύμφωνα με την εκδοχή των μαρτύρων των παραπονουμένων, είχαν τοποθετηθεί κατά την έναρξη της ενοικίασης κατόπιν απαίτησης των κατηγορουμένων και αποτελούσαν μέρος του εξοπλισμού του ακινήτου όπως αυτό είχε παραδοθεί αρχικά στην κατηγορούμενη
- Ο εν λόγω εξοπλισμός ήταν συνολικής αξίας €17.815 και σύμφωνα με τον ΜΚ2 τον είχε αγοράσει η εταιρεία D.Zavos Group η οποία και είχε τις σχετικές αποδείξεις. Διαπιστώθηκε επίσης ότι το ακίνητο και ο εξοπλισμός του παρουσίαζαν ζημιές, η καταγραφή των οποίων ανατέθηκε στον ΜΚ2, ο οποίος συνέταξε σχετικά τον Πίνακα Β. Σε συντομία, οι εν λόγω ζημιές αφορούν, σύμφωνα με την εκδοχή των παραπονουμένων, σε λερωμένους τοίχους και πατώματα για τα οποία χρειάζεται μπογιάτισμα και τρίψιμο, σε κολλημένα πλαστικά αυτοκόλλητα ανακοινώσεων στα ψευδοτάβανα τα οποία θα πρέπει να αφαιρεθούν, σε σπασμένα κεραμικά, σε τρύπες στους τοίχους και στα πατώματα από τοποθέτηση βίδων για ράφια και ταμπέλλες, σε ζημιά στη μόνωση, σε κτυπήματα στους τοίχους, στις κολόνες, στο εξωτερικό κάγκελλο και στα πάνελς, σε απώλεια καπακιών από τα ηλεκτρολογικά κουτιά, σε κατεστραμμένη πυροκουρτίνα ασανσέρ, σε καλώδια που κρέμμονται από τα ταβάνια και τέλος σε κόψιμο όλων σχεδόν των σωλήνων και των καλωδίων στο ισόγειο που συνέδεαν το σύστημα κλιματισμού του συγκροτήματος. Ο ΜΚ2 δέχτηκε κατά την αντεξέταση ότι οι περισσότερες ζημιές που έχει καταγράψει, είναι ζημιές που μπορεί να προκληθούν κατά τη μετακόμιση από το υποστατικό, όμως, θεωρεί κακόβουλο τον τρόπο με τον οποίο αφαιρέθηκαν τα air-conditions ήτοι με να κοπούν με ψαλίδι οι σωλήνες και η καλωδίωση. Ένεκα τούτου, ανέφερε ο ΜΚ2, οι παραπονούμενοι έχουν υποστεί σοβαρή ζημιά αφού θα πρέπει να επωμιστούν σημαντικά έξοδα για να επαναφέρουν το υποστατικό στην πρωτέρα του κατάσταση. Κανένας από τους μάρτυρες είδε ποιος αφαίρεσε τα αντικείμενα που περιέχονται στον πίνακα Α ή προκάλεσε τις ζημιές που καταγράφονται στον πίνακα Β, όμως και οι δύο θεωρούν ότι ευθύνη φέρει η κατηγορούμενη 1 εταιρεία στην κατοχή και χρήση της οποίας ήταν το υποστατικό μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2014 καθώς επίσης και ο κατηγορούμενος 2, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής και υπεύθυνος της κατηγορούμενης 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, η Υπεράσπιση υπέβαλε εισήγηση ότι δεν απεδείχθει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων και κάλεσε το Δικαστήριο όπως αθωώσει και απαλλάξει τους τελευταίους από αυτό το στάδιο. Η εισήγηση της υπεράσπισης περιστράφηκε γύρω από τους πιο κάτω άξονες: Α) Πρώτη κατηγορία - Κλοπή υπό ενοικιαστή - Αρ.271 Κεφ.154
- Το αδίκημα του αρ.271 Κεφ.154, όπως διαφαίνεται από το ίδιο το λεκτικό του άρθρου, αφορά σε ενοικιαζόμενη κατοικία ή δωμάτιο και όχι σε κτηριακό συγκρότημα ή κατάστημα που αναφέρουν οι λεπτομέρειες της σχετικής κατηγορίας. Ελλείπει επομένως, υποστήριξε ο συνήγορος, απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αδικήματος.
- Καμιά μαρτυρία προσκομίστηκε που να καταδικνύει ότι τα κατ' ισχυρισμό κλαπέντα αντικείμενα ήταν ιδιοκτησία των παραπονουμένων. Β) Δεύτερη Κατηγορία - Κακόβουλη Ζημιά - Αρ. 324 Κεφ.154 Καμιά μαρτυρία προσκομίστηκε που να καταδικνύει «εσκεμμένη» ή «κακόβουλη» ενέργεια από πλευράς κατηγορουμένων, συστατικό στοιχείο του υπό εξέταση αδικήματος. Η μόνη μαρτυρία που προσκομίσθηκε, υποστήριξε ο συνήγορος, περιορίζεται απλά σε ισχυρισμό για ύπαρξη ζημιών. Γ) Κατηγορούμενος 2 Η μόνη μαρτυρία που προσκομίστηκε σε σχέση με την ισχυριζόμενη εμπλοκή του κατηγορούμενου 2 είναι απλά ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν διευθυντής και μέτοχος της κατηγορούμενης
- Αυτό, υποστήριξε ο συνήγορος, δεν είναι από μόνο του αρκετό για να αποδώσει και να στοιχειοθετήσει οποιαδήποτε ποινική ευθύνη εναντίον του κατηγορούμενου, τουλάχιστο σε τέτοιο βαθμό που να δικαιολογεί την κλήση του σε απολογία για τα υπό εξέταση αδικήματα. Δ) Ασάφεια Κατηγορητηρίου Ο συνήγορος υποστήριξε επίσης ότι οι λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου παρουσιάζουν ασάφεια και αοριστία σε τέτοιο βαθμό, που οι κατηγορούμενοι εμποδίζονται να προετοιμάσουν επαρκώς την υπεράσπιση τους. Αυτό, υπέβαλε ο ευπαίδευτος συνήγορος, σε συνδυασμό με το ότι αιτήματα τους, προς τους συνηγόρους των παραπονουμένων, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, για παροχή λεπτομερειών, δεν έτυχαν της ανταπόκρισης που ανέμεναν, συνιστούν παραβίαση του δικαιώματος των κατηγορουμένων να τύχουν δίκαιας δίκης. Διευκρίνησε ο συνήγορος ότι η επί του προκειμένου εισήγηση του δεν στρέφεται σε καμία περίπτωση εναντίον των ευπαίδευτων συναδέλφων του που εκπροσωπούν τους παραπονούμενους αλλά καθαρά στην εικόνα που παρουσιάζει το κατηγορητήριο, για την οποία οι παραπονούμενοι δεν θεώρησαν ότι θα έπρεπε να προβούν σε οποιαδήποτε περαιτέρω διευκρίνηση ή αποσαφήνιση. Προς υποστήριξη όλων των πιο πάνω θέσεων, η Υπεράσπιση παρέπεμψε σε κυπριακή και ξένη νομολογία όπως και σε συγγράμματα. Στην αντίπερα όχθη, η ευπαίδευτη συνήγορος για την κατηγορούσα αρχή, υποστήριξε ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία δικαιολογείται η κλήση των κατηγορουμένων σε απολογία. Όσον αφορά τις θέσεις τις υπεράσπισης για την πρώτη κατηγορία, η κα Μιχαηλίδου υποστήριξε ότι η κυριότητα των αντικειμένων καταδείχθηκε μέσα από τη μαρτυρία του ΜΥ2 ο οποίος ήταν παρών κατά την παράδοση του υποστατικού το
- Σε σχέση με την εμπλοκή του κατηγορούμενου 2, η συνήγορος παρέπεμψε σε σχέτική υποβολή που τέθηκε στον ΜΚ2 κατά την αντεξέταση του από την υπεράσπιση ότι τα επίμαχα αντικείμενα αφαιρέθηκαν από τους κατηγορούμενους οι οποίοι τα θεωρούσαν ως δικά τους. Αναφορικά με τη δεύτερη κατηγορία, η συνήγορος, παραπέμποντας και πάλι στη μαρτυρία του ΜΚ2, υπέδειξε ότι η φύση της προκληθείσας ζημιάς και ο τρόπος που αυτή προκλήθηκε, υποδηλούν ότι αυτή έγινε κακόβουλα και εσκεμμένα. Τέλος, σε σχέση με το θέμα της ισχυριζόμενης ασάφειας του κατηγορητηρίου, η κα Μιχαηλίδου υπέβαλε αφ' ενός, ότι τέτοιο θέμα δεν υφίσταται και αφ' ετέρου, ότι, οι κατηγορούμενοι, αν όντως θεωρούσαν ότι υπάρχει τέτοιο θέμα ασάφειας και δεν είχαν ικανοποιηθεί από τις απαντήσεις που τους δόθηκαν, θα έπρεπε να είχαν υποβάλει σχετικό αίτημα προς το Δικαστήριο, από τα αρχικά στάδια της υπόθεσης, κάτι που ποτέ δεν έπραξαν. Αντίθετα, υποστήριξε η συνήγορος, οι κατηγορούμενοι, όχι μόνο απάντησαν στις κατηγορίες αλλά και αντεξέτασαν τους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής στους οποίους υπέβαλαν μάλιστα και τις θέσεις τους. Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις υπό το φως των νομικών αρχών που διέπουν το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Οι εν λόγω αρχές είναι πολύ καλά γνωστές και δεν προτίθεμαι να της επαναλάβω. Παραπέμπω ενδεικτικά στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, In Re Kakos
(1985)1 CL.R. 250 και Azinas and Another v. Police,
(1981)2 CL.R. 9, ως επίσης και στη Δικαστική Πρακτική του 1962. Σύμφωνα με τις πιο πάνω αρχές η απαλλαγή του κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό δικαιολογείται μόνο όταν: α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, ή β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Το πρώτο σκέλος αφορά τα εξωτερικά γνωρίσματα του αδικήματος, δηλαδή τα συστατικά του στοιχεία ενώ το δεύτερο αφορά την ποιότητα της προσκομισθείσας μαρτυρίας, αντικειμενικά πάντα κρινόμενης. Ως έχει επίσης νομολογηθεί, η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία δικαιολογείται μόνο αν έχει παρουσιαστεί από πλευράς της κατηγορούσας αρχής, αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence), τέτοιας φύσης, που στην απουσία ικανοποιητικής εξήγησης από πλευράς κατηγορουμένου, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας. Άλλωστε ο κατηγορούμενος καλείται σε απολογία για να υπερασπίσει τον εαυτό του και όχι για να καλύψει ή να συμπληρώσει τα κενά ή τις ατέλειες της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής, (βλ. σχ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ 82 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ
- Με γνώμονα τα πιο πάνω, διεξήλθα το μαρτυρικό υλικό, έχοντας κατά νου συνέχεια και το κατηγορητήριο. Παρατηρώ τα εξής. Αναφορικά με την εισήγηση των κατηγορουμένων ότι το κατηγορητήριο παρουσιάζει ασάφεια η οποία δεν επέτρεψε την ορθή και κατάλληλη προετοιμασία της υπεράσπισης τους, πλήττωντας έτσι τα δικαιώματα τους για δίκαιη δίκη, βρίσκω την εισήγηση αβάσιμη. Πέραν του ότι το θέμα παραβίασης των δικαιωμάτων τους κατ' αυτό το τρόπο ηγέρθη μετά που απάντησαν στις κατηγορίες και μετά που η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση και οι παραπονούμενοι κάλεσαν τους μάρτυρες τους οι οποίοι αντεξετάσθηκαν εκτενώς από την Υπεράσπιση, κατά την ακρόαση, διαφάνηκε ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν επακριβώς τι είναι αυτό που τους καταλόγιζαν ότι έπραξαν. Άλλωστε, όχι μόνο δεν υπέβαλαν ποτέ αίτημα στο Δικαστήριο για παροχή λεπτομερειών, αν και σύμφωνα με τους ίδιους η στάση των παραπονουμένων στο θέμα αυτό δεν τους ικανοποίησε, αλλά και αντεξέτασαν τους μάρτυρες των παραπονουμένων επί της ουσίας της υπόθεσης και τους υπέβαλαν τις δικές τους θέσεις επί των επίμαχων γεγονότων. Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί «...η δικαιότητα της δίκης δεν κρίνεται αφηρημένα, ούτε και αποσπασματικά. Πρέπει να καταδειχθεί ότι πράγματι ένα πρόσωπο έχει επηρεαστεί δυσμενώς και μόνο τότε η καταδίκη ακυρώνεται» (ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΠΑΦΙΤΗΣ ΛΤΔ κ.α. ν. ΕΦΟΡΟΥ ΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ, Πoινική ΄Εφεση αρ.184/2013, 24/5/2016). Στην παρούσα υπόθεση, δεν έχω διαπιστώσει ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε τέτοιος δυσμενής επηρεασμός στους κατηγορούμενους, από την εικόνα του κατηγορητήριου. Ως εκ τούτου, η συγκεκριμένη πτυχή της εισήγησης της υπεράσπισης απορρίπτεται. Πρώτη Κατηγορία - Κλοπή υπό ενοικιαστή - Αρ.271 Κεφ. 154 Όσον αφορά την 1η κατηγορία, κρίνω σκόπιμο όπως εξετάσω πρώτα την εισήγηση της υπεράσπισης ότι σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της υπό εξέταση κατηγορίας, οι ενέργειες που αποδίδονται στους κατηγορούμενους δεν εμπίπτουν στην εμβέλεια του αρ.271 Κεφ.154 και αυτό λόγω του ότι το αδίκημα που δημιουργεί το εν λόγω άρθρο αφορά μόνο σε υποστατικό που ενοικιάζεται ως κατοικία και όχι για οποιαδήποτε άλλη χρήση. Είναι ευνόητο ότι τυχόν επιτυχία της συγκεκριμένης πτυχής της εισήγησης της υπεράσπισης, θα θέσει τέρμα στην υπόθεση των παραπονουμένων εναντίον των κατηγορουμένων σε σχέση με αυτή την κατηγορία, καθιστώντας περιττή και καθαρά ακαδημαϊκής φύσεως την οποιαδήποτε περαιτέρω ενασχόληση με θέματα ιδιοκτησίας των αντικειμένων και ευθύνης του κατηγορούμενου
- Παραθέτω αυτούσιες τις επίμαχες πρόνοιες του άρθρου 271: «Αρ.
- Αν αυτό που κλάπηκε είναι προσάρτημα σε ακίνητο ή κινητό που ενοικιάστηκε στον υπαίτιο για χρήση μαζί με την ενοικιασμένη κατοικία ή δωμάτιο, η αξία του υπερβαίνει τις πέντε λίρες, ο υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων» (έμφαση δική μου) Ο ορισμός του όρου «κατοικία», παρέχεται στο αρ.4 του Κεφ.154 και έχει ως εξής: «"κατοικία" περιλαμβάνει οποιοδήποτε κτίριο ή οικοδομή ή μέρος αυτών, που χρησιμοποιείται κάθε φορά από τον ιδιοκτήτη ή τον κάτοχο της για τη δική του διαμονή σε αυτή, της οικογένειας ή των υπηρετών του ή κάποιου από αυτούς, ανεξάρτητα αν κάποτε παραμένει ακατοίκητη κτίριο ή οικοδομή που συνορεύει με την κατοικία ή που κατέχεται ή που οπωσδήποτε χρησιμοποιείται μαζί με την κατοικία θεωρείται μέρος της κατοικίας μόνο εφόσον υπάρχει επικοινωνία μεταξύ του κτιρίου ή της οικοδομής και της κατοικίας, είτε με άμεση είτε με καλυμμένη και κλειστή διάβαση που οδηγεί από το ένα μέρος στο άλλο» (έμφαση δική μου) Θεωρώ ορθό όμως όπως εφόσον πρόκειται περί επιβεβαίωσης νομοθετικής έννοιας, να ανατρέξω στο αυθεντικό αγγλικό κείμενο που είναι και ο ορθός ερμηνευτικός οδηγός (βλ. Χρήστος Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 69). Το αυθεντικό αγγλικο κείμενο του άρθρου 271 έχει ως εξής: «Stealing by tenants or lodgers 271. If the thing stolen is a fixture or chattel let to the offender to be used by him with a house or lodging, and its value exceeds five pounds he is liable to imprisonment for three years.» (έμφαση δική μου) Αν και στο αυθεντικό αγγλικό κείμενο δεν υπάρχει στο αρ. 4 η ερμηνεία της λέξης «house», υπάρχει η ερμηνεία του όρου «dwelling house», από απλή ανάγνωση της οποίας καταδικνύεται ξεκάθαρα ότι είναι η ερμηνεία που το ελληνικό κείμενο αποδίδει στον όρο «κατοικία»: Το παραθέτω αυτούσιο: 'dwelling house " includes any building or structure or part of a building or structure which is for the time being kept by the owner or occupier for the residence therein of himself, his family or servants or any of them, and it is immaterial that it is from time to time uninhabited ; a building or structure adjacent to or occupied or used for any purpose with a dwelling house is deemed to be part of the dwelling house if there is a communication between such building or structure and the dwelling house, either immediate or by means of a covered and enclosed passage leading from the one to the other, but not otherwise" (έμφαση δική μου) Πέραν των όσων αναφέρονται ανωτέρω όμως, η ίδια η λέξη «house» ή «κατοικία» στην κυπριακή νομοθεσία, εν τη φυσιολογική σημασία της, δεν θα μπορούσε να αφορά σε οτιδήποτε άλλο παρά σε υποστατικό που χρησιμοποιείται για το σκοπό διαμονής. Όπως επεσήμανε ο Δημητριάδης Δ., ως ήταν τότε, στην υπόθεση KYRIAKIDES SONS ν. THE MUNICIPAL COMMITTEE OF LIMASSOL
(1985)3 Α.Α.Δ. 607, η λέξη «house» συναντάται στην Κυπριακή νομοθεσία, από το 1885, όταν στην Κύπρο δεν υπήρχαν ξενοδοχεία ή εργοστάσια και τα μοναδικά κτίρια ή υποστατικά που υπήρχαν ήταν αυτά που χρησιμοποιούντο αποκλειστικά ως κατοικίες, για σκοπούς διαμονής και όχι για οποιοδήποτε εμπορικό σκοπό. Σημειώνω ότι στην εν λόγω υπόθεση, ένα από τα ερωτήματα που κλήθηκε να αποφασίσει ο Δημητριάδης Δ., ήταν το κατά πόσο η λέξη «house», μπορούσε να θεωρηθεί ότι καλύπτει υποστατικό πάσης φύσεως δραστηριότητας ή χρήσης και δη εμπορικής. Αν και η υπόθεση αφορούσε τη σημασία της λέξης για σκοπούς της τότε εν ισχύ περί Δήμων Νομοθεσίας, ο Δικαστής Δημητριάδης, προσέγγισε το θέμα από τη γενική ερμηνευτική του σκοπιά ήτοι ποια η σημασία και χρήση του όρου γενικότερα στην Κυπριακή νομοθεσία, με γνώμονα τον πάγιο νομολογιακό κανόνα που θέλει τους όρους ενός νομοθετήματος να ερμηνεύονται, εκτός αν ρητά προνοείται διαφορετικά, με τη συνήθη (ordinary) σημασία τους και δη κατά το χρόνο θέσπισης της σχετικής νομοθεσίας. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Δημητριάδη Δ.: «It is a cardinal principle of interpretation that words have their ordinary meaning unless otherwise defined by a statute. Having in mind this maxim and the fact that the word "house" has been in the Statute Books of Cyprus since 1885 when no factories, hotels etc. were in existence in Cyprus, I have come to the conclusion that the word "house" appearing in section 123
(1)(p) has no other meaning than that which is limited to buildings exclusively used, occupied and adapted for living in; in other words, dwellings.» Άκρως ενδιαφέρουσα είναι επίσης και η απόφαση KANNIDES ν. AYIOMAMMITIS,
(1985)1 Α.Α.Δ. 30 στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο ασχολήθηκε με το διαχωρισμό του όρου «κατοικία» από τους όρους που αφορούν υποστατικά που χρησιμοποιούνται για εμπορική χρήση. Σημειώνω εδώ ότι στην πιο πάνω κατάληξη του Δικαστή Δημητριάδη, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο, η αντίληψη του Νομοθέτη ως προς τη σημασία της λέξης «house» κατά την περίοδο 1930-1955, που είναι και η χρονική περίοδος κατά την οποία θεσπίστηκε και ο Ποινικός Κώδικας Κεφ.154. Το αρ. 271, είναι από τα βασικά και πρώτα άρθρα του Κεφ.154 και το οποίο από της θέσπισης του δεν έχει τροποποιηθεί. Το ότι ο όρος κατοικία - «house» ή «dwelling house» - όπως αυτός συναντάται στον Ποινικό Κώδικα Κεφ.154 δεν μπορεί να αφορά σε υποστατικά που χρησιμοποιούνται για οποιοδήποτε σκοπό άλλο από τη διαμονή και διαχωρίζεται από τους όρους που αφορούν σε υποστατικά εντός των οποίων ασκείται εμπορική δραστηριότητα, προκύπτει και από το ότι εκεί που ο νομοθέτης ήθελε να επεκτείνει το Νόμο σε τέτοια «εμπορικά» υποστατικά, χρησιμοποίησε και τις ανάλογες λέξεις (βλ. π.χ. αρ.294 - αναφορές σε κατοικία/dwelling house», «κατάστημα/shop», «αποθήκη/wharehouse», «γραφείο/office» και «λογιστήριο/counting office». Στη βάση των ανωτέρω, προκύπτει αβίαστα το συμπερασμα ότι το αδίκημα του αρ.271, όπως αυτό διατυπώνεται τόσο στο ελληνικό όσο και στο αγγλικό κείμενο, αφορά μόνο στις περιπτώσεις όπου τα αντικείμενα έχουν αφαιρεθεί από υποστατικό που ενοικιάστηκε ως κατοικία, για το σκοπό διαμονής (residence) του ένοικου και όχι για οποιαδήποτε άλλη χρήση και δη εμπορική. Κρίνω επομένως ότι για να μπορεί να καταδειχθεί αδίκημα στη βάση του αρ. 271 του Κεφ. 154 θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η ισχυριζόμενη κλοπή έγινε στα πλαίσια ενοικίασης υποστατικού ως κατοικία δηλαδή ενοικίασης υποστατικού για τον σκοπό διαμονής του ενοικιαστή και όχι για οποιαδήποτε άλλη χρήση. Σημειώνω παρεμφερώς ότι ο όρος «lodging» στο αρ. 271 αποδίδεται καλύτερα με την ελληνική λέξη, κατάλυμα, αντί δωμάτιο που αναφέρεται στο ελληνικό κείμενο του Νόμου. Στρεφόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, σε σχέση με την υπό κρίση κατηγορία, σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, το επίμαχο υποστατικό ενοικιάστηκε από νομικό πρόσωπο, ήτοι τους παραπονούμενους, σε άλλο νομικό πρόσωπο, την κατηγορούμενη 1 εταιρεία για σκοπούς εμπορικούς. Το ίδιο το τεκμήριο 1, συμφωνία ενοικίασης μεταξύ παραπονούμενης και κατηγορούμενης 1, που η ίδια η παραπονούμενη κατέθεσε προς απόδειξη του συστατικού στοιχείου της ενοικίασης, αναφέρει ξεκάθαρα στο προοίμιο του, ότι προϋπόθεση της ενοικίασης ήταν να εξασφαλισθεί άδεια «εμπορικής χρήσης» από την αρμόδια αρχή. Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων σε σχέση με την πρώτη κατηγορία, εφόσον απουσιάζει παντελώς το συστατικό στοιχείο της «κατοικίας». Το ότι αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης ότι τα επίμαχα αντικείμενα αφαιρέθηκαν από τους δύο κατηγορούμενους πλην όμως με καλή τη πίστη και κάτω από περιστάσεις που δικαιολογούνταν, είναι άνευ σημασίας, εφόσον, όπως έχω εξηγήσει ανωτέρω, το αδίκημα του αρ. 271 δεν θα μπορούσε να αφορά και να στοιχειοθετηθεί σε σχέση με ενοικίαση υποστατικού για εμπορική χρήση, πόσο μάλλον σε σχέση με την αφαίρεση αντικειμένων που ευρίσκονταν εντός αυτού. Οι κατηγορούμενοι συνεπώς θα πρέπει να αθωωθούν και απαλλαχθούν από αυτό το στάδιο, σε σχέση με την πρώτη κατηγορία. Πρωτού κλείσω αυτή την ενότητα της απόφασης μου θα πρέπει να σημειώσω και το εξής. Σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, οι κατηγορούμενοι, ως ενοικιαστές, έκλεψαν συγκεκριμένα αντικείμενα που ανήκαν στους παραπονούμενους, ήτοι την εταιρεία HEATHROW ESTATES LTD. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 η παραπονούμενη εταιρεία είναι ιδιοκτησίας κάποιου κου Μιχάλη Ζαβού (βλ. έγγραφο Α παρ.11). Σύμφωνα με τον ΜΚ2, τα αντικείμενα για τα οποία κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι ότι έκλεψαν, αγοράστηκαν και ανήκουν στην εταιρεία D.Zavos Group η οποία και έχει τις σχετικές αποδείξεις. Δεν προσκομίστηκε όμως καμιά μαρτυρία που να καταδικνύει είτε τη σχέση των παραπονουμένων με την D.Zavos Group είτε το πως οι παραπονούμενοι οι ίδιοι έχουν οποιαδήποτε ιδιοκτησιακά ή συναφή δικαιώματα επί των εν λόγω αντικειμένων ούτως ώστε να δικαιολογείται η καταχώρηση από μέρους τους της παρούσας υπόθεσης. Ένεκα όμως της πιο πάνω κατάληξης μου το θέμα δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Δεύτερη Κατηγορία - Κακόβουλη ζημιά σε περιουσία - Αρ.324 Κεφ. 154 Οι σχετικές με την παρούσα υπόθεση πρόνοιες του αρ.324 έχουν ως εξής: «324.-
(1)Όποιος εσκεμμένα και παράνομα καταστρέφει ή προξενεί ζημιά σε περιουσία, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος, το οποίο εκτός αν προνοείται διαφορετικά είναι πλημμέλημα, αυτός αν δεν προβλέπεται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές: Νοείται ότι οι διατάξεις του άρθρου 8 του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται σε ποινική δίωξη που ασκείται δυνάμει του άρθρου αυτού, νοουμένου ότι ο κατηγορούμενος αποδείξει με τέτοιο τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι η ισχυριζόμενη άσκηση ειλικρινούς αξίωσης δικαιώματος ήταν και εύλογη υπό τις περιστάσεις...» Από το λεκτικό του άρθρου προκύπτει ξεκάθαρα ότι είναι απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, η επίδειξη εσκεμμένης ή ηθελημένης πράξης. Αυτός ο υψηλός βαθμός ένοχης σκέψης, «mens rea», που απαιτείται για να στοιχειοθετηθεί το εν λόγω αδίκημα δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με οτιδήποτε λιγότερο από απόδειξη τέτοιας συγκεκριμένης πρόθεσης. Τυχόν αμέλεια (negligence) ή απροσεξία (carelessness) ή ακόμη και απερίσκεπτη συμπεριφορά (recklessness) που ο κατηγορούμενος δυνατό να έχει επιδείξει, δεν είναι αρκετό για να τον εντάξει στην κατηγορία του εσκεμμένου ή του κακόβουλου. Στην παρούσα υπόθεση, σύμφωνα με τους μάρτυρες των παραπονουμένων, κανένας εκ των κατηγορουμένων θεάθηκε να προκαλεί τις ζημιές που καταλογίζονται στους κατηγορούμενους. Το ότι είναι οι εν λόγω κατηγορούμενοι που προκάλεσαν τις ισχυριζόμενες ζημιές αποτελεί, σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, συμπέρασμα στο οποίο οι μάρτυρες της τελευταίας κατέληξαν ένεκα του ότι το υποστατικό ήταν καθ' όλο τον αμέσως προηγούμενο χρόνο στην κατοχή και χρήση της κατηγορούμενης 1, διευθυντής της οποίας ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο κατηγορούμενος 2. Το ότι πρόκειται περί κακόβουλης ή εσκεμμένης ζημιάς αποτελεί σύμφωνα και πάλι με τους μάρτυρες των παραπονουμένων, συμπέρασμα στο οποίο οι τελευταίοι κατέληξαν έχοντας υπόψη τη φύση και την έκταση της ισχυριζόμενης ζημιάς, ήτοι κόψιμο των σωλήνων και των καλωδίων με ψαλίδι, για σκοπούς αφαίρεσης των κλιματιστικών, ενέργεια αχρείαστη και αδικαιολόγητη για τέτοιας φύσης εργασία. Σε σχέση με τις άλλες ζημιές που εκτίθενται στις λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας, όπως και οι ίδιοι οι παραπονούμενοι αναγνώρισαν, τέτοιες ζημιές δυνατό να προκληθούν κατά την μετακόμιση από ένα υποστατικό. Κατ' αρχή σημειώνω ότι πρόκειται περί ποινικής υπόθεσης στην οποία δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες κι' αν είναι. Κάτι τέτοιο θα καταστρατηγούσε το ίδιο το θεμέλιο της δίκαιης δίκης. (βλ. σχ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σάκκος Δημήτρης Π. ν. Δημοκρατίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. 510). Στη βάση της πιο πάνω εκδοχής των παραπονουμένων θεωρώ, ότι δεν έχει καταδειχθεί, εκ πρώτης όψεως, το οποιοδήποτε στοιχείο του εσκεμμένου ή του κακόβουλου από πλευράς των κατηγορουμένων. Το ότι μπορεί οι κατηγορούμενοι ή οποιοσδήποτε εξ' αυτών να επέδειξαν αμέλεια ή απερισκεψία κατά την μετακόμιση τους από το υποστατικό με αποτέλεσμα να προκληθούν οι ισχυριζόμενες ζημιές δεν αρκεί για να στοιχειοθετήσει το αδίκημα της συγκεκριμένης πρόθεσης του αρ.
- Το αν η εν λόγω συμπεριφορά των κατηγορουμένων δύναται να αποτελέσει αντικείμενο αστικής αγωγής, δεν είναι θέμα που θα εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Πέραν και ανεξάρτητα των πιο πάνω σημειώνω επίσης και τα εξής. Τόσο η κατηγορούμενη 1 εταιρεία όσο και ο κατηγορούμενος 2 διευθυντής αντιμετωπίζουν από κοινού την κατηγορία για πρόκληση κακόβουλης ζημιάς. Συνιστά γενική αρχή του ποινικού δικαίου ότι ένα νομικό πρόσωπο, ως οντότητα ξεχωριστή και ανεξάρτητη από τα μέλη της, δύναται να υπέχει ποινικής ευθύνης εξ'ισου όμως χωριστής και ανεξάρτητης από αυτή των μελών και των διευθυντών της. Για να μπορέσει όμως να στοιχειοθετηθεί τέτοια ποινική ευθύνη σε σχέση με νομικό πρόσωπο και δη όταν το ισχυριζόμενο αδίκημα είναι αδίκημα που απαιτεί συγκεκριμένη πρόθεση, είναι αναγκαίο όπως, οι ισχυριζόμενες αξιόποινες ενέργειες και ένοχη σκέψη του νομικού προσώπου, ταυτισθούν και αναγνωρισθούν πρώτα, με αυτές του φυσικού προσώπου που με τις πράξεις ή παραλείψεις του, «διοικά» ή «αντιπροσωπεύει» τέτοιο νομικό πρόσωπο. Η αρχή αυτή είναι γνωστή ως η «αρχή της αναγνώρησης» - «Principle Of Identification». Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο σύγγραμμά Blackstone's Criminal Practice 2016/Part A General principles of criminal law/Section A6 Corporate Liability par. A.6 (ηλεκτρονική έκδοση) «Although in many ways a company enjoys the same rights and is bound by the same duties as an individual, there are also marked differences in the application of the criminal law to it. The essence of a limited liability company is that it has a separate legal personality distinct from its shareholders, and indeed its directors and officers, so it enjoys rights and is subject to duties in its own right like an individual person. It is a distinct legal entity, capable of owning and dealing with property, suing and being sued and contracting on its own behalf. It is equally capable of committing crimes. Who owns the shares and in what proportion is irrelevant. The company's acts are not the shareholders' acts, even if one of them also has sole control of its affairs (Salomon v A Salomon & Co Ltd [1897] AC 22) The way in which criminal liability attaches to a limited company depends on the appropriate rule of attribution as determined by the particular statutory provision and the interpretation of the courts; to establish whether a company is criminally liable, it is necessary to ascertain which rule of attribution applies. A company can commit most offences. A requirement of mens rea is no bar to a company's guilt. The only crimes it cannot commit as a principal are murder and treason (because the punishment is necessarily inca-pable of being imposed on a company). Although a company could not factually be a principal offender in offences such as rape or bigamy, it could, just like a human person, be liable as an accessory (as indeed it could be to murder). For example, a company might procure girls for underage sex. Proof of mens rea is, of course, required for liability as an accessory but this is no bar to corporate liability; a company was convicted of aiding and abetting causing death by dangerous driving in Robert Millar (Contractors) Ltd [1970] 2 QB 54, the mental element being proved through a director with whom the company was identified. For most crimes which require proof of a mental element (such as 'dishonestly', 'wilfully' or 'recklessly') the identification principle will be the appropriate rule of attribution. A company is fixed with criminal liability through the acts or omissions of its 'directing mind'; a corporation can be convicted of a criminal offence requiring proof of mens rea if the natural person who committed the offence is identified with the company.» Στην παρούσα υπόθεση όχι μόνο καμία μαρτυρία προσκομίστηκε που να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος 2, ενεργώντας υπό την ιδιότητα του ως τέτοιος αντιπρόσωπος της κατηγορούμενης 1 ενέργησε με τον τρόπο που του αποδίδεται στις λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας αλλά η υπόθεση που προωθήθηκε μάλιστα από την κατηγορούσα αρχή είναι το αντίθετο των πιο πάνω αρχών. Ότι δηλαδή και οι δύο κατηγορούμενοι διέπραξαν το ισχυριζόμενο αδίκημα, με την κατηγορούμενη 1 εταιρεία να είναι το πρόσωπο που προέβη στις αξιόποινες πράξεις έχοντας την απαιτούμενη ένοχη διάνοια και τον κατηγορούμενο 2 να είναι εξ' ίσου ποινικά υπεύθυνος εφόσον κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν διευθυντής της κατηγορούμενης
- Τα πιο πάνω, δεν μπορούν θεωρώ, να αποτελέσουν ασφαλή βάση επί της οποίας θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί η καταδίκη των κατηγορουμένων για το αδίκημα του αρ.324 ιδιαίτερα όταν το εν λόγω αδίκημα είναι και αδίκημα συγκεκριμένης πρόθεσης αλλά και αδίκημα, για το οποίο ο νομοθέτης επέλεξε να μην διαφοροποιήσει το θέμα ευθύνης νομικών και φυσικών προσώπων από την πάνω γενική αρχή. Εκεί όπου ο νομοθέτης έκρινε αναγκαίο όπως παρεκκλίνει της γενικής αρχής, περιέλαβε στη νομοθεσία ειδικές ρητές πρόνοιες περί τούτου. (βλ.πχ. Ο περί Προστασίας Μισθών Νόμος Ν.35(Ι)/2007αρ.20, Ο περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμος Ν.95(I)/2000αρ.48, Φορολογιακή Νομοθεσία, Φόρου και Τελωνείων, Ο Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμος του 2004 (94(I)/2004) αρ.115 κλπ). Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων σε καμία κατηγορία. Ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ). ............... Λ. Πασχαλίδης Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΜΚ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Κλοπή από ενοικιαστή - Κακόβουλη βλάβη σε περιουσία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο