← Κύπρος

Αστυνομικoύ Διευθυντή Λεμεσού ν. Χριστόδουλος Σερδάρης κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 21714//13, 9/5/2016

Αστυνομικoύ Διευθυντή Λεμεσού ν. Χριστόδουλος Σερδάρης κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 21714//13, 9/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B80 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Λουκίδου Βασιλείου, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 21714//13 Αστυνομικoύ Διευθυντή Λεμεσού Εναντίον Χριστόδουλος Σερδάρης Πάμπος Δίπλαρος Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 9.5.16 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Αβρααμίδης Για τους κατηγορούμενους: κα. Τιμοθέου Κατηγορούμενοι Παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Με βάση το κατηγορητήριο έκαστος των κατηγορουμένων ξεχωριστά αντιμετωπίζει την κατηγορία για το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας (1η και 4η κατηγορία) ενώ από κοινού αντιμετωπίζουν την κατηγορία για το αδίκημα της ανησυχίας (7η κατηγορία). Επίσης ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει την κατηγορία της κοινής επίθεσης (2η κατηγορία) και ο κατηγορούμενος 2 την κατηγορία της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη (5η κατηγορία). Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετώπιζε και την κατηγορία της δημόσιας εξύβρισης (3η κατηγορία) η οποία διακόπηκε σε προγενέστερο στάδιο λόγω της παραγραφής της. Σημειώνεται ότι το σύνολο των κατηγοριών στο κατηγορητήριο είναι έξι και προφανώς ένεκα τυπογραφικού λάθους η 6η κατηγορία καταγράφεται ως κατηγορία 7. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων της 1ης και 2ης κατηγορίας, όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο 1ος κατηγορούμενος στις 27.2.13 στη Λεμεσό με σκοπό τον εκφοβισμό της Ξάνθης Μιχαήλ από τη Λεμεσό απείλησε τούτη ότι ήθελε επαγάγει βλάβη στο πρόσωπο της λέγοντας της τα εξής « έννα τα σπάσω ούλλα και θα κάμω κακό σε εσάς και στην οικογένεια σας» και «έννα σου σπάσω τα μούτρα σου τζιε εσένα τζιε τζίνους που εννάρτουν δαμέ». Επίσης κατά τον ίδιο πιο πάνω χρόνο και τόπο ο 1ος κατηγορούμενος παράνομα επιτέθηκε κατά της Στέλλας Γεωργιάδου από τη Λεμεσό. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων της 4ης και 5ης κατηγορίας, όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο 2ος κατηγορούμενος στις 27.2.13 στη Λεμεσό με σκοπό τον εκφοβισμό της Ξάνθης Μιχαήλ από τη Λεμεσό απείλησε τούτη ότι ήθελε επαγάγει βλάβη στο πρόσωπο της λέγοντας της τα εξής « θα κάμω κακό σε εσάς και στα παιδιά σας» «εννά σε σάσω τζιε εν φοούμαι κανένα». Επίσης κατά τον ίδιο πιο πάνω χρόνο και τόπο ο 2ος κατηγορούμενος διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στην Ξάνθη Μιχαήλ από τη Λεμεσό. Τέλος σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 7ης κατηγορίας οι κατηγορούμενοι τον ίδιο πιο πάνω χρόνο, χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσαν θόρυβο σε δημόσιο χώρο, δηλαδή στο χώρο της μαιευτικής κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσουν διασάλευση της ειρήνης. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατάθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τέσσερεις μάρτυρες. Κατηγορίας. Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων και αφού τους επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, αυτοί κατάθεσαν από την θέση του εξεταζόμενου μάρτυρα και κάλεσαν ένα μάρτυρα υπεράσπισης. Η μαρτυρία είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο της. Γι αυτό δεν θεωρώ σκόπιμο να την επαναλάβω στην ολότητα της αλλά αναφορά θα γίνει εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγηση της και εξέτασης των επί μέρους θεμάτων που εγείρονται. (Χρυσούλα Καννάουρου κ.ά. v. Α. Σταθκιώτη
(1990)1 Α.Α.Δ.). Από το σύνολο της μαρτυρίας παρέμεινε αναντίλεκτο ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση εκτυλίχθησαν στη γυναικολογική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού και συγκεκριμένα στο χώρο υποδοχής όπου εκεί βρίσκεται και ο πάγκος που σταθμεύουν οι νοσηλευτές. Κατά τον επίδικο χρόνο στη γυναικολογική κλινική του νοσοκομείου νοσηλευόταν η Έλενα Σερδάρη, θυγατέρα του 1ου κατηγορούμενου και αρραβωνιαστικιά του 2ου κατηγορούμενου η οποία ανέμενε να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση. Παρέμεινε επίσης αναντίλεκτο ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οι δύο παραπονούμενες, Ξάνθη Μιχαήλ και Στέλλα Γεωργιάδου εργάζονταν ως νοσηλεύτριες-μαίες στο αναφερόμενο τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενόσω αυτοί έδιναν μαρτυρία ενώπιο μου και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 ). Ως Μ.Κ.1 και ΜΚ 2 κατέθεσαν οι παραπονούμενες Ξάνθη Μιχαήλ και Στέλλα Γεωργιάδου αντίστοιχα οι οποίες ως μέρος της κυρίως εξέτασης τους υιοθέτησαν το περιεχόμενο των γραπτών καταθέσεων τους Τεκμ. 1 και 2. Η ΜΚ1 ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η Έλενα Σερδάρη βρισκόταν από τις 26 Φεβρουαρίου στο θάλαμο της γυναικολογικής κλινικής του Γ. Νοσοκομείου Λεμεσού και ανέμενε να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση και συγκεκριμένα απόξυση λόγω παλίνδρομης κυήσεως. Περί η ώρα 19.30 η Έλενα διαμαρτυρόταν επίμονα που δεν είχε ακόμα υποβληθεί στην επέμβαση από τους γιατρούς και γι' αυτό στη συνέχεια στη παρουσία και της μητέρας της ζήτησε να υπογράψει και να φύγει από το Νοσοκομείο όπως και έγινε. Λίγο μετά την αποχώρηση της έφθασε στο μέρος ο κατηγορούμενος 1 ο οποίος φωνάζοντας ζητούσε εξηγήσεις για το τι έγινε με την κόρη του. Όταν η ΜΚ1 του ανέφερε ότι η κόρη του με δική της απόφαση υπέγραψε και έφυγε από το Νοσοκομείο αυτός άρχισε να απειλεί λέγοντας της « έννα τα σπάσω ούλλα και θα κάμω κακό σε εσάς και στην οικογένεια σας». Η ΜΚ2 που βρισκόταν μαζί της πίσω από τον πάγκο των νοσηλευτών του ζήτησε να ηρεμήσει εξηγώντας του ότι δεν ευθύνονται οι ίδιες και τότε ο κατηγορούμενος 1 την κτύπησε με το χέρι του στο δεξί της χέρι. Ενώ η ΜΚ1 προσπάθησε να καλέσει στο τηλέφωνο την αστυνομία του νοσοκομείου, ο κατηγορούμενος 1 τη απείλησε με τη φράση «έννα σου σπάσω τα μούτρα σου τζιε εσένα τζιε τζίνους που εννάρτουν δαμέ». Μετά την άφιξη στη σκηνή των αστυνομικών της φρουράς του νοσοκομείου, ο κατηγορούμενος 1 εξακολουθούσε να φωνάζει και ενώ του ζητούσαν να ηρεμήσει έφθασε στο μέρος και ο κατηγορούμενος 2 ο οποίος επίσης άρχισε να φωνάζει και να απειλεί ότι θα κάνει κακό στις ίδιες και στα παιδιά τους. Στη συνέχεια και ενώ η ΜΚ 1 προσπαθούσε να καλέσει τηλεφωνικώς και την αστυνομία του Αστυνομικού Σταθμού των Πολεμιδιών, ο κατηγορούμενος 2 που την άκουσε πήρε ένα φάκελο και ένα πιεσόμετρο που βρίσκονταν πάνω στον πάγκο και της τα έριξε στο πρόσωπο λέγοντας της «εννά σε σάσω τζιε εν φοούμαι κανένα». Από τη ρίψη των αντικειμένων αυτών η ΜΚ1 κτυπήθηκε στο κεφάλι και ακολούθως μετέβηκε στο Τμήμα Α Βοηθειών του Νοσοκομείου όπου εξετάσθηκε από γιατρό. Ανέφερε ότι από τις απειλές που δέχθηκε είχε τρομοκρατηθεί και γι' αυτό το λόγο κάλεσε και την αστυνομία. Αναφέρθηκε επίσης στις σωματικές βλάβες που είχε υποστεί οι οποίες και θα απασχολήσουν το Δικαστήριο κατά την εξέταση της ιατρικής μαρτυρίας αναφορά στην οποία γίνεται στην συνέχεια. Η ΜΚ 2 με τη σειρά της παρέθεσε τα γεγονότα όπως αυτά εξελίχθηκαν λέγοντας πως ο κατηγορούμενος 1 όταν τον πληροφόρησαν ότι η κόρη του υπέγραψε και έφυγε από το νοσοκομείο άρχισε να διαμαρτύρεται έντονα με βρισιές και απειλές και σε κάποια στιγμή με το χέρι του την κτύπησε στο δεξί της χέρι. Ακολούθως έφθασε στη σκηνή και ο 2ος κατηγορούμενος ο οποίος όταν άκουσε τον 1ον κατηγορούμενο να φωνάζει άρχισε και αυτός να φωνάζει και έριξε ένα πλαστικό κουτί στην ΜΚ1 με αποτέλεσμα να την κτυπήσει στο μέτωπο και να την τραυματίσει. Γενικά η εντύπωση που αποκόμισα από τις δύο αυτές μάρτυρες ήταν θετική και ότι προσήλθαν ενώπιον του δικαστηρίου με σκοπό να πουν την αλήθεια σε σχέση με το επίδικο επεισόδιο. Σε κανένα σημείο της αντεξέτασης τους δεν διέκρινα να αμφιταλαντεύονται ή να διαφοροποιούνται σε κάτι από όσα ανέφεραν στη κατάθεση τους στην αστυνομία και στην κυρίως εξέταση τους. Περιέγραψαν και οι δύο με αμεσότητα τα γεγονότα όπως τα βίωσε η καθεμία κατά τον επίδικο χρόνο και καθ΄ όλη τη διάρκεια της παρουσίας τους στο εδώλιο κατέθεσαν με νηφάλιο τρόπο και παρέμειναν σταθερές και συνεπείς στις θέσεις τους. Η μαρτυρία τους χαρακτηριζόταν από συνέχεια και λογική, δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις και η όλη εικόνα τους δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση τους. Δεν διέκρινα οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο για μια ψευδή καταγγελία εκ μέρους τους εναντίον των δύο κατηγορουμένων. Πέραν των πιο πάνω πρέπει να λεχθεί ότι δεν υπήρχαν μεταξύ τους ούτε ουσιαστικές διαφορές στη μαρτυρία τους, οι οποίες να αλλοιώνουν την πιο πάνω εικόνα τους. Κάποιες ανακολουθίες και μικροαντιφάσεις σε σχέση όμως με επουσιώδεις πτυχές της μαρτυρίας τους, ουδόλως πλήττουν την εν γένει αξιοπιστία τους. Η μαρτυρία δεν πρέπει να απομονώνεται και να σχολιάζονται χωριστά αποσπάσματα της. Ακόμη, οι μικροαντιφάσεις, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις που τα γεγονότα βιώνονται έντονα από τους μάρτυρες και έχει παρέλθει κάποιο χρονικό διάστημα, όχι απλώς δεν είναι επιλήψιμες αλλά αναμένονται (βλ. Παπακοκκίνου κα ν. Σμυρλή κα
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1653). Η θέση τους ότι δέχθηκαν επίθεση από τους κατηγορούμενους συνάδει και με τη ιατρική μαρτυρία αναφορά στην οποία γίνεται στη συνέχεια αλλά ακόμα επιβεβαιώνεται και από σχετικές υποβολές της υπεράσπισης κατά την αντεξέταση τους όπως για παράδειγμα ότι η επαφή του 1ου κατηγορούμενου με το χέρι της ΜΚ2 έγινε όταν αυτή το πρόταξε καλώντας το να αποχωρήσει από το μέρος καθώς και ότι ο φάκελος που ισχυρίσθηκε η ΜΚ1 ότι της έριξε ο 2ος κατηγορούμενος δεν ήταν πλαστικός ή σιδερένιος αλλά χάρτινος. Δεν μου διαφεύγει ότι σε σχέση με τον αναφερόμενο φάκελο, «φάιλ», οι δύο μάρτυρες έδωσαν διαφορετική περιγραφή αφού η ΜΚ1 τον περιέγραψε ως σιδερένιο φάκελο ενώ η ΜΚ2 ως πλαστικό κουτί. Η ΜΚ2 ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση της και εξήγησε ότι πρόκειται για ένα είδος πλαστικού κουτιού που βρίσκεται πάνω στο πάγκο των νοσηλευτών μέσα στο οποίο τοποθετούν έγγραφα. Από τις δύο περιγραφές αποδέχομαι αυτή που έδωσε η ΜΚ2 αφενός επειδή ήταν επεξηγηματική και αφετέρου επειδή θεωρώ ως υπερβολή την περιγραφή του ως σιδερένιου έχοντας υπόψη και τις σωματικές βλάβες που ισχυρίσθηκε η ΜΚ1 ότι είχε υποστεί από την ρίψη του. Η διαφορετική περιγραφή του αναφερόμενου αντικειμένου που κτύπησε την ΜΚ1 καθώς και το γεγονός ότι οι δύο αυτές μάρτυρες δεν ήταν σε θέση να αναφέρουν επακριβώς τη συγκεκριμένη ώρα που έδωσαν την γραπτή κατάθεση τους στην αστυνομία μετά το επίδικο επεισόδιο δεν κρίνονται στοιχεία ικανά να κλονίσουν την αξιοπιστία τους αφού για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω αυτές μου άφησαν θετική εντύπωση σαν μάρτυρες της αλήθειας. Οι αντιφάσεις στις οποίες αναφέρθηκε η πλευρά της υπεράσπισης και οι οποίες κατά την θέση της αλλοιώνουν την συνολική εικόνα των μαρτύρων κατηγορίας όπως έχω προαναφέρει δεν είναι τέτοιας υφής έτσι ώστε να διαφοροποιούν τα γεγονότα ως προς το πώς επισυνέβησαν και αφορούν τα υπό κρίση αδικήματα. Είναι νομολογημένο ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν εξετάζεται μικροσκοπικά αλλά μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας και των γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεση. Περαιτέρω, στην υπόθεση Λεόντιος Ιωάννου v. Δημοκρατίας,
(2011)2 Α.Α.Δ 104 , σε σχέση με αντιφάσεις στην μαρτυρία μάρτυρα λέχθηκε ότι: «Εξ άλλου, όπως έχει αποφασιστεί (Ξυδιάς κ.α. v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 174) μικροαντιφάσεις και μικροανακρίβειες σε επουσιώδεις λεπτομέρειες, εξεταζόμενες στο σύνολο της όλης μαρτυρίας, δυνατόν να ενδυναμώσουν την αξιοπιστία των μαρτύρων και δυνατόν να προβάλλουν το φυσικό τρόπο με τον οποίο διατύπωσαν τα σχετικά γεγονότα που είχαν στη μνήμη τους (βλέπε ακόμα Κουδουνάρης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320 και Πέτρου κ.ά. v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 76, 82).» Στη βάση συνεπώς των πιο πάνω η εκδοχή των παραπονούμενων, ΜΚ1 και ΜΚ2 ως προς το πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα κατά τον ουσιώδη χρόνο γίνεται αποδεκτή. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν επίσης οι ιατροί Πουγαρλής Τραιανός ΜΚ3 και η Μάρω Κωνσταντίνου ΜΚ4. Και οι δύο εργάζονται στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και είναι οι γιατροί που εξέτασαν τις δύο παραπονούμενες στο Τμήμα Α Βοηθειών αμέσως μετά το επίδικο επεισόδιο. Πως πρέπει να προσεγγίζεται η μαρτυρία των ιατρών, προσδιορίσθηκε στην υπόθεση Σπύρου v. Χαραλάμπους
(1989)1 ΑΑΔ
  1. Κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα. Ο ΜΚ3 ο οποίος εξέτασε την ΜΚ2 υιοθέτησε το περιεχόμενο της ιατρικής έκθεσης που ετοίμασε Τεκμ.3 στην οποία κάνει αναφορά στα ευρήματα και τα συμπεράσματα του σύμφωνα με τα οποία η ΜΚ2 παρουσίαζε ερυθρότητα και άλγος στη ραχιαία επιφάνεια της δεξιάς πηχεοκαρπικής και της δεξιάς άκρας χειρός. Ο ΜΚ3 μου έκαμε καλή εντύπωση ως επιστήμονας που μαρτύρησε μόνο την αλήθεια και για το λόγο αυτό αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Τα ευρήματα του συνάδουν με τη μαρτυρία της ΜΚ2 η οποία ανέφερε ότι ο 1ος κατηγορούμενος την κτύπησε στο δεξί χέρι. Η αντικειμενικότητα του δεν κλονίσθηκε στο στάδιο της αντεξέτασης του. Αρνήθηκε σχετική υποβολή της υπεράσπισης ότι το Τεκμ. 3 καταγράφηκε καθ' υπόδειξη της ΜΚ 2, δηλώνοντας μάλιστα χωρίς να αμφισβητηθεί, ότι δεν την γνωρίζει προσωπικά. Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν παρέμεινε σταθερός στη θέση του ότι κατέγραψε στην έκθεση του τα δικά του ευρήματα που προήλθαν από την εξέταση που υπέβαλε την ΜΚ
  2. Η ΜΚ4 η οποία ήταν η γιατρός που εξέτασε την ΜΚ1 υιοθέτησε το περιεχόμενο της ιατρικής έκθεσης που ετοίμασε Τεκμ.5 στην οποία κάνει αναφορά στα ευρήματα και τα συμπεράσματα της σύμφωνα με τα οποία, η ΜΚ1έφερε εκδορά, αιμάτωμα και εκχυμώσεις μετωπιαίας χώρας, εκχυμώσεις στην αριστερή τραχηλική χώρα και την αριστερή κλείδα και παρουσίαζε κεφαλαλγία και ζάλη. Σύμφωνα με τη διάγνωση της η ΜΚ1 υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση-διάσειση. Αναφέρθηκε στην εξέταση που υπέβαλε την ΜΚ1 και με πιο τρόπο κατέληξε στα συμπεράσματα της. Εξήγησε πως η κάκωση της κεφαλής παρουσιάζει διάφορες κλινικές εικόνες, διευκρινίζοντας ότι, τα συμπτώματα που παρουσίαζε η ΜΚ1 στην προκειμένη περίπτωση ήταν μόνο κεφαλαλγία και ζάλη γεγονός όμως που απαιτούσε παρακολούθηση για 24 ώρες. Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις δήλωσε ότι η κατάσταση της ΜΚ1 δεν ήταν τέτοιας σοβαρότητας που να απαιτεί όπως αυτή υποβληθεί σε εξέταση αξονικής τομογραφίας. Αναφερόμενη στο γεγονός ότι ενώ η ΜΚ1 κτυπήθηκε στο μέτωπο παρουσίαζε εκχυμώσεις και στην αριστερή τραχηλική χώρα και την αριστερή κλείδα εξήγησε ότι αυτές προφανώς προκλήθηκαν κατά την πτώση των αντικειμένων μετά το κτύπημα στο μέτωπο. Η ΜΚ4 όπως και ο ΜΚ3 μου έκαμε καλή εντύπωση ως επιστήμονας που μαρτύρησε την αλήθεια. Η αντικειμενικότητα της δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση της κατά την οποία παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της και απάντησε με αμεσότητα σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν. Για το λόγο αυτό αποδέχομαι τη μαρτυρία της πλην μόνο της θέσης της ότι η ΜΚ1 παρουσίαζε κρανιοεγκεφαλική κάκωση-διάσειση αφού σύμφωνα με τα όσα δήλωσε το συμπέρασμα της αυτό δεν στηρίχθηκε σε συγκεκριμένες ιατρικές εξετάσεις ούτε υποστηρίχθηκε από άλλα επιστημονικά κριτήρια αλλά βασίσθηκε μόνο στο γεγονός ότι η ΜΚ1 παρουσίασε κεφαλαλγία και ζάλη. Οι κατηγορούμενοι κατά την ένορκη κατάθεση τους δίνοντας με τη σειρά τους τη δική τους εκδοχή άφησαν πενιχρή εντύπωση στο Δικαστήριο. Από το ύφος και τον τρόπο που μαρτύρησαν δεν με έπεισαν ότι έλεγαν την αλήθεια και η εκδοχή τους δεν ήταν πειστική. Μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας τους αναδεικνυόταν έντονα η δυσαρέσκεια τους για το γεγονός ότι η Έλενα Σερδάρη ανέμενε από τις 26 Φεβρουαρίου να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση κάτι που τελικά δεν έγινε αφού στις 27 Φεβρουαρίου μετά από δική της απόφαση υπέγραψε και έφυγε από το νοσοκομείο. Στο γεγονός αυτό αναφέρθηκαν κατ' επανάληψη σε πάρα πολλά σημεία της ένορκης κατάθεσης τους και κυρίως κατά την αντεξέταση τους προσπαθώντας με αυτό το τρόπο να δικαιολογήσουν τη δική τους συμπεριφορά και να αποποιηθούν της ευθύνης τους. Ήταν φανερό μέσα από τα λεγόμενα τους αλλά και το ύφος και τον τρόπο που κατέθεσαν ότι ακόμα και μέχρι σήμερα διακατέχονται από θυμό και αγανάκτηση για το ζήτημα αυτό. Ταυτόχρονα οι απαντήσεις που έδιναν στις ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν δεν ήταν άμεσες αλλά περιείχαν υπεκφυγές μαζί με στοιχεία επιφυλακτικότητας ενώ τα λεγόμενα τους σε πολλά σημεία της μαρτυρίας τους δεν είχαν συνοχή. Επίσης δεν με έπεισαν για την αλήθεια του ισχυρισμού τους ότι μετά το επεισόδιο πήγαν από μόνοι τους στον Αστυνομικό Σταθμό οδηγώντας τα αυτοκίνητα τους και εκεί αφού ανέφεραν περιληπτικά στους αστυνομικούς τι έγινε στην συνέχεια έφυγαν. Πέρα από τα πιο πάνω κατά τη μαρτυρία τους οι κατηγορούμενοι περιέπεσαν και σε αντιφάσεις και ανακρίβειες Ο 1ος κατηγορούμενος αρχικά κατά την κυρίως εξέταση του δεν αρνήθηκε ότι φώναζε στις παραπονούμενες λέγοντας μάλιστα ότι ήταν «λογικό» να νευριάσει επειδή «επρόκειτο για την κόρη του». Στη συνέχεια όμως και συγκεκριμένα κατά την αντεξέταση του ανασκευάζοντας τη θέση του αρνήθηκε ότι νευρίασε λέγοντας πως στην αρχή μίλησε στις παραπονούμενες «ευγενικά και με τον καλύτερο του τρόπο» αλλά επειδή αυτές άρχισαν πρώτες να φωνάζουν ακολούθως άρχισε να φωνάζει και ο ίδιος. Η θέση του αυτή εκτός του ότι βρίσκεται σε αντίφαση με τη μαρτυρία των ΜΚ 1 και ΜΚ 2, επιπρόσθετα δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική αφού δεν υποδείχθηκε συγκεκριμένος λόγος για τον οποίο οι παραπονούμενες ενώ ο ίδιος τους μίλησε ευγενικά αυτές να φωνάζουν και μάλιστα εν ώρα καθήκοντος στο συγκεκριμένο χώρο του νοσοκομείου. Mέσα από τη μαρτυρία του διαφάνηκε πως όταν μετέβηκε στο νοσοκομείο και συγκεκριμένα στη γυναικολογική κλινική γνώριζε ήδη για την απόφαση της κόρης του να υπογράψει και να φύγει από το νοσοκομείο, αφού του το ανέφερε η ίδια προηγουμένως σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν μεταξύ τους. Εντούτοις κατά την ένορκη κατάθεση του αρχικά παρέλειπε να δώσει άμεση και σαφή απάντηση για ποιό λόγο μετέβηκε εκεί ενώ στη συνέχεια σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης του ανέφερε ότι μετέβηκε εκεί για να προλάβει την κόρη του. Σε αντίφαση δε με την κυρίως εξέταση του όπου δήλωσε ότι όταν έφθασε στη σκηνή ο 2ος κατηγορούμενος άρχισε και αυτός να φωνάζει, κάτι που επιβεβαιώθηκε και από τον ΜΥ1, κατά την αντεξέταση του ισχυρίσθηκε ότι ο 2ος κατηγορούμενος δεν φώναζε στις παραπονούμενες αλλά απευθύνθηκε μόνο προς τον ίδιο και του ζήτησε να φύγουν. Σε αντίφαση δε με τη μαρτυρία του ΜΥ αναφορά στην οποία γίνεται στη συνέχεια, διαφώνησε ότι συνέχισε να φωνάζει ακόμα και στην παρουσία των δύο αστυνομικών της φρουράς του νοσοκομείου που κλήθηκαν και μετέβησαν στη σκηνή. Ενώ δε τελικά αποδέχθηκε ότι φώναζε, έστω και για τους λόγους που αυτός ισχυρίσθηκε που εν πάση περιπτώσει δεν γίνονται αποδεκτοί, εντούτοις ενώ ερωτήθηκε απέφυγε να αναφέρει τι ακριβώς φώναζε προς τις παραπονούμενες και σε αντίφαση με τη μαρτυρία της ΜΚ2 η οποία έγινε αποδεκτή αρνήθηκε ότι τη διάρκεια του επεισοδίου την κτύπησε στο χέρι. Ο 2ος κατηγορούμενος κατά την ένορκη κατάθεση του με τη σειρά του άφησε μία νεφελώδη εικόνα που επίσης δημιούργησε σοβαρές αμφιβολίες για την αλήθεια των ισχυρισμών του και τη γνησιότητα της εκδοχής του. Απέφευγε να απαντήσει άμεσα στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και έδειχνε να έχει επιλεκτική μνήμη μόνο για τα ζητήματα που ο ίδιος πίστευε ότι ήταν προς όφελος του. Ενώ παρουσίασε τον εαυτό του να βρίσκεται σε μεγάλη ανησυχία για την κατάσταση της αρραβωνιαστικιάς του, που σύμφωνα με τα λεγόμενα του υπέφερε από τους πόνους, εντούτοις, ενώ την συνόδευε κατά την αποχώρηση της από το νοσοκομείο για να την μεταφέρει σε ιδιώτη γιατρό την άφησε να περιμένει στο προαύλιο του νοσοκομείου και ανέβηκε στον πρώτο όροφο όπου βρίσκεται η γυναικολογική κλινική για να συναντήσει τον 1ον κατηγορούμενο και να τον πληροφορήσει όπως ισχυρίσθηκε ότι έφευγαν από το νοσοκομείο. Ουδόλως βέβαια έπεισε για την εκδοχή του αυτή διότι αφενός μπορούσε να ενημερώσει τον 1ον κατηγορούμενο τηλεφωνικώς αφού όπως διαφάνηκε μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας και των δύο κατηγορούμενων, προηγουμένως οι ίδιοι, η Έλενα Σερδάρη και η μητέρα της επικοινωνούσαν μεταξύ τους τηλεφωνικώς, αλλά και αφετέρου επειδή ο 1ος κατηγορούμενος γνώριζε ήδη για την απόφαση της κόρης του να αποχωρήσει από το νοσοκομείο. Σε αντίφαση ακόμα και με τη μαρτυρία του 1ου κατηγορούμενου αλλά κυρίως του ΜΥ 1 αρνήθηκε ότι όταν μετέβηκε στη σκηνή άρχισε και ο ίδιος να φωνάζει. Σε αντίφαση δε με τη θέση του ότι απεύθυνε το λόγο αποκλειστικά και μόνο προς τον 1ον κατηγορούμενο και του είπε να φύγουν σε κάποιο στάδιο της αντεξέταση του διαφοροποιώντας την εκδοχή του ισχυρίσθηκε ότι απεύθυνε το λόγο στην ΜΚ1 λέγοντας της ότι «λυπάται για τη συμπεριφορά και τη μόρφωση της». Επίσης για ακόμα μια φορά σε αντίφαση με τη θέση του ότι ο ίδιος ουδέποτε φώναξε σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης του δήλωσε πως οι αστυνομικοί του Νοσοκομείου ζήτησαν και από τον ίδιο να σταματήσει να φωνάζει. Ενώ στις πλείστες των ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση του προφασιζόμενος πως δεν θυμάται απέφυγε να δώσει σαφή απάντηση, όταν του υποβλήθηκε ότι έριξε το φάκελο και το πιεσόμετρο που βρίσκονταν στον πάγκο των νοσηλευτών προς την ΜΚ1 και την τραυμάτισε δήλωσε πως θυμάται ότι δεν υπήρχε τίποτα πάνω στον πάγκο των νοσηλευτών. Η θέση του ότι ουδέποτε επιτέθηκε και τραυμάτισε την ΜΚ1 αλλά ούτε και την απείλησε βρίσκεται σε αντίφαση με τη δική της μαρτυρία η οποία έχει γίνει αποδεκτή. Όλα όσα ενδεικτικά καταγράφονται πιο πάνω δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να αποδεχθεί την εκδοχή των κατηγορουμένων . Επιπρόσθετα παρακολουθώντας τους να καταθέτουν από το εδώλιο του μάρτυρα, παρατηρώντας την όλη στάση και συμπεριφορά τους, το ύφος και τον τρόπο που απαντούσαν στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν ειδικότερα κατά το στάδιο της αντεξέτασης, σχημάτισα την εντύπωση ότι δεν ήταν καθόλου ειλικρινείς προς το Δικαστήριο. Δεν με έπεισαν ότι έλεγαν την αλήθεια και ήταν εμφανής η προσπάθεια τους να παραποιήσουν την αλήθεια. Για τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία τους δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Όπως και πιο πάνω αναφέρεται οι κατηγορούμενοι κάλεσαν ένα μάρτυρα υπεράσπισης. Αυτός ήταν ο ειδικός αστυφύλακα 5109 Δημήτρη Γεωργίου ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στη φρουρά του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού και ήταν ένας από τους δύο αστυφύλακες που κλήθηκαν και μετέβησαν στη σκηνή του επεισοδίου. Θα πρέπει να λεχθεί ότι ο μάρτυρας αυτός δεν με έπεισε ότι ήταν απόλυτα ειλικρινής αλλά αντίθετα κατά την ένορκη κατάθεση του μου άφησε την εντύπωση ότι απέφυγε να αναφέρει στο Δικαστήριο όλα τα πραγματικά γεγονότα. Σύμφωνα με τη γραπτή κατάθεση του (Τεκμ.6) όταν μετέβηκε με το συνάδελφο του στο γυναικολογικό θάλαμο ο 1ος κατηγορούμενος φώναζε έντονα στη νοσηλεύτρια και συνέχισε να φωνάζει ακόμα και όταν ο ίδιος επενέβηκε και προσπάθησε να τον ηρεμήσει. Στην παρουσία του άρχισε επίσης να φωνάζει και ο 2ος κατηγορούμενος. Η μαρτυρία του άφησε σοβαρές αμφιβολίες ως προς το γεγονός ότι ενώ ήταν παρών όταν ο 2ος κατηγορούμενος επιτέθηκε στην ΜΚ1 ρίχνοντας της τα πιο πάνω αναφερόμενα αντικείμενα εντούτοις όπως ισχυρίσθηκε ο ίδιος πέρα από τις φωνές δεν διαπίστωσε να έγινε οτιδήποτε άλλο. Αμφιβολίες άφησε επίσης η δήλωση του ότι δεν προχώρησε στη σύλληψη των δυο κατηγορούμενων ενώ αυτοί φώναζαν ακόμα και μετά την παρέμβαση του και ενώ σύμφωνα με τα λεγόμενα του η κατάσταση άρχισε να ξεφεύγει και προκλήθηκε ανησυχία στο χώρο. Για να δικαιολογήσει την παράλειψη του αυτή, την απέδωσε σε σχετικές οδηγίες που ισχυρίσθηκε ότι είχε από τους ανώτερους του όπως ενόσω υπηρετούσε στη φρουρά του νοσοκομείου να μην ασκεί τα καθήκοντα του αυστηρά, θέση βέβαια η οποία δεν συνάδει με τη δήλωση του στη συνέχεια ότι μέσα στον ενάμιση χρόνο που υπηρέτησε στη φρουρά του νοσοκομείου υπήρξαν 10 με 15 περιπτώσεις που προέβηκε σε συλλήψεις. Η πιο πάνω θέση του δεν συνάδει επίσης με το γεγονός ότι αφού απομάκρυνε τους κατηγορούμενους όπως ο ίδιος ισχυρίσθηκε τους μετέφερε κάτω στην είσοδο του νοσοκομείου όπου εκεί τους παρέδωσε σε μέλη της αστυνομίας που έφθασαν στο μέρος από τον Αστυνομικό Σταθμό Πολεμιδιών. Σε αντίφαση με την γραπτή κατάθεση του όπου αναφέρει ότι ο 1ος κατηγορούμενος φώναζε ότι άφησαν τη κόρη του τρείς μέρες χωρίς να την υποβάλουν σε χειρουργική επέμβαση σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης του θέλοντας προφανώς να αποφύγει να αναφέρει τα πραγματικά γεγονότα, ισχυρίσθηκε πως άκουσε τις φωνές αλλά δεν ξεκαθάρισε τι ακριβώς φώναζε διότι ο ίδιος βρισκόταν σε κάποια απόσταση. Και πάλι σε αντίφαση με τη γραπτή κατάθεση του, όπου δεν αναφέρει κάτι τέτοιο, ισχυρίσθηκε ότι όταν μετέβηκε ο ίδιος στη σκηνή του επεισοδίου δεν φώναζαν μόνο οι κατηγορούμενοι αλλά και οι παραπονούμενες. Αμφιβολίες για την ειλικρίνεια και την αντικειμενικότητα του μάρτυρα αυτού άφησε επίσης το γεγονός ότι σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης του χωρίς να ερωτηθεί ανέφερε πως ο ίδιος «δεν είδε επίθεση». Στη βάση συνεπώς των πιο πάνω η μαρτυρία του ΜΥ1 καθ' όση έκταση δεν συνάδει με τη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ 2 δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας καταλήγω συνεπώς στα ανάλογα ευρήματα ότι δηλαδή κατά το επίδικο χρόνο δηλαδή στις 27.2.13, η Έλενα Σερδάρη βρισκόταν από τις 26.2.13 στο θάλαμο της γυναικολογικής κλινικής του Γ. Νοσοκομείου Λεμεσού και ανέμενε να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση και συγκεκριμένα σε απόξυση λόγω παλίνδρομης κυήσεως. Περί η ώρα 19.30 η Έλενα διαμαρτυρόταν επίμονα που δεν είχε ακόμα υποβληθεί στην επέμβαση από τους γιατρούς και γι' αυτό στη συνέχεια στη παρουσία και της μητέρας της ζήτησε να υπογράψει και να φύγει από το νοσοκομείο όπως και έγινε. Λίγο μετά την αποχώρηση της έφθασε στο μέρος ο κατηγορούμενος 1 ο οποίος φωνάζοντας ζητούσε εξηγήσεις για το τι έγινε με την κόρη του. Όταν η ΜΚ1 του ανέφερε ότι η κόρη του υπέγραψε και έφυγε άρχισε να απειλεί λέγοντας της « έννα τα σπάσω ούλλα και θα κάμω κακό σε εσάς και στην οικογένεια σας». Η ΜΚ2 που βρισκόταν μαζί με την ΜΚ1 πίσω από τον πάγκο των νοσηλευτών του ζήτησε να ηρεμήσει εξηγώντας του ότι δεν ευθύνονται οι ίδιες και τότε ο κατηγορούμενος 1 την κτύπησε με το χέρι του στο δεξί της χέρι. Όταν η ΜΚ1 προσπάθησε να καλέσει στο τηλέφωνο την αστυνομία του νοσοκομείου ο κατηγορούμενος 1 τη απείλησε με τη φράση «έννα σου σπάσω τα μούτρα σου τζιε εσένα τζιε τζίνους που εννάρτουν δαμέ». Μετά την άφιξη των αστυνομικών της φρουράς του νοσοκομείου στη σκηνή ο κατηγορούμενος 1 εξακολουθούσε να φωνάζει και ενώ του ζητούσαν να ηρεμήσει έφθασε στη σκηνή και ο 2ος κατηγορούμενος ο οποίος επίσης άρχισε να φωνάζει και να απειλεί ότι θα κάνει κακό στις ίδιες και στα παιδιά τους. Ακολούθως και ενώ η ΜΚ 1 προσπαθούσε να καλέσει τηλεφωνικώς την αστυνομία του Αστυνομικού Σταθμού των Πολεμιδιών, ο κατηγορούμενος 2 αφού την άκουσε πήρε ένα πλαστικό κουτί στο οποίο τοποθετούνται έγγραφα και ένα πιεσόμετρο που βρίσκονταν πάνω στον πάγκο και τα έριξε στο πρόσωπο της ΜΚ1 λέγοντας της «εννά σε σάσω τζιε εν φοούμαι κανένα». Από τη ρίψη των αντικειμένων η ΜΚ1 υπέστη σωματικές βλάβες που συνίσταντο σε εκδορά, αιμάτωμα και εκχυμώσεις μετωπιαίας χώρας, εκχυμώσεις στην αριστερή τραχηλική χώρα και την αριστερή κλείδα. Παρέμεινε συνεπώς να εξεταστεί στη συνέχεια εάν με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Θα προχωρήσω πρώτα να εξετάσω εάν έχουν αποδειχθεί τα αδικήματα της 1ης και της 4ης κατηγορίας. Το άρθρο 91(γ) του Ποινικού Κώδικα έχει ως εξής: "
  3. Όποιος- (α) . . . . . . . . . . . . . . . . (β) . . . . . . . . . . . . . . . . (γ) με σκοπό την υποκίνηση οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει δικαίωμα να διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται ο εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχος πλημμελήματος, και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων." Στην υπόθεση Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 1,6 λέχθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απειλής βιαιοπραγίας: «Υποδεικνύουμε μόνο ότι προκύπτει από το κείμενο του άρθρου 91(γ) ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ' αντικειμένου την δυνατότητα εκφοβισμού προς τον σκοπό αποφυγής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού..» Επίσης στην υπόθεση Βοσκού ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 510, λέχθηκε ότι πέρα από τα απειλητικά λόγια, συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η απειλή να αποσκοπεί στο να εκφοβίσει κάποιον για να μην διενεργήσει πράξη την οποία δικαιούται νόμιμα να διενεργήσει ή για να διενεργήσει πράξη την οποία δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει. Αν λείπει το τελευταίο αυτό στοιχείο, τα απειλητικά λόγια δεν στοιχειοθετούν το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας αλλά αυτό της εξύβρισης (Βλ. Kallenos v. The Police
(1969)2 C.L.R 210). Έχοντας υπόψη τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε συνδυασμό με τις πιο πάνω νομικές αρχές στην προκειμένη περίπτωση η πρόθεση εκφοβισμού που απαιτείται από το άρθρο 91(γ), προκύπτει αντικειμενικά από τα λόγια που εκστόμισαν οι κατηγορούμενοι. Η θέση της υπεράσπισης ότι πρόκειται για απειλές κενές περιεχομένου δεν με βρίσκει σύμφωνη. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διατυπώθηκαν οι απειλές και η όλη συμπεριφορά των κατηγορουμένων ως τα ευρήματα του Δικαστηρίου, στοιχειοθετούν την πρόθεση εκφοβισμού. Τα λόγια αυτά είχαν ως σκοπό να υποκινήσουν την παραπονούμενη να κρατήσει στο νοσοκομείο για περίθαλψη την Έλενα Σερδάρη και να υποβληθεί στην χειρουργική επέμβαση ενώ γνώριζαν ότι η ίδια με δική της απόφαση υπέγραψε και ζήτησε να φύγει. Όπως άλλωστε ανέφερε κατά την μαρτυρία του ο κατηγορούμενος 1 όταν του ανέφερε τηλεφωνικώς η κόρη του ότι σκοπεύει να υπογράψει και να φύγει από το νοσοκομείο ο ίδιος έτρεξε όπως είπε για να την προλάβει. Τα λόγια των κατηγορουμένων είχαν επίσης σκοπό να εμποδίσουν την ΜΚ1 να καλέσει την αστυνομία για να μεταβεί στη σκηνή, πράξη που είχε βέβαια δικαίωμα να διενεργήσει. Και στις δύο περιπτώσεις σύμφωνα με τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή η ΜΚ 1 δέχθηκε απειλές ενώ προσπαθούσε να καλέσει την αστυνομία. Οι απειλές αυτές είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση εύλογου φόβου στην παραπονούμενη ότι οι κατηγορούμενοι θα πραγματοποιούσαν τις απειλές τους. Αυτό προκύπτει από την μαρτυρία της ΜΚ.1 όπου ανέφερε ότι τρομοκρατήθηκε γι' αυτό κάλεσε την αστυνομία της φρουράς του νοσοκομείου αλλά ακολούθως και την αστυνομία του Αστυνομικού Σταθμού της περιοχής (Βλ. Βοσκού ( πιο πάνω). Ανεξαρτήτως τούτου όπως αναφέρεται στην υπόθεση Νετζιήπ (πιο πάνω), το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ' αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Στην παρούσα περίπτωση οι απειλές των κατηγορουμένων κρινόμενες αντικειμενικά ενείχαν αυτή την δυνατότητα εκφοβισμού. Ως εκ τούτου κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών 1 και 4. Εξετάζοντας στη συνέχεια το αδίκημα της ανησυχίας (με αναφορά και στις λεπτομέρειες της 7ης κατηγορίας που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι), σύμφωνα με το άρθρο 95 του Ποινικού Κώδικα που το δημιουργεί, στοιχειοθετείται όταν κάποιος: (α) χωρίς εύλογη αιτία (β) Προκαλεί θόρυβο σε δημόσιο χώρο (γ) κατά τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Με βάση τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή οι κατηγορούμενοι ενώ βρίσκονταν στο χώρο υποδοχής της γυναικολογικής κλινικής του νοσοκομείου Λεμεσού φώναζαν και απειλούσαν. Ο συγκεκριμένος χώρος αποτελεί δημόσιο χώρο με την έννοια που ενέχει ο όρος στο Κεφ. 154 (Άρθρο 4), δεδομένου ότι επιτρέπεται η είσοδος του κοινού. Η όλη συμπεριφορά των κατηγορουμένων όπως περιγράφεται πιο πάνω, προκαλούσε ανησυχία που γινόταν χωρίς εύλογη αιτία, ενώ η πιο πάνω συμπεριφορά που επέδειξαν στον συγκεκριμένο χώρο ήταν τέτοια ώστε δημιουργήθηκε το ενδεχόμενο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Η θέση της υπεράσπισης ότι η ανησυχία που προκαλούσαν οι κατηγορούμενοι γινόταν για εύλογη αιτία αφού φώναζαν λόγω της μη διενέργειας της χειρουργικής επέμβασης στην θυγατέρα του 1ου και αρραβωνιαστικιά του 2ου κατηγορούμενου ουδόλως με βρίσκει σύμφωνη. Εάν οι κατηγορούμενοι θεωρούσαν πως μέλη του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού του Νοσοκομείου δεν άσκησαν με το δέοντα τρόπο τα καθήκοντα τους είχαν κάθε δικαίωμα να αποταθούν και να υποβάλουν το παράπονο τους με τον προσήκοντα τρόπο προς τις αρμόδιες αρχές. Σε καμία όμως περίπτωση δεν είχαν το δικαίωμα να επιδείξουν την πιο πάνω ανάρμοστη συμπεριφορά. Ως εκ τούτου κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία της 7ης κατηγορίας. Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν περαιτέρω ο μεν κατηγορούμενος 1 την κατηγορία, για το αδίκημα της κοινής επίθεσης κατά της ΜΚ2 (2η κατηγορία) ο δε κατηγορούμενος 2 για το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης στην ΜΚ1 (5η κατηγορία). Επίθεση, είναι οποιαδήποτε πράξη που σκόπιμα ή απερίσκεπτα προκαλεί σε κάποιον άλλο την αντίληψη πως απειλείται με άμεση και παράνομη βία. Η έννοια της, περικλείει και την πραγματική ή σκοπούμενη χρήση βίας σε αυτόν χωρίς την συναίνεση του. Μπορεί να διαπραχθεί ακόμα και χωρίς κάποιος να αγγιχθεί, όταν δε επέλθει ανεπιθύμητη σωματική επαφή, αυτή από μόνη της αρκεί όσο ανεπαίσθητη και αν είναι η βία που εξασκήθηκε. Θα πρέπει όμως πρώτα να αποδειχθεί η διάπραξη της επίθεσης αυτής καθεαυτής (βλ. D.P.P. v. Rogers
(1953)2 All E.R. 644). Θα πρέπει δηλαδή ο κατηγορούμενος να ασκήσει βία εναντίον του παραπονούμενου με πρόθεση ή απερίσκεπτα. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να συνοδεύεται από εχθρική πρόθεση που είναι υπολογισμένη να προκαλέσει την αίσθηση της απειλής για χρήση βίας στο μυαλό του άλλου προσώπου διαφορετικά η επίθεση δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί. (βλ. Archbold Pleading, Evidence & Practice, παρα 19-166 μέχρι 19-167, Georgiou ν. The Police
(1961)C.L.R, Fairclough v. Whipp
(1951)2 All E.R. 834). Άλλο συστατικό στοιχείο του αδικήματος της 5ης κατηγορίας που πρέπει να αποδειχθεί είναι ότι από την επίθεση, ο παραπονούμενος έχει υποστεί πραγματική σωματική βλάβη. Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 CLR 56, επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (Βλ., επίσης, R v. Miller
(1954)2 All E R 529, 534 και Αστυνομία ν. Ιωάννου
(1989)2 ΑΑΔ 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα. Στην υπό εξέταση περίπτωση βρίσκω ότι έχει αποδειχθεί τόσο η κοινή επίθεση κατά της παραπονούμενης ΜΚ2 όσο και η επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης κατά της παραπονούμενης ΜΚ
  1. Ο κατηγορούμενος 1 άσκησε εναντίον της παραπονούμενης στην 2η κατηγορία, Στέλλας Γεωργιάδη, βία χωρίς την συγκατάθεση της αφού κατά την διάρκεια του επεισοδίου την κτύπησε στο δεξί της χέρι. Επίσης ο κατηγορούμενος 2 άσκησε εναντίον της παραπονούμενης στην 5η κατηγορία, Ξάνθης Μιχαήλ, πραγματική βία χωρίς τη συγκατάθεση της και με πρόθεση αφού της επιτέθηκε ρίχνοντας της στο πρόσωπο τα πιο πάνω αναφερόμενα αντικείμενα. Αποδείχθηκε επίσης ότι οι σωματικές βλάβες που υπέστη προκλήθηκαν ως αποτέλεσμα της επίθεσης που υπέστη από τον κατηγορούμενο
  2. Τούτο επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού και τη μαρτυρία της γιατρού ΜΚ4 η οποία εξέτασε την παραπονούμενη την ίδια μέρα μετά το επεισόδιο. Τα τραύματα που υπέστη η ΜΚ1 από την επίθεση συνιστούν πραγματική σωματική βλάβη, εντός της έννοιας του νόμου. Συνεπώς βρίσκω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα αδικήματα που έκαστος των κατηγορουμένων αντιμετωπίζει στην 2η και την 5η κατηγορία. Στο σημείο αυτό ανοίγω μία παρένθεση για να υπογραμμίσω ότι η στοιχειοθέτηση των αδικημάτων της επίθεσης είναι ακόμα ένα επιπρόσθετο στοιχείο που καταρρίπτει τη θέση της υπεράσπισης ότι οι απειλές που εκστόμισαν οι κατηγορούμενοι ήταν κενές περιεχομένου. Εκείνο που απομένει προς εξέταση είναι η εισήγηση της υπεράσπισης περί παραβίασης του δικαιώματος των κατηγορουμένων για δίκαιη δίκη. Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Alan Ford κ.ά. (Αρ. 2)
(1995)2 Α.Α.Δ. 232 έχει αναφερθεί ότι τα δικαιώματα τα οποία κατοχυρώνονται από το άρθρο 30 του Συντάγματος αποτελούν εχέγγυα για τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης προς διαπίστωση της ενοχής του κατηγορουμένου. Εισήγηση για παραβίαση τους εντάσσεται μέσα στη διαδικασία για τη διακρίβωση της ευθύνης του κατηγορουμένου στην κατηγορία και όχι έξω από αυτή. Συνεπώς το κατά πόσο η δίκη είναι δίκαιη δεν αποφασίζεται με τρόπο αφηρημένο αλλά αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης. Παρομοίως στην Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 104 λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Το κατά πόσο η δίκη ήταν δίκαιη αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης (Δημοκρατία ν. Alan Ford κ.ά. (Αρ. 2)
(1995)2 Α.Α.Δ. 232, 234). Ισχυρισμός περί μη δίκαιης δίκης δεν αποφασίζεται με τρόπο αφηρημένο (βλ. απόφαση Τριανταφυλλίδη, Π. στην Kouppis v.Republic
(1977)2 C.L.R. 361, 388). Ο κατηγορούμενος πρέπει να αποδείξει ότι πράγματι έχει επηρεαστεί δυσμενώς (actually prejudiced) ( D.J. Harris, M. O' Boyle C. Warrick, Law of the European Convention on Human Rights, σελ. 255 και Re Κορέλλης
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1718).» Η εισήγηση της υπεράσπισης στην υπό εξέταση υπόθεση εδράζεται κυρίως στο γεγονός ότι η πλευρά της κατηγορούσας αρχής παρέλειψε να καλέσει ως μάρτυρα κατηγορίας τον ανακριτή της υπόθεσης ή άλλο μέλος της αστυνομίας που συμμετείχε στο ανακριτικό έργο. Στην υπόθεση Πέγκερος v. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ 143 υιοθετήθηκε η αρχή ως προς την υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής να προσαγάγει κατά τη δίκη, κάθε μέρος της μαρτυρίας, το οποίο είναι ουσιώδες για την κρίση της ενοχής του κατηγορούμενου. Όπως, περαιτέρω, ελέχθη στην Ζυπιτής v. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220 με αναφορά στην υπόθεση X v. Switzerland, 11/3/1982 DR 28, 127 «η επίκληση των αρχών της δίκαιης δίκης, σε σχέση με την κλήτευση μάρτυρα, προϋποθέτει τη σχετικότητα της μαρτυρίας, αναφορικά με τα κρίσιμα γεγονότα που άπτονται της ουσίας της κατηγορίας. Σε σειρά αποφάσεων, μεταγενέστερων της Πέγκερος, κρίθηκε ότι η μη κλήτευση μάρτυρα δεν άφηνε κενό στα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και ότι η μαρτυρία που δεν τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου δεν ήταν ουσιαστική ώστε να βρίσκει εφαρμογή η αρχή της Πέγκερος (Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 490, Ζαχαρία v. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 180, Rana v. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, Γιαλλούρης v. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 282, Τζιάμαλης v. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ 542.) Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει υποδειχθεί ότι η μαρτυρία του ανακριτή ή άλλου μέλους της αστυνομίας ήταν ουσιαστική αναφορικά με τα κρίσιμα γεγονότα που άπτονται της ουσίας των κατηγοριών. Η πλευρά της υπεράσπισης υποστηρίζοντας τη θέση της παρέλειψε να θέσει οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να καθορίζει συγκεκριμένα ότι η απουσία του ανακριτή άφησε οποιοδήποτε κενό στα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Το ίδιο ακριβώς ζήτημα είχε τεθεί ως λόγος έφεσης στην υπόθεση Οδυσσέα (πιο πάνω) όπου το Ανώτατο Δικαστήριο υπογράμμισε πως δεν τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι η απουσία του εξεταστή της υπόθεσης άφησε οποιοδήποτε κενό στα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, έτσι ώστε να γεννάται ζήτημα απόκλισης της Κατηγορούσας Αρχής από το καθήκον να προσαγάγει ενώπιον του Δικαστηρίου ουσιώδη για τα επίδικα θέματα μαρτυρία. Εκείνο που υποστηρίχθηκε από την υπεράσπιση θα έλεγα με τρόπο γενικό και αφηρημένο, ήταν ότι, στερήθηκε του δικαιώματος να αντεξετάσει τον ανακριτή της υπόθεσης με αποτέλεσμα ως ήταν η θέση της να μην καταδειχθεί «το γνήσιο της δίωξης των κατηγορουμένων». Η γενική αυτή εισήγηση όπως έχει τεθεί από την πλευρά της υπεράσπισης δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε κενό στα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Επί τούτου δε επιπρόσθετα και μόνο θα έλεγα ότι η μαρτυρία των παραπονούμενων η οποία μετά από την αξιολόγηση της έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο καταδεικνύει το γνήσιο της καταγγελίας τους. Περαιτέρω όπως λέχθηκε στην υπόθεση Κλείτος Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ , 17 σε υποθέσεις συνοπτικής διαδικασίας, η Κατηγορούσα Αρχή δεν υποχρεούται να καλεί όλους τους μάρτυρες που αναγράφονται στο κατηγορητήριο και είναι γνωστοί στην Υπεράσπιση. Λέχθηκε επίσης ότι μπορεί και είναι δικαίωμα της Υπεράσπισης να καλεί μάρτυρα, το όνομα του οποίου βρίσκεται στο κατηγορητήριο ως μάρτυρα υπεράσπισης, κάτι όμως που όπως υπογραμμίζεται στην εν λόγω υπόθεση δεν είχε γίνει. Και στην προκειμένη περίπτωση η πλευρά της υπεράσπισης είχε κάθε δικαίωμα να καλέσει μάρτυρες που δεν παρουσιάσθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή εάν έκρινε ότι η μαρτυρία τους θα βοηθούσε την υπεράσπιση των κατηγορουμένων. Οι κατηγορούμενοι είχαν κάθε εύλογη ευκαιρία να παρουσιάσουν την υπόθεση τους στο Δικαστήριο τόσο πάνω στο Νόμο όσο και πάνω στα γεγονότα περιλαμβανομένης δηλαδή και μαρτυρίας. Τέλος δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ σε έκταση επί της επιπρόσθετης εισήγησης της υπεράσπισης ότι τα δικαιώματα των κατηγορουμένων και ειδικά του 1ου κατηγορούμενου παραβιάστηκαν κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του επειδή όπως υποστηρίχθηκε δέχθηκε απειλές και εκφοβισμό εκ μέρους του εκπρόσωπου της κατηγορούσας αρχής περί ενημέρωσης των ανακριτικών αρχών για υποτιθέμενη πλαστογραφία. Εκείνο που συνιστά γεγονός το οποίο προκύπτει και από τα πρακτικά της υπόθεσης είναι πως κατά την αντεξέταση του 1ου κατηγορούμενου αφού του υποδείχθηκε κάποιο έγγραφο από το φάκελο της κατηγορούσας αρχής, επί του οποίου ο ίδιος δήλωσε πως δεν αναγνωρίζει την υπογραφή του, ακολούθως, ατυχώς βέβαια, του ζητήθηκε από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής να δώσει δείγμα υπογραφής. Το ζήτημα όμως αυτό έληξε με την παρέμβαση του Δικαστηρίου το οποίο και δεν επέτρεψε κάτι τέτοιο. Ως εκ των πιο πάνω κρίνω συνεπώς ότι η θέση της υπεράσπισης για παραβίαση των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Συνακόλουθα οι κατηγορούμενοι κρίνονται ένοχοι στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.).......... Στ. Λουκίδου Βασιλείου Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Criminal / General /Final Αναφορά: Απειλή Βιαιοπραγίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.