← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Παντελής Βασιλείου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9213/16, 1/6/2016

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Παντελής Βασιλείου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9213/16, 1/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B98 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9213/16 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και 1.Παντελής Βασιλείου

  1. Ali Ali Κατηγορουμένων -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 1/6/2016 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Γ. Αργυρού μαζί με κα Ε. Μενελάου Για τον κατηγορούμενο 1 : κα Σ. Αδάμου Για τον κατηγορούμενο 2 : κα Κ. Πιερούδη Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν από κοινού τρεις κατηγορίες για το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος ( 2η, 5η και 7η Κατηγ.), μία κατηγορία για απόπειρα κλοπής (3η Κατηγ.) και δύο κατηγορίες για κλοπές (6η και 8η Κατηγ.). Πρόσθετα ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει μία κατηγορία για το αδίκημα της διάρρηξης κτιρίου και κλοπής και μία κατηγορία για κλοπή (1η και 4η Κατηγ.). Ο κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε τις κατηγορίες 1, 3, 4, 6 και 8 και έτσι και σε σχέση με αυτόν ακροαματική διαδικασία διεξήχθη μόνο για τις κατηγορίες 2, 5 και 7 που αφορούν το αδίκημα της συνωμοσίας, ενώ ο κατηγορούμενος 2 προέβη σε μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα περισσότερα από τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση αποτέλεσαν κοινό έδαφος. Ως αποτέλεσμα πολλές καταθέσεις και άλλα έγγραφα κατατέθηκαν από κοινού και το περιεχόμενο τους έγινε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του (Τεκμήρια 5-15) και κάποια άλλα γεγονότα δηλώθηκαν παραδεκτά και ως τέτοια εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Όλα αυτά είναι με λεπτομέρεια καταγραμμένα στα πρακτικά και δεν θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω. Έτσι ως μάρτυρες κλήθηκαν και μαρτύρησαν στο Δικαστήριο μόνο δύο πρόσωπα, ο Ε/Αστυφ. 5545 Αντρέας Θεοδότου και ο Αστυφ. 3261 Γιώργος Χαραλάμπους (Μ.Κ.1 και 2), οι οποίοι και σύμφωνα και με τη δυνατότητα που παρέχεται από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, κατέθεσαν τις γραπτές τους καταθέσεις, τις οποίες και υιοθέτησαν ως μέρος της κύριας τους εξέτασης. Η μαρτυρία του Μ.Κ.1 καθόλου δεν αμφισβητήθηκε από κανένα από τους κατηγορούμενους και αυτός δεν αντεξετάσθηκε, παρά μόνο σε αντεξέταση υποβλήθηκε ο Μ.Κ.
  2. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου 1 υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 όπως τροποποιήθηκε, εισήγηση, ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη της στις κατηγορίες της συνωμοσίας έτσι ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Εισήγηση για μη κλήση του πελάτη της σε απολογία υπέβαλε και η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου 2. Η εισήγηση της βασίζεται στο ότι η μοναδική μαρτυρία που υπάρχει εναντίον του πελάτη της είναι η θεληματική κατάθεση που ο κατηγορούμενος 1 έδωσε στην αστυνομία και έτσι και βάσει των κανόνων απόδειξης δεν δικαιολογείται η κλήση του σε απολογία. Αντίθετη βέβαια υπήρξε η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής ο οποίος υποστήριξε ότι και οι δύο κατηγορούμενοι πρέπει να κληθούν σε απολογία. Η απαλλαγή κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου σε αυτή. [Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E. R. 448]. H κλήση κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Αzinas and another v. Police, (πιο πάνω)). Ως προς το βαθμό απόδειξης που πρέπει να αποδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9. Βοηθητική επίσης για το ζήτημα που εξετάζεται είναι η υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC
  1. Η εισήγηση της κας Αδάμου σε σχέση με τον πελάτη της δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Και αυτό γιατί με το Τεκμήριο 8 που το περιεχόμενο του δηλώθηκε παραδεκτό προκύπτει ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος 1 ανάφερε ότι μαζί με άλλα πρόσωπα συνωμότησαν να διαπράξουν τις δύο από τις έξη κλοπές και την μία απόπειρα κλοπής. Η αναφορά αυτή του κατηγορούμενου 1 προκύπτει και από τη δική του κατάθεση που έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο
  2. Ως εκ τούτου κρίνεται ότι υπάρχει μαρτυρία η οποία χρήζει αξιολόγησης. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω την εισήγηση της κας Πιερούδη σε σχέση με τον κατηγορούμενο
  3. Είναι γεγονός ότι η μοναδική μαρτυρία που εμπλέκει τον κατηγορούμενο 2 είναι αυτή του κατηγορούμενου 1, κάτι που δέχθηκε και ο Μ.Κ.
  4. Τούτο προκύπτει και από την εξέταση του συνόλου της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας. Σε αυτήν δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να τείνει να συσχετίσει τον κατηγορούμενο 2 με τα αδικήματα που του αποδίδονται, εκτός μόνο από την κατάθεση του κατηγορούμενου
  5. Αποτελεί κανόνα του Δικαίου της Απόδειξης ότι η κατάθεση απλώς και μόνο κάθε ενός από τους κατηγορουμένους δεν είναι αποδεκτή μαρτυρία εναντίον άλλου. Αυτό καθορίζεται στην υπόθεση Κίτας v. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 209, 212 στην οποία και λέχθηκαν τα ακόλουθα ότι: «Επισημαίνουμε βέβαια πως η αναφορά μας και στις δύο καταθέσεις γίνεται για να δώσουμε μια συνοπτική, αλλά περιεκτική, εικόνα των γεγονότων της υπόθεσης. Αυτά που λέει στην κατάθεση του ο κάθε ένας από τους κατηγορούμενους, δεν είναι ασφαλώς μαρτυρία εναντίον του άλλου. Νομικό κανόνα που εφάρμοσε και το Κακουργιοδικείο». (βλ. επίσης Ευριπίδου κ.α. v. Αστυνομίας 2007
(2)ΑΑΔ 337 και Γ. Νεάρχου v. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 38). Ο κανόνας βέβαια αυτός, υπόκειται σε κάποιες εξαιρέσεις καμία όμως από τις οποίες δεν συντρέχει στην παρούσα περίπτωση. Εφόσον λοιπόν η μοναδική μαρτυρία που υπάρχει εναντίον του κατηγορούμενου 2 είναι τα όσα περιέχονται στην κατάθεση του κατηγορούμενου 1 και εφόσον αυτά δεν αποτελούν αποδεχτή μαρτυρία, ο κατηγορούμενος 2 δεν θα πρέπει να κληθεί σε απολογία και να απαλλαγεί από το στάδιο αυτό. Κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάττεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, δηλαδή στις κατηγορίες 2, 3, 5, 6, 7 και 8. Ο κατηγορούμενος 1 καλείται να προβάλει την υπεράσπιση του στις κατηγορίες 2, 5, και 7. (Υπ.)............... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής (Επεξηγούνται στον κατηγορούμενο 1 τα δικαιώματα του) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.