Διευθυντής Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. APL ALEXANDER PROMOTIONS LIMITED "APL Developments" κ.α., Αρ.Υπόθ.:16640/13, 27/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B92 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Αρ.Υπόθ.:16640/13 Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ Διευθυντής Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων Κατηγορούσα Αρχή - ν -
- APL ALEXANDER PROMOTIONS LIMITED "APL Developments" (HE139130)
- ΕΥΓΕΝΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΙΔΟΥ Διευθυντής (ΑΔΤ 885140) Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 27 Μαίου 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος. Γ. Προδρόμου Για τον Κατηγορούμενο: κος. Μ. Ιωάννου Κατηγορούμενοι παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν αρχικά τέσσερεις κατηγορίες που αφορούσαν παραβάσεις της Εργασιακής Νομοθεσίας. Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, οι κατηγορίες 1 και 3 διακόπηκαν και η υπόθεση προχώρησε με ακρόαση για τις κατηγορίες 2 και 4, τις οποίες οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού και τις οποίες παραθέτω αυτούσιες πιο κάτω: «Δεύτερη Κατηγορία Παράλειψη παρουσίασης οποιουδήποτε αρχείου, πιστοποιητικού, βιβλίου ή άλλου εγγράφου ή στοιχείου που απαιτείται να παρουσιάσουν κατά παράβαση των αρ. 2, 12
(3), 20
(1), 20
(4)(γ) και 20
(5)των Νόμων που Προνοούν για την Προστασίας των Μισθών του 2007 (Ν.35(Ι)/2007)και 2012 (Ν.200(Ι)/2012)και του αρ. 20 του Ποινικού Κώδικα. Λεπτομέρειες Αδικήματος Οι κατηγορούμενοι από τις 21/02/2013 μέχρι τις 04/03/2013 δεν παρουσίασαν στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λεμεσού αρχείο μισθοδοσίας που τους ζητήθηκε κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας. Τέταρτη Κατηγορία Παράλειψη παρουσίασης οποιουδήποτε αρχείου, πιστοποιητικού, βιβλίου ή άλλου εγγράφου ή στοιχείου που απαιτείται να παρουσιάσουν κατά παράβαση των περί Ενημέρωσης του Εργοδοτουμένου από τον Εργοδότη για τους Όρους που διέπουν τη Σύμβαση ή τη Σχέση Εργασίας Νόμων του 2000 (N.100(I)/2000)και 2007 (Ν.12(Ι)/07)και του αρ. 20 του Ποινικού Κώδικα. Λεπτομέρειες Αδικήματος Οι κατηγορούμενοι κατά τον ίδιο χρόνο όπως αναφέρεται στην δεύτερη κατηγορία δεν παρουσίασαν στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λεμεσού αντίγραφα γραπτής ενημέρωσης των υπαλλήλων τους του όταν τους είχε ζητηθεί να πράξουν από αρμόδιο Λειτουργό κατά παράβαση της σχετικής Νομοθεσίας.» Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα: ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η κατηγορούμενη 1 εταιρεία ήταν νομότυπα εγγεγραμμένη εταιρεία στην Κύπρο και ότι η κατηγορούμενη 2 ήταν διευθύντρια της. Για τα εν λόγω γεγονότα κάμνω ανάλογα ευρήματα. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για να αποδείξει την υπόθεση της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε μία μάρτυρα, την Επιθεωρήτρια του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων (εφ' εξής Τμήμα), κα. Ελένη Ευσταθίου, (ΜΚ1). Συνοψίζω το περιεχόμενο της μαρτυρίας της. Στις 21/02/13, ασκώντας τα καθήκοντα της επισκέφθηκε, στα πλαίσια ελέγχου ρουτίνας, για επιθεώρηση, το υποστατικό "APL Developments" που βρίσκεται στην Λεωφ. Αμαθούντος 59, Kypreopoullos Court, κατ.3 στον Άγιο Τύχωνα στη Λεμεσό. Όταν εισήλθε στο υποστατικό ζήτησε να δει τον υπεύθυνο και της υποδείχτηκε η κατηγορούμενη
- Αφού της απεκάλυψε την ιδιότητα και το σκοπό της επίσκεψης της ήτοι τον έλεγχο τήρησης της σχετικής Εργασιακής Νομοθεσίας προχώρησε με την επιθεώρηση της, στην παρουσία της κατηγορούμενης
- Κατά τη διάρκεια της επιθεώρησης, και αφού συνομίλησε με κάποια κα Αλίσα Σαββίδου, γραμματέα στην επιχείρηση που η κατηγορούμενη 1 διεξήγαγε στο υποστατικό, έκρινε ότι συνέτρεχαν τέτοιοι λόγοι, που καθιστούσαν αναγκαίο όπως ζητήσει να της προσκομιστούν για έλεγχο τα αρχεία μισθοδοσίας και αποδείξεις πληρωμής των εργοδοτουμένων καθώς και αντίγραφα των εντύπων ενημέρωσης των εργοδοτουμένων για τους βασικούς όρους απασχόλησης. Αφού πρώτα εξήγησε προφορικά στην κατηγορούμενη 2 τι ήταν αυτό που ζητούσε, στη συνέχεια έδωσε στην τελευταία σχετική γραπτή επιστολή-κλήση στην οποία αναγραφόταν τόσο το τι έγγραφα απαιτούνταν ως επίσης και η προθεσμία εντός της οποίας τέτοια έγγραφα θα έπρεπε να προσκομισθούν, ήτοι 4/3/
- Της εξήγησε, τις συνέπειες που η μη συμμόρφωση με την κλήση συνεπάγεται και αφού η κατηγορούμενη 2 υπέγραψε για την παραλαβή της κλήσης, η μάρτυς ανεχώρησε. Η εν λόγω επιστολή κλήση, η οποία απευθύνεται στην κατηγορούμενη 1, φ/δι της κατηγορούμενης 2, κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Όταν παρήλθε η προαναφερόμενη προθεσμία και κανένα από τα έγγραφα που ζητήθηκαν προσκομίστηκε στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων, η μάρτυς επικοινώνησε τηλεφωνικά με την κατηγορούμενη 2 για να την υπενθυμίσει ότι ακόμη αναμένονταν τα σχετικά έγγραφα. Η κατηγορούμενη 2 της απάντησε ότι θα δει το θέμα με το λογιστή της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και θα επανέλθει, πλην όμως κάτι τέτοιο ουδέποτε έλαβε χώρα και αυτό παρά τις εκ νέου προσπάθειες της μάρτυρος να επικοινωνήσει με την κατηγορούμενη 2 στις 7/5/13 όπως και στις 23/5/13, αφήνοντας της τηλεφωνικά μηνύματα τα οποία όμως παρέμειναν χωρίς ανταπόκριση. Η μάρτυς δεν θυμόταν σε ποια γλώσσα είχε συνομιλήσει με την κατηγορούμενη 2, θυμόταν όμως ότι η τελευταία δεν μιλούσε άπταιστα ελληνικά. Ουδέποτε της αναφέρθηκε από την κατηγορούμενη 2 ή της δόθηκε η εντύπωση ότι η τελευταία, δεν αντιλαμβανόταν την ελληνική γλώσσα ή τη φύση των εγγράφων που η μάρτυς ζήτησε τόσο προφορικά όσο και γραπτώς με το Τεκμήριο
- Ενόψει του ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμμόρφωση εντός της προθεσμίας, η μάρτυς συνέταξε στις 11/6/13 σχετική έκθεση την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ως μέρος της κυρίας εξέτασης της (Έγγραφο Α) και προώθησε την υπόθεση για άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον των κατηγορουμένων. Δύο χρόνια μετά την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης και συγκεκριμένα στις 21/12/15, η μάρτυς έλαβε επιστολή από τον δικηγόρο των κατηγορουμένων, στην οποία επισυνάπτετο πρωτότυπο έγγραφο στην ελληνική που έφερε ημερομηνία 28/03/08 και τίτλο «ΣΥΜΒΑΣΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ» και το οποίο φερόταν να αφορά στους όρους εργοδότησης της Αλίσας Σαββίδου στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Στην εν λόγω επιστολή επισυνάπτετο επίσης «Αναλυτική Κατάσταση Αποδοχών Ασφαλισμένου κατά εργοδότη για το Έτος 2014» του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων σε σχέση με την εργοδότηση της Αλίσας Σαββίδου σε μια άλλη εταιρεία όμως, και συγκεκριμένα στην APL Alexander Real Estate Ltd. Η ΜΚ1 αντεξετάστηκε εκτενώς από τον ευπαίδευτο συνήγορο των κατηγορουμένων. Αυτό που αμφισβήτησε η υπεράσπιση, για σκοπούς των υπό κρίση κατηγοριών, ήταν ότι η κατηγορούμενη 2 αντιλήφθηκε πλήρως τι ήταν αυτό που είχε ζητηθεί με το Τεκμήριο 1 εφόσον η μητρική της γλώσσα είναι η ρωσική και το εν λόγω έγγραφο ήταν στην ελληνική, γλώσσα την οποία η κατηγορούμενη 2 δεν αντιλαμβάνεται καλά. Τη θέση αυτή η ΜΚ1 απέρριψε, επαναλαμβάνοντας ότι ουδέποτε της δόθηκε τέτοια εντύπωση από την κατηγορούμενη 2, η οποία σε κάθε περίπτωση μπορούσε να ζητήσει περαιτέρω εξηγήσεις ή τη βοήθεια δικηγόρου αν όντως δεν είχε αντιληφθεί τι ζητείτο, κάτι το οποίο όμως δεν έπραξε. Μετά που κλήθηκαν σε απολογία, οι κατηγορούμενοι επέλεξαν να προβάλουν την υπεράσπιση τους μέσω της κατηγορούμενης 2, ΜΥ1, η οποία επέλεξε, όπως άλλωστε ήταν δικαίωμα της, να καταθέσει ενόρκως. Η κοινή θέση των κατηγορουμένων, όπως αυτή εκφράστηκε δια στόματος της κατηγορούμενης 2, ήταν ουσιαστικά ότι ο λόγος που δεν προσκομίστηκαν τα ζητούμενα έγγραφα ήταν επειδή η κατηγορούμενη 2, μη γνωρίζοντας καλά την ελληνική γλώσσα, δεν μπόρεσε να αντιληφθεί τι είχε ζητηθεί με το Τεκμήριο
- Σύμφωνα με την ΜΥ1, κατά την επιθεώρηση στα γραφεία της κατηγορούμενης 1 στις 21/2/13 από την ΜΚ1, η τελευταία, χωρίς να δώσει πολλές εξηγήσεις, έδωσε στην ΜΥ1 μία «φόρμα» να υπογράψει, αναφέροντας της απλά ότι σχετιζόταν με Κοινωνικές Ασφαλίσεις ή τουλάχιστον έτσι αντιλήφθηκε η ίδια. Επειδή θεώρησε ότι επρόκειτο για ένα τυπικό έγγραφο, απλά το υπόγραψε. Αναγνώρισε στο Τεκμήριο 1 ως τη «φόρμα» που η ΜΚ1 της έδωσε και υπέγραψε. Η όλη συνομιλία της με την ΜΚ1, διήρκεσε, σύμφωνα με την ΜΥ1, περίπου «μισό λεπτό». Ουδέποτε αντιλήφθηκε τι ήταν στην πραγματικότητα το εν λόγω έγγραφο ή τι είναι που έπρεπε να γίνει από πλευράς των κατηγορουμένων. Δεν θυμόταν να ξαναμίλησε η ίδια με την ΜΚ1 ή να έλαβε οποιοδήποτε μήνυμα από την τελευταία, είτε τηλεφωνικώς είτε γραπτώς. Κατά την αντεξέταση της από τον ευπαίδευτο συνήγορο για την κατηγορούσα αρχή, η ΜΥ1 ανέφερε ότι είναι ελληνίδα από την Γεωργία, πτυχιούχος Πανεπιστημίου και στην Κύπρο βρισκόταν από το 1992 δηλαδή 22 χρόνια. Κατέχει τα πολύ βασικά της ελληνικής γλώσσας ενώ μιλά και αγγλικά. Η εργασία της στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία έχει να κάνει κυρίως με Άγγλους και Ρώσους πολίτες ενώ όταν χρειάζεται να απευθυνθεί σε κυβερνητικούς οργανισμούς χρησιμοποιεί την αγγλική γλώσσα. Ερωτούμενη γιατί δεν ζήτησε από την ΜΚ1 να της εξηγήσει στα αγγλικά τι είναι αυτό που η τελευταία της ζητούσε να υπογράψει, αφού ως η ίδια ισχυρίστηκε δεν αντιλαμβάνετο σε τι αφορούσε το εν λόγω έγγραφο, η ΜΥ1 απάντησε ότι δεν το έπραξε επειδή ούτε η ΜΚ1 τη ρώτησε αν αντιλαμβάνετο τι της έλεγε αλλά και επειδή η ίδια θεώρησε το έγγραφο ως ένα καθαρά τυπικό κυβερνητικό έγγραφο, όχι όμως επίσημο έγγραφο, που αφορούσε έλεγχο για θέματα Κοινωνικών Ασφαλίσεων εξ΄ού και δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει τι απέγινε όταν η ΜΚ1 το άφησε στη γραμματέα της, μετά που αυτή το υπέγραψε. Της ζητήθηκε από το συνήγορο να διαβάσει στα ελληνικά, μεγαλόφωνα, ενώπιον του Δικαστηρίου, απόσπασμα από το Τεκμήριο 1, πράγμα το οποίο η ΜΥ1 έπραξε. Στο τέλος της ανάγνωσης, ερωτούμενη αν αντιλήφθηκε τι σήμαινε αυτό που διάβαζε, απάντησε καταφατικά. Αντεξεταζόμενη αναφορικά με τις ενέργειες στις οποίες προβαίνει όταν παραλαμβάνει έγγραφα από κυβερνητικές υπηρεσίες, η ΜΥ1 ανέφερε ότι τα επίσημα κυβερνητικά έγγραφα όπως αυτά που αφορούν θέματα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, τα οποία είναι διατυπωμένα στην ελληνική, τα στέλλει στο λογιστή της εταιρείας για να της τα εξηγήσει. Σε ερώτηση του κ. Προδρόμου για το πως είναι δυνατόν να αντιλαμβάνεται το περιεχόμενο τέτοιων εγγράφων ώστε να ξεχωρίζει ποια θα σταλούν στο λογιστή της εταιρείας και ποια όχι, εφόσον είναι στα ελληνικά, η ΜΥ1 ανέφερε ότι βασικές λέξεις/φράσεις όπως «Κοινωνικές Ασφαλίσεις» τις αντιλαμβάνεται. Θεώρησε ότι το Τεκμήριο 1 αφορούσε Κοινωνικές Ασφαλίσεις επειδή η ΜΚ1 της είπε στα αγγλικά «Social Insurances» (Κοινωνικές Ασφαλίσεις). Αναφορικά με τις κατηγορίες που αυτή αντιμετωπίζει, η ΜΥ1 ανέφερε κατά την αντεξέταση ότι αυτές της εξηγήθηκαν από τον δικηγόρο της πριν η ίδια απαντήσει στο κατηγορητήριο στις 17/1/
- Αναφορικά με τη σύμβαση εργοδότησης της Αλίσας Σαββίδου η οποία είχε συνταχθεί στην ελληνική γλώσσα, αντεξεταζόμενη ως προς το γιατί να συνάψει σύμβαση στα ελληνικά με την Αλίσα και όχι στη ρωσική αφού και οι δύο μιλούσαν τη ρωσική γλώσσα και ούτε η μια αλλά ούτε και η άλλη αντιλαμβάνονταν, ως είναι ο ισχυρισμός της, καλά την ελληνική γλώσσα, η ΜΥ1 ανέφερε ότι τη σχετική σύμβαση την συνέταξε ο δικηγόρος της και την υπέγραψαν αφού τους την εξήγησε. Της υποβλήθηκε τέλος ότι τα όσα ισχυρίστηκε περί μη συμμόρφωσης με το Τεκμήριο 1 λόγω ισχυριζόμενης αδυναμίας της να αντιληφθεί τη γλώσσα του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου συνιστούν καθαρά προφάσεις της ίδιας και της κατηγορούμενης 1 για να απαλλαχτούν από τις ευθύνες τους, θέση την οποία η ΜΥ1 απέρριψε. ΤΕΛΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ-ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ Ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής υποστήριξε ότι, από την προσκομισθείσα μαρτυρία αποδείχτηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η ενοχή των κατηγορουμένων. Σύμφωνα με τον συνήγορο, σε αντίθεση με την ΜΚ1 η οποία ήταν μάρτυρας της αλήθειας, η ΜΥ1 ήταν αναξιόπιστη ενώ οι ισχυρισμοί της περί μη συμμόρφωσης των κατηγορουμένων, για τους λόγους που αυτή ισχυρίστηκε, ήταν παντελώς αβάσιμοι και αναληθείς. Στην αντίπερα όχθη, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων εισηγήθηκε ότι οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να αθωωθούν και απαλλαχτούν εφόσον: α) Η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει ποιος από τους δύο κατηγορούμενους είχε την ιδιότητα του «εργοδότη» και συνεπώς το πρόσωπο επιφορτισμένο με το καθήκον που οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι δεν εκπλήρωσαν. β) Η μη συμμόρφωση τους οφείλετο στο ότι η ΜΚ1 παρέλειψε, ενώ και υποχρέωση αλλά και εξουσία είχε, να διασφαλίσει ότι αυτοί αντιλαμβάνονταν πλήρως και σε γλώσσα κατανοητή γι' αυτούς, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους που προκύπτουν από τη νομοθεσία. Είναι γι' αυτό το λόγο, υποστήριξε ο συνήγορος, που οι κατηγορούμενοι καταχώρησαν μη παραδοχή, ούτως ώστε να «μάθουν οι αρμόδιοι υπάλληλοι του κράτους να εφαρμόζουν το Νόμο». Προχωρώ τώρα να αξιολογήσω την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας όπως και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Συνιστά κοινό έδαφος ότι στις 21/2/13 η ΜΚ1, ασκώντας τα καθήκοντα της ως Επιθεωρήτρια του Τμήματος Εργασίας εκτέλεσε επιθεώρηση στα γραφεία της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Συνιστά επίσης κοινό έδαφος ότι εκεί συνάντησε την κατηγορούμενη 2, διευθύντρια της κατηγορούμενης 1, στην οποία έδωσε και η οποία υπέγραψε για την παραλαβή της, επιστολή-κλήση, στην ελληνική γλώσσα, με την οποία η ΜΚ1 ζητούσε, υπό την ιδιότητα της ως Επιθεωρητής, την προσκόμιση στο Τμήμα μέχρι την 4/3/13, έντυπα ενημέρωσης εργοδοτουμένων για τους βασικούς όρους απασχόλησης τους και αρχείο μισθοδοσίας και αποδείξεις πληρωμής εργοδοτουμένων. Η εν λόγω επιστολή-κλήση απευθύνεται στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία, φ/δι της κατηγορούμενης
- Τέλος, είναι κοινώς αποδεκτό ότι μέχρι την εκπνοή της προθεσμίας στις 4/3/13, τα εν λόγω έγγραφα δεν προσκομίστηκαν στο Τμήμα. Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. ΜΚ1 - Ελένη Ευσταθίου Η μάρτυς μου έκανε καλή εντύπωση. Έδωσε σαφείς και κατατοπιστικές απαντήσεις για να υποστηρίξει τις θέσεις της και ως το πρόσωπο που διενήργησε την επιθεώρηση στο υποστατικό της κατηγορούμενης 1, είχε άμεση και προσωπική γνώση των γεγονότων για τα οποία κατέθεσε. Εκεί όπου δεν είχε προσωπική γνώση για τα γεγονότα δεν δίστασε να το αναφέρει αλλά και να αναφέρει την πηγή της γνώσης της. Ούτε όμως επιχείρησε να εκφράσει άποψη ή να λάβει θέση αναφορικά με τα όσα δεν ενέπιπταν εντός της σφαίρας της προσωπικής της γνώσης και εμπλοκής όπως ήταν για παράδειγμα η σύμβαση εργοδότησης της Αλίσας που οι κατηγορούμενοι της απέστειλαν μέσω του δικηγόρου τους, γεγονός που η ίδια η μάρτυς αποκάλυψε κατά την κυρίως εξέταση της. Από την αρχή της μαρτυρίας της ανέφερε ότι δεν θυμόταν σε ποια γλώσσα συνομίλησε με την κατηγορούμενη 2 ενώ δεν δίστασε να δεχτεί ότι δεν ρώτησε την κατηγορούμενη 2 ποια γλώσσα αντιλαμβάνεται καθώς και ότι η ίδια αντιλήφθηκε ότι τα ελληνικά της τελευταίας δεν ήταν άπταιστα. Η μαρτυρία της σε μεγάλο βαθμό παρέμεινε αναντίλεκτη όπως μπορεί να διαφανεί και από τις κοινές θέσεις που αποτέλεσαν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την πραγματική μαρτυρία που έχει κατατεθεί. Σε κανένα σημείο της αντεξέτασης της δεν κλονίστηκε η μαρτυρία της ούτε και φάνηκε να ωθείται από οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα. Κάτι τέτοιο άλλωστε δεν υποβλήθηκε από την υπεράσπιση. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της στο σύνολο της ως αξιόπιστη και προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Κατηγορούμενη 2 - ΜΥ1 Όσον αφορά την κατηγορούμενη 2 διεξήλθα τη μαρτυρία της με την ίδια προσοχή παρακολουθώντας την παράλληλα ενώ κατέθετε. Βασική θέση της ΜΥ1 ήταν ότι επειδή δεν αντιλαμβάνεται καλά την ελληνική γλώσσα, δεν μπόρεσε να αντιληφθεί τι ήταν αυτό που ζητείτο από την ΜΚ1 και το Τεκμήριο 1, γι' αυτό και δεν υπήρξε συμμόρφωση. Κατ' αρχή σημειώνω ότι το θέμα της μειωμένης αντίληψης της ελληνικής γλώσσας από την κατηγορούμενη 2, τέθηκε για πρώτη φορά από το συνήγορο της στις 22/4/16, ημερομηνία έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας, εξ' ού και κρίθηκε ορθό όπως γίνει χρήση διερμηνέα. Σε καμία όμως προηγούμενη εμφάνιση της στο Δικαστήριο, ούτε καν όταν κλήθηκε να απαντήσει στις κατηγορίες εξέφρασε τέτοια αδυναμία ή ζήτησε διερμηνέα όπως έπραξε στην ακρόαση. Κατά δεύτερο, κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της, έδειξε να αντιλαμβάνεται πλήρως την ελληνική γλώσσα, αφού αρκετές φορές απαντούσε πριν καν ολοκληρωθεί η μετάφραση της ερώτησης που της γινόταν, σε κάποια ερώτηση μάλιστα απάντησε στα ελληνικά, ενώ σε άλλη περίπτωση μιλώντας στα ελληνικά διόρθωσε τον διερμηνέα όταν αυτός μετέφραζε απάντηση της από τα ρώσικα στα ελληνικά. Το τελευταίο υποδείχθηκε και από τον συνήγορο της κατηγορούσας αρχής κατά την τελική του αγόρευση. Δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί επίσης το γεγονός ότι ενώπιον του Δικαστηρίου, ανάγνωσε μεγαλοφώνως και στα ελληνικά, έστω και με κάποια δυσκολία, μέρος του Τεκμηρίου 1 δηλώνοντας μάλιστα ότι διαβάζοντας το, αντιλήφθηκε τη σημασία του. Τέλος δεν θα μπορούσαν να παραγνωρισθούν οι αντιφάσεις στη μαρτυρία της ως προς το πως η κατ' ισχυρισμό μειωμένη αντίληψη της, της ελληνικής γλώσσας, εμπόδισε τους κατηγορούμενους να συμμορφωθούν. Ενώ από τη μια ισχυρίστηκε ότι επίσημα κυβερνητικά έγγραφα γι' αυτήν είναι μεταξύ άλλων έγγραφα που αφορούν Κοινωνικές Ασφαλίσεις, περιέργως, το Τ.1 δεν το έκρινε ως επίσημο έγγραφο για να του προσδώσει την ίδια σημασία παρά το ότι το αντιλήφθηκε, ως η ίδια ανέφερε, να είναι έγγραφο που αφορούσε θέματα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Και αυτό ενώ ισχυρίστηκε ότι τα έγγραφα που αντιλαμβάνετο να αφορούσαν θέματα των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, τα έστελλε στο λογιστή της εταιρείας για να της τα εξηγήσει, κάτι όμως που για άγνωστο λόγο δεν έπραξε και σε σχέση με το Τ.
- Αν όντως τα πράγματα είχαν ως ισχυρίστηκε η ΜΥ1, τότε αυτό που σίγουρα ένας θα ανέμενε από την τελευταία να πράξει κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, δηλαδή να συναντά αναπάντεχα μια μέρα στην εργασία της μία κρατικό λειτουργό, που ενώ δεν δίνει ουσιαστικά οποιαδήποτε εξήγηση για το ποια είναι ή τι θέλει και μιλώντας σε μια δυσνόητη γι' αυτή γλώσσα, παρουσιάζει ένα έντυπο που φέρει στην όψη του το έμβλημα της Κυπριακής Δημοκρατίας και ζητά την υπογραφή της, με την όλη συνάντηση να διαρκεί μόλις μισό λεπτό, είναι να μην ενεργήσει με τον τρόπο που αυτή ενήργησε, ήτοι να θεωρήσει το όλο θέμα ως καθαρά τυπικό και αφού υπογράψει το έγγραφο να το αγνοήσει πλήρως. Το λογικό θα ήταν είτε να αρνηθεί να υπογράψει προτού λάβει ξεκάθαρες εξηγήσεις ή τουλάχιστο να αναζητήσει τη βοήθεια κάποιου τρίτου όπως άλλωστε η ίδια η ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι έπραττε με άλλα έγγραφα. Συνεπώς, η επί του προκειμένου μαρτυρία της ΜΥ1 κρίνεται ως αναξιόπιστη. Σημειώνω επίσης το γεγονός ότι η κλήση της ΜΚ1 για προσκόμιση των σχετικών εγγράφων, απευθύνεται προς την κατηγορούμενη 1, η οποία, σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα αλλά και με την πραγματική μαρτυρία είναι κυπριακή εταιρεία και πλήρως ικανή να αναλαμβάνει καθήκοντα και υποχρεώσεις που είναι διατυπωμένα στην ελληνική γλώσσα - βλ. σχ. Τεκμήριο 2 σύμβαση εργοδότησης Αλίσας Σαββίδου. Ενόψει των πιο πάνω δεν μπορώ να δεχθώ την επί του προκειμένου εκδοχή των κατηγορουμένων την οποία και απορρίπτω. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας προβαίνω σε περαιτέρω εύρημα ότι οι κατηγορούμενοι είχαν ενημερωθεί δεόντως με την κλήση που η ΜΚ1 έδωσε στις 21/2/13 στην κατηγορούμενη 2 - Τ.1 - ότι θα έπρεπε, μέχρι τις 4/3/13, να προσκομιστούν στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λεμεσού, τα έγγραφα που αναγράφονταν στην κλήση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ 2η κατηγορία - Παράλειψη παρουσίασης αρχείου μισθοδοσίας κατά παράβαση του Ν.35(Ι)/2007 ως τροποποιήθηκε. Το αδίκημα περιέχεται στις πρόνοιες του αρ. 20
(4)του Νόμου. Η υποπαράγραφος (γ) είναι η σχετική με την παρούσα υπόθεση. Την παραθέτω αυτούσια: «20
(4)- Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(5), οποιοσδήποτε - (α) . (β) . (γ) παραλείπει να παρουσιάσει οποιοδήποτε αρχείο, πιστοποιητικό, βιβλίο ή άλλο έγγραφο ή στοιχείο που απαιτείται να παρουσιάσει σύμφωνα με το Νόμο, (δ) . είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι
(6)μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10000) ή και στις δύο αυτές ποινές. Το αρ. 20
(5)στο οποίο γίνεται αναφορά στο αρ. 20
(4)έχει ως εξής:
(5)Όταν διαπράττεται αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(4)από νομικό πρόσωπο ή οργανισμό, κάθε πρόσωπο το οποίο κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος κατέχει θέση συμβούλου, προέδρου, διευθυντή, γραμματέα ή άλλη παρόμοια θέση στο νομικό πρόσωπο ή εμφανίζεται ότι ενεργεί με την ιδιότητα αυτή, θεωρείται ένοχο του ίδιου αδικήματος, εκτός εάν αποδείξει ότι το αδίκημα διαπράχθηκε χωρίς τη συναίνεση ή συνενοχή ή αμέλεια του ιδίου και υπόκειται στην ποινή που προβλέπεται για το αδίκημα αυτό, στο εν λόγω εδάφιο. Η Υπεράσπιση υποστήριξε ότι καμία μαρτυρία προσκομίσθηκε που να καταδεικνύει ποιος εκ των δύο κατηγορουμένων είναι ο «εργοδότης» για σκοπούς απόδειξης του πιο πάνω αδικήματος. Κατ' αρχή θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι το θέμα αυτό ηγέρθηκε για πρώτη φορά στα πλαίσια της τελικής αγόρευσης του συνηγόρου για τους κατηγορούμενους και ουδέποτε αποτέλεσε αντικείμενο σχολιασμού ή αμφισβήτησης από την υπεράσπιση σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης όπου ήταν κοινώς αντιληπτό και αποδεκτό ότι η κατηγορούμενη 2 κατηγορείται αποκλειστικά υπό την ιδιότητα της ως διευθύντρια της κατηγορούμενης
- Υπενθυμίζω ότι η θέση της υπεράσπισης καθ' όλη τη διάρκεια της δίκης ήταν ότι η κατηγορούμενη 2 ως διευθύντρια της κατηγορούμενης 1 δεν ενήργησε προς συμμόρφωση με την κλήση γιατί δεν είχε αντιληφθεί τι ήταν αυτό που ζητείτο με την κλήση και συνακόλουθα ούτε η κατηγορούμενη 1 συμμορφώθηκε. Η θέση αυτή μάλιστα, αποτέλεσε και το υπόβαθρο της εισήγησης για απόρριψη της υπόθεσης από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως χωρίς να τίθεται οποιοδήποτε θέμα περί «εργοδότη». Κατά δεύτερο, η ίδια η κλήση - Τ.1 - η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο και δεν έτυχε αμφισβήτησης ως προς την ερμηνεία του περιεχομένου της, απευθύνεται προς την κατηγορούμενη 1 μέσω της διευθύντριας της κατηγορούμενης
- Πέραν και ανεξάρτητα των πιο πάνω όμως, το λεκτικό του αρ. 20
(4)που παρατίθεται ανωτέρω δεν αφορά αποκλειστικά στον «εργοδότη» ούτε και περιορίζεται σε αυτόν αλλά αφορά σε οποιοδήποτε πρόσωπο ήθελε κληθεί να παρουσιάσει στοιχεία ή έγγραφα. Για το ποιος μπορεί να είναι τέτοιο πρόσωπο, το θέμα ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Επιθεωρητή που διενεργεί τον έλεγχο όπως μπορεί να διαφανεί και από τις σχετικές πρόνοιες του αρ. 15
(1)(δ) του Νόμου και δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένες ιδιότητες προσώπων.[1] Η ιδιότητα του «εργοδότη» για την οποία επιχειρηματολόγησε ο κ. Ιωάννου, αφορά το γενικό αδίκημα του αρ. 20
(1)και σχετίζεται με την υποχρέωση τήρησης αρχείου μισθοδοσίας από εργοδότη δυνάμει του αρ.12
(1)και 12
(2)του Νόμου και όχι το συγκεκριμένο και ξεχωριστό αδίκημα του αρ. 20
(4)για το οποίο κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση. Αρκεί ένας να παρατηρήσει τις διαφορετικές ποινές που προβλέπει ο Νόμος για τα εν λόγω αδικήματα για να διαπιστώσει ότι πρόκειται για δύο ξεχωριστά αδικήματα τόσο ως προς την ουσία όσο και ως προς τη σοβαρότητα τους. Συνεπώς, για σκοπούς του αδικήματος της 2ης κατηγορίας, η επί του προκειμένου θέση της υπεράσπισης στερείται ερείσματος και απορρίπτεται ως αβάσιμη. Στρέφομαι τώρα να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή των κατηγορουμένων σε σχέση με την εν λόγω κατηγορία. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου βρίσκω ότι η κατηγορούμενη 1, ενώ κλήθηκε από τις 21/2/13 να προσκομίσει αρχείο μισθοδοσίας στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λεμεσού από την αρμόδια Επιθεωρήτρια μέχρι και την 4/3/13 δεν το έπραξε παραβαίνοντας έτσι τις πρόνοιες του αρ. 20
(4)(γ) του Ν.35(Ι)/2007 ως τροποποιήθηκε. Όσον αφορά την ποινική ευθύνη της κατηγορούμενης 2 διευθύντριας, σχετικές είναι οι πρόνοιες του αρ.20
(5). Σύμφωνα με τις εν λόγω πρόνοιες στις περιπτώσεις διάπραξης από νομικό πρόσωπο του αδικήματος του αρ.20
(4), καθίσταται ποινικά υπεύθυνο για το ίδιο αδίκημα και ο διευθυντής του νομικού προσώπου κατά τον ουσιώδη χρόνο εκτός αν τέτοιος διευθυντής αποδείξει ότι το αδίκημα διαπράχθηκε χωρίς τη συναίνεση ή συνενοχή ή αμέλεια του ιδίου. Το σχετικό βάρος απόδειξης που έχει τεθεί από το Νόμο στους ώμους του κατηγορούμενου διευθυντή αποσείεται βέβαια στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. (βλ. σχ. R v Carr Braint
(1943)2 All ER 156 και Ζυπίτης ν Αστυνομία
(2003)2 ΑΑΔ 220. Στη βάση της κατάληξης μου ότι η κατηγορούμενη 1 διέπραξε το αδίκημα του αρ. 20
(4)(γ), του γεγονότος ότι η κατηγορούμενη 2 ήταν διευθύντρια της κατηγορούμενης 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο και γενικά των ευρημάτων που έχω ήδη καταλήξει, κρίνω ότι η κατηγορούμενη απέτυχε να αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης που τη βαραίνει. Κρίνω επομένως ότι η κατηγορούσα αρχή, στην παρούσα υπόθεση πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή και των δύο κατηγορουμένων στη 2η κατηγορία. 4η κατηγορία - Παράλειψη παρουσίασης αντιγράφων γραπτής ενημέρωσης των υπαλλήλων κατά παράβαση του Ν.100(Ι)/2000 Η σχετική πρόνοια για το υπό εξέταση αδίκημα είναι το αρ.10ΣΤ του Ν.100(Ι)/2007 η οποία έχει ως εξής: «10ΣΤ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2), όποιος - (α) Παρεμποδίζει επιθεωρητή κατά την άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας που παρέχεται σ΄αυτόν από το Νόμο˙ (β) αρνείται να απαντήσει ή απαντά ψευδώς σε οποιαδήποτε έρευνα, για την οποία παρέχεται εξουσία από το Νόμο˙ (γ) παραλείπει να παρουσιάσει οποιοδήποτε αρχείο, πιστοποιητικό, βιβλίο, ή άλλο έγγραφο ή στοιχείο που απαιτείται να παρουσιάσει σύμφωνα με το Νόμο˙ (δ) παρεμποδίζει, ή αποπειράται να παρεμποδίσει οποιοδήποτε πρόσωπο από του να παρουσιαστεί ενώπιον επιθεωρητή ή να εξεταστεί από αυτόν, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκηςτου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τρεις
(3)μήνες ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες (ΛΚ 3.000,00) ή και με τις δύο αυτές ποινές.
(2)Αν τα προβλεπόμενα στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου αδικήματα διαπράττονται από νομικό πρόσωπο ή οργανισμό, ένοχοι θα είναι ο διευθύνων σύμβουλος, πρόεδρος, διευθυντής, γραμματέας ή άλλος παρόμοιος αξιωματούχος του νομικού προσώπου ή οργανισμού, εφόσον αποδειχθεί ότι το αδίκημα έχει διαπραχθεί με τη συγκατάθεση, σύμπραξη ή ανοχή του, ο οποίος θα τιμωρείται κατά το εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου, καθώς και το νομικό πρόσωπο ή ο οργανισμός που θα τιμωρείται μόνο με τη χρηματική ποινή που προβλέπεται από το εδάφιο αυτό.» Αναφορικά με το θέμα «εργοδότης» που έχει θίξει στην τελική του αγόρευση ο συνήγορος των κατηγορουμένων ισχύουν τα όσα ήδη έχω αναφέρει πιο πάνω και τα οποία επαναλαμβάνω. Όσον αφορά τη νομική πτυχή του θέματος, όπως και σε σχέση με το αρ. 20
(4)του Ν.35(Ι)/2007, έτσι και σε σχέση με το αρ. 10ΣΤ του Ν.100(Ι)/07, το λεκτικό του εν λόγω άρθρου δεν απαιτεί προσδιορισμό της ιδιότητας του παρανομούντα εφόσον το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που ήθελε κληθεί από τον επιθεωρητή. Σχετικές επί τούτου είναι οι πρόνοιες του αρ. 10Β
(1)(δ) του Νόμου[2] . Συνεπώς, η επί του προκειμένου εισήγηση της υπεράσπισης απορρίπτεται ως αβάσιμη και σε σχέση με την 4η κατηγορία. Αναφορικά τώρα με το κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή των κατηγορουμένων σε σχέση με τη τέταρτη κατηγορία, στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου βρίσκω ότι η κατηγορούμενη 1, ενώ κλήθηκε από τις 21/2/13 από την αρμόδια Επιθεωρήτρια να προσκομίσει αντίγραφα γραπτής ενημέρωσης των υπαλλήλων της στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λεμεσού μέχρι και την 4/3/13 δεν το έπραξε παραβιάζοντας έτσι τις πρόνοιες του αρ. 10ΣΤ του Ν.100(Ι)/2007 ως τροποποιήθηκε. Όσον αφορά την ευθύνη της κατηγορούμενης 2 διευθύντριας, σχετικές είναι οι πρόνοιες του αρ.10ΣΤ
(2). Σε αντίθεση με το αρ.20
(5)του Ν.35(Ι)/07 όμως, οι πρόνοιες του αρ.10ΣΤ, δεν καθιστούν αυτόματα ένοχο το διευθυντή για το ίδιο αδίκημα αλλά ούτε και μεταθέτουν οποιοδήποτε βάρος απόδειξης στους ώμους του. Αντίθετα, προσεκτική ανάγνωση του αρ. 10ΣΤ
(2)καταδεικνύει ότι για να αποδειχθεί η ενοχή του διευθυντή θα πρέπει, πέραν της διάπραξης από το νομικό πρόσωπο του αδικήματος του αρ.10ΣΤ
(1), να αποδειχθεί η συγκατάθεση, σύμπραξη ή ανοχή τέτοιου διευθυντή. Πρόκειται επομένως περί χωριστού αδικήματος και συνεπώς ο παραβάτης του δεν μπορεί να διώκεται στα πλαίσια κοινής με το νομικό πρόσωπο κατηγορίας αφού η αντίστοιχη ποινική ευθύνη τους εδράζεται επί διαφορετικών στοιχείων (βλ. σχ. Peppis Company Ltd και Άλλος ν. Eπαρχιακού Λειτουργού Eργασίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. 272) Η απουσία επομένως χωριστής κατηγορίας εναντίον της κατηγορούμενης 2, αναφορικά με το αδίκημα που δύναται να διαπραχθεί από διευθυντή εταιρείας δυνάμει του αρ.10ΣΤ του Ν.100(Ι)/07, σφραγίζει και την τύχη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής εναντίον της κατηγορούμενης 2 σε σχέση με την 4η κατηγορία. Κρίνω επομένως ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή της κατηγορούμενης 1 εταιρείας στην 4η κατηγορία και συνεπώς βρίσκω την κατηγορούμενη 1 εταιρεία ένοχη και στην 4η κατηγορία. Για τους λόγους που εξήγησα η κατηγορούμενη 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 4η κατηγορία. (Υπ.).................................... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΜΚ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Παράλειψη παρουσίασης εγγράφων [1] 15.-
(1)Κάθε Επιθεωρητής, για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος Νόμου, δύναται: (α) ... (β) ... (γ) ... (δ) να προβαίνει σε ελέγχους, επιθεωρήσεις, έρευνες, ανακρίσεις, ή εξετάσεις, όπως θεωρεί αναγκαίο για τη διαπίστωση της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου, και ιδίως: (
- i)να απαιτεί από οποιοδήποτε πρόσωπο, για το οποίο έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι μπορεί να παράσχει πληροφορίες ή διευκρινίσεις σχετιζόμενες με οποιαδήποτε επιθεώρηση που αφορά την εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου αυτού, να απαντά σε σχετικές ερωτήσεις, μόνο του ή στην παρουσία οποιουδήποτε άλλου προσώπου, την οποία μπορεί ο Επιθεωρητής να απαιτήσει ή να επιτρέψει, καθώς και να απαιτεί από το πρόσωπο αυτό να υπογράφει δήλωση ότι οι απαντήσεις του είναι αληθείς· (
- ii)να απαιτεί από οποιοδήποτε πρόσωπο στο χώρο εργασίας να του παρέχει, για θέματα τα οποία είναι υπό τον έλεγχο ή την ευθύνη του προσώπου αυτού, τις διευκολύνσεις και τη βοήθεια που είναι αναγκαίες για την ενάσκηση από τον ίδιο οποιασδήποτε από τις εξουσίες που του παρέχονται δυνάμει του παρόντος άρθρου· (iii) να ζητεί τη συνδρομή οποιασδήποτε δημόσιας υπηρεσίας ή αρχής, η οποία και υποχρεούται να του την παράσχει. [2] 10Β.-
(1)Κάθε επιθεωρητής, για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος Νόμου, δύναται - (α) ... (β) ... (γ) ... (δ) να προβαίνει σε ελέγχους, επιθεωρήσεις, έρευνες, ανακρίσεις, ή εξετάσεις, όπως θεωρεί αναγκαίο, για τη διαπίστωση της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου, και ιδίως - (
- i)να απαιτεί από οποιοδήποτε πρόσωπο, για το οποίο έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι μπορεί να παράσχει πληροφορίες ή διευκρινίσεις σχετιζόμενες με οποιαδήποτε επιθεώρηση που αφορά την εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου, να απαντά σε σχετικές ερωτήσεις, μόνο του ή στην παρουσία οποιουδήποτε άλλου προσώπου, την οποία μπορεί ο επιθεωρητής να απαιτήσει ή να επιτρέψει, καθώς και να απαιτεί από το πρόσωπο αυτό να υπογράφει δήλωση ότι οι απαντήσεις του είναι αληθείς· (
- ii)να απαιτεί από οποιοδήποτε πρόσωπο στο χώρο εργασίας να του παρέχει, για θέματα τα οποία είναι υπό τον έλεγχο ή την ευθύνη του προσώπου αυτού, τις διευκολύνσεις και τη βοήθεια που είναι αναγκαίες για την ενάσκηση από τον ίδιο οποιασδήποτε από τις εξουσίες που του παρέχονται δυνάμει του παρόντος άρθρου˙ (iii) να ζητεί τη συνδρομή οποιασδήποτε δημόσιας υπηρεσίας ή αρχής, η οποία και υποχρεούται να του την παράσχει. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο