Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Μαρία Φραγκογιάννη, Αρ. Υπόθεσης: 28990/13, 2/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B100 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 28990/13 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Μαρία Φραγκογιάννη Κατηγορούμενης -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 2/6/2016 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Γ. Αργυρού Για την κατηγορούμενη: κα Μ. Χ΄ Λευτέρη (κα Ε. Γιαννακού για την απαγγελία της απόφασης) Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες για αδικήματα κατά παράβαση του Περί της Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων ) Νόμου, 119(Ι)/2000 όπως τροποποιήθηκε και συγκεκριμένα για το αδικήματα της κοινής επίθεσης, της άσκησης βίας στον εν διαστάσει σύζυγο της που του προκάλεσε ψυχική βλάβη και της άσκησης βίας στο τέκνο της που προκάλεσε σε αυτό ψυχική βλάβη (1η -3η κατηγ.). Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκαν και μαρτύρησαν στο Δικαστήριο, ο Αστυφ. 1135 Μάμας Νικοδήμου, ο Jimenez Moncana Ricardo Ernesto και ο Δρ Τραϊανός Πλουγαρλής (Μ.Κ.1-3 αντίστοιχα). Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούμενης υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 όπως τροποποιήθηκε, εισήγηση, ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της πελάτιδας της στην 2η και 3η κατηγορία έτσι ώστε αυτή να κληθεί σε απολογία, κάτι το οποίο δεν εισηγήθηκε για την 1η κατηγορία στην οποία δέχθηκε ότι υπάρχει επαρκής μαρτυρία για κλήση της κατηγορούμενης σε απολογία. Πιο συγκεκριμένα ήταν η θέση της ότι από τη στιγμή που δεν έχει προσαχθεί μαρτυρία εμπειρογνώμονα δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αποδειχθεί η πρόκληση ψυχικής βλάβης είτε στον ίδιο τον παραπονούμενο, είτε στο παιδί τους. Αντίθετη βέβαια υπήρξε η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής. Η απαλλαγή κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου σε αυτή. [Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E. R. 448]. H κλήση κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Αzinas and another v. Police, (πιο πάνω)). Ως προς το βαθμό απόδειξης που πρέπει να αποδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9. Βοηθητική επίσης για το ζήτημα που εξετάζεται είναι η υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα. «. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155 . δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το Δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατό να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της επάρκειά της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρά στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία». Ένα από τα συστατικά στοιχεία που θα πρέπει να αποδειχθεί για απόδειξη της 2ης και 3ης κατηγορίας είναι η πρόκληση ψυχικής βλάβης τόσο στον ίδιο τον παραπονούμενο όσο και στο ανήλικο τέκνο τους. Εξετάζοντας την προσαχθείσα από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρία σε σχέση με το στοιχείο αυτό, παρατηρείται ότι μαρτυρία που να στοχεύει προς απόδειξη του στοιχείου αυτού, έχει προσκομισθεί μόνο από τον παραπονούμενο (Μ.Κ.2). Σε σχέση με το αδίκημα της 2ης κατηγορίας με την οποία αποδίδεται στην κατηγορούμενη συμπεριφορά που προκάλεσε στον ίδιο ψυχική βλάβη η μαρτυρία του περιορίσθηκε στο να πει ότι τόσο ο ίδιος, όσο και ο τρόπος ζωής του έχουν επηρεασθεί. Ερωτώμενος δε πως ένοιωσε την ώρα που υπέστη την επίθεση είπε κατά λέξη «είναι αίσθημα.. δεν υπάρχει σεβασμός προς το άτομο, μπορούμε να είμαστε σε αντίποδα για κάθε κατάσταση, δεν εξασκούμε βία». Σε σχέση με το αδίκημα της 3ης κατηγορίας για πρόκληση δηλαδή ψυχικής βλάβης στο ανήλικο παιδί τους ανάφερε ο Μ.Κ.2 ότι όπως πιστεύει το παιδί επηρεάστηκε παρόλο που δεν έδειξε κάποια αντίδραση. Είπε ακόμα ότι δεν μπορεί να πει «με επιστημονικό τρόπο» ποια ζημιά θα έχει το παιδί ψυχολογικά. Σε άλλο σημείο και ερωτώμενος για την στάση του παιδιού έναντι της κατηγορούμενης, απάντησε ότι δεν έχει ειδικότητα ψυχολόγου και δεν μπορεί να εκφέρει επαγγελματική γνώμη. Αυτή είναι η μοναδική μαρτυρία που έχει προσκομισθεί σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της πρόκλησης ψυχικής βλάβης. Όμως η μαρτυρία αυτή είναι εντελώς ανίσχυρη να το αποδείξει και εν πάση περιπτώσει όχι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη της κατηγορούμενης (βλ. Kallenos πιο πάνω). Και αυτό γιατί και όσο αφορά τον ίδιο τον παραπονούμενο, η αναφορά του ότι επηρεάστηκε η ζωή του, παρέμεινε εντελώς γενικόλογη και αόριστη αφού δεν αναφέρθηκαν συγκεκριμένα συμπτώματα που προκλήθηκαν σε αυτόν ως συνέπεια της συμπεριφοράς που αποδίδεται στην κατηγορούμενη έτσι ώστε να μπορούσε να εξεταστεί περαιτέρω σε περίπτωση που η κατηγορούμενη καλείτο σε απολογία αν αυτά συνιστούν ψυχική βλάβη και αν αυτά ήταν αποτέλεσμα της συμπεριφοράς που αποδίδεται στην κατηγορούμενη. Όσο αφορά δε το ανήλικο παιδί τους και όπως και ο ίδιος ο παραπονούμενος δέχθηκε δεν υπήρξε εκ μέρους του παιδιού οποιαδήποτε αντίδραση. Τα όσα δε περαιτέρω ανάφερε αποτελούν δικές του προσωπικές απόψεις που ως τέτοιες δεν θα μπορούσαν σε καμία περίπτωση να γίνουν αποδεκτές και να εξαχθούν από αυτές οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα. Οι ισχυρισμοί δηλαδή που εξέφρασε ο παραπονούμενος ακόμα και στην περίπτωση που γίνονταν αποδεκτοί, θα ήταν εντελώς ανεπαρκείς και ανίσχυροι να αποδείξουν την πρόκληση ψυχικής βλάβης είτε στον ίδιο τον παραπονούμενο, είτε στο ανήλικο παιδί τους. Σημαντικό επίσης στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της απόρριψης της 3ης κατηγορίας από το στάδιο αυτό είναι η παντελής έλλειψη μαρτυρίας όσο αφορά το συστατικό στοιχείο της άσκησης βίας εκ μέρους της κατηγορούμενης προς το ανήλικο παιδί της. Κανένας μάρτυρας και ειδικότερα ο Μ.Κ.2 δεν ισχυρίσθηκε ότι η κατηγορούμενη άσκησε βία στο παιδί τους. Αντίθετα και σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του, αυτός ήταν το πρόσωπο εναντίον του οποίου η κατηγορούμενη άσκησε βία. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, κρίνεται ότι η κατηγορούμενη δεν πρέπει να κληθεί σε απολογία στην 2η και 3η κατηγορία. Αντίθετα η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή σε σχέση με την 1η κατηγορία είναι επαρκής για το στάδιο αυτό και δικαιολογεί την κλήση της κατηγορούμενης σε απολογία στην κατηγορία αυτή. Κατά συνέπεια η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάττεται στην 2η και 3η κατηγορία και καλείται να προβάλει την υπεράσπιση της στην 1η κατηγορία. (Υπ.)................ Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής (Επεξηγούνται στην κατηγορούμενη τα δικαιώματα της) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο