← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μιχαήλ Χριστοδούλου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12917/14, 22/6/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μιχαήλ Χριστοδούλου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12917/14, 22/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B109 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Δρουσιώτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12917/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή ν.

  1. Μιχαήλ Χριστοδούλου
  2. Παντελάκης Νικολαϊδης
  3. Άννα Ξενοφώντος Κατηγορούμενος -------- Ημερομηνία: 22 Ιουνίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Β. Δανιηλίδου (κα Αναστασίου για να ακούσει απόφαση) Για τον Κατηγορούμενο 1: παρών προσωπικά Για την Κατηγορούμενη 3: κ. Μαρκίδης Κατηγορούμενοι 1 και 3 παρόντες Α Π Ο Φ Α ΣΗ Ο κατηγορούμενος 1 μετά από ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου αντιμετωπίζει τα αδικήματα που αναφέρονται στις κατηγορίες 1 και 2 δηλαδή της εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα και της ανησυχίας κατά παράβαση του άρθρου 95 του Ποινικού Κώδικα. Με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων κατηγορείται ότι στις 26.3.2014 σε δημόσιο χώρο στην οδό Πάνου Σολωμονίδη εξύβρισε τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας κ. Νίκο Αναστασιάδη με τη φράση «ο πραξικοπηματίας, ο ελεεινός ο Αναστασιάδης» κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση και ότι άνευ λόγου και αιτίας την ίδια ημερομηνία και στον ίδιο χώρο προκάλεσε θόρυβο κατά ενδεχόμενο τρόπο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετώπιζε και την κατηγορία 3 από την οποία έχει αθωωθεί και απαλλαχτεί μετά από ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. Η κατηγορούμενη 3 αντιμετωπίζει την κατηγορία 6 που αφορά το αδίκημα της επίθεσης κατά οργάνου τηρήσεως της τάξης κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του κατά παράβαση του άρθρου 244 (β) του Ποινικού Κώδικα και συγκεκριμένα κατηγορείται ότι στις 26.3.2014 στη Λεμεσό επιτέθηκε κατά οργάνου τηρήσεως της τάξης δηλαδή κατά του Αστυνόμου Β΄ Νίκου Νίκου από τη Λεμεσό. Στο κατηγορητήριο υπήρχε ακόμη ένας κατηγορούμενος στον οποίο αναφέρονταν οι κατηγορίες 4 και 5 οι οποίες όμως έχουν ανασταλεί λόγω μη επίδοσης του κατηγορητηρίου. Η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε πέντε μάρτυρες και οι κατηγορούμενοι 1 και 3 όταν κλήθηκαν σε απολογία κατέθεσαν ενόρκως. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος 1 προς υπεράσπιση των θέσεων του κάλεσε ακόμη δύο μάρτυρες. Περίληψη μαρτυρίας Ο Μ.Κ.1 Αστυνόμος Β΄ Νίκος Νίκου ανέφερε ότι στις 26.3.2014 έφερε τη γενική εποπτεία της επιχείρησης σε σχέση με μέτρα ασφαλείας σε εκδήλωση στο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Λεμεσού Πάνος Σολομωνίδης στην οδό Πάνου Σολωμονίδη στη Λεμεσό. Περί ώρα 18.50 ενώ κατευθυνόταν στο γραφείο του ο αξιωματικός υπηρεσίας τον ενημέρωσε ότι υπήρχαν επεισόδια στην εκδήλωση. Μετέβη στο χώρο όπου διαπίστωσε να υπάρχουν γύρω στα 100 άτομα του ΕΛΑΜ. Ο Υπαστυνόμος Μ. Χαραλάμπους τον ενημέρωσε ότι κάποιος Τουρκοκύπριος βγήκε έξω και προκλητικά φωτογράφισε μέλη του ΕΛΑΜ με αποτέλεσμα να του επιτεθούν και να του πάρουν τη φωτογραφική μηχανή και να προξενηθούν ζημιές στην είσοδο του κέντρου. Μίλησε με κάποιο υπεύθυνο και ενώ τη συγκεκριμένη στιγμή δεν υπήρχαν άλλα επεισόδια άκουσε ότι ρίχθηκε πυρσός στην βορειοδυτική είσοδο. Περί ώρα 20.15 οι οργανωμένοι του ΕΛΑΜ απεχώρησαν και παρέμειναν στο χώρο περί τα 25 άτομα. Περί ώρα 20.30 πρόσωπο ηλικίας περίπου 40 ετών άρχισε να φωνάζει και να βρίζει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με τις φράσεις «ο πραξικοπηματίας ο ελεεινός ο Αναστασιάδης». Του απεκάλυψε την αστυνομική του ταυτότητα, τον προειδοποίησε να σταματήσει και αυτός επανέλαβε την ίδια φράση ακόμη τρεις φορές. Τον ενημέρωσε ότι διαπράττει το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης και ανησυχίας, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και του απάντησε «φύε ρε που δαμέ». Εκ των υστέρων διαπίστωσε ότι ονομάζεται Μιχάλης Χριστοδούλου. Στη συνέχεια και περί ώρα 20.35 αντιλήφθηκε μία γυναίκα να φωνάζει «έτο εν τούτος έννα τον σάσω καλά» και ταυτόχρονα να λαμβάνει φωτογραφίες με το κινητό της τηλέφωνο. Την προσέγγισε, της απεκάλυψε την αστυνομική του ιδιότητα, της ανέφερε να αποχωρήσει από το μέρος και να σταματήσει να φωτογραφίζει γιατί η όλη συμπεριφορά της ήταν προκλητική. Τότε αυτή τον έσπρωξε με το χέρι της, την πληροφόρησε ότι διαπράττει αδίκημα της επίθεσης, την ενημέρωσε για τη σύλληψη της, αυτή έτρεξε και έριξε το κινητό σε μια άλλη κοπέλα. Το κινητό έπεσε στο έδαφος, το παρέλαβε και το παρέδωσε στον Αστ.
  4. Οι αστυνομικοί που ήλθαν να τον βοηθήσουν παρέλαβαν τη γυναίκα και την οδήγησαν στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό. Αργότερα διαπίστωσε ότι ονομάζεται Άννα Ξενοφώντος. Ο μάρτυρας αντεξεταζόμενος από τον πρώτο κατηγορούμενο ανέφερε ότι δεν τον γνώριζε προηγουμένως, επέμενε στη θέση του ότι φώναζε προκλητικά τη φράση που ανέφερε ανωτέρω σε σχέση με τον Πρόεδρο, στη συνέχεια συμφώνησε ότι ο κατηγορούμενος 1 συνέχιζε να αναφέρει το όνομα του Προέδρου, αρνήθηκε όμως ότι ήταν απόλυτη ησυχία στο χώρο μετά την αποχώρηση του ΕΛΑΜ. Ο μάρτυρας αντεξεταζόμενος από το δικηγόρο της κατηγορούμενης 3 συμφώνησε ότι η κατηγορούμενη 3 έβγαζε φωτογραφίες, αρνήθηκε ότι επιτέθηκε στην κατηγορούμενη 3 για να τις πιάσει το τηλέφωνο, συμφώνησε ότι την προσέγγισε για να πάρει το τηλέφωνο, μπορεί σε κάποιο σημείο να την τράβηξε, αρνήθηκε όμως ότι της προκάλεσε οποιοδήποτε μώλωπα στο στήθος. Για το κινητό συμφώνησε ότι το έπιασε ο ίδιος, το έδωσε σε κάποιο συνάδελφο του και αργότερα πληροφορήθηκε ότι το τηλέφωνο επιστράφηκε στην κατηγορούμενη
  5. Αρνήθηκε τις υποβολές ότι το τηλέφωνο δεν επεστράφηκε. Δεν γνωρίζει όμως πότε επιστράφηκε το τηλέφωνο. Ο Μ.Κ.2 Αστ. 2854 Κλείτος Σωκράτους το μόνο που έκανε ήταν να λάβει γραπτή κατάθεση από την κατηγορούμενη 3 με τη μορφή ερωτοαπαντήσεων. Την κατάθεση της κατηγορούμενης 3 την κατέθεσε ως Τεκμήριο
  6. Συμφώνησε με το δικηγόρο της κατηγορούμενης 3 ότι κατά τη λήψη της κατάθεσης η κατηγορούμενη 3 ήταν ταραγμένη. Ο Μ.Κ.3 Αστ. 1810 Αντρέας Νικόλα το μόνο που έκανε ήταν να κατηγορήσει γραπτώς την κατηγορούμενη 3 και κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 την γραπτή κατηγορία. Ο Μ.Κ.4 Αστ. 4885 Θεόδωρος Σοφοκλέους κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 1 και ακόμη ένα πρόσωπο. Η γραπτή κατηγορία του κατηγορουμένου 1 κατατέθηκε εκ συμφώνου ως Τεκμήριο
  7. Περαιτέρω ο Μ.Κ.4 στις 10.4.2014 έδωσε νέα κατάθεση στην οποία αναφέρει τα γεγονότα που επεσυνέβησαν στις 26.3.
  8. Συγκεκριμένα ότι μαζί με άλλους αστυφύλακες μετέβηκε στο χώρο των επεισοδίων περί ώρα 19.
  9. Βρέθηκε στην κύρια είσοδο του πολιτιστικού κέντρου όπου βρισκόταν ο Αστυνόμος Νίκος Νίκου και άλλοι 7 με 8 συναδέλφοι του ΟΠΕ. Ενώ βρίσκονταν στο μέρος διαδηλωτές άρχισαν να κινούνται προς την είσοδο του κέντρου και μαζί με άλλους συναδέλφους του τους απώθησαν και επέστρεψαν πίσω στο δρόμο. Πληροφορήθηκε ότι ρίχθηκε πυρσός εντός του κτιρίου, μετέβηκε στο χώρο εκεί και ενώ βρισκόταν στο συγκεκριμένο χώρο είδε ότι κάποιοι άλλοι συνάδελφοι του καλούσαν σε βοήθεια στην είσοδο του κέντρου. Μετέβηκε στο χώρο της εισόδου και είδε τον αστυνόμο Νίκο Νίκου να συλλαμβάνει μία κοπέλα. Ο Νίκου τους ανέφερε ότι ήταν υπό σύλληψη, τη μετέφερε μαζί με άλλο αστυφύλακα έξω από τα επεισόδια. Την ίδια στιγμή ο Νίκου παρέδωσε στον αστυφύλακα 3071 Κακουλλή το κινητό της κοπέλας και ο Κακουλλή το παρέδωσε στον ίδιο καθότι αρχικά θα την μετέφερε ο ίδιος στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού. Αργότερα όταν τελικά θα την μετέφερε ο Αστ. 934 του παρέδωσε και το κινητό της. Η κοπέλα παραπονέθηκε ότι κατά τη διάρκεια της σύλληψης το κινητό έπεσε στο έδαφος και γδάρθηκε και ότι θα πρέπει να της αγοράσουν άλλο γιατί το έριξαν στο έδαφος. Στην κυρίως εξέταση ανέφερε ότι το τηλέφωνο το παρέδωσε ο ίδιος στην κοπέλα όταν μπήκε στο περιπολικό και αυτή το έδωσε σε κάποιο φίλο της. Αντεξεταζόμενος από το δικηγόρο της ανέφερε ότι ήταν ο Αστυφύλακας Κακουλλής που παρέδωσε το κινητό τηλέφωνο στην κοπέλα. Έμαθε για την καταγγελία που έγινε από την κοπέλα για το κινητό μετά που έδωσε κατάθεση. Ο Μ.Κ.5 Αστ. 3071 Κυριάκος Κακουλλής ανέφερε ότι και αυτός στις 26.3.14 ήταν υπηρεσία και βρίσκετο στο Πολιτιστικό Κέντρο Πάνος Σολομωνίδης. Σε σχέση με το κινητό της κατηγορούμενης 3 ανέφερε ότι το τηλέφωνο το είχε ο Αστυφ. Θεόδωρος Σοφοκλέους, αυτός τοποθέτησε την κατηγορούμενη 3 στο περιπολικό και ο Σοφοκλέους στην παρουσία του της παρέδωσε το κινητό τηλέφωνο το οποίο η ίδια ισχυριζόταν ότι είχε καταστραφεί. Ο ίδιος διαπίστωσε το κινητό στο εξωτερικό του να υπάρχουν ζημιές και γδαρσίματα, ο Σοφοκλέους την ενημέρωσε ότι δεν μπορεί να κάνει χρήση του κινητού της και τότε αυτή το παρέδωσε σε κάποιο φίλο της που ήταν στο χώρο. Ο κατηγορούμενος 1 κατέθεσε ενόρκως. Ανέφερε ότι πήγε μαζί με την κατηγορούμενη 3 στην εκδήλωση, αγανάκτησε, σηκώθηκε και βγήκε έξω από την αίθουσα της εκδήλωσης, έγιναν φασαρίες, έριξαν πυρσούς μέσα στο κέντρο και καμιά σύλληψη δεν έγινε. Στο χώρο έμειναν 8-10 άτομα και 40-70 αστυνομικοί. Συνομιλούσαν χωρίς να οχλαγωγούν. Βγήκε έξω ο κ. Σιλιτζιώτης και τους αποκάλεσε «φύετε ρε πραξικοπηματίες» Τότε αυτός του απάντησε «εγώ κ. Σιλιτζιώτη ήμουν αγέννητος το πραξικόπημα αλλά πραξικοπηματία φωνάζετε το Αναστασιάδη και το κόμμα του 40 χρόνια τζαι σήμερα συμφωνείτε στο Κυπριακό και συναγελάζεστε μαζί τους». Είναι η θέση του ότι μετά το πιο πάνω ήρθε κοντά τους ο Νίκος Νίκος και του είπε να σταματήσει να βρίζει τον Πρόεδρο, του ανέφερε να του πει ποια ήταν η υβρισία που εκστόμισε προς τον Πρόεδρο και τότε αυτός του ανέφερε να σταματήσει να αναφέρει το όνομα του Προέδρου και αυτός το επανέλαβε για τρεις φορές. Αρνήθηκε ότι ο Νίκος Νίκου του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα, αρνήθηκε ότι τον έθεσε υπό σύλληψη και αντ΄ αυτού ισχυρίζεται ότι ο Νίκου τον έπιασε από τον γιακά και τον τραβούσε μπροστά από όλο τον κόσμο. Είναι η θέση του ότι αυτά έγιναν για καθαρά πολιτικούς λόγους. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι ύβρισε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και επανέλαβε ότι σε αντίδραση από τη συμπεριφορά του Νίκου Νίκου επαναλάμβανε τη φράση «Νίκος Αναστασιάδης». Ο Μ.Υ.2 Ιωάννης Ιωάννου ανέφερε ότι την επίδικη ημερομηνία βρισκόταν με τον κατηγορούμενο στον Πολιτιστικό Κέντρο Πάνος Σολομωνίδης στη Λεμεσό. Στο χώρο παρέμειναν ελάχιστοι καμιά εικοσαριά και πολύ περισσότεροι αστυνομικοί. Ήταν κοντά στον κατηγορούμενο 1 και άκουσε τον κ. Σιλικιώτη να απευθύνεται στον κατηγορούμενο 1 και να τον κατηγορεί πραξικοπηματία και ο κατηγορούμενος 1 του απάντησε ότι το κόμμα του σήμερα συβρέθουνται με τον Πρόεδρο Αναστασιάδη που τον έχουν κατηγορήσει στο παρελθόν για 40 χρόνια πραξικοπηματία. Τότε επέμβηκε ο αστυνομικός και του είπε να μη βρίζεις τον Πρόεδρο και ο κατηγορούμενος 1 του απάντησε εγώ δεν ύβρισα τον Πρόεδρο Αναστασιάδη και ο αστυνομικός ζήτησε από τον κατηγορούμενο 1 να μην αναφέρει το όνομα του Προέδρου, ο κατηγορούμενος 1 το επανέλαβε άλλες τρεις φορές και τότε έδωσε οδηγίες να τον συλλάβουν. Δεν άκουσε τον αστυνομικό να υποδεικνύει στον κατηγορούμενο 1 αστυνομική ταυτότητα ούτε να του θέτει επίστηση της προσοχής του στο νόμο. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε τα πιο πάνω ότι ο κατηγορούμενος 1 είπε στον κ. Σιλικιώτη «εσείς το κόμμα σας τον κατηγορούσετε για 40 χρόνια πραξικοπηματία και τώρα βρίσκετε τα στο Κυπριακό» και δεν ανέφερε τίποτε άλλο. Αρνήθηκε ότι ο κατηγορούμενος 1 ύβριζε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με τις φράσεις «Ο πραξικοπηματίας, ο ελεϊνος ο Αναστασιάδης». Ο Μ.Υ.3 Μάριος Στυλιανού ανέφερε ότι την επίδικη ημερομηνία βρισκόταν και αυτός στο Πολιτιστικό Κέντρο Πάνος Σολομωνίδης και άκουσε κάποιο άτομο το οποίο όπως υπολογίζει πρέπει να ήταν αστυνομικός να έχει κάποια συνομιλία με τον κατηγορούμενο 1 και αυτός είπε στον κατηγορούμενο 1 να μην αναφέρει το όνομα του Προέδρου. Ο κατηγορούμενος 1 του ανέφερε «γιατί απαγορεύεται;» και ανέφερε το όνομα του Προέδρου τρεις φορές. Τότε ο αστυνομικός επιτέθηκε πάνω του με άγριο τρόπο να τον συλλάβει. Σε σχέση με την κατηγορούμενη 3 ανέφερε ότι δεν την είδε να επιτίθεται στον αστυνομικό αλλά είδε να ρίχνουν το τηλέφωνο της στο έδαφος και να την συλλαμβάνουν. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν άκουσε τι ελέχθηκε μεταξύ κατηγορούμενου 1 και αστυνομικού γιατί δεν ήταν από την αρχή στο χώρο, επανέλαβε ότι άκουσε τον κατηγορούμενο 1 να επαναλαμβάνει τρεις φορές το όνομα του Προέδρου και ο αστυνομικός προέβηκε στη σύλληψη του. Η κατηγορούμενη 3 ανέφερε ότι βρισκόταν την επίδικη ημερομηνία στο Πολιτιστικό Κέντρο Πάνος Σολομωνίδης. Καταρχάς βρισκόταν εντός της αίθουσας και αργότερα βγήκε έξω από την αίθουσα μαζί με άλλα δύο άτομα αφού διαφωνούσε με τα λεγόμενα στην αίθουσα και αποχωρώντας φώναξαν όλοι μαζί «Η Κύπρος είναι Ελληνική». Βγαίνοντας έξω διαπίστωσε άτομα να διαδηλώνουν και τους ανέφερε ότι μέσα στην αίθουσα γίνονται τα αίσχηντα. Έξω από την αίθουσα και ενώ βρισκόταν δίπλα από τον δικηγόρο της διαπίστωσε να βγαίνει από την αίθουσα ο κ. Σιλιτζιώτης και να απευθύνεται με τις λέξεις «εσείς οι πραξικοπηματίες». Τότε ο κατηγορούμενος 1 του απάντησε «Εμείς πραξικοπηματίες; Εγώ ήμουν αγέννητος τότε. Όταν εσείς συναγελάζεστουν με τους κυβερνώντες τι εκάνετε;» και τότε είδε τον κατηγορούμενο 1 να δέχεται επίθεση από πρόσωπο που βρισκόταν εκεί και να τον καλεί να σταματήσει να βρίζει τον Πρόεδρο. Παραθέτει και αυτή την στιχομυθία κατηγορούμενου 1 και του προσώπου αυτού και στη συνέχεια βγάζει το κινητό της και προσπαθεί να φωτογραφίσει τη βία που δέχετο ο κατηγορούμενος
  10. Τότε ένιωσε κάποιο να τη σπρώχνει και να προσπαθεί να της πάρει το τηλέφωνο. Διαπίστωσε ότι ήταν αστυνομικός, της φώναξε ότι το τηλέφωνο της κατάσχεται. Αυτή προσπάθησε να μεταβεί προς την αδελφή της και στην προσπάθεια του ο αστυνομικός να της κατάσχει το τηλέφωνο αυτό έπεσε στο έδαφος, το πάτησε με αποτέλεσμα να καταστραφεί. Τη συνέλαβε και μεταφέρθηκε με αστυνομικό αυτοκίνητο στην αστυνομική διεύθυνση Λεμεσού. Αντεξεταζόμενη συμφώνησε ότι με αυτά που άκουσε στην αίθουσα είχε αντιδράσει, εξοργίστηκε και πικράθηκε, προσπάθησε να βγάλει φωτογραφίες τη βίαιη αντίδραση των αστυνομικών εναντίον πολιτών. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και με αυτή την προσοχή προχωρώ στην εξέταση της μαρτυρίας τους, αφού το έργο της αξιοπιστίας είναι ένα πολυσύνθετο και λεπτό έργο παρατήρησης κατατεθέντων μαρτύρων και ορθά έχει χαρακτηριστεί ως σημαντικότερο καθήκον του Δικαστηρίου (βλέπε C & A Pelekanos Associates Ltd

(1999)1 (Β) ΑΑΔ 1273). Αξιολογώντας τη μαρτυρία δεν περιορίστηκα μόνο στη προσωπική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα βλ Rana κ.α. v. Δημοκρατίας
(2)ΑΑΔ 489 αλλά τη διερεύνησα στο σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας είτε αυτή προερχόταν από την κατηγορούσα αρχή είτε από τους κατηγορούμενους. Το Δικαστήριο διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ
  1. Λόγω της φύσεως της υπόθεσης, των ισχυρισμών που έχουν τεθεί εκ μέρους των κατηγορουμένων, των γεγονότων που επεσυνέβησαν την επίδικη ημερομηνία, τη δημοσιότητα που έχει δοθεί στο όλο επεισόδιο, η μαρτυρία όλων των εμπλεκομένων, δηλαδή του Μ.Κ.1 και των κατηγορουμένων 1 και 3 καθώς και των αστυνομικών οι οποίοι διαχειρίστηκαν το θέμα που αφορούσε το τηλέφωνο της κατηγορουμένης 3, Μ.Κ.4 και 5, έχει εξεταστεί με ιδιαίτερη προσοχή και έχει διερευνηθεί στο σύνολο της, είτε αυτή προερχόταν από την κατηγορούσα αρχή είτε από τους κατηγορούμενους 1 και
  2. Ιδιαίτερα έχω αντιπαραβάλει τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 Υπαστυνόμου Νίκου Νίκου και των κατηγορουμένων 1 και
  3. Αυτό που διαπιστώνω είναι ότι και οι τρεις τους, ο καθένας για δικούς του λόγους, έχει πει στο Δικαστήριο αυτά που οι ίδιοι πίστευαν ότι αποτελούσαν την αλήθεια. Ο Μ.Κ.1 ως αξιωματικός της αστυνομίας και το άτομο το οποίο έφερε τη γενική εποπτεία της επιχείρησης θα ήταν ορθότερο και θα απέδιδε κύρος η παρουσία του στο χώρο όπου συνέβησαν διάφορα γεγονότα να ευρίσκεται με τέτοια ενδυμασία η οποία να ανταποκρίνεται στο υψηλό του καθήκον. Είναι γεγονός ότι λόγω της έντασης που υπήρχε στο χώρο και της αντιπαράθεσης που υπήρχε μεταξύ αστυνομίας και των παρόντων στο χώρο για να διαδηλώσουν, η αστυνομία θα έπρεπε να λάβει αυστηρότερα μέτρα για αποφυγή οποιωνδήποτε παρεκτροπών. Η έλλειψη αυτών των μέτρων οδήγησε την αστυνομία σε συλλήψεις για αδικήματα τα οποία τιμωρούνται από τον Ποινικό Κώδικα με τη μικρότερη ποινή και χρειάστηκε ουσιαστικά να αντιπαραβληθεί η αξιοπιστία της αστυνομίας με τα άτομα τα οποία διαδήλωναν στο χώρο. Ο τρόπος ο οποίος χειρίσθηκε η αστυνομία και κατ΄ επέκταση ο Μ.Κ.1 την κατάσχεση του τηλεφώνου της κατηγορούμενης 3 είναι μια ένδειξη του τρόπου που η αστυνομία χειρίστηκε τα γεγονότα την επίδικη ημερομηνία. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου αστυνομικοί οι οποίοι να δώσουν διαφορετικές εκδοχές ως προς την επιστροφή ή όχι του τηλεφώνου της κατηγορούμενης 3 και αν αυτό καταστράφηκε ή όχι. Το γεγονός ότι η κατηγορούμενη 3 φωτογράφιζε με το τηλέφωνο της σε δημόσιο χώρο από μόνο του δεν αποτελούσε θέμα για το οποίο ο Μ.Κ.1 θα έπρεπε να αντιδράσει και να επιζητεί την κατάσχεση του τηλεφώνου και αργότερα τη σύλληψη της κατηγορούμενης
  4. Μέσα από τη μαρτυρία διαπιστώνεται ότι ουσιαστικά η όλη αντιπαράθεση μεταξύ κατηγορούμενης 3 και Μ.Κ.1 δεν είναι το γεγονός ότι η κατηγορούμενη 3 άγγιξε τον Μ.Κ.1 και αυτό αποτελούσε επίθεση κατά αστυνομικού κατά τον ισχυρισμό του Μ.Κ.1 αλλά η πράξη της να φωτογραφίζει τα γεγονότα. Ο κατηγορούμενος 1 με την κατάθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου προσπάθησε να μεταφέρει τα γεγονότα όπως ο ίδιος επιθυμούσε. Η προσπάθεια του αυτή βγαίνει και από τη μαρτυρία που έχει προσκομίσει από τους δύο μάρτυρες υπεράσπισης, Μ.Υ.2 και 3, των οποίων η μαρτυρία και ο τρόπος όπως κατέθεσαν στο Δικαστήριο δείχνει ότι τα όσα ανέφεραν στο Δικαστήριο δεν αποτελούσαν προϊόν ελεύθερης σκέψης αλλά αποτελούσαν μαρτυρία η οποία έχει κατευθυνθεί από τον ίδιο τον κατηγορούμενο
  5. Ο προβληματισμός του Δικαστηρίου σε σχέση με το αξιόπιστο αλλά και την ποιότητα της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του κατηγορούμενου
  6. Η όλη εικόνα που έχει αφήσει στο Δικαστήριο ο κατηγορούμενος 1, ο τρόπος που κατέθετε, αυτά τα οποία κατέθεσε, η εντός εισαγωγικών άγνοια του ποιος ήταν απέναντι του και αν ακόμη ήταν αστυνομικός και από την άλλη να γνώριζε πολύ καλά τον Μ.Κ.1, δίδει το δικαίωμα στο Δικαστήριο να καταλήγει σ΄ αυτό που ανέφερε ανωτέρω ότι ο κατηγορούμενος 1 κατέθεσε αυτά που πίστευε ο ίδιος ότι είναι η αλήθεια. Η όλη συμπεριφορά της κατηγορούμενης 3 στο εδώλιο του μάρτυρα, ακόμα και αυτή η απαξίωση της να ορκιστεί στο ιερό ευαγγέλιο με την καταρχήν αιτιολογία ότι δεν μπορούσε να ορκιστεί στο ευαγγέλιο που έχουν ορκιστεί οι προηγούμενοι μάρτυρες οι οποίοι κατά τους ισχυρισμούς της ήταν ψευδομάρτυρες, καταδεικνύει ένα πρόσωπο το οποίο σκοπό έχει να θέσει μόνο τις δικές της θέσεις και να μην μπορεί να ακούσει και τις θέσεις των άλλων. Ισχυρίστηκε ότι πήγε στο χώρο για να ακούσει το τι θα λέγετο σε αυτό με αγαθό σκοπό αλλά αυτό που διάφανη είναι ότι πήγε στο χώρο, όχι μόνο να ακούσει, όχι μόνο να διαδηλώσει αλλά να αντιδράσει με οποιοδήποτε τρόπο μπορούσε. Δυστυχώς ο λανθασμένος τρόπος αντιμετώπισης των γεγονότων από την αστυνομία έδωσε το δικαίωμα στην κατηγορούμενη 3 να σχολιάζει με τον τρόπο που η ίδια σχολίασε τα γεγονότα στο Δικαστήριο. Το δικαίωμα αυτό το ενίσχυσε και ο τρόπος που την αντιμετώπισε η αστυνομία σε σχέση με το τηλέφωνο της. Φυσικά οι παραλείψεις της αστυνομίας δεν σημαίνουν ότι η κατηγορούμενη 3 έχει πει στο Δικαστήριο την αλήθεια αλλά η κατηγορούμενη 3 είπε στο Δικαστήριο αυτά που η ίδια πίστευε ότι είναι αλήθεια. Συνεπώς τόσο η μαρτυρία του Μ.Κ.1 όσο και η μαρτυρία των κατηγορουμένων 1 και 3 απορρίπτεται. Επίσης απορρίπτεται στο σύνολο της και η μαρτυρία των Μ.Υ2 και 3 ως κατευθυνόμενη μαρτυρία από τον κατηγορούμενο
  7. Ο τρόπος που χειρίστηκαν το θέμα του τηλεφώνου της κατηγορούμενης 3 οι Μ.Κ.4 και 5 δηλώνει προσπάθεια τους να αιτιολογήσουν την όλη κατάσταση που συνέβη από τη στιγμή που ο Μ.Κ.1 πήρε το τηλέφωνο της κατηγορούμενης 3 και ως τέτοια απορρίπτεται. Αξιόπιστη αλλά καθαρά τυπική είναι η μαρτυρία των Μ.Κ.2 και 3 των οποίων έχει παραμείνει αναντίλεκτη. Φυσικά το μόνο που έκαναν οι Μ.Κ.2 και 3 ήταν να λάβουν κάποιες καταθέσεις και να κατηγορήσουν την κατηγορούμενη
  8. Το βάρος βρίσκεται στην Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει την υπόθεση της και το επίπεδο απόδειξης είναι αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Βλέπε Χαρίτωνος ν. Δημοκρατίας
(1971)2 Α..Α.Δ. 40 και Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας
(1977)2 Α.Α.Δ. 97. Αν στο τέλος της υπόθεσης το δικαστήριο έχει έστω και την παραμικρή αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε ο κατηγορούμενος πρέπει να απαλλαγεί της κατηγορίας. Βλέπε Τούμπα ν. Αστυνομίας
(1984)2 Α.Α.Δ. 110 και Καίτη Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(1985)2 Α.Α.Δ. 97. Η κατάληξη μου επί της ποιότητας της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής οδηγεί από μόνη της σε κατάρρευση των κατηγοριών. Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Μαλλιώτη αρ. 2
(1998)2 ΑΑΔ σελ.
  1. Η μη τήρηση του καθήκοντος της πλήρους αλήθειας από τους ουσιαστικούς μάρτυρες έχει ως αποτέλεσμα ότι το Δικαστήριο δεν δύναται να διατυπώσει ευρήματα. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω οι κατηγορίες 1, 2 και 6 απορρίπτονται. Ο κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες 1 και 2 και η κατηγορούμενη 3 αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία
  2. (Υπ.) ...................... Μ. Δρουσιώτης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /ΟΟ Subject: Criminal / General / Final Αναφορά: Εξύβριση - Ανησυχία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.