← Κύπρος

EC FRESH MEAT LTD ν. Ειρηναίου Γεωργίου, εμπορευόμενου με την εμπορική επωνυμία ¨Γεωργίου Γυρονοστιμιές» κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 32310/14, 24/6/2016

EC FRESH MEAT LTD ν. Ειρηναίου Γεωργίου, εμπορευόμενου με την εμπορική επωνυμία ¨Γεωργίου Γυρονοστιμιές» κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 32310/14, 24/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B112 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ - ΠΑΝΑΓΗ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 32310/14 Μεταξύ: EC FRESH MEAT LTD, Κατηγόρων v.

  1. Ειρηναίου Γεωργίου, εμπορευόμενου με την εμπορική επωνυμία ¨Γεωργίου Γυρονοστιμιές»
  2. Μαρία Γεωργίου Κατηγορουμένων --------------------------------------------- Ημερομηνία: 24 Ιουνίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή : κος. Αρμεύτης Για την Κατηγορούμενη 2: κα. Μ. Γιατρού Κατηγορούμενη 2: παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 12/12/2014 εναντίον των 2 πιο πάνω προσώπων. Η υπόθεση αναφορικά με τον κατηγορούμενο 1 στις 2/3/2016, λόγω αδυναμίας εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης, απορρίφθηκε και ο κατηγορούμενος απαλλάγηκε των κατηγοριών που αντιμετώπιζε ήτοι των κατηγοριών 1η, 3η, 5η και 7η. Συνεπεία της καταχώρησης μη παραδοχής από πλευράς της κατηγορούμενης 2 η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση με την παρουσίαση εκ πρώτης των μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής. ΚΑΤΗΓΟΡΗΤΗΡΙΟ 2η Κατηγορούμενη: Σύμφωνα με το κατηγορητήριο η κατηγορούμενη 2 αντιμετωπίζει 4 κατηγορίες ήτοι την 2η, 4η, 6η και 8η κατηγορία. Οι κατηγορίες αυτές αφορούν το αδίκημα της παροχής συνδρομής και/ή παρακίνησης του κατηγορούμενου 1 στην διάπραξη του αδικήματος της εκδόσεως επιταγών που κατά την παρουσίαση τους προς πληρωμή στην Τράπεζα, δεν εξοφλήθηκαν, κατά παράβαση του άρθρου 20 (γ) και 305 Α

(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, η κατηγορούμενη 2 κατηγορείται ότι σε 4 διαφορετικές περιπτώσεις, ήτοι τις 08/09/2014, στις 10/10/2014, στις 17/10/2014 και στις 03/10/2014, στην Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού, υπό την ιδιότητα της ως προσώπου έχοντος την ευθύνη και/ή δικαίωμα λειτουργίας και διαχειρίσεως του τραπεζιτικού λογαριασμού του κατηγορούμενου 1 και/ή της εκδόσεως επιταγών εκ του ως άνω λογαριασμού του κατηγορούμενου 1, εξέδωσε 4 διαφορετικές επιταγές με ημερομηνίες αυτές που ανωτέρω αναφέρονται για διαφορετικά ποσά μια έκαστη εξ' αυτών, προς όφελος των παραπονούμενων και οι οποίες αφού παρουσιάστηκαν στην τράπεζα εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία που κατέστησαν πληρωτέες δεν εξοφλήθηκαν λόγω του ότι η κατηγορούμενη 2 παρείχε συνδρομή και/ή παρακίνησε τον κατηγορούμενο 1 άνευ ευλόγου αιτίας να προκαλέσει την μη εξόφληση αυτών των επιταγών, οι οποίες μέχρι και σήμερα παραμένουν ανεξόφλητες. Συνολικά ενώπιον μου παρουσιάστηκαν 2 μάρτυρες κατηγορίας ενώ κατατέθηκαν 9 Τεκμήρια. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής η ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούμενης 2 εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σύμφωνα με το Άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 σε καμία κατηγορία που η πελάτης της αντιμετωπίζει. Τις θέσεις της αυτές στήριξε με γραπτή αγόρευση (Έγγραφο Α) ενώ αντίθετη ήταν η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των παραπονούμενων ο οποίος αγόρευσε επίσης γραπτώς (Έγγραφο Β). Τα όσα αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανέφεραν στις αγορεύσεις τους έχουν μελετηθεί δεόντως και λήφθηκαν υπόψη ως εκ τούτου δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω τις θέσεις τους αυτούσιες. Συνοπτικά αναφέρω τα κάτωθι που αποτέλεσαν τους κύριους άξονες των εκατέρωθεν εισηγήσεων: Εισήγηση συνηγόρου κατηγορούμενης 2: Α. Δεν έχει αποδειχθεί και ελλείπει το συστατικό στοιχείο της έκδοσης των επιταγών αλλά και η πράξη ανάκλησης της πληρωμής τους. - Δεν έχει αποδειχθεί με νομικά αποδεκτό τρόπο η υπογραφή των επιταγών από την κατηγορούμενη
  1. - Δεν έχουν παρουσιαστεί ως Τεκμήρια τα έντυπα ανάκλησης της πληρωμής των επιταγών για να μπορέσει να εξεταστεί κατά πόσο αυτά επίσης υπογράφηκαν από την κατηγορούμενη
  2. Συνεπώς απουσιάζει το συστατικό στοιχείο της ανάκλησης των επιταγών από την ίδια την κατηγορούμενη 2 με δεδομένο από την μαρτυρία του ΜΚ2 ότι η κατηγορούμενη 2 δεν ήταν η δικαιούχος του λογαριασμού αλλά πρόσωπο που εξουσιοδοτήθηκε να διαχειρίζεται αυτόν. Β. Απουσία εξουσιοδότησης της κατηγορούμενης 2 για τον επίδικο λογαριασμό κατά τον ουσιώδη χρόνο: - Διαζευκτικά με την κατά Α ανωτέρω εισήγηση αποτέλεσε και η θέση ότι ο ΜΚ2 κατέθεσε ως δικαιολογητικό της εξουσιοδότησης της κατηγορούμενης 2 το Τεκμήριο 9, πληρεξούσιο έγγραφο, το οποίο όμως φέρει μεταγενέστερη ημερομηνία της έκδοσης των επιταγών. Συνεπώς το ίδιο το τεκμήριο 9 έρχεται σε αντίθεση με την μαρτυρία αμφότερων των μαρτύρων κατηγορίας και ενισχύει την θέση ότι απουσιάζει εντελώς μαρτυρία που να συνδέει την κατηγορούμενη 2 με την έκδοση και ανάκληση των επιταγών. Εισήγηση συνηγόρου παραπονούμενων: - Έχει δοθεί μαρτυρία περί του ότι την πλήρη διεύθυνση της επιχείρησης την είχε η κατηγορούμενη 2 κατά κύριο λόγο ή αποκλειστικά. - Η κατηγορούμενη 2 με βάση το τεκμήριο 4 ήταν εκτός από υπεύθυνη λογιστηρίου και υπεύθυνη αγορών, εγγυήτρια της «Γεωργίου Γυρονοστιμιές» απέναντι στις υποχρεώσεις της προς την παραπονούμενη. - Δόθηκε μαρτυρία ότι πάντα οι πληρωμές γίνονταν με μεταχρονολογημένες επιταγές που εξέδιδε η κατηγορούμενη 2 ενώ τις υπέγραφε στην παρουσία του. - Οι επιταγές κατατέθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη ότι ανακλήθηκε η πληρωμή τους ενώ ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ελέγχθηκε η υπογραφή επί αυτών χωρίς πρόβλημα ενώ γνωρίζει ότι η κατηγορούμενη 2 έδωσε τις εντολές ανάκλησης. - Αναφέρθηκε στο Δικαστήριο ότι υπάρχουν οι εντολές ανάκλησης των επιταγών Τεκμήρια 5, 6 και 8 ενώ για το Τεκμήριο 7 χάθηκαν από τον φάκελο της Τράπεζας. Περαιτέρω αναφέρθηκε προφορικά και στην αιτιολογία που δόθηκε για μια έκαστη εκ των επιταγών. - Σύμφωνα με τον κο. Αρμεύτη τα πιο πάνω που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με την μορφή μαρτυρίας είναι ικανοποιητικά και πληρούν τις προϋποθέσεις που η νομολογία τάσσει για κλήση της κατηγορούμενης 2 σε απολογία καθότι δεν ελλείπει οιοδήποτε εκ των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων ενώ η μαρτυρία στο σύνολο της δεν είναι αντινομική και δεν στερείται πειστικότητας σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταδικάσει την κατηγορούμενη
  3. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην υπόθεση Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Περαιτέρω στην υπόθεση Γεν. Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87 αναφέρθηκε πως: " Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας ". Περαιτέρω και με βάση τις αρχές που καθιερώθηκαν μέσα από την Νομολογία κανένας κατηγορούμενος δεν πρέπει να καλείται σε απολογία εάν η κλήση αυτή θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευκαιρία να καλύψει κενά και ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της. Η πιο πάνω δυνατότητα δεν είναι αποδεκτή στο ποινικό μας δίκαιο όπου η απόδειξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις, όσο εύλογες και αν είναι. (Βλέπε απόφαση Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΜΚ1 Εύρος Κλαππής. Είναι διευθυντής και μέτοχος της παραπονούμενης εταιρείας. Κατέθεσε ως τεκμήρια τα πιστοποιητικά της παραπονούμενης εταιρείας ενώ αναφέρθηκε στο είδος των εργασιών της εταιρείας του. Την κατηγορούμενη 2 την γνωρίζει καθότι ανάλαβαν να τροφοδοτούν με προϊόντα κρεάτων το κατάστημα που διατηρούσαν στην περιοχή Ζακακίου με την επωνυμία Γεωργίου Γυρονοστιμιές. Κατέθεσε περαιτέρω ως Τεκμήριο 4 την αίτηση εγγραφής πελάτη ημερ.13 Μαίου, σύμφωνα με την οποία η κατηγορούμενη 2 ήταν υπεύθυνη λογιστηρίου και αγορών αλλά και εγγυήτρια των υποχρεώσεων της επιχείρησης προς την εταιρεία του. Αρχικά ο ίδιος νόμιζε ότι η εμπορική επωνυμία ανήκει στην κατηγορούμενη 2 αλλά αργότερα όταν άρχισαν να υπάρχουν προβλήματα με τις επιταγές έμαθε ότι αυτή ανήκει στον γιό της, πρώην κατηγορούμενο
  1. Ο ίδιος πάντα είχε επαφές και συνεννόηση με την κατηγορούμενη 2 η οποία έκανε ως συνήθως και τις παραγγελίες των προϊόντων ενώ κάποτε παραγγελίες έκανε και ο σύζυγος της. Οι πληρωμές γίνονταν πάντα με επιταγές τις οποίες εξέδιδε η κατηγορούμενη 2 και τις παρέδιδε στον ίδιο. Κατέθεσε ακολούθως ως Τεκμήρια 5, 6, 7 και 8 τις επίδικες επιταγές. Ανέφερε ότι τόσο το τεκμήριο 4 όσο και τα τεκμήρια 5 - 8 υπογράφηκαν από την κατηγορούμενη 2 ενώπιον του. Οι επίδικες επιταγές δόθηκαν ως πληρωμή έναντι του υπολοίπου του λογαριασμού που διατηρείτο για τα προϊόντα. Τις επίδικες επιταγές τις κατέθεσε σε παράρτημα της Ελληνικής Τράπεζας στην οδό Πάφου και ειδοποιήθηκαν από τον τραπεζίτη τους ότι ανακλήθηκε η πληρωμή τους. Με επικοινωνία που είχε με διευθυντικά στελέχη της Ελληνικής Τράπεζας του επιβεβαιώθηκε ότι εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να υπογράφει για τον λογαριασμό αυτό ήταν η κατηγορούμενη 2 και περαιτέρω τον ενημέρωσαν ότι η αιτιολογία που έδωσε η κατηγορούμενη 2 κατά την ανάκληση ήταν ότι θα τις διευθετήσει η ίδια πράγμα που δεν έπραξε και παραμένουν μέχρι σήμερα απλήρωτες οι επιταγές. Η ίδια δε κατά τον ΜΚ1 του ανέφερε ότι χρειάζεται χρόνο για να εξοφλήσει. Οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν μεταχρονολογημένες κάποιες μέρες πριν την ημέρα που μια έκαστη από αυτές ήταν πληρωτέα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν μπορεί να θυμάται την χρονολογία της υπογραφής του Τεκμηρίου 4 και δεν αναγράφεται επ' αυτού. Με την κατηγορούμενη 2 αντιμετώπιζε προβλήματα στις πληρωμές και αναγκαζόταν να την επισκέπτεται ο ίδιος για να εκδίδει επιταγές. Αρνήθηκε την υποβολή ότι δεν έλαβε ποτέ ο ίδιος επιταγές αλλά αντίθετα οι υπάλληλοι του παραλάμβαναν επιταγές οι οποίες ήταν ήδη υπογεγραμμένες και συμπληρωμένες. Στο τεκμήριο 4 αναγράφεται στην θέση του Διευθυντή το όνομα του Ειρηναίου Γεωργίου αλλά για τον ίδιο και την εταιρεία του δεν έχει σημασία ποιος είναι ο διευθυντής αλλά ποιος είναι ο εγγυητής. Οι πληρωμές γίνονταν έναντι λογαριασμού που διατηρείτο με βάση τιμολόγια υπογεγραμμένα κατά την παράδοση των προϊόντων. Τα τιμολόγια αυτά δεν γνώριζε ότι έπρεπε να τα φέρει μαζί του. Αρνήθηκε ότι για την ανάκληση υπήρχε εύλογη αιτία ενώ ανάφερε ότι μεταξύ των ημερομηνιών των επίδικων επιταγών υπήρχαν και άλλες οι οποίες πληρώθηκαν. Ο λόγος ανάκλησης της πληρωμής των επιταγών κατά τον ΜΚ1 ήταν η ανεπάρκεια σε υπόλοιπο στον λογαριασμό, γεγονός που του το επιβεβαίωσαν και οι υπάλληλοι της Ελληνικής Τράπεζας λόγω των προσωπικών σχέσεων που είχε. Ουδέποτε άλλωστε δέχθηκε παράπονο από ην κατηγορούμενη 2 για τα προϊόντα που της παρείχε ενώ αρνήθηκε έντονα την υποβολή ότι παρέδωσε χαλασμένα κρέατα στην επιχείρηση. Επέμεινε ότι κατέθεσε μια εκ των επιταγών 2 φορές και την 1η επιστράφηκε πίσω λόγω μη επαρκών υπολοίπων ενώ την 2η με την αιτιολογία της ανάκλησης, δεν μπορεί να ξέρει όμως γιατί για τα μη διαθέσιμα υπόλοιπα δεν υπήρχε σφραγίδα επί αυτής της επιταγής. Αρνήθηκε περαιτέρω ο ΜΚ1 ότι το τεκμήριο 4 δεν υπογράφηκε ενώπιον του και ότι παραλάμβαναν οι υπάλληλοι του έτοιμες επιταγές. Ανέφερε περαιτέρω ότι δεν είναι γραφολόγος όμως τις επίδικες επιταγές και το Τεκμήριο 4 η κατηγορούμενη 2 τις υπέγραψε ενώπιον του. ΜΚ2 Νίκος Καζαμίας Ο ΜΚ2 είναι τραπεζιτικός υπάλληλος για 33 έτη και προϊστάμενος τραπεζιτικών συναλλαγών στο τμήμα ανάκτησης χρεών της Τράπεζας Κύπρου. Αναγνώρισε τα τεκμήρια 5 - 8 (επίδικες επιταγές) για τις οποίες ανέφερε ότι εκδότης είναι η Μαρία Γεωργίου και δικαιούχος η παραπονούμενη εταιρεία. Στο σύστημα και αρχείο που διατηρεί η Τράπεζα τους μπορεί κανείς να βρει στοιχεία για επιταγές όπως επίσης και το δείγμα υπογραφής. Αναγνώρισε το πρόσωπο που ανέφερε ως εκδότη ως την κατηγορούμενη
  2. Η διαχειρίστρια ενός λογαριασμού έχει γνώση για τον λογαριασμό επιπλέον εάν σε μια επιταγή η υπογραφή διαφέρει από το δείγμα που κατέχει η Τράπεζα αυτή επιστρέφεται με την ένδειξη αυτή. Τα τεκμήρια 5 - 8 κατατέθηκαν και επιστράφηκαν ως ανακληθείσες επιταγές. Στην ερώτηση κατά πόσο υπήρχε οιοδήποτε πρόβλημα με την υπογραφή ο μάρτυρας απάντησε «Όχι. Εξ' όσων γνωρίζω» ενώ περαιτέρω απάντησε θετικά στο ερώτημα κατά πόσο η υπογραφή επ' αυτών των επιταγών ελέγχθηκε και ήταν έγκυρη. Ακολούθησε επεξήγηση των σφραγίδων επί των επιταγών αναφέροντας ότι οι σφραγίδες με μπλε μελάνι είναι αυτές της κατάθεσης ενώ με κόκκινο η αιτία της μη πληρωμής και επιστροφής τους. Όταν δοθεί οδηγία για ανάκληση πληρωμής επιταγής ζητούν πάντα δικαιολογία. Στην κατοχή του έχει πιστά αντίγραφα αυτών των οδηγιών ανάκλησης για τις 3 επιταγές ενώ για την 4η επιταγή δεν διαθέτει. Αναφορικά με τις αιτιολογίες που δόθηκαν ανέφερε ότι για τα τεκμήρια 5 και 8 η αιτιολογία είναι «διαφορές με τον δικαιούχο» για το τεκμήριο 6 ότι «έγινε κάποιος άλλος διακανονισμός» ενώ για το τεκμήριο 7 δεν έχει την εντολή ανάκλησης. Στο ερώτημα που βρίσκεται απάντησε ότι το πιο πιθανό να χάθηκε σε κάποιο αρχείο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 ανάφερε ότι ο επίδικος λογαριασμός ανήκει στον γιό της κατηγορούμενης 2, Ειρηναίο Γεωργίου ο οποίος είναι και ο δικαιούχος. Εκδότης είναι αμφότεροι η κατηγορούμενη 2 και ο γιός της καθότι υπογράφηκε πληρεξούσιο έγγραφο μέσα από το οποίο εξουσιοδοτείται η κατηγορούμενη 2 να χειρίζεται τον λογαριασμό. Η εξουσιοδότηση προς την κατηγορούμενη 2 αφορούσε ανάκληση, έκδοση και γραπτές εντολές προς την Τράπεζα ενώ μεταξύ άλλων καταθέσεις και αναλήψεις από τον λογαριασμό. Χειρισμό του λογαριασμού γενικότερα. Διαθέτει πιστό αντίγραφο της εν λόγω εξουσιοδότησης. Δεν μπορεί να ξέρει πότε ακριβώς εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές παρά μόνο το πότε παρουσιάστηκαν ανάλογα και με την ημερομηνία που αυτές κατέστησαν πληρωτέες και φαίνεται επί των επιταγών. Στο ερώτημα εάν γνωρίζει ποιος ανακάλεσε τις επιταγές η απάντηση του ΜΚ2 ήταν «Για τις 3 επιταγές που έχω τα στοιχεία, η κα. Μαρία επισκέφθηκε το κατάστημα μας και εξυπηρετήθηκε από διαφορετικό άτομο από εμένα. Ως προϊστάμενος όμως ενέκρινα την εντολή της κας. Μαρίας.» Στο παράρτημα τους δεν μπορούν να δώσουν πληροφορίες σε πελάτες τους για λογαριασμούς άλλων πελατών τους. Το πληρεξούσιο στο οποίο ο ΜΚ2 αναφέρθηκε κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9 ενώ ανάφερε ότι για τον επίδικο λογαριασμό δικαίωμα υπογραφής είχαν και οι δύο, η κατηγορούμενη 2 και ο γιός της. Οι εντολές ανάκλησης δεν υπογράφηκαν ενώπιον του από την κατηγορούμενη 2 αλλά ενώπιον άλλου συναδέλφου και ελέγχθηκαν από αυτόν. Το αδίκημα της παροχής συνδρομής και ή παρακίνησης στη διάπραξη του ποινικού αδικήματος της ανάκλησης πληρωμής επιταγών χωρίς εύλογη αιτία κατά παράβαση των άρθρων 20 και 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154) Το άρθρο 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «305Α.-
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.» Σύμφωνα επομένως με το άρθρο 305Α
(2)τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής: α) Η έκδοση επιταγής και β) Η πρόκληση μη εξόφλησης της επιταγής με οποιαδήποτε πράξη του εκδότη της Κατ' αρχήν και αναφορικά με την κατηγορούμενη 2 η οποία κατηγορείται ως το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να υπογράφει επιταγές εκ μέρους του πρώην 1ου κατηγορούμενου αναφέρω ότι η ποινική της ευθύνης θα πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα της νομολογίας που καλύπτει την ευθύνη διευθυντή νομικού προσώπου. Περαιτέρω και λέγοντας τα πιο πάνω αναφέρω ότι από μόνη της η ιδιότητα αυτή της κατηγορούμενης ως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να υπογράφει επιταγές εκ μέρους του 1ου κατηγορούμενου, δεν σημαίνει απολύτως τίποτε σε ότι αφορά τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Η διευθυντική ιδιότητα δεν οδηγεί σε καταδίκη χωρίς άλλο (βλ. Ευρυβιάδης v. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 600), Π. Παντελή ν. Χ. Κωνσταντίνου, Ποινική Έφεση Αρ. 7095 ανωτέρω). Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν ως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργοί, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Στις περιπτώσεις αυτές χρειάζεται να αποδειχθεί ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση σε αδίκημα, και (β) την ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται και με τις 2 αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ότι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Με βάση τα πιο πάνω συνεπώς το πρώτο πράγμα που θα πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο έχει αποδειχθεί η παροχή βοήθειας ή η παρακίνηση της κατηγορούμενης 2 κατά τη διάπραξη των σχετικών αδικημάτων από τον κατηγορούμενη 1. Το ζητούμενο βέβαια για να αποφασιστεί το θέμα αυτό είναι κατά πόσο έχει αποδειχθεί η συνδρομή της στην έκδοση των επιταγών και πιο συγκεκριμένα αν έχει αποδειχθεί η ένοχη πράξη ήτοι ότι αυτή υπέγραψε τις εν λόγω επιταγές αλλά στην προκειμένη λαμβάνοντας υπόψη μου ότι το αδίκημα αφορά το άρθρο 305Α
(2)και ότι η κατηγορούμενη 2 έδωσε τις εντολές ανάκλησης των πληρωμών των επίδικων επιταγών. Με βάση τα όσα ανωτέρω ανέφερα θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο σε αυτό το στάδιο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης
  1. Αναφορικά με το συστατικό στοιχείο της έκδοσης των επιταγών αλλά και της ανάκλησης της πληρωμής τους από την κατηγορούμενη 2 κρίνω ότι με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία είναι προφανές ότι ελλείπει με αποτέλεσμα ακόμα και για σκοπούς του σταδίου αυτού να μην έχει αποδειχθεί. Την πιο πάνω κατάληξη μου την βασίζω στα κάτωθι: - Έχω ενώπιον μου μαρτυρία ότι η κατηγορούμενη 2 υπέγραψε τις επίδικες επιταγές ενώπιον του ΜΚ
  2. Για σκοπούς του σταδίου αυτού αυτή η μαρτυρία θα ήτο υπό άλλες συνθήκες ικανή και αρκετή για να κληθεί η κατηγορούμενη 2 σε απολογία ενόψει του ότι δεν δύναμαι σε αυτό το στάδιο να προβώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας. Στην παρούσα όμως περίπτωση ενώπιον μου παρουσιάστηκε και η μαρτυρία του ΜΚ2 ο οποίος κατέθεσε ως Τεκμήριο 9 την εξουσιοδότηση με βάση την οποία η κατηγορούμενη 2 νομιμοποίητο να εκδίδει επιταγές. Η εν λόγω εξουσιοδότηση φέρει ημερομηνία 15/12/
  3. Οι επίδικες επιταγές φέρουν ημερομηνία πληρωμής 08/09/2014, 03/10/2014, 10/10/2014 και 17/10/2014, ήτοι ημερομηνίες προγενέστερες της εν λόγω εξουσιοδότησης ενώ με βάση τα όσα ανέφερε ο ΜΚ1 οι επιταγές εκδόθηκαν σε ημερομηνίες προγενέστερες της ημερομηνίας που ήταν πληρωτέες και συγκεκριμένα κάποιες ημέρες πριν. Συνεπώς φαίνεται στο στάδιο αυτό ότι οι επιταγές ενδεχομένως να εκδόθηκαν από την κατηγορούμενη 2 σε ημερομηνία κατά την οποία η ίδια δεν νομιμοποίητο να εκδίδει επιταγές του 1ου κατηγορούμενου. Ο ΜΚ2 δε, κατά την μαρτυρία του, συνέδεσε την υπογραφή των επίδικων επιταγών με την ύπαρξη του τεκμηρίου 9, αφήνοντας κενό αναφορικά με το καθεστώς εξουσιοδότησης και αν αυτό υπήρχε σε χρόνο πριν τις 15/12/
  4. Αυτή η έλλειψη στην μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής και το κενό που υπάρχει δημιουργεί και την εικόνα αντιφατικής μαρτυρίας μεταξύ των ίδιων των μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής γεγονός που καθιστά την μαρτυρία των παραπονούμενων, αντικειμενικά ιδωμένη, ως αντινομική και στερούμενη πειστικότητας χωρίς να υπάρχει ανάγκη αξιολόγηση της. Περαιτέρω η κλήση της κατηγορούμενης 2 υπό αυτές τις συνθήκες θα δώσει την δυνατότητα στην πλευρά της κατηγορούσας αρχής να διορθώσει ατέλειες και να καλύψει κενά. Με βάση την νομολογία που ανέλυσα ανωτέρω αυτό δεν είναι επιτρεπτό. - Περαιτέρω το ίδιο σκεπτικό με το ανωτέρω σε σχέση με την έκδοση και υπογραφή των επίδικων επιταγών προκύπτει και σε σχέση με την υπογραφή των εντολών ανάκλησης της πληρωμής των επιταγών. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι με το ίδιο πληρεξούσιο η κατηγορούμενη 2 υπέγραψε εντολές ανάκλησης των πληρωμών των επίδικων επιταγών. Οι εντολές δεν υπογράφηκαν ενώπιον του αλλά ο ίδιος τις ενέκρινε. Ανέφερε ότι έχει στην κατοχή του πιστά αντίγραφα των εντολών αυτών, για τις 3 εκ των 4 επιταγών, αλλά παρά την αναφορά του αυτή ουδέν τέτοιο έγγραφο παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο, αφήνοντας ουσιαστικά την θέση του μετέωρη. Η έλλειψη παρουσίασης των εγγράφων αυτών αφήνει τέτοια κενά και δημιουργεί τέτοιες ελλείψεις στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής που δημιουργεί εύλογα ερωτήματα και κώλυμα για την περαιτέρω προώθηση της στο επόμενο στάδιο με τον ίδιο κίνδυνο η κλήση σε απολογία της κατηγορούμενης 2 να μην εξυπηρετήσει τίποτε άλλο πέραν της ευκαιρίας στους παραπονούμενους να καλύψουν κενά και ελλείψεις. - Περαιτέρω με τα ανωτέρω αντινομικότητα και κενό υπάρχει στην μαρτυρία της Κατηγορούσας αρχής αναφορικά με το καθεστώς σε σχέση με τον χειρισμό του επίδικου λογαριασμού κατά τον χρόνο πριν την 15/12/2014 και ειδικότερα κατά τον χρόνο έκδοση των επίδικων επιταγών. Η παντελής έλλειψη και ανυπαρξία μαρτυρίας για το ζήτημα αυτό που αποτελεί πρωτογενές γεγονός καθοριστικής σημασίας για την τελική κρίση του Δικαστηρίου μόνο με υποθετικά σενάρια μπορεί να καλυφθεί που στο ποινικό δικαιικό μας σύστημα δεν είναι δυνατό να γίνουν αποδεκτά. (βλέπε υπόθεση Λοΐζου ανωτέρω). Ανεξάρτητα και επιπρόσθετα με τους πιο πάνω λόγους στην παρούσα περίπτωση κρίνω ότι δεν πληρείται το συστατικό στοιχείο της έκδοσης των επιταγών με την έννοια της υπογραφής των από την κατηγορούμενη 2 ενόψει και των κάτωθι: - Ενώπιον μου παρουσιάστηκε μαρτυρία ότι αυτές υπογράφηκαν από την κατηγορούμενη 2 ενώπιον του ΜΚ
  5. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι οι επίδικες επιταγές φέρουν την υπογραφή της κατηγορούμενης 2 και αυτό με βάση το δείγμα της υπογραφής το οποίο έχει στην κατοχή του. Το έντυπο αυτό με το δείγμα υπογραφής ουδέποτε κατατέθηκε ως Τεκμήριο ενώπιον μου, ενώ παράλληλα ο ίδιος ο ΜΚ2 αναφέρει ότι δεν είναι γραφολόγος. Σημειώνω δε ότι δικαίωμα υπογραφής ως ανέφερε ο ΜΚ2 είχε και ο 1ος κατηγορούμενος, δικαιούχος του λογαριασμού πέραν της κατηγορούμενης
  6. - Περαιτέρω η κατηγορούμενη 2 μέσω της ευπαιδεύτου συνηγόρου της αμφισβήτησε από την αρχή μέσα από την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας ότι υπέγραψε τις εν λόγω επιταγές ενώπιον του ΜΚ1 και τις παρέδωσε. Αντίθετα προώθησε την θέση ότι αυτές παραδόθηκαν σε υπαλλήλους του ΜΚ1 υπογεγραμμένες και συμπληρωμένες από πριν. - Με βάση την απόφαση Γιάννη Βούρα -v- Ανδρέας, Λουκάς, Ματθαίος Γενικές Μεταφορές Λτδ κ.α.
(2003)2 ΑΑΔ 135) το Πρωτόδικο Δικαστήριο απάλλαξε και αθώωσε τους εφεσίβλητους με ενδιάμεση απόφαση του στο εκ πρώτης όψεως επειδή ακριβώς θεώρησε ότι δεν είχε αποδειχθεί η πατρότητα της υπογραφής με έναν από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους. Σύμφωνα με το Πρωτόδικο Δικαστήριο στην πιο πάνω υπόθεση η τραπεζική υπάλληλος που είχε κληθεί να καταθέσει ανέφερε μεν για την υπογραφή της επιταγής ότι «την έχουν υπογράψει ο κ. Ματθαίος Ιωάννου και ο κ. Λουκάς Λουκά», όμως δεν έκαμε καμιά αναφορά από πού και πως γνωρίζει ότι είναι τα πρόσωπα αυτά που υπέγραψαν την επιταγή, ούτε αν γνωρίζει αν έχει δείγματα υπογραφής τους, παρά το γεγονός ότι, όπως ανέφερε, ήταν υπεύθυνη του λογαριασμού. Το Ανώτατο Δικαστήριο δε, απορρίπτοντας την Έφεση που ασκήθηκε κατά της αθωωτικής απόφασης ανέφερε τα εξής: " ... Δεν έχουμε πεισθεί ότι συντρέχουν λόγοι επέμβασης μας. Δεν υπήρχαν τα μαρτυρικά στοιχεία από τα οποία μπορούσε να συναχθεί ότι η εφεσίβλητη εταιρεία εξέδωσε την επιταγή. Ο εφεσίβλητος 2 δεν εμπλέκεται. Δεν υπήρξε καν ισχυρισμός ότι υπέγραψε την επιταγή. ... ... Η δικαστής ορθά χρησιμοποίησε την υπόθεση Μάρω Χ''Ιωάννου, ανωτέρω, για καθοδήγηση. Είναι εκ των ων ουκ άνευ να υπάρχει συμπαγής ή νόμιμη μαρτυρία αναφορικά με την πατρότητα της επιταγής. Χρειάζεται μαρτυρία που έχει δυνητικά τέτοια ποιότητα ή αξιοπιστία. Διαφορετικά ελλείπει ο συνδετικός κρίκος της συγκεκριμένης επιταγής με τον εκδότη της. Με την άρνηση των κατηγοριών, ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Και στην προκείμενη περίπτωση ότι οι εφεσίβλητοι εξέδωσαν την επίδικη επιταγή. Η υπεράσπιση δε δέχθηκε ποτέ, όπως προκύπτει από το χειρισμό της υπόθεσης, ότι είχαν τέτοια ανάμειξη. Είναι φανερό από τη σχετική μαρτυρία της Μ.Κ.2, ιδωμένης και υπό το πλαίσιο της όλης μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, ότι δεν είχε ιδία αντίληψη αναφορικά με την προέλευση των υπογραφών της επιταγής ή των οδηγιών για τη μη πληρωμή. Έλειπε επομένως παντελώς το υλικό που θα μπορούσε να στηρίξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. .. " - Επιπλέον στο σημείο αυτό οφείλω βεβαίως να παραπέμψω και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ποινική Έφεση 272/15, Μιχάλη Ζιτή εναντίον Οργάνωση Παραγωγών Συνεργατική Εταιρεία Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων (ΣΕΓΙΔΕΠ) Λύσης Λτδ, 4/3/2016 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το ζήτημα της απόδειξης υπογραφής μιας επιταγής: «Το γεγονός ότι ο εφεσείων ήταν διευθυντής της Εταιρείας και το μόνο πρόσωπο που είχε εξουσία να υπογράφει επιταγές που αυτή εξέδιδε, ήταν αφ΄ εαυτού ικανό στοιχείο να εκληφθεί από την Τράπεζα ότι η υπογραφή στις εντολές ανάκλησης των επιταγών ήταν δική του εφόσον μόνο αυτός της είχε δώσει δείγμα υπογραφής για ό, τι είχε σχέση με τις επιταγές της Εταιρείας. Κάτω απ΄ αυτά τα δεδομένα το βάρος απόδειξης ότι η υπογραφή στις εντολές ανάκλησης δεν ήταν του εφεσείοντα είχε μετέλθει στον ίδιο εφόσον επρόκειτο για θέμα που ήταν αποκλειστικά στη σφαίρα της δικής του γνώσης και σε τέτοιες περιπτώσεις το να εναποτίθεται το υπό αναφορά βάρος στον αποδέκτη μιας επιταγής θα αντιστρατευόταν κάθε έννοια λογικής, θα έπληττε την ασφάλεια των συναλλαγών και θα δημιουργούσε πολυπλοκότητα σε ένα ζήτημα που από τη φύση του είναι απλό. Επικαλέστηκε συναφώς ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα την υπόθεση X¨Ιωάννου (ανωτέρω), όπου αποφασίστηκε πως «Από τη στιγμή που η εφεσείουσα αρνήθηκε την υπογραφή της επιταγής - και αυτό διεφάνη από την αρχή - ο κατήγορος όφειλε να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, την πατρότητα της υπογραφής με ένα από τους αποδεκτούς τρόπους απόδειξης». Παραβλέπει όμως ότι στην υπό κρίση περίπτωση ο εφεσείων δεν αρνήθηκε ευθαρσώς ότι η υπογραφή στις εντολές ανάκλησης δεν ήταν δική του, αλλά περιορίστηκε στο να κτίσει επιχειρηματολογία ότι δεν αποδείχτηκε ότι η υπογραφή ήταν δική του στη βάση της μαρτυρίας του τραπεζικού υπαλλήλου ότι δεν είναι γραφολόγος για να πει με βεβαιότητα πως η υπογραφή ήταν όντως δική του. Όπως παραγνωρίζει και το ότι τα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης διαφοροποιούνται ουσιωδώς από τα γεγονότα της X¨Ιωάννου. Στη Χ¨Ιωάννου ο παραπονούμενος είχε δανείσει χρήματα στον σύζυγο της εφεσείουσας ο οποίος ήταν εργοδότης του και ο τελευταίος του έδωσε επιταγή της συζύγου του, η οποία αρνήθηκε ότι είχε υπογράψει τέτοια επιταγή. Η παρούσα όμως αφορά υπογραφή εντολών ανάκλησης επιταγών που υπογράφηκαν από τον εφεσείοντα που μόνο αυτός είχε εξουσιοδότηση να υπογράφει και αν κάποιος άλλος, μη εξουσιοδοτημένος, είχε υπογράψει τις εν λόγω εντολές, το αναμενόμενο θα ήταν να προβεί σε ανάκληση των εντολών μη πληρωμής των επιταγών. Διαπιστώνεται δηλαδή εν τέλει ότι ο εφεσείων δεν ενεργεί με καλή πίστη και τα παράπονα που διατυπώνει για την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης κρίνονται παντελώς αβάσιμα». Η απόφαση αυτή σαφώς διαφέρει ουσιωδώς από τα γεγονότα που ενώπιον μου τέθηκαν. Στην παρούσα υπόθεση υπήρχαν δυο πρόσωπα που νομιμοποιούνταν να υπογράφουν επιταγές, κανένα έγγραφο είτε το δείγμα υπογραφής της κατηγορούμενης 2 είτε οι εντολές ανάκλησης, παρουσιάστηκαν ως Τεκμήρια παρά το ότι ο ΜΚ2 ανέφερε ότι υπάρχουν στην κατοχή του, ενώ η κατηγορούμενη 2 αμφισβήτησε την έκδοση των επιταγών και την ανάκληση τους από την ίδια, συνεπώς καταλήγω ότι ακόμα και για σκοπούς του παρόντος σταδίου ελλείπει παντελώς το συστατικό στοιχείο της έκδοσης των επιταγών αλλά και της ανάκλησης της πληρωμής του από την κατηγορούμενη 2. Ουδεμία μαρτυρία υπάρχει που να δημιουργεί τον απαραίτητο συνδετικό κρίκο της έκδοσης και ανάκλησης με την κατηγορούμενη 2. Συνεπώς η εξέταση της ένοχης σκέψης από την στιγμή που η κατηγορούμενη διώκεται με βάση το άρθρο 20 του Κεφ.154, παρέλκει. Περαιτέρω αναφέρω ότι με βάση την γενικότερη εικόνα της μαρτυρίας αντικειμενικά εξεταζόμενη και χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση της, τόσο αναφορικά με την έκδοση των επιταγών με την υπογραφή της κατηγορούμενης 2, την ημερομηνία πληρωμής της σε σχέση με το πληρεξούσιο που παρουσιάστηκε όσο και την έλλειψη του δείγματος υπογραφής αλλά και των εντύπων ανάκλησης, η κλήση της κατηγορούμενης 2 δεν είναι δυνατή, ως εκ τούτου η υπόθεση απορρίπτεται και η κατηγορούμενη 2 απαλλάσσεται και αθωώνεται από το στάδιο αυτό. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της κατηγορούμενης 2 και εναντίων των παραπονούμενων ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........................... Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.