P.T.A. FOOD LAB & NUTRITIONAL SERVICES LTD ν. GEORGES BAKERY & CAF? (OMODHOS) LIMITED, Αρ. Υπόθεσης: 2375/16, 28/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B114 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. Δημητρίου-Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2375/16 Μεταξύ: P.T.A. FOOD LAB & NUTRITIONAL SERVICES LTD Κατηγορούσα Αρχή v.
- GEORGES BAKERY & CAFÉ (OMODHOS) LIMITED (HE 132504)
- ΧΡΥΣΤΑΛΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥ Κατηγορούμενους --------------------------------------------- Ημερομηνία: 28 Ιουνίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή : κα. Μ. Ιωαννίδου (για να ακούσει απόφαση ο κος. Μοδίτης). Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2 : κος. Η. Κονναρής ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 03/02/2016 εναντίον των 2 πιο πάνω προσώπων οι οποίοι με βάση το κατηγορητήριο κατηγορούνται για την διάπραξη των κάτωθι αδικημάτων: - Η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται σε 3 κατηγορίες (1η, 3η και 5η) για το αδίκημα της έκδοσης 3 επιταγών οι οποίες κατά την παρουσίαση τους για πληρωμή στην Τράπεζα δεν εξοφλήθηκαν κατά παράβαση του άρθρου 305 Α) 2 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ως αυτές περιγράφονται στις κατηγορίες 1, 3 και 5, η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται ότι κατά ή περί την 15/11/2005, την 26/12/2005 και την 30/12/2005 μέσω της κατηγορούμενης 2, εξέδωσε και παρέδωσε στους παραπονούμενους έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος 3 επιταγές της Hellenic Bank Ltd, με αριθμούς και ποσά ως αναγράφονται στις λεπτομέρειες και οι οποίες κατά την παρουσίαση τους στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν, δεν εξοφλήθηκαν λόγω του ότι οι κατηγορούμενοι, χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσαν την μη εξόφληση τους. - Η κατηγορούμενη 2 κατηγορείται σε 3 κατηγορίες (2η, 4η και 6η) για το αδίκημα της συμμετοχής στην έκδοση των 3 πιο πάνω επιταγών οι οποίες κατά την παρουσίαση τους για πληρωμή στην Τράπεζα δεν εξοφλήθηκαν κατά παράβαση του άρθρου 305 Α) 2, 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ως αυτές περιγράφονται στις κατηγορίες 2, 4 και 6, η κατηγορούμενη 2 κατηγορείται ότι κατά ή περί την 15/11/2005, την 26/12/2005 και την 30/12/2005 υπό την ιδιότητα της ως διευθύντρια και/ή νόμιμος αντιπρόσωπος και/ή άλλως πως της κατηγορούμενης 1 και/ή ως εντεταλμένη από αυτήν να υπογράφει επιταγές και/ή άλλως πως παρέσχε συνδρομή και/ή συμβούλευσε και/ή παρακίνησε την εν λόγω εταιρεία όπως μην εξοφλήσει τις επίδικες επιταγές που περιγράφονται στο κατηγορητήριο οι οποίες κατά την παρουσίαση τους στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν, δεν εξοφλήθηκαν λόγω του ότι χωρίς εύλογη αιτία προκλήθηκε η μη εξόφληση τους. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΚΑΙ ΕΓΓΡΑΦΑ Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και την παρουσίαση μαρτύρων κατηγορίας αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κατέθεσαν κατάλογο παραδεκτών γεγονότων αλλά και αριθμό τεκμηρίων ως αποδεκτά και παραδεκτά. Τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα (Τεκμήριο 1) και τεκμήρια (Τεκμήρια 2, 3 και 4) έχουν ως ακολούθως: Α. Η έκδοση της επιταγής Hellenic Bank Ltd, ημερομηνίας 15/11/2005, για ποσό εκ ΛΚ.500= ήτοι €854,30σ και αρ. 90581508, από την κατηγορούμενη 1, μέσω της κατηγορούμενης 2 και η παράδοση της στους P.T.A. FOOD LAB & NUTRITIONAL SERVICES LTD από την Λεμεσό και σε διαταγή αυτής. Β. Η έκδοση της επιταγής Hellenic Bank Ltd, ημερομηνίας 26/12/2005, για ποσό εκ ΛΚ.4.186,00= ήτοι €7.152,21σ και αρ. 90581532, από την κατηγορούμενη 1, μέσω της κατηγορούμενης 2 και η παράδοση της στους P.T.A. FOOD LAB & NUTRITIONAL SERVICES LTD από την Λεμεσό και σε διαταγή αυτής. Γ. Η έκδοση της επιταγής Hellenic Bank Ltd, ημερομηνίας 30/12/2005, για ποσό εκ ΛΚ.1.000= ήτοι €1.708,60σ και αρ. 90581509, από την κατηγορούμενη 1, μέσω της κατηγορούμενης 2 και η παράδοση της στους P.T.A. FOOD LAB & NUTRITIONAL SERVICES LTD από την Λεμεσό και σε διαταγή αυτής. Δ. Η κατηγορούμενη 2 υπό την ιδιότητα της ως διευθύντρια και/ή νόμιμος αντιπρόσωπος και/ή άλλως πως της εταιρείας GEORGES BAKERY & CAFÉ (OMODHOS) LIMITED από τη Λεμεσό και/ή ως εντεταλμένη απ' αυτήν να υπογράφει επιταγές και/ή άλλως πως παρέσχε συνδρομή και/ή συμβούλευσε και/ή παρακίνησε την εν λόγω εταιρεία όπως μη εξοφλήσει τις πιο πάνω επιταγές που αναφέρονται στις παραγράφους Α, Β και Γ. Ε. Οι επιταγές που αναφέρονται στις παραγράφους Α, Β και Γ, πιο πάνω, κατά την παρουσίαση τους προς πληρωμή στην Τράπεζα κατά/ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, δεν εξοφλήθηκε λόγω του ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2, προκάλεσαν την μη εξόφληση της. Περαιτέρω ως παραδεκτά έγγραφα κατατέθηκαν και κατέστησαν Τεκμήρια οι επίδικες επιταγές που αναφέρονται στις παραγράφους Α, Β και Γ ανωτέρω. Τεκμήρια 2, 3 και
- Η πλευρά των παραπονούμενων παρουσίασε 2 μάρτυρες κατηγορίας ενώ μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της και αφού αμφότεροι οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία, με απόφαση του Δικαστηρίου ημερ.06/06/2016, η κατηγορούμενη 2 επέλεξε και έδωσε προφορική ένορκη μαρτυρία ενώ δεν παρουσίασε οιουσδήποτε άλλους μάρτυρες για την υπεράσπισης της. Προτού προχωρήσω με την ανάλυση της ενώπιον μου μαρτυρίας και της αξιολόγησης αυτής θα πρέπει να αναφέρω ότι πλείστα των γεγονότων που άπτονται των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων δεν έχουν αμφισβητηθεί και είναι παραδεκτά. Η κύρια γραμμή υπεράσπισης και ο κύριος πυλώνας της θέσης του συνηγόρου των κατηγορουμένων είναι ότι οι πελάτες του ενόψει της παρόδου 11 σχεδόν χρόνων από την ισχυριζόμενη τέλεση των αδικημάτων έχουν πλέον απολέσει την δυνατότητα να επικαλεστούν και να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό την μοναδική υπεράσπιση που από το άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ.154, Ποινικού Κώδικα, προβλέπεται, ήτοι την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας ενώ περαιτέρω προωθεί την θέση ότι η καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης 11 χρόνια μετά την έκδοση και επιστροφή των επιταγών συνιστά κατάφωρη κατάχρηση της διαδικασίας. Προτού προχωρήσω με την συνοπτική αναφορά της προφορικής μαρτυρίας και την αξιολόγηση της θα πρέπει να αναφέρω για σκοπούς πληρότητας και συνοχής ότι από την παράθεση και μόνο των παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων δεν φαίνεται να ελλείπει οιοδήποτε εκ των συστατικών στοιχείων του αδικήματος που ένας έκαστος εκ των κατηγορουμένων αντιμετωπίζει. Από την άλλη η επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας στο αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης μιας επιταγής μεταθέτει το βάρος απόδειξης της στους ώμους των κατηγορουμένων με βαθμό απόδειξης το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το βάρος αυτό μπορεί να αποσεισθεί μόνο από τους ίδιους τους κατηγορούμενους. Προτού προχωρήσω και εξετάσω το κατά πόσο στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι κατάφεραν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που τους αναλογεί για την μοναδική υπεράσπιση που τους παρέχεται κρίνω εύλογο να εξετάσω πρώτα την εισήγηση του συνηγόρου για διακοπή και αναστολή της υπόθεσης και απαλλαγή των κατηγορουμένων λόγω παραβίασης του δικαιώματος τους για δίκαιη δίκη. Εισήγηση και θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης για παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων: Συνοπτικά ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγείται τα ακόλουθα: - Η υπόθεση καταχωρήθηκε 11 χρόνια μετά την ισχυριζόμενη τέλεση των αδικημάτων. - Καμία αιτιολογία ή δικαιολογία δόθηκε αλλά ακόμα και η θέση ότι η παραπονούμενη έπεσε θύμα εξαπάτησης από δικηγόρο δεν δύναται ακόμα και αν ευσταθεί να αποτελέσει λόγο συνέχισης της υπόθεσης. - Η πάροδος των 11 χρόνων, δίχως άλλο, συνιστά κατάφορη προσβολή των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων και ιδιαίτερα του δικαιώματος τους για δίκαιη δίκη και δίκη εντός ευλόγου χρόνου. Ο συνήγορος υπεράσπισης παρέπεμψε το Δικαστήριο σε σωρεία αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αναφορικά με την διάρκεια εκδίκασης ποινικών υποθέσεων. - Η παρούσα υπόθεση αποτελεί μια απλή υπόθεση επιταγών, για τις οποίες ο παραπονούμενος καταχώρησε αγωγή ως ισχυρίζεται το 2006 και όχι ποινική υπόθεση ενώ ακόμα και το 2012 που του αναφέρθηκε ότι υπήρχε λάθος στην αγωγή και θα καταχωρείτο νέα, ενώ γνώριζε για την δυνατότητα καταχώρησης ποινικής δίωξης επέλεξε να καταχωρήσει ως αναφέρει εκ νέου αγωγή. - Η πάροδος των 11 χρόνων στην καταχώρηση της υπόθεσης καθιστά αδύνατη την προβολή υπεράσπισης από πλευράς κατηγορουμένων και συνεπακόλουθα παραβίαση του δικαιώματος τους σε δίκαιη δίκη. Ο ίδιος ο ΜΚ1 σύμφωνα με τον συνήγορο υπεράσπισης, ανέφερε ότι όταν μετέβηκε στην Τράπεζα το μόνο διαθέσιμο έγγραφο ήταν τα αντίγραφα των επίδικων επιταγών ενώ ακόμα και τα έντυπα ανάκλησης όπου αναφέρονται οι λόγοι ανάκλησης δεν παρουσιάστηκαν. - Κατά τη διάρκεια αυτών των 11 χρόνων ουδείς ενόχλησε τους κατηγορούμενους, ενώ η ίδια η κατηγορούμενη 2 δεν έχει στη διάθεσή της επαρκεί στοιχεία αλλά ούτε και μπορεί να θυμάται λεπτομέρειες που θα της επιτρέψουν να αποσείσει το βάρος απόδειξης της μοναδικής υπεράσπισης των επίδικων αδικημάτων. Η μαρτυρία του ΜΚ1 η οποία δεν αμφισβητήθηκε, είναι ότι η ίδια η πληρώτρια τράπεζα η οποία δέχθηκε την εντολή ανάκλησης πληρωμής των επιταγών δεν διαθέτει οποιοδήποτε έγγραφο πέραν των φωτοαντιγράφων των επίδικων επιταγών. Πώς είναι δηλαδή δυνατό να ζητείται η παρουσία υπεράσπισης όταν δεν δύναται να παρουσιαστεί το έντυπο ανάκλησης με τους γραπτούς λόγους. Από μόνη της η θέση αυτή του ΜΚ1 αποδεικνύει ότι η απόδειξη υπεράσπιση είναι όχι απλά δύσκολη αλλά και αδύνατη στην παρούσα περίπτωση. - Επιπλέον, εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης αποτελεί η θέση για κατάχρηση της διαδικασίας επί του ότι ο ΜΚ1 διεκδικεί είσπραξη των επιταγών και όχι απλή τιμωρία των κατηγορουμένων. Εισήγηση συνηγόρου παραπονούμενων: Η ευπαίδευτη συνήγορος των παραπονούμενων στην προφορική της αγόρευση ανέφερε τα κάτωθι αντικρούοντας τις θέσεις του συναδέλφου της: - Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αφορούν όλες οι κατηγορίες δεν έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπισης και έχουν γίνει παραδεκτά. - Δεν τίθεται θέμα παραγραφής για ποινικά αδικήματα για λόγους που αφορούν το δημόσιο συμφέρον κι την απονομή δικαιοσύνης. - Δεν τίθεται θέμα παραβίασης του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος καθότι μέσα από περιστατική μαρτυρία αποδείχθηκε δόλος και απόκρυψη και λάθη τα οποία παραβιάζουν τα δικαιώματα του ίδιου του παραπονούμενου για δίκαιη δίκη και απονομή δικαιοσύνης. - Η κατηγορούμενη 2 έδωσε αντιφατικές απαντήσεις ενώ η άρνησή της να απαντά στις ερωτήσεις ισχυριζόμενη ότι δεν θυμάται, αποδεικνύει ότι ψεύδεται. - Στην παρούσα περίπτωση δεν έχουν πληγεί τα δικαιώματα των κατηγορουμένων, αλλά τα δικαιώματα των ίδιων των παραπονούμενων, οι οποίοι εδώ και 11 χρόνια αναμένουν να λάβουν την αμοιβή για την εργασία που έχουν εκτελέσει. Περαιτέρω, συμπληρώνω ότι το ζήτημα που εδώ τίθεται δεν είναι η καθυστέρηση από πλευράς Πολιτείας να προωθήσει ποινική δίωξη η να εκδικάσει μέσω των αρμοδίων Δικαστηρίων μια υπόθεση ως η σωρεία των αποφάσεων που τέθηκαν ενώπιον μου, αλλά η καθυστέρηση από πλευράς παραπονούμενων να προωθήσουν ιδιωτική ποινική δίωξη και το κατά πόσο αυτή η καθυστέρηση των 11 χρόνων επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα των κατηγορουμένων ή αυτή καθ εαυτή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και του δικαιώματος σε άσκηση ιδιωτικής ποινικής δίωξης. Συνεπώς και με βάση τα ανωτέρω η αξιολόγηση της μαρτυρίας θα γίνει και υπό το πρίσμα των πιο πάνω θέσεων οι οποίες αποτέλεσαν και τον κύριο άξονα αντιδικίας μεταξύ των μερών. ΔΟΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΚ1: Παύλος Ασπρής Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι εργάζεται στην παραπονούμενη εταιρεία η οποία προσφέρει συμβουλευτικές υπηρεσίες σε θέματα προτύπων με μελέτες αναδιοργάνωσης, επέκτασης και μεταστέγασης εργοστασίων τροφίμων με εργαστηριακές υπηρεσίες καθώς και μικροβιολογικές και χημικές αναλύσεις σε νερό, τρόφιμα και λύματα αλλά και εκπαίδευση προσωπικού για θέματα υγιεινής. Ασκεί αυτό το επάγγελμα από το
- Τόσο η παραπονούμενη εταιρεία όσο και ο ίδιος είναι διαπιστευμένοι σύμβουλοι από το 1993 για θέματα μελετών για αναδιοργάνωση, επέκταση, μεταστέγαση εργοστασίων τροφίμων και μελέτες προτύπων. Στην περίπτωση της 1ης κατηγορούμενης προσέφεραν υπηρεσίες μελέτης αναδιοργάνωσης εργοστασίου και εφαρμογής κώδικα υγιεινών λειτουργιών για την παραγωγή αρτοσκευασμάτων που ήταν και απαίτηση της νομοθεσίας. Η παραπονούμενη υπέβαλε αίτηση εκ μέρους της κατηγορούμενης 1 προς το Ίδρυμα Τεχνολογίας Κύπρου στις 7/6/
- Ακολούθησε της αίτηση η υποβολή πρότασης προς την κατηγορούμενη 1 και για την οποία συμφωνήθηκε το κόστος στις ΛΚ.7.280= πλέον Φ.Π.Α.. με χρονοδιάγραμμα 21 εργατοημέρες. Η προσφορά αυτή υπογράφηκε από αμφότερους παραπονούμενους και κατηγορούμενη
- Η πρόταση ακολούθως στάλθηκε στο Ίδρυμα Τεχνολογίας Κύπρου (ΙΤΚ) και στις 20/09/2004 λήφθηκε επιστολή με την οποία η πρόταση εγκρίθηκε από το ΙΤΚ. Το ΙΤΚ θα επιδοτούσε το κόστος κατά 40% ήτοι ποσό ΛΚ.2.912=. Για να πληρωθεί η επιδότηση θα έπρεπε να γίνει παρουσίαση της μελέτης από την παραπονούμενη προς το ΙΤΚ η οποία έγινε κανονικά. Εκδόθηκαν τιμολόγια και αποδείξεις αφού η κατηγορούμενη 1 εξέδωσε και παρέδωσε σε αυτούς κάποιες επιταγές. Από τις εκδοθείσες επιταγές κάποιες πληρώθηκαν κανονικά ενώ για τις 3 επίδικες ανακλήθηκε η πληρωμή τους. Μετά την ανάκληση ο ίδιος προσπάθησε να μιλήσει με τους πελάτες του αλλά ήταν αδύνατο να το πετύχει. Κατά τον χρόνο αυτό όμως η κατηγορούμενη 1 είχε λάβει την επιχορήγηση από το ΙΤΚ. Λόγω της αδυναμίας επικοινωνίας με τον πελάτη του, επικοινώνησε με τον Δικηγόρο κο. Ηλία Ηλία και του παρέδωσε τις επίδικες επιταγές ζητώντας του να λάβει νομικά μέτρα εναντίον της κατηγορούμενης. Η τελευταία επιταγή επιστράφηκε τον Δεκέμβριο του 2005 ενώ ο ίδιος πρέπει να επισκέφθηκε τον κο. Ηλία στις αρχές του
- Σύμφωνα με τον ίδιο ζήτησε από τον δικηγόρο του να λάβει νομικά μέτρα εναντίον των πελατών του για να καταστεί δυνατή η είσπραξη των επιταγών. Δεν του επεξηγήθηκε τι είδους μέτρα θα λαμβάνονταν εάν θα ήτο αστικής η ποινικής φύσης αλλά ο ίδιος υπέγραψε και σφράγισε ένα έντυπο που του ζητήθηκε. Οι οδηγίες του προς τον δικηγόρο του ήταν να λάβει μέτρα για την είσπραξη των χρημάτων του ενώ δεν μπορεί να γνωρίζει εάν ο εν λόγο δικηγόρος έχει οιαδήποτε σχέση με τους κατηγορούμενους. Ενημερωνόταν για την υπόθεση του από τον κο. Ηλία αλλά όχι τακτικά ενώ του αναφερόταν συχνά ότι η υπόθεση του είναι ορισμένη για ακρόαση για να παραδώσει στοιχεία και να τα παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Με την πάροδο των χρόνων και συγκεκριμένα το 2012 του αναφέρθηκε από τον Δικηγόρο του ότι υπήρχε κάποιο πρόβλημα με το όνομα της εταιρείας της οποίας καταχώρησε αγωγή και συγκεκριμένα ότι έλειπε κάποιο γράμμα «Σ» και θα έπρεπε να προχωρήσει και να καταχωρήσει άλλη αγωγή. Τότε ο ΜΚ1 υπέγραψε και σφράγισε άλλο έντυπο, χρώματος μπλε, ενώ ζήτησε και αντίγραφο της αγωγής το οποίο και έλαβε. Και για αυτήν την αγωγή λάμβανε ενημέρωσης ότι προχωρούσε. Ακολούθως ζήτησε βοήθεια από άλλο Δικηγόρο με σκοπό να γίνει έρευνα σε σειρά υποθέσεων που τον χειρισμό είχε ο κος. Ηλία. Στα πλαίσια της έρευνας αυτής στο αρχείο του Δικαστηρίου ανακάλυψε ότι κάποιες υποθέσεις δεν υπήρχαν καν ενώ κάποιες άλλες υπήρχαν σαν αριθμοί αλλά με άλλους διάδικους. Συγκεκριμένα σε σχέση με την αγωγή εναντίον της 1ης κατηγορούμενης εταιρείας ήταν αγωγή του ίδιου δικηγόρου αλλά με άλλους διαδίκους και ήταν σχετική με κάποιας ασφαλιστική εταιρεία ενώ στο αρχείο του Πρωτοκολλητείου φαίνεται να υπήρχε διόρθωση με διορθωτικό υγρό. Ζήτησε διευκρινήσεις από το Πρωτοκολλητείο και έλαβε απάντηση ότι η αγωγή του με αυτό τον αριθμό και αυτούς τους διαδίκους δεν υπάρχει. Ακολούθησε επιστολή του προς το Ανώτατο Δικαστήριο και καταχώρησε και γραπτή καταγγελία στην Αστυνομία η οποία μέχρι σήμερα εξετάζεται. Κατέθεσε περαιτέρω ως Τεκμήριο 5 το σύνολο της αλληλογραφίας μεταξύ του ιδίου και των αρμόδιων αρχών. Ο ίδιος τέλος ισχυρίστηκε ότι διεκδικεί την τιμωρία των κατηγορουμένων καθότι ενώ προσέφερε τις υπηρεσίες τους σε αυτούς και αυτοί έλαβαν και επιδότηση ανακάλεσαν την πληρωμή των επίδικων επιταγών. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανέφερε ότι αποτάθηκε στην Ελληνική Τράπεζα για να δει εάν υπάρχουν στοιχεία και ποια αυτά και τους έδωσαν αντίγραφα των επιταγών που κατατέθηκαν για πληρωμή. Μετέβηκε σε άλλο δικηγόρο τον Ιούλιο ή Αύγουστο του 2015 καθότι από το 2006 μέχρι το 2013 - 2014 λάμβανε πληροφορίες ότι η υπόθεση του προχωρά ενώ δεν ήταν έτσι. Ο ίδιος είχε συνεργασία και με άλλο δικηγόρο ο οποίος του εισηγήθηκε να καταβάλει τα σχετικά τέλη και να διεξαγάγει έρευνα στο Δικαστήριο καθότι είχε καταλάβει από πολύ νωρίς ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Το πολύ νωρίς το προσδιόρισε χρονικά στην στιγμή που έκανε έρευνα στο Δικαστήριο για την συγκεκριμένη υπόθεση ενώ δικηγόρο είχε αλλάξει από το 2012 - 2013 καθότι ο κος. Ηλία δεν χειριζόταν μόνο την αγωγή εναντίον της κατηγορούμενης 1 αλλά και άλλες υποθέσεις οι οποίες επίσης δεν προχωρούσαν. Περαιτέρω συμφώνησε ότι και στις 2 περιπτώσει που υπέγραψε έντυπο στον κο. Ηλία ήταν με σκοπό την καταχώρηση αγωγής εναντίον της κατηγορούμενης 1 και την 2η φορά ειδικά γιατί ως του αναφέρθηκε υπήρχε κάποιο λάθος στο όνομα της εταιρείας και επιβαλλόταν η καταχώρηση νέας αγωγής. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 ενημερώθηκε από τον επόμενο του δικηγόρο ότι πρώτα πρέπει να καταχωρείται ποινική υπόθεση για τις επιταγές και μετά αγωγή, κάτι που ο ίδιος δεν γνώριζε. Ο ΜΚ1 αρνήθηκε τις υποβολές ότι δεν προσέφερε τις συμφωνηθείσες εργασίες και γι' αυτό σταμάτησε η πληρωμή των επιταγών και επέμεινε ότι εκτέλεσε όλα τα συμφωνηθέντα τα οποία μάλιστα εγκρίθηκαν και από το ΙΤΚ. Για τις εργασίες που έγιναν επισκέφθηκε πολλές φορές τα υποστατικά των κατηγορουμένων ενώ από το 2005 που επιστράφηκαν απλήρωτες οι επίδικές επιταγές μέχρι και σήμερα προσπαθούσε να επικοινωνήσει με τους κατηγορούμενους τηλεφωνικώς πάντα αλλά δεν έλαβε καμία απάντηση και γι' αυτό προχώρησε και διόρισε δικηγόρο ο οποίος ανάλαβε τον χειρισμό. Αρνήθηκε ότι δεν προσπάθησε να επικοινωνήσει καθότι γνώριζε τον λόγο ανάκλησης και επανέλαβε ότι ο λόγος καθυστέρησης οφείλεται σε εξαπάτηση του από δικηγόρο. Με την επιστροφή και της 3ης επιταγής προσπάθησε να επικοινωνήσει ελπίζοντας ότι θα εισπράξει αλλά δεν τα κατάφερε οπότε αρχές του 2006 επισκέφθηκε τον κο. Ηλία. Δεν μπορεί να θυμάται με ακρίβεια τι προσπάθειες έκανε γα επικοινωνία και πότε ακριβώς επισκέφθηκε δικηγόρο καθότι έχουν περάσει σχεδόν 11 χρόνια ενώ επέμεινε ότι ο ίδιος δεν καθυστέρησε στην προώθηση της υπόθεσης καθότι την ανέθεσε άμεσα σε δικηγόρο ο οποίος δεν έπραξε όσα έπρεπε δίδοντας του ψεύτικες πληροφορίες. Αρνήθηκε περαιτέρω ότι πρώτη φορά για τις εν λόγω επιταγές διόρισε δικηγόρο το 2012 αναφέροντας ότι είχε να λαμβάνει από τους κατηγορούμενους ΛΚ.5.800= σχεδόν €9.000= και έπραξε άμεσα ότι μπορούσε για να εισπράξει τα χρήματα αυτά. Αρνήθηκε ότι προώθησε την παρούσα υπόθεση καθότι μετά από 7 χρόνια που καταχώρησε αγωγή το αστικό του δικαίωμα είχε παραγραφεί, αναφέροντας ότι δεν γνωρίζει από νομικής φύσεως εργασίες, ο δικηγόρος του, του είχε προτείνει να καταχωρηθεί αγωγή και μετά ενημερώθηκε από άλλο δικηγόρο ότι η σωστή διαδικασία είναι η καταχώρηση πρώτα ποινικής υπόθεσης. Για την δυνατότητα καταχώρησης ποινικής υπόθεσης ενημερώθηκε το 2012 - 2013 και υπέγραψε παρόλα αυτά έντυπο για καταχώρηση αγωγής καθότι ο ίδιος είναι χημικός και όχι δικηγόρος και έκανε ότι τον συμβούλευσε ο δικηγόρος του ενώ δεν έκρινε ορθό να υποδείξει τον κο. Ηλία να καταχωρήσει ποινική υπόθεση όταν ενημερώθηκε για αυτήν την δυνατότητα από τον άλλο δικηγόρο. Ολοκληρώνοντας την αντεξέταση του ο ΜΚ1 ανέφερε ότι επιθυμεί την τιμωρία των κατηγορουμένων που δεν συνδέεται κατ' ανάγκη με την πληρωμή των ποσών των επιταγών. Τέλος ζήτησε την τιμωρία των κατηγορουμένων με τρόπο που θα κρίνει το Δικαστήριο ορθό. Ο ΜΚ1 οφείλω να αναφέρω ότι δεν άφησε αρνητική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ανέφερε τα όσα έλαβαν χώρα κατά την δική του θέση για τις υπηρεσίες που προσέφερε και την έκδοση των επίδικων επιταγών. Από την άλλη όμως οφείλω να αναφέρω ότι η ύπαρξη κάποιας συμβατικής σχέσης για παροχή υπηρεσιών και η έκδοση των επίδικων επιταγών αποτελούν παραδεκτά γεγονότα όπως επίσης παραδεκτό γεγονός αποτελεί και η ανάκληση της πληρωμής τους από την κατηγορούμενη 1 ως εκδότρια μέσω της 2ης κατηγορούμενης. Εκείνο που μου προκάλεσε απορία και αφήνει εύλογα ερωτήματα είναι ισχυριζόμενη έλλειψη οιασδήποτε αναφοράς στα όσα μεσολάβησαν την ανάκλησης της 1ης επιταγής με την ανάκληση των υπολοίπων αλλά και τον μετέπειτα χρόνο. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι έκανε επανειλημμένες προσπάθειες να εντοπίσει την κατηγορούμενη 2 ή και τον σύζυγο της χωρίς όμως να το καταφέρει αυτό ενώ επέμεινε ότι ουδεμία επικοινωνία είχαν παρά το ότι κάποιες μέρες πριν μιλούσαν και μάλιστα ο ίδιος επισκέφθηκε τα υποστατικά τους. Περαιτέρω και σε σχέση με τα όσα ανέφερε για το καίριο για την παρούσα απόφαση ζήτημα της καταχώρησης της ποινικής υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων 11 χρόνια μετά την ισχυριζόμενη διάπραξη πρέπει να αναφερθεί ότι δεν κρίνονται ως αναξιόπιστα αλλά δεν δύναμαι και δεν είναι της δικής μου αρμοδιότητας να αποφανθώ επί οιονδήποτε διαφορών προέκυψαν ή θα προκύψουν μεταξύ των παραπονούμενων και του πρώην δικηγόρου τους καθότι αυτά τα ζητήματα αποτελούν αντικείμενο άλλων διαδικασιών που ως φαίνεται έχουν ξεκινήσει. Περαιτέρω δεν αποτελούν επίδικα ζητήματα στην παρούσα απόφαση καθότι το παρόν Δικαστήριο αυτό που θα εξετάσει δεν είναι το ποιός ευθύνεται για την καθυστέρηση αλλά πως αυτή επηρέασε εάν επηρέασε καθοιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα των κατηγορουμένων. Περαιτέρω με τα ανωτέρω και ιδιαίτερα το μη αμφισβητούμενο χρονικό διάστημα των 11 ετών που διέρρευσε από την ισχυριζόμενη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την καταχώρηση οφείλω να αναφέρω ότι ο ίδιος ο ΜΚ1 αναφέρει ότι αυτό που ζήτησε από τον πρώτο του δικηγόρο ήταν να λάβει τα νόμιμα και δέοντα μέτρα για είσπραξη του λαβείν του και αυτό το έτος 2006 ενώ το 2012 μετά το ισχυριζόμενο λάθος επί της πρώτης αγωγής υπέγραψε εκ νέου διοριστήριο με τις ίδιες οδηγίες προς καταχώρηση νέας αγωγής. Παράλληλα και ενώ οι ανησυχίες του για την καθυστέρηση τον οδήγησαν στο να λάβει και συμβουλή από τρίτο δικηγόρο οπόταν και ενημερώθηκε για την δυνατότητα καταχώρησης ποινικής υπόθεσης από το έτος 2012 μέχρι και το 2016 δεν έπραξε οτιδήποτε. Αντίθετα το 2016 διεκδικεί την τιμωρία των κατηγορουμένων ενώ παράλληλα διατυπώνει και την θέση του για την ανάγκη είσπραξης των οφειλομένων προς αυτών ποσών. Αυτό το κομμάτι της μαρτυρίας του ΜΚ1 δεν μπορώ να το αποδεχτώ καθότι ακόμα και αν οι οδηγίες του το 2006 δεν ακολουθήθηκαν, ο ίδιος άφησε 11 χρόνια να παρέλθουν, έχοντας γνώση ότι έδωσε οδηγίες για είσπραξη των ποσών και όχι για την τιμωρία των κατηγορουμένων ενώ παράλληλα αναφέρεται σε συνεργασία του με άλλους δικηγόρους για επιταγές που δεν τιμήθηκαν, γεγονός που προκαλεί εύλογες αμφιβολίες και ερωτήματα για το κατά πόσο δεν γνώριζε ότι η ανάκληση πληρωμής επιταγής συνιστά και ποινικό αδίκημα. ΜΚ2: Άντρη Ασπρή Ως τελευταία μάρτυρας κατηγορίας προσήλθε η ΜΚ2 η οποία είναι γραμματέας της παραπονούμενης εταιρείας και επιπλέον εργάζεται στο εργαστήριο αυτή. Ασχολείται με το αρχείο της παραπονούμενης και έχει πρόσβαση σε αυτό. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 την πρόταση που υποβλήθηκε εκ μέρους των κατηγορουμένων στο ΙΤΚ και ως Τεκμήριο 9 την απάντηση από το ίδρυμα. Ο ΜΚ1 είναι ο σύζυγος της ενώ δήλωσε αντεξεταζόμενη ότι τα Τεκμήρια 8 και 9 τα αναγνώρισε ενόψει του ότι το έτος 2004 ήταν στο αρχείο της εταιρείας και συνεπώς πρέπει να τα είχε αρχειοθετήσει εκείνη. Η μάρτυρας αυτή δεν θεωρώ ότι προσέφερε οτιδήποτε το ουσιώδες στην υπόθεση γενικότερα ενόψει του ότι η ύπαρξη κάποιας συμβατικής σχέση και συνεργασίας μεταξύ των κατηγορουμένων και παραπονούμενων δεν αμφισβητήθηκε, συνεπώς η αξιολόγηση αυτής της μαρτυρίας παρέλκει. Οφείλω όμως να αναφέρω ότι απεκόμισα την εντύπωση ότι η εν λόγω μάρτυρας προσήλθε με σκοπό να καλύψει κενά της μαρτυρίας του ΜΚ1 κυρίως για κατάθεση εγγράφων τα οποία δεν κατέστη δυνατό να κατατεθούν κατά την κυρίως εξέταση του ΜΚ
- Κατηγορούμενη Η κατηγορούμενη μετά την κλήση της σε απολογία επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία όπου ανέφερε συνοπτικά τα κάτωθι: Είναι η διευθύντρια της 1ης κατηγορούμενης και η οποία εξέδωσε τις επίδικες επιταγές, ενώ ανακάλεσε και την πληρωμή τους. Δεν θυμάται τον ακριβή λόγω ανάκλησης της πληρωμής των επιταγών, αλλά αυτό που μπορεί να πει είναι ότι η κατηγορούμενη 1 ουδέποτε απέκτησε το σύστημα HACCP το οποίο ο ΜΚ1 ανέφερε ότι θα φρόντιζε να λάβει. Η κατηγορούμενη 1 διατηρεί μία μικρή επιχείρηση για την οποία δεν έλαβε οποιοδήποτε πιστοποιητικό με βάση την έκθεση της παραπονούμενης, αλλά δεν μπορεί να θυμάται λεπτομέρειες γιατί δεν ολοκληρώθηκε η συνεργασία. Από το 2006 και έπειτα ο ΜΚ1 δεν επικοινώνησε μαζί τους, ενώ μία αγωγή που τους επιδόθηκε το 2012 δεν θυμάται τι απέγινε. Δεν κλήθηκε ποτέ από την Αστυνομία να δώσει κατάθεση γι' αυτή την υπόθεση, ενώ λόγω της παρόδου των 11 χρόνων δεν υπάρχει αρχείο σχετικό με τις εν λόγω επιταγές. Προτού προχωρήσω με αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορουμένης, κάτι που θα συνεπάγετο και την απόφασή μου επί της απόδειξης της εύλογης αιτίας ή μη, κρίνω σκόπιμο να εξετάσω πρώτιστα τη βασική εισήγηση του συνηγόρου της υπεράσπισης για παραβίαση του δικαιώματος των κατηγορουμένων σε δίκαιη δίκη. Εκείνο που εξετάζεται με βάση τις εισηγήσεις των μερών είναι κατά πόσο η πάροδος των 11 χρόνων από την ισχυριζόμενη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και την προώθηση και καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης παραβιάζει καθοιονδήποτε τρόπο τα δικονομικά και ουσιαστικά δικαιώματα των κατηγορουμένων ή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας σε βαθμό που θα πρέπει το Δικαστήριο ασκώντας τις εξουσίες του να απορρίψει και/ή διακόψει την υπόθεση. Αναφορικά με την εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει ή να διακόψει υπόθεση για λόγους κατάχρησης παραπέμπω στην απόφαση Μιχάλης Χαραλαμπίδης ν. Νικόλαου Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ 522 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η αναστολή της δίκης ή η απόρριψη υπόθεσης για κατάχρηση διαδικασίας χωρεί μόνο εφόσον απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Η δικαιοδοσία για πάταξη τέτοιων περιπτώσεων είναι σύμφυτη χωρίς να έχει οποιαδήποτε νομοθετική προέλευση. Είναι μια εξουσία αυτονόητη και απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και μέσων επίτευξης των στόχων της. Υπήρξε βέβαια αντικείμενο συζητήσεων και πολλών δικαστικών αποφάσεων ποιά δικαστήρια έχουν τέτοια αρμοδιότητα και για ποιούς σκοπούς μπορούν να την ασκήσουν». Ως αναφέρθηκε και στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 06/06/2016, το Δικαστήριο έκρινε ότι για να μπορέσει να εξετάσει τις εισηγήσεις των κατηγορουμένων θα πρέπει να έχει ενώπιον του το πλαίσιο του συνόλου της δίκης. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Καψού
(2004)2 Α.Α.Δ. 127 λέχθηκε ότι είναι πρωταρχική ευθύνη του Δικαστηρίου να διασφαλίσει το Συνταγματικό αυτό δικαίωμα του κατηγορουμένου. Σκοπός της συνταγματικής πρόνοιας του άρθρου 30
(2)είναι η προστασία του κατηγορουμένου από τις υπερβολικές καθυστερήσεις. Το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος μας είναι ταυτόσημο με το άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ε.Σ.Α.Δ) την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία έχει κυρώσει με το Νόμο 39/62. Τόσο τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί κατά πόσο υπήρξε παραβίαση του εν λόγω Συνταγματικού δικαιώματος όσο και οι συνέπειες αυτής έχουν αναλυθεί σε σωρεία υποθέσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπου γίνεται αναφορά τόσο στη σχετική βιβλιογραφία και στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων όσο και στην Αγγλική και Κυπριακή νομολογία (βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 202, Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294, Χριστόπουλος ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 100, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μενελάου
(2004)2 A.A.Δ. 223, Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 A.A.Δ. 330, Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφέσεις 185/2006 και 210/2006, ημερ. 21.1.2008 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ηλία Ευσταθίου, Ποιν. ΄Εφεση 89/2008, ημερ. 23.6.09). Από τα όσα δε αναφέρονται στη σχετική νομολογία συνάγονται τα ακόλουθα:
- Το εύλογο διάστημα αποφασίζεται με καθιερωμένα κριτήρια. Η συνολική διάρκεια της διαδικασίας είναι αντικειμενικό γεγονός, εφόσον βέβαια είναι γνωστά τα χρονικά της ορόσημα. Υπεισέρχονται όμως και άλλοι παράγοντες όταν χρειάζεται να εκτιμηθεί ο εύλογος χαρακτήρας της προθεσμίας όπως η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η σημασία για τους αιτούντες, η στάση των αρμοδίων διοικητικών και δικαστικών αρχών και η συμπεριφορά του ίδιου του αιτούντα (Μενελάου και Χαραλαμπίδης ανωτέρω).
- Συνυπολογίζεται επίσης και η ύπαρξη και άλλων παραμέτρων, που να δείχνουν ότι υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί να διεξαχθεί δίκαιη δίκη όπως της απώλειας μαρτυρίας, της δυσκολίας στην εξασφάλιση μαρτυρικού υλικού, της χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορούμενου και του κατά πόσο επηρεάστηκε στην υπεράσπιση του. Τα πιο πάνω, τίθενται ως παραδείγματα και δεν εξαντλούν τον κατάλογο των θεμάτων που θα πρέπει να εξεταστούν. Επιβάλλεται η αναγκαιότητα κατάδειξης πειστικών λόγων ότι δεν θα ήταν εφικτό να υπάρξει δίκαιη δίκη ή για ποιο λόγο θα ήταν άδικο να προχωρήσει η δίκη εναντίον ενός κατηγορουμένου. Το πλαίσιο διαπίστωσης των εγγενών αδυναμιών, ή των δυσμενών επιπτώσεων που ενδεχομένως θα αντιμετωπίσει ο κατηγορούμενος είναι η δίκη. Είναι συνεπώς απαραίτητο να ξεκινήσει η διαδικασία ακρόασης μιας υπόθεσης και εκεί, κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας, να εξεταστούν τα εγειρόμενα θέματα (Ευσταθίου και Θεοχάρους ανωτέρω).
- Όσον αφορά την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, επισημαίνεται πως αυτή σχετίζεται ταυτόχρονα με θέματα πραγματικών περιστατικών και δικαίου, όπως η φύση και σοβαρότητα των συγκεκριμένων ζητημάτων και παραβάσεων, ο αριθμός των ζητημάτων και των αξιόποινων πράξεων που μελετώνται στην ίδια υπόθεση, η φυσική και χρονολογική απόσταση ανάμεσα στα γεγονότα ή τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Η πολυπλοκότητα δυνατόν να υφίσταται από τον αριθμό των κατηγοριών, από την δυσκολία των επίδικων νομικών ζητημάτων και από τον όγκο της μαρτυρίας (Wemhoff v. Germany [1968] 1 E.H.R.R. 55).
- Τέλος λαμβάνεται επίσης υπόψη η συμπεριφορά αυτού που επικαλείται το δικαίωμα, μη συνεργασίας ή κωλυσιεργίας. Η Πολιτεία δεν ευθύνεται για καθυστερήσεις που αποδίδονται στο κατηγορούμενο ή στους δικηγόρους του. Η συμπεριφορά του κατηγορουμένου μπορεί να ληφθεί υπόψη ως ένας αντικειμενικός παράγων για τον οποίο το κράτος δεν ευθύνεται (Eckle v. Federal Republic of Germany [1983] 5 E.H.R.R. 1).
- Η προσέγγιση που πρέπει να υιοθετείται όταν αποφασίζεται κατά πόσο έχει παραβιασθεί το δικαίωμα του δικάζεσθαι εντός ευλόγου χρόνου έχει αναλυθεί στην Procurator Fiscal v. Watson [2002] 4 All E.R. 1 όπου κρίθηκε ότι το κατώφλι της απόδειξης παραβίασης της απαίτησης του εύλογου χρόνου είναι ψηλό και είναι σχεδόν με βεβαιότητα αχρείαστο να εξεταστεί περαιτέρω εκτός αν το χρονικό διάστημα που παρήλθε εκ πρώτης όψεως και χωρίς οτιδήποτε άλλο δίνει λαβή για πραγματική ανησυχία. Ωστόσο αν η περίοδος που παρήλθε, εκ πρώτης όψεως και χωρίς οτιδήποτε άλλο, πράγματι δίνει λαβή για τέτοια ανησυχία, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει τα λεπτομερή γεγονότα και περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης και η Πολιτεία πρέπει να εξηγήσει και δικαιολογήσει οποιοδήποτε χρονικό διάστημα που διέρρευσε που φαινόταν ότι ήταν υπερβολικό.
- Στις ποινικές υποθέσεις η διασφάλιση του εύλογου χρόνου αρχίζει από την ημερομηνία της διατύπωσης της κατηγορίας μέχρι την ημερομηνία της τελικής εκδίκασης της, περιλαμβανομένης και της εξάντλησης της διαδικασίας της εφέσεως (Eckle ανωτέρω). Ένα πρόσωπο υπόκειται σε κατηγορία εντός της έννοιας του αρ. 6 της Σύμβασης όταν ειδοποιείται επισήμως για τους εναντίον του ισχυρισμούς ή όταν επηρεάζεται ουσιωδώς από τη διαδικασία που καταχωρείται εναντίον του (Deweer v. Belgium [1979-80] 2 E.H.R.R. 439). Σε μια εύκολη υπόθεση (straight forward) αυτή είναι η ημερομηνία που ο κατηγορούμενος κατηγορείται από την Αστυνομία (Ewing v. U.K. [1988] 10 E.H.R.R. 141 και Χριστόπουλος ανωτέρω). Πλην όμως σε υποθέσεις όπου καθυστερεί η διατύπωση του κατηγορητηρίου ο χρόνος δυνατόν να αρχίζει από την ημερομηνία της σύλληψης ή από την ημερομηνία κατά την οποία ο κατηγορούμενος ενημερώνεται (becomes aware) ότι εξετάζεται άμεσα η πιθανότητα ποινικής δίωξης του (X. v. U.K. [1978] 14 D.R. 26). Όπου ο κατηγορούμενος βρίσκεται υπό κράτηση εφαρμόζεται ένα πιο αυστηρό κριτήριο (Abdoella v. Netherlands [1992] 20 E.H.R.R. 585).
- Η διαπίστωση ότι η δίκη δεν περατώθηκε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε διακοπή της δίκης και απαλλαγή του κατηγορούμενου (βλ. Μενελάου, Ευσταθίου και Χριστόπουλος ανωτέρω). Αυτό όμως δεν είναι η μόνη αποκλειστική θεραπεία που παρέχει το Δικαστήριο. Στην πολύ πρόσφατη Θεοχάρους ανωτέρω, με αναφορά στην υπόθεση Beck v. Norway, Application No. 26390/95 ημερ. 26/9/01 (Final), λέχθηκε ότι από τη νομολογία του Ε.Δ.Α.Δ στην οποία στηρίζεται η δική μας επί του θέματος νομολογία, προκύπτει ότι η συνέπεια της παραβίασης δεν είναι τόσο αυστηρή όπως διατυπώθηκε στην Ευσταθίου ανωτέρω και σε υποθέσεις που ακολούθησαν την ίδια γραμμή. Προκύπτει ότι το θέμα πρέπει να εξετάζεται ανάλογα με την έκταση της παραβίασης και κατά πόσο ο κατηγορούμενος επηρεάστηκε στην υπεράσπιση του. Εκεί δε που διαπιστώνεται τέτοια παραβίαση αυτή λαμβάνεται υπόψη σοβαρά ως μετριαστικός παράγοντας. Ανάλογα λοιπόν με την περίπτωση, τέτοια διαπίστωση μπορεί να οδηγήσει και σε άλλου είδους θεραπεία όπως σε μείωση της ποινής κατά την επιμέτρηση της. Σχετική με τα πιο πάνω είναι και η Μενελάου ανωτέρω στην οποία έγινε αναφορά στην απόφαση του Δικαστηρίου των Λόρδων Attorney General's Reference (No. 2/2001) (Times Law Report, 11/12/2003) όπου αποφασίστηκε πως η ποινική διαδικασία δυνατό να ανασταλεί γιατί υπήρξε τέτοια παραβίαση αλλά τούτο μπορεί να γίνει μόνο εφόσον δεν θα ήταν πλέον δυνατή η διεξαγωγή δίκαιης δίκης. Στην παρούσα περίπτωση το Δικαστήριο από την πρώτη εμφάνιση της υπόθεση ενώπιον του και αφού διαπίστωσε την ημερομηνία της ισχυριζόμενης διάπραξης των αδικημάτων, έδωσε προτεραιότητα στην εκδίκαση της ακριβώς για να μην σπαταληθεί και περαιτέρω χρόνος. Το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 03/02/2016 ενώ η ακροαματική διαδικασία ξεκίνησε στις 13/05/
- Το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί της ποινικής ευθύνης των κατηγορουμένων 1 και 2 μετά από την πάροδο 10 χρόνων και 7 μηνών. Η περίοδος αυτή χωρίς οποιαδήποτε άλλη εξέταση κρίνεται υπερβολική και προκαλεί πραγματική ανησυχία. Δεν παρέχεται στην παρούσα περίπτωση η δυνατότητα εξέτασης του ιστορικού της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου ενόψει του ότι η καθυστέρηση αυτή δεν παρουσιάζεται από πλευράς εκδίκασης της υπόθεσης, αλλά από πλευράς του παραπονούμενου στην προώθηση και καταχώρηση της. Εκείνο που κρίνω ότι πρέπει να εξεταστεί είναι η συμπεριφορά των παραπονούμενων αναφορικά με την προώθηση της υπόθεσης και το κατά πόσο η αναντίλεκτη πάροδος των 11 σχεδόν χρόνων επενέργησε και αν ναι σε ποιο βαθμό, στα δικαιώματα των κατηγορουμένων. Περαιτέρω, θα πρέπει να καταλήξω εάν η ενδεχόμενη παραβίαση θα οδηγήσει σε τερματισμό της διαδικασίας και απόρριψη της υπόθεσης ή επιδέχεται άλλου είδους θεραπείας. - Από την ανάκληση μίας επιταγής και την ενημέρωση του δικαιούχου περί της ανάκλησης πληρωμής, γεννάται το δικαίωμα και για έγερση ιδιωτικής ποινικής δίωξης. Η παραπονούμενη έλαβε γνώση της ανάκλησης της πληρωμής των επίδικων επιταγών τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2005, ενώ το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε τον Φεβρουάριο του
- Η εξήγηση που προσπάθησε να δοθεί από τον ΜΚ1 δεν κρίνεται ικανοποιητική για τους λόγους που έχω αναφέρει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του ανωτέρω. Ο ΜΚ1 έδωσε οδηγίες το 2006 για καταχώρηση αγωγής με σκοπό την είσπραξη των ποσών των επιταγών, οδηγίες τις οποίες επανέλαβε και το
- Ουδεμία μαρτυρία δόθηκε για την επιθυμία του να διώξει ποινικά με σκοπό την τιμωρία των κατηγορουμένων 1 και 2 από το 2006 μέχρι και το
- - Αναμφίβολα από τη στιγμή που τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)ήταν παραδεκτά, το βάρος απόδειξης της μοναδικής υπεράσπισης που ο Νόμος προβλέπει μεταφέρθηκε στους ώμους των κατηγορουμένων. Σύμφωνα με το άρθρο 305 Α
(2)το Δικαστήριο δύναται να εξετάσει την υπεράσπιση της ανάκλησης μίας επιταγής για εύλογη αιτία νοουμένου ότι δόθηκε στο τραπεζιτικό ίδρυμα γραπτή εντολή επί της οποίας να αναγράφεται ο λόγος ανάκλησης. Στην παρούσα περίπτωση η αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΚ1 είναι ότι πέραν των φωτογραφικών αντιγράφων των επίδικων επιταγών, η πληρώτρια Ελληνική Τράπεζα, λόγω της παρόδου των 11 χρόνων δεν διαθέτει οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που να μπορούσε να παρουσιαστεί στην δίκη. Από τη μαρτυρία αυτή προκύπτει αβίαστα ότι οι κατηγορούμενοι έχουν απολέσει τη δυνατότητα παρουσίασης του εντύπου αυτού που θα τους έδιδε την περαιτέρω δυνατότητα να προσπαθήσουν να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό την υπεράσπισή τους. - Ακολουθώντας τις αρχές της νομολογίας που ανωτέρω ανάπτυξα, προκύπτει ότι η διαπίστωση ότι η δίκη δεν περατώθηκε σε εύλογο χρονικό διάστημα, δύναται να έχει και άλλη θεραπεία πέραν της αναστολής και/ή διακοπής της δίκης και το θέμα αυτό εξετάζεται ανάλογα με την έκταση της παραβίασης και το κατά πόσο ο κατηγορούμενος επηρεάστηκε στην υπεράσπισή του. Στην παρούσα περίπτωση και λαμβάνοντας υπόψη μου ότι το αδίκημα του άρθρου 305 Α
(2)προσφέρει τη δυνατότητα μίας και μοναδικής υπεράσπισης, την επίκληση της οποίας οι κατηγορούμενοι αδυνατούν πλέον να προβάλουν, καταλήγω ότι υπάρχει παραβίαση του δικαιώματός τους σε δίκαιη δίκη. Οι κατηγορούμενοι θα μπορούσαν εάν είχαν τη δυνατότητα να αθωωθούν επικαλούμενοι την υπεράσπισή τους, ενώ η απώλεια της δυνατότητας αυτής, οδηγεί χωρίς τίποτα άλλο σε βέβαιη καταδίκη. Η πάροδος των 11 χρόνων οδήγησε στην απώλεια της δυνατότητας παρουσίασης του απαραίτητου μαρτυρικού υλικού που θα στήριζε την υπεράσπισή τους σε τέτοιο βαθμό που καθιστά πλέον αδύνατη την ολοκλήρωση της παρούσας υπόθεσης με εξέταση της ενοχής ή μη των κατηγορουμένων. - Για την παρουσιασθείσα καθυστέρηση δεν τίθεται θέμα ευθύνης καθ' οιοδήποτε τρόπο των κατηγορουμένων, αλλά απεναντίας η καθυστέρηση οφείλεται στο πρόσωπο της παραπονούμενης εταιρείας. Τα όσα δόθηκαν ως αιτιολογία από πλευράς ΜΚ1 δεν έχουν γίνει αποδεκτά, αλλά εν πάση περιπτώσει, ακόμα και αν τα όσα ο ΜΚ1 ανέφερε σε σχέση με τον πρώτο του δικηγόρο ευσταθούν, δεν αλλάζουν το αποτέλεσμα της απώλειας δυνατότητας παρουσίασης της μοναδικής υπεράσπισης που οι κατηγορούμενοι δύναται να επικαλεσθούν. Το Δικαστήριο δεν δύναται να διαφοροποιήσει την απόφαση του ακόμα και αν για την καθυστέρηση αυτή ευθύνεται κάποιος δικηγόρος. Η καθυστέρηση που υπήρξε, ανεξαρτήτως ευθύνης, δημιουργεί και οδηγεί σε ένα και μόνο αποτέλεσμα και δεδομένο, αυτό της πλήρους απώλειας της δυνατότητας επίκλησης της μοναδικής υπεράσπισης που ο Νομοθέτης προνόησε για το εν λόγω αδίκημα. Βεβαίως οφείλω να σημειώσω ότι για την παρουσιασθείσα καθυστέρηση καμία ευθύνη δεν δύναται να επιρριφθεί στους κατηγορούμενους οι οποίοι από την καταχώρηση του κατηγορητηρίου και μέχρι σήμερα ήταν τυπικοί στις εμφανίσεις τους ενώ ουδέποτε στην διάρκεια αυτών των 11 σχεδόν χρόνων δεν κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν ποινική υπόθεση για τις επιταγές αυτές. - Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη μου ότι η παρούσα υπόθεση αφορά αδικήματα έκδοσης επιταγών των οποίων η πληρωμή έχει ανακληθεί, ήτοι μία υπόθεση χωρίς καμία πολυπλοκότητα που να δικαιολογεί την πολυετή αυτή καθυστέρηση στην προώθηση της. Δεν υπήρχε όγκος μαρτυρικού υλικού, δεν υπήρχε ανάγκη παρουσίασης μεγάλου αριθμού μαρτύρων κατηγορίας και καμία ανάγκη διενέργειας οιονδήποτε επιστημονικών εξετάσεων ή άλλων ερευνών. Συνεπακόλουθα όλων των ανωτέρω προκύπτει ότι η αναντίλεκτη καθυστέρηση στην καταχώρηση και προώθηση της παρούσας ιδιωτικής ποινικής δίωξης έχει οδηγήσει σε απώλεια μαρτυρίας από πλευράς των ίδιων των διαδίκων λόγω μειωμένης μνήμης για γεγονότα και λεπτομέρειες που έλαβαν χώρα πριν 11 χρόνια, σε αδυναμία εξασφάλισης μαρτυρικού υλικού με αποτέλεσμα η θέση των κατηγορουμένων 1 και 2 να έχει χειροτερέψει σε τέτοιο βαθμό που να επηρεάζει άμεσα και καθοριστικά την υπεράσπισή τους. Μέσα στο πλαίσιο της δίκης, ως αυτή ολοκληρώθηκε ενώπιον μου, φάνηκε ότι η υπεράσπιση δεν κατάφερε να παρουσιάσει με πληρότητα και επάρκεια τις θέσεις και εισηγήσεις της ενώ με βάση και την μη ύπαρξη οιονδήποτε τραπεζιτικών αρχείων καταλήγω ότι αυτό θα ήτο αδύνατο. Η πάροδος 11 σχεδόν χρόνων σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις που αυτή η καθυστέρηση είχε σε όλους τους πιο πάνω παράγοντες που εξέτασα, κρίνω ότι είναι τέτοια που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα των κατηγορουμένων 1 και 2 για διάγνωση της ποινικής τους ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου και ότι δεν έτυχαν δίκαιης δίκης. Εξετάζοντας με δεδομένη την παραβίαση το κατά πόσο αυτή θα μπορούσε να θεραπευθεί με οιοδήποτε άλλο τρόπο, ως η νομολογία προτάσσει, για παράδειγμα να ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας, καταλήγω ότι δεν παρέχεται αυτή η δυνατότητα ενόψει της έκτασης της παραβίασης που εντοπίζω, ήτοι της πλήρης απώλειας της δυνατότητας παρουσίασης της μοναδικής υπεράσπισης που προβλέπεται. Με βάση τα όσα ανωτέρω ανέφερα και παρά το ότι η κατάληξη της απόφασης είναι δεδομένη, οφείλω για σκοπούς πληρότητας να παραθέσω και τα κάτωθι. Μέσα από την μαρτυρία των ΜΚ και ιδιαίτερα του ΜΚ1 σε συνδυασμό με την μαρτυρία της κατηγορούμενης, προκύπτει ότι υπήρχε πράγματι κάποια συμβατική σχέση για παροχή κάποιων υπηρεσιών. Τις λεπτομέρειες αυτής της συνεργασίας και τα ακριβή αποτελέσματα της και το κατά πόσο αυτές τελικά δόθηκαν ή όχι παρέμεινε ασαφές. Μάλιστα και ο ίδιος ο ΜΚ1 απαντούσε βασιζόμενος στα έγγραφα που ο ίδιος κατείχε και παραπέμποντας σε διάφορες περιπτώσεις στην πάροδο αυτών των 11 χρόνων. Επιπλέον και η ίδια η κατηγορούμενη επικαλούμενη αυτήν την πάροδο δεν μπόρεσε να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες. Βεβαίως στο ποινικό μας σύστημα η απόδειξη πέραν πάσης αμφιβολίας όλων των συστατικών στοιχείων αυτών των αδικημάτων εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή προτού μετατεθεί το βάρος απόδειξης κάποιας υπεράσπισης στους ώμους των κατηγορουμένων. Οφείλω να αναφέρω ότι από την μαρτυρία του ΜΚ1 δημιουργήθηκαν σοβαρές αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου για τις ακριβείς συνθήκες συνεργασίας των μερών. Ως εκ τούτου η υπόθεση ενόψει αυτών των αμφιβολιών ως προς την ύπαρξη ή όχι όντως υπεράσπισης θα οδηγούσαν σε απόρριψη της υπόθεσης. Καταληκτικά και ενόψει των όσων ανωτέρω προσπάθησα να εξηγήσω η υπόθεση απορρίπτεται και οι κατηγορούμενοι 1 και 2 απαλλάσσονται και αθωώνονται στις κατηγορίες που ένας έκαστος εξ' αυτών αντιμετωπίζει. Όσον αφορά τα έξοδα και με δεδομένο ότι πρόκειται για ιδιωτικής φύσεως υπόθεση, αυτά επιδικάζονται υπέρ των κατηγορουμένων 1 και 2 και εναντίον των παραπονούμενων ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο