← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μάριος Θεοδούλου, Αρ. Υπόθεσης: 31201/14, 15/6/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μάριος Θεοδούλου, Αρ. Υπόθεσης: 31201/14, 15/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B106 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Δρουσιώτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 31201/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή ν. Μάριος Θεοδούλου Κατηγορούμενος -------- Ημερομηνία: 15 Ιουνίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Β. Δανιηλίδου Για τον Κατηγορούμενο: κα M. Χ΄΄ Λευτέρη Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α ΣΗ Ο κατηγορούμενος μετά από ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου αντιμετωπίζει την κατηγορία 1, η οποία αφορά το αδίκημα ότι άσκησε βία στην εν διαστάσει σύζυγο του που της προκάλεσε άμεσα πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 3

(1)
(4)του Νόμου 119
(1)/2000 ως έχει τροποποιηθεί. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι στις 8.9.2014 στη Λεμεσό άσκησε βία στην εν διαστάσει σύζυγο του Μαίρη Θεοδούλου και προκάλεσε άμεσα πραγματική σωματική βλάβη σε αυτή. Η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τέσσερις μάρτυρες και ο κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία κατέθεσε ενόρκως. Οι Μ.Κ.2 και 3 είναι αστυνομικοί οι οποίοι το μόνο πράγμα που έκαναν ήταν ο μεν Μ.Κ.2 στις 9.9.2014 να καταγράψει το παράπονο της Μ.Κ.1 και να της δώσει έντυπο για να μεταβεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Ο δε Μ.Κ.3 στις 10.9.2014 να λάβει κατάθεση από την Μ.Κ.1, στις 19.9.2014 να λάβει ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και να τον κατηγορήσει γραπτώς. Συνεπώς επί των γεγονότων της υπόθεση η μόνη που έδωσε μαρτυρία είναι η παραπονούμενη Μ.Κ.1 και σε σχέση με τους τραυματισμούς που ισχυρίστηκε ότι υπέστη ο Μ.Κ.4. Η Μ.Κ.1 ανέφερε ότι είναι νυμφευμένη με τον κατηγορούμενο και τους τελευταίους μήνες, δηλαδή από τις 10.9.14 που έδιδε την κατάθεση της βρίσκονται σε διάσταση με τον κατηγορούμενο ο οποίος μένει σε διαφορετικό σπίτι. Έχουν ένα γιο ο οποίος τότε ήταν ηλικίας 8½ ετών. Επί του επίδικου θέματος ανέφερε ότι στις 8.9.14 και περί ώρα 14.30 ο κατηγορούμενος ήλθε στο σπίτι να δει το γιο τους και ενώ βρισκόταν στην πόρτα, όταν τον ρώτησε αν πήγε να υπογράψει στο σχολείο για ένα θέμα που αφορά το γιο τους, αυτός άρχισε να τη βρίζει και όταν αυτή πήγε να κλείσει την πόρτα αυτός της επιτέθηκε πιάνοντας της από το λαιμό με το ένα χέρι και με το άλλο την άρπαξε από το μπράτσο με αποτέλεσμα να κτυπήσει με την πλάτη στον πάγκο της κουζίνας. Δεν μετέβηκε αμέσως στην αστυνομία γιατί ήταν αναστατωμένη μετέβηκε την επομένη, της δόθηκε ιατρικό έντυπο και μετέβηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου και εξετάστηκε και στις 10.9.14 προσήλθε στην αστυνομία και έδωσε την κατάθεση της. Περιγράφοντας περαιτέρω στο Δικαστήριο το επίδικο συμβάν ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος την έπιασε από το λαιμό με το δεξί του χέρι και τη έσπρωξε λίγο δεξιά προς τον πάγκο της κουζίνας. Θέση της είναι ότι κτύπησε στο πάγκο της κουζίνας και συγκεκριμένα κτυπήθηκε η πλάτη της. Με βάση το ιατρικό πιστοποιητικό είχε μώλωπες στο λαιμό και στο μπράτσο και εκδορά στην κοιλιακή χώρα. Ο Μ.Κ.4 Δρ. Μαρτίνος Αχιλλέως, είναι ιατρικός λειτουργός στις Α΄ Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Με βάση τη δήλωση αμφοτέρων των δικηγόρων έχει όλα τα προσόντα του γιατρού. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 1 και ανέφερε ότι στις 9.9.14 εξέτασε το πρόσωπο που αναφέρεται στο Τεκμήριο 1 δηλαδή τη Μαίρη Θεοδούλου, η οποία του ανέφερε ότι κτυπήθηκε από άλλο άτομο και διαπίστωσε κατά την εξέταση να φέρει εκχύμωση δεξιού βραχιονίου έσω επιφάνεια, εκδορά πλάγιας κοιλιακής χώρας δεξιά, εκδορά τραχήλου πρόσθιας επιφάνεια. Σε ερώτηση στο στάδιο της αντεξέτασης αν οι τραυματισμοί αυτοί συνάδουν με τον ισχυρισμό της παραπονούμενης ότι ο κατηγορούμενος την έπιασε από το λαιμό με το ένα χέρι και με το άλλο την έπιασε από το μπράτσο και την έσπρωξε προς τον πάγκο της κουζίνας, ο μάρτυρας ανέφερε ότι το μόνο που μπορεί να συνάδει είναι ο ισχυρισμός ότι την έπιασε από το μπράτσο, τα άλλα όχι. Ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως. Ανέφερε ότι στις 8.9.14 πήγε στο σπίτι που διαμένει η πρώην σύζυγος του και ο γιος τους για να δει αν ο γιος του πήγε καλά την πρώτη μέρα στο σχολείο. Του άνοιξε ο γιος του και αμέσως η μητέρα του γιου του, η παραπονούμενη, του επιτέθηκε με υβρισίες. Προσπάθησε ο ίδιος να τη σταματήσει γιατί δεν του άρεσε τέτοια συμπεριφορά μπροστά στον γιο τους, πήγε κοντά της και της έκλεισε το στόμα της με το χέρι του. Προτίμησε μετά να φύγει γιατί δεν ήθελε να συνεχίσει οποιαδήποτε αντιπαράθεση με την παραπονούμενη. Αναφέρθηκε εκτενώς για τις διαφορές που έχουν με την παραπονούμενη και τις άλλες διαδικασίες ενώπιον άλλων Δικαστηρίων. Αρνήθηκε ότι κτύπησε και εξύβρισε την παραπονούμενη και ισχυρίστηκε ότι το μόνο πράγμα που έκανε την επίδικη ημερομηνία ήταν να της κλείσει το στόμα της με το χέρι του. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και με αυτή την προσοχή προχωρώ στην εξέταση της μαρτυρίας τους, αφού το έργο της αξιοπιστίας είναι ένα πολυσύνθετο και λεπτό έργο παρατήρησης κατατεθέντων μαρτύρων και ορθά έχει χαρακτηριστεί ως σημαντικότερο καθήκον του Δικαστηρίου (βλέπε C & A Pelekanos Associates Ltd
(1999)1 (Β) ΑΑΔ 1273). Αξιολογώντας τη μαρτυρία δεν περιορίστηκα μόνο στη προσωπική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα βλ Rana κ.α. v. Δημοκρατίας
(2)ΑΑΔ 489 αλλά τη διερεύνησα στο σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας είτε αυτή προερχόταν από την κατηγορούσα αρχή είτε από τον κατηγορούμενο. Το Δικαστήριο διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ
  1. Όλοι οι μάρτυρες αστυνομικοί κρίνονται καθόλα αξιόπιστοι και απέδωσαν στο Δικαστήριο τα γεγονότα όπως αυτά περιήλθαν στην αντίληψη τους μέσα από τις καταθέσεις που έλαβαν χωρίς να διακατέχονται από υπερβάλλοντα ζήλο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους σε σχέση με την υπόθεση. Ουσιαστικά μετέφεραν στο Δικαστήριο τις ενέργειες τους από τη στιγμή που η παραπονούμενη την επόμενη μέρα του επίδικου συμβάντος κατήγγειλε το συμβάν. Η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής έχει ως κεντρικό πυρήνα τη μαρτυρία της παραπονούμενης Μ.Κ.
  2. Η μαρτυρία της θα πρέπει να ελεγχθεί κάτω από τα αυστηρότερα δυνατά πλαίσια (βλ. Μουζάκης ν. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 220), λόγω της φύσεως της υπόθεσης, του χρόνου που αποφάσισε η παραπονούμενη να καταγγείλει το γεγονός στην αστυνομία καθώς και την θέση του κατηγορουμένου ότι η παρούσα υπόθεση είναι μια από τις πολλές υποθέσεις που η παραπονούμενη προσπαθεί να τον φέρει ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι γεγονός ότι τόσο η παραπονούμενη όσο και ο κατηγορούμενος στις 8.9.2014 θέτουν τον εαυτό τους στο χώρο που η παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι έγινε το επίδικο συμβάν, δηλαδή ότι δέχθηκε επίθεση από τον κατηγορούμενο. Θέση της παραπονουμένης όπως ανωτέρω διατυπώθηκε είναι ότι όταν ο κατηγορούμενος ήλθε στο σπίτι όπου διαμένει μαζί με το γιο τους άρχισε να την βρίζει, με το ένα του χέρι την έπιασε από το λαιμό, με το άλλο από το μπράτσο και την έσπρωξε προς τον πάγκο της κουζίνας με αποτέλεσμα να κτυπήσει στην πλάτη. Η παραπονούμενη μετέβηκε την επομένη μέρα και εξετάστηκε από γιατρό του νοσοκομείου. Ο συγκεκριμένος ιατρός, Μ.Κ.4, του οποίου η μαρτυρία κρίνεται καθόλα αξιόπιστη και αποδεκτή, αναφέρει ότι στις 9.9.14 εξέτασε τη Μαίρη Θεοδούλου, η οποία του ανέφερε ότι κτυπήθηκε από άλλο άτομο και διαπίστωσε να φέρει εκχύμωση δεξιού βραχιωνίου έσω επιφάνεια, εκδορά πλάγιας κοιλιακής χώρας δεξιά και εκδορά τραχήλου πρόσθιας επιφάνειας. Σε ερώτηση εάν οι πιο πάνω αναφερόμενοι τραυματισμοί συνάδουν με τη θέση της παραπονούμενης πως κτυπήθηκε από τον κατηγορούμενο, ο μάρτυρας ανέφερε ότι με βάση την περιγραφή που του έχει γίνει από τη δικηγόρο του κατηγορούμενου, το μόνο που μπορεί να συνάδει με τους τραυματισμούς είναι ο ισχυρισμός ότι την έπιασε από το μπράτσο, τα άλλα όχι. Οι τραυματισμοί σε υπόθεση που ισχυρίζονται επίθεση αποτελούν πραγματική μαρτυρία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση και αν ακόμη δεχθούμε ότι οι τραυματισμοί που περιγράφει η Μ.Κ.4 επεσυνέβησαν στις 8.9.2014 είναι δεδομένο ότι δεν συνάδουν με τον τρόπο που η παραπονούμενη μας περίγραψε ότι κτυπήθηκε από τον κατηγορούμενο και ούτε που κτυπήθηκε. Η ίδια στη μαρτυρία της ισχυρίζεται ότι κτυπήθηκε στην πλάτη. Εξετάζοντας λοιπόν με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τη μαρτυρία της παραπονούμενης όσο και του κατηγορούμενου αυτό που διαπιστώνει το Δικαστήριο είναι ότι αμφότεροι λόγω των σοβαρών διαφορών που έχουν παρουσιαστεί από αυτό το χωρισμό τους προσπαθούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να πείσουν για την δική τους εκδοχή. Σε σχέση με την παραπονούμενη αυτό που διαπιστώνω είναι ότι αν υπήρχε η ένταση, η ταραχή και ο σοβαρός τραυματισμός της όπως μας τα έχει περιγράψει στο Δικαστήριο η άμεση της αντίδραση θα ήταν η μετάβαση της αμέσως στο νοσοκομείο και μετά στην αστυνομία και όχι να περιμένει την επόμενη μέρα. Από την άλλη ο κατηγορούμενος θέτοντας τους δικούς του ισχυρισμούς προβαίνει σε μια ουσιαστική παραδοχή. Ότι για να μην βρίζει η παραπονούμενη μπροστά από το γιο του της έκλεισε το στόμα της με το χέρι του. Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου είναι πολύ πιο κοντά στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν και αντέχει στη βάσανο της λογικής εν αντιθέσει με τα όσα περιέγραψε η παραπονούμενη τα οποία διακατέχονται από μια υπερβολή και δεν δύναται να συνάδουν με την αλήθεια. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και την αποδεκτή μαρτυρία αυτό που διαπιστώνω είναι ότι ο κατηγορούμενος στις 8.9.2014 περί ώρα 14.30 μετέβη στην οικία όπου διαμένει η παραπονούμενη και ο γιος τους, στην είσοδο του διαμερίσματος υπήρξε φραστικός διαπληκτισμός μεταξύ κατηγορούμενου και παραπονούμενης, αποτέλεσμα του οποίου ήταν ο κατηγορούμενος να κλείσει με το χέρι του το στόμα της παραπονούμενης. Με βάση το περιεχόμενο των άρθρων 2, 3
(1)και
(4)του Νόμου 119
(1)/2000, μέλη της οικογένειας μεταξύ άλλων είναι πρόσωπα που έχουν συνάψει νόμιμο γάμο ανεξάρτητα αν ο γάμος υφίσταται ή όχι. Βία για τους σκοπούς του νόμου σημαίνει οποιαδήποτε παράνομη πράξη, παράλειψη με την οποία προκαλείται σωματική βλάβη. Ανεξάρτητα με τον πιο πάνω ορισμό στην ερμηνεία του όρου βία εμπίπτουν και τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 4
(2)του ίδιου νόμου. Εντός του άρθρου 4
(2)μορφή βίας αποτελεί και η κοινή επίθεση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα. Με βάση τις παραδοχές τόσο του κατηγορουμένου όσο και της παραπονούμενης, κατηγορούμενος και παραπονούμενη την επίδικη ημερομηνία ήταν εν διαστάσει σύζυγοι. Για το αδίκημα πέραν της απόδειξης των συστατικών στοιχείων που προνοεί την πρόληψη της βίας στην οικογένεια, Νόμος 119
(1)/2000, θα πρέπει να αποδειχθούν και τα συστατικά στοιχεία του ιδιαίτερου άρθρου του Ποινικού Κώδικα με βάση τα οποία στηρίζεται το ποινικό αδίκημα. Συνεπώς θα πρέπει να αποδειχθούν και τα συστατικά στοιχεία του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα εφόσον στην έκθεση του αδικήματος γίνεται αναφορά σε πρόκληση άμεσης πραγματικής σωματικής βλάβης. Για τη θεμελίωση του αδικήματος της επίθεσης η κατηγορούσα αρχή πρέπει να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος άσκησε βία εναντίον άλλου προσώπου είτε εκ προθέσεως είτε απερίσκεπτα. Ο όρος «επίθεση» περιλαμβάνει κάθε πράξη του ηθελημένα ή κατά αδιαφορία προς το αποτέλεσμα, δημιουργεί σε κάποιο την αίσθηση της άμεσα επερχόμενης βίας. Βλ. Archbold Volume 2, έκδοση 1994, παράγραφος 19-166. Αναφορικά με την έννοια της πραγματικής σωματικής βλάβης δεν υπάρχει ο ορισμός της «πραγματικής σωματικής βλάβης» και αυτή μπορεί να σημαίνει εσωτερικές ή εξωτερικές βλάβες. Βλ. Russel on Crime σελ. 629. Στην υπόθεση Γεωργιάδης ν. Αστυνομίας
(1985)2 ΑΑΔ 56, αναφέρθηκε ότι μια επιπόλαιη εκδορά στο πρόσωπο και κοκκίνισμα ήταν αρκετά για να στοιχειοθετήσουν «πραγματική σωματική βλάβη» μέσα στην έννοια του άρθρου 243 του Κεφ. 154. Η πράξη του κατηγορουμένου να βάλει το χέρι του και να κλείσει το στόμα της παραπονουμένης ηθελημένα ή κατά αδιαφορία προς το αποτέλεσμα προκάλεσε στην παραπονούμενη την αίσθηση της άμεσα επερχόμενης βίας (η φράση «με αθώο τρόπο» αποτελεί συμπέρασμα της ευπαιδεύτου δικηγόρου του). Συνεπώς η συγκεκριμένη πράξη αποτελεί επίθεση ως αυτή περιγράφεται στο άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα. Το νομικό βάθρο του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα καλύπτει το αδίκημα της κοινής επίθεσης. Περαιτέρω, όπως ανωτέρω έχει αναφερθεί, στην έννοια του όρου βία του άρθρου 3
(1)του Νόμου 119
(1)/2000 εμπίπτει και η κοινή επίθεση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα. Κατά συνέπεια το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να προχωρήσει στην τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Παραπέμπω στο άρθρο 85
(1)της Ποινικής Δικονομίας το οποίο αναφέρει: «Αν μέρος μόνο του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο αποδεικνύεται και το μέρος που αποδείχτηκε συνιστά ποινικό αδίκημα, ο κατηγορούμενος δύναται, χωρίς μεταβολή του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο να καταδικαστεί για το ποινικό αδίκημα το οποίο αποδεικνύεται ότι διέπραξε». Με έρεισμα τις αρχές και τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί ανωτέρω, βρίσκω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και έχει αποδείξει το αδίκημα της άσκησης βίας στην εν διαστάσει σύζυγο του κάτω από τις πρόνοιες της κοινής επίθεσης, όπως περιγράφεται στο άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα και το άρθρο 4
(2)του περί βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου (119
(1)/2000) και συνεπώς βρίσκω ένοχο τον κατηγορούμενο για το πιο πάνω αδίκημα. (Υπ.) ...................... Μ. Δρουσιώτης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /ΟΟ Subject: Criminal / General / Final Αναφορά: Βία στην Οικογένεια. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.