Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Πανίκος Πιρμέττης κ.α., Αρ. Υπόθεσης:19514/13, 1/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B99 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:19514/13 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και 1.Πανίκος Πιρμέττης
- Χάρης Ζαχαρίου Κατηγορούμενων -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 1/6/2016 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Δ. Ναπολέοντος Για τον κατηγορούμενο: κ. Ε. Κλεάνθους Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 1 (ο οποίος από τώρα και στο εξής θα καλείται ο κατηγορούμενος), αντιμετωπίζει μία μόνο κατηγορία, αυτή της εισόδου σε περιουσία με σκοπό να ενοχλήσει, κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- (1η Κατηγ.). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος στις 31/7/2012 στη Λεμεσό, εισήλθε στο πρατήριο της βενζίνης ΕΚΟ που βρίσκεται στην οδό Γ. Καλογερόπουλου, ιδιοκτησία της εταιρείας Green Oil Ltd με σκοπό να ενοχλήσει. Η υπόθεση για τον κατηγορούμενο 2 πήρε άλλη πορεία που δεν ενδιαφέρει. Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκαν και κατέθεσαν ο αστυφ. 1953 Μ. Παναγιώτου, η Μαρία Βακανά και ο Σάββας Βλάχος (Μ.Κ.1-3). Μετά δε την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία, αυτός επέλεξε και κατέθεσε ενόρκως, χωρίς να προσκομίσει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Κατατέθηκε επίσης κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ως Τεκμήριο 2 η γραπτή κατηγορία και το περιεχόμενο της δηλώθηκε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του και ως τέτοιο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Οι Μ.Κ. 1-3 και σύμφωνα και με τη δυνατότητα που παρέχεται από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, κατέθεσαν τις γραπτές τους καταθέσεις, τις οποίες και υιοθέτησαν ως μέρος της κύριας τους εξέτασης και στη συνέχεια αντεξετάσθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου. Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα, είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και δεν θα την επαναλάβω αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Από το σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι μεταξύ των δύο αντικρουόμενων εκδοχών, επιλέγω ως πλέον ειλικρινή και αξιόπιστη αυτή της κατηγορούσας αρχής. Και αυτό γιατί η εκδοχή της υποστηρίχθηκε από τον Μ.Κ.3 ο οποίος ήταν ένας ανεξάρτητος μάρτυρας που δεν διαφάνηκε να έχει κανένα απολύτως συμφέρον ή προσωπικό όφελος και ο οποίος μου έκαμε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας, όπως και οι λοιποί μάρτυρες κατηγορίας, σε αντίθεση με τον κατηγορούμενο και για τους λόγους που εκτίθενται πιο κάτω κατά την αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά. Ο Μ.Κ.1, ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Αυτός, έλαβε κατάθεση από τον κατηγορούμενο μετά την καταγγελία που έλαβε από την Μ.Κ.2 και επισκέφθηκε το χώρο του πρατηρίου στον οποίο σύμφωνα με τη θέση της κατηγορούσας αρχής έγινε το επεισόδιο. Επιχειρήθηκε από την υπεράσπιση να κλονίσει την αξιοπιστία του γιατί παρέλειψε να εξετάσει τα όσα είχαν καταγραφεί σε κάμερες ασφαλείας που όπως δέχθηκε υπήρχαν στη σκηνή. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, δεν το έπραξε γιατί δεν το θεώρησε απαραίτητο λόγω της λοιπής μαρτυρίας που είχε στη διάθεση του και την οποία θεώρησε επαρκή για να κατηγορήσει τον κατηγορούμενο. Παρόλο που η εξέταση και των δεδομένων αυτών θα έδιδαν πληρέστερη εικόνα για το τι πραγματικά συνέβη, δεν θεωρώ ότι έγινε σκόπιμα και με οποιαδήποτε αρνητική πρόθεση έναντι του κατηγορούμενου. Αντεξετάσθηκε περαιτέρω ο μάρτυρας για τους λόγους που δεν έλαβε καταθέσεις από πελάτες του πρατηρίου που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της κατηγορούσας αρχής ήταν παρόντες κατά το επεισόδιο. Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις είπε ότι αυτό δεν οφειλόταν σε δική του παράλειψη, αλλά απλώς γιατί ο Μ.Κ.3 δεν γνώριζε τα στοιχεία των πελατών αυτών για να του τα δώσει όταν του τα είχε ζητήσει. Οι εξηγήσεις που έδωσε επί του θέματος κρίνονται ικανοποιητικές ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι στον Μ.Κ.3 δεν υποβλήθηκε οτιδήποτε σχετικό. Ούτε και μπορώ να αποδεχθώ ότι ο λόγος που κατηγόρησε τον κατηγορούμενο ήταν γιατί έλαβε οδηγίες από κάποιο ανώτερο του με το όνομα Φιάκκας. Εκτός του ότι η θέση αυτή της υπεράσπισης παρέμεινε εντελώς αόριστη και μετέωρη, όπως προέκυψε από τη μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή, ο μάρτυρας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του έλαβε μια καταγγελία και σχετικές καταθέσεις και όφειλε μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του να τη διερευνήσει όπως και έπραξε. Για τους λόγους αυτούς αποδέχομαι ότι προέβη στις ενέργειες που εξέθεσε χωρίς προκατάληψη έναντι του κατηγορούμενου. Ο μάρτυρας προσήγαγε και εξ' ακοής μαρτυρία σε σχέση με όσα οι M.K.2 και 3 καθώς και ο κατηγορούμενος του ανάφεραν. Μετά την τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 με το Νόμο 32
(1)/04, η εξ' ακοής μαρτυρία, αποτελεί πλέον αποδεκτή μαρτυρία. Η βαρύτητα όμως που θα της προσδοθεί, εναπόκειται στο Δικαστήριο το οποίο κατά την κρίση του, μπορεί να λάβει υπόψη του διάφορους παράγοντες οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο Νόμο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση και ενόψει του ότι όλα τα πρόσωπα αυτά παρουσιάσθηκαν ως μάρτυρες ενώπιον του Δικαστηρίου, αποδέχομαι μεν ότι του ανάφεραν τα όσα ο μάρτυρας προέβαλε, όχι όμως και την αλήθεια των ισχυρισμών των όσων του αναφέρθηκαν, πλην αυτών που θα γίνουν αποδεκτοί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά και όπως αναφέρεται στη συνέχεια. Η Μ.Κ.2 είναι διευθύντρια της εταιρείας Green Oil Ltd που διαχειρίζεται το πρατήριο βενζίνης ΕΚΟ στο οποίο έγινε το ισχυριζόμενο επεισόδιο. Αυτή υποστήριξε ότι από την αρχή της ανέγερσης του πρατηρίου, δημιουργήθηκαν διαφορές με τον κατηγορούμενο και τη σύζυγο του οι οποίοι δεν επιθυμούσαν την ανέγερση του πρατηρίου δίπλα από το σπίτι τους. Γι' αυτό και ο κατηγορούμενος με διάφορους τρόπους προσπάθησε να εμποδίσει τη λειτουργία του. Μεταξύ άλλων ενεργειών, αποτάθηκε στην αστυνομία και σε άλλες αρχές καθώς και στο Δικαστήριο από το οποίο εξασφάλισε και κάποιο διάταγμα, ενώ εισερχόταν μέσα στο πρατήριο και παρενοχλούσε υπαλλήλους του πρατηρίου και πελάτες λέγοντας τους ότι υπήρχε διάταγμα που απαγόρευε την είσοδο μέσα σε αυτό. Παρακολουθώντας την να καταθέτει, παρατηρώντας το ύφος και την όλη συμπεριφορά της θεωρώ ότι αυτή μαρτύρησε την αλήθεια. Απαντούσε στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν με αμεσότητα, σταθερότητα και ευθύτητα και χωρίς κανένα απολύτως δισταγμό, γι' αυτό και η μαρτυρία της γίνεται πλήρως αποδεκτή. Το γεγονός ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί κάποια γεγονότα δεν κλονίζει την αξιοπιστία της ενόψει της γενικότερης θετικής εντύπωσης που σχημάτισα για αυτήν ως μάρτυρα της αλήθειας. Σημαντικό είναι να λεχθεί ότι αυτή με τη μαρτυρία της περιέγραψε γενικά τις σχέσεις που είχαν με τον κατηγορούμενο και τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν μεταξύ τους, ενώ αναφορικά με το επεισόδιο που σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή εκτυλίχθηκε την επίδικη ημερομηνία, αυτή δεν είχε προσωπική γνώση αφού δεν ήταν παρούσα. Τα όσα προέβαλε σε σχέση με αυτό ήταν όσα της αναφέρθηκαν από τον Μ.Κ.3 ο οποίος ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο υπάλληλος της εταιρείας και υπεύθυνος του πρατηρίου και συνεπώς τα όσα ανάφερε επί του θέματος αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία. Στην εξ' ακοής αυτή μαρτυρία θα προσδοθεί στην συγκεκριμένη περίπτωση πλήρης βαρύτητα γιατί αυτή επιβεβαιώνεται στην ουσία της από τα όσα ανάφερε ο Μ.Κ.3 ο οποίος ήταν το πρόσωπο που προέβη στην αρχική δήλωση και του οποίου η μαρτυρία γίνεται αποδεκτή για τους λόγους που διαφαίνονται στη συνέχεια κατά την αξιολόγηση της δικής του μαρτυρίας. Ο Μ.Κ.3 ήταν κατά τον επίδικο χρόνο υπάλληλος και υπεύθυνος του πρατηρίου. Περιέγραψε την συμπεριφορά του κατηγορούμενου την επίδικη ημερομηνία αλλά και σε προηγούμενες περιπτώσεις, ως ανεξάρτητο πρόσωπο που στην ουσία δεν είχε καμία προσωπική εμπλοκή στην υπόθεση, ούτε και οποιοδήποτε προσωπικό όφελος αφού σήμερα ούτε καν εργάζεται πλέον εκεί. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει, παρατηρώντας τη γενικότερη στάση, το ύφος και τον τρόπο που απαντούσε, που ήταν άμεσος, σταθερός και αυθόρμητος, είμαι πεπεισμένη ότι μαρτύρησε την αλήθεια. Αυτός περιέγραψε τα όσα είδε και άκουσε με άμεσο, σταθερό και θετικό τρόπο, χωρίς σε οποιοδήποτε σημείο να διακρίνω οτιδήποτε ικανό να κλονίσει τη θετική εντύπωση που σχημάτισα για αυτόν. Κάποιες μικραοαντιφάσεις που εντοπίζονται στη μαρτυρία του δεν είναι ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του ενόψει της γενικότερα θετικής εντύπωσης που σχημάτισα για αυτόν ως μάρτυρα της αλήθειας και γιατί αυτές δεν σχετίζονται με τους βασικούς ισχυρισμούς του για την υπόθεση στην οποία και στα ουσιαστικά σημεία παρέμεινε απόλυτα σταθερός και πειστικός. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ο κατηγορούμενος και η σύζυγος του διαμαρτύρονταν για τη λειτουργία του πρατηρίου επειδή βρισκόταν δίπλα από το σπίτι τους και δημιουργούσαν συνεχώς προβλήματα. Την επίδικη ημερομηνία υπήρχε στο πρατήριο συνεργείο που εργαζόταν μέσα στις δεξαμενές των καυσίμων και προέβαινε σε κάποιες επιδιορθώσεις. Γύρω στις 3.00 μ.μ., ο κατηγορούμενος εισήλθε μέσα στο γραφείου του πρατηρίου και έλεγε σε όσους βρίσκονταν μέσα στο γραφείο να βγουν έξω και να φύγουν. Ο Μ.Κ.3 του είπε ότι είναι άσκοπο να συζητούν και του ζήτησε να φύγει. Τότε ο κατηγορούμενος βγήκε έξω από το γραφείο συνεχίζοντας να καλεί τους υπαλλήλους και τους πελάτες που βρίσκονταν στο χώρο του πρατηρίου να φύγουν, λέγοντας τους ότι το πρατήριο είναι παράνομο. Ο κατηγορούμενος υποστήριξε μια άλλη διαφορετική εκδοχή. Όπως ισχυρίσθηκε την επίδικη ημερομηνία εισήλθε στο πρατήριο απλώς και μόνο για να διαμαρτυρηθεί για τις εργασίες που εκτελούνταν μέσα στις δεξαμενές γιατί σύμφωνα με τη θέση του αυτές εκτελούνταν κατά παράβαση διατάγματος Δικαστηρίου. Όπως είπε εισήλθε στο γραφείο του πρατηρίου με το διάταγμα στο χέρι και ρώτησε τον υπάλληλο γιατί παραβιάζουν το διάταγμα εκτελώντας εργασίες μέσα στις δεξαμενές από τη στιγμή που μέσα σε αυτές υπήρχαν καύσιμα και δίπλα ήταν το σπίτι του. Όταν ο Μ.Κ.3 που ήταν στο γραφείο μαζί με τον πατέρα της Μ.Κ.2 του ζήτησαν να φύγει, το έπραξε χωρίς να ενοχλήσει κανένα άλλο πρόσωπο. Απέρριψε ως εντελώς αβάσιμους τους ισχυρισμούς των Μ.Κ.2 και 3 ότι ζήτησε από οποιοδήποτε υπάλληλο ή πελάτη να φύγει από το πρατήριο λέγοντας ακόμα ότι τη συγκεκριμένη στιγμή το πρατήριο και η είσοδος του ήταν κλειστά και δεν υπήρχαν μέσα σε αυτό πελάτες, κάτι που γινόταν πάντοτε όταν εκτελούνταν εργασίες για ανεφοδιασμό του πρατηρίου. Ο κατηγορούμενος δεν με έπεισε ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Αντίθετα η εντύπωση που σχημάτισα ήταν ότι προέβαλε μια κατασκευασμένη εκδοχή, μόνο και μόνο για να αποφύγει τις ευθύνες των πράξεων του. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει ενόρκως, παρατηρώντας την όλη στάση και συμπεριφορά του, ήταν πρόδηλη η αγανάκτηση και ο θυμός που τον διακατείχαν για τη λειτουργία του πρατηρίου δίπλα από το σπίτι του. Για αυτό θεωρώ ότι θα ήταν πολύ δύσκολο αν όχι αδύνατο την ημέρα του επεισοδίου και με δεδομένο το θυμό που ήταν φανερό ότι ένοιωθε την ημέρα που έδιδε μαρτυρία και ήταν περίπου τριάμιση περίπου χρόνια μετά το επεισόδιο, την ημέρα του επεισοδίου που είναι λογικό και αναμενόμενο να ένοιωθε ακόμα πιο έντονα, απλώς να εισήλθε στο πρατήριο, να ρώτησε τον υπάλληλο γιατί παραβιάζουν το διάταγμα και να έφυγε μόλις του το ζήτησαν, χωρίς έστω να διαμαρτυρηθεί πιο έντονα. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι και η γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα για αυτόν παρατηρώντας τον να καταθέτει δεν μου επιτρέπει να τον αποδεχθώ ως μάρτυρα της αλήθειας. Και αυτό γιατί σε πολλές περιπτώσεις καθυστερούσε να απαντήσει προφανώς σκεπτόμενος την απάντηση που θα έπρεπε να δώσει ενώ σε πολλές άλλες απέφευγε επιμελώς να κοιτάζει προς το Δικαστήριο. Αξίζει τέλος να λεχθεί ότι ενώ ο κατηγορούμενος κατάθεσε ως Τεκμήρια 3,4 και 5 τρεις φωτογραφίες καθώς και διάταγμα του Δικαστηρίου (Τεκμήριο 6) και έδωσε επί αυτών διάφορους ισχυρισμούς, παρέλειψε να επιδείξει τα έγγραφα αυτά στους μάρτυρες κατηγορίας έτσι ώστε αυτοί να δώσουν τους δικούς τους ισχυρισμούς. Για τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω τη μαρτυρία του. Δεδομένων των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων και της αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις31/7/2012 γύρω στις 3 η ώρα το μεσημέρι, ο κατηγορούμενος εισήλθε στο γραφείο του πρατηρίου της εταιρείας Green Oil Ltd της οποίας η Μ.Κ.2 είναι διευθύντρια και η οποία διαχειρίζεται το πρατήριο και άρχισε να ζητά από τους παρευρισκόμενους να βγουν έξω και να φύγουν. Όταν του ζητήθηκε από τον Μ.Κ. 3 να εγκαταλείψει το χώρο, ο κατηγορούμενος βγήκε έξω από το γραφείο και παραμένοντας στο χώρο του πρατηρίου για λίγο διάστημα, καλούσε τους υπαλλήλους και τους πελάτες του πρατηρίου που βρίσκονταν εκεί να το εγκαταλείψουν. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσον η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποσείσει, όπως και σε κάθε ποινική υπόθεση, το βάρος για απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, το οποίο βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18). Η κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, αφορά το αδίκημα της εισόδου σε περιουσία με σκοπό να ενοχλήσει, κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία ή με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης, ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή όποιος αφού εισέλθει νόμιμα σε τέτοια περιουσία, παραμένει σε αυτή παράνομα, με σκοπό εκφοβισμό, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων». Βοηθητικά για την κρίση του Δικαστηρίου αποτελούν τα όσα αποφασίσθηκαν στην υπόθεση Χριστάκης Ανδρέου Ανθίαςv. Δημοκρατίας (Αρ.1)
(1999)1 ΑΑΔ 404, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Το Άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, προβλέπει ότι όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος ή με σκοπό τον εκφοβισμό, εξύβριση ή όχληση του κατόχου τέτοιας περιουσίας, ή όποιος αφού εισέλθει νόμιμα σε μια τέτοια περιουσία, παραμένει σ' αυτή παρανόμως με σκοπό τον εκφοβισμό, την εξύβριση ή όχληση του κατόχου της περιουσίας ή με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, είναι ένοχος πλημμελήματος. Είναι αλήθεια ότι ο εφεσείων εισήλθε στό υποστατικό της παραπονούμενης με τη συγκατάθεσή της. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του εκεί τα πράγματα οξύνθηκαν, με αποτέλεσμα ο εφεσείων να συμπεριφερθεί με τον τρόπο που περιγράφηκε πιο πάνω. Δεν συμφωνούμε ότι χρειαζόταν τροποποίηση των λεπτομερειών του αδικήματος. Το Άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, δημιουργεί ένα αδίκημα το οποίο συνίσταται ουσιαστικά στην παράνομη παρουσία προσώπου με σκοπό τον εκφοβισμό, την εξύβριση ή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Ο νόμος ήθελε να καταστήσει σαφές ότι το αδίκημα της παράνομης επέμβασης διαπράττεται ανεξαρτήτως του αν ο κατηγορούμενος εισήλθε μεν νομίμως, αλλά στη συνέχεια εξετράπη ή αν εισήλθε στη συγκεκριμένη περιουσία με πρόθεση εξ αρχής να διαπράξει τα αδικήματα που αναφέρονται στο Άρθρο 280. Δεν είναι, κατά την κρίση μας, θέμα πρώτου ή δευτέρου μέρους του άρθρου, όπως έγινε προσπάθεια να διατυπωθεί κατά την ακρόαση. Το Άρθρο 280 ουσιαστικά στοιχειοθετεί ένα αδίκημα το οποίο συνίσταται στην είσοδο ή παραμονή προσώπου σε υποστατικό με σκοπό την εξύβριση, εκφοβισμό ή διάπραξη ποινικού αδικήματος. Εν πάση περιπτώσει, η υπεράσπιση του εφεσείοντα ουδόλως έχει επηρεαστεί από τον τρόπο διατύπωσης των λεπτομερειών του αδικήματος. Ο εφεσείων υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι διέπραξε το αδίκημα της παράνομης επέμβασης, αφού από τη μια εισήλθε νομίμως στο υποστατικό, ενώ, από την άλλη, το εγκατέλειψε όταν του ζητήθηκε να το πράξει από παρευρισκόμενο. Δεν συμφωνούμε ούτε με αυτή την επιχειρηματολογία. Το όλο περιστατικό πρέπει να ιδωθεί ως ένα ενιαίο επεισόδιο. Παρ' όλον ότι ο εφεσείων είχε εισέλθει νόμιμα στο υποστατικό η συμπεριφορά του στη συνέχεια κατέστησε την παραμονή του εκεί παράνομη, αφού άρχισε να εξυβρίζει, να σπάζει έπιπλα και να απειλεί την παραπονούμενη. Δεν ήταν απαραίτητο, βεβαίως, για να χαρακτηριστεί ως παραβατική η συμπεριφορά του, κάποιος να ζητήσει ρητά την αποχώρησή του από το υποστατικό. Είναι προφανές ότι αμέσως μετά την παραβατική συμπεριφορά του, ο εφεσείων παρέμενε πλέον στο υποστατικό παρανόμως. Η παραμονή του εκεί, με πρόθεση να συμπεριφερθεί με τον τρόπο που περιγράφεται στο Άρθρο 280 του Κεφ. 154, καθιστά την παραμονή παράνομη (βλέπε και The Penal Law of India, 9η έκδοση, σελ. 3576-72)». Στην εξεταζόμενη περίπτωση η παράνομη συμπεριφορά του κατηγορούμενου περιγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος όπου και αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος στις 31/7/2012 εισήλθε στο πρατήριο της βενζίνης ΕΚΟ ιδιοκτησία της εταιρείας Green Oil Ltd με σκοπό να ενοχλήσει. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος πράγματι εισήλθε την αναφερόμενη ημερομηνία στο συγκεκριμένο πρατήριο χωρίς να ζητήσει άδεια από κανένα, γεγονός που πρέπει να λεχθεί ότι δεν αμφισβήτησε ο κατηγορούμενος. Απλώς υποστήριξε ότι ουδέποτε του απαγορεύθηκε η είσοδος σε αυτό και εφόσον δεν υπήρχε οποιαδήποτε πινακίδα που να του απαγορεύει την είσοδο είχε δικαίωμα να εισέλθει. Όμως το αδίκημα και όπως προκύπτει από το άρθρο που το δημιουργεί, συντελείται και από πρόσωπο που έχει εισέλθει νόμιμα σε κάποια περιουσία αλλά παραμένει σ' αυτήν παράνομα με σκοπό τον εκφοβισμό, την εξύβριση ή όχληση του κατόχου της περιουσίας. Και στην εξεταζόμενη περίπτωση αυτό έχει συμβεί. Ο κατηγορούμενος νόμιμα εισήλθε στο χώρο του πρατηρίου που είναι ένας επαγγελματικός χώρος ανοιχτός και προσβάσιμος στο κοινό. Όμως η συμπεριφορά που επέδειξε μέσα στο γραφείο του πρατηρίου καλώντας τα πρόσωπα που βρίσκονταν μέσα σε αυτό να το εγκαταλείψουν, κατέστησε την παραμονή του εκεί παράνομη. Ακολούθως και όταν κλήθηκε από τον Μ.Κ.3 να εγκαταλείψει το χώρο βγήκε έξω από το γραφείο και ενώ βρισκόταν και πάλι στον ανοιχτό χώρο του πρατηρίου παρέμεινε εκεί για κάποιο χρονικό διάστημα και συνέχισε να προτρέπει πελάτες και υπαλλήλους να φύγουν από το πρατήριο, λέγοντας τους ότι αυτό λειτουργεί παράνομα. Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Χριστάκης Ανδρέου Ανθία ν. Δημοκρατίας (ΑΡ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ 404: «
- Η πρόθεση όχλησης αποτελεί απαραίτητο στοιχείο του αδικήματος. Σύμφωνα με καλώς θεμελιωμένη νομολογιακή αρχή η πρόθεση μπορεί να συναχθεί ως πραγματικό γεγονός από τις περιστάσεις που περιβάλλουν την συγκεκριμένη υπόθεση. Δεν είναι αρκετό ότι το συμπέρασμα για ύπαρξη πρόθεσης είναι εύλογο, πρέπει να είναι το μόνο εύλογο συμπέρασμα το οποίο μπορεί να συναχθεί από τα γεγονότα. Το βάρος αποδείξεως της πρόθεσης το φέρει η κατηγορούσα αρχή σε όλα τα στάδια της δίκης.
- Η πρόθεση δεν μπορεί να αποδειχθεί με θετική άμεση απόδειξη. Ωστόσο τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του.
- Η πρόκληση όχλησης είναι αυτονόητη και αυταπόδεκτη, στην παρούσα υπόθεση. Ακολουθεί πως το τεκμήριο ότι ο κάθε άνθρωπος έχει πρόθεση να επιφέρει τις πιθανές συνέπειες των πράξεων του δεν έχει ανατραπεί και ορθά το Κακουργιοδικείο διαπίστωσε την ύπαρξη του στοιχείου της πρόθεσης όχλησης». Και στην εξεταζόμενη υπόθεση η πρόθεση όχλησης και η πραγμάτωση της προκύπτει από τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Ο κατηγορούμενος εισερχόμενος στο πρατήριο, μέσα και έξω από το γραφείο, δημιούργησε πράγματι όχληση καλώντας τους παρευρισκόμενους να το εγκαταλείψουν. Με βάση τα πιο πάνω, βρίσκω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορούμενου
- Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος 1 κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)........... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο