Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων ν. Μάριος Μελίδης, Αρ. Υπόθεσης: 22381/13, 12/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B126 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22381/13 Μεταξύ: Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων Κατηγορούσα Αρχή εναντίον Μάριος Μελίδης (ΑΦΤ 00496329Ζ) Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 12 Ιουλίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ξ. Κλωνάρη Για τους Κατηγορούμενο: κ. Χ. Μελίδης Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, η οποία καταχωρήθηκε κατόπιν συγκατάθεσης του Γενικού Εισαγγελέα, συγκατάθεση που επισυνάπτεται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι δικηγόρος, κατηγορείται ότι «από την 14η Απριλίου 2013 μέχρι σήμερα αρνήθηκε παρέλειψε ή αμέλησε να υποβάλει Κατάσταση Ενεργητικού και Παθητικού κατά την 31 Δεκεμβρίου 2006 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2010 για περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο και στο εξωτερικό σύμφωνα με ασφαλισμένη επιστολή του Εφόρου Φόρου Εισοδήματος ημερομηνίας 14 Σεπτεμβρίου 2012 (μαζί με κατάσταση Εξόδων για κάθε έτος από το 2007 μέχρι το 2011 συμπεριλαμβανομένων)», κατά παράβαση των άρθρων 5
(2), 20
(3), 27 και 50 του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου Ν.4/1978ως τροποποιήθηκε και του αρ.20 Κεφ.
- Για την κατηγορούσα αρχή κατέθεσε μια μάρτυρας, η Αυγουστίνα Σχίζα, Βοηθός Γραμματειακός Λειτουργός στο Τμήμα Φορολογίας από το 1991, (ΜΚ1). Συνοψίζω τη μαρτυρία της. Στις 17/9/12, το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων, απέστειλε στον κατηγορούμενο, στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του - Τ.Θ. 50566, 3607 Λεμεσός - ως αυτή ήταν καταχωρημένη στο αρχείο του Φόρου - με κοινοποίηση στον ελεγκτικό οίκο του κατηγορούμενου, κ.κ. Άνθιμος Λεωνίδου και Συνεργάτες - Τ.Θ. 56538, 3308, Λεμεσός - συστημένη επιστολή, με ημερομηνία 14/9/12, με την οποία, ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο όπως, εντός δύο μηνών, από την ημερομηνία της επιστολής, υποβάλει υπογραμμένη κατάσταση με όλες τις λεπτομέρειες του ενεργητικού και παθητικού της προσωπικής και επαγγελματικής του περιουσίας, στην Κύπρο ή στο εξωτερικό κατά την 31 Δεκεμβρίου των ετών 2006-2010 για κάθε έτος ξεχωριστά, συμπεριλαμβανομένης και κατάστασης εξόδων για κάθε έτος από το 2007-
- Παράλληλα, με την ίδια επιστολή, ο κατηγορούμενος ενημερωνόταν για τις συνέπειες που η μη συμμόρφωση του με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας συνεπαγόταν με παραπομπή στα αρ. 50 και 50Α του Ν.4/
- Προς επίρρωση των πιο πάνω, η μάρτυρας κατέθεσε αντίγραφο της επιστολής ημερ. 14/9/12 ως Τεκμήριο 1 καθώς και πρωτότυπη «Απόδειξη Κατάθεσης Συστημένων Αντικειμένων», του Τμήματος Ταχυδρομικών Υπηρεσιών της Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ. 17/9/12, ως Τεκμήριο
- Στην απόδειξη του Ταχυδρομείου, το πρωτότυπο της οποίας κατατέθηκε κατόπιν απαίτησης του συνηγόρου του κατηγορούμενου, καταγράφονται δέκα συνολικά πρόσωπα, στα οποία το Επαρχιακό Γραφείο Φόρου Εισοδήματος στη Λεμεσό, έστειλε συστημένες επιστολές, στις 17/9/
- Για τον κατηγορούμενο, η σχετική καταχώρηση είναι αυτή με αύξοντα αριθμό 3 και αριθμό συστημένου αντικειμένου, RR12698060 3CY. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, η Μάρθα Χατζηευαγγέλου, η οποία υπογράφει την επιστολή, T.1 και της οποίας το όνομα αναγράφεται στην επιστολή ως το πρόσωπο που την αποστέλλει εκ μέρους του Εφόρου Φόρου Εισοδήματος, είναι Αρχιφοροθέτης από το 2002 και ήταν η λειτουργός στην οποία ήταν «χρεωμένος» ο φορολογικός φάκελος του κατηγορούμενου και το πρόσωπο που συνέταξε το εν λόγω Τεκμήριο. Η μάρτυς ανέφερε ότι, μετά που απεστάλη η επιστολή Τ.1, η οποία δεν επιστράφηκε, οι λογιστές-ελεγκτές του κατηγορούμενου, απέστειλαν, στις 13 Νοεμβρίου 2012 ήτοι πριν τη λήξη της δίμηνης προθεσμίας, επιστολή προς τον Έφορο Φόρου Εισοδήματος, με την οποία ζήτησαν, εκ μέρους του κατηγορούμενου πελάτη τους, παράταση τεσσάρων
(4)μηνών για την υποβολή των στοιχείων που ζητήθηκαν εφόσον, σύμφωνα με την επιστολή τους, αυτό «είναι απαραίτητο για την συλλογή των αναγκαίων στοιχείων και την ετοιμασία των λογαριασμών». Το αίτημα των λογιστών του κατηγορούμενου εγκρίθηκε και η αιτούμενη παράταση χορηγήθηκε στον κατηγορούμενο. (Τεκμήριο 3). Στη λήξη της δοθείσας παράτασης και αφού δεν είχαν υποβληθεί τα στοιχεία που ζητήθηκαν, οι λογιστές του κατηγορούμενου, σύμφωνα με την μάρτυρα, απέστειλαν, στις 13 Μαρτίου 2013, νέα επιστολή προς τον Έφορο, με την οποία ζητούσαν περαιτέρω παράταση ενός μηνός, αίτημα το οποίο και πάλι εγκρίθηκε από τον Έφορο. (Τεκμήριο 4). Με δεδομένο ότι η επιστολή Τ.1 απεστάλη στη τελευταία γνωστή διεύθυνση του κατηγορούμενου, όπως τέτοια διεύθυνση δόθηκε από τον ίδιο τον φορολογούμενο κατηγορούμενο ή τους αντιπροσώπους του (π.χ. λογιστές ή δικηγόρους) και δεν επιστράφηκε, ότι οι λογιστές του κατηγορούμενου με επιστολές τους ζήτησαν εκ μέρους του δύο φορές παράταση της προθεσμίας και τέλος, τις τηλεφωνικές επικοινωνίες που τόσο η Χατζηευαγγέλου όσο και η ΜΚ1 είχαν με τους τελευταίους για το εν λόγω θέμα, ήταν ξεκάθαρο, σύμφωνα με την μάρτυρα, ότι ο κατηγορούμενος, γνώριζε επακριβώς τι του είχε ζητηθεί να πράξει καθώς και η προθεσμία εντός της οποίας έπρεπε να συμμορφωθεί. Ως εκ τούτου, όταν παρήλθε και η δεύτερη παράταση, η υπόθεση προωθήθηκε για άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του κατηγορούμενου, εξ' ού και η παρούσα υπόθεση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου υπέβαλε στη μάρτυρα ότι το Τ.1 δεν ετοιμάστηκε από την Χατζηευαγγέλου καθώς και ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε παρέλαβε το εν λόγω Τεκμήριο, υποβολές τις οποίες η μάρτυς απέρριψε επαναλαμβάνοντας τις αρχικές της θέσεις. Τέλος η μάρτυς, αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν επιβλήθηκε οποιαδήποτε φορολογία στον κατηγορούμενο, γνωρίζει όμως ότι αυτός καταχώρησε διάφορες δικαστικές διαδικασίες σε σχέση με τις φορολογικές διαφορές που προέκυψαν μεταξύ του και του Εφόρου. Μετά που κλήθηκε σε απολογία, ο κατηγορούμενος, επέλεξε, ως άλλωστε είναι δικαίωμα του, να τηρήσει σιωπή οπόταν και η υπόθεση προχώρησε με τις τελικές αγορεύσεις των δύο πλευρών. ΤΕΛΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ-ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ Η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής υποστήριξε ότι, από την προσκομισθείσα μαρτυρία αποδείχτηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η ενοχή του κατηγορούμενου σε αντίθεση με το συνήγορο υπεράσπισης, ο οποίος υπέβαλε ότι, ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί και απαλλαχτεί για τους πιο κάτω λόγους: α) Το Τ.1 αναφέρεται ως «ασφαλισμένη» επιστολή αντί της «συστημένης» που απαιτεί ο Νόμος (βλ. αρ.47). Ως εκ τούτου, υποστήριξε ο κ. Μελίδης, δεν απεδείχθει η αποστολή ειδοποίησης με συστημένο ταχυδρομείο όπως απαιτεί η νομοθεσία ως προϋπόθεση για ενεργοποίηση της σχετικής υποχρέωσης του κατηγορούμενου. Η απόδειξη των Κυπριακών Ταχυδρομείων, Τ.2, δεν συνδέθηκε, σύμφωνα με το συνήγορο, με το Τ.1. β) Μπορεί η επιστολή Τ.1 να στάληκε στη τελευταία γνωστή διεύθυνση του κατηγορούμενου, όμως, σύμφωνα με το συνήγορο, αυτό δεν είναι αρκετό, αφού τέτοια επιστολή πρέπει να στέλλεται στην τελευταία γνωστή «επαγγελματικήv ή ιδιωτικήv διεύθυvσιv» (βλ.αρ. 47 του Ν.4/1978). Το να αποστέλλεται επιστολή σε ταχυδρομική θυρίδα, είναι σύμφωνα με το συνήγορο, και εσφαλμένο αλλά και απαράδεκτο. γ) Εφόσον το Τ.1 δεν υπογράφεται από τον ίδιο το Διευθυντή του Φόρου, δεν έχει αποδείχθει, ως έπρεπε, ότι η Μάρθα Χατζηευαγγέλου, που υπέγραψε το Τ.1, ήταν εξουσιοδοτημένη από το Διευθυντή για το σκοπό αυτό, ως απαιτεί η σχετική νομοθεσία. δ) Ενώ το Τεκμήριο 1 κάμνει αναφορά σε κατάσταση εξόδων για τα έτη 2007-2010, στις λεπτομέρειες αδικήματος γίνεται αναφορά στα έτη 2007-2011. ε) Τα άρθρα του Νόμου, στα οποία κάμνει αναφορά η επιστολή Τ.1 ήτοι 5
(2)και 20
(3), ως ήταν κατά την 14/9/12, δεν αφορούν στην περίπτωση του κατηγορούμενου αφού δεν του επεβλήθει φορολογία και επομένως δεν δικαιολογείτο η εκεί απαίτηση των συγκεκριμένων στοιχείων. Ομοίως, σύμφωνα με το συνήγορο, η αναφορά στα εν λόγω άρθρα, στη νομική βάση του κατηγορητηρίου, ουδεμία σχέση έχει με την περίπτωση του κατηγορούμενου ή με την οποιαδήποτε υποχρέωση του τελευταίου να προσκομίσει τα οποιαδήποτε στοιχεία. Καμιά μαρτυρία προσκομίστηκε, υποστήριξε ο συνήγορος, που να καταδεικνύει την ενεργοποίηση οποιασδήποτε υποχρέωσης του κατηγορούμενου, δυνάμει του Ν.4/1978 και το ίδιο ισχύει και για τις πρόνοιες του αρ.27 που επίσης συμπεριλαμβάνονται στη νομική βάση αδικήματος. Στ) Η συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα, για άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του κατηγορούμενου στη βάση του αρ. 50 του Νόμου, φαίνεται, υποστήριξε ουσιαστικά ο συνήγορος, να εξασφαλίστηκε υπό το καθεστώς πλάνης περί το Νόμο και τα πράγματα. Προτού προχωρήσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας κρίνω ορθό όπως εξετάσω την υπό στοιχείο στ) ανωτέρω εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου αναφορικά με τη συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα. Ως είναι πάγια νομολογημένο, η άσκηση από τον Γενικό Εισαγγελέα, των αποκλειστικών εξουσιών που του παρέχει το Σύνταγμα και η νομοθεσία, όπως είναι η παροχή συγκατάθεσης για άσκηση ποινικής δίωξης, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο Γενικός Εισαγγελέας αποφασίζει πως θα ασκήσει αυτές του τις εξουσίες, δεν υπόκειται σε οποιοδήποτε δικαστικό έλεγχο ή αναθεώρηση (βλ. POLICE ν. ATHIENITIS,
(1983)2 Α.Α.Δ. 194, ΑΝΔΡΕΑΣ ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΡΥΦΩΝΙΔΗ κ.α., Ποινική ΄Εφεση Αρ. 68/2014, 25/1/2016 και Gouriet v. Union of Post Office Workers [1977] 3 All E.R.70). Το μόνο που ενδιαφέρει το Δικαστήριο, αν ο Νόμος το απαιτεί, είναι το αν έχει εξασφαλιστεί η απαιτούμενη συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα. Στην παρούσα υπόθεση, όπως έχω ήδη αναφέρει, επί του κατηγορητηρίου, έχει επισυναφθεί η συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα για δίωξη του κατηγορούμενου στη βάση του αρ.50 του Νόμου, το οποίο συνιστά και το αδίκημα που κατηγορείται ότι διέπραξε ο κατηγορούμενος. Άλλωστε, το θέμα εξετάστηκε κατά το στάδιο της έγκρισης του κατηγορητηρίου (βλ.Police v. Athienitis
(1983)2 CLR 194, όπου γίνεται αναφορά στην αγγλική υπόθεση R. v. Gateshead Justices,
(1981)1 All E.R, 1027. Ως εκ τούτου η συγκεκριμένη πτυχή της εισήγησης του συνηγόρου του κατηγορούμενου απορρίπτεται. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση. Έδωσε σαφείς και κατατοπιστικές απαντήσεις για να υποστηρίξει τις θέσεις της και ήταν μια εκ των λειτουργών του Φόρου, που είχε άμεση και προσωπική εμπλοκή στην υπόθεση. Σημειώνω την εμπλοκή της στα πλαίσια των αιτούμενων παρατάσεων από τους λογιστές του κατηγορουμένου ως επίσης και τις τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχε με τους τελευταίους για την υπόθεση του κατηγορούμενου. Εκεί όπου δεν είχε προσωπική γνώση για τα γεγονότα δεν δίστασε να το αναφέρει αλλά και να αναφέρει την πηγή της γνώσης της, όπως ήταν τα όσα έλαβαν χώρα πριν την ετοιμασία της επιστολής Τ.1 από την Χατζηευαγγέλου. Η μαρτυρία της, η οποία παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη, επιβεβαιώνεται επίσης και από την πραγματική μαρτυρία που έχει κατατεθεί. Άλλωστε η θέση της ότι η επιστολή Τ.1, έτυχε απάντησης από τους λογιστές του κατηγορούμενου, οι οποίοι, αιτήθηκαν παράταση εκ μέρους του, πέραν μιας γενικής τοποθέτησης του συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι τα σχετικά Τ.3 και Τ.4 δεν φέρουν την υπογραφή του τελευταίου, ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της στο σύνολο της ως αξιόπιστη και κάμνω ανάλογα ευρήματα. ΝΟΜΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το αδίκημα με το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση και για το οποίο εξασφαλίστηκε και η σχετική συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα είναι το αρ. 50 του Ν.4/1978, οι σχετικές με την παρούσα υπόθεση πρόνοιες του οποίου έχουν ως εξής: «50.-
(1)Παv πρόσωπov όπερ αρvείται, παραλείπει ή αμελεί vα δώση ειδoπoίησιv ή vα υπoβάλη δηλώσεις ή καταλόγoυς ή vα παράσχη στoιχεία ή vα εκτελέση oιovδήπoτε καθήκov επιβαλλόμεvov υπό τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς Νόμoυ, ως και παv πρόσωπov όπερ παραβαίvει καθ' oιovδήπoτε έτερov τρόπov τας διατάξεις τoυ παρόvτoς Νόμoυ είvαι έvoχov αδικήματoς και υπόκειται, εv περιπτώσει καταδίκης, εις χρηματικήv πoιvήv μη υπερβαίvoυσαv τα δεκαεπτά ευρώ δι' εκάστηv ημέραv κατά τηv oπoίαv συvεχίζεται η άρvησις, παράλειψις ή αμέλεια ή εις φυλάκισιv διά χρovικόv διάστημα μη υπερβαίvov τoυς δώδεκα μήνες ή εις αμφoτέρας τας πoιvάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τoιαύτης, εκτός εάv ετέρα τις κύρωσις πρoβλέπηται ειδικώς διά τo τoιoύτov αδίκημα.
(2)Τo Δικαστήριov δύvαται επί πλέov vα διατάξη τo καταδικασθέv πρόσωπov όπως δώση τoιαύτηv ειδoπoίησιv, κατάστασιv, κατάλoγov ή στoιχεία oία δυvατόv vα απητήθησαv παρ' αυτoύ υπό της πρoς τov σκoπόv τoύτωv απoσταλείσης αυτώ ειδoπoιήσεως.» Κρίνω ορθό όμως όπως προσεγγίσω τη νομική πτυχή της υπόθεσης υπό το φως των εισηγήσεων που προβλήθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου κατά την τελική του αγόρευση, ως αυτές παρατέθηκαν πιο πάνω υπό στοιχεία α) - ε). Εισηγήσεις α) και β) - «Ασφαλισμένη» - «Συστημένη» ειδοποίηση που αποστέλλεται στην τελευταία γvωστή «επαγγελματικήv ή ιδιωτικήv διεύθυvσιv» - αρ. 47 του Ν.4/1978) Το θέμα που θίγει με την υπό κρίση πτυχή της εισήγησης του ο συνήγορος του κατηγορούμενου, άπτεται των προνοιών του αρ. 47, με τις οποίες η Κυπριακή νομολογία, έχει ασχοληθεί αρκετές φορές στο παρελθόν. (βλ. Παφίτη ν. Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 522, Φυτείαι Φοΐζα Λτδ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων, ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ 1225/99., 31 Οκτωβρίου, 2000 και Ιωάννα (Φυσούνη) Χριστοφή ν Έφορος Φόρου Εισοδήματος
(2005)4 Α.Α.Δ). Όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αρχές, σύμφωνα με το άρθρο 47, η ειδοποίηση τεκμαίρεται ότι επιδόθηκε δεόντως αν ικανοποιηθούν οι δύο προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο, δηλαδή η σωστή διεύθυνση και η ταχυδρόμηση του φακέλου. Στην παρούσα υπόθεση, από την μαρτυρία της ΜΚ1, η οποία κρίθηκε ως αξιόπιστη και αποδεκτή στο σύνολο της, αλλά και από τη σχετική απόδειξη του Ταχυδρομείου (Τ.2), βρίσκω ότι και οι δύο προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος για την επαρκή απόδειξη της επίδοσης της ειδοποίησης στον κατηγορούμενο έχουν ικανοποιηθεί. Η ταχυδρόμηση με συστημένη επιστολή έχει αποδειχθεί αφού έχει παρουσιασθεί σχετική απόδειξη του Ταχυδρομείου. (βλ. Φοϊζά ανωτέρω). Το ότι επί της επιστολής αναφέρεται η λέξη «Ασφαλισμένη» είναι, υπό το φως του Τ.2 και των περιστάσεων, άνευ σημασίας. Το ότι πρόκειτο περί της ορθής διεύθυνσης, προκύπτει αβίαστα από το γεγονός ότι η εν λόγω διεύθυνση ήταν η διεύθυνση που ο ίδιος ο κατηγορούμενος ή οι αντιπροσώποι του έδωσαν στον Έφορο για να επικοινωνεί μαζί του και ως τέτοια διεύθυνση καταχωρήθηκε στα σχετικά αρχεία. Αυτό δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο όπως δεν αμφισβητήθηκε ότι στην εν λόγω ειδοποίηση απάντησαν εκ μέρους του, οι λογιστές του οι οποίοι μάλιστα ζήτησαν, δύο φορές, παράταση για σκοπούς συμμόρφωσης. Αυτό, σε συνδυασμό με το ότι η επιστολή ουδέποτε επιστράφηκε, οδηγεί στην απόρριψη αυτής της πτυχής της εισήγησης της υπεράσπισης. Ο διαχωρισμός που ο συνήγορος του κατηγορούμενου κάμνει, μεταξύ της διεύθυνσης αλληλογραφίας και της επαγγελματικής ή ιδιωτικής διεύθυνσης, στερείται οποιουδήποτε πραγματικού ή νομικού ερείσματος αφού πέραν του ότι, στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος μέσω των αντιπροσώπων του απάντησε στην επιστολή του Εφόρου, δείχνοντας έτσι ότι όντως το περιεχόμενο της περιήλθε σε γνώση του, το λεκτικό του νόμου καλύπτει όλο το φάσμα των διευθύνσεων που κάποιο πρόσωπο μπορεί να έχει. Άλλωστε, όπως έχει επισημανθεί από τη νομολογία, ο μόνος τρόπος που έχει ο Έφορος να επικοινωνήσει με τον φορολογούμενο, είναι η διεύθυνση που ο τελευταίος έχει δώσει και αποτελεί υποχρέωση του τελευταίου να ενημερώνει τον Έφορο για τυχόν αλλαγή στη διεύθυνσή του. (βλ. Φυσούνη ανωτέρω και η νομολογία που η εν λόγω απόφαση παραπέμπει). Εισηγήσεις γ) και ε) - Υπογραφή και περιεχόμενο της ειδοποίησης Τ.1 Αυτές οι πτυχές της εισήγησης άπτονται της εγκυρότητας της ειδοποίησης Τ.1 καθώς επίσης και του κατά πόσο, η απόφαση του Διευθυντή να επιβάλει την υποχρέωση προσκόμισης στοιχείων στον κατηγορούμενο, ήταν υπό τις περιστάσεις δικαιολογημένη. Κατ' αρχή σημειώνω την πάγια νομολογιακή αρχή ότι «εν όψει των προνοιών του άρθρου 146 του Συντάγματος, με το οποίο δίδεται αποκλειστική δικαιοδοσία στο Ανώτατο Δικαστήριο να εξετάζει την εγκυρότητα διοικητικών πράξεων, η εγκυρότητα αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο, άμεσα ή έμμεσα, οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας ενώπιον άλλου δικαστηρίου, πολιτικής ή ποινικής. Τούτο θα έδιδε παράλληλη δικαιοδοσία σε άλλα δικαστήρια, κάτι το ανεπίτρεπτο εν όψει των ρητών προνοιών του άρθρου 146. Ο θεσμικός διαχωρισμός των δικαιοδοσιών είναι κάθετος και απόλυτος.»(βλ. Peter James ν. Δήμου Aγίου Aθανασίου,
(2001)2 Α.Α.Δ. 612 και η νομολογία που εκεί παρατίθεται). Σημειώνω επίσης την αρχή δικαίου ότι οι διοικητικές πράξεις φέρουν το τεκμήριο της νομιμότητας, δηλαδή τεκμαίρονται νόμιμες και μέχρι την ακύρωση τους από το Ανώτατο Δικαστήριο ή την αναστολή τους με βάση την ειδική διαδικασία που προβλέπουν οι κανονισμοί του Ανωτάτου Δικαστηρίου παραμένουν ισχυρές και παράγουν έννομα αποτελέσματα. (βλ. σχ. Αντέννα Λίμιτεδ ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου,
(2010)1 Α.Α.Δ. 1079 και Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 408). Στην παρούσα υπόθεση, ο Διευθυντής, αποφάσισε, για τους δικούς του λόγους, να επιβάλει, υποχρέωση στον κατηγορούμενο, δυνάμει των άρθρων 5
(2)και 20
(3)του Νόμου, ως ήταν τα εν λόγω άρθρα κατά την 14/9/12, να προσκομίσει συγκεκριμένα στοιχεία εντος καθορισμένης προθεσμίας. Η εξουσία για απαίτηση τέτοιων στοιχείων από τον Διευθυντή, προκύπτει επίσης και από τις πρόνοιες του αρ.27 του Νόμου[1]. Παράλειψη συμμόρφωσης του κατηγορούμενου με την υποχρέωση που ο Διευθυντής αποφάσισε να του επιβάλει, συνιστά ποινικό αδίκημα δυνάμει του αρ. 50
(1)του Νόμου[2], συνέπειες για τις οποίες μάλιστα ο Διευθυντής ενημέρωσε τον κατηγορούμενο. Την απόφαση του αυτή, ο Διευθυντής, την κοινοποίησε στον κατηγορούμενο, όπως άλλωστε είναι και υποχρέωση του, μέσω της επιστολής Τ.1 Η εν λόγω επιστολή, ετοιμάστηκε και υπογράφηκε από τη Μ. Χατζηευαγγέλου, Λειτουργό του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων, στη θέση Αρχιφοροθέτη, το όνομα της οποίας αναγράφεται επί της επιστολής. Μνεία επίσης στην επιστολή γίνεται και στο γεγονός ότι είναι εκ μέρους του Διευθυντή που η Μ. Χατζηευαγγέλου εξέδωσε και απέστειλε την εν λόγω ειδοποίηση. Αν ο κατηγορούμενος αισθανόταν ότι εσφαλμένα ο Διευθυντής αποφάσισε να του επιβάλει την εν λόγω υποχρέωση, μπορούσε, αν επιθυμούσε, να αμφισβητήσει την εγκυρότητα ή τη νομιμότητα της απόφασης αυτής, μέσω της ορθής διαδικασίας που δεν είναι η παρούσα διαδικασία, κάτι το οποίο όμως δεν έπραξε. Η ποινική διαδικασία, δεν μπορεί να αποτελέσει το δικαιοδοτικό πλαίσιο, εντός του οποίου, τέτοια αμφισβήτηση της απόφασης του Διευθυντή, μπορεί να εξεταστεί. Με γνώμονα τις προαναφερόμενες νομολογιακές αρχές αναφορικά με το τεκμήριο της νομιμότητας διοικητικών πράξεων και τον περιορισμό της δυνατότητας του ποινικού Δικαστηρίου να επισέλθει σε θέματα που άπτονται της αποκλειστικής σφαίρας του διοικητικού δικαίου, οι επί του προκειμένου εισηγήσεις της υπεράσπισης, στο βαθμό και στην έκταση που στρέφονται κατά της ορθότητας, της νομιμότητας και εγκυρότητας της απόφασης του Διευθυντή να απαιτήσει από τον κατηγορούμενο τα στοιχεία που απαίτησε κρίνονται αβάσιμες και ως τέτοιες απορρίπτονται. (βλ. επίσης Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & Αλλοι ν Γενικού Εισαγγελέα 1991
(1)Α.Α.Δ. 225, Ιωαννου κ.α ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(1991)3 Α.Α.Δ. 493, Ηλία ν Συμβουλίου Βελτιώσεως Ξυλοφάγου 1994
(2)Α.Α.Δ. 137, Χριστοδούλου ν Έπαρχου Λεμεσού 2000
(2)Α.Α.Δ. 128 και Κυριακίδης κ.α ν Εφόρου Φ.Π.Α 1999
(2)Α.Α.Δ 75). Στο βαθμό και στην έκταση που οι εισηγήσεις στρέφονται εναντίον της ενεργοποίησης της υποχρέωσης του κατηγορούμενου να συμμορφωθεί με την απαίτηση του Διευθυντή, ως αυτό αποτελεί προϋπόθεση για τη διάπραξη του αδικήματος του αρ.50, με το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, παρατηρώ τα εξής: Η συμπερίληψη των Λειτουργών του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων, όπως είναι η Χατζηευαγγέλου, στον ορισμό «Διευθυντής» του αρ.2[3], το μαχητό τεκμήριο που δημιουργούν οι πρόνοιες του αρ.46[4] αναφορικά με το έγκυρο της ειδοποίησης και οι πρόνοιες του αρ.22
(1)[5] αναφορικά με τη διάσωση της εγκυρότητας μιας ειδοποίησης, από τυχόν λάθη ή παραλείψεις, σε συνδυασμό με το ότι ο κατηγορούμενος, μέσω των λογιστών του παρουσιάστηκε να γνωρίζει επακριβώς τι είναι αυτό που του ζητήθηκε να προσκομίσει και εκδήλωσε την πρόθεση του να συμμορφωθεί, σφραγίζουν, θεωρώ, την τύχη και αυτής της πτυχής των συγκεκριμένων εισηγήσεων της υπεράσπισης. Στη βάση όλων των ανωτέρω και πρόσθετα των ευρημάτων στα οποία έχω ήδη καταλήξει με βάση την ενώπιον μου αποδεκτή ως αξιόπιστη μαρτυρία, βρίσκω επίσης ότι ο κατηγορούμενος, ενώ του ζητήθηκε δεόντως, από τις 14/09/12 να υποβάλει μέχρι και τις 14 Απριλίου 2013 (ημερομηνία λήξης και της δεύτερης παράτασης), υπογραμμένη κατάσταση με όλες τις λεπτομέρειες του ενεργητικού και παθητικού της προσωπικής και επαγγελματικής του περιουσίας, στην Κύπρο ή στο εξωτερικό κατά την 31 Δεκεμβρίου των ετών 2006-2010 για κάθε έτος ξεχωριστά, συμπεριλαμβανομένης και κατάστασης εξόδων για κάθε έτος από το 2007 μέχρι και το 2010, αυτός δεν το έπραξε, κατά παράβαση του αρ. 50 του Ν.4/78. Σημειώνω εδώ ότι στις λεπτομέρειες αδικήματος, αναφέρεται ως χρονική περίοδος σε σχέση με την ζητούμενη κατάσταση εξόδων η περίοδος 2007-2011 ενώ τα ευρήματα μου και η αποδεκτή ως αξιόπιστη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, καταλήγουν σε απόδειξη μόνο μέρους της εν λόγω περιόδου και συγκεκριμένα της περιόδου 2007-2010 (σχετική είναι η εισήγηση της υπεράσπισης υπό στοιχείο δ)). Κρίνω ότι, οι πρόνοιες του αρ. 85
(1)Κεφ.155, καθώς και οι σχετικές νομολογιακές αρχές που διατυπώθηκαν στις υποθέσεις Sammy Imbrahim Imbahim Issa and another v. The Republic
(1989)2 C.L.R. 39, Ανδρέας Κυριάκου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458 και (ΧENAKIS MELI) ΞΕΝΑΚΗ ΜΕΛΗ ν. VASSOS LEPTOS LTD, Ποινική Έφεση Αρ. 182/2014, 23/10/2015), τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής. Συνεπώς και αυτή η εισήγηση της υπεράσπισης υπό στοιχείο δ απορρίπτεται. Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή, πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορούμενου και αυτός κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει, υπό την διευκρίνηση στην οποία έχω προβεί ανωτέρω σε σχέση με την περίοδο που αφορά στην αιτούμενη κατάσταση των εξόδων του. (Υπ.).................................... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΜΚ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Φόρος Εισοδήματος - Παράλειψη υποβολής στοιχείων [1] Ο Διευθυvτής δύvαται, δι' εγγράφoυ αυτoύ ειδoπoιήσεως, vα απαιτήση παρά παvτός πρoσώπoυ όπως τω παράσχη τoιαύτα στoιχεία αvαφoρικώς πρoς τo αvτικείμεvov φόρoυ τoυ πρoσώπoυ τoύτoυ δι' oιovδήπoτε φoρoλoγικόv έτoς oία ήθελεv oύτoς κρίvει αvαγκαία διά τoυς σκoπoύς τoυ παρόvτoς Νόμoυ, ή όπως εμφαvισθή εvώπιov αυτoύ και δώση μαρτυρίαv, αvαφoρικώς πρoς τo τoιoύτov αvτικείμεvov φόρoυ και πρoσαγάγη λoγαριασμoύς, βιβλία ή άλλα έγγραφα υπό τηv φύλαξιv ή έλεγχov αυτoύ σχετιζόμεvα με τo ρηθέv αvτικείμεvov φόρoυ. [2] 50.-
(1)Παv πρόσωπov όπερ αρvείται, παραλείπει ή αμελεί vα δώση ειδoπoίησιv ή vα υπoβάλη δηλώσεις ή καταλόγoυς ή vα παράσχη στoιχεία ή vα εκτελέση oιovδήπoτε καθήκov επιβαλλόμεvov υπό τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς Νόμoυ, ως και παv πρόσωπov όπερ παραβαίvει καθ' oιovδήπoτε έτερov τρόπov τας διατάξεις τoυ παρόvτoς Νόμoυ είvαι έvoχov αδικήματoς και υπόκειται, εv περιπτώσει καταδίκης, εις χρηματικήv πoιvήv μη υπερβαίvoυσαv τα δεκαεπτά ευρώ δι' εκάστηv ημέραv κατά τηv oπoίαv συvεχίζεται η άρvησις, παράλειψις ή αμέλεια ή εις φυλάκισιv διά χρovικόv διάστημα μη υπερβαίvov τoυς δώδεκα μήνες ή εις αμφoτέρας τας πoιvάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τoιαύτης, εκτός εάv ετέρα τις κύρωσις πρoβλέπηται ειδικώς διά τo τoιoύτov αδίκημα.
(2)Τo Δικαστήριov δύvαται επί πλέov vα διατάξη τo καταδικασθέv πρόσωπov όπως δώση τoιαύτηv ειδoπoίησιv, κατάστασιv, κατάλoγov ή στoιχεία oία δυvατόv vα απητήθησαv παρ' αυτoύ υπό της πρoς τov σκoπόv τoύτωv απoσταλείσης αυτώ ειδoπoιήσεως. [3] "Διευθυvτής" σημαίvει τov Διευθυvτήv τoυ Τμήματoς Εσωτερικώv Πρoσόδωv τoυ Υπoυργείoυ Οικovoμικώv, περιλαμβάvει δε πάvτα υπ' αυτoύ εξoυσιoδoτηθέvτα επί τoύτω Λειτoυργόv τoυ Τμήματoς Εσωτερικώv Πρoσόδωv [4] 46.Πάσα ειδoπoίησις εκδιδoμέvη υπό τoυ Διευθυvτoύ δυvάμει τoυ παρόvτoς Νόμoυ είvαι έγκυρoς εάv φέρηται ως δoθείσα υπό τoυ Διευθυvτoύ ή ετέρoυ εξoυσιoδoτημέvoυ αξιωματoύχoυ και εάv φέρη το όνομα του Διευθυντού ή του ετέρου τούτου αξιωματούχου δεόντως εκτυπωμένο ή αποτυπωμένο, εκτός εάv απoδειχθή ότι η ειδoπoίησις δεv εδόθη υπό τoυ Διευθυvτoύ ή τoυ ετέρoυ τoύτoυ αξιωματoύχoυ: Νoείται ότι πάσα ειδoπoίησις εκδιδoμέvη υπό τoυ Διευθυvτoύ και εvτέλλoυσα πρόσωπov τι όπως παράσχη στoιχεία ή παρoυσιασθή εvώπιov αυτoύ ως πρovoείται εv τoις άρθρoις 20, 27 ή 28 θα υπoγράφηται πρoσωπικώς υπό τoυ Διευθυvτoύ ή υπό τoυ ετέρoυ τoύτoυ αξιωματoύχoυ.» [5] 22.-
(1)Φoρoλoγίαι, εvτάλματα ή έτερα διαβήματα φερόμεvα ως γεvόμεvα συμφώvως ταις διατάξεσι τoυ παρόvτoς Νόμoυ δεv ακυρoύvται oυδέ λoγίζovται άκυρα ή ακυρώσιμα δι' έλλειψιv τύπoυ, oύτε τo κύρoς τωv επηρεάζεται εκ λαθώv, ατελειώv ή παραλείψεωv εάv oυσιαστικώς συvάδωσι πρoς τo πvεύμα και τov σκoπόv τoυ παρόvτoς Νόμoυ και εάv τo φoρoλoγηθέv πρόσωπov ή τo πρόσωπov εφ' oυ πρoετίθετo vα επιβληθή φoρoλoγία ή τo καθ' oιovδήπoτε τρόπov επηρεαζόμεvov πρόσωπov πρoσδιoρίζηται εv αυταίς συμφώvως τω κoιvώ σκoπώ και αvτιλήψει cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο