← Κύπρος

Άριστος Αριστείδου ν. Αντώνης Ιωάννου, Αρ.Υπόθ. 8735/14, 1/7/2016

Άριστος Αριστείδου ν. Αντώνης Ιωάννου, Αρ.Υπόθ. 8735/14, 1/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B119 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Αρ.Υπόθ. 8735/14 Ενώπιον Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ Άριστος Αριστείδου Παραπονούμενος - ν - Αντώνης Ιωάννου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 1 Ιουλίου 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Παραπονούμενο: κ. Θ. Κατσικίδης Για Κατηγορούμενο: κ. Ε. Πουργουρίδης Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ (ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ) Ο κατηγορούμενος στην παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση, αντιμετωπίζει κατηγορία πρόκλησης δημοσίας βλάβης κατά παράβαση του αρ.115 του Κεφ.

  1. Ειδικότερα, αυτό που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο είναι ότι «στις 26/4/13 κατάγγειλε με γραπτή κατάθεση στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Αστυνομίας Λευκωσίας (Τμήμα Οικονομικού Εγκλήματος) με σκοπόν το ίδιον όφελος ενώ εγνώριζε ότι η κατάθεση του ήταν ψευδής, τον παραπονούμενο ενώ ήταν μέλος της επιτροπείας της ΣΠΕ Κυπερούντας Λτδ., εκ Κυπερούντας, κυκλοφόρησε πλαστή βεβαίωση, ημερομηνίας 29/10/12, στα μέλη που απάρτιζαν την Επιτροπεία, σύμφωνα με την οποίαν, βεβαίωση, το δάνειο που σύνηψε ο παραπονούμενος αφορούσε κατάστημα που θα αγοραζόταν για λογαριασμόν της ΣΠΕ Κυπερούντας Λτδ., ενώ στην στην πραγματικότητα το αδίκημα ήταν της φαντασίας του.» Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν πέντε μάρτυρες, ο παραπονούμενος, Άριστος Αριστείδου (ΜΚ1), ο Λοχ. 1870 Κυριάκος Κολοκοτρώνης (ΜΚ2), ο Χρίστος Αλεξάνδρου (ΜΚ3), ο Θεόδουλος Πετούσης (ΜΚ4) και ο Γιώργος Χριστοδούλου (ΜΚ5). Οι εν λόγω μάρτυρες, οι οποίοι αντεξετάσθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο για τον κατηγορούμενο, κατέθεσαν, στο σύνολο τους 32 τεκμήρια. Η εκδοχή του παραπονούμενου, όπως αυτή δύναται να εξαχθεί από τις λεπτομέρειες αδικήματος και την προσκομισθείσα μέχρι τώρα μαρτυρία, είναι συνοπτικά η ακόλουθη: Στις 03/04/2007, ο παραπονούμενος, ο οποίος ήταν μέλος της Επιτροπείας της εταιρείας ΣΠΕ Κυπερούντας Λτδ, αιτήθηκε και του εγκρίθηκε από την Επιτροπεία, , δάνειο από την ΣΠΕ, επ'ονόματι του, ύψους 18.000 Λ.Κ. ή €30.
  2. Κατά τον εν λόγω χρόνο, τα μέλη που απάρτιζαν την Επιτροπεία ήταν, πέραν από τον παραπονούμενο, οι Θεόδωρος Παλάζης (Πρόεδρος), Πάμπος Χριστοφίνας, Στέλιος Παπάστυλιανου, και ο ΜΚ
  3. Ο κατηγορούμενος κατείχε τη θέση του Γραμματέα-Διευθυντή της Επιτροπείας. Το εν λόγω δάνειο, σύμφωνα με την εκδοχή του παραπονούμενου, αν και στα χαρτιά παρουσιαζόταν να ήταν δάνειο για προσωπικούς του λόγους, στην πραγματικότητα δεν ήταν έτσι. Ο πραγματικός σκοπός του δανείου, ήταν η εξυπηρέτηση των συμφερόντων της ΣΠΕ Κυπερούντας, την οποία τα μέλη ήθελαν να επεκτείνουν, με άνοιγμα νέου υποκαταστήματος στην Επαρχία Λευκωσίας. Επειδή όμως σύμφωνα με την περί Συνεργατικών Εταιρειών νομοθεσία και Κανονισμούς η απόκτηση από την ΣΠΕ, καταστήματος εκτός των ορίων της ΣΠΕ Κυπερούντας, ήταν παράνομη, τα μέλη της Επιτροπείας αποφάσισαν όπως, δύο εξ' αυτών, αιτηθούν προσωπικά δάνεια για το απαιτούμενο ποσό αγοράς καταστήματος και αφού αγοραστεί το κατάστημα, θα το κρατούσαν επ' ονόματι τους μέχρι να τροποποιηθεί ο Νόμος για να το μεταβιβάσουν στη ΣΠΕ. Το ένα δάνειο ήταν αυτό του παραπονούμενου, και το άλλο του Στέλιου Παπάστυλιανου και της συζύγου του, για ποσό €500.000 περίπου (ΛΚ330.000). Ουσιαστικά, σύμφωνα με την εκδοχή του παραπονούμενου, έγιναν δύο «εικονικά» δάνεια, τουλάχιστο ως προς τον πραγματικό τους σκοπό, συνολικού ύψους πάνω από €500.000, με σκοπό να παρακαμφθεί η σχετική Νομοθεσίας και ο Έφορος Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών (Έφορος), με την ελπίδα ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα η νομοθετική απαγόρευση θα ήρετο. Επειδή το όλο εγχείρημα ήταν παράνομο, τίποτα από αυτά δεν καταγράφηκε στα πρακτικά των συνεδριών της Επιτροπείας, ενώ η υποβολή και έγκριση των αιτήσεων έτυχαν της τυπικής διαδικαστικής διαδικασίας που γίνεται σε σχέση με όλα τα άλλα δάνεια. Παρά όμως το ότι υπό κανονικές συνθήκες οι «αιτήσεις» για παραχώρηση των δανείων δεν πληρούσαν τις αναγκαίες οικονομικές προϋποθέσεις για να εγκριθούν, εντούτοις αφού το όλο θέμα ήταν συνεννοημένο τα δάνεια εγκρίθηκαν και τα λεφτά αποδεσμεύτηκαν. Ήταν βεβαίως «συνεννοημένο» ότι οι δύο «οφειλέτες» δεν θα είχαν οποιαδήποτε ευθύνη αποπληρωμής, αφού στην ουσία, απλά, «δανείσαν τα ονόματα τους εις την ΣΠΕ Κυπερούντας» (βλ. Τ.4). Όταν οι συμφωνίες αγοράς καταστήματος ναυάγησαν και οι πωλητές του καταστήματος οδήγησαν το θέμα στα Δικαστήρια, η εικόνα των «δανείων» του παραπονούμενου και του Παπάστυλιανου, παρουσίαζε, περί τον Οκτώβριο 2012, οφειλή προς την ΣΠΕ Κυπερούντας, €71.000 από Παπάστυλιανου - είχε ήδη εξαργυρωθεί εγγυητική που δόθηκε από τον πωλητή του καταστήματος για ποσό 576.314,33 και €34.000 περίπου από τον παραπονούμενο (ολόκληρο το ποσό παρέμενε οφειλόμενο). Τα μέλη της Επιτροπείας ήταν τότε οι Σ. Καρασιαλής (Πρόεδρος), Άνθιμος Πολυδώρου, Στέλιος Παπάστυλιανου, Χριστάκης Θεοχάρους, Αντώνης Προκοπίου και ο παραπονούμενος. Μέχρι τις 3/8/12 ο κατηγορούμενος ήταν Γραμματέας Διευθυντής της Επιτροπείας και ο Θεόδουλος Πετούσης Τμηματάρχης Διοικητικών Θεμάτων. Στις 3/8/12, κατόπιν απόφασης της Επιτροπείας, ο κατηγορούμενος, για λόγους που δεν είναι του παρόντος, τέθηκε σε διαθεσιμότητα και απομακρύνθηκε και ο Θεόδουλος Πετούσης ανέλαβε καθήκοντα και ως Αναπληρωτής Γραμματέας. Στις 29/10/12, με την σύνθεση της Επιτροπείας να έχει διαμορφωθεί ως ανωτέρω, τα μέλη της Επιτροπείας, αποφάσισαν ότι έπρεπε πλέον να αποκαλύψουν την αλήθεια ούτως ώστε να απαλλαχθούν τα δύο μέλη που είχαν «θυσιαστεί» για τα συμφέροντα της ΣΠΕ αλλά και η ίδια η ΣΠΕ από την εικόνα των δύο μη εξυπηρετούμενων «δανείων». Για το σκοπό αυτό, σύμφωνα με την εκδοχή του παραπονούμενου, συντάχθηκε η επίμαχη Βεβαίωση, η οποία έφερε ημερομηνία 29/10/2012 και μέσω του ΜΚ4, κλήθηκαν τα μέλη που απάρτιζαν την Επιτροπεία την περίοδο 2006 - 2007, να την υπογράψουν. Με το επίμαχο έγγραφο βεβαιώνετο ότι το προσωπικό δάνειο που είχε εγκριθεί στον παραπονούμενο στις 03/04/2007, για 18.000 Λ.Κ. ή €30.000, ήταν στην πραγματικότητα δάνειο για να αγοραστεί συγκεκριμένο κατάστημα από το Στέλιο Παπάστυλιανου και τη σύζυγο του, ούτως ώστε, εάν τροποποιείτο η σχετική με τις συνεργατικές εταιρείες νομοθεσία, να το μεταβιβάσουν στο όνομα της ΣΠΕ Κυπερούντας (Τ.1). Την βεβαίωση υπέγραψε μόνο ο ΜΚ5, ενώ οι Θ. Παλάζης (τότε Πρόεδρος) και Χ. Χριστοφίνας αρνήθηκαν να την υπογράψουν. Ο μεν Παλάζης αρνήθηκε ότι τα όσα αναφέρονται σε αυτή έλαβαν ποτέ χώρα κατά τη διάρκεια της θητείας του και προς τούτο υπέγραψε σχετική δήλωση. Ο δε Χριστοφίνας, κατόπιν νομικής συμβουλής, αρνήθηκε να την υπογράψει αναφέροντας ότι όλες οι αποφάσεις που λήφθηκαν κατά τη θητεία του είναι καταγραμμένες στα σχετικά πρακτικά. Στις 29/10/12, ο ΜΚ4, σύμφωνα με τον ίδιο, συνέταξε και απέστειλε, κατόπιν έγκρισης της Επιτροπείας, επιστολή στον Έφορο, στην οποία εξιστορούσε τα πιο πάνω, με την οποία ζητούσε από τον τελευταίο να εγκρίνει την απόφαση της Επιτροπείας για διαγραφή των δανείων και των οφειλόμενων υπολοίπων του παραπονούμενου και του Παπάστυλιανού, (Τ.4), αφού «δεν φέρουν ευθύνη για την μη αποπληρωμή των δανείων τους» και δεν πρέπει «να ...επηρεαστούν τα δικαιώματα τους...». Ο Έφορος με επιστολή του στις 4/1/13, απέρριψε το αίτημα εφόσον κατά τη κρίση του η εν λόγω απόφαση της Επιτροπείας δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της ΣΠΕ, (Τ.5). Σύμφωνα πάντα με τον παραπονούμενο, στις 26/04/2013, ο κατηγορούμενος, γραμματέας της Επιτροπείας, τότε υπό διαθεσιμότητα, μετέβη αυτοβούλως στην Αστυνομία όπου και προέβη αυτοβούλως, σε γραπτή καταγγελία, στο Τμήμα Οικονομικού Εγκλήματος του ΤΑΕ Λευκωσίας, αναφορικά με γεγονότα που έλαβαν χώρα στη ΣΠΕ κατά τη διάρκεια της θητείας του στη ΣΠΕ. Σύμφωνα με την εκδοχή του παραπονούμενου, ο κατηγορούμενος, κατήγγειλε ότι η επίμαχη βεβαίωση ήταν πλαστή και το περιεχόμενο της δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, ενώ η προσπάθεια να εξασφαλιστεί η υπογραφή των πρώην μελών της Επιτροπείας έγινε με σκοπό να παραπλανηθεί ο Έφορος για να εγκρίνει τη διαγραφή των δανείων. Η καταγγελία του κατηγορούμενου εξετάστηκε από τον ΜΚ2 ο οποίος μετά την ολοκλήρωση της έρευνας του συνέταξε στις 11/07/2013, σχετική έκθεση η οποία αποτέλεσε και τη βάση για την καταχώρηση της παρούσας. Σύμφωνα με την έκθεση του ΜΚ2: «Από την μαρτυρία που έχει εξασφαλιστεί φαίνεται ότι, η καταγγελία δεν ευσταθεί. Περαιτέρω ο τρόπος και ο χρόνος που έγινε η καταγγελία είχε δημιουργήσει αμφιβολίες ως προς την γνησιότητα και τα κίνητρα της. Φαίνεται ότι αυτή η καταγγελία έγινε με πρόθεση να χρησιμοποιηθεί προκειμένου να αμφισβητηθεί (α) η αξιοπιστία των μελών της Πειθαρχικής Επιτροπής που είχε συσταθεί από την ΣΠΕ Κυπερούντας για διερεύνηση πειθαρχικών αδικημάτων εναντίον του και (β) το πόρισμα της έκθεσης του Ερευνώντα Λειτουργού και Προέδρου της Επιτροπείας της ΣΠΕ Κυπερούντας αναφορικά με τα πειθαρχικά του αδικήματα και αφού η προσπάθεια του για ακύρωση της Πειθαρχικής Διαδικασίας μέσω του Ανωτάτου Δικαστηρίου είχε αποτύχει οριστικά στις 27/03/
  4. ... Εισήγηση είναι όπως η υπόθεση αρχειοθετηθεί. Ανεξάρτητα όμως από την πιο πάνω εισήγηση η υπόθεση θα πρέπει να διαβιβαστεί στην νομική υπηρεσία της Δημοκρατίας για οδηγίες ως προς τον περαιτέρω χειρισμό της». Όπως ανέφερε ο ΜΚ2, μέχρι σήμερα δεν έχει λάβει οποιαδήποτε οδηγία από την Νομική Υπηρεσία ως προς τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης ή τουλάχιστο οποιαδήποτε οδηγία αντίθετη με την εισήγηση του για αρχειοθέτηση της υπόθεσης. Παρά ταύτα όμως, ο μάρτυρας ανέφερε ότι, μετά τον καταρτισμό και υποβολή της έκθεσης του και μετά την καταχώρηση της παρούσας, ο κατηγορούμενος, ο οποίος εν τω μεταξύ πέτυχε μέσω άλλων δικαστικών διαδικασιών την επιστροφή του στην θέση του Γραμματέα της Επιτροπείας και πρόσβαση στα αρχεία της, πρόσβαση την οποία δεν είχε κατά το χρόνο της καταγγελίας του στις 26/4/13, προσήλθε στην Αστυνομία και έδωσε συμπληρωματική κατάθεση, εκτενέστερη της πρώτης, στα πλαίσια της οποίας προσκόμισε σωρεία εγγράφων και μαρτυρικού υλικού. Υπό το φως του νέου υλικού, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι η καταγγελία αξιολογείται εκ νέου στο σύνολο της και ότι προτίθεται να λάβει μεταξύ άλλων και ανακριτικές καταθέσεις. Όπως το έθεσε ο ΜΚ2, «Εάν μου έσιει εμπιστοσύνη (ο κατηγορούμενος), εκείνα που πρέπει εν να τα διερευνήσω τα οποία όμως ήλθαν μετά στη δεύτερη του κατάθεση και επειμένω ότι η δεύτερη του κατάθεση είναι πολλαπλάσια της πρώτης τζιαι παραδέχομαι ότι στην πρώτη δεν είσιεν πρόσβαση. Εάν μου έσιει εμπιστοσύνη θα συνεχίσω τις έρευνες τις καταγγελίας του της αρχικής.». Ένα από τα θέματα που θα ερευνήσει εκ νέου ο ΜΚ2, είναι, σύμφωνα με τον ίδιο, η τύχη των χρημάτων του δανείου που χορηγήθηκε στον παραπονούμενο αφού ως ο μάρτυρας θεωρεί, η προσπάθεια για διαγραφή του δανείου ήταν λάθος από πλευράς της Επιτροπείας. Αναφορικά με την επίμαχη καταγγελία, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι κατέληξε στα συμπεράσματα του με βάση τα δεδομένα που είχε εκείνη την εποχή, από τα οποία και προέκυπτε ξεκάθαρα, σύμφωνα με τον ίδιο ότι, ο πραγματικός σκοπός των δανείων ήταν ως η εκδοχή του παραπονούμενου και αυτό ο κατηγορούμενος το γνώριζε, αφού την περίοδο που έλαβαν χώρα τα όσα αναφέρονται στην βεβαίωση, ο κατηγορούμενος ήταν και γραμματέας της επιτροπείας αλλά είχε και ενεργό εμπλοκή στο όλο θέμα. Ένεκα τούτου είναι που ο μάρτυρας εξέφρασε στην έκθεση του αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα και τα κίνητρα της καταγγελίας του κατηγορούμενου όμως αν και θεωρεί ότι ο κατηγορούμενος δεν προσήλθε στην αστυνομία με καθαρά χέρια, εντούτοις δεν θα χαρακτήριζε την καταγγελία ως δόλια, εξ' ού και δεν ζήτησε την ποινική του δίωξη για ψευδείς δηλώσεις στην Αστυνομία. Στη βάση των ανωτέρω, η παρούσα υπόθεση, σύμφωνα πάντα με τον παραπονούμενο, εδράζεται στο ότι, ενώ ο κατηγορούμενος γνώριζε από πρώτο χέρι τον πραγματικό σκοπό του δανείου εντούτοις προέβη σε ψεύτικες δηλώσεις στην αστυνομία, με σκοπό το ίδιον όφελος, καταγγέλλοντας κατά φαντασία αξιόποινες ενέργειες. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, να ταλαιπωρηθεί ο ίδιος, ως ισχυρίζεται και να γίνει αντικείμενο χλευασμού στο χωριό του. Μετά το πέρας της υπόθεσης για τον παραπονούμενο υπεβλήθει από την υπεράσπιση ότι δεν απεδείχθει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, εισήγηση η οποία απορρίφθηκε από πλευράς παραπονούμενου ως αβάσιμη. Η εισήγηση του κ. Πουργουρίδη βασίστηκε στο ότι δεν καταδείχθηκε από πλευράς παραπονούμενου, ότι το επίμαχο έγγραφο/Βεβαίωση ήταν πλαστό ως ορίζει το αρ.333 Κεφ.154, ούτως ώστε να μπορεί να κληθεί ο κατηγορούμενος να προβάλει την υπεράσπιση του αναφορικά με ισχυριζόμενη ψευδή καταγγελία για κυκλοφορία πλαστού εγγράφου. Το Δικαστήριο, έκρινε ορθό να επανανοίξει την υπόθεση και να ζητήσει από τις δύο πλευρές να τοποθετηθούν στον πιο κάτω προβληματισμό του ο οποίος προέκυψε κατά τη διάρκεια μελέτης για σκοπούς του εκ πρώτης όψεως. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο ζήτησε από τους συνηγόρους να τοποθετηθούν ως προς το κατά πόσο το αδίκημα του αρ.115 Κεφ.154, ήτοι το αδίκημα της Δημόσιας Βλάβης ή «Public Mischief» όπως είναι στο αυθεντικό αγγλικό κείμενο του Κεφ.154, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ιδιωτικής ποινικής δίωξης και ειδικότερα κατά πόσο ο παραπονούμενος νομιμοποιείτο να εγείρει την υπό κρίση ιδιωτική ποινική υπόθεση στη βάση του αρ.
  5. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον παραπονούμενο, κάμνοντας αναφορά στις γνωστές αρχές που διέπουν το δικαίωμα του πολίτη να καταχωρεί ιδιωτική ποινική υπόθεση (βλ.Ttofinis v. Theocharides and Another

(1983)2 CLR 363), υποστήριξε ότι η ορθή ερμηνεία του αρ.115 παραπέμπει σε «βλάβη» που γίνεται σε «δημόσιο χώρο». Κάλεσε το Δικαστήριο να ερμηνεύσει το αρ.115, υπό το φως του γενικού κανόνα ερμηνείας του Κεφ.154 που περιέχεται στο αρ.3 ήτοι σύμφωνα με τις αρχές νομικής ερμηνείας που επικρατούν στην Αγγλία και στο κοινοδίκαιο. Με αναφορά σε λεξικά της ελληνικής γλώσσας αλλά και σε άρθρα του Συντάγματος, υποστήριξε ότι από τη στιγμή που έχει προκληθεί «βλάβη» στο δικαίωμα της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του παραπονούμενου, από την ψευδή καταγγελία του κατηγορούμενου, τότε πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής δίωξης. Στον αντίποδα, ο κ. Πουργουρίδης υποστήριξε ότι η ορθή ερμηνεία του αρ.115 καταδεικνύει ότι το θύμα του συγκεκριμένου αδικήματος, είναι το «δημόσιο» και πως το αδίκημα συναρτάται με την σπατάλη δημόσιου χρήματος και αστυνομικού χρόνου. Το ότι αξιόποινη συμπεριφορά που εμπίπτει εντός της εμβέλειας του άρθρου τυχόν να επηρεάζει και κάποιον ιδιώτη, είναι, σύμφωνα με τον κ. Πουργουρίδη, έμμεσος επηρεασμός που σε καμία περίπτωση δεν μεταβάλλει το χαρακτήρα ή το σκοπό του αδικήματος. Συνεπώς, κατέληξε ο κ. Πουργουρίδης, η απάντηση στο ερώτημα του Δικαστηρίου, πρέπει να είναι αρνητική ήτοι ότι το αδίκημα του αρ.115 δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ιδιωτικής ποινικής δίωξης. Εξέτασα με προσοχή το σύνολο των εκατέρωθεν θέσεων. Οι αρχές που διέπουν το θέμα απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, είναι πολύ καλά γνωστές και δεν προτίθεμαι να της επαναλάβω. Παραπέμπω ενδεικτικά στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, In Re Kakos
(1985)1 CL.R. 250 και Azinas and Another v. Police,
(1981)2 CL.R. 9, ως επίσης και στη Δικαστική Πρακτική του 1962. Θεωρώ ορθό και αυτό ως εκ της φύσης του, να εξετάσω πρώτα το κατά πόσο το αδίκημα του αρ.115 Κεφ.154 μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ιδιωτικής ποινικής δίωξης και κατ' επέκταση κατά πόσο, ο παραπονούμενος στην παρούσα υπόθεση νομιμοποιείται στην καταχώρηση και προώθηση ιδιωτικής ποινικής δίωξης στη βάση του εν λόγω αδικήματος. ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΩΞΗΣ Όπως ορθά αμφότεροι οι συνήγοροι αναγνώρισαν, το θέμα που εγείρεται είναι άρρηκτα συνυφασμένο με το δικαίωμα καταχώρησης ποινικής δίωξης από ιδιώτη, όπως το δικαίωμα αυτό αναγνωρίστηκε στην υπόθεση, Ttofinis ανωτέρω, όπου σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Lord Diplock στην αγγλική απόφαση Gouriet v. Union of Post Office Workers and Others [1977] 3 All E.R., 70, 97 H.L., αναφέρθηκε με επιδοκιμασία. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την Ttofinis: «In the words of Lord Diplock in Gouriet v. Union of Post Office Workers [1977] 3 All E.R. 70, 97 (HL), "it exists and is a useful constitutional safeguard against capricious, corrupt or biased failure or refusal of those authorities to prosecute offenders against the criminal law".» Η απόφαση στην Ttofinis όμως, δεν περιορίστηκε στο πιο πάνω απόσπασμα ήτοι στο ότι το δικαίωμα ιδιώτη να ασκήσει ποινική δίωξη υπάρχει για την περίπτωση όπου μια ασύδοτη αρχή, ενώ έχει την ευθύνη για τη δίωξη ενός παραβάτη του ποινικού δικαίου, εντούτοις αδικαιολόγητα παραλείπει να ενεργήσει αναλόγως. (βλ. ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ ΤΡΥΦΩΝΟΣ, Ποινική ECLI:CY:AD:2016:D208, Αίτηση Αρ. 15/2015, 18/4/2016 Γιασεμής Δ). Όπως επισημάνθηκε στην Κλεάνθης Δημοσθένους ν. Τύχωνα Τύχωνος, Ποιν. Εφ. Αρ. 153/2011, ημερ. 16.1.2013 (Χατζηχαμπή Π., Ερωτοκρίτου Δ., Παναγή Δ.0 και επαναλήφθηκε στην ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ν. ΣΑΒΒΑ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 194/2013, 2/12/2014 (Νικολάτος Π., Παρπαρίνος Δ., Λιάτσος Δ) στην Ttofinis το Δικαστήριο προχώρησε και εξήγησε ότι «...το δικαίωμα ενός πολίτη να εγείρει ποινική δίωξη ... πηγάζει από το αγγλικό κοινοδίκαιο το οποίο εφαρμόζεται στο δικό μας δικαιϊκό σύστημα, με βάση το άρθρο 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960. Τονίστηκε (στην Ttofinis) ότι καμιά πρόνοια του Συντάγματος δεν έχει εξουδετερώσει τα ισχύοντα στο κοινοδίκαιο για το δικαίωμα του πολίτη να εγείρει ιδιωτική ποινική. Όπως εξηγήθηκε από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε, το δικαίωμα δεν το έχει κάθε πολίτης, αλλά μόνο όταν τα δικαιώματα του επηρεάζονται από μια παράνομη πράξη ... το δικαίωμα ενυπάρχει όπου διαπιστώνεται βλάβη στα δικαιώματα του θύματος από ποινική πράξη. Όπως εξηγήθηκε με αναφορά στη Ttofinis, «ιδιωτικό δικαίωμα δίωξης συμβολίζει το κοινό συμφέρον των παθόντων να καταφύγουν στην ποινική διαδικασία για την αυτοπροστασία τους». Οι αρχές της Ttofinis έτυχαν αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά παραπέμπω στις Hogg ν. Παπαδοπούλου,
(1992)2 Α.Α.Δ. 36, Xαραλαμπίδης Mιχάλης ν. Nικόλαου Kωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522, KALIA ν. LAMBROU,
(1985)2 Α.Α.Δ. 217, Aίπεια Λτδ ν. Sirocco Estates Co Ltd και Άλλων,
(1997)2 Α.Α.Δ. 434 καθώς και Τύχωνος και πολύ πρόσφατα Τρύφωνος ανωτέρω. Όπως προκύπτει από τις πιο πάνω υποθέσεις, δεν είναι πάντα που νομιμοποιείται ο παραπονούμενος να καταχωρήσει ιδιωτική ποινική υπόθεση. Το εν λόγω δικαίωμα του δεν είναι απόλυτο. Περιορίζεται εκεί όπου παρατηρείται άμεσος επηρεασμός των δικαιωμάτων του υπό «την έννοια ότι με συγκεκριμένη παράνομη πράξη τα δικαιώματα κάποιου, του παρανομούντος, εκτείνονται εις βάρος τρίτων προσώπων κατά τρόπο που να παρατηρείται πλέον σφετερισμός και οικειοποίηση των νόμιμων δικαιωμάτων των τρίτων αυτών προσώπων.» (βλ. Ευαγγέλου ανωτέρω). Να σημειωθεί ότι η φράση «άμεσος επηρεασμός» τέθηκε στην ορθή της διάσταση στην απόφαση Ευαγγέλου, όπως η φράση αυτή είχε διατυπωθεί αρχικά στην Ttofinis, ήτοι «direct encroachment». Όμως τα όρια εντός των οποίων δύναται να ασκηθεί το συγκεκριμένο δικαίωμα δεν εξαντλούνται στα πιο πάνω. Αντίθετα, υπάρχει και μια άλλη, πιο ευρεία διάσταση του θέματος, το κατά πόσο είναι δυνατό όλα τα αδικήματα να αποτελέσουν αντικείμενο ιδιωτικής ποινικής δίωξης απλά και μόνο επειδή κάποιο προσωπικό δικαίωμα του πολίτη-παραπονούμενου φαίνεται να έχει επηρεασθεί. Στην Ttofinis, ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως ήταν τότε, μ. Τριανταφυλλίδης, με αναφορά στην υπόθεση London Borough of Southwark v. Williams, [1971] 2 All E.R. 175, 179, επεσήμανε ότι, οι υποχρεώσεις που επιβάλλει η Νομοθεσία, μπορούν, κατά κανόνα, να εφαρμόζονται (enforced), μόνο στα πλαίσια διαδικασιών που εγείρουν οι «αρμόδιες αρχές» και όχι στα πλαίσια ιδιωτικών ποινικών διώξεων. Είναι σε εξαιρετικές περιπτώσεις (exceptionally), που ιδιώτης κατήγορος μπορεί να καταφύγει στην ποινική διαδικασία. Κατ' αρχή σημειώνω ότι η απόφαση Gouriet, από την οποία το κυπριακό Εφετείο άντλησε καθοδήγηση στην υπόθεση Ttoffinis, αφορούσε αστικής φύσεως υπόθεση και συγκεκριμένα αίτηση για έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει στην Συντεχνία των Ταχυδρομικών Υπαλλήλων από του διαπράξουν ποινικό αδίκημα ήτοι να μποϋκοτάρουν την αλληλογραφία με τη Νότιο Αφρική, ως οι τελευταίοι ανακοίνωσαν στον Τύπο, ότι θα πράξουν. Ο αιτητής αποτάθηκε αρχικά στον Γενικό Εισαγγελέα ζητώντας συγκατάθεση για καταχώρηση της λεγόμενης «relator action for an injunction», διαδικασία η οποία εγείρεται στο όνομα του Γενικού Εισαγγελέα «on the relation of individuals» με σκοπό την διεκδίκηση ενός δημόσιου δικαιώματος/συμφέροντος. Η συγκατάθεση ζητήθηκε γιατί τέτοιου είδους διαδικασίες εγείρονται αποκλειστικά από τον Γενικό Εισαγγελέα. Ο Γενικός Εισαγγελέας αρνήθηκε να δώσει την συγκατάθεση του, οπόταν και ο αιτητής καταχώρησε κλητήριο ένταλμα στο όνομα του και επιχείρησε να εξασφαλίσει το σχετικό διάταγμα, αίτημα όμως που απορρίφθηκε ένεκα της απουσίας συγκατάθεσης του Γενικού Εισαγγελέα. Ο αιτητής εφεσίβαλε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και το αγγλικό εφετείο (Court of Appeal) αποφάσισε: Κατά πλειοψηφία ότι Α) Το Δικαστήριο στερείται εξουσίας να αναθεωρήσει τους λόγους για τους οποίους ο Γενικός Εισαγγελέας δεν έδωσε την συγκατάθεση του εφόσον αυτό είναι αποκλειστικό προνόμιο του τελευταίου και η άσκηση του προνομίου αυτού δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Β) Από τη στιγμή που ο Γενικός Εισαγγελέας δεν έδωσε τη συγκατάθεση του, ο αιτητής δεν δικαιούτο στο απαγορευτικό διάταγμα που ζητούσε Και ομόφωνα ότι Γ) Παρά το Β ανωτέρω, ο αιτητής δικαιούτο σε δηλωτική απόφαση ότι παρά την απουσία συγκατάθεσης του Γενικού Εισαγγελέα, αυτός δικαιούτο να προχωρήσει με την αγωγή του. Ο αιτητής εφεσίβαλε την απόφαση του Εφετείου, στη Βουλή των Λόρδων αναφορικά με το Α και Β ανωτέρω, ενώ ο Γενικός Εισαγγελέας, στον οποίο δόθηκε άδεια να εμφανιστεί όπως και η Συντεχνία καταχώρησαν έφεση ως προς το Γ. Ενώπιον της Βουλής των Λόρδων εγκαταλείφθηκε η έφεση ως προς το Α, με συνέπεια να επιβεβαιωθεί η αρχή ότι ο τρόπος με τον οποίο ασκεί τις εξουσίες του ο Γενικός Εισαγγελέας δεν υπόκειται σε οποιοδήποτε δικαστικό έλεγχο, αρχή που υιοθετήθηκε πέντε χρόνια αργότερα στην κυπριακή νομολογία στην υπόθεση, POLICE ν. ATHIENITIS,
(1983)2 Α.Α.Δ. 194. Τα υπό στοιχεία Β και Γ ανωτέρω σημεία που απέμειναν για εξέταση από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων, περιστράφηκαν γύρω από τον τρόπο με τον οποίο δύναται να προστατευθεί το δημόσιο συμφέρον σε αντιδιαστολή με το ιδιωτικό συμφέρον. Το κρίσιμο ερώτημα στην Gouriet ήταν επομένως κατά πόσο ένας ιδιώτης μπορεί να εγείρει διαδικασίες που αποσκοπούν στην προώθηση ή προστασία ενός δημόσιου συμφέροντος, εξουσία που κατά κανόνα ανήκει στον Γενικό Εισαγγελέα. Είναι στα πλαίσια του συγκεκριμένου ζητήματος που λέχθηκαν από τον Λόρδο Diplock τα όσα αναφέρθηκαν με επιδοκιμασία στην Ttofinis, και αυτά ως πρόλογος στην απόφασης του, για να καταλήξει ότι: «... there is no authority that the court has jurisdiction at the suit of a private individual as plaintiff to make declarations of public rights as distinct from rights in private law to which the plaintiff claims to be entitled. The court has jurisdiction to declare public rights but only at the suit of the Attorney-General ex officio or ex relatione, since as my noble and learned friends Lord Wilberforce and Viscount Dilhorne have demonstrated he is the only person who is recognised by public law as entitled to represent the public in a court of justice.» Σε ελεύθερη μετάφραση «...δεν υπάρχει οποιαδήποτε αυθεντία ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, στα πλαίσια αγωγής από ιδιώτη ως παραπονούμενο, να προβεί σε δηλώσεις αναφορικά με δημόσια δικαιώματα ως ξεχωριστά από τα δικαιώματα στο ιδιωτικό δίκαιο που ο παραπονούμενος ισχυρίζεται ότι δικαιούται. Το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να δηλώνει δημόσια δικαιώματα αλλά μόνο στα πλαίσια αγωγής που καταχωρείται από τον Γενικό Εισαγγελέα είτε ex officio or ex relatione, αφού όπως υπέδειξαν οι ευγενείς και ευπαίδευτοι φίλοι μου Lord Wilberforce and Viscount Dilhorne, είναι ο μόνος που αναγνωρίζεται από το δημόσιο δίκαιο να δικαιούται να εκπροσωπεί το δημόσιο ενώπιον δικαστηρίου». Όπως διευκρινίζει στην απόφαση του, ο Λόρδος Diplock, τα ιδιωτικά (προσωπικά) δικαιώματα ενός πολίτη, αν έχουν επηρεαστεί, είναι θέμα αστικής/ιδιωτικής (civil) φύσεως και η εκδίκαση τους εμπίπτει στην αστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Η δίωξη όμως σε σχέση με το δημόσιο συμφέρον και η εκπροσώπηση του δημοσίου σε δικαστικές διαδικασίες εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Γενικού Εισαγγελέα και όχι του οποιουδήποτε ιδιώτη. Αν ένας ιδιώτης αισθάνεται ότι έχει επηρεαστεί δυσμενώς από τέτοια αξιόποινη συμπεριφορά τότε μπορεί να αποταθεί για την ανάλογη θεραπεία στα αστικά Δικαστήρια. «...the jurisdiction of a civil court to grant remedies in private law is confined to the grant of remedies to litigants whose rights in private law have been infringed or are threatened with infringement. To extend that jurisdiction to the grant of remedies for unlawful conduct which does not infringe any rights of the plaintiff in private law, is to move out of the field of private into that of public law with which analogies may be deceptive and where different principles apply.» Ο Λόρδος Wilberforce, στην δική του απόφαση, με την οποία ο Λόρδος Diplock συμφώνησε, θέτει το θέμα ακόμη πιο ξεκάθαρα. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια τα σχετικά αποσπάσματα από την απόφαση: «It can properly be said to be a fundamental principle of English law that private rights can be asserted by individuals, but that public rights can only be asserted by the Attorney-General as representing the public. In terms of constitutional law, the rights of the public are vested in the Crown, and the Attorney-General enforces them as an officer of the Crown. And just as the Attorney-General has in general no power to interfere with the assertion of private rights, so in general no private person has the right of representing the public in the assertion of public rights. If he tries to do so his action can be struck out. An appeal was made to the Year Books to controvert this universally accepted proposition. Examples can be found of cases, in early times, where subjects were allowed to assert in the courts rights of the Crown . they were not cases of individuals asserting rights belonging to the public. No instance of this could be brought forward, whether in ancient or modern times .. I will cite one of many in which the contrary has been affirmed. In the Stockport District Waterworks Co. v. The Mayor, etc., of Manchester
(1863)9 Jurist N.S. 266 Lord Westbury L.C. said this: "... those are a few of the reasons which might be assigned, showing how desirable it is not to allow any private individual to usurp the right of representing the public interest. The only arguments which I am disposed accept from those which I have heard today, are arguments founded upon the public interest, and the general advantage of restraining an incorporated company within its proper sphere of action. But, in the present case, the transgression of those limits inflicts no private wrong upon these plaintiffs ; and although the plaintiffs, in common with the rest of the Public, might be interested in the larger view of the question, yet the "constitution" of the country has wisely intrusted the privilege with a public " officer, and has not allowed it to be usurped by a private individual ". That it is the exclusive right of the Attorney-General to represent the public interest—even where individuals might be interested in a larger view of the matter—is not technical, not procedural, not fictional. It is constitutional. I agree with Lord Westbury that it is also wise. ... More than in any other field of public rights, the decision to be taken before embarking on a claim for injunctive relief, involving as it does the interests of the public over a broad horizon, is a decision which the Attorney-General alone is suited to make (see Attorney-General v. Bastow U.S.). ... The decisions to be made as to the public interest are not such as courts are fitted or equipped to make. . Judges are equipped to find legal rights and administer, on well-known principles, discretionary remedies. These matters are widely outside those areas» Από τα πιο πάνω, προκύπτει με σαφήνεια, η αρχή που διατυπώθηκε στην Gouriet ήτοι ότι το δικαίωμα ενός ιδιώτη να προχωρεί με ιδιωτικές διώξεις, αστικής αλλά ειδικότερα ποινικής φύσης, εξαρτάται πρωτίστως από το δικαίωμα στο οποίο αφορά η διαδικασία. Αν το δικαίωμα είναι ιδιωτικής φύσεως και αφορά στην διεκδίκηση ιδιωτικών (προσωπικών) δικαιωμάτων τότε ο ιδιώτης μπορεί να ζητήσει από μόνος του τη βοήθεια των Δικαστηρίων. Αν όμως το δικαίωμα εμπίπτει στη σφαίρα των δικαιωμάτων του κοινού γενικά, τότε, έστω και αν το θέμα ενδιαφέρει και τον παραπονούμενο, ως ένα μέλος του δημοσίου (although the plaintiffs, in common with the rest of the Public, might be interested in the larger view of the question), η εξουσία διεκδίκησης του δικαιώματος ανήκει αποκλειστικά στον Γενικό Εισαγγελέα, ως το πρόσωπο που το Σύνταγμα, σοφά, εμπιστεύτηκε για το καθήκον τούτο. Όπως δεν επιτρέπεται στον Γενικό Εισαγγελέα να επεμβεί στις ιδιωτικές αστικές διαφορές έτσι και οι ιδιώτες δεν μπορούν να επεμβούν στην αποκλειστική εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα να εκπροσωπεί το δημόσιο συμφέρον. Στη βάση των ανωτέρω, οι εφέσεις του κ. Gouriet απορρίφθηκαν, αφού αυτό που επιχειρούσε να πράξει ο τελευταίος, ήταν ακριβώς η διεκδίκηση ενός δημόσιου συμφέροντος υπό την πρόφαση ότι αυτός, εμπίπτει εντός των προσώπων που επηρεάζονται από την ισχυριζόμενη παραβίαση του Νόμου κάτι που προφανώς, δεν νομιμοποιείτο να πράξει. Οι δε εφέσεις του Γενικού Εισαγγελέα και της Συντεχνίας επιτράπηκαν. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Wilberforce «The individual, in such situations, who wishes to see the law enforced has a remedy of his own: he can bring a private prosecution. This historical right which goes right back to the earliest days of our legal system, though rarely exercised in relation to indictable offences, and though ultimately liable to be controlled by the Attorney-General (by taking over the prosecution and, if he thinks fit, entering a nolle prosequi) remains a valuable constitutional safeguard against inertia or partiality on the part of authority. This is the true enforcement process and it must be clear that an assertion of a right to invoke it is of no help to Mr. Gouriet here. His case is not based on the committal of offence plus a refusal to prosecute, it is based on a right to take preventive action in a civil court which could have been taken but was not taken by the Attorney-General in relator proceedings» Η πιο πάνω αρχή βρίσκεται σε πλήρη αρμονία και με όλη την κυπριακή Νομολογία επί του θέματος την οποία έχω παραθέσει ανωτέρω. Ειδική όμως αναφορά μπορεί να γίνει σε δύο υποθέσεις. Η μια είναι η υπόθεση Ευαγγέλου ανωτέρω, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία η ιδιωτική ποινική δίωξη που καταχώρησε ο παραπονούμενος απορρίφθηκε. Αναφέρθηκαν τα εξής υπό Λιάτσο Δ. «Τα όσα με ικανή προσπάθεια επιχείρησε να θέσει ενώπιον μας ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντα προκειμένου να τεκμηριώσει νομιμοποίηση καταχώρησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης, δεν είναι αρκετά για να καταδείξουν άμεσο επηρεασμό των περιουσιακών δικαιωμάτων του Εφεσείοντα, στην έκταση που αυτό είναι καθοριστικό για σκοπούς ενεργοποίησης του δικαιώματος ιδιωτικής ποινικής δίωξης. Δεν εντοπίζεται, δηλαδή, σφετερισμός των νόμιμων δικαιωμάτων του Εφεσείοντα ως αποτέλεσμα της παρανομίας που διαπράχθηκε σε σχέση με τις επίδικες οικοδομές.» Η άλλη είναι η πρόσφατη απόφαση Τρύφωνος (ανωτέρω). Σε εκείνη την υπόθεση, η οποία αν και απόφαση πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι εντούτοις πειστικής αξίας (persuasive value) (βλ. Αναφορικά με την αίτηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας για την έκδοση του Victor Nicolaevich Makushin (Αρ. 1)
(2012)1 Α.Α.Δ. 20), ο Γιασεμής Δ, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην εγκρίνει κατηγορητήριο ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης σε σχέση με το αδίκημα της ψευδορκίας, αφού, μεταξύ άλλων, ο Γενικός Εισαγγελέας και όχι παραπονούμενος ήταν ο μόνος αρμόδιος για να καταχωρήσει τέτοια δίωξη, ανέφερε τα εξής: «Αναμφίβολα, με δεδομένα τα πιο πάνω, αποτελεί βασικό αξίωμα ο παραβάτης του νόμου να λογοδοτεί στη δικαιοσύνη, για προστασία της κοινωνίας από την παρανομία. Παρεπόμενο του αξιώματος αυτού είναι η ανάγκη εξασφάλισης, στο μέτρο του δυνατού, της ορθής παρουσίασης στο δικαστήριο μιας ποινικής υπόθεσης, η οποία καταχωρείται προς εκδίκαση, κυρίως, προς το σκοπό διασφάλισης της αρχής της δίκαιης δίκης, αλλά και για να μην καταστεί ατελέσφορη η εκδίκασή της, λόγω πλημμελών χειρισμών του οποιουδήποτε αναλαμβάνει, σε σχέση με αυτήν, το ρόλο του κατηγόρου. Είναι δε αναγνωρισμένο πως, σε καλύτερη θέση να ενεργεί, ως ανωτέρω, βρίσκεται η Υπηρεσία της οποίας προΐσταται ο Γενικός Εισαγγελέας και οι εντεταλμένοι από αυτό δημόσιοι κατήγοροι, αφού προηγηθεί η διερεύνηση της υπόθεσης από αρμόδιες υπηρεσίες της Αστυνομίας, ή άλλες εντεταλμένες για το σκοπό αυτό Υπηρεσίες του Δημοσίου. Επομένως, αν, στην προκειμένη περίπτωση, υπάρχει υποψία για διάπραξη του, ομολογουμένως, σοβαρού αδικήματος της ψευδορκίας, τότε ο αιτητής οφείλει να προβεί σε καταγγελία προς την Αστυνομία, ως η υπόδειξη του Γενικού Εισαγγελέα, η οποία, καθηκόντως, θα την διερευνήσει και, σε περίπτωση που αυτή είναι βάσιμη, θα καταχωρίσει κατηγορητήριο εναντίον παντός εμπλεκομένου στη διάπραξη του υπό αναφορά αδικήματος.... ΄Οσον αφορά το θέμα του προσωπικού συμφέροντος του αιτητή, αν οποιοδήποτε πρόσωπο ή πρόσωπα κατηγορηθούν, στη βάση καταγγελίας του, και η σχετική κατηγορία γίνει, τελικώς, αποδεκτή από το δικαστήριο και το αδίκημα αποδειχθεί, τότε, ασφαλώς, θα δικαιωθεί και ο ίδιος, αφού, ενδεχόμενη κατάληξη της κατηγορίας, ως ανωτέρω, θα ανοίξει το δρόμο για τη διόρθωση των πραγμάτων, όσον αφορά την υπόθεσή του. Για τους λόγους, όμως, που έχουν προηγουμένως εξηγηθεί, διαπιστώνεται ότι αυτός δεν είναι, στην προκειμένη περίπτωση, το κατάλληλο πρόσωπο να προβεί στην καταχώριση του συγκεκριμένου κατηγορητηρίου.» Στη βάση όλων των πιο πάνω, οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την έγκυρη άσκηση του δικαιώματος καταχώρησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης, μπορούν, κατά τη γνώμη μου να συνοψισθούν ως ακολούθως: Α) Πρέπει να καταδειχθεί ότι το επηρεαζόμενο δικαίωμα εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού και όχι του δημοσίου συμφέροντος. Παρεμβάλλω εδώ τα αδικήματα για τα οποία η «αρμόδια αρχή» έχει σιωπηρά συγκατατεθεί στην ιδιωτική δίωξη τους. (βλ. σχ. αδικήματα στη βάση του Κεφ.96 ή του αρ.305Α Κεφ.154 - σημειώνω εδώ ότι το αδίκημα του αρ.305Α εισήχθηκε στο Κεφ.154 to 1997, μετά δηλαδή την Ttofinis και την νομολογία που ακολούθησε). Β) Πρέπει να υπάρχει τέτοιος άμεσος επηρεασμός του δικαιώματος ώστε με τη συγκεκριμένη παράνομη πράξη τα δικαιώματα κάποιου, του παρανομούντος, να εκτείνονται εις βάρος τρίτων προσώπων κατά τρόπο που να παρατηρείται πλέον σφετερισμός και οικειοποίηση των νόμιμων δικαιωμάτων των τρίτων αυτών προσώπων. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο το αδίκημα του αρ.115 μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ιδιωτικής ποινικής δίωξης ως επίσης και κατά πόσο ο παραπονούμενος νομιμοποιείται στην καταχώρηση και προώθηση της παρούσας. ΔΗΜΟΣΙΑ ΒΛΑΒΗ - Αρ.115 Κεφ.154 Οι πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, το οποίο εισήχθη στο Κεφ.154 το 1948, έχουν ως εξής: «Όποιος, γνωρίζει ότι δίνει σε οποιοδήποτε αστυνομικό ψευδή κατάθεση σε συνάφεια με κατά φαντασία ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος δημόσιας βλάβης, και υπόκειται ...» Θεωρώ ορθό όμως όπως, εφόσον πρόκειται περί επιβεβαίωσης νομοθετικής έννοιας, να ανατρέξω στο αυθεντικό αγγλικό κείμενο που είναι και ο ορθός ερμηνευτικός οδηγός (βλ. Χρήστος Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 69). Το αυθεντικό αγγλικό κείμενο του άρθρου 115 έχει ως εξής: «Effecting Public Mischief Any person who knowingly makes to any police officer a false statement concerning an imaginary offence, shall be guilty of the offence of effecting public mischief and shall be liable.» Κατά αρχή σημειώνω ότι το εν λόγω αδίκημα εμπίπτει στην κατηγορία των αδικημάτων του Ποινικού Κώδικα που διαπράττονται κατά της απονομής της δικαιοσύνης - Offences relating to the Administration of Justice. (βλ. τίτλο του σχετικού μέρους του Κεφ.154) Ορθά ο κ. Κατσικίδης, υποστήριξε ότι για να γίνει αντιληπτός ο σκοπός του αδικήματος θα πρέπει να ανατρέξουμε στο κοινοδίκαιο, σύμφωνα και με το αρ.3 του Κεφ.
  1. Από αυτό το εγχείρημα όμως προκύπτει ότι η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου ότι πρόκειται για αδίκημα που αφορά βλάβη που γίνεται σε δημόσιο χώρο δεν ευσταθεί. Άκρως βοηθητικές είναι οι σχετικές αναφορές στα ακόλουθα αγγλικά νομικά συγγράμματα, Αrchbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 1966, 36th ed., par.3481, Kenny's Outlines of Criminal Law, 1966, 19th ed., pars. 445-447, Harris Criminal Law, 1968, 21st ed., pg. 232, Smith and Hogan Criminal Law, 1969, 2nd ed., pgs 516-
  2. Το εν λόγω αδίκημα ήταν καθαρά αδίκημα του κοινοδικαίου (common law offence) και δεν έβρισκε έρεισμα σε κανένα νομοθέτημα. Η πιο κοινή μορφή του ήταν αυτή της ψευδής καταγγελίας στην Αστυνομία. Μπορούσε βέβαια να πάρει και άλλες μορφές όπως π.χ. η δημοσίευση σκανδαλωδών δημοσιευμάτων για τους Εβραίους (R v Leese
(1936)82 L.J. 310). Όπως αναφέρεται σε όλα τα πιο πάνω συγγράμματα, οι διώξεις για το εν λόγω αδίκημα ήταν για πάρα πολλά χρόνια, σε αχρησία μέχρι το 1933 όταν εκδόθηκε η απόφαση στην υπόθεση R v Manley [1933] 1 KB 529 η οποία αφορούσε την ψευδή καταγγελία που έδωσε η κατηγορούμενη στην Αστυνομία ότι δήθεν συγκεκριμένο πρόσωπο της είχε επιτεθεί και την λήστεψε. Έδωσε μάλιστα και περιγραφή του φερόμενου ως δράστη. Αφού σπαταλήθηκαν πάμπολλες ώρες για τη διερεύνηση της καταγγελίας της και ανακρίθηκε σωρεία πολιτών, αποδείχτηκε ότι η καταγγελία της ήταν ψευδής. Το Αγγλικό Εφετείο, επικυρώνοντας τη καταδίκη της κατηγορούμενης για το αδίκημα της δημόσιας βλάβης ανέφερε ότι το αδίκημα συνίστατο στην πρόκληση άσκοπης σπατάλης του χρόνου της αστυνομίας για την διερεύνηση ψευδών καταγγελιών. Όσον αφορά το επιχείρημα ότι το εν λόγω αδίκημα δεν έβρισκε έρεισμα σε οποιαδήποτε νομοθετική διάταξη και επομένως η καταδίκη ήταν ακροσφαλής υπό το φως της αρχής «Nullum Crimen, Nulla Poena Cine Lege» - ουδέν έγκλημα υφίσταται και ουδεμία ποινή επιβάλλεται άνευ Νόμου» το Εφετείο απάντησε ως εξής: «All offences of a public nature, that is all such acts or attempts as tend to the prejudice of the community are indictable» Σε ελεύθερη μετάφραση «Ολα τα αδικήματα δημόσιας φύσης, δηλαδή όλες εκείνες οι πράξεις ή παραλείψεις που τείνουν να βλάψουν την κοινωνία, είναι διώξιμα.» Η απόφαση στην Manley δέχθηκε έντονη κριτική ένεκα του ότι η κατηγορούμενη καταδικάστηκε ουσιαστικά για ανύπαρκτο αδίκημα. Στην μεταγενέστερη υπόθεση R v Newland [1954] 1 QB 158, λέχθηκε, έστω και obiter, ότι η Manley δεν θα έπρεπε πλέον να ακολουθείται, τουλάχιστο μέχρι το αδίκημα να λάβει νομοθετική υπόσταση οπόταν και αυτό σήμανε πλέον το τέλος του αδικήματος για το αγγλικό κοινοδίκαιο. Στη βάση του λόγου της Newland, ο άγγλος νομοθέτης προέβη, το 1967, στη δημιουργία του αδικήματος του Wasteful Employment of the Police (βλ. S.5
(2)Criminal Law Act 1967, αδίκημα το οποίο ποινικοποιεί αυτήν ακριβώς τη συμπεριφορά που αποτέλεσε αντικείμενο δίωξης στην Manley. Σημειώνω εδώ ότι προβλέπεται ρητά στην εν λόγω νομοθεσία ότι δίωξη για το εν λόγω αδίκημα μπορεί να ασκηθεί μόνο από ή με τη συγκατάθεση του Director of Public Prosecutions (DPP), ακριβώς λόγω της φύσης του αδικήματος, ήτοι πρόκλησης βλάβης στο δημόσιο συμφέρον. Έκτοτε, οι οποιεσδήποτε τυχόν αναφορές γίνονται στα νομικά συγγράμματα, για το αδίκημα της δημόσιας βλάβης - public mischief - αν γίνονται, περιορίζονται σε μερικές γραμμές και απλά ως υπενθύμιση ότι κάποτε υπήρχε αυτό το αδίκημα. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα στον Αrchbold 2007, όπου στη λιτή αναφορά που γίνεται στην παρ.28-223, οι συγγραφείς αναφέρουν ότι το αδίκημα της δημόσιας βλάβης, αν όντως υπήρχε ποτέ τέτοιο αδίκημα στο κοινοδίκαιο, έχει πλέον αντικατασταθεί από το S.
(5)
(2)CLA
  1. Στο σύγγραμμα των Blackstone Criminal Practice 2007 δε, καμία αναφορά γίνεται πλέον στο παλιό αδίκημα της δημόσιας βλάβης. Στην Κύπρο βέβαια το αδίκημα έλαβε νομοθετική υπόσταση το 1948, με το αρ.115 Κεφ.
  2. Ο σκοπός όμως του αδικήματος αλλά και οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή του είναι οι ίδιες με αυτές που εφαρμόζονταν στην Αγγλία. Πρόκειται δηλαδή για αδίκημα που αποσκοπεί στην ποινικοποίηση της άσκοπης σπατάλης του αστυνομικού χρόνου για το σκοπό διερεύνησης ψευδών καταγγελιών εφόσον τέτοια συμπεριφορά βλάπτει άμεσα το δημόσιο συμφέρον. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Άλλωστε στην μοναδική σχετική κυπριακή αυθεντία που εντόπισα κατά την έρευνα μου, Riley ν. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. 335 και η οποία αφορούσε και αυτή ισχυρισμό περί ψευδούς καταγγελίας στην Αστυνομία, το Εφετείο χρησιμοποιώντας τον όρο «δημόσιος εμπαιγμός» ανέφερε τα εξής: «Η παραπλάνηση των αστυνομικών Αρχών, θέλουμε να τονίσουμε, όχι μόνο αποσπά την προσοχή τους μακριά από τα σοβαρά τους καθήκοντα αλλά ενέχει και ευρύτερους κινδύνους για το κοινωνικό σύνολο» Ενόψει όλων των ανωτέρω, είναι πρόδηλο ότι το αδίκημα του αρ.115, αφορά σε θέματα δημοσίου συμφέροντος και εντάσσεται εκτός της σφαίρας των οποιωνδήποτε ιδιωτικών διαφορών ή δικαιωμάτων. Το ότι μπορεί ο παραπονούμενος, να επηρεάστηκε δυσμενώς, ουδόλως τον νομιμοποιεί στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης αφού τέτοιο δικαίωμα, για τους λόγους που έχω αναφέρει πιο πάνω, ανήκει αποκλειστικά στον Γενικό Εισαγγελέα. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τον παραπονούμενο αλλά και τον συνήγορο του, το ισχυριζόμενο δικαίωμα του που επηρεάστηκε είναι αυτό της οικογενειακής και ιδιωτικής ζωής αφού κατέληξε να γίνει αντικείμενο χλευασμού στο χωριό του. Τέτοιο δικαίωμα όμως δεν εμπίπτει στην εμβέλεια του αρ.
  1. Ίσως να ενέπιπτε στο παλιό αδίκημα του ποινικού λιβέλου, αρ.194-202 Κεφ.154, αδίκημα το οποίο όμως ο Νομοθέτης κατάργησε το
  2. Όπως έχω ήδη αναφέρει, ο παραπονούμενος δεν μένει χωρίς θεραπεία αν νιώθει ότι «αδικήθηκε» από τον κατηγορούμενο. Έχει πάντα το δικαίωμα να αποταθεί στα πολιτικά Δικαστήρια και να αναζητήσει εκεί τις θεραπείες που θεωρεί ότι δικαιούται από τον κατηγορούμενο, δικαιοδοσία άλλωστε, που αποτελεί και το κατάλληλο forum για επίλυση ιδιωτικών διαφορών. Στη βάση όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι o παραπονούμενος δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της παρούσας ιδιωτικής ποινικής δίωξης και συνεπώς αυτή θα πρέπει να απορριφθεί σε αυτό το στάδιο. Θα απέρριπτα όμως την παρούσα υπόθεση από αυτό το στάδιο και για τους εξής πρόσθετους λόγους. Κατ' αρχάς, ο ίδιος ο ΜΚ2, ο αστυνομικός δηλαδή που ανέλαβε τη διερεύνηση της επίμαχης καταγγελίας, ανέφερε ότι μετά την ολοκλήρωση των ερευνών και τον καταρτισμό της έκθεσης του, δεν διαπίστωσε την διάπραξη του αδικήματος της δημόσιας βλάβης από τον κατηγορούμενο εξ' ού και δεν προέβη σε καμιά τέτοια δίωξη του. Η δε κατάληξη του στην σχετική έκθεση ως προς το γνήσιο και καλόπιστο της επίμαχης καταγγελίας αφέθηκε να παραμείνει στο επίπεδο αμφιβολίας εξ' ού και ζήτησε περαιτέρω οδηγίες από τη Νομική Υπηρεσία. Κατά δεύτερο, ο μάρτυρας ανέφερε ότι επανεξετάζει το όλο θέμα από την αρχή, ενόψει και του νέου υλικού που παρέλαβε από τον κατηγορούμενο, υλικό το οποίο ο μάρτυρας δέχτηκε ότι δεν μπορούσε να προσκομίσει ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο της αρχικής καταγγελίας. Πρόκειται δε, σύμφωνα με τον μάρτυρα, για υλικό που δεν περιήλθε στην αντίληψη του κατά τις πρώτες έρευνες του εξ' ού και θα προχωρήσει με νέες έρευνες και λήψη περαιτέρω καταθέσεων. Ζήτησε μάλιστα να του επιδειχθεί εμπιστοσύνη ότι θα προχωρήσει με ενδελεχή έρευνα της καταγγελίας και όλων των θεμάτων που προκύπτουν από αυτή. Κατά τρίτο σημειώνω ότι η καταγγελία του κατηγορούμενου αφορούσε, πέραν της επίμαχης πτυχής της και άλλα θέματα (βλ. T.6 αναφορές σε HARICON LTD). Τόσο η διερεύνηση από την αστυνομία όσο και η σχετική έκθεση όμως, περιορίστηκαν μόνο στην συγκεκριμένο θέμα, ήτοι τον ισχυρισμό για κατάρτιση και κυκλοφορία της επίμαχης βεβαίωσης. Το κατά πόσο η υπόλοιπη καταγγελία του κατηγορούμενου ευσταθεί δεν φαίνεται να έχει διερευνηθεί αν και σύμφωνα με τον ΜΚ2, όλα όσα καταγγέλθηκαν, επαναξιολογούνται και αναμένονται να διερευνηθούν εκ νέου. Σημειώνω ότι ούτε τα πιο πάνω απασχόλησαν οποιαδήποτε πλευρά κατά την επιχειρηματολογία τους. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, η παρούσα υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τέλος και προτού εγκαταλείψω την απόφαση μου θα πρέπει να σημειώσω και το εξής. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, η παρούσα υπόθεση, βασίστηκε στο ότι ο κατηγορούμενος τον κατήγγειλε ότι παρανόμησε με την κατάρτιση και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, ενώ αυτό ήταν ψέμα, γιατί ο ίδιος ο κατηγορούμενος γνώριζε πολύ καλά την πραγματικότητα ήτοι ότι αυτό που προσπαθούσε ο παραπονούμενος να πράξει ήταν πολύ απλά να απαλλαχθεί των ευθυνών που του επέφερε η προηγούμενη παρανομία του, ήτοι η σύναψη «εικονικών» δανείων το 2007, με σκοπό να παρακαμφθεί ο Νόμος και η αρμόδια αρχή, δηλαδή ο Έφορος. Το παράπονο του παραπονούμενου ουσιαστικά, είναι ότι ο κατηγορούμενος, τον κατήγγειλε ψευδώς, για παρανομία άλλη από αυτή που έπραξε στην πραγματικότητα. Η θέση αυτή, αγγίζει, το λιγότερο, τα όρια της κατάχρησης της διαδικασίας. Σίγουρα δεν είναι αυτό που είχαν υπόψη τους τα Δικαστήρια όταν αναγνώρισαν δικαίωμα στην καταχώρηση ιδιωτικών ποινικών υποθέσεων. Το θέμα όμως δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω[i]. Ενόψει των λόγων για τους οποίους έχω αποφασίσει να αθωώσω τον κατηγορούμενο καθώς επίσης και ενόψει του ότι τα συγκεκριμένα θέματα δεν απασχόλησαν καμιά πλευρά, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως μην εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή για τα έξοδα της διαδικασίας. (Υπ). ............... Λ. Πασχαλίδης Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΜΚ Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Δημόσια Βλάβη [i] Στην Αγγλία, αντίθετα με την Κύπρο, (όπως επισημάνθηκε και στην Τρύφωνος), το δικαίωμα έχει, από το 1985, μετά την απόφαση Gouriet, λάβει πλέον νομοθετική ρύθμιση (βλ. Ss 6
(1)και 7 of the Prosecution of Offences Act 1985, Stone's Justices' Manual , 136th ed
(2004), Legal Services Act 2007 και ειδικότερα το Crown Prosecution Service - Prosecution Policy and Guidance 2013- Private Prosecutions, και τη σχετική μετά 1985 αγγλική νομολογία - ο «άμεσος επηρεασμός δικαιωμάτων» δεν είναι πλέον επιτακτική προϋπόθεση πρέπει όμως να πληρούνται τα Crown Prosecution Service Guidelines (Full Code Test - κριτήρια επαρκούς μαρτυρίας, δημοσίου συμφέροντος, κατάχρηση κλπ - ενώ υπάρχει επίσης η δυνατότητα των Δικαστηρίων να αποστέλλουν έκθεση στο CPS αν η περίπτωση το απαιτεί), ρύθμιση η οποία όμως δεν έγινε και δεν εφαρμόζεται στην Κύπρο όπου το εφαρμοστέο δίκαιο, το οποίο πηγάζει αποκλειστικά από την κυπριακή νομολογία και το Σύνταγμα, έθεσε τις δικές του αρχές, (βλ. Ttofinis κλπ). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.