← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Anjana Sajani KUDAVITHANAGE, Αρ. Υπόθεσης: 10972/16, 22/7/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Anjana Sajani KUDAVITHANAGE, Αρ. Υπόθεσης: 10972/16, 22/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B134 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10972/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και Anjana Sajani KUDAVITHANAGE Ημερομηνία: 22.7.2016 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Λ. Μάρκου. Για την κατηγορούμενη: κα Α. Ιώαννου. Κατηγορούμενη παρούσα. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορίες κλοπής υπό υπαλλήλου, κατά παράβαση των άρθρων 268 και 255 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 1) και κλοπής από κατοικία, κατά παράβαση των άρθρων 266(β) και 255 του ίδιου Νόμου (κατηγορία 2). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων η κατηγορούμενη στις 14.4.11, στην Παλώδια, της Επαρχίας Λεμεσού:

  1. Ενώ ήταν υπάλληλος, δηλαδή οικιακή βοηθός στην Σαλώμη Χριστοδούλου από την Παλώδια, έκλεψε ποσότητα χρυσαφικών αξίας €1.340, ένα ζευγάρι γυαλιά οράσεως σε θήκη €2, ποσότητα ειδών ένδυσης και υπόδησης συνολική αξίας €350 καθώς και το χρηματικό ποσό των €3.000, όλα συνολικής αξίας €4.692, περιουσία της πιο πάνω εργοδότριας της.
  2. Έκλεψε από την κατοικία της Πανάγιας Χατζηλευτέρη από τη Παλώδια, ποσότητα χρυσαφικών αξίας €970, ένα γυναικείο ρολόι Folie Folie αξίας €50, μια φωτογραφική μηχανή CANNON αξίας €40, ποσότητα ειδών ένδυσης και 3 τσάντες χειρός, συνολικής αξίας €550, καθώς επίσης το χρηματικό ποσό των €5.000, όλα συνολικής αξίας €6.610 περιουσίας της Πανάγιας Χατζηλευτέρη. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο 8 μάρτυρες. Περαιτέρω δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα: · Η κατηγορούμενη κατάγεται από την Σρι Λάνκα. Αφίχθηκε στην Κύπρο στις 9.4.11 για να εργαστεί ως οικιακή βοηθός στην Σαλώμη Χριστοδούλου στη Λεμεσό και έκτοτε παραμένει χωρίς άδεια παραμονής και εργασίας στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. · Ο Αστ.2596 Χ. Χ"Παναγή, υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας. Στις 5.5.16 και περί ώρα 22:40 πήγε στον εν λόγω Σταθμό ο Γεώργιος Χριστοδούλου και ανέφερε ότι μια κοπέλα από την Σρι Λάνκα πήρε πριν λίγες μέρες μια χειραποσκευή, με σκοπό να την έχει υπό την φύλαξη του, στον φίλο του Παναγιώτη Παπατριανταφύλλου, τον οποίο φιλοξενεί στην οικία του. Περαιτέρω ο Χριστοδούλου ανέφερε ότι μαζί με τον πιο πάνω φίλο του άνοιξαν από περιέργεια την εν λόγω χειραποσκευή πριν λίγες μέρες και αφού διαπίστωσαν ότι μέσα υπήρχε μεγάλο χρηματικό ποσό και κοσμήματα, αποφάσισαν να ενημερώσουν στις 5.5.16 την Αστυνομία, ενώ παράλληλα κράτησαν εντός της οικίας την προαναφερόμενη αλλοδαπή, η οποία είχε πάει εκεί λίγη ώρα προηγουμένως για να παραλάβει την βαλίτσα. Αμέσως τότε ο Αστ.2596 μετέβηκε, μαζί με την Γ/Αστ.3817 Ειρήνη Ανδρέου, στην εν λόγω οικία στην οδό Αποστόλου Παύλου 4 στο Καιμακλί, όπου ο Χριστοδούλου τους οδήγησε σε βοηθητικό δωμάτιο πίσω από την κύρια κατοικία. Εκεί βρισκόταν ο Παναγιώτης Παπατριανταφύλλου, μαζί με την αλλοδαπή. Από έλεγχο που διεξήγε ο Αστ.2596 μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος της Αστυνομίας διαπίστωσε ότι η αλλοδαπή ήταν η Anjana Sajani Kudavithanage, ARC556076, από την Σρι Λάνκα, η οποία αρχικά φαίνεται να αφίχθηκε στην Κύπρο το 2011 ως οικιακή βοηθός. Στην συνέχεια ο Παπατριανταφύλλου μαζί με τον Χριστοδούλου έδειξαν στον Αστ.2596 μια ταξιδιωτική χειραποσκευή, χρώματος μαύρου, ορθογώνια που ήταν πάνω σε ένα καναπέ και τους ανέφεραν ότι ήταν η βαλίτσα που έδωσε η αλλοδαπή στον πρώτο για να την κρατήσει υπό την φύλαξη του προσωρινά. Ακολούθως ο Αστ.2596 ρώτησε στην αγγλική γλώσσα την Sajani εάν ήταν δική της η συγκεκριμένη χειραποσκευή και εκείνη απάντησε καταφατικά. Στην συνέχεια στην παρουσία της Sajani και στην παρουσία των Παπατριανταφύλλου και Χριστοδούλου, ο Αστ.2596 άνοιξε την χειραποσκευή και από έλεγχο που έκανε με την Γ/Αστ.3817 εντόπισαν εντός αυτής σε νάιλον σακούλια και χάρτινους φακέλους μεγάλα χρηματικά ποσά σε διάφορα χαρτονομίσματα ευρώ καθώς και ποσότητα χρυσαφικών, ρολογιών και γυαλιών ηλίου. Ερωτηθείσα η Sajani σχετικά με την προέλευση και αποδείξεις κατοχής της εν λόγω περιουσίας, δεν έδωσε ικανοποιητικές απαντήσεις. Ως εκ τούτου στις 5.5.16 και ώρα 23:05 ο Αστ.2596 την πληροφόρησε στη Αγγλική γλώσσα ότι διέπραττε το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας και αφού της επέστησε την προσοχή της στο Νόμο εκείνη απάντησε «Τhe money it's from insurance Ι had a car accidence». Στην συνέχεια την ίδια μέρα και ώρα 23:10 ο Αστ.2596 συνέλαβε αυτήν για το προαναφερόμενο αδίκημα και αφού της επέστησε εκ νέου της προσοχή της στο Νόμο στην Αγγλική γλώσσα εκείνη απάντησε «Ι have my papers at my house». Κατόπιν μαζί με την Γ/Αστ.3817 μετέφεραν την αλλοδαπή καθώς και την προαναφερόμενη βαλίτσα στον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας, όπου ο Αστ.2596 την παρέδωσε σφραγισμένη στον Αστ.2355 του Τ.Α.Ε. Λευκωσίας για συνέχιση των εξετάσεων. Στις 5.5.16 και ώρα 23:30 ο Αστ.2596 επέδωσε στην Sajani τα δικαιώματα επικοινωνίας της στην μητρική της γλώσσα της γλώσσα τα οποία αφού διάβασε τα υπόγραψε. · Όλα τα τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, διακινήθηκαν ορθά, χωρίς να διαρρηχθεί η αλυσίδα συνοχής τους από τη στιγμή της παραλαβής μέχρι και τη στιγμή της κατάθεσης τους στο Δικαστήριο. · Όπου έγινε μετάφραση από τα Σριλανκέζικα στα Ελληνικά και αντίστροφα είναι πιστή μετάφραση. · Η αξία του τεκμήριου 19, δηλ. της φωτογραφικής μηχανής είναι €
  3. · Η αξία του τεκμήριου 16, δηλαδή της θήκης με τα γυαλιά είναι €
  4. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της κατηγορούμενης και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτή επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Παναγιώτης Παπατριανταφύλλου, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Διαμένει στην Λευκωσία σε οικία όπου τον φιλοξενεί ο φίλος του Γιώργος Χριστοδούλου. Ενάμιση περίπου μήνα πριν τις 6.5.16 γνώρισε σε μια καφετέρια στην Λευκωσία, την κατηγορούμενη. Από τότε έκαναν παρέα. Αντάλλαξαν τηλέφωνα και συναντήθηκαν άλλες πέντε με έξι φορές. Τουλάχιστον πέντε φορές την πήρε και με το αυτοκίνητο του στο σπίτι του όπου και έφαγαν. Πάντα την έπαιρνε με αυτοκίνητο από το σπίτι όπου εκείνη έμενε στην οδό Δράμας στην Λευκωσία και την πήγαινε στο σπίτι του ή όπου εκείνη ήθελε να πάει. Η κατηγορούμενη έλεγε στον μάρτυρα ότι είχε προβλήματα εκεί που έμενε με έναν Πακιστανό που ήταν παντρεμένος με μια Ρουμάνα και έψαχνε για να αλλάξει σπίτι. Είκοσι περίπου μέρες πριν τις 6.5.16, όταν πήγε να την πάρει από το σπίτι της, αυτή πήγε με μία βαλίτσα ταξιδιού στο χέρι, η οποία ήταν κλειδωμένη με ένα λουκέτο. Την ρώτησε γιατί την κρατούσε και εκείνη του ζήτησε να της φυλάξει τη βαλίτσα στο σπίτι του. Αυτός δέχθηκε και αφού την ρώτησε για το περιεχόμενο της βαλίτσας και εκείνη του είπε ότι περιέχει ρούχα δικά της και γνώριζε ότι αυτή ήθελε να μετακομίσει, πήρε την βαλίτσα στο σπίτι του και την είχε στο υπνοδωμάτιο του. Από τότε η κατηγορούμενη πήγε ακόμα δυο φορές στο σπίτι του και είδε ότι είχε τη βαλίτσα εκεί. Μια περίπου εβδομάδα πριν τις 6.5.15 του τηλεφώνησε η κατηγορούμενη στο κινητό του και του ζήτησε να της πάρει τη βαλίτσα στο σπίτι της. Αυτός της είπε ότι εάν ήθελε τη βαλίτσα θα έπρεπε να πάει η ίδια να την παραλάβει από το σπίτι του. Εκείνη επέμενε να της πάρει την βαλίτσα και τον έπαιρνε καθημερινά τηλέφωνο για να της πάρει τη βαλίτσα. Το Μεγάλο Σάββατο ο μάρτυρας άνοιξε τη βαλίτσα γιατί ήταν περίεργος να δει τι είχε μέσα και επέμενε η κατηγορούμενη να της την πάρει. Όταν την άνοιξε είδε ότι είχε μέσα πολλά χαρτονομίσματα των 100 ευρώ, 50 ευρώ και φαίνονταν πολλά χρήματα. Είχε επίσης πολλά ρολόγια, χρυσαφικά και κινητά τηλέφωνα. Ο μάρτυρας φοβήθηκε και έκλεισε τη βαλίτσα και αποφάσισε ότι όταν θα πήγαινε η κατηγορούμενη να πάρει τη βαλίτσα θα ειδοποιούσε την Αστυνομία. Η κατηγορούμενη από την επόμενη Κυριακή του ζητούσε να της πάρει την βαλίτσα αλλά ο μάρτυρας, ξέροντας τι είχε μέσα, της έλεγε να πάει εκείνη να την πάρει, δίδοντας της διάφορες δικαιολογίες. Την επόμενη Πέμπτη 5.5.16 το πρωί η κατηγορούμενη του τηλεφώνησε ξανά και του φώναζε να βάλει την βαλίτσα στο αυτοκίνητο και να της την πάρει. Αυτός αρνήθηκε και της είπε να πάει εκείνη να την πάρει και του έκλεισε το τηλέφωνο. Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας του ξανατηλεφώνησε. Ήταν πιο ήρεμη και τον ρώτησε εάν θα είναι στο σπίτι το βράδυ και όταν αυτός απάντησε καταφατικά του είπε ότι θα πήγαινε εκεί το βράδυ με ένα φίλο της αστυνομικό για να πάρει την βαλίτσα και ο μάρτυρας της είπε «Εάν έρθεις με την Αστυνομία έλα πάρ' την. Αν έρθεις χωρίς την Αστυνομία δεν θα την δώσω, θα την πάω εγώ ο ίδιος». Το βράδυ της ίδιας ημέρας και ώρα 20:30 η κατηγορούμενη πήγε με ταξί στο σπίτι του μάρτυρα για να πάρει τη βαλίτσα. Ο μάρτυρας αμέσως φώναξε τον φίλο του το Γιώργο και του είπε να ειδοποιήσει την Αστυνομία. Ενημέρωσε για αυτό και την κατηγορούμενη. Όταν πήγε η Αστυνομία, ο μάρτυρας τους έδειξε τη βαλίτσα και τους υπέδειξε την κατηγορούμενη ως την κάτοχο της. Μετά οι αστυνομικοί άνοιξαν την βαλίτσα στην παρουσία της και ρώτησαν την κατηγορούμενη για τα πράγματα που είχε μέσα και αυτή είπε ότι είναι δικά της. Η κατηγορούμενη είπε στον μάρτυρα ότι εργαζόταν καθαρίζοντας σπίτια. Πάντα όποτε έβλεπε την κατηγορούμενη ήταν μόνη της και την ημέρα που την γνώρισε ήταν μόνη της. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Γιώργος Χριστοδούλου, ο οποίος ανέφερε βασικά τα εξής: Στην οδό Αποστόλου Παύλου στο Βόρειο Πόλο, στην Λευκωσία, σχεδόν απέναντι από το σπίτι που διαμένει, διαμένει ο πατέρας του. Στο σπίτι του πατέρα του υπάρχουν βοηθητικά τα οποία παραχώρησε στο φίλο του Παναγιώτη για να διαμένει. Μια φορά που πήγε στο σπίτι που μένει ο Παναγιώτης, 15-20 μέρες πριν τις 6.5.16, ήταν εκεί και μια κοπέλα αλλοδαπή την οποία ο φίλος του του σύστησε ως Μαρί (την αναγνώρισε στο Δικαστήριο ως την κατηγορούμενη). Το Μεγάλο Σάββατο είδε τον Παναγιώτη να είναι στεναχωρημένος. Ρωτώντας τον του είπε ότι η κατηγορούμενη του είχε πάρει μια βαλίτσα στο σπίτι του για να της την φυλάξει. Αυτός την άνοιξε με ένα μικρό κατσαβίδι στην παρουσία του μάρτυρα και είδαν ότι είχε μέσα μεγάλο χρηματικό ποσό σε χαρτονομίσματα, κοσμήματα και κινητά. Στις 5.5.16 γύρω στις 10:15 μ.μ. τηλεφώνησε στον μάρτυρα ο πατέρας του ότι άκουγε φωνές από το σπίτι που μένει ο Παναγιώτης. Ο μάρτυρας αμέσως πήγε εκεί όπου είδε τον Παναγιώτη και την κατηγορούμενη. Η κατηγορούμενη φώναζε επίμονα ότι ήθελε τη βαλίτσα της αλλά ο Παναγιώτης δεν της την έδινε. Σε κάποια στιγμή τραβούσε η μια την τσάντα από την μια και ο άλλος από την άλλη και τότε ο Παναγιώτης του είπε να κλείσει την πόρτα και να ειδοποιήσει την Αστυνομία. Αμέσως ο μάρτυρας πήγε στον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας και τους ανέφερε το συμβάν. Οι Αστυνομικοί πήγαν στο σπίτι που διαμένει ο Παναγιώτης, όπου στην παρουσία της κατηγορούμενης άνοιξαν τη βαλίτσα. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης, Αστ.1826 Μάριος Αγγελή του Αστυνομικού Σταθμού Καλού Χωριού, ο οποίος ανέφερε τα εξής: Στις 12.5.16 και περί ώρα 12:40, στα πλαίσια διερεύνησης αδικημάτων κλοπής από υπάλληλο και κλοπής από κατοικία χρυσαφικών και άλλων αντικειμένων, αξίας €2.442, χρηματικού ποσού €8.000 και μεγάλης ποσότητας ειδών ένδυσης και υπόδησης αξίας €900, περιουσία της Σαλώμης Χριστοδούλου και της θυγατέρας της Πανάγιας Χατζηλευτέρη, αδικήματα που διαπράχθηκαν στις 14.4.11 στην οικία των παραπονουμένων στην οδό Ανδρέα Παπανδρέου 4 στην Παλώδια, παρέλαβε από τον Αστ.2355, στο Τ.Α.Ε. Λευκωσίας, 20 τεκμήρια που αφορούν την παρούσα και τα έθεσε υπό τη φύλαξη του στην αποθήκη τεκμηρίων του Σταθμού. Κατέθεσε ως τεκμήριο 6 κατάλογο τεκμηρίων, ο οποίος έγινε από το Τ.Α.Ε. Λευκωσίας και στον οποίο περιλαμβάνονται και τεκμήρια που αφορούν την παρούσα. Περαιτέρω κατάλογο με τα τεκμήρια που αφορούν την παρούσα ετοίμασε και ο ίδιος ο μάρτυρας (τεκμήριο 7). Κατέθεσε δε στο Δικαστήριο τα πιο πάνω 20 τεκμήρια και συγκεκριμένα:
(1)ένα χρυσό δακτυλίδι με άσπρες πέτρες (τεκμήριο 8),
(2)ένα χρυσό δακτυλίδι με πέτρες (τεκμήριο 9),
(3)ένα χρυσό δακτυλίδι με πέτρες μαύρες και άσπρες (τεκμήριο 10),
(4)μια παραμάνα χρώματος χρυσού και έναν χρυσό σταυρό (τεκμήριο 11),
(5)ένα χρυσό δακτυλίδι (τεκμήριο 12),
(6)μια χρυσή καδένα (τεκμήριο 13),
(7)μια χρυσή καδένα χεριού (τεκμήριο 14),
(8)ένα ζεύγος χρυσά σκουλαρίκια στρογγυλά (τεκμήριο 15),
(9)ένα ζεύγος γυαλιά οράσεως μέσα σε θήκη (τεκμήριο 16),
(10)ένα ζεύγος χρυσά σκουλαρίκια (τεκμήριο 17),
(11)μια φωτογραφική μηχανή μάρκας Canon (τεκμήριο 19),
(12)ένα ρολόι γυναικείο μάρκας Folie Folie (τεκμήριο 20),
(13)μια ασημένια καδένα (τεκμήριο 21),
(14)μια χρυσή καδένα (τεκμήριο 22),
(15)ένα ασημένιο σταυρό (τεκμήριο 23),
(16)ένα ζεύγος χρυσά σκουλαρίκια με ασημένια πέτρα (τεκμήριο 24),
(17)ένα ζευγάρι χρυσά σκουλαρίκια με διαφανείς πέτρες (τεκμήριο 25),
(18)ένα χρυσό δακτυλίδι με μια πέτρα (τεκμήριο 26),
(19)μια Παναγία σε σχήμα οβάλ, ένα χρυσό σταυρό και μια χρυσή ματόπετρα (τεκμήριο 27) και
(20)μια χρυσή καδένα με άσπρο λουλούδι (τεκμήριο 28). Στις 16.5.16 και ώρα 10:25, στον Αστυνομικό Σταθμό Π. Χωριού Νήσου και ενόσω η κατηγορούμενη τελούσε υπό κράτηση από το Τ.Α.Ε. Λευκωσίας κατόπιν διατάγματος προσωποκράτησης, ο μάρτυρας την συνέλαβε δυνάμει εντάλματος σύλληψης σχετικά με τα πιο πάνω αναφερόμενα αδικήματα. Αφού της εξήγησε τον λόγο της σύλληψης της, της επέστησε την προσοχή της στον νόμο με την βοήθεια της διερμηνέας Μαίρης Μηνά εκείνη απάντησε «ΟΚ». Την ιδία ημέρα και μεταξύ των ωρών 10:30-12:20 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη (τεκμήριο 4Α-4Β) και στην συνεχεία την κατηγόρησε γραπτώς με την βοήθεια της διερμηνέα Μαίρης Μηνά. Αφού της επέστησε την προσοχή της στο Νόμο εκείνη απάντησε «Δεν παραδέχομαι δεν έπιασα τίποτε»(τεκμήριο 5Α-5Β). Η κατηγορούμενη δεν υπέβαλε στο μάρτυρα οποιοδήποτε παράπονο ότι οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 την χτύπησαν εκεί στο σπίτι τους και δεν έφερε οποιαδήποτε σημάδια κακοποίησης. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε η μια εκ των παραπονουμένων Σαλώμη Χριστοδούλου, η οποία ανέφερε τα εξής: Διαμένει στην οδό Ανδρέα Παπαγεωργίου 4, στην Παλώδια μαζί με την κόρη της, τον γαμπρό της και τα τεσσάρων μηνών τρίδυμα τους. Το 2011 διέμενε στον υπόγειο χώρο του σπιτιού της κόρης της και λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει εφόσον πάσχει από παραεγκεφαλικό σύνδρομο, αποφάσισε να εργοδοτήσει οικιακή βοηθό για να την βοηθά στο σπίτι και στις μετακινήσεις της. Έτσι αποτάθηκε με την κόρη της σε ατζέντη και τους κανόνισε την κατηγορούμενη, από την Σρι Λάνκα. Η κατηγορούμενη ήλθε στην Κύπρο το 2011. Δούλεψε στο σπίτι τους για 4-5 ημέρες και μια μέρα που η μάρτυρας δεν βρισκόταν στο σπίτι, η κατηγορούμενη εξαφανίστηκε χωρίς να τους δώσει εξηγήσεις. Την εγκατάλειψη αυτή την κατήγγειλαν στην Αστυνομία Λεμεσού και ακολούθως στην Υ.Α.Μ. Μετά την εξαφάνιση της κατηγορούμενης τόσο η μάρτυρας όσον και η κόρη της διαπίστωσαν ότι έλειπαν πολλά προσωπικά τους αντικείμενα και συγκεκριμένα, ρούχα, τσάντες, παπούτσια, τα οποία τους είχε κλέψει, αφού γειτόνισσα τους την είχε δει την ημέρα που έφευγε να βγάζει από το σπίτι σακούλια γεμάτα με ρούχα. Στον χώρο του υπογείου όπου διέμενε η μάρτυρας και ήταν ξεχωριστός από το υπόλοιπο σπίτι, έχοντας δική του είσοδο, πρόσβαση είχε μόνο η ίδια, η κόρη της και η κατηγορούμενη. Στις 6.5.16 η κόρη της της είπε ότι της τηλεφώνησαν από την Αστυνομία και της ανέφεραν ότι η κατηγορούμενη είναι υπό σύλληψη αφού στην κατοχή της βρέθηκε ποσότητα χρυσαφικών. Στις 8.5.16 στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λευκωσίας η μάρτυρας είδε και αναγνώρισε τα ακόλουθα ως δικά της:
(1)ένα δαχτυλίδι χρυσό (τεκμήριο 9),
(2)ένα ανδρικό δαχτυλίδι χρυσό (τεκμήριο 12),
(3)ένα γυναικείο δαχτυλίδι χρυσό (τεκμήριο 8),
(4)ένα δαχτυλίδι χρυσό με πέτρες (τεκμήριο 10),
(5)σκουλαρίκια τύπου κρίκους χρυσά (τεκμήριο 15),
(6)σκουλαρίκια τύπου κρίκους χρυσά (τεκμήριο 17),
(7)μια καδένα χεριού χρυσή (τεκμήριο 14),
(8)μια καδένα λαιμού χρυσή (τεκμήριο 13),
(9)μια παραμάνα και ένας σταυρό χρυσό μεγάλο μέγεθος (τεκμήριο 11) και
(10)μια δερμάτινη μαύρη θήκη με γυαλιά οράσεως (τεκμήριο 16). Όλα τα χρυσαφικά - αντικείμενα που αναγνώρισε (πλην των γυαλιών τα οποία χρησιμοποιούσε συχνά) τα είχε φυλαγμένα σε ερμάρι στο υπνοδωμάτιο της και λόγω του ότι ήταν αρκετών χρονών δεν τα χρησιμοποιούσε. Περαιτέρω η κατηγορούμενη της έκλεψε από το σπίτι της ένα ζεύγος αθλητικά παπούτσια μάρκας Adidas αξίας €70, ένα ζευγάρι αθλητικές γυναικείες φόρμες άγνωστης μάρκας αξίας €80 και διάφορες φανέλες και εσώρουχα αξίας €200 περίπου, όλα συνολικής αξίας €350 περίπου. Κανέναν πρόσωπο δεν μπαίνει στο υπνοδωμάτιο της, ούτε και εργοδότησε άλλη γυναίκα μετά από την κατηγορούμενη στο σπίτι της. Το μόνο άτομο που μπαινόβγαινε στο σπίτι της και συγκεκριμένα στο δωμάτιο της ήταν η κατηγορούμενη. Λίγες μέρες μετά που έφυγε η κατηγορούμενη από το σπίτι της, η μάρτυρας διαπίστωσε ότι είχε κλαπεί από φάκελο τον οποίο είχε φυλαγμένο στο ερμάρι, στο χώρο που αποθηκεύει τα σεντόνια, το χρηματικό ποσό των €3.000 σε διάφορα χαρτονομίσματα. Είχε τέτοιο ποσό στην κατοχή της καθότι λόγω του προβλήματος υγείας της χρειαζόταν συχνά χρήματα για τα έξοδα των ιατρών και φυσιοθεραπείας και επειδή δεν μπορεί να πηγαίνει συχνά στην τράπεζα, όταν πήγαινε έπαιρνε μεγάλα ποσά. Όταν ανέφερε στην κόρη της ότι είχε κλαπεί το εν λόγω ποσό της είπε και εκείνη ότι της είχαν κλέψει €5.
  1. Ως Μ.Κ.5 κατέθεσε η άλλη παραπονούμενη, η οποία είναι κόρη της Μ.Κ.4, δηλ. η Πανάγια Χατζηλευτέρη, η οποία ανέφερε τα ακόλουθα: Διαμένει στην οδό Ανδρέα Παπαγεωργίου 4, στην Παλώδια μαζί με τον σύζυγο της και τα τρία ανήλικα τέκνα της ηλικίας 4 μηνών. Στον υπόγειο χώρο του σπιτιού της έμενε μέχρι τον Φεβρουάριο του 2016, η μητέρα της, η οποία τώρα μένει μαζί της αφού την βοηθά με τα μωρά. Λόγω του προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει η μητέρα της εφόσον πάσχει από παραεγκεφαλικό σύνδρομο, αποφάσισαν να φέρουν οικιακή βοηθό για να την βοηθά στο σπίτι και στις μετακινήσεις της. Έτσι αποτάθηκαν σε ατζέντη και τους κανόνισε την κατηγορούμενη, από την Σρι Λάνκα. Η κατηγορούμενη ήλθε στην Κύπρο το
  2. Δούλεψε στο σπίτι τους για 4-5 ημέρες και εξαφανίστηκε χωρίς να τους δώσει εξηγήσεις. Μετά την εξαφάνιση της κατηγορούμενης, τόσο η μάρτυρας όσο και η μητέρα της διαπίστωσαν ότι έλειπαν πολλά προσωπικά τους αντικείμενα όπως ρούχα, τσάντες και παπούτσια. Συγκεκριμένα η κατηγορούμενη έκλεψε 3 τσάντες χειρός μια μαύρη, μια μπεζ και μια φούξια αξίας €100 η καθεμιά, ένα παλτό γυναικείο μαύρο αξίας €150 καθώς και ένα σακάκι γυναικείο επίσης μαύρο δερματίνη αξίας €
  3. Δεν θυμάται η μάρτυρας εάν η κατηγορούμενη έκλεψε και άλλα δικά της πράγματα. Όσον αφορά αντικείμενα που έκλεψε από την μητέρα της ήταν ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια μάρκας ADIDAS αξίας €70 γυναικεία, 1 ζευγάρι αθλητικές φορμές αξίας €80 χρώματος μαύρου καθώς επίσης και μεγάλο αριθμό εσωρούχων και φανέλων γυναικείων αξίας γύρω στα €
  4. Εκείνη την ημέρα μια γειτόνισσα τους, με την οποία ο πεζόδρομος έξω από το σπίτι τους είναι κοινός, είχε δει την κατηγορούμενη, όταν έφευγε να βγάζει από το σπίτι σακούλια γεμάτα με ρούχα. Κατάλαβαν ότι αυτά ήταν κλοπιμαία λόγω του ότι δεν είχαν τέτοιο όγκο σκουπιδιών και του όγκου των ρούχων και των άλλων ειδών που έλειπαν καθώς και λόγω του ότι δεν έβγαζαν τα σκουπίδια από εκείνη την πλευρά του σπιτιού και δεν ήταν καν ημέρα που έβγαζαν τα σκουπίδια. Η δε κατηγορούμενη είχε πάει με μόνο μια μικρή βαλίτσα και πολύ λίγα ρούχα. Η μάρτυρας ειδοποίησε σχετικά την Αστυνομία Καλού Χωριού και ο αστυνομικός με τον οποίο μίλησε της είπε ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα και την παρέπεμψε στο Immigration. Έτσι πήγαν στο Immigration και τους ανέφεραν τι είχε γίνει αλλά και εκεί τους είπαν ότι δεν μπορούν να κάνουν τίποτε παρά μόνο να βάλουν την κατηγορούμενη στο stop list. Έτσι τις επόμενες μέρες, όταν ανακάλυψαν ότι έλειπαν και άλλα αντικείμενα το θεώρησαν χάσιμο χρόνου να πάνε να το καταγγείλουν εφόσον δεν γινόταν τίποτε και κανένας μπορούσε να τους βοηθήσει. Στις 6.5.16 η μάρτυρας έλαβε τηλεφώνημα από την Αστυνομία και της ανέφεραν ότι η κατηγορούμενη είναι υπό σύλληψη αφού στην κατοχή της βρέθηκε ποσότητα χρυσαφικών. Στις 8.5.16 στα γραφεία του ΤΑΕ Λευκωσίας η μάρτυρας είδε και αναγνώρισε τα ακόλουθα ως δικά της:
(1)ένα παιδικό βραχιόλι, το οποίο είναι χρυσό και φέρει μια μικρή μαργαρίτα (τεκμήριο 28),
(2)μια καδένα λαιμού χρυσή (τεκμήριο 22),
(3)ένα σταυρό μικρού μεγέθους χρυσό, ένα ματάκι μπλε, μια Παναγίτσα σε σχήμα οβάλ (τεκμήριο 27),
(4)μια καδένα λαιμού (τεκμήριο 21),
(5)ένα σταυρό ασημένιο (τεκμήριο 23),
(6)ένα ζευγάρι σκουλαρίκια χρυσά με ζιρκονάκια (τεκμήριο 25),
(7)ένα ζευγάρι σκουλαρίκια χρυσά με ζιρκονάκια (τεκμήριο 24),
(8)ένα δαχτυλίδι παιδικό χρυσό με ζιρκονάκι (τεκμήριο 26),
(9)μια φωτογραφική canon (τεκμήριο 19) και
(10)ένα ρολόι FOLLI FOLLlE (τεκμήριο 20). Όλα τα χρυσαφικά που αναγνώρισε είναι από την παιδική της ηλικία και τα είχε φυλαγμένα σε ένα τσαντάκι σε ερμάρι σε ένα από τα υπνοδωμάτια στο σπίτι της και δεν τα χρησιμοποιούσε καθόλου αφού ήταν παιδικά. Δεν είχε καταλάβει ότι της είχαν κλαπεί και αυτά. Το ρόλοι και τη φωτογραφική τα είχε, το ένα στο γραφείο της και το άλλο στο δωμάτιο της. Επίσης κάποιες μέρες μετά που έφυγε η κατηγορούμενη από το σπίτι, η μάρτυρας διαπίστωσε ότι είχε κλαπεί από τσαντάκι το οποίο είχε σε ερμάρι στο υπνοδωμάτιο της το χρηματικό ποσό των €5.000 σε χαρτονομίσματα των €500, τα οποία φύλαγε για θεραπεία εξωσωματικής γονιμοποίησης που θα έκανε. Φύλαγε τέτοιο ποσό καθότι ο γιατρός μπορούσε να την καλέσει ανά πάσα στιγμή για θεραπεία. Όλα τα πιο πάνω βρίσκονταν στα πάνω δωμάτια του σπιτιού της όπου πρόσβαση είχαν μόνο η μάρτυρας, ο σύζυγος της και η κατηγορούμενη, η οποία εάν και έμενε στο υπόγειο, η μάρτυρας της είχε ζητήσει τις πρωινές ώρες όταν αυτή έλειπε στην δουλειά και λόγω επέμβασης στην οποία είχε πρόσφατα υποβληθεί, να ανεβαίνει στο σπίτι της μια με δύο ώρες για να συγυρίζει. Για τον σκοπό αυτό η μάρτυρας άφηνε κλειδιά του σπιτιού της στην μητέρα της. Ως Μ.Κ.6 κατέθεσε ο υπεύθυνος για όλα τα τεκμήρια που βρέθηκαν στην κατοχή της κατηγορούμενης, Αστ.2355 Γεώργιος Θωμάς Τριάντος, του Τ.Α.Ε. Λευκωσίας. Στις 5.5.16 και ώρα 23:30 στον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας, ο μάρτυρας παρέλαβε από τον Αστ.2596 μια μικρή ταξιδιωτική τσάντα, η οποία περιείχε αριθμό χρυσαφικών και άλλων αντικειμένων ως επίσης και μεγάλο χρηματικό ποσό σε διάφορα χαρτονομίσματα. Η πιο πάνω τσάντα ανήκε στην κατηγορούμενη, η οποία συνελήφθηκε για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας. Στην παρουσία του Αστ.2596 καθώς επίσης και της κατηγορούμενης ο μάρτυρας σφράγισε σε ξεχωριστό φάκελο όλο το ανευρεθέν χρηματικό ποσό ως επίσης και την ταξιδιωτική τσάντα εντός της οποίας εντοπίστηκαν χρυσαφικά και διάφορα άλλα αντικείμενα. Στις 6.5.16 και ώρα 08:45 με την βοήθεια των Λοχ.2261, Α/Αστ.1798, Α/Αστ.769, Αστ.3157 και στην παρουσία της κατηγορούμενης, ο μάρτυρας αφού ξεσφράγισε τα πιο πάνω προέβη σε καταμέτρηση όλης της περιουσίας που κατασχέθηκε. Κατέγραψε δε αυτήν σε σχετικό κατάλογο (τεκμήριο 6). Την ίδια ημέρα και ώρα 19:00 παρέλαβε από την Αστ.4875 Χ. Ιωάννου άλλο ένα τεκμήριο το οποίο συμπλήρωσε στον κατάλογο. Στις 11.5.16 και μεταξύ των ωρών 15:30-16:30 διενήργησε έρευνα στην παρουσία της κατηγορούμενης, με την βοήθεια των Α/Αστ.769 και Αστ.3157, στο δωμάτιο όπου η κατηγορούμενη διέμενε το τελευταίο χρονικό διάστημα σε πολυκατοικία της οδού Δράμας και Σαρονικού, διαμ. 15, στην Λευκωσία. Κατά την έρευνα ο μάρτυρας εντόπισε και κατάσχεσε και άλλα αντικείμενα, για τα οποία συμπλήρωσε σχετικά τον κατάλογο τεκμηρίων. Επίσης στις 12.5.16 και ώρα 12:40 παρέδωσε στον Αστ.1826 Μ. Αγγελή τα τεκμήρια Δικαστηρίου 8-17 και 19-
  1. Κατά την διερεύνηση της πιο πάνω υπόθεσης προέκυψε μαρτυρία εναντίον της κατηγορούμενης ότι ενέχεται και στην διάπραξη 6 κλοπών από υπάλληλο, μία υπόθεση κλοπής από κατοικία και μία υπόθεση κλοπής από χρυσοχοείο καθώς επίσης ακόμη δύο υποθέσεις κλοπής από υπάλληλο στην επαρχία Λεμεσού και κλοπής από κατοικία στην επαρχία Λάρνακας. Για τις εν λόγω υποθέσεις οι παραπονούμενοι αναγνώρισαν στην παρουσία του μάρτυρα, μέρος της κλαπείσας περιουσίας τους στις 7.5.
  2. Ήταν δε σαφής ο μάρτυρας ότι κανένα από τα τεκμήρια που αναγνωρίσθηκαν από τις παραπονούμενες στην παρούσα δεν αναγνωρίσθηκε από οποιοδήποτε παραπονούμενο στις άλλες προαναφερόμενες υποθέσεις. Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν έγινε ξεχωριστός κατάλογος για τα τεκμήρια που αφορούν την παρούσα υπόθεση είπε ότι κατά τη σύλληψη της κατηγορουμένης, το Τ.Α.Ε. Λευκωσίας εντόπισε μεγάλο αριθμό τεκμηρίων για τα οποία η κατηγορούμενη δεν έδωσε σαφείς εξηγήσεις πώς βρίσκονται στην κατοχή της και στη συνέχεια, κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης που έγινε στην Επαρχία Λευκωσίας, άρχισαν να εντοπίζουν διάφορους παραπονούμενους μέσα από έλεγχο του ημερολογίου της Αστυνομίας. Στη συνέχεια έφτασαν σε έναν αριθμό παραπονουμένων, ανάμεσα στους οποίους και αυτών της παρούσας, η οποία εξετάσθηκε από τον Αστυνομικό Σταθμό Καλού Χωρίου και γι' αυτό γίνεται αναφορά στον σχετικό κατάλογο εν λόγω Σταθμό. Ο μάρτυρας ήταν καθήκον το βράδυ που συνελήφθη η κατηγορούμενη. Όταν την είδε δεν του παραπονέθηκε ότι οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 την χτύπησαν γιατί ήθελαν να κρατήσουν το περιεχόμενο της βαλίτσας. Ως Μ.Κ.7 κατέθεσε ο Λέαντρος Τσολάκης, ο οποίος είναι εδώ και 40 χρόνια χρυσοχόος στο επάγγελμα και διατηρεί χρυσοχοείο στην Λευκωσία. Στις 7.5.16 και μεταξύ των ωρών 10:50-12:10, αφού είδε διάφορα τιμαλφή που του υπέδειξε ο Μ.Κ.6, σε γραφείο στο Τ.Α.Ε. Λευκωσίας, προέβη σε εκτίμηση αυτών και ετοίμασε κατάλογο στον οποίο γίνεται αναλυτικά περιγραφή των αντικειμένων και καταγράφεται και η αξία τους όπως την εκτίμησε (τεκμήριο 37). Από το τεκμήριο 37 προκύπτει ότι ο μάρτυρας εκτίμησε την αξία αρκετών αντικειμένων ανάμεσα στα οποία και αυτών που αφορούν την παρούσα και συγκεκριμένα των τεκμηρίων 8-15, 17 και 21-
  3. Εξήγησε δε ουσιαστικά ότι με βάση την εμπειρία του, όντας κατασκευαστής χρυσαφικών και γνωρίζοντας την αξία του χρυσού, το βάρος του και τον κόπο που χρειάζεται για την κατασκευή χρυσαφικών μπορεί να εκτιμά την αξία τους και στην βάση αυτήν έκανε την συγκεκριμένη εκτίμηση. Όσον δε αφορά τις πέτρες που υπήρχαν στα χρυσαφικά είπε ότι για αυτές έκανε την εκτίμηση στο περίπου εφόσον δεν είναι ειδικός και για τις πέτρες δεν είναι κάτι που μπορεί να πει ακριβώς όπως τον χρυσό που τον ζυγίζει. Ως Μ.Κ.8 κατέθεσε η Χρυστάλλα Παχίτα, η οποία διαμένει με την οικογένεια της από τον Ιανουάριο του 2011, σε σπίτι το οποίο βρίσκεται στον παράλληλο δρόμο από το σπίτι της Πανάγιας Χ"Λευτέρη. Τα δύο σπίτια τα χωρίζει ένας τοίχος. Αν θυμάται καλά η μάρτυρας το 2011, η Πανάγια έφερε οικιακή βοηθό για να βοηθά την μητέρα της Σαλώμη. Νομίζει ότι η οικιακή βοηθός έμεινε στο σπίτι της Πανάγιας για μια βδομάδα περίπου. Μια μέρα ενώ η μάρτυρας βρισκόταν απέναντι από το σπίτι της, σε πάρκο μαζί με το παιδί της, είδε την εν λόγω οικιακή βοηθό, να ανοίγει το πλαϊνό κάγκελο της οικίας της Πανάγιας και να βγάζει έξω στον πεζόδρομο ένα ένα, συνολικά τρία με τέσσερα μεγάλα σακούλια μαύρα και τα άφησε στον πεζόδρομο. Η μάρτυρας νόμιζε ότι ήταν τα σκουπίδια του σπιτιού και τα έβγαλε για να τα πετάξει. Αυτό της κίνησε την περιέργεια γιατί πρώτη φορά είδε τόσα πολλά σκουπίδια να βγάζουν έξω από το σπίτι της Πανάγιας, διότι έμεναν εκεί μόνο 3 άτομα. Η μάρτυρας έμεινε περίπου 10 με 15 λεπτά στο πάρκο και η οικιακή βοηθός δεν πήρε τα εν λόγω σακούλια στο σημείο που πετούσαν όλοι τα σκουπίδια που είναι στην οδό της Πανάγιας. Μετά η μάρτυρας μπήκε στο σπίτι της και δεν γνωρίζει εάν τα σακούλια τα έπιασε η οικιακή βοηθός ή κάποιος άλλος. Δεν έμαθε ποτέ το όνομα της οικιακής βοηθού παρά μόνο ότι κατάγετο από τη Σριλάνκα. Ούτε εάν την δει μπορεί να την αναγνωρίσει. Αργότερα το βράδυ της ίδιας ημέρας, μετά που οι παραπονούμενες της είπαν ότι η οικιακή βοηθός τους έφυγε και την έψαχναν, η μάρτυρας τους ανέφερε ότι την είδε να βγάζει σακούλια στον πεζόδρομο. Η Πανάγια της είπε τότε ότι η οικιακή βοηθός τους τα πήρε όλα όπως παπούτσια και ρούχα και έφυγε. H εκδοχή της κατηγορούμενης ήταν η ακόλουθη: Ήλθε στην Κύπρο και δούλεψε στο σπίτι της παραπονούμενης. Έμεινε εκεί για 4 μόνο ημέρες και έφυγε γιατί οι συνθήκες στο σπίτι ήταν πολύ άσχημες, συνεχώς τις θύμωναν και ήταν νευριασμένες μαζί της. Ποτέ στο εν λόγω σπίτι δεν έβγαλε τα σκουπίδια. Αυτό το έκανε ο σύζυγος της κυρίας της. Δεν γνωρίζει τίποτε για πλαστικές σακούλες που είπε η Μ.Κ.
  4. Αναφορικά με τα χρήματα που οι παραπονούμενες είπαν ότι τους έκλεψε δεν έχει δει πουθενά λεφτά και η μοναδική φόρα που μπήκε στο σπίτι της Μ.Κ.5 ήταν μόνο για να δει το σπίτι και ήταν μόνο στο σπίτι της Μ.Κ.
  5. Την πρώτη μέρα που πήγε στο εν λόγω σπίτι, στις 12 η ώρα έφυγε με την κυρία της και πήγαν σε μια άλλη κυρία, φίλη της κυρίας της. Στις 12 η ώρα την νύκτα ξεκίνησε να δουλεύει και κατά την διάρκεια της νύχτας πρόσεχε δύο παιδιά. Την επόμενη μέρα στις 12 η ώρα πήγε η κυρία της να την πάρει, έφαγαν όλοι μαζί εκεί και μετά πήγαν στο σπίτι. Η Μ.Κ.4 μια μέρα μαγείρευε φακές και παρακολουθούσε τηλεόραση ενώ η κατηγορούμενη καθάριζε τα ντουλάπια. Οι φακές κάηκαν λίγο και επειδή η κατηγορούμενη δεν θυμήθηκε τις φακές, η Μ.Κ.4 άρχισε να την κτυπά με μπαστούνι και μετά την έβγαλε έξω, κλείδωσε την πόρτα και την άφησε έξω περίπου 3 ώρες. Όσον αφορά τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο και αναγνωρίσθηκαν από τις Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5 ως δικά τους, ανέφερε ότι: · Ανήκουν στην ίδια τα τεκμήρια 10 (της το έδωσε ένας φίλος της για τα γενέθλια της), 11 (της το χάρισε ένας πάστορας για να την ευλογήσει επειδή πήγαινε στην εκκλησία και προσευχόταν μετά από ατύχημα που είχε), 13 (της το χάρισε boyfriend - ο φίλος της), 15 και 24 (τα έφερε μαζί της όταν ήλθε από την Σρι Λάνκα), 20 (της το αγόρασε ο boyfriend της από την Σρι Λάνκα και το έφερε μαζί της όταν ήλθε). · Τα τεκμήρια 14 και 19 ανήκουν στον boyfriend - φίλο της όπως και το τεκμήριο 16 (δηλ. τα γυαλιά) αφού αυτός δεν βλέπει καλά. · Τα τεκμήρια 8, 12, 17 και 22 ανήκουν στην φίλη και συγκάτοικο της. · Τα τεκμήρια 9 και 26 ανήκουν στην αδελφή της συγκάτοικου της. · Τα τεκμήρια 21 και 23 δεν θυμάται σε ποιόν ανήκουν, ίσως ανήκουν στην συγκάτοικο της. · Το τεκμήριο 25 νομίζει ότι ανήκει στην συγκάτοικο της. · Το τεκμήριο 27 ανήκει στην φίλη της, η οποία έφυγε για την Σρι Λάνκα, δεν θυμάται για αυτό. · Το τεκμήριο 28 δεν θυμάται, πρέπει να το είχε η φίλη της. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Ο Μ.Κ.3 αναφέρθηκε κατά την μαρτυρία του στις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια της διερεύνησης της υπόθεσης και στα τεκμήρια αυτής. Θα πρέπει δε να λεχθεί ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε στην ουσία της εφόσον η αντεξέταση του περιορίσθηκε σε δύο υποβολές, μια εκ των οποίων αφορούσε το κατά πόσο η κατηγορούμενη του έκανε οποιοδήποτε παράπονο ότι χτυπήθηκε από τους Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 και η άλλη θέμα που αρμόδιο να κρίνει είναι το Δικαστήριο εφόσον σχετίζεται με το κατά πόσο τα τεκμήρια που κατέθεσε ο μάρτυρας κλάπηκαν από την Λεμεσό. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Κ.3 γίνεται δεκτή. Όπως και ο Μ.Κ.3 έτσι και ο Μ.Κ.6 αναφέρθηκε με λεπτομέρεια και σαφήνεια στις ενέργειες που έκανε και στα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του, στα πλαίσια διερεύνησης αναφορικά με την περιουσία που βρέθηκε στην κατοχή της κατηγορούμενης. Ήταν δε ξεκάθαρο από την μαρτυρία του ότι κανένα από τα αντικείμενα που αναγνώρισαν ως δικά τους οι παραπονούμενες (Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5) δεν αναγνωρίσθηκε από οποιονδήποτε άλλο παραπονούμενο για τις υποθέσεις που διερευνήθηκαν εναντίον της κατηγορούμενης για κλοπές στην Λευκωσία ή αλλού, διαψεύδοντας έτσι την θέση που προώθησε η υπεράσπιση (με οδηγίες της κατηγορούμενης κατά την διάρκεια της αντεξέτασης) μέσω υποβολών στις παραπονούμενες αλλά και στους Μ.Κ.3 και Μ.Κ.6, ότι τα εν λόγω τεκμήρια δεν κλάπηκαν από την οικία των παραπονουμένων αλλά από άλλα πρόσωπα στην Λευκωσία. Ως εκ των άνω και αυτού του μάρτυρα η μαρτυρία γίνεται δεκτή. Όσον αφορά τους Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 θα πρέπει να σημειωθεί εξ αρχής ότι το ουσιώδες στην μαρτυρία τους ήταν ότι η κατηγορούμενη έδωσε στον Μ.Κ.1 την βαλίτσα με το περιεχόμενο, το οποίο αργότερα διαπίστωσαν τα μέλη της Αστυνομίας, και τον παρακάλεσε να την φυλάξει στο σπίτι όπου διέμενε, το ότι αυτός το έπραξε και αργότερα όταν η κατηγορούμενη πήγε να πάρει την βαλίτσα ειδοποιήθηκε η Αστυνομία, η οποία μετέβηκε στο μέρος, είδε το περιεχόμενο της βαλίτσας, στην παρουσία της κατηγορούμενης και παρέλαβε την βαλίτσα. Αυτά θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση, όπως δεν αμφισβητήθηκε ότι το περιεχόμενο της βαλίτσας όταν και όπως ήλθε αργότερα στα χέρια της Αστυνομίας ήταν το ίδιο με αυτό που υπήρχε κατά τον χρόνο που η κατηγορούμενη παρέδωσε την βαλίτσα στον Μ.Κ.
  6. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα το εν λόγω περιεχόμενο να μεταβλήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο από τον Μ.Κ.
  7. Η δε αντεξέταση του Μ.Κ.1 αναλώθηκε και σε άλλα άσχετα για την παρούσα θέματα, ιδιαίτερα ως προς την σχέση αυτού με την κατηγορούμενη και την συμπεριφορά του έναντι της αλλά και τα όσα προηγήθηκαν της άφιξης της Αστυνομία κατά την επίδικη ημέρα, τα οποία κατά την κρίση μου είναι επουσιώδη. Επουσιώδες ενόψει των ανωτέρω είναι και το κατά πόσο πριν ο Μ.Κ.1 ανοίξει την βαλίτσα, στην παρουσία του Μ.Κ.2, την άνοιξε την ίδια ημέρα μόνος του. Θα πρέπει δε εν πάση περιπτώσει να αναφερθεί ότι τόσο ο Μ.Κ.1 όσο και ο Μ.Κ.2 μου έκαναν καλή εντύπωση. Αναφέρθηκαν με τις απαιτούμενες λεπτομέρειες στα γεγονότα, δεν περιέπεσαν σε ουσιώδεις αντιφάσεις και παρέμειναν σταθεροί στις θέσεις τους, οι οποίες ήταν λογικές και δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση τους. Όσον δε αφορά την θέση που προέβαλε η υπεράσπιση κατά την αντεξέταση ότι η κατηγορούμενη στις 5.5.16 χτυπήθηκε από τους Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2, θα πρέπει να λεχθεί ότι πέραν του ότι αυτό δεν είναι υπό κρίση στην παρούσα και ότι, ενόψει των όσων έχουν προαναφερθεί, δεν επηρεάζει την αξιοπιστία των δύο μαρτύρων επί των ουσιωδών και αναντίλεκτων γεγονότων, η κατηγορούμενη δεν έκανε οποιοδήποτε σχετικό παράπονο στην Αστυνομίας. Αυτό το ανέφερε τόσο ο Μ.Κ.3 αλλά και ο Μ.Κ.6 που την είδε αμέσως μετά την σύλληψη της. Θα πρέπει άλλωστε να αναφερθεί ότι η κατηγορούμενη δεν ισχυρίσθηκε κάτι τέτοιο ούτε κατά την μαρτυρία της στο Δικαστήριο. Καλή εντύπωση μου έκαναν και οι παραπονούμενες, Μ.Κ.4 και Μ.Κ.
  8. Απαντούσαν και οι δύο με αμεσότητα και χωρίς υπεκφυγές στις ερωτήσεις, αναφέρθηκαν με σαφήνεια στα γεγονότα, οι θέσεις τους ήταν σταθερές, συνεπείς και λογικές και δεν περιέπεσαν σε οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις. Όσον αφορά τα τεκμήρια της υπόθεσης εξήγησαν και οι δύο πως τα αναγνώρισαν στην Αστυνομία, ανάμεσα σε άλλα αντικείμενα που είδαν, ως την δική τους περιουσία. Η σχετική μαρτυρία τους δεν περιορίσθηκε δε σε απλή υπόδειξη τους ως δικών τους αλλά περιείχε σαφείς, επαρκείς και πειστικές λεπτομέρειες ως προς το σε ποιον ανήκουν, πώς τα απέκτησαν καθώς και ως προς το πως κατέληξαν στο ότι είναι τα δικά τους. Ήταν δε και οι δύο τους ειλικρινείς ότι δεν ήταν σε θέση να αναφέρουν την αξία των αντικειμένων πράγμα που είναι λογικό εάν ληφθεί υπόψην ότι, ως ανέφεραν, επρόκειτο για αντικείμενα που απέκτησαν στο απώτερο παρελθόν και όχι πρόσφατα πριν τον επίδικο χρόνο. Θα πρέπει δε εδώ να σημειωθεί ότι τα όσα ανέφερε σχετικά με το εν λόγω θέμα η Μ.Κ.4 δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση της. Όσον αφορά την Μ.Κ.5 αυτή στην κυρίως εξέταση της ανέφερε με λεπτομέρεια τι ήταν το κάθε αντικείμενο, πως ήλθε στην κατοχή της και πώς το αναγνώρισε ως το δικό της. Δεν μου διαφεύγει ότι στην αντεξέταση της είπε, πολύ λογικά και με ειλικρίνεια, ότι πολλά κοσμήματα μοιάζουν μεταξύ τους και ότι αυτή αναγνώρισε τα συγκεκριμένα ότι μοιάζουν με τα δικά της. Εξηγώντας δε αυτό είπε χαρακτηριστικά ότι μια καδένα από μόνη της, χωρίς σταυρό, μοιάζει με κάποιαν άλλη. Όταν δε ρωτήθηκε εάν δεν είναι 100% σίγουρη, και πάλι πολύ λογικά και ειλικρινά ανέφερε ότι δεν μπορεί να κάνει τεστ DNA πάνω στα χρυσαφικά και δεν μπορεί να πει 100% αλλά ως είπε από το τσαντάκι της έλειπαν τα συγκεκριμένα αντικείμενα και αυτά που είδε τα αναγνώρισε ως τα δικά της. Τα πιο πάνω δεν είναι τέτοια, κατά την κρίση μου, ώστε να δημιουργούν αμφιβολίες ως προς το ότι τα τεκμήρια που αναγνώρισε και ενώπιον του Δικαστηρίου η Μ.Κ.5 της ανήκουν. Αυτό γιατί το όλο θέμα δεν μπορεί να εξετάζεται αποσπασματικά αλλά στο σύνολο της μαρτυρίας και των περιστάσεων της υπόθεσης. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην το σύνολο της μαρτυρίας της Μ.Κ.5 και τα όσα ανέφερε σχετικά, σε συνδυασμό με το ότι ως είναι κοινώς αποδεκτό, η κατηγορούμενη εργάσθηκε για μερικές μέρες στην οικία της Μ.Κ.4 και την θέση της Μ.Κ.5, που δεν έχει κλονισθεί, ότι δηλ. η κατηγορούμενη είχε πρόσβαση και στην δική της κατοικία αλλά και ότι ως προκύπτει από την υπόλοιπη μαρτυρία, τα εν λόγω αντικείμενα δεν αναγνωρίσθηκαν από άλλα παραπονούμενα πρόσωπα στις άλλες υποθέσεις που διερευνήθηκαν εναντίον της κατηγορούμενης (ως ήταν η θέση της υπεράσπισης στην αντεξέταση των Μ.Κ.3, 4 και 5 ότι δηλ. κλάπηκαν από άλλα πρόσωπα στην Λευκωσία) καθώς και τα όσα θα εκτεθούν στην συνέχεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούμενης, καταλήγω αβίαστα στο συμπέρασμα ότι και τα αντικείμενα που αναγνώρισε η Μ.Κ.5 αποτελούν δική της περιουσία. Ως εκ των άνω γίνεται δεκτή στο σύνολο της η μαρτυρία και των δύο παραπονουμένων. Όσον αφορά την Μ.Κ.8, θα πρέπει να λεχθεί ότι από την συνολική εικόνα που άφησε στο Δικαστήριο κατά την μαρτυρία της και από την σταθερότητα και την σαφήνεια των θέσεων της, καταλήγω ότι πρόκειται για μια ειλικρινή μάρτυρα, η οποία προσήλθε για να περιγράψει όλα όσα είδε και ήλθαν στην αντίληψη της κατά την επίδικη ημέρα, χωρίς οποιεσδήποτε σκοπιμότητες ή αλλότρια κίνητρα. Η μαρτυρία της δε παρέμεινε ακλόνητη κατά την αντεξέταση της. Ως εκ των άνω και αυτής η μαρτυρία γίνεται δεκτή. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν μου διαφεύγει ότι η Μ.Κ.8 ανέφερε, ούσα προφανώς ειλικρινής, ότι το πρόσωπο που είδε εκείνη την ημέρα να βγάζει τα σακούλια από την οικία της Μ.Κ.5 δεν το θυμάται να το αναγνωρίσει. Λαμβάνοντας όμως υπόψην ότι η Μ.Κ.8 ανέφερε ότι οι παραπονούμενες της είχαν πει ότι έφεραν οικιακή βοηθό για την Μ.Κ.4 αλλά και όλα όσα είπε σχετικά η Μ.Κ.5 σχετικά με το πιο πάνω γεγονός και ιδιαίτερα αναφορικά με τον συνήθη όγκο των σκουπιδιών τους που ήταν μικρός σε σχέση με τα σακούλια που είδε η Μ.Κ.8, το μέρος όπου έβγαζαν τα σκουπίδια που ήταν άλλο από εκείνο που είδε την κοπέλα η Μ.Κ.8 να βγάζει τα σακούλια, το ότι δεν ήταν ημέρα που έβγαζαν τα σκουπίδια, το ότι δεν διέμενε στην συγκεκριμένη οικία, πλην των δύο παραπονουμένων και του συζύγου της μιας εξ αυτών, άλλο πρόσωπο εκτός από την κατηγορούμενη, το ότι η Μ.Κ.8 ανέφερε τα όσα είδε στις παραπονούμενες αργότερα το βράδυ της ίδιας ημέρας, όταν οι παραπονούμενες της είπαν ότι η οικιακή βοηθός είχε φύγει και την έψαχναν και ότι είχε τους τα είχε κλέψει όλα, καταλήγω αβίαστα στο συμπέρασμα ότι το πρόσωπο που είδε η Μ.Κ.8 δεν μπορεί να ήταν άλλη από την κατηγορούμενη. Όσον αφορά τον Μ.Κ.7 θα πρέπει καταρχάς να λεχθεί ότι δεν μου διαφεύγει ότι ο αυτός ήταν παραπονούμενος σε άλλη υπόθεση κλοπής, η οποία διερευνάτο εναντίον της κατηγορούμενης στην Λευκωσία. Τίποτα όμως από τα όσα ανέφερε ή του τέθηκαν κατά την μαρτυρία του δεν οδηγούν σε οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το ότι έκανε την εκτίμηση του για τα τεκμήρια της παρούσας χωρίς προκατάλειψη εναντίον της κατηγορούμενης. Φαίνεται δε ότι προέβη στην εν λόγω εκτίμηση κατόπιν αιτήματος της Αστυνομίας, λόγω της ιδιότητας του ως χρυσοχόος, η οποία περιήλθε στην αντίληψη των ανακριτικών αρχών ενόψει του παραπόνου του και του ότι πήγε για να αναγνωρίσει δική του κλαπείσα περιουσία και όχι λόγω του ότι επρόκειτο για παραπονούμενο (βλ. και σχετική μαρτυρία του Μ.Κ.6). Θα μπορούσε βέβαια η Αστυνομία να εξασφαλίσει άλλη σχετική μαρτυρία, αλλά το ότι την εξασφάλισε από τον συγκεκριμένο μάρτυρα, χωρίς να προκύπτει κάτι άλλο από την μαρτυρία δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα προκατάλειψης. Άλλωστε δεν τέθηκε καν κάτι τέτοιο στον μάρτυρα κατά την αντεξέταση του. Ερχόμενος τώρα στην εξέταση της ουσίας της μαρτυρίας του θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι είναι χρυσοχόος με πείρα πέραν των 40 χρόνων. Αμφισβητήθηκε όμως η ορθότητα και ακρίβεια της εκτίμησης που έκανε. Αναφορικά με το θέμα αυτό στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ουσιαστικά ότι προέβη στην εκτίμηση των αντικειμένων από χρυσό με βάση την αξία του χρυσού, το βάρος του και την εργασία που απαιτείται για την κατασκευή ενός χρυσαφικού. Όσον δε αφορά τα αντικείμενα εκείνα που έφεραν πολύτιμες πέτρες είπε ότι έκανε την εκτίμηση της πέτρας στο περίπου εφόσον δεν είναι ειδικός. Στην αντεξέταση του όμως ξεκαθάρισε ότι στην προκειμένη είδε τα εν λόγω τεκμήρια σε γραφείο του Τ.Α.Ε. Λευκωσίας και ότι δεν τα ζύγισε με ζυγαριά αλλά ουσιαστικά με το χέρι του. Περαιτέρω όσον αφορά την αξία του χρυσού είπε ότι αυτή ανεβοκατεβαίνει και μπορεί για κάθε αντικείμενο να υπάρχει διαφορά €3, €5 ή και €
  9. Δέχθηκε δε ότι η εκτίμηση του στις πέτρες δεν είναι ακριβής. Υποστήριξε όμως ότι όσον αφορά το χρυσό δεν πέφτει πολύ έξω αλλά μπορεί να υπάρχει διαφορά ελάχιστα ευρώ για το κάθε αντικείμενο. Αυτό όμως δείχνει κατά την κρίση μου ότι ούτε για την αξία των αντικειμένων όσον αφορά τον χρυσό η εκτίμηση του έχει την απαιτούμενη βεβαιότητα ώστε να θεωρηθεί ακριβής. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.7 όσον αφορά το ότι η αξία των τεκμηρίων της παρούσας υπόθεσης είναι ακριβώς αυτή που εκτίμησε δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Από την άλλη λαμβάνοντας υπόψην τα όσα ανέφερε για την αξία των τεκμηρίων και για το ότι η εκτίμηση του σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να έχει μεγάλη απόκλιση από την πραγματική αξία κρίνω ότι τα επίδικα αντικείμενα εάν και άγνωστης αξίας δεν μπορεί να θεωρηθούν ως μηδαμινής αξίας, συνυπολογίζοντας και το ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι ήταν κατασκευασμένα από πολύτιμα υλικά όπως ο χρυσός. Τέλος η κατηγορούμενη δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Ήταν εμφανές από την μαρτυρία της ότι τα όσα ανέφερε σε σχέση με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις της και σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Προσπάθησε με μη πειστικό τρόπο να δώσει μια αθώα εξήγηση για το κάθετι και να πείσει ότι δεν διέπραξε τα αδικήματα που της καταλογίζονται και ότι τα τεκμήρια που εντοπίσθηκαν στην κατοχή της, κατατέθηκαν στο Δικαστήριο και αναγνωρίσθηκαν από τις παραπονούμενες ως περιουσία δική τους, δεν ήταν καν κλοπιμαία. Αυτό όμως σε αντίθεση με την ίδια την κατάθεση της ενώ ήταν εμφανής η προσπάθεια της να αναπροσαρμόζει την εκδοχή της ώστε να δικαιολογεί τις όποιες ασυνέπειες σε αυτήν. Συγκεκριμένα: Ανέφερε ότι δεν έκλεψε τίποτα από τις παραπονούμενες. Αναγνώρισε δε όλα τα τεκμήρια που οι παραπονούμενες αναγνώρισαν ως δικά τους. Είπε δε ότι κάποια εξ αυτών είναι δικά της, άλλα του boyfriend - φίλου της, άλλα της φίλης και συγκατοίκου της, άλλα της αδελφής της συγκατοίκου της ενώ για κάποια δεν θυμόταν. Αυτά όμως αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις της εφόσον κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας έδιδε οδηγίες στην δικηγόρο της, η οποία υπέβαλλε ως θέση της ότι τα εν λόγω τεκμήρια δεν ανήκουν στις παραπονούμενες αλλά τα έκλεψε η κατηγορούμενη από σπίτια στην Λευκωσία. Αυτό αναφέρει και στην κατάθεση της (τεκμήριο 4) όπου ερωτώμενη που βρήκε τα χρυσαφικά, απάντησε ότι τα έκλεψε από διάφορα σπίτια στην Λευκωσία όπου πήγαινε και καθάριζε και όταν στην συνέχεια της αναφέρθηκε ότι μέρος των χρυσαφικών που βρέθηκαν στην κατοχή της αναγνωρίστηκαν ως δική τους περιουσία, από τις Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5, όπως και μια φωτογραφική μηχανή μάρκας cannon, ένα ζεύγος γυαλιά οράσεως και ένα ρολόι χεριού μάρκας FOLI FOLIE, απάντησε ότι τα έκλεψε όλα από την Λευκωσία και ότι δεν έκλεψε τίποτα από την Λεμεσό. Για το ζευγάρι γυαλιά (τεκμήριο 16) μάλιστα, στο Δικαστήριο το αναγνώρισε αμέσως ότι ανήκει στον φίλο της, που ως είπε, έχει πρόβλημα με τα μάτια του ενώ στην κατάθεση της όταν της υπεδείχθη και της ζητήθηκε να πει που το βρήκε απάντησε ότι δεν θυμάται. Όταν δε της υποδείχθηκαν στην αντεξέταση της τα όσα πιο πάνω ανέφερε σχετικά στην κατάθεση της και της ζητήθηκε να πει εάν ισχύουν εκείνα ή αυτά που είπε στο Δικαστήριο, απάντησε ότι δεν είπε τα πιο πάνω στην Αστυνομία αλλά ότι έχει πράγματα δικά της, του φίλου της και συγκάτοικου της. Κάτι τέτοιο όμως δεν τέθηκε στον Μ.Κ.3 που έλαβε την κατάθεση της. Όταν επίσης πολύ λογικά ρωτήθηκε γιατί τότε υπέγραψε την κατάθεση της ως ορθή όταν της διαβάστηκε, υπεκφεύγοντας ανέφερε ότι είπε στο CID στην Αστυνομία για κάποια πράγματα ότι τα έκλεψε, για κάποια ότι ανήκαν στον φίλο της, για κάποια ότι ανήκαν στη φίλη της και κάποια στην ίδια. Ζήτησε δε μάλιστα να ξαναδεί την κατάθεση της και όταν αντιλήφθηκε ότι εκεί δεν ανέφερε τα πιο πάνω είπε, αλλάζοντας πλέον εκδοχή, ότι την υπέγραψε γιατί συνέχεια ο αστυνομικός της φώναζε και της θύμωνε και επέμενε ότι του έλεγε ψέματα όταν του έλεγε σε ποιον ανήκει το κάθε αντικείμενο και έτσι του είπε ότι κάποια πράγματα τα έκλεψε από τη Λευκωσία για να διαφύγει. Κάτι τέτοιο όμως και πάλι δεν τέθηκε στον Μ.Κ.
  10. Είναι προφανές ότι προσπάθησε να αλλάξει την θέση της στο Δικαστήριο όταν αντιλήφθηκε από το σύνολο της μαρτυρίας και ιδιαίτερα από την μαρτυρία του Μ.Κ.6 ότι τα εν λόγω αντικείμενα, πέραν των Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5 δεν αναγνωρίσθηκαν από άλλο πρόσωπο - παραπονούμενο στις άλλες υποθέσεις κλοπής που διερευνήθηκαν εναντίον της. Το ότι έλεγε ψέματα προκύπτει εμφανώς και από το ότι σε υποβολή σε άλλο στάδιο της αντεξέτασης της ότι τα όσα αναφέρονται στην κατηγορία 2 τα έκλεψε από την Μ.Κ.5, απάντησε ότι δεν έκλεψε τίποτα από την Λεμεσό και ότι αυτά τα πράγματα της τα είχε δώσει η κυρία της πριν 4 χρόνια που δούλευε στην Λευκωσία. Όταν δε ρωτήθηκε που βρίσκονται σήμερα ο φίλος της και η συγκάτοικος της, είπε, πολύ βολικά για την εκδοχή της εφόσον έτσι δεν μπορεί να διαψευστεί από τα εν λόγω πρόσωπα, ότι δεν βρίσκονται στην Δημοκρατία αλλά απελάθηκαν. Δεν εξήγησε όμως πως κράτησε την περιουσία του φίλου της ενώ η ίδια ανέφερε ότι με αυτόν τσακώθηκαν και την χτύπησε και μετά τον έδιωξαν από την Δημοκρατία είτε στην Ολλανδία είτε στην Σρι Λάνκα. Όταν δε ρωτήθηκε πολύ λογικά γιατί η συγκάτοικος και φίλη της δεν της ζήτησε να της στείλει την περιουσία της στην Σρι Λάνκα είπε και πάλι μη πειστικά ότι της ζήτησε να μην τα δώσει σε κανένα, να τα κρατήσει ασφαλή επειδή ελπίζει ότι θα ξαναέρθει στην Κύπρο, γιατί έχει φίλο Κύπριο. Εάν όμως έτσι έχουν τα πράγματα τότε γιατί η συγκάτοικος της να μην εμπιστευτεί την περιουσία της στον Κύπριο φίλο της και αντ' αυτού να τα εμπιστευτεί στην κατηγορούμενη. Ψέματα όμως είπε και για τον χρόνο διαμονής της στην οικία των Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5 αλλά και για τον λόγο που έφυγε. Συγκεκριμένα στην κυρίως εξέταση της είπε ότι έφυγε μετά από 4 ημέρες γιατί οι συνθήκες στο σπίτι ήταν πολύ άσχημες, συνεχώς τις θύμωναν και ήταν νευριασμένες μαζί της ενώ στην κατάθεση της είπε ότι έφυγε μετά από 6 ημέρες γιατί δεν της συμπεριφέρονταν καλά και συγκεκριμένα ότι όταν εκείνες έφευγαν από το σπίτι την κλείδωναν έξω μέχρι να επιστρέψουν. Αυτό ουσιαστικά υποβλήθηκε και κατά την αντεξέταση της στην Μ.Κ.4 ενώ κατά την αντεξέταση της Μ.Κ.5, η συνήγορος της κατηγορούμενης της υπέβαλε κάτι άλλο αναφέροντας της χαρακτηριστικά «Επίσης, αυτό που θέλει να πω και με πιέζει πάρα πολύ, είναι ότι ο λόγος που έφυγε είναι γιατί ηθέλατε να δουλεύει για δύο σπίτια και έναν τεράστιο κήπο και φοβήθηκε ότι δεν θα τα έβγαζε πέρα» και σε άλλο σημείο υποβλήθηκε στην ίδια μάρτυρα ότι δεν της έδιναν ούτε φαγητό. Όταν στην αντεξέταση της η κατηγορούμενη ρωτήθηκε γιατί δεν είπε σχετικά με τα πιο πάνω στην κατάθεση της αυτά που είπε στο Δικαστήριο και είπε άλλα πράγματα, είπε ότι 3 φορές την έβγαλαν έξω. Ανέφερε επίσης ότι κάθε μέρα γινόταν αυτό, εκτός της μιας από τις 4 ημέρες που έμεινε και εργάσθηκε σε σπίτι της φίλης της Μ.Κ.4 και συγκεκριμένα τις άλλες 3 μέρες η Μ.Κ.4 την έβγαλε έξω και πήγαινε σε φιλικό της σπίτι και μιλούσε και μέχρι να έρθει έπρεπε να μένει έξω. Όταν ρωτήθηκε γιατί αυτά δεν τα είπε στην κατάθεση της είπε ότι τα είπε στον αστυνομικό αλλά εκείνος της είπε ότι δεν μπορούν να τα γράψουν όλα και πρέπει να συντομεύουν. Ούτε όμως αυτό τέθηκε στον εν λόγω αστυνομικό ήτοι στον Μ.Κ3 όπως δεν τέθηκε στην Μ.Κ.4 ότι πήρε την κατηγορούμενη και έμεινε για δουλειά για μια ημέρα σε σπίτι φίλης της. Όσον αφορά την διάρκεια της παραμονής της στο σπίτι της Μ.Κ.4, όταν στην αντεξέταση της τέθηκε ότι στην κατάθεση της είπε ότι έμεινε εκεί για 6 ημέρες και όχι για 4, προφανώς αντιλαμβανόμενη την ασυνέπεια στην θέση της, προσπάθησε μη πειστικά να το δικαιολογήσει λέγοντας ότι είπε 4 μέρες διότι τόσο έμεινε μαζί τους ενώ τις άλλες μέρες έμεινε σε άλλα σπίτια (χρησιμοποιώντας δηλ. πληθυντικό πλέον αριθμό). Όταν δε ρωτήθηκε πολύ λογικά στην αντεξέταση της γιατί όλα όσα ανέφερε για την συμπεριφορά της εργοδότριας της και το γεγονός ότι την έβαλε να εργάζεται σε άλλο σπίτι δεν τα κατήγγειλε στο Immigration και στον ατζέντη της, για πρώτη φορά είπε ότι μίλησε με τον ατζέντη της 3 φορές και χωρίς να αναφέρει τι της είπε ο ατζέντης της, πρόσθεσε ότι πήγε κατευθείαν στην Λευκωσία στο Προξενείο, όπου την βοήθησαν και πήγε στο Καϊμακλί στην Λευκωσία όπου φρόντιζε μια γριά, η οποία της υποσχέθηκε ότι θα της βγάλει τη βίζα και μετά από 5, 6 μήνες πέθανε η γριά και όταν ζήτησε από τον γιο της να της δώσει το release της είπε ότι δεν της έκανε μόνιμη βίζα. Μετά από 6 μήνες βρήκε άλλο σπίτι και της είπαν ότι δεν μπορεί να βγάλει βίζα γιατί η βίζα της έληξε και είναι στο stop list. Δεν εξήγησε όμως γιατί δεν προέβη σε οποιανδήποτε καταγγελία ή παράπονο στην αρμόδια αρχή. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέταση όταν της υποβλήθηκε ότι ο λόγος που δεν πήγε στο Ιmmigration και έμεινε παράνομα στην Δημοκρατία είναι γιατί όταν έφυγε από την οικία των παραπονουμένων είχε κλέψει τα επίδικα αντικείμενα, αντιλαμβανόμενη προφανώς ότι έπρεπε να δώσει μια εξήγηση, για πρώτη φορά είπε ότι παραπονέθηκε σχετικά στο Προξενείο όταν πήγε, ενώ για να πείσει για την θέση της ισχυρίσθηκε ότι ήταν ευθύνη του Προξενείου της χώρας της να την βοηθήσουν να κάνει τέτοιο παράπονο κάτι που όμως δεν έπραξε το Προξενείο και αντί αυτού της βρήκε άλλη εργασία στο σπίτι στο Καιμακλί για να εργάζεται, προφανώς παράνομα, κάτι που δεν είναι λογικό να πράξει μια Προξενική Αρχή. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η κατηγορούμενη είπε ψέματα στο Δικαστήριο και συναφώς η μαρτυρία της δεν γίνεται δεκτή. Νομική πτυχή Ξεκινώντας από το αδίκημα της κατηγορίας 2 θα πρέπει να αναφερθεί ότι αυτό προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 255 και 266(β) του Ποινικού Κώδικα. Η σχετική με το άρθρο 255 νομολογία έχει συνοψισθεί, με αναφορά και στην αγγλική νομολογία, στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ
  1. Τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος, ως συνάγονται από το λεκτικό των πιο πάνω άρθρων, από την σχετική νομολογία αλλά και τις λεπτομέρειες αδικήματος, είναι:
  2. Ο κατηγορούμενος να απέκτησε κατοχή και να αποκόμισε περιουσία,
  3. Αυτό να έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, ο κατηγορούμενος στη συνέχεια να την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση,
  4. Ο κατηγορούμενος να ενήργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη,
  5. Η περιουσία να είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και
  6. Ο κατηγορούμενος να είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη της μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, να προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας.
  7. Η περιουσία να κλάπηκε από κατοικία και η αξία της να υπερβαίνει τα €8.
  8. Η διάταξη του άρθρου 255 του Κεφ. 154 είναι σχεδόν ταυτόσημη με το άρθρο 1 του Αγγλικού Larceny Act του 1916, το οποίο κωδικοποίησε στην ουσία το Κοινοδίκαιο όσον αφορά το αδίκημα της κλοπής. Όσον αφορά την έννοια της λέξης «fraudulently» («με δόλιο τρόπο» στην ελληνική μετάφραση του πρωτότυπο κειμένου του άρθρου 255) στην υπόθεση Platritis v. The Police
(1967)2 C.L.R. 174, υιοθετήθηκε ουσιαστικά η ερμηνεία που δόθηκε στην Αγγλία και συγκεκριμένα στην υπόθεση R. v. Williams and Another [1953] 1 All E.R. 1068, στα πλαίσια του Larceny Act του 1916, ότι δηλ. η λέξη «fraudulently» σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως δηλαδή χωρίς λάθος. Αποφασίσθηκε επίσης ότι η ελπίδα ή η προσδοκία εκ μέρους του κατηγορούμενου για επιστροφή της περιουσίας δεν συνιστά υπεράσπιση. Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν στην μεταγενέστερη υπόθεση Azinas and another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 (βλ. επίσης Ανδρονίκου ανωτέρω και Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 14). Κρίθηκε δε ότι η λέξη «fraudulently» αποσκοπούσε στον να προσθέσει κάτι στην φράση «without a claim of right made in good faith» (χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη στην ελληνική μετάφραση) και συγκεκριμένα ότι τόσο η κατοχή όσο και η αποκόμιση πρέπει να γίνει σκόπιμα και χωρίς λάθος εκ μέρους του κατηγορούμενου, ότι η περιουσία ανήκε σε άλλο πρόσωπο. Περαιτέρω πρέπει να γίνεται χωρίς αξίωση δικαιώµατος που γίνεται µε καλή πίστη. Το πιο πάνω δεν σημαίνει με απάτη ή καταδολίευση αλλά σκόπιμα και εκ προθέσεως και χωρίς το προαναφερόμενο λάθος. Από δε την Ανδρονίκου ανωτέρω προκύπτουν περαιτέρω τα ακόλουθα: · Όσον αφορά την φράση «με δόλιο τρόπο» («fraudulently») που σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα βρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα περιστατικά της υπόθεσης. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεων του. · Αναφορικά δε με την έννοια του ιδιοκτήτη («owner»), αυτή περιλαμβάνει, σύμφωνα με το εδάφιο 2(γ) του άρθρου 255 και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ιδιοκτησία οποιουδήποτε πράγματος δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. · Αντικείμενο κλοπής μπορεί να αποτελέσει οποιοδήποτε πράγμα που έχει αξία και ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο (βλ. άρθρο 255
(3). Η έννοια της λέξης «περιουσία» («property») είναι πολύ ευρεία και περιλαμβάνει σχεδόν οποιαδήποτε μορφή περιουσίας, κάθε έμψυχο ή άψυχο, δυνάμενο να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας (βλ. και άρθρο 4 του Κεφ. 154). · Δεν είναι αναγκαία δε η φυσική αποκόμιση της περιουσίας. Στην Χαραλάμπους ανωτέρω λέχθηκε δε ότι η πρόθεση μόνιμης αποστέρησης του ιδιοκτήτη από το αντικείμενο της κλοπής, ενδιαφέρει ως συστατικό του αδικήματος εφόσον υπήρχε κατά το χρόνο λήψης του αντικειμένου ή όταν η περίπτωση εμπίπτει στην επιφύλαξη στο άρθρο 255 του Κεφ. 154, εφόσον συνοδεύει την "ιδιοποίησή" του. Δεν έχει δε επίδραση στη στοιχειοθέτηση της κλοπής το γεγονός ότι δεν κατέστη δυνατόν να εντοπισθεί το κλαπέν ποσό ή η κατάληξη του (βλ. Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ 646). Το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου (κατηγορία 1) προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 268 και 255 του Κεφ.
  1. Συνεπώς τα όσα εκτέθηκαν σχετικά με το άρθρο 255 ανωτέρω ισχύουν και για το υπό αναφορά αδίκημα με τις απαραίτητες προσαρμογές. Πρέπει όμως προς στοιχειοθέτηση αυτού πρόσθετα να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος είναι υπηρέτης - υπάλληλος συγκεκριμένου προσώπου και ότι η κλαπείσα περιουσία ανήκε στον εν λόγω εργοδότη του ή περιήλθε στην κατοχή του κατηγορούμενου για λογαριασμό του εργοδότη του. Όσον αφορά την έννοια του υπηρέτη - υπαλλήλου, στο σύγγραμμα Archbold 33η έκδοση σελ. 636 η ερώτηση που χρήζει απάντησης είναι: «Was he under the control of and bound to obey his alleged master?». Η ερώτηση απαντάται ως εξής: «Prove, therefore, that the prisoner, at the time when he receive the chattel money of valuable security, was clerk or servant to JN, or employed for the purpose or in the capacity of a clerk or servant as stated in the indictment, acting under and bound to obey the orders of his master, or employer. This may be proved by evidence that he acted as such.» Ευρήματα Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή στην παρούσα καταλήγω στα ακόλουθα: · Η Μ.Κ.4 είναι μητέρα της Μ.Κ.
  2. Η Μ.Κ.4 το 2011 έπασχε (και εξακολουθεί να πάσχει) από παραεγκεφαλικό σύνδρομο και έτσι αποφάσισε να εργοδοτήσει οικιακή βοηθό για να την βοηθά στο σπίτι και στις μετακινήσεις της. Για αυτό αποτάθηκε με την κόρη της σε ατζέντη, ο οποίος κανόνισε να έλθει στην Κύπρο η κατηγορούμενη, η οποία κατάγεται από την Σρι Λάνκα, ώστε να εργαστεί ως οικιακή βοηθός στην Μ.Κ.
  3. · Η κατηγορούμενη αφίχθηκε για τον σκοπό αυτό στην Κύπρο στις 9.4.
  4. · Τότε η Μ.Κ.4 και η Μ.Κ.5 διέμεναν σε οικοδομή στην οδό Ανδρέα Παπαγεωργίου 4, στην Παλώδια στην Λεμεσό. Συγκεκριμένα η Μ.Κ.4 έμενε στον υπόγειο χώρο της οικοδομής, ο οποίος ήταν ξεχωριστός, έχοντας δική του είσοδο, από την υπόλοιπη οικοδομή, όπου βρισκόταν η κατοικία της Μ.Κ.5 και του συζύγου της. · Μετά την άφιξη της κατηγορούμενης, πρόσβαση στον χώρο όπου διέμενε η Μ.Κ.4 είχαν μόνο η ίδια, η κόρη της και η κατηγορούμενη. · Η κατηγορούμενη διέμενε στο υπόγειο με την Μ.Κ.4 αλλά είχε και πρόσβαση στην κατοικία της Μ.Κ.5 εφόσον αυτή της είχε ζητήσει τις πρωινές ώρες όταν έλειπε στην δουλειά και λόγω επέμβασης στην οποία είχε πρόσφατα υποβληθεί, να ανεβαίνει στο σπίτι της μια με δύο ώρες για να συγυρίζει. Για τον σκοπό αυτό η Μ.Κ.5 άφηνε κλειδιά του σπιτιού της στην μητέρα της. · Μια μέρα που η Μ.Κ.4 απουσίαζε από το σπίτι, η κατηγορούμενη έφυγε χωρίς να αναφέρει τίποτα σε κανένα και δεν επέστρεψε. Η κατηγορούμενη δούλεψε για την Μ.Κ.4 για 5 μόνο μέρες. · Την ίδια ημέρα, πριν φύγει η κατηγορούμενη, η Μ.Κ.8, η οποία είναι γειτόνισσα των Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5, είδε την κατηγορούμενη να ανοίγει το πλαϊνό κάγκελο της οικίας της Μ.Κ.5 και να βγάζει έξω στον πεζόδρομο ένα ένα, συνολικά τρία με τέσσερα μεγάλα σακούλια μαύρα και να τα αφήνει στον πεζόδρομο. · Ενόψει του ότι στην συγκεκριμένη οικοδομή έμεναν μόνο 4 άτομα δηλ. οι Μ.Κ.4, Μ.Κ.5, ο σύζυγος της τελευταίας και η κατηγορούμενη, δεν υπήρχε τέτοιος όγκος σκουπιδιών που να δικαιολογεί τόσα σακούλια. Περαιτέρω δεν έβγαζαν τα σκουπίδια από εκείνη την πλευρά του σπιτιού και δεν ήταν καν ημέρα που έβγαζαν τα σκουπίδια. Η δε κατηγορούμενη είχε στην κατοχή της όταν έφτασε για πρώτη φορά στο σπίτι της Μ.Κ.4 μόνο μια μικρή βαλίτσα με πολύ λίγα ρούχα. · Την ίδια ημέρα μετά που αντιλήφθηκαν ότι εξαφανίσθηκε η κατηγορούμενη, οι Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5 διαπίστωσαν ότι έλειπαν από τα σπίτια τους πολλά προσωπικά τους αντικείμενα μεταξύ των οποίων ρούχα, τσάντες και παπούτσια. Συγκεκριμένα η Μ.Κ.4 διαπίστωσε ότι έλειπαν ένα ζεύγος αθλητικά παπούτσια μάρκας Adidas αξίας €70, ένα ζευγάρι αθλητικές γυναικείες φόρμες αξίας €80 και διάφορες φανέλες και εσώρουχα αξίας €200, όλα συνολικής αξίας €
  5. Η δε Μ.Κ.5 διαπίστωσε ότι έλειπαν 3 τσάντες χειρός αξίας €100 η καθεμιά, ένα μαύρο παλτό γυναικείο αξίας €150 και ένα μαύρο σακάκι γυναικείο από δερματίνη αξίας €
  6. · Το βράδυ της ίδιας ημέρας καθώς οι παραπονούμενες έψαχναν την κατηγορούμενη, η Μ.Κ.8 τις ενημέρωσε για τα όσα είδε νωρίτερα. · Η Μ.Κ.5 ειδοποίησε σχετικά την Αστυνομία Καλού Χωριού αλλά ο αστυνομικός με τον οποίο μίλησε της είπε ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα και την παρέπεμψε στο Immigration. Έτσι πήγαν στο Immigration και τους ανέφεραν τι είχε γίνει αλλά και εκεί τους είπαν ότι δεν μπορούν να κάνουν τίποτε παρά μόνο να βάλουν την κατηγορούμενη στο stop list. · Λίγες μέρες μετά οι Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5 διαπίστωσαν περαιτέρω ότι έλειπε από τα σπίτια τους και μεγάλο χρηματικό ποσό. Συγκεκριμένα η Μ.Κ.4 διαπίστωσε ότι έλειπε από φάκελο τον οποίο είχε φυλαγμένο στο ερμάρι, στο χώρο που αποθηκεύει τα σεντόνια, το χρηματικό ποσό των €3.000 σε διάφορα χαρτονομίσματα. Η δε Μ.Κ.5 διαπίστωσε ότι έλειπε από τσαντάκι το οποίο είχε σε ερμάρι στο υπνοδωμάτιο της το χρηματικό ποσό των €5.000 σε χαρτονομίσματα των €
  7. · Ενάμιση περίπου μήνα πριν τις 6.5.16 ο Μ.Κ.1 γνώρισε, σε μια καφετέρια στην Λευκωσία, την κατηγορούμενη. Από τότε έκαναν παρέα. Αντάλλαξαν τηλέφωνα και συναντήθηκαν άλλες πέντε με έξι φορές. Η κατηγορούμενη του έλεγε ότι είχε προβλήματα εκεί που έμενε με έναν Πακιστανό που ήταν παντρεμένος με μια Ρουμάνα και έψαχνε για να αλλάξει σπίτι. Είκοσι περίπου μέρες πριν τις 6.5.16, όταν ο Μ.Κ.1 πήγε να την πάρει με το αυτοκίνητο από το σπίτι όπου αυτή έμενε στην οδό Δράμας στην Λευκωσία, η κατηγορούμενη πήγε με μία βαλίτσα ταξιδιού στο χέρι (στο εξής η βαλίτσα), η οποία ήταν κλειδωμένη με ένα λουκέτο. Την ρώτησε γιατί την κρατούσε και εκείνη του ζήτησε να της φυλάξει τη βαλίτσα στο σπίτι του. Αυτός δέχθηκε και αφού την ρώτησε για το περιεχόμενο της βαλίτσας και εκείνη του είπε ότι περιέχει ρούχα δικά της και γνώριζε ότι αυτή ήθελε να μετακομίσει, πήρε την βαλίτσα στο σπίτι του και την είχε στο υπνοδωμάτιο του. Από τότε η κατηγορούμενη πήγε ακόμα δυο φορές στο σπίτι του και είδε ότι είχε τη βαλίτσα εκεί. Μια περίπου εβδομάδα πριν τις 6.5.15 του τηλεφώνησε η κατηγορούμενη και του ζήτησε να της πάρει τη βαλίτσα στο σπίτι της. Αυτός της είπε ότι εάν ήθελε τη βαλίτσα θα έπρεπε να πάει η ίδια να την παραλάβει από το σπίτι του. Εκείνη επέμενε να της πάρει την βαλίτσα και τον έπαιρνε καθημερινά τηλέφωνο για να της πάρει τη βαλίτσα. Το Μεγάλο Σάββατο ο Μ.Κ.1 άνοιξε τη βαλίτσα και τότε είδε ότι είχε μέσα πολλά χαρτονομίσματα σε ευρώ καθώς και πολλά ρολόγια, χρυσαφικά και κινητά τηλέφωνα. Ο μάρτυρας φοβήθηκε και έκλεισε τη βαλίτσα και αποφάσισε ότι όταν θα πήγαινε η κατηγορούμενη να πάρει τη βαλίτσα θα ειδοποιούσε την Αστυνομία. Η κατηγορούμενη από την επόμενη Κυριακή του ζητούσε να της πάρει την βαλίτσα αλλά ο Μ.Κ.1, ξέροντας τι είχε μέσα, της έλεγε να πάει εκείνη να την πάρει, δίδοντας της διάφορες δικαιολογίες. Την επόμενη Πέμπτη 5.5.16 το πρωί η κατηγορούμενη του τηλεφώνησε ξανά και του φώναζε να βάλει την βαλίτσα στο αυτοκίνητο και να της την πάρει. Αυτός αρνήθηκε και της είπε να πάει εκείνη να την πάρει και του έκλεισε το τηλέφωνο. Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας του ξανατηλεφώνησε. Ήταν πιο ήρεμη και τον ρώτησε εάν θα είναι στο σπίτι το βράδυ και όταν αυτός απάντησε καταφατικά του είπε ότι θα πήγαινε εκεί το βράδυ με ένα φίλο της αστυνομικό για να πάρει την βαλίτσα και ο μάρτυρας της είπε «Εάν έρθεις με την Αστυνομία έλα πάρ' την. Αν έρθεις χωρίς την Αστυνομία δεν θα την δώσω, θα την πάω εγώ ο ίδιος». Το βράδυ της ίδιας ημέρας και ώρα 20:30 η κατηγορούμενη πήγε με ταξί στο σπίτι του Μ.Κ.1 για να πάρει τη βαλίτσα. Ο μάρτυρας αμέσως φώναξε τον φίλο του Μ.Κ.2 και του είπε να ειδοποιήσει την Αστυνομία. Ενημέρωσε για αυτό και την κατηγορούμενη. · Το ίδιο βράδυ μετά που ενημερώθηκε σχετικά από τον Μ.Κ.2, ο Αστ.2596 μετέβη με την Γ/Αστ.3817, στον χώρο όπου διέμενε ο Μ.Κ.1 και εκεί είδε τον Μ.Κ.1 και την κατηγορούμενη. Οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 υπέδειξαν στον Αστ.2596 την βαλίτσα και την κατηγορούμενη ως την κάτοχο της. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι το περιεχόμενο της βαλίτσας όταν έφθασε στο μέρος η Αστυνομία ήταν το ίδιο με αυτό που υπήρχε κατά τον χρόνο παράδοσης της βαλίτσας από την κατηγορούμενη στον Μ.Κ.
  8. Στην συνέχεια ο Αστ.2596 ρώτησε στην αγγλική γλώσσα την κατηγορούμενη εάν ήταν δική της η βαλίτσα και εκείνη απάντησε καταφατικά. Στην συνέχεια στην παρουσία της κατηγορούμενης και των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2, ο Αστ.2596 άνοιξε την βαλίτσα και από έλεγχο που έκανε με την Γ/Αστ.3817 εντόπισαν εντός αυτής σε νάιλον σακούλια και χάρτινους φακέλους τα όσα είχε εντοπίσει προηγουμένως ο Μ.Κ.
  9. Ερωτηθείσα η κατηγορούμενη σχετικά με την προέλευση και αποδείξεις κατοχής της εν λόγω περιουσίας, δεν έδωσε ικανοποιητικές απαντήσεις. Ως εκ τούτου στις 5.5.16 και ώρα 23:05 ο Αστ.2596 την πληροφόρησε στη Αγγλική γλώσσα ότι διέπραττε το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας και αφού της επέστησε την προσοχή της στο Νόμο εκείνη απάντησε «Τhe money it's from insurance Ι had a car accidence». Στην συνέχεια την ίδια μέρα και ώρα 23:10 ο Αστ.2596 συνέλαβε αυτήν για το προαναφερόμενο αδίκημα και αφού της επέστησε εκ νέου της προσοχή της στο Νόμο στην Αγγλική γλώσσα εκείνη απάντησε «Ι have my papers at my house». Κατόπιν μαζί με την Γ/Αστ.3817 μετέφεραν την κατηγορούμενη και την βαλίτσα στον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας, όπου ο Αστ.2596 παρέδωσε την βαλίτσα σφραγισμένη στον Αστ.2355 του Τ.Α.Ε. Λευκωσίας για συνέχιση των εξετάσεων. · Στις 6.5.16 η Μ.Κ.5 έλαβε τηλεφώνημα από την Αστυνομία ότε και της αναφέρθηκε ότι η κατηγορούμενη είναι υπό σύλληψη αφού στην κατοχή της βρέθηκε ποσότητα χρυσαφικών. · Στις 8.5.16 οι Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5 μετέβηκαν στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λευκωσίας, όπου αφού είδαν τα τεκμήρια που βρέθηκαν στην κατοχή της κατηγορούμενης αναγνώρισαν κάποια εξ αυτών ως δική τους περιουσία. Συγκεκριμένα: · Η Μ.Κ.4 αναγνώρισε ως δικά της τα ακόλουθα:
(1)ένα δαχτυλίδι χρυσό (τεκμήριο 9),
(2)ένα ανδρικό δαχτυλίδι χρυσό (τεκμήριο 12),
(3)ένα γυναικείο δαχτυλίδι χρυσό (τεκμήριο 8),
(4)ένα δαχτυλίδι χρυσό με πέτρες (τεκμήριο 10),
(5)σκουλαρίκια τύπου κρίκους χρυσά (τεκμήριο 15),
(6)σκουλαρίκια τύπου κρίκους χρυσά (τεκμήριο 17),
(7)μια καδένα χεριού χρυσή (τεκμήριο 14),
(8)μια καδένα λαιμού χρυσή (τεκμήριο 13),
(9)μια παραμάνα και ένα σταυρό χρυσό μεγάλο μέγεθος (τεκμήριο 11) και
(10)μια δερμάτινη μαύρη θήκη με γυαλιά οράσεως αξίας €2 (τεκμήριο 16). Όλα τα χρυσαφικά - αντικείμενα που αναγνώρισε (πλην των γυαλιών τα οποία χρησιμοποιούσε συχνά) τα είχε φυλαγμένα σε ερμάρι στο υπνοδωμάτιο της και λόγω του ότι ήταν αρκετών χρονών δεν τα χρησιμοποιούσε. · Η Μ.Κ.5 αναγνώρισε ως δικά της τα ακόλουθα:
(1)ένα παιδικό βραχιόλι, το οποίο είναι χρυσό και φέρει μια μικρή μαργαρίτα (τεκμήριο 28),
(2)μια καδένα λαιμού χρυσή (τεκμήριο 22),
(3)ένα σταυρό μικρού μεγέθους χρυσό, ένα ματάκι μπλε, μια Παναγίτσα σε σχήμα οβάλ (τεκμήριο 27),
(4)μια καδένα λαιμού (τεκμήριο 21),
(5)ένα σταυρό ασημένιο (τεκμήριο 23),
(6)ένα ζευγάρι σκουλαρίκια χρυσά με ζιρκονάκια (τεκμήριο 25),
(7)ένα ζευγάρι σκουλαρίκια χρυσά με ζιρκονάκια (τεκμήριο 24),
(8)ένα δαχτυλίδι παιδικό χρυσό με ζιρκονάκι (τεκμήριο 26),
(9)μια φωτογραφική canon αξίας €40 (τεκμήριο 19) και
(10)ένα ρολόι FOLLI FOLLlE (τεκμήριο 20). Όλα τα χρυσαφικά που αναγνώρισε η Μ.Κ.5 είναι από την παιδική της ηλικία και τα είχε φυλαγμένα σε ένα τσαντάκι σε ερμάρι σε ένα από τα υπνοδωμάτια στο σπίτι της και δεν τα χρησιμοποιούσε καθόλου αφού ήταν παιδικά. Δεν είχε καταλάβει πριν ότι της είχαν κλαπεί και αυτά. Το ρόλοι και τη φωτογραφική τα είχε, το ένα στο γραφείο της και το άλλο στο δωμάτιο της. · Όσον αφορά τα χρυσαφικά που αναγνώρισαν οι Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5 δεν έχει αποδειχθεί η ακριβής αξία τους αλλά πρόκειται για αντικείμενα αξίας σίγουρα όχι μηδαμινής. Συμπεράσματα Από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου έχουν κατά την κρίση μου αποδειχθεί τα ακόλουθα:
  1. Η κατηγορούμενη κατά τον επίδικο χρόνο και δη στις 14.4.11 όταν έφυγε από την οικία της Μ.Κ.4, ήταν ακόμη υπάλληλος αυτής.
  2. Η περιουσία που διαπιστώθηκε από τις παραπονούμενες ότι κλάπηκε από τις οικίες τους είναι περιουσία που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής.
  3. Η περιουσία δε εκείνη που ανήκε στην Μ.Κ.5 κλάπηκε από την κατοικία της και ήταν αξίας πέραν των €8.
  4. Οι παραπονούμενες δεν συγκατατέθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο στην απόκτηση κατοχής και αποκόμιση της εν λόγω περιουσίας. Αυτό που απομένει προς εξέταση είναι το κατά πόσο έχει αποδειχθεί και ότι ήταν η κατηγορούμενη που απέκτησε κατοχή και αποκόμισε την εν λόγω περιουσία, σκόπιμα και χωρίς λάθος εκ μέρους της ότι αυτή ανήκε σε άλλο πρόσωπο, χωρίς αξίωση δικαιώματος καθώς και ότι κατά τον χρόνο της εν λόγω απόκτησης είχε πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη της μόνιμα. Όσον αφορά τα πιο πάνω η μαρτυρία που υπάρχει είναι περιστατική. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία η περιστατική μαρτυρία παρομοιάζεται με τους κρίκους αλυσίδας. Όπως οι κρίκοι της αλυσίδας πρέπει να είναι συνεκτικοί και αλληλένδετοι με τους υπόλοιπους κρίκους έτσι και τα ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σώμα (βλ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 C.L.R. 172). Η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συμβιβάζεται μόνο με την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά περιπλέον πρέπει τα γεγονότα να μην συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα εκτός από το συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Vouniotis v. Republic
(1975)2 CLR 34, Anastasiadis v. Republic
(1977)2 CLR 97 και Γεωργίου v. Aστυνoµίας
(2010)2 Α.Α.Δ 485). Όταν όλες οι σημαντικές πτυχές της περιστατικής μαρτυρίας δεν συμβιβάζονται με οτιδήποτε άλλο παρά με συμπέρασμα ενοχής η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Όταν όμως βασικά σημεία της περιστατικής μαρτυρίας συμβιβάζονται όχι μόνο με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά και με μια άλλη λογική εξήγηση που προκύπτει από τη μαρτυρία, τότε η περιστατική μαρτυρία από μόνη της δεν μπορεί να θεμελιώσει την ενοχή του κατηγορούμενου (βλ. επίσης το σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 26-36). Στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41 αναφέρθηκε ότι οι διαζευκτικές πιθανότητες πρέπει να είναι τέτοιες που να εξάγονται από την ολότητα της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, άλλως πως τα Δικαστήρια θα καλούνται να εξετάζουν πιθανότητες ή θεωρίες, ως προς συμβάντα τα οποία δεν μπορούν εύλογα να εξαχθούν από το υλικό ενώπιον τους και αυτό δεν είναι έργο του Δικαστηρίου. Εκεί δε όπου χρειάζεται κάποια εξήγηση αυτή επίσης πρέπει να προκύπτει από τη μαρτυρία και όχι από απλές υποθέσεις (βλ. R. v. Mary Ann Ash
(1911)6 Cr.App.Rep. 225). Η περιστατική μαρτυρία αναφέρεται ανωτέρω στα ευρήματα του Δικαστηρίου και δεν χρήζει επανάληψης. Από αυτήν προκύπτουν τα ακόλουθα:
  1. Η κατηγορούμενη ήταν το μόνο πρόσωπο, πλην των Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5 και του συζύγου της τελευταίας, που είχε πρόσβαση στις οικίες των παραπονουμένων, κατά τον χρόνο που εργάσθηκε για την Μ.Κ.
  2. Δεν υποβλήθηκε δε οποιαδήποτε θέση ότι κάποιο άλλο πρόσωπο έκλεψε την εν λόγω περιουσία.
  3. Η κατηγορούμενη θεάθηκε από την Μ.Κ.8, πριν φύγει την ίδια ημέρα, να ανοίγει το πλαϊνό κάγκελο της οικίας της Μ.Κ.5 και να βγάζει έξω στον πεζόδρομο ένα ένα, συνολικά τρία με τέσσερα μεγάλα σακούλια μαύρα, τα οποία άφησε στον πεζόδρομο. Οι Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5 δεν είχαν τέτοιο όγκο σκουπιδιών, τα σκουπίδια δεν τα έβγαζαν στον συγκεκριμένο χώρο και δεν ήταν καν μέρα που έβγαζαν τα σκουπίδια. Η δε κατηγορούμενη είχε στην κατοχή της όταν έφτασε για πρώτη φορά στο σπίτι της Μ.Κ.4 μόνο μια μικρή βαλίτσα με πολύ λίγα ρούχα.
  4. Η κατηγορούμενη εγκατέλειψε τον χώρο εργασίας της στην Μ.Κ.4 μετά από εργασία μόνο 5 ημερών, χωρίς κάποιο λόγο που είχε να κάνει με την εργασία της και χωρίς να ενημερώσει κανένα.
  5. Μετά από αυτό οι παραπονούμενες διαπίστωσαν ότι έλειπε συγκεκριμένη περιουσία τους όπως ρούχα, παπούτσια, τσάντες και μεγάλα χρηματικά ποσά.
  6. Η περιουσία που αναγνώρισαν οι παραπονούμενες στις 8.5.16 ήταν δική τους και βρέθηκε στις 5.5.16 στην κατοχή της κατηγορούμενης δηλ. 5 και πλέον χρόνια από τον χρόνο που εγκατέλειψε την οικία όπου διέμενε με την Μ.Κ.
  7. Όσον αφορά την εκδοχή της κατηγορούμενης, αναφορικά με το κατά πόσο έλαβε κατοχή της πιο πάνω περιουσίας αλλά και σε ποιον ανήκουν τα τεκμήρια που παρουσιάσθηκαν στο Δικαστήριο, ως έχει αναφερθεί για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, δεν έγινε δεκτή ως μη ανταποκρινόμενη στην αλήθεια. Από την μαρτυρία, η οποία έγινε δεκτή λοιπόν, δεν δόθηκε και δεν προκύπτει οποιαδήποτε άλλη λογική εξήγηση, η οποία να δείχνει ότι τα πιο πάνω στοιχεία της περιστατικής μαρτυρίας, τα οποία συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας, δεν οδηγούν στο μόνο και αναμφίβολο, κατά την κρίση μου, συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη ήταν εκείνη, η οποία σκόπιμα και χωρίς λάθος αναφορικά με το σε ποιόν ανήκε η περιουσία και χωρίς αξίωση δικαιώματος, στις 14.4.11 απόκτησε κατοχή και αποκόμισε την προαναφερόμενη περιουσία των παραπονουμένων καθώς και ότι κατά τον χρόνο της εν λόγω απόκτησης είχε πρόθεση να αποστερήσει μόνιμα αυτήν από τις παραπονούμενες. Συνεπώς κρίνω ότι έχουν αποδεχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι το μόνο που δεν έχει αποδειχθεί, από τα όσα αναφέρονται στις λεπτομέρειες των δύο αδικημάτων, είναι ότι τα χρυσαφικά της κατηγορίας 1 ήταν αξίας €1.340 και ότι όσον αφορά την κατηγορία 2, τα χρυσαφικά ήταν αξίας €970 και το ρολόι αξίας €
  8. Η ακριβής όμως αξία των εν λόγω αντικειμένων της κατηγορίας 1 δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του συγκεκριμένου αδικήματος. Είναι αρκετό να αποδειχθεί όπως και αποδείχθηκε ότι επρόκειτο για περιουσία κάποιας αξίας. Όσον δε αφορά την κατηγορία 2, η ακριβής αξία των υπό αναφορά αντικείμενων θα είχε σημασία στην περίπτωση που η αξία της συνολικώς κλαπείσας περιουσίας δεν υπερέβαινε τα €8.54, κάτι που δεν ισχύει. Όπως και για την κατηγορία 1, έχει αποδειχθεί ότι τα χρυσαφικά ήταν κάποιας αξίας, κάτι που είναι αρκετό. Ενόψει των πιο πάνω δεν κρίνεται απαραίτητη η οποιαδήποτε σχετική τροποποίηση των κατηγοριών αλλά εφαρμόζεται το άρθρο 85
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 (βλ. Θωμά ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 255, Λάζαρος Χατζηφοράδος & Υιοί Λτδ v. Δήμου Λάρνακας
(1995)2 Α.Α.Δ. 167 και Mehmet v. Police
(1970)2 CLR 62). Εν κατακλείδι η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ......................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Κλοπή υπό υπαλλήλου - Κλοπή από κατοικία). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.