← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΓΑΒΡΙΗΛ ΣΟΛΩΜΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 11312/14, 18/7/2016

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΓΑΒΡΙΗΛ ΣΟΛΩΜΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 11312/14, 18/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B132 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11312/14 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΓΑΒΡΙΗΛ ΣΟΛΩΜΟΥ Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 18 Ιουλίου, 2016 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ν. Χατζηκωνσταντίνου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Χαραλάμπους Κατηγορούμενος, παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Νο. 1 (Κατάθεση αστυνομικής κατάθεσης προσώπου που στο μεταξύ απεβίωσε)

  1. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 4 κατηγορίες. Η 1η κατηγορία αφορά αμελή οδήγηση, η 2η, μεταφορά φορτίου με τέτοιο τρόπο ώστε να παρεμποδίζεται ο έλεγχος του οχήματος από τον οδηγό, η 3η, οδήγηση χωρίς ασφάλεια έναντι τρίτου και η 4η, οδήγηση χωρίς άδεια οδήγησης. Οι κατηγορίες 3 και 4 είναι παραδεκτές.
  2. Κατά τη διάρκεια της κυρίως εξέτασης του Αστ. 1945, Δημήτρη Κλεοβούλου (ΜΚ 1), η Κατηγορούσα Αρχή επιχείρησε την κατάθεση δύο αστυνομικών καταθέσεων, ημερ. 31/8/2012 και 25/9/2013, του Παύλου Κωνσταντίνου, για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το εν λόγω πρόσωπο απεβίωσε την 1/4/
  3. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου έφερε ένσταση στο αίτημα.
  4. Κρίνω σκόπιμο, για σκοπούς πληρότητας, να αναφέρω ότι η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, είναι ότι ο κατηγορούμενος οδηγώντας μοτοποδήλατο έχασε τον έλεγχο και ανατράπηκε. Απορρίπτει τη θέση του κατηγορούμενου ότι έπεσε σε λακκούβα που υπήρχε στο δρόμο. Οι αστυνομικές καταθέσεις, των οποίων επιχειρείται η κατάθεση ως τεκμηρίων, αφορούν τον μόνο αυτόπτη μάρτυρα ο οποίος μεταξύ άλλων ανέφερε τις συνθήκες ανατροπής του μοτοποδηλάτου όπως τις αντιλήφθηκε και ότι ο κατηγορούμενος μετέφερε στο μοτοποδήλατο σακούλες από ψώνια.
  5. Έφερα σε προσοχή των δύο πλευρών την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Muskita Aluminium Industries Ltd κ.α. v. Alsako Aluminium Ltd κ.α

(2009)1Β ΑΑΔ 1481 και έδωσα χρόνο να τοποθετηθούν επί των αναφερομένων στην απόφαση αυτή. 5. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι δηλώσεις προσώπων που στο μεταξύ έχουν αποβιώσει δεν καλύπτονται από το άρθρο 24
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 («Κεφ.9»), όπως τροποποιήθηκε. Εισηγήθηκε, περαιτέρω, ότι το δικαίωμα δίκαιης δίκης του κατηγορούμενου θα επηρεαστεί αφού δεν θα μπορούν να ελεγχθούν με αντεξέταση του μάρτυρα τα όσα αναφέρονται στις εν λόγω καταθέσεις. 6. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι παρέχεται η δυνατότητα δυνάμει του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, να κατατίθεται εξ ακοής μαρτυρία. Σε ποινικές διαδικασίες αυτό που έχει σημασία είναι να υπάρχει καλός λόγος για την απουσία μάρτυρα, στην προκειμένη περίπτωση θάνατος. Εξετάζεται ακολούθως αν η μαρτυρία είναι μοναδική ή αποφασιστικής φύσεως και αν υπάρχουν αντισταθμιστικοί παράγοντες που ενδεχομένως να επηρεάζουν τυχόν αρνητικές επιπτώσεις σε κατηγορούμενο (με παρέπεμψε στην Al-Khawaja v United Kingdom
(2012)54 E.H.R.R. 23). Ανέφερε περαιτέρω ότι η παρούσα περίπτωση διακρίνεται από τα γεγονότα της Muskita, όπου επιχειρήθηκε κατάθεση σημειώματος αποβιώσαντα αφού επιχειρείται κατάθεση αστυνομικής κατάθεσης και όχι απλού σημειώματος.
  1. Με τον περί Αποδείξεως (Τροποποιητικό) Νόμο του 2004, Ν. 32(Ι)/2004(«Ν.32(Ι)/2004)» καταργήθηκε ο κανόνας αποκλεισμού εξ ακοής μαρτυρίας. Ο Ν.32(Ι)/2004αποτελεί αντιγραφή του Αγγλικού, Civil Evidence Act 1995, με κάποιες διαφοροποιήσεις. Στην Κύπρο, σε αντίθεση με την Αγγλία, οι εν λόγω πρόνοιες εφαρμόζονται σε αστικές και σε ποινικές υποθέσεις. Στην Αγγλία, σε σχέση με την αποδεκτότητα εξ ακοής μαρτυρίας σε ποινική δίκη, έγιναν διαφορετικές ρυθμίσεις, με το Criminal Justice Act 2003, ώστε αυτή να είναι αποδεκτή υπό ορισμένες περιστάσεις. Θα αναφερθώ σ' αυτές στη συνέχεια.
  2. Σύμφωνα με το άρθρο 23 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν. 32(Ι)/2004, εξ ακοής μαρτυρία[1] ορίζεται ως: «δήλωση που έγινε από πρόσωπο άλλο από εκείνο που καταθέτει σε πολιτική ή ποινική διαδικασία και η οποία προσάγεται ως μαρτυρία για απόδειξη των όσων αναφέρονται σε αυτή.»
  3. Με βάση το άρθρο 24[2]: «24.-
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου, απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ ακοής: Νοείται ότι σε ποινική διαδικασία το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο να μην αποδεχθεί εξ ακοής μαρτυρία, αν κρίνει ότι τούτο εξυπηρετεί τους σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης.
(2)Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους δεν καθιστούν αποδεκτή οποιαδήποτε μαρτυρία, που θα αποκλείετο για οποιοδήποτε λόγο άλλο από το ότι αυτή είναι εξ ακοής μαρτυρία.
(3)Οι διατάξεις των άρθρων 26, 27 και 28 του παρόντος Μέρους δεν εφαρμόζονται αναφορικά με εξ ακοής μαρτυρία, η οποία θα ήταν αποδεκτή εν πάση περιπτώσει και χωρίς την εφαρμογή των διατάξεων του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η εν λόγω μαρτυρία καθίσταται αποδεκτή και δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου.» 10. Στο κοινοδίκαιο αναγνωρίστηκε, από πολύ παλιά, ότι αποκλεισμός μαρτυρίας αποβιωσάντων, ως εξ ακοής, θα προκαλούσε συχνά αδικία, οπότε και αναγνωρίστηκαν έξι νομολογιακές εξαιρέσεις:
(1)δηλώσεις κατά την εκτέλεση καθήκοντος,
(2)εναντίον συμφέροντος,
(3)επί γενεαλογικών ζητημάτων,
(4)για δημόσια δικαιώματα,
(5)επιθανάτιες δηλώσεις και
(6)περιεχομένου διαθηκών (βλ. Cases and Statutes on the Law of Evidence, Ernest Cockle, Sweet & Maxwell, 7th ed, 1946, σελ. 210[3]). Σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν από τον Jessel M.R. στην Sugden v Lord St. Leonards (CA)
(1876)34 L.T. 369[4]: «As a rule the declarations, whether in writing or oral, made by deceased persons, are in our law not admissible in evidence at all. But so inconvenient was the law upon this subject, so frequently has it shut out the only obtainable evidence, so frequently would it have caused a most crying and intolerable injustice, that a large number of exceptions have been made to the general rule.» 11. Με το s. 1
(1)του Evidence Act 1938[5], επεκτάθηκε η αποδεκτότητα δηλώσεων αποβιωσάντων, συμπληρωματικά στις ήδη υφιστάμενες νομολογιακές εξαιρέσεις (βλ. σύγγραμμα του Ernest Cockle, σελ. 210[6] και Phipson on Evidence, 10th ed, 1963, σελ. 344, παρ. 843[7]). 12. Στην Κύπρο είχε εισαχθεί στο Κεφ. 9 πανομοιότυπη πρόνοια με το άρθρο 4[8], το οποίο ακολούθως καταργήθηκε από τον Ν. 32(Ι)/2004. Το Αγγλικό s. 1
(1)του Evidence Act 1938 καταργήθηκε οριστικά από το Civil Evidence Act 1995, schedule
  1. Με το Civil Evidence Act 1995 επισφραγίστηκε οριστικά η κατάργηση του αποκλεισμού της εξ ακοής μαρτυρίας στην Αγγλία στις αστικές υποθέσεις (βλ. Phipson on Evidence, 17th ed, 2010, σελ. 896, παρ. 28-55[9]). Στο Αγγλικό δίκαιο επομένως, όσον αφορά αστικές υποθέσεις, δεν αποκλείεται δήλωση προσώπου που εν τω μεταξύ έχει αποβιώσει.
  2. Στις ποινικές υποθέσεις το ζήτημα στην Αγγλία ρυθμίστηκε διαφορετικά. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Criminal Justice Act 2003 ο κανόνας αποκλεισμού παραμένει[10] ενώ δημιουργήθηκε αριθμός εξαιρέσεων, που αφορούν μεταξύ άλλων και δηλώσεις προσώπων που στο μεταξύ έχουν αποβιώσει (βλ. σχετικά s.116[11]). Η συμβατότητα του εν λόγω άρθρου με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει εξεταστεί στην R. v. Horncastle [2010] 2 A.C. 373[12] (απόφαση του Supreme Court) και
(2015)60 E.H.R.R. 31 (απόφαση ΕΔΑΔ) όπου η καταδίκη κατηγορούμενου είχε στηριχθεί και σε μαρτυρία προσώπου που απεβίωσε. Το ΕΔΑΔ επανέλαβε τα κριτήρια εξέτασης που εφαρμόζονται από το εκδικάζον Δικαστήριο ώστε να υπάρχει συμμόρφωση με το άρθρο 6 της Συνθήκης: «139 Secondly, in the applicants' case the Supreme Court said that it declined to apply the so-called "sole or decisive rule", as it was at that time understood following the judgment of the Chamber in Al-Khawaja. However, this does not, of itself, lead to a violation of art.6 of the Convention, since the Grand Chamber's subsequent judgment in that case made it clear that the admission of sole and decisive absent-witness evidence may be compatible with art.6 if the appropriate counterbalancing measures are present. In the present case, taking the test for compliance with art.6 as enounced in the Grand Chamber judgment in Al-Khawaja , the Court must thus decide whether there was a good reason for the witnesses' non-attendance; whether the witness statements were "sole or decisive"; and, if so, whether there were nonetheless adequate counterbalancing measures to protect the applicants' right to a fair trial.»
  1. Στην Κύπρο η ερμηνεία των αντίστοιχων άρθρων του Civil Evidence Act 1995, όπως αυτά ενσωματώθηκαν στο Κεφ. 9, πήρε άλλη πορεία. Στην Muskita το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην επιτρέψει κατάθεση χειρόγραφου σημειώματος προσώπου που είχε αποβιώσει με το εξής αιτιολογικό, σελ. 1504: «Εξετάσαμε τους λόγους για τους οποίους το πρωτόδικο δικαστήριο δεν επέτρεψε την κατάθεση του εν λόγω χειρόγραφου σημειώματος και για τους λόγους που εξηγούμε στη συνέχεια κρίνουμε ότι η απόφαση του είναι ορθή. Έκρινε δηλαδή ότι η περίπτωση δεν καλυπτόταν από τον περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9 όπως αυτός τροποποιήθηκε με το Ν. 32(I)/04 που επέτρεψε την αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας, για το λόγο ότι ο Νόμος αυτός δεν καλύπτει δηλώσεις από πρόσωπα που στο μεταξύ έχουν αποβιώσει. Έκρινε επίσης το δικαστήριο ότι δεν εμπίπτει η περίπτωση στις εξαιρέσεις που μπορεί να γίνει αποδεκτή η δήλωση ως επιθανάτια. Από τις πρόνοιες του Άρθρου 26 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 32(I)/04, καθίσταται σαφές ότι η εξ ακοής μαρτυρία που θα παρουσιαστεί υπό μορφή δήλωσης προϋποθέτει και την ύπαρξη του προσώπου που είχε προβεί στη δήλωση, ούτως ώστε να είναι δυνατή η κλήτευση του για αντεξέταση, αν η άλλη πλευρά επιθυμεί τούτο. Επομένως ορθά έκρινε το πρωτόδικο δικαστήριο ότι η χειρόγραφη σημείωση που αποδιδόταν στον αποβιώσαντα Γεώργιο Μουσκή δεν μπορούσε να παρουσιαστεί ως μαρτυρία για το αληθές του περιεχομένου της. Το Αρθρο 4 του Κεφ. 9, όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίηση με το Ν. 32(I)/04, που επέτρεπε την παρουσίαση εγγράφων χωρίς την ανάγκη να κληθεί το πρόσωπο που το σύνταξε όταν αυτό ήταν εκτός της Δημοκρατίας ή αποβιώσας, καταργήθηκε με το Ν. 32(I)/
  2. Επομένως ορθά το δικαστήριο δεν επέτρεψε την εν λόγω μαρτυρία.»
  3. Διαπιστώνεται επομένως ότι η κυπριακή προσέγγιση του θέματος ήταν να θεωρήσει την καταργηθείσα ρύθμιση του άρθρου 4 του Κεφ. 9, όχι ως εξαίρεση στον τότε ισχύοντα κανόνα του αποκλεισμού της εξ ακοής μαρτυρίας, αλλά ως ειδική ρύθμιση αποδεκτότητας δηλώσεων προσώπων που στο μεταξύ έχουν αποβιώσει. Με την κατάργηση της έμεινε κενό στο Νόμο. Το θέμα έχει συνδεθεί άμεσα με τις πρόνοιες του άρθρου 26[13] του Κεφ. 9 και την δυνατότητα αντεξέτασης του προσώπου το οποίο είχε προβεί στην αρχική δήλωση[14].
  4. Σημειώνω ότι ανάλογη πρόνοια με το άρθρο 26 υπάρχει και στο Civil Evidence Act 1995, s.2[15].
  5. Δεν συμφωνώ με την επιχειρηματολογία της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής περί διαφοροποίησης του λόγου της Muskita όταν πρόκειται για δηλώσεις προσώπων που περιέχονται σε αστυνομικές καταθέσεις και στο μεταξύ έχουν αποβιώσει. Το αιτιολογικό της απόφασης δεν αφήνει περιθώριο για τέτοια διάκριση.
  6. Εξέτασα, αν και δεν έγινε εισήγηση προς τούτο, αν οι δηλώσεις που περιέχονται στις καταθέσεις εμπίπτουν σε οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις του κοινοδικαίου. Δεν εμπίπτουν.
  7. Ως εκ τούτου η κατάθεση των εν λόγω αστυνομικών καταθέσεων για την αλήθεια του περιεχομένου της δεν επιτρέπεται. Θα επιτραπεί η κατάθεση τους ως Τεκμηρίων μόνο για περιορισμένο σκοπό, ότι δηλαδή είναι οι αστυνομικές καταθέσεις που λήφθηκαν από τον Παύλο Κωνσταντίνου. Η αστυνομική κατάθεση ημερ. 31/8/2012 κατατίθεται ως Τεκμήριο 8 και η Αστυνομική κατάθεση ημερ. 25/9/2013 κατατίθεται ως Τεκμήριο 9 για τον περιορισμένο σκοπό που ανέφερα. Υπ.).................................................. Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Interim/ Admissibility/ Statement by a person since deceased. Αναφορά: Ποινική/ Ενδιάμεση/ Αποδεκτότητα δήλωσης προσώπου που στο μεταξύ απεβίωσε. [1] Ο ορισμός παρουσιάζει κάποια διαφορά από τον αντίστοιχο Αγγλικό ορισμό (section 1
(2)): '
(2)In this Act— (
  1. a)"hearsay" means a statement made otherwise than by a person while giving oral evidence in the proceedings which is tendered as evidence of the matters stated; and (
  2. b)references to hearsay include hearsay of whatever degree.' [2] Αντίστοιχο Αγγλικό (section 1
(1)): '
(1)In civil proceedings evidence shall not be excluded on the ground that it is hearsay.' [3] 'It has long been recognised that the exclusion of evidence of statements made by deceased persons would frequently lead to a defeat of justice. In the six following instances the law recognises that there is sufficient guarantee of the credibility of such hearsay statements to allow that they shall be admitted as evidence:- 1. Declarations in course of duty. 2. " against interest. 3. " as to pedigree. 4. " " public rights. 5. " " cause of death. 6. " " contents of wills' [4] Απόσπασμα από το σύγγραμμα του Ernest Cockle σελ. 253. [5] '1—
(1)In any civil proceedings where direct oral evidence of a fact would be admissible, any statement made by a person in a document and tending to establish that fact shall, on production of the original document, be admissible as evidence of that fact if the following conditions are satisfied, that is to say- (
  1. i)if the maker of the statement either— (
  2. a)had personal knowledge of the matters dealt with by the statement; or ... if the maker of the statement is called as a witness in the proceedings: Provided that the condition that the maker of the statement shall be called as a witness need not be satisfied if he is dead, or unfit by reason of his bodily or mental condition to attend as a witness, or if he is beyond the seas and it is not reasonably practicable to secure his. attendance, or if all reasonable efforts to find him have been made without success.' [6] 'The Evidence Act, 1938, has greatly increased the area of admissibility, but the Act is cumulative upon and expressly preserves the common law rules dealt with here.' [7] 'So far as the law of evidence is concerned, the Act is enabling. No evidence admissible before the act is rendered inadmissible.' [8] 4-
(1)Σε οποιαδήποτε διαδικασία στην οποία στην θα ήταν δεκτή άμεση προφορική μάρτυρα γεγονότος, οποιαδήποτε δήλωση του έγινε από κάποιο πρόσωπο σε έγγραφο και που τείνει να αποδείξει το γεγονός αυτό είναι, με την παρουσίαση του πρωτοτύπου, δεκτή ως απόδειξη του γεγονότος αυτού, αν πληρούνται οι ακόλουθοι όροι, δηλαδή- (α) αν αυτός που προβαίνει στη δήλωση είτε- (ι) είχε προσωπική γνώση των θεμάτων που περιλαμβάνονται στη δήλωση· ή .... (β) τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2), αν αυτός που προβαίνει στη δήλωση, κληθεί ως μάρτυρας στη διαδικασία: Νοείται ότι ο όρος, ότι αυτός που προβαίνει στη δήλωση πρέπει να κληθεί ως μάρτυρας, δεν είναι ανάγκη να πληρωθεί αν αυτός είναι νεκρός ή ανίκανος λόγω της σωματικής ή πνευματικής του κατάστασης να παραστεί ως μάρτυρας ή αν βρίσκεται εντός Κύπρου και δεν είναι εύλογα πρακτικό να εξασφαλιστεί η παράσταση του ή αν κάθε εύλογη προσπάθεια ανεύρεσης του έγινε χωρίς επιτυχία. [9] '28-
  1. Reform of the hearsay rule has been a lengthy process involving, for civil proceedings three, and for criminal proceedings four, major reforms over 75 years. The first general statutory overhaul of the rule pre-dated Myers v DPP by many years. This was the Evidence Act 1938, but that statute was of restricted scope. It concerned only civil proceedings, was confined to documentary hearsay and left oral hearsay in the same position as before. Extensive reform of the civil law of hearsay was undertaken in the Civil Evidence Act 1968 which made a wide range of hearsay material admissible under certain procedural conditions. A broader and simpler regime was introduced by the Civil Evidence Act 1995 whereby hearsay was, in effect, made admissible in civil proceed­ings.' [10] Σχετικά είναι τα s. 114,
  2. [11] '116 Cases where a witness is unavailable
(1)In criminal proceedings a statement not made in oral evidence in the proceedings is admissible as evidence of any matter stated if— (
  1. a)oral evidence given in the proceedings by the person who made the statement would be admissible as evidence of that matter, (
  2. b)the person who made the statement (the relevant person) is identified to the court's satisfaction, and (
  3. c)any of the five conditions mentioned in subsection
(2)is satisfied.
(2)The conditions are— (a) that the relevant person is dead;' [12] Η εν λόγω απόφαση είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Γίνεται ανασκόπηση της αντιμετώπισης της εξ ακοής μαρτυρίας στην Αγγλία αλλά και από άλλες χώρες κοινοδικαίου ενώ τίθεται με σαφήνεια ο σύγχρονος τρόπος προσέγγισης τέτοιας μαρτυρίας από τα Αγγλικά Δικαστήρια. [13]26.-
(1)Σε περίπτωση κατά την οποία οποιοσδήποτε διάδικος προσάγει εξ ακοής μαρτυρία και δεν κλητεύει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο, το οποίο είχε προβεί στην αρχική δήλωση, τότε οποιοσδήποτε άλλος διάδικος δύναται, με την άδεια του Δικαστηρίου, πριν ο διάδικος που έχει προσάξει την εξ ακοής μαρτυρία κλείσει την υπόθεσή του, να κλητεύει το εν λόγω πρόσωπο για να το αντεξετάσει σε σχέση με την αρχική του δήλωση: Νοείται ότι το Δικαστήριο δύναται να μην επιτρέψει την κλήτευση, αν κρίνει ότι η κλήτευση του εν λόγω προσώπου δεν είναι, υπό τις περιστάσεις, εύλογη και εφικτή ή ότι δεν είναι αναγκαία για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης.
(2)......
(3).....
(4)..... [14] Σχετική επίσης είναι η απόφαση του Δ. Ναθαναήλ στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου κ.α.
(2010)2 ΑΑΔ 94, σελ. 135-
  1. [15]
  2. Rules of court may provide that where a party to civil proceedings adduces hearsay evidence of a statement made by a person and does not call that person as a witness, any other party to the proceedings may, with the leave of the court, call that person as a witness and cross-examine him on the statement as if he had been called by the first-mentioned party and as if the hearsay statement were his evidence in chief. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.