Αντώνης Βόλος ν. Γιώργος Φυλακτού, Αρ.Υπόθ. 31191/14, 6/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B122 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Αρ.Υπόθ. 31191/14 Ενώπιον Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ Αντώνης Βόλος Παραπονούμενος ν Γιώργος Φυλακτού Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 6 Ιουλίου 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Παραπονούμενο: κ. Μ. Ιωάννου με κα Ιωάννου Για Κατηγορούμενο: κα. Μιχαηλίδου για PHC TSANGARIDES LLC Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ (ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ) Οι κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει μια κατηγορία, αυτή της παράνομης εισόδου σε ξένη περιουσία κατά παράβαση του αρ.280 του Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ως τροποποιήθηκαν, «ο κατηγορούμενος κατά την 07.10.2013 εισήλθε νόμιμα στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 7/35518 τεμ. 747 το οποίο ευρίσκεται εις την οδό Ελευθερίας εις Λεμεσό ιδιοκτησία του παραπονούμενου εις το οποίο ο κατηγορούμενος χρησιμοποιεί ως αποθήκη και από την 01.11.2014 παρέμεινε και μέχρι σήμερα παραμένει σε αυτό παράνομα με σκοπό την όχληση του παραπονούμενου και την διάπραξη ποινικού αδικήματος ήτοι του αδικήματος της παράνομης εισόδου σε ξένη περιουσία» Από πλευράς παραπονούμενου, κατέθεσε ο ίδιος ως ΜΚ1, ενώ παράλληλα κατέθεσε και οχτώ Τεκμήρια. Η εκδοχή του παραπονούμενου, όπως αυτή δύναται να εξαχθεί από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων και την προσκομισθείσα μέχρι τώρα μαρτυρία, είναι συνοπτικά η ακόλουθη: Στις 7/10/13, ο κατηγορούμενος, δυνάμει γραπτής συμφωνίας με τον παραπονούμενο - ιδιοκτήτη (Τ.1), εισήλθε στο επίμαχο ακίνητο και έλαβε την κατοχή και χρήση του έναντι συμφωνηθέντος ανταλλάγματος, καταβαλλόμενου μηνιαίως. Η αρχική ισχύς της συμφωνίας ήταν για την περίοδο 1/11/13 - 30/04/14, ενώ στη λήξη της, ανανεώθηκε, ως η συμφωνία των μερών, για περαιτέρω περίοδο 6 μηνών, ήτοι μέχρι 31/10/
- Ένα μήνα πριν τη λήξη της περιόδου ανανέωσης, ο παραπονούμενος, μέσω των δικηγόρων του, απέστειλε συστημένη επιστολή στον κατηγορούμενο, με την οποία κοινοποιούσε στον τελευταίο την πρόθεση του να τερματίσει την μεταξύ τους συμφωνία ενώ παράλληλα τον καλούσε όπως, στις 31/10/14, του παραδώσει την κατοχή του ακινήτου. Ο κατηγορούμενος, μέσω των δικηγόρων του, αρνήθηκε να παραδώσει κατοχή, ισχυριζόμενος ότι απέκτησε θέσμιο δικαίωμα ενοικίασης και παραμονής στο ακίνητο και προς τούτο, εξακολούθησε να καταβάλλει, με επιταγές, το συμφωνηθέν μηνιαίο αντάλλαγμα, επιταγές οι οποίες όμως δεν έγιναν αποδεκτές από τον παραπονούμενο ο οποίος τις επέστρεψε πίσω στον κατηγορούμενο. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, η άρνηση/παράλειψη του κατηγορούμενου, να του παραδώσει κατοχή του ακινήτου κατά τη λήξη της συμφωνίας και να εξακολουθεί να το κατέχει μέχρι και σήμερα, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος έχει διαπράξει το αδίκημα του αρ.280 Κεφ.154 που είναι και το αντικείμενο της παρούσας. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, η Υπεράσπιση υπέβαλε εισήγηση ότι δεν απεδείχθει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και κάλεσε το Δικαστήριο όπως αθωώσει και απαλλάξει τον τελευταίο από αυτό το στάδιο. Η εισήγηση της υπεράσπισης περιστράφηκε γύρω από τους πιο κάτω άξονες: α) Το αδίκημα του αρ.280 είναι αδίκημα που στρέφεται εναντίον της κατοχής και όχι της ιδιοκτησίας Όπως υποστήριξε η συνήγορος, με αναφορά σε νομολογία, το αδίκημα του αρ.280 Κεφ.154, αφορά σε αδίκημα που διαπράττεται εναντίον του κατόχου ακίνητης ιδιοκτησίας και όχι του ιδιοκτήτη. Στην παρούσα υπόθεση, υποστήριξε η συνήγορος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, κάτοχος δεν ήταν ο παραπονούμενος αλλά ο κατηγορούμενος. Ελλείπει επομένως, σύμφωνα με τη συνήγορο, απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. β) Η παραμονή του κατηγορούμενου στο ακίνητο είναι νόμιμη Η συνήγορος υποστήριξε ότι, ενώ από τη μια ο παραπονούμενος ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε νόμιμα στο ακίνητο (βλέπε λεπτομέρειες αδικήματος), από την άλλη ισχυρίζεται ότι η παραμονή του τελευταίου στο ακίνητο ήταν με σκοπό τη διάπραξη του αδικήματος της παράνομης εισόδου (βλέπε και πάλι λεπτομέρειες αδικήματος). Το αντιφατικό και αλληλοσυγκρουόμενο στοιχείο αυτό, θα πρέπει, σύμφωνα με τη συνήγορο, να οδηγήσει στην απόρριψη της κατηγορίας από αυτό το στάδιο. Ανεξάρτητα τούτου, η συνήγορος υπέβαλε ότι, από τη μαρτυρία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κατέστη θέσμιος ενοικιαστής και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται η «παράνομη διαμονή» του για σκοπούς του αρ.
- Στην αντίπερα όχθη, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι για τον παραπονούμενο, υποστήριξαν ότι καμιά θέσμια ενοικίαση δημιουργήθηκε, ενώ με την προσκομισθείσα μαρτυρία, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία αφού διέπραξε το αδίκημα του αρ.280, όταν αυτός παρέμεινε στο ακίνητο μετά τη λήξη της συμφωνίας. Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις υπό το φως των νομικών αρχών που διέπουν το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Οι εν λόγω αρχές είναι πολύ καλά γνωστές και δεν προτίθεμαι να της επαναλάβω. Παραπέμπω ενδεικτικά στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, In Re Kakos
(1985)1 CL.R. 250 και Azinas and Another v. Police,
(1981)2 CL.R. 9, ως επίσης και στη Δικαστική Πρακτική του
- Κρίνω σκόπιμο όπως εξετάσω πρώτα την υπό στοιχείο α) πιο πάνω εισήγηση της υπεράσπισης και τούτο, γιατί τυχόν επιτυχία της συγκεκριμένης πτυχής της εισήγησης της υπεράσπισης, θα θέσει τέρμα στην υπόθεση του παραπονούμενου από αυτό το στάδιο. Παραθέτω αυτούσιες τις επίμαχες πρόνοιες του άρθρου 280: «Είσοδος σε ξένη περιουσία με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος, κλπ.
- Όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία ή με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή όποιος, αφού εισέρθει νόμιμα σε τέτοια περιουσία, παραμένει σε αυτή παράνομα, με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων» (έμφαση δική μου) Θεωρώ ορθό όμως, εφόσον πρόκειται περί επιβεβαίωσης νομοθετικής έννοιας, να ανατρέξω στο αυθεντικό αγγλικό κείμενο που είναι και ο ορθός ερμηνευτικός οδηγός (βλ. Χρήστος Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 69). Το αυθεντικό αγγλικό κείμενο του άρθρου 280 έχει ως εξής: « Any person who enters into or upon property in the possession of another with intent to commit an offence punishable by this Code, or by any Law in force within the Colony, or to intimidate, insult or annoy any person in possession of such property; or having lawfully entered into or upon such property, unlawfully remains there with intent thereby to intimidate, insult or annoy any such person, or with intent to commit an offence punishable by this Code or by any Law in force within the Colony, is guilty of a misdemeanor and is liable to imprisonment for two years. (έμφαση δική μου) Η υπόθεση Κυριάκου Μάριος ν. Αστυνομίας,
(2007)2 Α.Α.Δ. 354, στην οποία με παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος για τον κατηγορούμενο είναι άκρως διαφωτιστική. Όπως χαρακτηριστικά το έθεσε το Ανώτατο Δικαστήριο σε εκείνη την υπόθεση, «...το Άρθρο 280 του Κεφ.154 δεν προστατεύει τον ιδιοκτήτη αλλά τον κάτοχο της περιουσίας...». Προς επίρρωση των ανωτέρω, χρήσιμη αναφορά μπορεί επίσης να γίνει και στον Ινδικό Ποινικό Κώδικα, όπου το S.441 δημιουργεί πανομοιότυπο αδίκημα με το αρ.280 (το 1961, το αδίκημα στον Ινδικό Κώδικα τροποποιήθηκε με την προσθήκη ενός επιπρόσθετου τρόπου διάπραξης του αδικήματος που δεν αφορά όμως την παρούσα). Σημειώνεται ότι στο Αγγλικό δίκαιο δεν υπάρχει παρόμοιο αδίκημα παρά μόνο το αδίκημα του «forcible entry» το οποίο όμως εδράζεται επί διαφορετικών προϋποθέσεων και επομένως δεν μπορεί να αποτελέσει βοηθητικό οδηγό για την παρούσα υπόθεση. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Penal Law of India, 10th ed, στις σελ. 3785-3821, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι α) Παράνομη είσοδος ή παράνομη διαμονή σε περιουσία που κατέχει άλλος, β) Με σκοπό (πρόθεση) τη διάπραξη αδικήματος ή εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου της περιουσίας. Το αδίκημα της «ποινικής επέμβασης» (criminal trespass), διότι περί τούτου πρόκειται, διαχωρίζεται από το αστικό αδίκημα της επέμβασης σε περιουσία (civil trespass). Για να στοιχειοθετηθεί το ποινικό αδίκημα, ο παραπονούμενος θα πρέπει να έχει πραγματική και φυσική κατοχή του ακινήτου η οποία και θα πρέπει να είναι αποκλειστική (exclusive).[1] Άλλωστε, όπως επισημαίνουν οι διακεκριμένοι συγγραφείς του πιο πάνω συγγράμματος, το αδίκημα «είναι σχεδιασμένο για να προστατέψει τον κάτοχο της περιουσίας και όχι τον ιδιοκτήτη, ενώ το ποιος έχει τον τίτλο ιδιοκτησίας είναι θέμα άσχετο και «ξένο» με το αδίκημα[2], θέση που συνάδει πλήρως και με την κυπριακή νομολογία, (βλ. Κυριάκου ανωτέρω) Ως εκ τούτου, ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε εναντίον ενοίκου, για «ποινική επέμβαση», από τον ιδιοκτήτη του ακινήτου, όταν ο πρώτος δεν εγκατέλειψε το ακίνητο παρά την υπόσχεση που έδωσε προς τούτο, απορρίφθηκε ως μη εμπίπτουσα στην εμβέλεια του ποινικού αδικήματος αλλά ως καθαρά αστική διαφορά που θα έπρεπε να επιλυθεί στα αστικά Δικαστήρια[3], όπως απορρίφθηκε και η ποινική υπόθεση στην οποία ο παραπονούμενος δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδείκνυαν ότι ήταν κάτοχος της επίμαχης ιδιοκτησίας[4]. Στην παρούσα υπόθεση, αποτελεί θέση του παραπονούμενου, ότι ο κατηγορούμενος, έλαβε κατοχή του ακινήτου με την υπογραφή της συμφωνίας, διατήρησε δε αυτή ανενόχλητα και από τη λήξη της συμφωνίας μέχρι και σήμερα εξακολουθεί να κατέχει το ακίνητο, διαπράττοντας έτσι το αδίκημα του αρ.280. Με κάθε σεβασμό προς τις θέσεις του παραπονούμενου, η παρούσα κάθε άλλο παρά συνιστά περίπτωση όπου τυγχάνει εφαρμογής το αρ.280 Κεφ.154, αδίκημα το οποίο, όπως προκύπτει αβίαστα από τα πιο πάνω, μπορεί να επικληθεί μόνο από τον κάτοχο της περιουσίας, ιδιότητα την οποία ο παραπονούμενος στην παρούσα υπόθεση δεν έχει. Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση απουσιάζει παντελώς το συστατικό στοιχείο της «περιουσίας που είναι στην κατοχή άλλου». Πέραν των πιο πάνω όμως, βρίσκω ότι ούτε το απαραίτητο συστατικό στοιχείο της «πρόθεσης» για διάπραξη αδικήματος ή όχλησης του κατόχου της περιουσίας έχει εκ πρώτης όψεως αποδειχθεί. Η ύπαρξη του στοιχείου αυτού συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορεί να θεωρηθεί αξιόποινη, για σκοπούς του αρ.280, η όποια τυχόν «επέμβαση» από πλευράς κατηγορούμενου.[5] Η πρόθεση για διάπραξη αδικήματος ή όχλησης του κατόχου της περιουσίας, πρέπει να αποτελεί και την πραγματική και κυρίαρχη πρόθεση του κατηγορούμενου κατά το χρόνο που ο τελευταίος εισήλθε ή αποφάσισε να παραμείνει στο ακίνητο. (ANDREAS ELIA LAMBIDES ν. THE POLICE,
(1967)2 Α.Α.Δ. 142). H απλή διαμονή ή κατοχή του ακινήτου, έστω και παράνομη, δεν μπορεί να αναχθεί σε «ποινική επέμβαση», χωρίς την ύπαρξη της αναγκαίας πρόθεσης κατά τον ουσιώδη χρόνο[6]. Μάλιστα δε, ακόμα και αν ο κατηγορούμενος διαπράξει κάποιο ποινικό αδίκημα ή ενοχλήσει τον κατηγορούμενο, ενώ είναι στο ακίνητο, χωρίς όμως ποτέ να είχε αυτή την πρόθεση όταν εισέρχετο ή όταν αποφάσισε να μείνει, τότε αν και μπορεί να είναι ξεχωριστά ένοχος για το εν λόγω αδίκημα, εντούτοις δεν μπορεί να καταδικαστεί για το αδίκημα της «ποινικής επέμβασης».[7] Κατ' αρχή σημειώνω τη σύγχυση και το νομικά εσφαλμένο, που οι λεπτομέρειες αδικήματος, δημιουργούν, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα της παράνομης εισόδου επειδή έμεινε στο ακίνητο με σκοπό να διαπράξει το αδίκημα της παράνομης εισόδου, σύγχυση που σίγουρα δεν δικαιολογεί την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία επί αυτής της πτυχής της κατηγορίας. Δεδομένου όμως ότι η κατηγορία καταλογίζει στον κατηγορούμενο και πρόθεση «όχλησης» του παραπονούμενου, προχωρώ να εξετάσω και αυτή τη πτυχή. Κατ' αρχή, από το λεκτικό του αρ.280 προκύπτει ότι η όχληση πρέπει να αφορά στον κάτοχο της περιουσίας, ιδιότητα την οποία ο παραπονούμενος απέτυχε να καταδείξει σε αυτό το στάδιο. Κατά δεύτερο, για να μπορέσει το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η είσοδος ή η παραμονή στην περιουσία έγινε με σκοπό την όχληση του κατόχου, θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι αυτός ήταν ο σκοπός του κατηγορούμενου όταν αποφάσισε να παραμείνει στην περιουσία. Το ότι η ενόχληση μπορεί να συνιστά φυσική συνέπεια της παραμονής στην περιουσία δεν αρκεί.[8] Στη βάση της εκδοχής του παραπονούμενου, δεν διαπιστώνω να έχει καταδειχθεί, εκ πρώτης όψεως, τέτοια πρόθεση από πλευράς κατηγορούμενου. Το ότι μπορεί η συμπεριφορά του κατηγορούμενου να είναι αντισυμβατική ή να τον καθιστά επεμβασία, εν τη αστική έννοια του όρου, δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα του αρ. 280. Κρίνω συνεπώς, ότι ούτε το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης έχει στοιχειοθετηθεί και επομένως η υπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί και ο κατηγορούμενος να αθωωθεί και απαλλαχτεί από αυτό το στάδιο. Προτού εγκαταλείψω την απόφαση μου θα πρέπει να σημειώσω και το εξής. Το ποινικό Δικαστήριο ουδέποτε ήταν το αρμόδιο Δικαστήριο να αποφασίσει επί των αστικών (civil) δικαιωμάτων των μερών. Η διαφορά που έχει προκύψει μεταξύ του παραπονούμενου και του κατηγορούμενου, είναι προφανώς διαφορά που κατάλληλο forum να την επιλύσει είναι το πολιτικό Δικαστήριο, όπου η υπόθεση έχει ή πρόκειται να οδηγηθεί. Παρά ταύτα όμως, για ανεξήγητο λόγο, καταχωρήθηκε η παρούσα ποινική υπόθεση, η οποία απασχολεί το ποινικό δικαστήριο για δύο σχεδόν χρόνια και από την οποία ουδέποτε αναμένετο να επιτευχθεί η προφανώς επιθυμούμενη επανάκτηση του ακινήτου, θεραπεία άλλωστε που δεν μπορεί να αποδοθεί από το Δικαστήριο που ασκεί ποινική δικαιοδοσία. Ως εκ τούτου, αντί ο χρόνος να αναλωθεί στην πολιτική διαδικασία όπου τέτοια θεραπεία θα μπορούσε να δοθεί αν ο παραπονούμενος όντως τη δικαιούται και να αποφευχθεί η ταλαιπωρία όλων των εμπλεκομένων αλλά και του πολύτιμου χρόνου του ποινικού Δικαστηρίου, εντούτοις επιλέγηκε συνειδητά όπως σπαταληθεί και χρόνος και έξοδα για να δικαστεί ένα αστικό θέμα ως ποινική υπόθεση και αυτό αδικαιολόγητα. Όπως παρατηρούν οι διακεκριμένοι συγγραφείς του Penal Law of India, «To initiate criminal proceedings in the circumstances appears to be only an abuse of the process of the Court»[9]. Το θέμα όμως δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω βάσιμη την εισήγηση της Υπεράσπισης ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και συνεπώς αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται. Στη βάση όλων των ανωτέρω και με γνώμονα τις πρόνοιες των αρ. 167-169 Κεφ.155, κρίνω δίκαιο όπως τα έξοδα της υπόθεσης επιδικαστούν υπέρ του κατηγορούμενου και εναντίον του παραπονούμενου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εκδίδεται ανάλογη διαταγή. (Υπ). ............... Λ. Πασχαλίδης Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΜΚ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Παράνομη είσοδος σε περιουσία. [1] Βλ. Penal Law of India, 10th ed, pg.3800-3801 par.14-15, pg.3819 par. 24 [2] Ibid pg.3789 par.3, και pg.3793, par.6 [3] Ibid pg.3787 «Person lawfully entering into possession of property», Mangal Ram Bhagat v State 1976 Cr.L.J. 362 [4] Ibid pg.3792, Smt. Mathri v State of Punjab A.I.R. 1964 S.C. 936 [5] Ibid pg.3789 par.2, pg.3819 [6] Βλ.Textbook on the Indian Penal Code, K.D. Gaur, 4th ed.
(2011), pg. 743 και η νομολογία που το σύγγραμμα εκεί παραθέτει. [7] Penal Law od India pg.3799 par.12, Baby Ram v State 1971 ALJ 4 [8] Ibid pg.3790-3791 par.5, Suramanian v Mari
(1966)MLJ 99 [9] Ibid pg.3793 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο