ΑΔΕΛΦΟΙ ΠΕΤΟΥΣΗ ΛΤΔ ν. S & X KYPRIANOU WOODEXPERT LIMITED κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 20477/14, 6/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B123 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 20477/14 Μεταξύ ΑΔΕΛΦΟΙ ΠΕΤΟΥΣΗ ΛΤΔ -ν-
- S & X KYPRIANOU WOODEXPERT LIMITED
- ΞΕΝΙΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 06 Ιουλίου, 2016 Για Παραπονούμενους: κα. Πετρίδου Για Κατηγορούμενους 1 και 2: κα. Ιωάννου Κατηγορούμενος 2: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν σύμφωνα με το κατηγορητήριο 1 κατηγορία έκαστος. Συγκεκριμένα, οι Κατηγορούμενοι 1 αντιμετωπίζουν στην 1η κατηγορία το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων οι Κατηγορούμενοι 1 κατηγορούνται ότι κατά ή περί την 15/10/2010 εξέδωσαν και παρέδωσαν στους παραπονούμενους την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αρ.90920865, για το ποσό των €3000.00= (στο εξής καλούμενη «η επίδικη επιταγή») η οποία όταν εμφανίστηκε στην Τράπεζα κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα δεν εξοφλήθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων των εκδοτών της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίαση της. Ο δε Κατηγορούμενος 2, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, κατηγορείται στην 2η κατηγορία ότι υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντής και/ή νόμιμος αντιπρόσωπος και/ή ως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο από την κατηγορούμενη εταιρεία 1 και/ή ως εντεταλμένος από αυτήν να υπογράφει επιταγές και/ή άλλως πως παρέσχε συνδρομή και/ή συμβούλευσε και/ή παρακίνησε την εν λόγω εταιρεία και/ή εξέδωσε και/ή υπέγραψε και/ή παρέδωσε για λογαριασμό της την εν λόγω επιταγή η οποία όταν εμφανίστηκε στην Τράπεζα κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα δεν εξοφλήθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων των εκδοτών της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίαση της. Οι Παραπονούμενοι προς απόδειξη της υπόθεσης τους κάλεσαν τέσσερις μάρτυρες, ήτοι τον Κυριάκο Πετούση (ΜΚ1), την Ναυσικά Σάρδαλου (ΜΚ2), τον Κώστα Χ''Κλεάνθους (ΜΚ3) και τον Νίκο Πετούση (ΜΚ4). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2 και αφού τους επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο Κατηγορούμενος 2 επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία ενώ δεν παρουσίασε οιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ σε εκείνα τα μέρη της μαρτυρίας τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και είναι απαραίτητα για την αξιολόγηση της. Ο ΜΚ1 Κυριάκος Πετούσης για σκοπούς της κυρίως εξέτασης του και ως μέρος αυτής κατέθεσε γραπτή δήλωση, Έγγραφο Α. Ο ΜΚ1 είναι ένας εκ των Διευθυντών των Παραπονούμενων οι οποίοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με εργασίες μεταξύ άλλων την εμπορία διαφόρων ειδών υλικών οικοδομής, ξυλείας και άλλων συναφών εργασιών. Τα καθήκοντα του ως Διευθυντή στην εταιρεία αφορούν τις αγορές και πωλήσεις εμπορευμάτων καθώς και παραγγελίες από τους πελάτες της ενάγουσας. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 οι κατηγορούμενοι 1 όφειλαν χρήματα στους παραπονούμενους και εξέδωσαν στις 15/10/2010 την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο
- Ο κατηγορούμενος 2 στις 15/10/2010 υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής ή νόμιμος αντιπρόσωπος ή ως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο από τους κατηγορούμενους 1 να υπογράφει επιταγές παρέσχε συνδρομή, εξέδωσε και υπέγραψε την επιταγή τεκμήριο 1 και την παρέδωσε στους παραπονούμενους. Η εν λόγω επιταγή κατατέθηκε αλλά δεν τιμήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότης της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο πέραν των 15 ημερών. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 η επιταγή υπογράφηκε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο 2 ενώ το ποσό αυτής παραμένει σήμερα απλήρωτο. Συνεχίζοντας προφορικά την κυρίως εξέταση του ο ΜΚ1 ανάφερε ότι είχε συνεργασία με την κατηγορούμενη 1 η οποία ήταν πελάτης τους ενώ μιλούσε με τον κατηγορούμενο
- Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανέφερε ότι είναι διευθυντής από το 2000 ενώ ο κατηγορούμενος 2 και η 1η κατηγορούμενη είναι πελάτες τους εδώ και αρκετό καιρό. Δεν μπορεί να γνωρίζει εάν όλα τα προϊόντα οι κατηγορούμενοι τα προμηθεύονταν από τους ίδιους ενώ στο ερώτημα εάν τα ποσά που έλαβαν καθ' όλη την διάρκεια της συνεργασίας τους με τους κατηγορούμενους ανέρχονται στις €700.000,00= απάντησε ότι δεν νομίζει και δεν μπορεί να πει. Συμφώνησε ότι και μετά την επιστροφή της επιταγής, τεκ.1 συνεχίστηκε η συνεργασία τους αλλά όχι για πολύ χρόνο, μόνο για περίοδο 5 - 6 μηνών ενώ αρνήθηκε την υποβολή ότι η συνεργασία συνεχίστηκε για χρόνια. Ο ΜΚ1 επανέλαβε ότι είναι υπεύθυνος στον χώρο του εμπορίου, αγορών, πωλήσεων και λογαριασμών πελατών. Στην παραπονούμενη εταιρεία υπάρχει λογιστήριο. Το 2010 είχε καθήκοντα στην αποθήκη των παραπονούμενων αλλά και γενικά στην εταιρεία. Τον αδελφό του κατηγορούμενου, Σπύρο, τον γνωρίζει αλλά περισσότερο μιλούσε με τον κατηγορούμενο
- Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 έκλειναν τις συμφωνίες τους και με τον πατέρα του ΜΚ1, κο. Νίκο Πετούση ενώ ανέφερε ότι κάποιες φορές πλήρωνα τα προϊόντα που λάμβαναν με μεταχρονολογημένες επιταγές. Αρνήθηκε την θέση ότι και η επίδικη επιταγή εκδόθηκε μεταχρονολογημένη ενώ παράλληλα αρνήθηκε ότι αυτό το γνώριζε ο κος. Νίκος Πετούσης. Η επίδικη επιταγή δόθηκε σύμφωνα με τον ΜΚ1 στο ταμείο της εταιρείας και παρόντες εκεί ήταν και άλλα άτομα. Ο κατηγορούμενος 2 την εξέδωσε και τον είδε ο ίδιος. Παρούσες ήταν διάφορες κοπέλες που εργάζονται στην εταιρεία, ο κατηγορούμενος 2 παρέδωσε την επιταγή στο ταμείο ενώ ο ίδιος βρισκόταν λίγο πιο πέρα. Ο ΜΚ1 αρνήθηκε την θέση ότι η επιταγή παραδόθηκε στον οδηγό φορτηγού κατά την παράδοση εμπορευμάτων ενώ ανέφερε ότι δεν μπορεί να θυμάται ημερομηνία που έλαβαν χώρα αυτά που αναφέρει στην αποθήκη, ημερομηνία αναγράφεται στην επιταγή και για να είναι αυτή η ημερομηνία τότε αυτή θα είναι. Την θέση του αυτή την υποθέτει. Υπάρχει υπεύθυνος που καταθέτει τις επιταγές και ο ίδιος ενημερώθηκε την ίδια ημέρα ότι αυτή δεν τιμήθηκε οπόταν η υπεύθυνη του λογιστηρίου ειδοποίησε τηλεφωνικώς τον κατηγορούμενο
- Ο ΜΚ1 συμφώνησε ότι μετά τις 15/10/2010 δόθηκαν και άλλες επιταγές την παραπονούμενη, οι οποίες και τιμήθηκαν ενώ για την επίδικη επιταγή καταχωρήθηκε και πολιτική αγωγή. Την αγωγή την κατέθεσε για να πληρωθεί η εταιρεία του και την ποινική υπόθεση γιατί είχε παράπονο από την μη τίμηση της ενώ έλαβε και συμβουλή από τους δικηγόρους τους. Αρνήθηκε την υποβολή ότι η επιταγή δεν συμπληρώθηκε και εκδόθηκε από τον κατηγορούμενο
- Κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 αμφισβητήθηκε η διευθυντική του ιδιότητα στην παραπονούμενη εταιρεία ενώ ο ίδιος επέμεινε ότι ήταν και είναι διευθυντής αναφέροντας στην συνέχεια ότι με βάση το Τεκμήριο 2 που κατατέθηκε διευθυντές στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών φαίνονται οι Νίκος και Γιώργος Πετούσης. Αναγνώρισε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 αντίγραφο του κλητήριου εντάλματος της αγωγής που καταχωρήθηκε εναντίον των κατηγορουμένων όπου στην έκθεση απαίτησης αναφέρεται ότι η συνεργασία τους συνεχίστηκε μέχρι και τον Νοέμβριο του 2013 όπου και απάντησε ότι δεν γνωρίζει ακριβώς. Αρνήθηκε ότι με την οικονομική διεύθυνση της κατηγορούμενης 1 ασχολείται ο αδελφός του κατηγορούμενου 2, λέγοντας ότι οι ίδιοι είχαν να κάνουν με τον κατηγορούμενο
- Όσον αφορά τον χρόνο που παρήλθε από το έτος 2010 που επιστράφηκε απλήρωτη η επιταγή μέχρι το 2014 που κατατέθηκε η παρούσα υπόθεση ο ΜΚ1 ανέφερε ότι έδωσαν χρόνο στους πελάτες τους να πληρώσουν λόγω της καλής τους διάθεσης. Επέμεινε ότι η επιταγή υπογράφηκε από τον κατηγορούμενο 2 αναφέροντας στο τέλος των ερωτήσεων αυτών ότι τον είδε που την έδωσε. Δεν γνωρίζει ποιος τοποθέτησε την σφραγίδα στην επιταγή - Τεκμήριο 1 με ημερομηνία 1/11/2010 ενώ αρνήθηκε ότι η σφραγίδα επ' αυτής είναι πλαστογραφημένη. Στον ΜΚ1 υποβλήθηκε ισχυρισμός ότι το τεκμήριο 1 ουδέποτε σφραγίστηκε με την ένδειξη «Αποταθείτε στον εκδότη» και ότι η σφραγίδα ο λογαριασμός είναι κλειστός δεν αφορά τον επίδικο λογαριασμό, ισχυρισμοί που δεν έγιναν αποδεκτοί από τον μάρτυρα. Τέλος αμφισβητήθηκε η οιοιδήποτε οφειλή, θέση την οποία επίσης αρνήθηκε ο ΜΚ
- Ο ΜΚ1 δεν άφησε στο Δικαστήριο την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει ψέματα αλλά αναφέρω ότι η κατάληξη μου είναι ότι αυτός δεν ανέφερε όλη την αλήθεια αντίθετα με γενικές θέσεις και συμπερασματικές αναφορές προσπάθησε να πείσει για την θέση του αναφορικά με την πορεία της επιταγής, την έκδοση και την υπογραφή επ' αυτής. Καταλήγω ότι ο μάρτυρας αυτός ανέφερε τα όσα γνωρίζει αναφέροντας όμως λεπτομέρειες που καταλήγω ότι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και οι οποίες έχουν άμεση σχέση και σύνδεση με το ζήτημα της πατρότητας της υπογραφής επί της επιταγής. Δεν μπορώ να αποδεχτώ από την μαρτυρία του για τους λόγους που θα αναφέρω κάτωθι ότι πράγματι ο ίδιος είδε τον κατηγορούμενο 2 να υπογράφει ενώπιον του την επίδικη επιταγή. - Συγκεκριμένα ο ΜΚ1 ανέφερε ότι στην αποθήκη της παραπονούμενης εταιρείας ο κατηγορούμενος 2 παρέδωσε στο ταμείο την επίδικη επιταγή, την οποία συμπλήρωσε και υπέγραψε. Ταυτόχρονα όμως κατά την αντεξέταση του και με αναφορά στην υποβολή ότι δεν τον είδε να υπογράφει την επιταγή απάντησε ότι τον είδε όμως να την παραδίδει. - Περαιτέρω ανέφερε ως προς τον χρόνο έκδοσης της επιταγής ότι ήταν η 15/10/2010 ενόψει του ότι αυτή η ημερομηνία αναφέρεται στην επιταγή αλλά σε προηγούμενο σημείο ανέφερε ότι δεν μπορεί να θυμάται ακριβή ημερομηνία. Ως εκ τούτου από την μαρτυρία του ΜΚ1 αποδέχομαι την ύπαρξη κάποιας συνεργασίας με τους κατηγορούμενους και την ύπαρξη οφειλής από λογαριασμό που τηρείτο αλλά δεν κρίνω ότι μπορώ με βάση αυτήν την μαρτυρία να προβώ σε ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με την έκδοση της επιταγής από τον κατηγορούμενο 2 ήτοι την πατρότητα της υπογραφής. - Επιπλέον δεν μπορώ να προβώ σε ασφαλή συμπέρασμα για τον χρόνο έκδοσης της εφόσον ο ίδιος ο ΜΚ1 αναφέρει την ημερομηνία 15/10/2010 συμπερασματικά από το ίδιο το σώμα της επιταγής και όχι γιατί θυμάται ακριβώς της ημερομηνία που αυτή δόθηκε. Συνεπώς η μαρτυρία του ΜΚ1 σε αυτό το σημείο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος μόνο της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και άλλο μέρος της να το απορρίψει (βλ. Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Η ΜΚ2 Ναυσικά Σάρδαλου, τραπεζιτική υπάλληλος, ανέφερε ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου από το
- Την περίοδο Σεπτεμβρίου 2010 μέχρι τον Δεκέμβριο εργαζόταν στην ίδια τράπεζα στο υποκατάστημα Ομονοίας στο τμήμα χορηγήσεως δανείων και εξυπηρέτησης πελατών, ελέγχου τρεχούμενων για κίνηση εντός ορίων και έλεγχο επιταγών. Είχε δικό της πελατολόγιο του οποίου έκανε τους απαραίτητους ελέγχους. Αναγνώρισε το τεκμήριο 1, την επίδικη επιταγή η οποία εκδόθηκε από την κατηγορούμενη 1 με δικαιούχους τους παραπονούμενους. Δεν γνωρίζει ποιος χειριζόταν το 2010 τον επίδικο λογαριασμό αλλά αναγνώρισε την επιταγή ότι ανήκει στον κατηγορούμενο
- Αυτό το γνωρίζει καθότι στο αρχείο της τράπεζας υπάρχουν δείγματα των υπογραφών. Ο κατηγορούμενος 2 σύμφωνα με την ΜΚ2 είναι ένας εκ των διευθυντών της 1ης κατηγορούμενης. Σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό η ίδια μιλούσε με τον κατηγορούμενο 2 όπως επίσης και για τα οικονομικά της κατηγορούμενης
- Επιπλέον η ΜΚ2 αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 2 ως τον Ξένιο Κυπριανού στον οποίο αναφέρεται. Επεξήγησε τις σφραγίδες επί του τεκμηρίου 1 λέγοντας ότι οι μπελά είναι αυτές που τοποθετούνται κατά την παρουσίαση της επιταγής για κατάθεση με την ημερομηνία κατάθεσης, οι κόκκινές αυτές που αναφέρουν ποιες ενέργειες έχουν παρθεί. Οι κόκκινες σφραγίδες τοποθετούνται στην ειδική υπηρεσία της τράπεζας στην Λευκωσία κατόπιν οδηγιών του παραρτήματος που χειρίζεται τον λογαριασμό. Εξ' όσων γνωρίζει η επίδικη επιταγή δεν έχει τιμηθεί ενώ το έλεγξε αυτό τελευταία φορά τον Μάρτιο του 2015 όταν κλητεύθηκε πρώτη φορά για να παρουσιαστεί ως μάρτυρας. Ο λόγος μη τίμησης της επιταγής ήταν η ανεπάρκεια υπολοίπων στον λογαριασμό ενώ. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι τηλεφωνούν στον πελάτη και τον ενημερώνουν ότι παρουσιάστηκε επιταγή που δεν μπορεί να τιμηθεί ενώ στην συγκεκριμένη περίπτωση επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο
- Δεν είναι τακτική της τράπεζας να επικοινωνούν με τους πελάτες αλλά οι ίδιοι το κάνουν για καλύτερη εξυπηρέτηση. Σε ερώτηση εάν την 1/11/2010 υπήρχαν υπόλοιπα η ΜΚ2 απάντησε ότι στη συγκεκριμένη στιγμή δεν κατατέθηκαν οποιαδήποτε χρήματα για να τιμηθεί η επιταγή. Με αναφορά στο τεκμήριο 1 η ΜΚ2 ανέφερε ότι όταν παρουσιάστηκε η επιταγή δεν υπήρχε διαθέσιμο υπόλοιπο για το εν λόγω ποσό για να πληρωθεί οπότε τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο 2 και του το ανέφερε αλλά επειδή δεν έγινε οιαδήποτε ενέργεια η επιταγή επιστράφηκε. Σύμφωνα με την ΜΚ1 η επιταγή κατατέθηκε πρώτη φορά 15.10.10 οπόταν σφραγίστηκε με οδηγίες να παρουσιαστεί ξανά και δεύτερη φορά κατατέθηκε 29.10.
- Τον των λογαριασμών τον είχε η ίδια και ο υπεύθυνος του τμήματος, οι οποίοι έδιναν οδηγίες για τη σφράγιση των επιταγών. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ2 ανέφερε ότι τα δείγματα υπογραφής που υπάρχουν στην τράπεζα λαμβάνονται πάντοτε στην παρουσία υπαλλήλων της τράπεζας αλλά δεν είναι σίγουρη εάν τα συγκεκριμένα δείγματα του κατηγορούμενου 2 υπεγράφησαν στην παρουσία της. Αρνήθηκε την υποβολή ότι την επίδικη επιταγή δεν την υπόγραψε ο κατηγορούμενος 2, αναφέροντας επί λέξη «αυτό είναι δική σας νομίζω άποψη. Η δική μου άποψη σε σχέση με τον έλεγχο που έχει γίνει στο σύστημα και το τι παρουσιάζεται, η υπογραφή φαίνεται να ανήκει στον Ξένιο Κυπριανού». Περαιτέρω, αναφέρει ότι δεν έχει προσόντα γραφολόγου και αναφέρει τη θέση της επειδή είδε την υπογραφή στο δείγμα. Σύμφωνα με την ΜΚ1, η ίδια έχει συγκρίνει την υπογραφή του Τεκμηρίου 1 με υπογραφή που υπάρχει σε έγγραφα της τράπεζας. Η ΜΚ2 περαιτέρω αναγνώρισε έγγραφο το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4, αντίγραφο της επίδικης επιταγής από το οποίο, σύμφωνα με την ΜΚ2, απουσιάζει η δεύτερη σφραγίδα μετά την παρουσίαση της για δεύτερη φορά. Η ΜΚ2 αρνήθηκε ότι το Τεκμήριο 1 επιστράφηκε με την ένδειξη «αποταθείτε στον εκδότη», όπως επίσης και τη θέση ότι η σφραγίδα 1.11.10 είναι πλαστογραφημένη. Για τον επίδικο λογαριασμό δικαίωμα υπογραφής, εκτός από τον κατηγορούμενο 2, είχε και ο κ. Σπύρος Κυπριανού, οι οποίοι είχαν και δικαίωμα να κάνουν αναλήψεις και από τον επίδικο λογαριασμό. Ο επίδικος λογαριασμός στις 15.10.10 ήταν σε λειτουργία και είχε όριο παρατραβήγματος. Η ΜΚ2 απάντησε ότι δεν είναι της δικής της δικαιοδοσίας να απαντήσει αν υπήρχε συμφωνία με τον κατηγορούμενο 2 και τον αδελφό του Σπύρο Κυπριανού, με τον υπεύθυνο παραρτήματος, να πληρώνει η τράπεζα επιταγές μέχρι και €5.000- πέραν του ορίου. Η ΜΚ2 απάντησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει εάν πληρώθηκαν και πόσες επιταγές πριν τις 15.10.10 και μετά, καθότι είναι αρμοδιότητα του υπεύθυνου πλέον κατά πόσο θα περάσει ή όχι μια επιταγή. Η ΜΚ2 δεν κρίνω ότι ανέφερε ψέματα στο Δικαστήριο, όμως θεωρώ ότι από τη μαρτυρία της δεν μπορώ να προβώ σε ασφαλή συμπεράσματα αναφορικά με τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν. - Συγκεκριμένα, δεν μπορεί να προκύψει με ασφάλεια η πατρότητα της επιταγής λαμβάνοντας υπόψη μου ότι η ΜΚ2 ανέφερε ότι έλεγξε την υπογραφή επί της επιταγής με το υπάρχον στο αρχείο της τράπεζας δείγμα, το οποίο όμως δεν κατατέθηκε ως τεκμήριο. - Περαιτέρω, η ίδια ανέφερε ότι δεν είναι γραφολόγος ενώ ούτε το δείγμα, ούτε η επιταγή υπογράφηκαν ενώπιον της. Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου ότι η ΜΚ2 αναφέρει ότι δικαίωμα υπογραφής για τον επίδικο λογαριασμό δεν είχε μόνο ο κατηγορούμενος 2 αλλά και τρίτο πρόσωπο. Η μη παρουσίαση του δείγματος υπογραφής υπ' αυτές τις συνθήκες, μόνο εύλογες αμφιβολίες μπορεί να δημιουργήσει στο μυαλό του Δικαστηρίου και δεν δημιουργεί έδαφος για ασφαλή συμπεράσματα. - Ουσιαστικά η μαρτυρία της ΜΚ2 σε σχέση με την πατρότητα της υπογραφής επί της επιταγής αποτελεί μαρτυρία γνώμης και ως τέτοια δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Όπως η ίδια η ΜΚ2 παραδέχθηκε κατά την αντεξέτασης της, δεν διαθέτει γνώσεις γραφολογίας, ούτε και είδε τον Κατηγορούμενο 2 να θέτει την υπογραφή του επί της επίδικης επιταγής. Περαιτέρω, από την μαρτυρία της δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η τελευταία είναι πρόσωπο εξοικειωμένο με την υπογραφή του Κατηγορούμενου 2, αντιθέτως διεφάνη ότι, η θέση της πως η υπογραφή ανήκει στον Κατηγορούμενο 2, πηγάζει αποκλειστικά από το δείγμα της υπογραφής του Κατηγορούμενου 2 που κατέχει η Τράπεζα το οποίο επιπλέον δεν παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο. - Από την άλλη, από τη μαρτυρία της ΜΚ2, την οποία κρίνω ως αξιόπιστη στο σύνολο της, μπορώ να αποδεχτώ τα όσα ανέφερε για την παρουσίαση της επιταγής στις ημερομηνίες που αναφέρθησαν και την επιστροφή της. Το κατά πόσο όμως η αποδοχή αυτού του μέρους θα οδηγήσει σε ευρήματα απόδειξης των κατηγοριών στον απαιτούμενο βαθμό, θα εξεταστεί κατωτέρω. Όσον αφορά τη δυνατότητα αποδοχής μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα και απόρριψης άλλου, παραπέμπω στην απόφαση που ανέφερα στην αξιολόγηση του ΜΚ1, ανωτέρω. Ο ΜΚ3 Κώστας Χατζηκλεάνθους, τραπεζιτικός υπάλληλος για πάνω από 28 χρόνια, ανέφερε ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου. Το 2010 ήταν υπεύθυνος χορηγήσεων στο παράρτημα Ομονοίας, από τον Απρίλιο του 2009 μέχρι τον Μάρτη του
- Ανέφερε τη διαδικασία κατάθεσης και ελέγχου επιταγών, ενώ αναγνώρισε το Τεκμήριο 1 ως επιταγή από λογαριασμό της κατηγορούμενης
- Αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 2 ως το πρόσωπο που χειριζόταν ως επί το πλείστον τον επίδικο λογαριασμό. Το Τεκμήριο 1, από τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του, μέχρι τον Δεκέμβριο του 2010 δεν τιμήθηκε λόγω μη επαρκών υπολοίπων. Δεν μπορεί να γνωρίζει όμως τι έγινε μετά. Αναφέρθηκε στις ημερομηνίες κατάθεσης της επιταγής και τους λόγους σφράγισης της, τόσο στις 18.10.10 όσο και την 1.11.
- Στη διάθεσή του έχει αντίγραφο της επίδικης επιταγής και κατάσταση λογαριασμού για την περίοδο 1.10.10 μέχρι 31.12.
- Η κατάσταση λογαριασμού κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5, επεξήγησε τις εγγραφές σε αυτή και ανάφερε ότι την εκτύπωσε ο ίδιος από το αρχείο της τράπεζας. Αναγνώρισε και σημείωσε με κόκκινο στυλό επί του Τεκμηρίου 5 την ημερομηνία 18.10.10 που φαίνεται η επιστροφής της επίδικης επιταγής, όπως επίσης και την ημερομηνία 1.11.10 που φαίνεται η δεύτερη ημερομηνία επιστροφής της. Κατά την 1.11.10 το υπόλοιπο του λογαριασμού ήταν χρεωστικό €29.546,
- Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 ανέφερε ότι η υπεύθυνη του λογαριασμού ήταν η ΜΚ2, η οποία όμως δεν μπορούσε να πάρει αποφάσεις μόνη της, αλλά σε συνεργασία με τον διευθυντή του παραρτήματος. Δεν διαφώνησε ότι δικαίωμα υπογραφής για τον επίδικο λογαριασμό είχε ο κατηγορούμενος 2 και ο αδελφός του, ενώ ανέφερε περαιτέρω ότι δεν μπορεί να γνωρίζει εάν η επίδικη επιταγή εκδόθηκε μεταχρονολογημένη. Περαιτέρω, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι είναι σίγουρος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ένας εκ των δύο διευθυντών εξέδωσαν την επίδικη επιταγή καθότι εάν υπήρχε υπογραφή μη εξουσιοδοτημένη, η επιταγή θα επιστρεφόταν για τεχνικούς λόγους. Στην υποβολή ότι η επιταγή δεν υπεγράφη από τον κατηγορούμενο 2, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι η υπογραφή στην επιταγή συνάδει με το αρχείο τους. Δεν μπορεί να γνωρίζει το συγκεκριμένο πρόσωπο που σφράγισε τις επιταγές καθότι αυτές σφραγίζονται στην κεντρική υπηρεσία στη Λευκωσία. Με αναφορά στο Τεκμήριο 4 και την απουσία από αυτό της σφραγίδας ημερομηνίας 1.11.10 ο ΜΚ3 είπε ότι προφανώς δεν φωτοτυπήθηκε η τελευταία μορφή της επιταγής. Στις 15.10.10 ο επίδικος λογαριασμός λειτουργούσε κανονικά με όριο παρατραβήγματος, ενώ υπάρχει το ενδεχόμενο σε προηγούμενες ημερομηνίες της 31ης Οκτωβρίου του 2010 να πληρώνονταν επιταγές πέραν του εγκεκριμένου ορίου. Κατά τον ΜΚ3 σαν γενικότερη πολιτική μικρά υπόλοιπα καθ' υπέρβαση επιτρέπονταν για να πληρώνονται επιταγές σε συνεννόηση με τους πελάτες. Το ίδιο ίσχυε και για τον επίδικο λογαριασμό. Με αναφορά στο Τεκμήριο 5 - κατάσταση λογαριασμού ο ΜΚ3 ανέφερε ότι στις 25/10/2010 ναι έγινε έμβασμα στον λογαριασμό ύψους €4.000= αλλά στις 29/10/2010 τιμήθηκε άλλη επιταγή ύψους €1.500= προτού παρουσιαστεί για πληρωμή στις 1/11/2010 η επίδικη με αποτέλεσμα να μην υπάρχει επαρκές υπόλοιπο για την πληρωμή της. Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι η κατηγορούμενη 1 είχε 2 διευθυντές οι οποίοι έκαναν αναλήψεις αλλά δεν μπορεί να το τεκμηριώσει αλλά νομίζει ότι τον κύριο χειρισμό του λογαριασμού τον είχε ο κατηγορούμενος
- Ο ΜΚ3 καταλήγω με βάση τα όσα ανωτέρω ανέφερα ότι έδωσε μια μαρτυρία περισσότερο τυπική παρά ουσιαστική υπό το πρίσμα ότι δεν προσέφερε οτιδήποτε στα ουσιώδη επίδικα ζητήματα. Ο μάρτυρας αυτός δεν κρίνεται ως αναξιόπιστος αλλά στα επίδικα ζητήματα δεν δύναμαι να καταλήξω ότι προσέφερε ουσιαστικές θέσεις. Ο ΜΚ3 πέραν των αναφορών και αναλύσεων του για τα γενικότερα τραπεζιτικά ζητήματα καθώς επίσης και την ανάλυση των σφραγίδων επί της επίδικης επιταγής δεν προσέφερε μαρτυρία ικανή να οδηγήσει το Δικαστήριο σε ασφαλή συμπεράσματα και ευρήματα. Ειδικότερα από την μαρτυρία του ΜΚ3 προκύπτουν τα κάτωθι: - Αποδέχομαι την μαρτυρία του όσον αφορά την πορεία της επίδικης επιταγής με αναφορά στις ημερομηνίες κατάθεσης της καθώς επίσης και τους λόγους σφράγισης και επιστροφής της. Η μαρτυρία του δε αυτή συνάδει πλήρως με την μαρτυρία της ΜΚ
- - Περαιτέρω αποδέχομαι την μαρτυρία του όσον αφορά τα υπόλοιπα του επίδικου λογαριασμού κατά τον ουσιώδη χρόνο της κατάθεσης και επιστροφής της επιταγής αλλά και τα όσα ανέφερε για τον λόγο της διαφοράς των σφραγίδων επί των τεκμηρίων 1 και
- - Από την μαρτυρία του ΜΚ3 δεν μπορώ να αποδεχθώ και απορρίπτω το μέρος που αφορά την πατρότητα της υπογραφής επί της επίδικης επιταγής. Ο ΜΚ3 αναφέρθηκε σε δικαίωμα 2 προσώπων να υπογράφουν ενώ ο ίδιος δεν έκανε οιοδήποτε έλεγχο επί της επίδικης επιταγής. Η θέση του ότι την επιταγή την υπέγραψε ο κατηγορούμενος 2 προκύπτει συμπερασματικά ενόψει της θέσης του ότι αυτός είχε τον κύριο χειρισμό και επιπλέον από το γεγονός ότι η επίδικη επιταγή εάν δεν είχε εξουσιοδοτημένη υπογραφή θα επιστρέφετο απλήρωτη για τυπικούς λόγους. - Περαιτέρω με τα ανωτέρω στο ζήτημα της υπογραφής της επιταγής ο ΜΚ3 έθεσε την θέση ότι η υπογραφή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ανήκει σε έναν εκ των 2 διευθυντών που είχαν δυνατότητα να υπογράφουν. - Οι πιο πάνω αναφορές σε συνδυασμό με την έλλειψη παρουσίασης του δείγματος των υπογραφών οδηγεί αν μη τι άλλο σε εύλογες αμφιβολίες για την πατρότητα της υπογραφής με δεδομένη μάλιστα την απόρριψη της μαρτυρίας του ΜΚ1 στο μέρος αυτό αλλά και την δυνατότητα υπογραφής για τον επίδικο λογαριασμό από 2 άτομα και όχι μόνο από τον κατηγορούμενο
- Ο ΜΚ4, Νίκος Πετούσης, κατέθεσε για σκοπούς και ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση, Έγγραφο Β. Ο ΜΚ4 είναι ο γενικός διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας με καθήκοντα την διοίκηση της εταιρείας και τα οικονομικά θέματα αυτής. Ο ΜΚ1 είναι ο γιός του και είναι διευθυντής του τμήματος εμπορίου. Με ην κατηγορούμενη εταιρεία 1 είχαν χρόνια συνεργασία και στα πλαίσια αυτής διατηρείτο κατάσταση λογαριασμού με όλες τις χρεοπιστώσεις. Η εταιρεία του καταχώρησε αγωγή εναντίον των κατηγορουμένων και άλλου τρίτου προσώπου για τις οφειλές των τελευταίων προς αυτούς. Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε καθότι υπάρχει παράπονο για την μη τίμηση της επίδικης επιταγής η οποία μέχρι και σήμερα παραμένει ανεξόφλητη. Ο ΜΚ4 επανέλαβε ότι στις 15/10/2010 ο κατηγορούμενος 2 εξέδωσε εκ μέρους της 1ης κατηγορούμενης και παρέδωσε την επίδικη επιταγή η οποία αφορούσε μέρος ποσού άλλης επιταγής η οποία είχε δοθεί στις 24/6/2010 και ήταν πληρωτέα στις 20/9/2010 για ποσό εκ €6.000=. Η επιταγή αυτή, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6, επιστράφηκε στον κατηγορούμενο 2 στις 15/10/2010 όταν εκδόθηκε η επίδικη. Περαιτέρω κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 αντίγραφο της απόδειξης που δόθηκε στον κατηγορούμενο 2 στις 24/6/2010 όταν δόθηκε η επιταγή τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον ΜΚ4 στις 4/10/2010 επιστράφηκε απλήρωτη η επιταγή τεκμήριο 6 και τηλεφώνησαν στον κατηγορούμενο 2, κατόπιν δικών του οδηγιών, ο οποίος διαβεβαίωσε ότι θα υπογράψει άλλη επιταγή σε περίπου 10 ημέρες για να εξοφλήσει τις €6.000=. Στις 15/10/2010 ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε και παρέδωσε στο ταμείο της αποθήκης της εταιρείας στον Άγιο Συλά την επίδικη επιταγή προς αποπληρωμή μέρους της επιταγής - τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον ΜΚ4 ο κατηγορούμενος 2 είναι και παρουσίαζε τον εαυτό του ως ιδιοκτήτη, μέτοχο και διευθυντή της 1ης κατηγορούμενης ενώ ήταν και το πρόσωπο με το οποίο είχαν περισσότερη επαφή και επικοινωνία ενώ ήταν και ο ίδιος που εξέδιδε κατά καιρούς τις επιταγές όπως και την επίδικη. Γνωρίζοντας ότι η κατηγορουμένη 1 είχε προβλήματα ρευστότητας της έδιναν χρόνο για να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις της. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ4 ανέφερε ότι ο ΜΚ1 είναι διευθυντής στο τμήμα ξυλείας αλλά όχι στον Έφορο Εταιρειών. Ο ίδιος ο ΜΚ4 έχει γνώση για όλα τα προβλήματα με την κατηγορούμενη
- Ο ΜΚ4 μεταβαίνει στις αποθήκες στον Άγιο Συλά 2 -3 φορές την βδομάδα και εκεί υπάρχουν κάμερες σε όλα τα γραφεία με αποτέλεσμα να μπορεί να βλέπει τι φορτώνεται και ποιος μπαίνει. Αναφορικά με την τακτική τους ως εταιρεία ο ΜΚ4 ανέφερε ότι για να δοθεί πίστωση σε ένα πελάτη υπάρχει συνεργασία του ιδίου και του κάθε τμήματος. Εάν ένα λογαριασμός είναι εντός σωστού πλαισίου δεν χρειάζεται έγκριση από τον ίδιο αλλά έστω και ένα 1 Σεντ να είναι πέραν του ορίου χρειάζεται η δική του έγκριση. Το 2010 υπεύθυνοι του λογαριασμού που διατηρούσε η 1η κατηγορούμενη ήταν ο ΜΚ1 και η κα. Στάλω οι οποίοι τον ενημέρωναν καθημερινά. Η παραπονούμενη αρχικά είχε συνεργασία με τον Σπύρο Κυπριανού, αδελφό του κατηγορούμενου
- Το 2000 είχε το πρόσωπο αυτό δώσει επιταγές που επιστράφηκαν απλήρωτες και λόγω της μέχρι τότε καλής τους συνεργασίας και του καλού του χαρακτήρα υπογράφηκε γραμμάτιο για να μπορέσει να αποπληρωθεί το χρέος. Ακολούθως το 2004 ο Σπύρος δημιούργησε εταιρεία με τον αδελφό του και συνεχίστηκε η συνεργασία αφότου υπογράφηκε και με τους 2 συμφωνία. Η σχέση του με τα 2 αδέλφια ήταν πολύ καλή και ο Ξένιος πήγαινε συχνά στα γραφεία τους τόσο στον Άγιο Συλά όσο και στην οδό Πάφου. Όταν ξεκίνησαν να παρουσιάζονται προβλήματα στον λογαριασμό που διατηρούσαν ο ίδιος ο ΜΚ4 κάλεσε τον κατηγορούμενο 2 στο γραφείο του οποίος τον διαβεβαίωσε ότι θα διευθετούντο ενώ η συμπεριφορά του δεν ήταν η πρέπουσα. Σύμφωνα με τον ΜΚ4 η εταιρεία του με πολύ φιλικό τρόπο και χειρισμό προσπάθησε να δώσει χρόνο και να βοηθήσει την κατηγορούμενη 1 να ξεπεράσει τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε. Ο ΜΚ4 περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι τηλεφώνησε και στον αδελφό του κατηγορούμενου 2, Σπύρο, ο οποίος όμως του ανέφερε ότι δεν ήταν αυτός που διαχειριζόταν τα οικονομικά της κατηγορούμενης 1 και δεν μπορούσε να μιλήσει στον αδελφό του λόγω οικονομικών και οικογενειακών προβλημάτων. Τις περισσότερες επιταγές αν όχι όλες τις εξέδιδε ο κατηγορούμενος 2 σύμφωνα με τον ΜΚ4 ενώ η συνεργασία τους διήρκησε από το 2004 μέχρι πρόσφατα. Μετά που επιστράφηκε η επιταγή πίσω απλήρωτη συνεχίστηκε η συνεργασία σε μια προσπάθεια του ΜΚ4 να βοηθήσει την κατηγορούμενη 1 να ξεπεράσει τα προβλήματα της. Σύμφωνα με τον ΜΚ4, ο κατηγορούμενος 2, έδινε επανειλημμένα διαβεβαιώσεις τόσο στον Κυριάκο Πετούση όσο και στην Στάλω Ιωάννου άτομα με τα οποία είχε καθημερινή επαφή. Αξιολογώντας την μαρτυρία του ΜΚ4 οφείλω να αναφέρω ότι δεν ήταν τέτοια που να δύναται να κριθεί εις το σύνολο της αξιόπιστη, με αναφορά πάντοτε βεβαίως στα σημεία που σχετίζονται άμεσα με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Η μαρτυρία του ΜΚ4 καλύπτεται από κενά και συμπεράσματα τα οποία δεν συνάδουν ούτε με την μαρτυρία του ΜΚ
- Προς στήριξη της ως άνω θέσης και κατάληξης μου αναφέρω τα κάτωθι: - Ο ΜΚ4 βασίζει την θέση του ότι ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε την επίδικη επιταγή βασιζόμενος στα όσα του ανέφεραν τρίτοι και με γενική αναφορά στο ότι ο ίδιος ήταν στο γραφείο του στις αποθήκες της εταιρείας. Καμία αναφορά δεν γίνεται στο ότι ο ίδιος είδε τον κατηγορούμενο 2 να θέτει την υπογραφή του επί της επίδικης επιταγής. Περαιτέρω βασίζει την θέση του λόγω του ότι τις πλείστες φορές κατά τον ίδιο, λάμβαναν επιταγές εκδομένες από τον κατηγορούμενο
- - Η αναφορά στην ημερομηνία έκδοσης της επιταγής γίνεται συμπερασματικά και λόγω των όσων ο ίδιος ισχυρίζεται ότι προκύπτουν από το αρχείο της εταιρίας, το οποίο όμως δεν παρουσιάστηκε. Η ημερομηνία έκδοσης της επιταγής προκύπτει κατά τον ΜΚ4 από το ίδιο αρχείο και ενώ ο ίδιος καταθέτει ως τεκμήριο απόδειξη της επιταγής που κατ' ισχυρισμό του η επίδικη κάλυψε μέρος της δεν αναφέρει τον λόγο που δεν εκδόθηκε απόδειξη για την επίδικη επιταγή ή ο λόγος που αυτή δεν παρουσιάστηκε εάν είχε εκδοθεί. - Ενώ κάνει ονομαστική αναφορά σε άτομα τα οποία έλαβαν την επιταγή στο ταμείο της αποθήκης και καταχώρησαν αυτήν στο σύστημα, κανένα από αυτά τα πρόσωπα δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας ενισχύοντας τις αμφιβολίες που προκύπτουν από την μαρτυρία του. Συνεπακόλουθα όλων των ανωτέρω καταλήγω ότι δεν δύναμαι να βασιστώ στην μαρτυρία του ΜΚ4 για εξαγωγή οιονδήποτε ασφαλών συμπερασμάτων με αποτέλεσμα η μαρτυρία του να απορρίπτεται στο σύνολο της. Βεβαίως σημειώνω ότι αναντίλεκτα γεγονότα και ισχυρισμοί, όπως η ύπαρξη συνεργασίας μεταξύ παραπονούμενης και κατηγορούμενης 1 και η ύπαρξη κατάστασης λογαριασμού γίνονται αποδεκτά. Ο κατηγορούμενος 2 μετά την κλήση του σε απολογία επέλεξε να δώσει και εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 ως διευθυντής ένορκη μαρτυρία. Για σκοπούς κυρίως εξέτασης και ως μέρος αυτής κατέθεσε το Έγγραφο Δ, γραπτή δήλωση, όπου ανέφερε συνοπτικά τα κάτωθι: Είναι ένας εκ των διευθυντών της 1ης κατηγορούμενης, η οποία έχει έδρα τη Λεμεσό και ασχολείται με ξυλουργικές κατασκευές. Η κατηγορούμενη 1 συνεργαζόταν με την παραπονούμενη από το 2000 μέχρι το
- Τον Νίκο Πετούση Μ.Κ.4 τον έβλεπε κάποτε στις αποθήκες της παραπονούμενης αλλά ουδέποτε μιλούσε μαζί του για θέματα συνεργασίας. Τον γνώρισε μέσω του αδελφού του Σπύρου Κυπριανού, ο οποίος συνεργαζόταν με την παραπονούμενη μέσω της εταιρείας του ΕΠΙΠΛΩΣΕΙΣ ΣΠΥΡΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΛΤΔ. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2 η συμφωνία με την παραποιούμενη για την αγορά εμπορευμάτων προνοούσε πληρωμές με μεταχρονολογημένες επιταγές και ήταν όρος που συμφωνήθηκε μεταξύ του Μ.Κ.4 και του αδελφού του Σπύρου. Τις μεταχρονολογημένες επιταγές που παρέδιδαν στην κατηγορούμενη τις υπέγραφαν είτε ο ίδιος είτε ο αδελφός του. Αναφορικά με τα όσα ανέφερε ο ΜΚ1 ο κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε μετέβηκε στην αποθήκη για να παραδώσει την επίδικη επιταγή και τα όσα ανέφεραν οι ΜΚ1 και ΜΚ4 είναι μία ιστορία για να στηρίξουν την υπόθεσή τους. Ο κατηγορούμενος 2 έλαβε γνώση της ύπαρξης της επίδικης επιταγής την ημέρα που του επιδόθηκε το παρόν κατηγορητήριο αλλά και η σχετική αγωγή. Ψάχνοντας το αρχείο της κατηγορούμενης 1 κανένα έγγραφο δεν βρήκε που να σχετίζεται με αυτή την επιταγή και ρώτησε τον αδελφό του τι μπορεί να αφορά. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2 περί τα μέσα του καλοκαιριού του 2010 ο αδελφός του που απουσίαζε στο εξωτερικό του ζήτησε να παραδώσει σε οδηγό της παραπονούμενης εταιρείας κατά την παράδοση εμπορευμάτων ένα φάκελο που είχε στο γραφείο του και ο οποίος περιείχε λεφτά. Δεν γνώριζε εάν ήταν μετρητά ή επιταγή, πράγμα για το οποίο ενημερώθηκε από τον αδελφό του μετά που έλαβε το κατηγορητήριο. Σύμφωνα δε με τον κατηγορούμενο 2 με την επιταγή θα εξοφλείτο χρέος της προηγούμενης εταιρείας του αδελφού του. Την επίδικη επιταγή την είδε πρώτη φορά στο Δικαστήριο, αναγνώρισε την υπογραφή ως του αδελφού του, αλλά δεν γνωρίζει ποιος τη συμπλήρωσε. Ποτέ δεν ενημερώθηκε από οποιονδήποτε για την επιστροφή της επίδικης επιταγής, ενώ η συνεργασία τους συνεχίστηκε μέχρι το 2013 με πληρωμές επιταγών χωρίς κανένα πρόβλημα. Κατά την επίσκεψή του στην Τράπεζα Κύπρου, έλαβε αντίγραφο της επίδικης επιταγής όπου φαίνεται να απουσιάζει η σφραγίδα ημερομηνίας 1.11.10 και σύμφωνα με τον ίδιο τον ενημέρωσαν ότι με βάση αυτή τη σφραγίδα θα έπρεπε η εταιρεία να καταχωρείτο στο ΚΑΠ. Όσον αφορά τον επίδικο λογαριασμό ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι υπήρχε συμφωνία με την Τράπεζα να πληρώνονται επιταγές τους ακόμη και €5.000 πέραν του επιτρεπτού ορίου ενώ κάποιες φορές το υπόλοιπο έφτασε τις €40.
- Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι η κατηγορούμενη 1 είναι μια μικρή οικογενειακή επιχείρηση, τα οικονομικά της οποίας διαχειρίζονταν τόσο ο ίδιος όσο και ο αδελφός του. Ο κατηγορούμενος 2 αναφέρθηκε στον τρόπο σύναψης των συμφωνιών με τους πελάτες τους, στον τρόπο πληρωμής τους αλλά και στις ρυθμίσεις με την Τράπεζα αναφορικά με τον τρεχούμενο λογαριασμό τους. Στην παραπονούμενη εταιρεία διατηρούσαν λογαριασμό πίστωσης, ενώ μέχρι και το 2013 αγόραζαν υλικά αποκλειστικά από την παραπονούμενη. Με τον ΜΚ4 ήταν τυπικές οι σχέσεις του καθότι ήταν φίλος του αδελφού του και όχι του ίδιου. Αναφορικά με το Τεκμήριο 7 που ο ΜΚ4 κατέθεσε, ανέφερε ότι δεν ξέρει αν έχει οποιαδήποτε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Ενώ το Τεκμήριο 5 το αναγνώρισε ως επιταγή της εταιρείας, η οποία όμως δεν φέρει τη δική του υπογραφή. Για το φάκελο που παρέδωσε το καλοκαίρι του 2010, δεν έλαβε απόδειξη ενώ δεν γνώριζε αν υπήρχαν μέσα επιταγή ή μετρητά. Σε σχέση με τις σφραγίδες της επίδικης επιταγής προέβη σε καταγγελία στην Κεντρική Τράπεζα. Ο Κατηγορούμενος 2 επέμεινε ότι η συμφωνία προνοούσε πληρωμή με μεταχρονολογημένες επιταγές και προς απόδειξη του ισχυρισμού του ανέφερε ότι έχει στην κατοχή του αποδείξεις που αποδεικνύουν τη συμφωνία αυτή. Αρνήθηκε ότι εξέδωσε την επίδικη επιταγή στα πλαίσια εξόφλησης προηγούμενης επιταγής και επέμεινε στις θέσεις του ως τις ανέφερε στην κυρίως εξέτασή του. Κατά το στάδιο της επανεξέτασης ο Κατηγορούμενος 2 κατέθεσε το Τεκμήριο 9 το οποίο είναι πρωτότυπες αποδείξεις της παραπονούμενης εταιρείας για την πληρωμή έναντι λογαριασμού με μεταχρονολογημένες επιταγές. Ο Κατηγορούμενος 2 έδωσε τη μαρτυρία του σε ένα κλίμα ηρεμίας χωρίς εντάσεις, ενώ καταλήγω ότι δεν υπέπεσε σε οιεσδήποτε αντιφάσεις οι οποίες να πλήττουν την αξιοπιστία του σε τέτοιο βαθμό. Η μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 δεν μπορεί να εξεταστεί απομονωμένη από τη λοιπή δοθείσα μαρτυρία, αλλά θα πρέπει να αξιολογηθεί στα πλαίσια και των θέσεων που οι υπόλοιποι μάρτυρες έθεσαν ενώπιον μου. Οι θέσεις όλων των μαρτύρων αναφορικά με τις συνθήκες έκδοσης και παράδοσης της επίδικης επιταγής είναι πλήρως αντιφατικές με τη θέση που εξέφρασε ο κατηγορούμενος
- Το γεγονός ότι κατά την αξιολόγηση των Μ.Κ.1 και 4 δεν αποδέχτηκα τα όσα ανέφεραν για την έκδοση και υπογραφή, δεν σημαίνει ότι θα οδηγήσει αυτόματα σε πλήρη αποδοχή των θέσεων του Κατηγορούμενου
- Βεβαίως σημειώνω ότι στο ποινικό μας σύστημα το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος βαρύνει την Κατηγορούσα Αρχή και ο Κατηγορούμενος εκτός από τις περιπτώσεις μετάθεσης του βάρους απόδειξης δεν υποχρεούται να αποδείξει τους ισχυρισμούς του. Από τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2 οφείλω να αναφέρω ότι δεν δύναμαι να αποδεχθώ, και με προβλημάτισε ιδιαίτερα, τις θέσεις του περί του ότι εκδόθηκε μια επιταγή από λογαριασμό εταιρείας στην οποία είναι διευθυντής, της οποίας είχε εν μέρει και τον οικονομικό έλεγχο και από το 2010 ως το 2014 δεν γνώριζε για την επιστροφή της ως απλήρωτη. Αποδέχομαι βεβαίως ότι ο ίδιος παρέδωσε την επίδικη επιταγή στην παραπονούμενη εταιρεία, χωρίς όμως να μπορώ να αποδεχτώ τους ισχυρισμούς του περί άγνοιας του περιεχομένου του φακέλου. Συνεπώς, και με βάση τη νομολογία που ανέφερα ανωτέρω, αποδέχομαι το μέρος της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου 2 αναφορικά με την παράδοση της επιταγής προς την παραπονούμενη με οδηγίες του αδελφού του και απορρίπτω το μέρος που αφορά την άγνοια του περιεχομένου του φακέλου. Τελικές Αγορεύσεις Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας στο σύνολο της αμφότερες οι ευπαιδεύτοι συνήγοροι κατέθεσαν για σκοπούς τελικών τους αγορεύσεων γραπτές καταθέσεις (Έγγραφα Ε και ΣΤ). Το περιεχόμενο των αγορεύσεων τους έχει μελετηθεί δεόντως στο σύνολο τους και δεν χρειάζεται να επαναληφθεί αυτολεξεί όπως επίσης και η νομολογία εις την οποία με παρέπεμψαν. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου καθώς και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Η κατηγορούμενη 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα την Λεμεσό. Ο κατηγορούμενος 2 είναι ένας εκ των 2 διευθυντών της κατηγορούμενης 1, η οποία διατηρούσε τραπεζιτικό τρεχούμενο λογαριασμό με όριο παρατραβήγματος σε Τράπεζα από τον οποίο εκδίδονταν επιταγές τις οποίες είχαν δικαίωμα να υπογράφουν αμφότεροι. Οι παραπονούμενοι ασχολούνται μεταξύ άλλων με εμπορίων προϊόντων ξυλείας και διατηρούσαν συνεργασία με τους Κατηγορούμενους
- Συγκεκριμένα, οι Παραπονούμενοι προμήθευαν με προϊόντα τους Κατηγορούμενους 1 κατόπιν παραγγελιών των τελευταίων. Στα πλαίσια της πιο πάνω συνεργασίας διατηρείτο κατάσταση λογαριασμού με τις χρεοπιστώσεις και έναντι του λογαριασμού αυτού η κατηγορούμενη 1 εξέδιδε μεταχρονολογημένες επιταγές. Σε άγνωστο χρόνο παραδόθηκε από τον κατηγορούμενο 2 στην παραπονούμενη η επίδικη επιταγή, η οποία έφερε ημερομηνία πληρωμής 15/10/
- Η εν λόγω επιταγή κατατέθηκε στην τράπεζα στις ημερομηνίες που φαίνονται επί του σώματος της και επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - Μη επαρκή υπόλοιπα» και «Αποταθείτε στον εκδότη - Ανεπαρκή Υπόλοιπα». Παρά την επιστροφή της επιταγής αυτής το 2010 η συνεργασία των διαδίκων συνεχίστηκε μέχρι το 2013 και οι πληρωμές συνέχισαν να λαμβάνουν χώρα μέσω μεταχρονολογημένων επιταγών. Για την κατάσταση λογαριασμού που διατηρείτο καταχωρήθηκε αγωγή εναντίον των κατηγορουμένων και ενός άλλου προσώπου ενώ η παρούσα ποινική υπόθεση καταχωρήθηκε το
- Νομική Πτυχή Το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 , ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Η έκδοση επιταγής.
- Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
- Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα.
- Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
- Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει το αδίκημα της συνέργειας στην έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος. Ουσιαστικά κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα το οποίο έχει ως εξής: «
- Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει το ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη.» Έχει νομολογηθεί πως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σε αυτό, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός, δυνάμει του άρθρου 20 του Νόμου. (βλ. Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της Εταιρείας C.H. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas & Associates Ltd κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523). Η ευθύνη με βάση το άρθρο 305Α του Νόμου βαρύνει τον εκδότη και σε περιπτώσεις επιταγών εταιρείας, εκδότης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή σύμβουλος που υπογράφει την επιταγή, που γενικά θεωρείται ως αντιπρόσωπος της εταιρείας. Στην υπόθεση Bondina Ltd v. Rollaway Shower Blinds Ltd [1986] 1 W.L.R. 517, υποδείχθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, η οποία και παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000 στη σελίδα 70, παράγραφος Α. 5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 ΑΑΔ 261 αναφέρθηκε ότι έστω και αν μπορούσε να θεωρηθεί πως το αδίκημα του άρθρου 305Α του Νόμου είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης, όσον αφορά συνεργό θα πρέπει να αποδεικνύεται ένοχη διάνοια. Τα όσα διατυπώθηκαν στην υπόθεση Παυλόπουλος (πιο πάνω) υιοθετήθηκαν και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 15.10.2012 στην Ποινική Έφεση αρ. 150/2009, Militos Trading Limited v. Αθηνάς Μαλέκου, στην οποία αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Στην περίπτωση έκδοσης επιταγής από εταιρεία, εκδότης είναι η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή ο σύμβουλος ο οποίος την υπογράφει και ο οποίος ενεργεί υπό την αντιπροσωπευτική του ιδιότητα. Είναι δυνατόν σύμβουλος που υπογράφει την επιταγή να υπέχει ποινική ευθύνη ως συνεργός, νοουμένου ότι αποδεικνύεται η πρόθεσή του σε σχέση με τη συνέργεια και τις περιστάσεις του αδικήματος. Όπως σωστά επισημαίνει και το πρωτόδικο δικαστήριο, η αποδιδόμενη στην εφεσίβλητη συνέργεια στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής συνίσταται στο γεγονός ότι αυτή υπέγραψε την επιταγή.» Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι ( Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Συμπεράσματα Με βάση τώρα τα πιο πάνω ευρήματα σε συνδυασμό με την νομική πτυχή των αδικημάτων που οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία αυτών ενώ περαιτέρω έχουν μέσα από την προσφερθείσα μαρτυρία δημιουργηθεί τέτοιες αμφιβολίες που πρέπει με βάση τις αρχές του ποινικού μας δικαίου να επενεργήσουν προς όφελος των κατηγορουμένων. Επεξηγώντας την πιο πάνω θέση και κατάληξη μου , αναφέρω τα κάτωθι: Αναφορικά με το συστατικό στοιχείο της έκδοσης της επίδικης επιταγής, συστατικό στοιχείο κοινό για αμφότερους τους κατηγορούμενους, κρίνω ότι με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία είναι προφανές ότι δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. - Μέσα από την μαρτυρία που παρουσιάσθηκε δεν έχει αποδειχθεί ότι η επίδικη επιταγή υπογράφηκε από τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος αποδέχθηκα ότι ήταν ένα από τα εξουσιοδοτημένα πρόσωπα να υπογράφουν επιταγές εκ μέρους της 1ης κατηγορούμενης. Η κατάληξη μου αυτή συνδέεται άμεσα και με την κατηγορούμενη 1 καθότι για να δύναται να πληρωθεί το στοιχείο της έκδοσης της επιταγής από νομικό πρόσωπο θα πρέπει αυτή να είναι υπογεγραμμένη και άρα εκδομένη από πρόσωπο που δύναται και νομιμοποιείται να πράξει τούτο. - Ακόμα και η θέση του ίδιου του κατηγορούμενου 2, ότι η επίδικη επιταγή υπογράφηκε από τον αδελφό του που επίσης, σύμφωνα με τους ΜΚ2 και 3, είχε δικαίωμα υπογραφής δεν μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλές συμπέρασμα ότι υπογράφηκε από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο με αποτέλεσμα να οδηγηθεί η υπόθεση σε απόρριψη και εναντίον της 1ης κατηγορούμενης. - Στην παρούσα υπόθεση καταλήγω ότι απουσιάζει νομικά αποδεκτή μαρτυρία αναφορικά με την πατρότητα της υπογραφής. Το γεγονός ότι έγγραφο υπογράφεται από συγκεκριμένο πρόσωπο δύναται να αποδειχθεί είτε δια της μαρτυρίας του υπογράφοντος, είτε δια της μαρτυρίας προσώπου το οποίο υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της υπογραφής, είτε δια της μαρτυρίας γραφολόγου είτε τέλος, δια της μαρτυρίας προσώπου εξοικειωμένου με την υπό αμφισβήτηση υπογραφή (Cross on Evidence, 5th edition, Butterworths, σελ. 603 επ.) Ειδικότερα με αναφορά στην υπό κρίση υπόθεση σημειώνω την απουσία του δείγματος υπογραφής, την απόρριψη της μαρτυρίας του ΜΚ1 για ενώπιον του υπογραφή αλλά και την θέση του ΜΚ3 ότι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την επίδικη επιταγή την υπέγραψε ένας εκ των 2 διευθυντών. Με βάση τα στοιχεία αυτά δημιουργούνται αν μη τι άλλο σοβαρές αμφιβολίες για το κατά πόσο ο κατηγορούμενος 2 εξέδωσε με την υπογραφή του την επίδικη επιταγή. - Με βάση την απόφαση Γιάννη Βούρα -v- Ανδρέας, Λουκάς, Ματθαίος Γενικές Μεταφορές Λτδ κ.α.
(2003)2 ΑΑΔ 135) το Πρωτόδικο Δικαστήριο απάλλαξε και αθώωσε τους εφεσίβλητους με ενδιάμεση απόφαση του στο εκ πρώτης όψεως επειδή ακριβώς θεώρησε ότι δεν είχε αποδειχθεί η πατρότητα της υπογραφής με έναν από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους. Σύμφωνα με το Πρωτόδικο Δικαστήριο στην πιο πάνω υπόθεση η τραπεζική υπάλληλος που είχε κληθεί να καταθέσει ανέφερε μεν για την υπογραφή της επιταγής ότι «την έχουν υπογράψει ο κ. Ματθαίος Ιωάννου και ο κ. Λουκάς Λουκά», όμως δεν έκαμε καμιά αναφορά από πού και πως γνωρίζει ότι είναι τα πρόσωπα αυτά που υπέγραψαν την επιταγή, ούτε αν γνωρίζει αν έχει δείγματα υπογραφής τους, παρά το γεγονός ότι, όπως ανέφερε, ήταν υπεύθυνη του λογαριασμού. Το Ανώτατο Δικαστήριο δε, απορρίπτοντας την Έφεση που ασκήθηκε κατά της αθωωτικής απόφασης ανέφερε τα εξής: " ... Δεν έχουμε πεισθεί ότι συντρέχουν λόγοι επέμβασης μας. Δεν υπήρχαν τα μαρτυρικά στοιχεία από τα οποία μπορούσε να συναχθεί ότι η εφεσίβλητη εταιρεία εξέδωσε την επιταγή. Ο εφεσίβλητος 2 δεν εμπλέκεται. Δεν υπήρξε καν ισχυρισμός ότι υπέγραψε την επιταγή. ... ... Η δικαστής ορθά χρησιμοποίησε την υπόθεση Μάρω Χ''Ιωάννου, ανωτέρω, για καθοδήγηση. Είναι εκ των ων ουκ άνευ να υπάρχει συμπαγής ή νόμιμη μαρτυρία αναφορικά με την πατρότητα της επιταγής. Χρειάζεται μαρτυρία που έχει δυνητικά τέτοια ποιότητα ή αξιοπιστία. Διαφορετικά ελλείπει ο συνδετικός κρίκος της συγκεκριμένης επιταγής με τον εκδότη της. Με την άρνηση των κατηγοριών, ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Και στην προκείμενη περίπτωση ότι οι εφεσίβλητοι εξέδωσαν την επίδικη επιταγή. Η υπεράσπιση δε δέχθηκε ποτέ, όπως προκύπτει από το χειρισμό της υπόθεσης, ότι είχαν τέτοια ανάμειξη. Είναι φανερό από τη σχετική μαρτυρία της Μ.Κ.2, ιδωμένης και υπό το πλαίσιο της όλης μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, ότι δεν είχε ιδία αντίληψη αναφορικά με την προέλευση των υπογραφών της επιταγής ή των οδηγιών για τη μη πληρωμή. Έλειπε επομένως παντελώς το υλικό που θα μπορούσε να στηρίξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. .. " - Επιπλέον στο σημείο αυτό οφείλω βεβαίως να παραπέμψω και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ποινική Έφεση 272/15, Μιχάλη Ζιτή εναντίον Οργάνωση Παραγωγών Συνεργατική Εταιρεία Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων (ΣΕΓΙΔΕΠ) Λύσης Λτδ, 4/3/2016 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το ζήτημα της απόδειξης υπογραφής μιας επιταγής: «Το γεγονός ότι ο εφεσείων ήταν διευθυντής της Εταιρείας και το μόνο πρόσωπο που είχε εξουσία να υπογράφει επιταγές που αυτή εξέδιδε, ήταν αφ΄ εαυτού ικανό στοιχείο να εκληφθεί από την Τράπεζα ότι η υπογραφή στις εντολές ανάκλησης των επιταγών ήταν δική του εφόσον μόνο αυτός της είχε δώσει δείγμα υπογραφής για ό, τι είχε σχέση με τις επιταγές της Εταιρείας. Κάτω απ΄ αυτά τα δεδομένα το βάρος απόδειξης ότι η υπογραφή στις εντολές ανάκλησης δεν ήταν του εφεσείοντα είχε μετέλθει στον ίδιο εφόσον επρόκειτο για θέμα που ήταν αποκλειστικά στη σφαίρα της δικής του γνώσης και σε τέτοιες περιπτώσεις το να εναποτίθεται το υπό αναφορά βάρος στον αποδέκτη μιας επιταγής θα αντιστρατευόταν κάθε έννοια λογικής, θα έπληττε την ασφάλεια των συναλλαγών και θα δημιουργούσε πολυπλοκότητα σε ένα ζήτημα που από τη φύση του είναι απλό. Επικαλέστηκε συναφώς ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα την υπόθεση X¨Ιωάννου (ανωτέρω), όπου αποφασίστηκε πως «Από τη στιγμή που η εφεσείουσα αρνήθηκε την υπογραφή της επιταγής - και αυτό διεφάνη από την αρχή - ο κατήγορος όφειλε να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, την πατρότητα της υπογραφής με ένα από τους αποδεκτούς τρόπους απόδειξης». Παραβλέπει όμως ότι στην υπό κρίση περίπτωση ο εφεσείων δεν αρνήθηκε ευθαρσώς ότι η υπογραφή στις εντολές ανάκλησης δεν ήταν δική του, αλλά περιορίστηκε στο να κτίσει επιχειρηματολογία ότι δεν αποδείχτηκε ότι η υπογραφή ήταν δική του στη βάση της μαρτυρίας του τραπεζικού υπαλλήλου ότι δεν είναι γραφολόγος για να πει με βεβαιότητα πως η υπογραφή ήταν όντως δική του. Όπως παραγνωρίζει και το ότι τα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης διαφοροποιούνται ουσιωδώς από τα γεγονότα της X¨Ιωάννου. Στη Χ¨Ιωάννου ο παραπονούμενος είχε δανείσει χρήματα στον σύζυγο της εφεσείουσας ο οποίος ήταν εργοδότης του και ο τελευταίος του έδωσε επιταγή της συζύγου του, η οποία αρνήθηκε ότι είχε υπογράψει τέτοια επιταγή. Η παρούσα όμως αφορά υπογραφή εντολών ανάκλησης επιταγών που υπογράφηκαν από τον εφεσείοντα που μόνο αυτός είχε εξουσιοδότηση να υπογράφει και αν κάποιος άλλος, μη εξουσιοδοτημένος, είχε υπογράψει τις εν λόγω εντολές, το αναμενόμενο θα ήταν να προβεί σε ανάκληση των εντολών μη πληρωμής των επιταγών. Διαπιστώνεται δηλαδή εν τέλει ότι ο εφεσείων δεν ενεργεί με καλή πίστη και τα παράπονα που διατυπώνει για την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης κρίνονται παντελώς αβάσιμα». Η απόφαση αυτή σαφώς διαφέρει ουσιωδώς από τα γεγονότα που ενώπιον μου τέθηκαν. Στην παρούσα υπόθεση αποτελεί εύρημα ότι νομιμοποιούνταν και ήταν εξουσιοδοτημένα δυο -2- πρόσωπα να υπογράφουν επιταγές, το δείγμα υπογραφής των 2 αυτών προσώπων, ή έστω του κατηγορούμενου 2 δεν παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο ενώ εξ' αρχής αμφισβητήθηκε η υπογραφή της επιταγής από τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος μέσω της συνηγόρου του έθεσε τις θέσεις του εξ΄αρχής μέσα από την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας. Περαιτέρω η ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν είναι γραφολόγος για να μπορεί να θέσει με βεβαιότητα τις θέσεις της ενώ ο ΜΚ3 μίλησε για πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας θέση ότι η επίδικη επιταγή υπογράφηκε από έναν εκ των 2 διευθυντών, συνεπώς καμία θετική μαρτυρία ως προς την υπογραφή της από τον κατηγορούμενο 2 τέθηκε που να δημιουργεί τον απαραίτητο συνδετικό κρίκο της έκδοσης της επιταγής με τον κατηγορούμενο 2. Επιπλέον εύλογες απορίες και αμφιβολίες εγείρονται από τα κάτωθι ερωτήματα τα οποία παρέμεινα αναπάντητα: - Εάν πράγματι στα πλαίσια της συνεργασίας των διαδίκων με την έκδοση ακόμα και μεταχρονολογημένων επιταγών εκδίδονταν αποδείξεις, ως φαίνεται και από τα τεκμήρια 7 και 9 (που κατέθεσαν οι ΜΚ4 και ο κατηγορούμενος 2 αντίστοιχα) γιατί δεν εκδόθηκε και για την επίδικη επιταγή απόδειξη. - Γιατί δεν παρουσιάστηκε ως τεκμήριο το δείγμα υπογραφής στο οποίο αμφότεροι οι ΜΚ2 και ΜΚ3 αναφέρθηκαν, σημειώνοντας μάλιστα ότι αυτό υπάρχει στο αρχείο της Τράπεζας. - Γιατί δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας το πρόσωπο που κατά τους ΜΚ1 και ΜΚ4 παρέλαβε στο ταμείο της αποθήκης της παραπονούμενης εταιρείας την επιταγή εφόσον και σύμφωνα με τους ίδιους ο κατηγορούμενος 2 την υπέγραψε ενώπιον του προσώπου αυτού αλλά και ενώπιον άλλων ατόμων. Όλα τα πιο πάνω είναι απορίες εύλογες και ικανές να δημιουργήσουν σε συνδυασμό με τα όσα ανέφερα κατά το στάδιο της αξιολόγησης τέτοιου βαθμού αμφιβολίες που θα πρέπει να οδηγήσουν σε απόρριψη της υπόθεσης εναντίον και των 2 κατηγορουμένων. Ενόψει της κατάληξης μου αναφορικά με την μη απόδειξη της έκδοσης της επιταγής η εξέταση της ένοχης σκέψης αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2 παρέλκει. Παρόλα αυτά όμως και για σκοπούς πληρότητας οφείλω να αναφέρω ότι η έλλειψη ευρήματος αναφορικά με τον χρόνο έκδοσης σε συνδυασμό με το ότι αποτελεί εύρημα μου ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε μεταχρονολογημένη δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα υπό το φως ότι θα έπρεπε να εξεταστεί η ένοχη σκέψη κατά τον χρόνο έκδοσης σε συσχέτιση με την κατάσταση του λογαριασμού κατά εκείνον τον χρόνο, ο οποίος παρέμεινε άγνωστος. Υπό το φως των πιο πάνω, η υπόθεση απορρίπτεται και οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 απαλλάσσονται και αθωώνονται στην κατηγορία που ένας έκαστος εξ' αυτών αντιμετωπίζει. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των κατηγορουμένων 1 και 2 και εναντίον των Παραπονούμενων ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Με δεδομένο ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 είχαν κοινή εκπροσώπηση να επιδικασθεί ένα σετ εξόδων. (Υπ.) ............. Ε. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ - ΠΑΝΑΓΗ, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο