ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΠΕΤΡΟΥΛΑ ΙΩΑΝΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 17816/13, 29/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B136 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ:N. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17816/13 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΠΕΤΡΟΥΛΑ ΙΩΑΝΝΟΥ Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 29 Ιουλίου, 2016 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ν. Χατζηκωνσταντίνου (για να ακούσει απόφαση ο κ. Π. Αβρααμίδης) Για την Κατηγορουμένη: κ. Γ Κονναρής (για να ακούσει απόφαση ο κ. Λ. Κονναρής) Κατηγορούμενη, παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορία που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη
- Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορία αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, η κατηγορούμενη στις 24/3/2012, στη Μονή της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής KVU 987 δεν κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και προκάλεσε τροχαίο δυστύχημα.
- Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της κατηγορίας, παρουσίασε ως μάρτυρα τον Αστ. 3767, Ιωάννη Ανδρονίκου (ΜΚ 1) και την κα Μαρία Ανδρέου (ΜΚ 2). Κατατέθηκαν συνολικά 8 Τεκμήρια.
- Η κατηγορούμενη προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Δεν παρουσίασε μάρτυρες. Η Μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής Αστ. 3767, Ι. Ανδρονίκου (ΜΚ 1)
- Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο, υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Μονής. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης αστυνομική κατάθεση ημερ. 24/10/2012 (Τεκμήριο 1).
- Στην αστυνομική του κατάθεση αναφέρει ότι στις 24/3/2012 και ώρα 13:50 επισκέφθηκε τη σκηνή τροχαίου δυστυχήματος στη Λεωφόρο Λεμεσού στο χωριό Μονή, με ενεχόμενα οχήματα το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής KVU 987 με οδηγό την κατηγορούμενη και το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΗΖΤ 760 με οδηγό τη Μαρία Ανδρέου (ΜΚ 2) και συνεπιβάτη το Νικόλα Θεοδοσίου.
- Κατά την άφιξη του στη σκηνή βρήκε τα δύο οχήματα στις τελικές τους θέσεις και τα ενεχόμενα πρόσωπα, τα οποία μεταφέρθηκαν ακολούθως στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού λόγω τραυματισμών. Και οι δύο οδηγοί είχαν υποβληθεί σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης με μηδενική ένδειξη. Στην απουσία των δύο οδηγών ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 2) και σημείωσε με «Χ» το σημείο σύγκρουσης.
- Στις 24/10/12 και ώρα 16:40 επισκέφθηκε εκ νέου με την κατηγορουμένη τη σκηνή του δυστυχήματος, της υπέδειξε και εξήγησε το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος αλλά αρνήθηκε να το υπογράψει. Την ίδια ημέρα, έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορουμένη (Τεκμήριο 4). Ακολούθως την κατηγόρησε γραπτώς (Τεκμήριο 5), για το αδίκημα της οδήγησης του αυτοκινήτου KVU 9878 χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα. Η κατηγορούμενη αρνήθηκε την κατηγορία.
- Το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της ημέρας, ο καιρός ήταν αίθριος και ο δρόμος στεγνός και καθαρός. Ανώτατο όριο ταχύτητας στο δρόμο εκείνο είναι 50 ΧΑΩ, η ορατότητα από το σημείο του ΑΛΤ της συμβολής προς τη Λεωφόρο Λεμεσού προς ανατολική κατεύθυνση ξεπερνά τα 100 μέτρα.
- Προφορικά, κατάθεσε ως Τεκμήριο 3 το συμμετρικό σχέδιο που ετοίμασε με βάση το πρόχειρο σχέδιο. Εξήγησε ότι στο Τεκμήριο 3 απεικονίζεται η Λεωφόρος Λεμεσού και ο δρόμος προς τη Μονή που είναι ο παλαιός δρόμος Λευκωσίας - Λεμεσού. Στο σημείο όπου ενώνονται οι δύο δρόμοι υπάρχει «ΑΛΤ». Ο δρόμος είναι διπλής κατευθύνσεως. Κατέληξε στο σημείο «Χ» με βάση την τριβή ελαστικού στην άσφαλτο η οποία σημειώθηκε κατά τη σύγκρουση (σημείο «Δ» στο σχέδιο). Τα σημάδια τριβής των ελαστικών ήταν του HZT
- Σημείωσε με «Α1» ίχνη υγρών του οχήματος KVU 987, τα οποία άφησε το εν λόγω αυτοκίνητο μετά τη σύγκρουση. Από το σημείο 32 μέχρι το σημείο 46.2 της βασικής γραμμής σημειώθηκαν τα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος HZT 760 με «Β3». Με «Β1» σημειώθηκαν τα ίχνη πλαγιολίσθησης του HZT 760 μετά το χτύπημα με το άλλο αυτοκίνητο. Η τελική θέση του οχήματος KVU 987 σημειώθηκε με «Α2» και την πορεία του με «Α». Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήρια 6 και 7 τα έντυπα περιγραφής των ζημιών των οχημάτων HZT 760 και KVU 987 αντίστοιχα.
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι στο σημείο «Δ» υπήρχαν και σκορπισμένα κομμάτια από γυαλί. Δέχθηκε ότι δεν τα περιέλαβε στο σχέδιο. Τέτοια κομμάτια από γυαλί υπήρχαν και πριν το σημείο «Χ». Ανέφερε επίσης ότι η κάθετη απόσταση από το σημείο «Δ» μέχρι τη βασική γραμμή ήταν 3,5 μέτρα. Το πλάτος του δρόμου μέχρι το σημείο «0» ήταν 3,3 μέτρα και μέχρι την απέναντι άσπρη γραμμή 6,6 μέτρα.
- Ήταν η θέση του ότι το μπροστινό μέρος του ΗΖΤ 760 συγκρούστηκε με την δεξιά πλευρά του οχήματος KVU
- Το ΗΖΤ 760 έφερε ζημιές σε όλο το μπροστινό μέρος. Το KVU 987 στη δεξιά πλευρά, δεν θυμόταν όμως ακριβώς που. Δεν ρώτησε τους οδηγούς οτιδήποτε στο χώρο του δυστυχήματος, τις εξετάσεις τις διενήργησε 4-5 μέρες μετά. Δεν εξέτασε μηχανικά τα οχήματα, δεν εξέτασε τα φρένα του ΗΖΤ 760, ούτε την ταχύτητα του. Ούτε μπορούσε να πει σε ποια απόσταση θα σταματούσε το ΗΖΤ 760 εάν οδηγείτο με ταχύτητα 50 ΧΑΩ. Τα οχήματα δεν φωτογραφήθηκαν. Η σύγκρουση ήταν βίαιη και στο μέρος μετέβη η Πυροσβεστική Υπηρεσία για να απεγκλωβιστούν οι οδηγοί. Επανέλαβε ότι κατέληξε στο σημείο σύγκρουσης («Χ») με βάση την τριβή του ελαστικού στην άσφαλτο («Δ»). Μαρία Ανδρέου (ΜΚ 2)
- Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως της εξέτασης την ανακριτική της κατάθεση, ημερ. 13/4/2012 στην οποία ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με τις περιστάσεις του δυστυχήματος: «Την 24.3.12 και γύρω στην 13:40 κατευθυνόμουν με το αυτοκίνητο μου στον παλαιό δρόμο Λεμεσού - Λευκωσίας με κατεύθυνση από Λευκωσία προς Λεμεσό και είχα συνοδηγό τον παιδικό μου φίλο Νικόλα Θεοδοσίου και στο όχημα μου είχα και τον σκύλο μου, αρσενικό, ράτσας American Pitbull, έξι μηνών. Η ταχύτητα μου ήταν γύρω στα πενήντα χιλιόμετρα και φορούσαμε και οι δύο μας τις ζώνες ασφαλείας μας. Μόλις πέρασα με το αυτοκίνητο μου την διασταύρωση που πηγαίνει προς το χωριό Μονή και προχώρησα προς την αερογέφυρα της Μονής, ξαφνικά μόλις πλησίασα την έξοδο της Μονής προς τον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λεμεσού, γύρω στα είκοσι μέτρα, ξαφνικά είδα να μπαίνει στην λωρίδα κυκλοφορίας μου, χωρίς να σταματήσει στο αλτ, ένα αυτοκίνητο χρώματος ασημί, το οποίο ερχόταν από την έξοδο της Μονής προς τον παλαιό δρόμο Λεμεσού - Λευκωσίας. Αμέσως εγώ πάτησα στόπερ αλλά επειδή η απόσταση ήταν κοντινή και το άλλο αυτοκίνητο σταμάτησε μέσα στην λωρίδα κυκλοφορίας μου, τότε αφού είδα ότι θα το χτυπούσα, έστριψα στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας για να αποφύγω την σύγκρουση. Τότε, πρόσεξα το άλλο αυτοκίνητο να ξεκινά και να προχωρά προς την άλλη λωρίδα κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να το κτυπήσω στη δεξιά του πλευρά και τα οχήματα μας να ακινητοποιηθούν, εμένα στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και το άλλο στο χαντάκι.»
- Προφορικά ανέφερε ότι υπέστη ζημιές όλο το μπροστινό μέρος του οχήματος της και καταστράφηκε πλήρως. Η ταχύτητα της ήταν 50 ΧΑΩ όταν το όχημα της κατηγορούμενης ανέκοψε την πορεία της ανέκοψε την πορεία της.
- Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι ο λόγος που έδωσε κατάθεση 20 μέρες μετά το δυστύχημα ήταν γιατί τότε την είχαν καλέσει. Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει αν είχε δει προηγουμένως τα Τεκμήρια 2 και
- Ανέφερε ότι είχε γίνει συρραφή στο πόδι της. Δεν είχε υποστεί κάταγμα. Η αναφορά στην κατάθεση της ήταν λανθασμένη. Αρνήθηκε ότι οδηγούσε με ταχύτητα 150 ΧΑΩ. Η θέση της ήταν ότι η κατηγορούμενη ανέκοψε και τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας, γι' αυτό και η προσπάθεια της να αποφύγει τη σύγκρουση με το να εισέλθει στην άλλη λωρίδα ήταν μάταιη. Αρνήθηκε ότι η κατηγορούμενη είχε ήδη εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Αρνήθηκε ότι η κατηγορούμενη έκανε αλτ. Δεν θυμόταν αν καταχώρισε αγωγή, θυμόταν όμως ότι έλαβε κάποιο ποσό ως αποζημίωση δεν θυμόταν να το προσδιορίσει. Αρνήθηκε ότι έτρεχε με υπερβολική ταχύτητα. Η Ανώμοτη Δήλωση της Κατηγορούμενης
- Στην ανώμοτη δήλωση της η κατηγορούμενη ανέφερε τα ακόλουθα: «Στις 23.3.12 κατευθυνόμουνα από τη Λεμεσό στην Εθνική οδό, πώς να την πω, στο high way με κατεύθυνση προς Μονή, εκεί πήγα για εργασία, έκανα alt και είδα δεξιά δεν υπήρχε αυτοκίνητο, αριστερά δεν υπήρχε αυτοκίνητο, δεξιά δεν υπήρχε αυτοκίνητο, ελεγχόμενη η διάβαση μου και πήγα κανονικά στην πορεία μου, από εκεί πέρα έγινε το τροχαίο. Δεν έκανα καμία ανακοπή πορείας. Είμαι ένας οδηγός πάνω από 30 χρόνια, ούτε στην απειρία μου ούτε πλέον που ήμουν έμπειρη δεν προκάλεσα κανένα τροχαίο και δεν απασχόλησα ποτέ την αστυνομία, πάντα σεβόμενη και το άτομο μου και τους άλλους οδηγούς, προσεκτικότατη, πόσον μάλλον εκείνη την ημέρα σε εκείνο το χρονικό διάστημα της ζωής μου που είμαι μονογονιός με τρία παιδιά, είμαι τυπικότατο άτομο, ποτέ δεν τρέχω και πάντα είμαι στα ραντεβού μου, δεν προκάλεσα κανένα τροχαίο. Το ότι έχει επακολουθήσει πέραν από το τροχαίο νομίζω είναι κάτι το οποίο είναι εμφανές τώρα, δεν έχω κάτι περισσότερο να πω. Το μόνο επιμένω ότι δεν έχω κάνει καμία τροχαία παράβαση και δεν έχω προκαλέσει το τροχαίο εκείνη την ημέρα.»
- Για σκοπούς πληρότητας, στην ανακριτική της κατάθεση (Τεκμήριο 4), είχε αναφέρει τα εξής: «Την 24.3.12 και περί ώρα 13:20 ξεκίνησα από τη Λεμεσό για να πάω στο χωριό της Μονής για ένα επαγγελματικό ραντεβού οδηγώντας το πιο πάνω αυτοκίνητο μου στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λεμεσού με κατεύθυνση τη Μονή. Βγήκα από την έξοδο της Μονής και έκανα αλτ στο σήμα στοπ. Πρόθεση μου ήταν να στρίψω δεξιά, δηλαδή να μπω στην λεωφόρο Λεμεσού, να πάω προς την Μονή. Στο αλτ του δρόμου έλεγξα την τροχαία κίνηση δεξιά, αριστερά και πάλι δεξιά. Είδα πως δεν υπήρχε οποιοδήποτε αυτοκίνητο έτσι εισήλθα με δεξιά στροφή στην Λεωφόρο Λεμεσού. Μετά από αυτό δεν θυμάμαι κάτι άλλο παρά μόνο όταν άνοιξα τα μάτια μου και πάνω μου υπήρχε ένας κύριος και κατάλαβα πως είχα χτυπήσει..» Οι Εισηγήσεις των συνηγόρων
- H εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής με αναφορά στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου[1] και στη μαρτυρία που παρουσιάστηκε εισηγήθηκε ότι αποδείχθηκαν όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος.
- Ο συνήγορος της κατηγορουμένης εισηγήθηκε ότι έπρεπε να αποδειχθεί ότι η οδήγηση της ήταν η αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος. Το γεγονός ότι είχε εισέλθει από πάροδο δεν είναι αρκετό από μόνο του για να καταδειχθεί αμέλεια. Προέβαλε τη θέση ότι η ΜΚ 2 δεν είπε την αλήθεια για την ταχύτητα της και ότι είδε την κατηγορούμενη 20 μ. πριν τη σύγκρουση. Τα ίχνη τροχοπέδησης είναι 14 μέτρα ενώ διακόπτονται για 13 μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης Ακολούθως υπάρχει μετατόπιση άλλων 21 μ.. Η ταχύτητα της ΜΚ 2 δεν μπορούσε να είναι 50 ΧΑΩ. Το δυστύχημα, ανέφερε, προκλήθηκε λόγω της υπερβολικής ταχύτητας με την οποία οδηγούσε η ΜΚ
- Η υπερβολική της ταχύτητα μπορεί να εξαχθεί συμπερασματικά ως κοινή λογική από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης. Δημιουργείται επομένως εύλογη αμφιβολία ως προς τη γενεσιουργό αιτία του δυστυχήματος. Αξιολόγηση
- Από την ενώπιον μου μαρτυρία και τη γραμμή αντεξέτασης που ακολουθήθηκε από πλευράς Υπεράσπισης αποτελούν κοινές θέσεις τα ακόλουθα:
(1)Στις 24/3/2012, περί ώρα 13:40 έγινε δυστύχημα στη λεωφόρο Λεμεσού στη Μονή στη συμβολή του εν λόγω δρόμου με τον παλαιό δρόμο Λευκωσίας - Λεμεσού, με ενεχόμενους, την κατηγορούμενη που οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KVU 987 και την ΜΚ 2 που οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής HZT 760.
(2)Η κατηγορούμενη ακολουθούσε βόρεια πορεία στον παλαιό δρόμο Λευκωσίας - Λεμεσού και η ΜΚ 2 οδηγούσε με δυτική κατεύθυνση στη λεωφόρο Λεμεσού. Στη συμβολή όπου ενώνεται ο παλαιός δρόμος Λευκωσίας - Λεμεσού με τη λεωφόρο Λεμεσού υπάρχει «ΑΛΤ» στον παλαιό δρόμο Λευκωσίας - Λεμεσού.
(3)Και οι δύο δρόμοι είναι διπλής κατευθύνσεως.
(4)Τα δύο οχήματα εντοπίστηκαν στις τελικές τους θέσεις.
(5)Το όριο ταχύτητας είναι 50 ΧΑΩ, ο καιρός ήταν αίθριος, η άσφαλτος στεγνή και καθαρή.
(6)Η ασφαλιστική εταιρεία της κατηγορούμενης αποζημίωσε την ΜΚ
- Παραμένει επομένως προς εξέταση κατά πόσο η σύγκρουση ήταν αποτέλεσμα ενέργειας ή παράλειψης της κατηγορούμενης, αν δηλαδή ο τρόπος που εισήλθε στην εν λόγω συμβολή ήταν η γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος. Αξιολόγηση Αστ. 3767, Ι. Ανδρονίκου (ΜΚ 1)
- Τα προσόντα του μάρτυρα, για τη λήψη μετρήσεων και την ετοιμασία του σχεδίου, ως επίσης οι μετρήσεις του και τα ευρήματα του στη σκηνή δεν αμφισβητήθηκαν. Αντίθετα με την αντεξέταση υποβλήθηκαν ερωτήσεις κυρίως διευκρινιστικής φύσεως. Δέχομαι τα προσόντα του μάρτυρα, και τον μάρτυρα ως αξιόπιστο. Δέχομαι τη μαρτυρία του, δηλαδή τις μετρήσεις του, την περιγραφή των δρόμων και ορατότητας, της συμβολής, των ζημιών και των ευρημάτων στη σκηνή, στην ολότητα της. Αξιολόγηση Μαρίας Ανδρέου (ΜΚ 2)
- Η ΜΚ 2 δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η μαρτυρία της όσον αφορά τις περιστάσεις του δυστυχήματος εμπεριείχε αδυναμίες και ισχυρισμούς που δεν συνάδουν με την πραγματική μαρτυρία.
- Συγκεκριμένα ανέφερε ότι είδε το όχημα της κατηγορουμένης από 20 μέτρα απόσταση. Από τη στιγμή όμως που άφησε ίχνη τροχοπέδησης 14.2 μ. και ακολούθως κινήθηκε άλλα 13 μέτρα μέχρι το σημείο της σύγκρουσης, χωρίς να λαμβάνω υπόψη μου την απόσταση σκέψης, οποιαδήποτε και να ήταν αυτή, διαφαίνεται ότι θα πρέπει να είχε δει το όχημα της κατηγορουμένης πολύ πιο πριν.
- Η απόσταση επίσης που διένυσε από το σημείο που εφάρμοσε τα φρένα της μέχρι το σημείο σύγκρουσης, ακολούθως μέχρι και την τελική θέση των οχημάτων επίσης με αφήνει σε κάποια αμφιβολία σε σχέση με την θέση της ότι κινείτο με ταχύτητα 50 ΧΑΩ. Σημειώνω ότι για τον απεγκλωβισμό της ιδίας και της κατηγορουμένης χρειάστηκε η συνδρομή της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, η σύγκρουση χαρακτηρίστηκε ως σφοδρή.
- Υπολογισμός της ταχύτητας μπορεί να συμπεραθεί και στη βάση της κοινής λογικής σε συνδυασμό πάντοτε με το σύνολο των γεγονότων που αφορούν στο εκάστοτε συμβάν, με την κάθε τέτοια περίπτωση να απαιτεί κρίση αναλόγως των συνθηκών που την συναποτελούν (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Τ. Ηλιάδη & Ν. Σάντη, σελ. 597 με αναφορά στις Χρυσοστόμου ν. Cameron
(2010)1Γ ΑΑΔ 1992 και Shakolas v Agathagelou
(1983)1 CLR 1007). Στην προκειμένη περίπτωση με τα δεδομένα της πραγματικής μαρτυρίας όπως έχουν τεθεί ενώπιον μου, και ανέφερα πιο πάνω, μου δημιουργείται αμφιβολία αν η ΜΚ 2 έλεγε την αλήθεια ως προς την ακριβή ταχύτητα της.
- Προέκυψε κατά την αντεξέταση ότι η ΜΚ 2 ήταν υπόδικος για υποθέσεις διαρρήξεων. Δεν έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε σχετικότητα του ζητήματος αυτού και του χαρακτήρα της με τα γεγονότα της υπόθεσης και ούτε έλαβα υπόψη μου την αναφορά που έγινε στην αξιολόγηση της.
- Ούτε έλαβα υπόψη το γεγονός ότι δεν θυμόταν το πρόσωπο με το οποίο συγκρούστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα αναγνώρισης της οδηγού δηλ. της κατηγορούμενης αφού είναι δεκτό ότι είχε εμπλακεί στο δυστύχημα.
- Για τους υπόλοιπους λόγους που προανέφερα δεν κρίνω τη μάρτυρα αξιόπιστη και δεν δέχομαι τη μαρτυρία της. Αξιολόγηση Κατηγορούμενης
- Οι αρχές με τις οποίες εξετάζει και αξιολογεί το Δικαστήριο ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου συνοψίστηκαν στην Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 110/12, 18/7/2013, στην οποία αναφέρθηκε ότι μια ανώμοτη δήλωση, ενώ δεν συνιστά μαρτυρία με την αυστηρή έννοια του όρου, εντούτοις, δεν είναι χωρίς καμιά απολύτως αποδεικτική αξία και ισχύ. Μπορεί να βοηθήσει στη θεώρηση της μαρτυρίας υπό κάποια διαφορετική σκοπιά. Μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα ότι έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία. Στην εν λόγω απόφαση γίνεται αναφορά στην R. v. Cambell
(1979)69 Cr. App. R. 221 από την οποία παρατίθεται σε μετάφραση το ακόλουθο απόσπασμα: «... μια ανώμοτη κατάθεση του κατηγορούμενου, με την πρακτική που επικρατεί σήμερα, φαίνεται να πήρε κάπως σκιερό χαρακτήρα που βρίσκεται στο μισό δρόμο, σε ότι αφορά αξία και βάρος, ανάμεσα σε ένορκη κατάθεση και απλή εξ' ακοής μαρτυρία. Δεν μπορεί να λέγεται στους ενόρκους ότι οφείλουν να την αγνοήσουν εξ' ολοκλήρου. Πρέπει να τους λέγεται ότι μπορούν να της δώσουν το βάρος που νομίζουν ότι της αξίζει, αλλά ότι δεν μπορεί να έχει την ίδια αξία, όπως η ένορκη μαρτυρία που δοκιμάστηκε με την αντεξέταση.» (βλ. επίσης Anastassiades v. Republic
(1977)2 CLR 97, Khadar v Republic
(1978)2 CLR 152, Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 515, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129, Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 22, Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 385 και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2014:B288, Ποιν. Έφ. 134/13, 2/5/2014)
- Η εκφρασθείσα θέση της κατηγορούμενης, στην ανακριτική της κατάθεση και στην ανώμοτη δήλωση της, ήταν ότι πλησίασε το αλτ με πρόθεση να στρίψει δεξιά. Αφού ήλεγξε δεξιά και αριστερά της ότι δεν υπήρχαν αυτοκίνητα προχώρησε και έστριψε δεξιά οπότε και έγινε το δυστύχημα.
- Εξέτασα το περιεχόμενο της ανώμοτης κατάθεσης της σε συνάρτηση με την γραμμή της υπεράσπισης, ότι δηλαδή η σύγκρουση συνέβη λόγω αμελούς οδήγησης της ΜΚ 2, ότι δηλαδή οδηγούσε με υπερβολική υπό τις περιστάσεις ταχύτητα και ότι η κατηγορούμενη είχε σχεδόν εισέλθει στη λωρίδα της στην Λεωφόρο Λεμεσού. Κρίνω ότι η ανώμοτη δήλωση δεν έρχεται σε διάσταση με την ανακριτική κατάθεση της κατηγορούμενης, δεν βοηθά όμως το Δικαστήριο στην εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος σε σχέση με τον τρόπο που έγινε το δυστύχημα ή την οδική συμπεριφορά της ΜΚ 2 για την οποία δεν έγινε καμία αναφορά ούτε στην ανακριτική της κατάθεση ούτε στην ανώμοτη δήλωση της. Ευρήματα
- Πέραν των όσων ανέφερα πιο πάνω ως αποδεκτών γεγονότων (παρ. 19) προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα:
(1)Τα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος της ΜΚ 2 (HZT 760) ήταν 14.2 μ. (βλ. «Β3» από το σημείο 32 μέχρι το σημείο 46.2 της βασικής γραμμής).
(2)Ακολούθως το όχημα της ΜΚ 2 διένυσε ακόμη 13 μ. περίπου μέχρι το σημείο σύγκρουσης (στο σημείο 59.3 μ. της βασικής γραμμής).
(3)Η κάθετη απόσταση από το σημείο σύγκρουσης μέχρι τη βασική γραμμή ήταν 3.5 μέτρα. Το πλάτος του δρόμου ήταν 6,6 μέτρα. Η σύγκρουση έγινε στο μέσο περίπου δηλαδή του δρόμου, ελαφρώς εντός της αντίθετης, σύμφωνα με την πορεία της ΜΚ 2, λωρίδας κυκλοφορίας.
(4)Το όχημα της ΜΚ 2 μετά τη σύγκρουση πλαγιολίσθησε και ακινητοποιήθηκε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, με κατεύθυνση ανατολική προς Μονή σε σημείο μεταξύ των 67.3 μ. και 71 μ. της βασικής γραμμής.
(5)Το όχημα της κατηγορούμενης μετά τη σύγκρουση κατέληξε σε χωμάτινο αυλάκι, πλησίον της λωρίδας κυκλοφορίας με κατεύθυνση ανατολική προς Μονή, σε σημείο μεταξύ των 78.4 μ. και 80.9 μ. της βασικής γραμμής.
(6)Η ορατότητα από το σημείο του αλτ προς ανατολικά ήταν πέραν των 100 μ.
(7)Η σύγκρουση ήταν σφοδρή. Το όχημα της ΜΚ 2, ΗΖΤ 760, έφερε ζημιές σε όλο το μπροστινό μέρος, το όχημα της κατηγορούμενης, KVU 987, σε όλο το δεξιό μέρος.
(8)Δεν έχει καταδειχθεί ότι η ταχύτητα της ΜΚ 2 ήταν 50 ΧΑΩ, εντός δηλαδή του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας και σε ποια απόσταση από το αλτ είδε, η ΜΚ 2, την κατηγορούμενη να εισέρχεται στη συμβολή. Νομική Πτυχή
- Σύμφωνα με το άρθρο 8[2] του Ν. 86/72 σε κατηγορία αμελούς οδήγησης πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο οδηγός, το όχημα οδηγείτο, το όχημα ήταν μηχανοκίνητο, το όχημα οδηγείτο σε δρόμο και το όχημα οδηγείτο χωρίς την δέουσα προσοχή και επιμέλεια (βλ. Archbold, Magistrates' Courts Criminal Practice 2013, σελ.1226 - 1227, §17-31[3]).
- Η οδήγηση προϋποθέτει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση του άρθρου 8 του Ν. 86/72, είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού (βλ. Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 AAΔ 68, 73, με αναφορά στις Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 ΑΑΔ 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 202). 29. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, 4). 30. Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασιστεί:
(1)η φύση του καθήκοντος, και
(2)όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει (βλ. Σωκράτης Σωκράτους, ανωτέρω). 31. Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου και όχι του οδηγού που ενέχεται (βλ. Markantonis v Demakis
(1989)1 CLR 387, 392). Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός (βλ. Σωκράτης Σωκράτους, ανωτέρω). Ο προσδιορισμός του καθήκοντος ενός εκάστου ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή (βλ. Markantonis, ανωτέρω). Το καθήκον για τη λήψη μέτρων προφύλαξης μορφοποιείται ενόψει κινδύνου ο οποίος διαφαίνεται κατά λογική πρόβλεψη (βλ. Βίκης v Νεοφύτου
(1990)1 ΑΑΔ 345, 350). Η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια (βλ. Σωκράτης Σωκράτους, ανωτέρω). 32. Στην Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475, 483, κρίθηκε ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια. 33. Ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Constantinou ν. Katsouris
(1975)1 CLR 188, 192). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Nicolaides ν. Economides
(1963)2 CLR 78, 84). 34. Στην Κυριάκου ν. Κανάρη
(1997)1Γ ΑΑΔ 1436, 1439 τονίστηκε ότι η απόφραξη του δρόμου από οδηγό αυτοκινήτου υποδηλώνει γενικά παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος προς άλλα άτομα τα οποία χρησιμοποιούν το δρόμο. Η απόφραξη του δρόμου, δεν προσδίδει αυτόματα ευθύνη στον οδηγό, για οποιοδήποτε επακόλουθο δυστύχημα ανεξάρτητο από τα αίτια του. 35. Στην Adamis v Eracleous
(1982)1 CLR 746, 751, αναφέρθηκε ότι το κατά πόσο είναι ασφαλής ή όχι ή είσοδος οχήματος σε δρόμο εξαρτάται από την κατάσταση της τροχαίας κίνησης την στιγμή που εισέρχεται, και αν η κατάσταση είναι τέτοια που να καθιστά την είσοδο επικίνδυνη ο οδηγός οφείλει να μην εισέλθει μέχρις ότου είναι ασφαλές να το πράξει. Αν η είσοδος είναι ή δεν είναι λογικά ασφαλής στη δεδομένη περίπτωση είναι ζήτημα πραγματικό που αποφασίζεται αναλόγως των περιστάσεων. Συμπεράσματα
- Εξέτασα με ιδιαίτερη προσοχή την προβληθείσα ενώπιον μου επιχειρηματολογία σε συνάρτηση με τα ευρήματα μου και την παρατεθείσα νομολογία.
- Με προβλημάτισε κατά πόσο η απόρριψη της μαρτυρίας της ΜΚ 2 δημιουργεί κενά στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, ότι δηλαδή η κατηγορούμενη εισήλθε αμελώς στην εν λόγω συμβολή χωρίς να κοιτάξει ή εφόσον ήλεγξε το δρόμο προέβη σε λάθος υπολογισμό με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του οχήματος της ΜΚ
- Τα ευρήματα και η πραγματική μαρτυρία τείνουν να καταδείξουν ότι η κατηγορούμενη ενδεχομένως να εισήλθε αμελώς στη συμβολή, έχοντας κατά νου την μεγάλη ορατότητα που είχε η κατηγορούμενη από το σημείο του αλτ προς την κατεύθυνση από την οποία κατευθυνόταν η ΜΚ
- Από την άλλη, δεν έχω δεχθεί τη θέση της ΜΚ 2 ως προς το πότε εισήλθε η κατηγορούμενη στη συμβολή και την ταχύτητα της ΜΚ
- Σημειώνω ότι μια από τις θέσεις της υπεράσπισης ήταν ότι το δυστύχημα ήταν αποτέλεσμα της ταχύτητας της ΜΚ
- Στην απουσία διασύνδεσης του πεδίου ορατότητας της κατηγορούμενης με την ταχύτητα της ΜΚ 2 αλλά και του περιθωρίου αντίδρασης της ΜΚ 2, σε συσχετισμό πάντα με την ταχύτητα της, δεν μπορώ να πω ότι έχω ικανοποιηθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας για την ποινική ευθύνη της κατηγορούμενης. Δεν μπορεί να προκύψει ασφαλές συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη εισήλθε στη συμβολή είτε χωρίς να δει το όχημα της ΜΚ 2 είτε γιατί το είδε και εισήλθε αλλά δεν υπολόγισε σωστά αν ήταν ασφαλές το πράξει.
- Η αποζημίωση της ΜΚ 2 από τον ασφαλιστή της κατηγορούμενης δεν συνιστά παραδοχή ευθύνης της κατηγορούμενης.
- Με βάση τα όσα προανέφερα δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η κατάσταση της τροχαίας κίνησης ήταν τέτοια που να καθιστούσε την είσοδο της κατηγορούμενης στη συμβολή τη δεδομένη στιγμή επικίνδυνη. Επομένως δεν μπορεί να κριθεί ένοχη για παράλειψη εκπλήρωσης καθήκοντος.
- Θα ήταν ορθότερο, μελλοντικά, σε περιπτώσεις ανάλογες να γίνονται και αναγκαίες ενέργειες από πλευράς αστυνομίας ως προς την ταχύτητα εμπλεκομένων οχημάτων ειδικά όπου ίχνη τροχοπέδησης καθιστούν κάτι τέτοιο εφικτό, έχοντας κατά νου ότι διακυβεύεται η ποινική ευθύνη προσώπων. Κατάληξη
- Η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Υπ.).................................................. Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final/ Negligent driving/ Law 86/72, s.
- Αναφορά: Ποινική/ Τελική/ Αμελής Οδήγηση/ N. 86/72, άρθρο
- [1] Αναφέρθηκε στις αποφάσεις Κυριάκου ν. Κανάρη
(1997)1Γ ΑΑΔ 1436, Παλαιομυλίτης ν Τροχαίας
(1996)2 ΑΑΔ 300 και Παύλου ν Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ
- [2]
- Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας 1000 λίρες ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης. [3] The elements of this offence that the prosecution must prove are that: - the defendant was the driver; - the vehicle was being driven; - the vehicle was a mechanically propelled vehicle; - the vehicle was being driven on a road or other public place; - the vehicle was being driven without due care and attention; cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο