SNEZANA SHIAMTANI κ.α. ν. ΜΙΧΑΛΗ ΑΝΑΓΙΩΤΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8187/2015, 12/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B127 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8187/2015
- SNEZANA SHIAMTANI
- ΚΩΣΤΑ ΣΙΑΜΤΑΝΗ Παραπονούμενοι - ν -
- ΜΙΧΑΛΗ ΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
- ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 12 Ιουλίου 2016 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενους: κος Χριστοφόρου με κο Καϊκκη Για Κατηγορούμενους : κος. Τσαγγάρης Κατηγορούμενοι παρόντες ---------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, οι κατηγορούμενοι, αντιμετωπίζουν από κοινού, μια κατηγορία, αυτή της ανυπακοής σε νόμιμη διαταγή του Δικαστηρίου κατά παράβαση του αρ. 137 Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, «οι κατηγορούμενοι κατά/ή περί την 9 Απριλίου 2015 προέβησαν σε ανυπακοή και/ή ανυπάκουσαν σε νόμιμη διαταγή και/ή διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 7/3/2013 το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της υπ' αρ. αγωγής 3155/2012 Ε.Δ. Λεμεσού και το οποίο τους επιδόθη στις 14/9/13 σταθμεύοντας και/ή επιτρέποντας την στάθμευση του αυτοκίνητο των με αριθμούς εγγραφής KOF973 πέραν του καθορισμένου χώρου που φαίνεται επί του σχεδίου το οποίο επισυνάφθηκε επί του εν λόγω διατάγματος του Δικαστηρίου και σημειώθηκε ως τεκμήριο «Α» επεμβαίνοντας επί του χώρου στάθμευσης και/ή της εισόδου και διέλευσης στην κατοικία των παραπονουμένων που βρίσκεται στην οδό Αρχαγγέλου Μιχαήλ 6 εις το Χωριό Πύργος Λεμεσού.» Συνοψίζω την μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, όπως αυτή τέθηκε ενώπιον μου, από τους Πανίκο Κλείτου, ιδιώτη δικαστικό επιδότη, (ΜΚ1), την παραπονούμενη, Snezana Shiamtani (ΜΚ2) και την Αστ.3489 Ε. Πολυκάρπου του Αστυνομικού Σταθμού Μονής (ΜΚ3). Οι παραπονούμενοι είναι αντρόγυνο και διαμένουν στην οδό Αρχαγγέλου Μιχαήλ 6, στο Πύργο Λεμεσού. Η οικία τους συνορεύει με την οικία των κατηγορουμένων οι οποίοι είναι επίσης αντρόγυνο. Συγκεκριμένα, οι δύο κατοικίες, εφάπτονται κατά τρόπο που σχηματίζεται αριστερόστροφη γωνία με την κατοικία των παραπονουμένων να είναι στο πάνω μέρος της γωνιάς και των κατηγορουμένων στο δεξιό της γωνίας μέρος. Η είσοδος και έξοδος από και προς το χώρο στάθμευσης των παραπονουμένων και της οικίας τους, επιτυγχάνεται μόνο με τη διέλευση μπροστά από την κύρια είσοδο της οικίας των κατηγορουμένων. Παρά τις κατ' επανάληψη υποδείξεις των παραπονουμένων, οι κατηγορούμενοι επέμεναν να σταθμεύουν τα οχήματα τους μπροστά από το δικό τους σπίτι μεν όμως με τέτοιο τρόπο ώστε να παρεμποδίζεται η διέλευση των παραπονουμένων από και προς το χώρο στάθμευσης τους και γενικά της οικίας τους. Ένεκα τούτο, προέκυψαν διαφορές μεταξύ των πλευρών με αποτέλεσμα οι παραπονούμενοι να καταχωρήσουν εναντίον των κατηγορουμένων, την αγωγή υπ. αρ. 3155/2012 στο Ε.Δ. Λεμεσού στα πλαίσια της οποίας, στις 7/3/13, εκδόθηκε, διάταγμα με επισυνημμένο σχεδιάγραμμα του χώρου (εφ' εξής το διάταγμα και το σχέδιο), το οποίο, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με τη ΜΚ2, απαγόρευε στους κατηγορούμενους από του να επεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο επί του χώρου στάθμευσης και/ή της εισόδου και διέλευσης της κατοικίας των παραπονουμένων. Πιστό αντίγραφο του διατάγματος ημερ. 7/3/13 και του επισυνημμένου σε αυτού ως «Τεκμήριο Α» σχεδιαγράμματος, επιδόθηκαν προσωπικά στους κατηγορούμενους, την 14/9/13 και σχετικές ένορκες δηλώσεις επίδοσης στις οποίες επισυνάπτονται το διάταγμα και το σχεδιάγραμμα, κατατέθηκαν από το ΜΚ1 ως Τεκμήρια 1 και
- Παραπέμποντας στο διάταγμα, η ΜΚ2, ανέφερε ότι, στο επισυνημμένο σε αυτό σχέδιο, φαίνεται ξεκάθαρα, πού δικαιούνται και πού απαγορεύεται να σταθμεύουν οι κατηγορούμενοι, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η απρόσκοπτη διέλευση από και προς την οικία και χώρο στάθμευσης των παραπονουμένων. Ήταν η θέση της ΜΚ2 ότι, σύμφωνα με το διάταγμα και το σχέδιο, ο χώρος που επετράπη στους κατηγορούμενους να σταθμεύουν τα οχήματα τους είναι συγκεκριμένος. Ο χώρος αυτός, ο οποίος αντιπροσωπεύει χώρο στάθμευσης δύο οχημάτων, το ένα πίσω από το άλλο, μήκους 09.50μ, φαίνεται, σύμφωνα με τη μάρτυρα, στο σχέδιο, ως ένα κάθετο πράσινο ορθογώνιο σχήμα, μπροστά από το κάτω μέρος της οικίας των κατηγορουμένων η οποία σημειώνεται με τον αρ.
- Το ορθογώνιο αυτό, ξεκινά από την πλαϊνή είσοδο της οικίας των κατηγορουμένων, εκτείνεται κατά μήκος αυτής και σταματά περί τα 2.50μ-2.60μ πριν την κύρια είσοδο της οικίας τους, αφήνοντας έτσι, ελεύθερη, μια απόσταση 5.00μ στο σύνολο, από το σύνορο της οικίας των παραπονουμένων και το χώρο στάθμευσης τους (η απόσταση από την κύρια είσοδο της κατοικίας των κατηγορουμένων μέχρι το χώρο στάθμευσης των παραπονουμένων είναι ακόμη 2.00μ). Σύμφωνα με τη μάρτυρα, η απόσταση αυτή, όπως επίσης και άλλα σημεία που απαγορεύεται η στάθμευση οχημάτων, είναι χρωματισμένη με κόκκινο χρώμα στο σχέδιο και κρίθηκε επαρκής και ικανοποιητική για να εξυπηρετήσει την απρόσκοπτη είσοδο και έξοδο των παραπονουμένων από το χώρο στάθμευσης τους και την οικία τους. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, αυτό που απαγορεύτηκε στους κατηγορούμενους με το διάταγμα, είναι να σταθμεύουν τα οχήματα τους σε οποιοδήποτε σημείο πέραν του επιτρεπόμενου χώρου στάθμευσης και δη σε τέτοια απόσταση από το δικό της χώρο στάθμευσης ώστε να διασφαλίζεται η απρόσκοπτη χρήση του. Όπως ανέφερε η μάρτυρας, σύμφωνα με ενημέρωση που είχε από το δικηγόρο της, για σκοπούς συμμόρφωσης με το διάταγμα και ευκολίας προσανατολισμού, θα χρωματίζετο στο δρόμο, μια κίτρινη γραμμή, η οποία και θα υποδείκνυε μέχρι που δικαιούνται οι κατηγορούμενοι να σταθμεύουν τα οχήματα τους, σύμφωνα με το διάταγμα και σχέδιο, όπως και έγινε. Σύμφωνα με τη μάρτυρα η εν λόγω κίτρινη γραμμή βρίσκεται περί τα 5 μέτρα από το χώρο στάθμευσης της και αν και δεν γνωρίζει ποιος την χρωμάτισε, εντούτοις γνωρίζει ότι οι κατηγορούμενοι δεν θα πρέπει να σταθμεύουν τα οχήματα τους πέραν αυτής. Αν και οι κατηγορούμενοι, σύμφωνα με τη ΜΚ2, αρκετές φορές στο παρελθόν δεν τηρούσαν πιστά τον «κανόνα της κίτρινης γραμμής», εντούτοις, επειδή οι «παραβάσεις» τους ήταν για πολύ μικρή απόσταση ήτοι 0.5-1.00μ και δεν την εμπόδιζαν, τις αγνόησε. Στις 9 Απριλίου 2015 όμως, σύμφωνα πάντα με την ΜΚ2, επιστρέφοντας στην οικία της, διαπίστωσε ότι το όχημα των κατηγορουμένων, μάρκας SAAB, ήταν σταθμευμένο, σχεδόν ολόκληρο, πέραν της κίτρινης γραμμής κατά τρόπο που εμπόδιζε την είσοδο και έξοδο του δεύτερου αυτοκίνητου από το χώρο στάθμευσης της, αφού η απόσταση των 5.00μ είχε σχεδόν καταληφθεί από το όχημα των κατηγορουμένων. Σύμφωνα πάντα με την ίδια, αφού στάθμευσε στο διπλανό χώρο στάθμευσης της οικίας της, είδε τους κατηγορούμενους που στέκονταν εκεί να την κοιτάζουν. Αφού ξεκίνησε να κατεβάζει τα πράγματα από το αυτοκίνητο της, δίνοντας έτσι χρόνο στους κατηγορούμενους να μετακινήσουν το όχημα τους περί τα 5 λεπτά χωρίς όμως αποτέλεσμα, ζήτησε από τους τελευταίους να μετακινήσουν το όχημα τους πίσω από την κίτρινη γραμμή οπόταν και αυτοί άρχισαν να της φωνάζουν ότι δεν θα το μετακινούσαν. Όταν αυτή τους ανέφερε ότι υπάρχει σχετικό Διάταγμα Δικαστηρίου αυτοί της απάντησαν στα αγγλικά «we don't care» (δεν μας νοιάζει). Ακολούθως, αφού πήγε πρώτα στο σπίτι της, επέστρεψε και έλαβε φωτογραφίες της σκηνής χρησιμοποιώντας το iPad της τις οποίες και κατέθεσε ως Τεκμήρια 3(α) και 3(β). Ταυτόχρονα, ενημέρωσε τους κατηγορούμενους ότι θα ειδοποιήσει την αστυνομία και το δικηγόρο της αναφορικά με το όλο θέμα όπως και έπραξε. Σύμφωνα με τη ΜΚ2, μέχρι την άφιξη της αστυνομίας περί τα 30 λεπτά αργότερα, και αφού είχαν ήδη παρέλθει περίπου 15 λεπτά από την ώρα που είχε ζητήσει από τους κατηγορούμενους να μετακινήσουν το όχημα τους και αυτοί αρνήθηκαν, η μάρτυς ανέφερε ότι το όχημα μετακινήθηκε πίσω από την κίτρινη γραμμή. Αν και δεν είδε ποιος από τους δύο κατηγορούμενους είναι που μετακίνησε το όχημα, η μάρτυς ανέφερε ότι είδε τον κατηγορούμενο 1 να κρατά τα κλειδιά του αυτοκινήτου και επομένως συμπέρανε ότι θα πρέπει να ήταν εκείνος. Τέλος η μάρτυς ανέφερε ότι, όταν τελικά έφτασε η αστυνομία στο χώρο, λήφθηκε πρώτα κατάθεση από την ίδια και στη συνέχεια οι αστυνομικοί μετέβηκαν στην οικία των κατηγορουμένων. Αφού οι αστυνομικοί πήραν διάφορες μετρήσεις του χώρου αποχώρησαν. Το βράδυ, σύμφωνα με την ΜΚ2, αυτή μετέβηκε στον αστυνομικό σταθμό Μονής όπου παρέδωσε αντίγραφο του διατάγματος και σχεδίου για να καταχωρηθεί στο φάκελο της υπόθεσης. Τέθηκε στη ΜΚ2 κατά την αντεξέταση από τον ευπαίδευτο συνήγορο των κατηγορουμένων ότι εκείνη τη μέρα, ήταν Μεγάλη Πέμπτη και οι κατηγορούμενοι κουβαλούσαν ψωμιά ως είναι το έθιμο των πασχαλινών εορτών, θέση την οποία η ΜΚ2 απέρριψε, αναφέροντας ότι αυτή την δικαιολογία, οι κατηγορούμενοι, την ξαναχρησιμοποίησαν στο παρελθόν. Υπεβλήθη επίσης στη ΜΚ2 ότι σε καμία περίπτωση οι κατηγορούμενοι δεν εμπόδιζαν τη διέλευση της από και προς το χώρο στάθμευσης της αφού υπήρχε απρόσκοπτη διέλευση σε σχέση με το δεύτερο χώρο στάθμευσης, υποβολή την οποία η ΜΚ2 απέρριψε επισημαίνοντας ότι οι κατηγορούμενοι την εμπόδιζαν από του να χρησιμοποιήσει το δεύτερο της όχημα, ως ήταν άλλωστε δικαίωμα της. Της υπεβλήθη τέλος, ότι, οι κατηγορούμενοι, καμιά παρακοή διέπραξαν και ότι καταχώρησε την παρούσα υπόθεση εκδικητικά διότι αντιπαθεί τους κατηγορούμενους, υποβολές τις οποίες, η ΜΚ2 απέρριψε κατηγορηματικά, επαναλαμβάνοντας τις αρχικές τις θέσεις. Σύμφωνα με την ίδια, το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν να δημιουργούνται τέτοια επεισόδια με τους γείτονες της, η συμπεριφορά όμως των κατηγορουμένων, την ανάγκασε, να καταφύγει στα Δικαστήρια. Η ΜΚ3, αστυνομικός στον Αστυνομικό Σταθμό Μονής, ανέφερε ότι την επίδικη ημερομηνία, λήφθηκε καταγγελία από την πρώτη παραπονούμενη ότι δεν μπορούσε να εξέλθει του χώρου στάθμευσης της οικίας της γιατί την εμπόδιζε το όχημα των κατηγορουμένων. Επειδή παρόμοια παράπονα είχαν υποβληθεί κατ' επανάληψη και στο παρελθόν, η μάρτυς γνώριζε για τις διαφορές που εκκρεμούσαν μεταξύ των εμπλεκομένων. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, όταν μετέβηκε στη σκηνή δεν διαπίστωσε οποιαδήποτε παράβαση οπόταν και προχώρησε να μιλήσει με τους εμπλεκόμενους. Η μάρτυς ανέφερε ότι και οι δύο πλευρές την ενημέρωσαν ότι κατόπιν διατάγματος Δικαστηρίου, τοποθετήθηκε στο χώρο, για σκοπούς συμμόρφωσης με το εν λόγω διάταγμα, μια κίτρινη γραμμή, την οποία αμφότεροι οι εμπλεκόμενοι αντιλαμβάνονταν και αποδέχονταν ως την γραμμή που σηματοδοτούσε το μέγιστο επιτρεπόμενο σημείο που οι κατηγορούμενοι μπορούσαν, με βάση το διάταγμα, να σταθμεύουν το όχημα τους ώστε να μην εμποδίζουν τους παραπονούμενους. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, το διάταγμα στο οποίο αμφότεροι οι εμπλεκόμενοι έκαμναν αναφορά, ήταν το διάταγμα και σχέδιο που κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Παραπέμποντας στο διάταγμα και σχέδιο, η μάρτυς «τοποθέτησε» την κίτρινη γραμμή που υπήρχε στο χώρο, να είναι στην οριζόντια πλευρά του πράσινου ορθογωνίου, που βρίσκεται πριν την κύρια είσοδο της οικίας των κατηγορουμένων και που αποτελεί το «όριο» του επιτρεπόμενου για τους κατηγορούμενους χώρου στάθμευσης των οχημάτων τους. Σύμφωνα με την μάρτυρα, κατά τη συνομιλία της με τον κατηγορούμενο 1, αυτός της παραδέχτηκε ότι η κίτρινη γραμμή όντως σηματοδοτούσε το μέγιστο επιτρεπόμενο σημείο που μπορούσε να σταθμεύσει σύμφωνα με το διάταγμα και ότι αυτός είχε σταθμεύσει το όχημα του πέραν της γραμμής αυτής. Της ισχυρίστηκε όμως, όπως ανέφερε η μάρτυς, ότι το έπραξε αυτό για λίγη ώρα ούτως ώστε να κατεβάσει κάποια ψώνια από το αυτοκίνητο του, τα οποία, εξ' όσων θυμάται η μάρτυς, ήταν πορτοκάλια. Μετά που οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία, επέλεξαν, ως άλλωστε ήταν δικαίωμα τους, η μεν δεύτερη κατηγορούμενη να τηρήσει σιωπή, ο δε πρώτος κατηγορούμενος να προβεί σε ανώμοτη δήλωση από το εδώλιο του κατηγορουμένου (Έγγραφο Α). Με την δήλωση του, ο κατηγορούμενος 1 αρνείται ουσιαστικά το αδίκημα που του καταλογίζεται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας, αναφέροντας ότι ούτε αυτός αλλά ούτε και η δεύτερη κατηγορούμενη, σύζυγος του, αντιλήφθηκαν ποτέ τι είναι ακριβώς αυτό που απαγόρευε το διάταγμα το οποίο τους είχε επιδοθεί εφόσον το περιεχόμενο του τους ήταν δυσνόητο. Αναφέρει στη δήλωση του ο κατηγορούμενος ότι, το επίδικο διάταγμα είχε εκδοθεί με τη συγκατάθεση του ιδίου και της συζύγου του, στα πλαίσια διευθέτησης των διαφορών τους με τους παραπονούμενους, αφού όμως τους επεξηγήθηκε ότι οι παραπονούμενοι θα στάθμευαν μόνο ένα αυτοκίνητο στο χώρο στάθμευσης τους και ότι οι ίδιοι θα μπορούσαν να σταθμεύουν για λίγο χρόνο έξω από την κύρια είσοδο της δικής τους οικίας για το σκοπό φορτοεκφόρτωσης αντικειμένων. Όσον αφορά τη κίτρινη γραμμή, ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι την είχε προσέξει στο χώρο πλην όμως αδυνατούσε να αντιληφθεί την έννοια της αφού φαίνεται να την είχε τοποθετήσει ο δικηγόρος της παραπονούμενης. Τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του ερμήνευσαν το διάταγμα και σχέδιο να τους επιτρέπει τη στάθμευση μπροστά από την κύρια είσοδο της οικίας τους εξ' ού και την επίδικη μέρα στάθμευσε σε εκείνο το σημείο για να κατεβάσει κάποια ψωμιά και φλαούνες που πήρε από συγγενικό του σπίτι ένεκα των εορτών του Πάσχα και φώναξε της συζύγου του να έρθει να τον βοηθήσει. Σε κάποια στιγμή, αναφέρει ο κατηγορούμενος 1 στη δήλωση του, κατέφθασε η παραπονούμενη 1 η οποία, αφού εισήλθε ανενόχλητα στο δεύτερο χώρο στάθμευσης της, άρχισε να τους φωνάζει, να τους βρίζει, να τους απειλά και να τους βγάζει φωτογραφίες. Αφού μετέφεραν τα πράγματα στην οικία τους, ο κατηγορούμενος 1 αναφέρει ότι πήρε το όχημα του και έφυγε από το χώρο. Αναφέρει τέλος ότι πάντοτε εφάρμοζε με καλή πίστη ότι του εξηγήθηκε στο Δικαστήριο σε σχέση με το διάταγμα καθώς και ότι ο ίδιος μπορούσε να αντιληφθεί από το περιεχόμενο του σχεδίου. Με την άδεια του δικαστηρίου (βλ. σχ. ενδιάμεση απόφαση) επιτράπηκε στον κατηγορούμενο να παρουσιάσει ως μέρος της ανώμοτης δήλωσης του, αντίγραφο της κάτοψης του επίδικου χώρου (Έγγραφο Α1). ΤΕΛΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ - ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ Ο ευπαίδευτος συνήγορος των παραπονουμένων υποστήριξε ότι, από την προσκομισθείσα μαρτυρία αποδείχτηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η ενοχή των κατηγορουμένων σε αντίθεση με το συνήγορο των τελευταίων, ο οποίος υπέβαλε ότι, οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να αθωωθούν και απαλλαχτούν για τους εξής λόγους: α) Το επίδικο διάταγμα και σχέδιο είναι ακατανόητα και ασαφή ως προς τι είναι ακριβώς που απαγορεύεται να πράξουν οι κατηγορούμενοι. β) Η όλη υπόθεση των παραπονουμένων εδράζεται επί ισχυριζόμενης «παράβασης της κίτρινης γραμμής» η οποία όμως δεν υπάρχει πουθενά στο διάταγμα και σχέδιο. γ) Η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν αποδεικνύει την ενοχή των κατηγορουμένων πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις καθώς και την προσκομισθείσα μαρτυρία. Κατ' αρχή σημειώνω ότι συνιστά κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι οι κατοικίες τους βρίσκονται στην οδό Αρχαγγέλου Μιχαήλ, στον Πύργο Λεμεσού και ότι αυτές εφάπτονται κατά τρόπο που σχηματίζεται αριστερόστροφή γωνία. Συνιστά επίσης κοινό έδαφος ότι ο χώρος στάθμευσης των παραπονουμένων, εβρίσκεται στο τέλος της ευθείας που περνά μπροστά από την κύρια είσοδο της οικίας των κατηγορουμένων, εκεί όπου τα σύνορα των δύο κατοικιών δημιουργούν γωνιά και ότι για τη διέλευση των πρώτων από και προς το συγκεκριμένο χώρο στάθμευσης τους χρειάζεται να περάσουν μπροστά από την οικία των τελευταίων. Κοινό έδαφος αποτελεί επίσης το ότι λόγω προβλημάτων που προέκυψαν σε σχέση με τον τρόπο στάθμευσης των οχημάτων των μερών καταχωρήθηκε από τους παραπονούμενους η αγωγή υπ. αρ. 3155/2012 στο Ε.Δ. Λεμεσού στα πλαίσια της οποίας, εκδόθηκε στις 7/3/13, κατόπιν αίτησης των παραπονουμένων, διάταγμα με επισυνημμένο τοπογραφικό σχέδιο, το οποίο αφορά στο που επιτρέπεται και που απαγορεύεται η στάθμευση οχημάτων. Το ότι το εν λόγω διάταγμα, επιδόθηκε προσωπικά στους κατηγορούμενους την 14/9/13, δεν αμφισβητείται όπως και δεν αμφισβητείται ότι ούτε επί του διατάγματος αλλά ούτε και του σχεδίου υπάρχει χρωματισμένη οποιαδήποτε κίτρινη γραμμή. Για όλα τα πιο πάνω γεγονότα κάμνω ανάλογα ευρήματα. Προχωρώ τώρα να εξετάσω αυτό που συνιστά ουσιαστικά και το επίδικο θέμα, ήτοι το κατά πόσο οι κατηγορούμενοι, την 9/4/15, στάθμευσαν το όχημα τους κατά τρόπο που συνιστά ανυπακοή στο διάταγμα ημερομηνίας 7/3/
- ΜΚ1 - Πανίκος Κλείτου Όσον αφορά τον ΜΚ1 και τη θέση του ότι επέδωσε προσωπικά το διάταγμα και σχέδιο στους κατηγορούμενους την 14/9/13, όπως επεσήμανα ανωτέρω, ο μάρτυρας δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης και τα όσα ανέφερε αποτέλεσαν ήδη εύρημα του Δικαστηρίου. ΜΚ2 - Snezana Shiamtani Η μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση. Ήταν άλλωστε παρούσα στην σκηνή κατά την επίδικη ημερομηνία καθώς επίσης και το πρόσωπο που είχε άμεση εμπλοκή με το όλο θέμα. Έδωσε σαφείς και κατατοπιστικές απαντήσεις ενώ η μαρτυρία της, η οποία επιβεβαιώνεται και από την πραγματική μαρτυρία που έχει κατατεθεί, παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη. Όπου δεν είχε προσωπική γνώση για τα γεγονότα που κατέθεσε δεν δίστασε να το αναφέρει αλλά και να αναφέρει την πηγή της γνώσης της όπως ήταν η θέση της αναφορικά με την τοποθέτηση και σημασία της «κίτρινης γραμμής», για την οποία ανέφερε ότι έτυχε σχετικής πληροφόρησης από το δικηγόρο της. Ούτε έχω διαπιστώσει τη μαρτυρία της να έχει κλονιστεί σε οποιοδήποτε σημείο κατά την αντεξέταση της. Επισημαίνοντας ότι η θέση της ως προς την ισχυριζόμενη ανυπακοή των κατηγορουμένων εδράζεται επί της «παράβασης της κίτρινης γραμμής» και των όσων η ίδια γνωρίζει για το θέμα αυτό αποδέχομαι τη μαρτυρία της στο σύνολο της ως αξιόπιστη και κάμνω ανάλογα ευρήματα. ΜΚ3- Αστ. 3489 Έλενα Πολυκάρπου Η μάρτυς προσήλθε στο Δικαστήριο κατόπιν κλήσης που της επιδόθηκε από το συνήγορο των παραπονουμένων. Η εμπλοκή της στην όλη υπόθεση ήταν ως ένα ανεξάρτητο πρόσωπο, μέλος της αστυνομικής δύναμης, στην οποία ανατέθηκε η διερεύνηση του παραπόνου που υπέβαλε η ΜΚ2 την επίδικη ημερομηνία. Η μάρτυς κατέθεσε στο Δικαστήριο με λεπτομέρεια για τα όσα η ίδια διαπίστωσε κατά την εκτέλεση των εν λόγω καθηκόντων της χωρίς να διαφανεί σε οποιοδήποτε στάδιο ότι υποκινείτο από οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα ή από οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον. Άλλωστε, οι θέσεις τις, ως προς τις παραδοχές στις οποίες προέβη στην ίδια ο κατηγορούμενος 1 τόσο σε σχέση με την ύπαρξη και σημασία της κίτρινης γραμμής όσο και ως προς την «παράβαση» της από τον ίδιο, δεν αμφισβητήθηκαν όπως και δεν αμφισβητήθηκε η υπόδειξη της στο διάταγμα και σχέδιο για το που βρίσκεται στην πραγματικότητα η «κίτρινη γραμμή». Κρίνω ότι η μάρτυς είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο, αποδέχομαι τη μαρτυρία της ως αξιόπιστη και προβαίνω σε περαιτέρω ανάλογα ευρήματα. Στρέφομαι τώρα στη μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς υπεράσπισης. Υπενθυμίζω ότι η κατηγορούμενη 2 επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σε σιωπή ενώ ο κατηγορούμενος 1 κατέθεσε χωρίς όρκο. Αναφορικά με τις αρχές που διέπουν την ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου καθώς επίσης και την αξία και τρόπο προσέγγισης της από το Δικαστήριο, σχετικές είναι οι αποφάσεις Σοφοκλέους Αντρέας Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας ,
(2011)2 Α.Α.Δ. 385 στις υποθέσεις Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Σίφουνας Πολύβιος και Άλλος ν. Αστυνομίας,
(2007)2 Α.Α.Δ. 91, Khadar and another v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, Σημιανός και Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ.
- Συνοψίζοντας τις αρχές οι οποίες εξάγονται από την ανωτέρω νομολογία μπορεί να λεχθεί ότι μια ανώμοτη δήλωση, ενώ δεν συνιστά μαρτυρία με την αυστηρή έννοια του όρου, εντούτοις δεν είναι χωρίς καμιά απολύτως αποδεικτική αξία και ισχύ Μπορεί να βοηθήσει στη θεώρηση της μαρτυρίας από κάποια διαφορετική σκοπιά. Μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα ότι έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία αν και τέτοια αξία είναι μάλλον περιορισμένη, αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει επίσης στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Alibrahim Muhy Iddin ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 47/2014, 29/2/2016 και στις εκεί αυθεντίες που η απόφαση παραπέμπει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση και σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1, αφού εξέτασα το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του, σε συνάρτηση με τη γραμμή υπεράσπισης του, όπως αυτή τέθηκε στους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής και το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν και είτε αποτέλεσαν βάση για τις θέσεις της υπεράσπισης είτε δεν αμφισβητήθηκαν από αυτή έχω καταλήξει, για τους πιο κάτω λόγους, ότι δεν πρέπει να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του, στο βαθμό και την έκταση τουλάχιστο που αυτή αντικρούεται με την υπόλοιπη μαρτυρία: α) Σε αντίθεση με τη θέση του ότι αδυνατούσε να αντιληφθεί το περιεχόμενο του διατάγματος και τη σημασία της κίτρινης γραμμής, ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε στην ΜΚ3 ότι όχι μόνο γνώριζε ότι η εν λόγω γραμμή σηματοδοτούσε το τέλος του επιτρεπόμενου, σύμφωνα με το διάταγμα, χώρου στάθμευσης του οχήματος του αλλά και ότι η στάθμευση πέραν της γραμμής αυτής, απαγορεύετο δυνάμει του διατάγματος, παραδοχές οι οποίες ούτε αμφισβητήθηκαν αλλά ούτε και αντικρούστηκαν με οποιοδήποτε τρόπο. β) Σύμφωνα με τη σελ.2 της δήλωσης του, ήταν παρών στο Δικαστήριο κατά την έκδοση του διατάγματος και όπως φαίνεται και στο ίδιο το Διάταγμα εκπροσωπείτο και από δικηγόρο. γ) Ενώ στο διάταγμα και σχέδιο αναφέρεται ξεκάθαρα ότι η στάθμευση στο σημείο που αναφέρει ο κατηγορούμενος ότι στάθμευσε την επίδικη ημερομηνία, απαγορεύεται εκτός αν πρόκειται για έκτακτη ανάγκη, η θέση του ήταν ότι ο λόγος που στάθμευσε το όχημα του εκεί ήταν απλά για να κατεβάσει φλαούνες και ζυμωμένα ψωμιά. δ) Σε αντίθεση με τη θέση του ότι μετά που κατέβασε τα πράγματα πήρε το αυτοκίνητο του και έφυγε από το χώρο γιατί είχε δουλειές, η αδιαμφισβήτητη η μαρτυρία τον φέρει, σε σύντομο χρονικό διάστημα από το συμβάν, να βρίσκεται στο σπίτι του και να δέχεται την επίσκεψη της αστυνομίας και συγκεκριμένα της ΜΚ
- ε) Στο ίδιο το διάταγμα, καταγράφεται η συμφωνία των μερών ως προς το δικαίωμα των κατηγορουμένων να σταθμεύουν τα οχήματα τους στο δικό τους χώρο, συμφωνία μάλιστα η οποία κατέστη και κανόνας δικαστηρίου. Στη βάση όλων των ανωτέρω, τα ευρήματα στα οποία κατέληξα με βάση την ενώπιον μου αποδεκτή ως αξιόπιστη μαρτυρία μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως : Στις 7/3/13, στα πλαίσια της αγωγής υπ. αρ. 3155/2012 του Ε.Δ. Λεμεσού, εκδόθηκε στην παρουσία των κατηγορουμένων και των δικηγόρων τους, διάταγμα δικαστηρίου με επισυνημμένο τοπογραφικό σχέδιο, σύμφωνα με το οποίο απαγορεύετο στους κατηγορούμενους να επεμβαίνουν με οποιονδήποτε τρόπο στο χώρο στάθμευσης των παραπονουμένων ή στην είσοδο και διέλευση των τελευταίων στην κατοικία τους. Ως χώρος εντός του οποίου οι κατηγορούμενοι επιτρέπεται να σταθμεύσουν τα οχήματα τους καθορίστηκε στο διάταγμα, με πράσινο ορθογώνιο, ο χώρος που ξεκινά από την πλαϊνή είσοδο της οικίας τους και ο οποίος εκτείνεται σε ευθεία γραμμή, για 9.50μ προς τη κατεύθυνση που βρίσκεται ο χώρος στάθμευσης των παραπονουμένων. Το όριο του χώρου αυτού σταματά στα 2.60μ πριν την κύρια είσοδο της οικίας των κατηγορουμένων και σηματοδοτήθηκε επί του εδάφους με μια κίτρινη γραμμή. Από την γραμμή αυτή μέχρι και το χώρο στάθμευσης των παραπονουμένων υπάρχει απόσταση περί τα 5.00μ η οποία καθορίστηκε στο διάταγμα ως η πορεία διέλευσης των παραπονουμένων για είσοδο-έξοδο από και προς την οικία και τον χώρο στάθμευσης τους και στην οποία, σύμφωνα με το διάταγμα, απαγορεύεται η στάθμευση οχημάτων εκτός αν είναι για έκτακτη ανάγκη. Στις 9/4/15, ο κατηγορούμενος 1, ενώ γνώριζε που επιτρέπεται και που απαγορεύεται, σύμφωνα με το διάταγμα, να σταθμεύει το όχημα του, αφού και ήταν παρών κατά την έκδοση του διατάγματος αλλά και του επιδόθηκε προσωπικά το διάταγμα και σχέδιο στις 14/9/13, στάθμευσε, πέραν του επιτρεπόμενου ορίου, με το μεγαλύτερο μέρος του αυτοκινήτου του, εντός του απαγορευμένου χώρου κατά τρόπο που εμπόδιζε την απρόσκοπτη πορεία και διέλευση της παραπονούμενης. Η στάθμευση του οχήματος του στο συγκεκριμένο σημείο δεν ήταν για λόγους έκτακτης ανάγκης. Του ζητήθηκε από την παραπονούμενη να το μετακινήσει, αυτός αρνήθηκε οπόταν και η πρώτη του υπενθύμισε τις υποχρεώσεις του με βάση το διάταγμα του Δικαστηρίου όμως αυτός αδιαφόρησε. Μη έχοντας άλλη επιλογή, η παραπονούμενη, φωτογράφισε τη σκηνή και ειδοποίησε την αστυνομία, αφού προειδοποίησε για την εν λόγω πρόθεση της τον κατηγορούμενο
- Τελικά, ο κατηγορούμενος 1, προτού φτάσει η αστυνομία στο χώρο, μισή ώρα αργότερα, μετακίνησε το όχημα του από τον απαγορευμένο χώρο. Συνομιλώντας με την ΜΚ3 στα πλαίσια διερεύνησης από την τελευταία του παραπόνου της παραπονούμενης, ο κατηγορούμενος 1 προέβη σε παραδοχή για την από μέρους του παράβαση του διατάγματος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το αδίκημα που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι είναι αυτό της ανυπακοής σε νόμιμη διαταγή κατά παράβαση του αρ.137 Κεφ.154, οι πρόνοιες του οποίου έχουν ως εξής: «Όποιος ανυπακούει σε διάταγμα, ένταλμα, ή διαταγή που εκδόθηκε από Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί με οποιαδήποτε επίσημη ιδιότητα και κανονικά εξουσιοδοτημένο για αυτό, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, εκτός όταν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια με τέτοια ανυπακοή.» Το ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ανυπακοή αφορά σε διάταγμα που εκδόθηκε από πολιτικό Δικαστήριο που ασκούσε αστική δικαιοδοσία, ουδόλως επηρεάζει την εφαρμογή των προνοιών του αρ.
- (βλ. Θεοφάνους Ελισάβετ ν. CCC Laundries (Paphos) Ltd και Άλλων,
(2009)2 Α.Α.Δ. 634). Η ιδιομορφία και διαφορετικότητα όμως της διαδικασίας και της φύσης του αρ.137 σε αντιδιαστολή με την αστική διαδικασία που αφορά την μη συμμόρφωση με διάταγμα δικαστηρίου δυνάμει των αρ. 42 του Ν.14/60 και της Δ.42Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, εξετάστηκε στην υπόθεση POLICE ν. KYRIAKIDES,
(1988)2 Α.Α.Δ. 172, η οποία αποτελεί και την κυπριακή αυθεντία επί του θέματος. Σύμφωνα με την απόφαση που εξέδωσε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μ.Λοίζου Α., εκ μέρους της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το λεκτικό του αρ.137 δεν προϋποθέτει, σε αντίθεση με τις ρητές νομοθετικές πρόνοιες της αστικής διαδικασίας, είτε την οπισθογράφηση του διατάγματος είτε την επίδοση του στον κατηγορούμενο, όταν αυτός ήταν παρών κατά την έκδοση του. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: «An examination of the wording of section 137 and in particular of the words «an Order... issued or given by any Court», to be found therein shows that no service is required and our answer to the question posed is in the negative, that is that no service of an order upon the person against whom same is made in his presence is required as an essential prerequisite to the offence under section 137 of the Code.» Η απουσία επομένως, οπισθογράφησης, από τα επιδομένα στους κατηγορούμενους διατάγματα, είναι, υπό τις περιστάσεις και για σκοπούς του αρ.137, άνευ σημασίας, αφού ως αποτέλεσε εύρημα μου πιο πάνω, οι κατηγορούμενοι ήταν παρόντες κατά την έκδοση του διατάγματος και γνώριζαν επακριβώς τι είναι που το διάταγμα τους απαγόρευε να πράξουν. Για να στοιχειοθετηθεί όμως το αδίκημα του αρ.137, απαιτείται, όπως και στην αστική διαδικασία, η απόδειξη ηθελημένης ανυπακοής, επίδειξη δηλαδή, πρόθεσης για καταστρατήγηση του διατάγματος του δικαστηρίου. (βλ. KAY ν. M/TY L/CA,
(1982)2 Α.Α.Δ. 236, Mouzouris and Another v. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287 και CCC Laundries (Paphos) Ltd ανωτέρω). Στην παρούσα υπόθεση, πρόσθετα των ευρημάτων στα οποία ήδη κατέληξα με βάση την ενώπιον μου αποδεκτή ως αξιόπιστη μαρτυρία, βρίσκω επίσης ότι, η όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου 1 και ιδιαίτερα το ότι, αυτός, ακόμη και μετά που του υπεδείχθει η υποχρέωση του με βάση το διάταγμα να μετακινήσει το όχημα του, όχι μόνο αρνήθηκε να συμμορφωθεί αλλά δήλωσε μάλιστα και πλήρη αδιαφορία για τούτο, οδηγεί στο μόνο λογικό συμπέρασμα ότι ενήργησε με την απαιτούμενη πρόθεση. (βλ. Stavrinou v The Republic,
(1969)2 C.L.R. 97 και Andreas Georghiou Protopapas ν The Police,
(1962)1 Α.Α.Δ. 27 και οι αναφορές που η εν λόγω αυθεντία κάμνει στην απόφαση Rex v. Steane
(1947)K.B.997). Η δε «δικαιολογία» που επιχείρησε να δώσει για την πράξη του, πέραν του ότι δεν αποτελεί, υπό το φως των προνοιών του διατάγματος, νόμιμη δικαιολογία, ήταν καθαρά μια δικαιολογία για να καλύψει την πραγματική του πρόθεση να επέμβει, κατά παράβαση του διατάγματος, στα δικαιώματα της παραπονούμενης (βλ. Andreas Elia Lambides ν The Police,
(1967)2 Α.Α.Δ. 142). Τα πιο πάνω όμως δεν ισχύουν και για την κατηγορούμενη
- Αναφορικά με το τι έλαβε χώρα κατά την επίδικη ημερομηνία, η αποδεκτή ως αξιόπιστη μαρτυρία, στην ουσία αφορά στον κατηγορούμενο 1 και στις δικές του ενέργειες. Το ότι η κατηγορούμενη 2 παρουσιάζεται να ήταν στο χώρο τη συγκεκριμένη στιγμή και να μην αντέδρασε δεν αρκεί για να οδηγήσει στην καταδίκη της στη βάση του αδικήματος του αρ.137, το οποίο υπενθυμίζω απαιτεί την απόδειξη συγκεκριμένης πρόθεσης από μέρους του κατηγορουμένου. Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορούμενου 1 όμως απέτυχε να πράξει το ίδιο και σε σχέση με την κατηγορούμενη
- Συνεπώς ο κατηγορούμενος 1 κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει ενώ η κατηγορούμενη 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.).................................... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΜΚ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Απείθεια Αρ.137 Κεφ.154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο