← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Παναγιώτης Ιωάννου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16488/13, 29/7/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Παναγιώτης Ιωάννου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16488/13, 29/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B137 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16488/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και

  1. Παναγιώτης Ιωάννου
  2. Γλυκερία Ιωάννου Ημερομηνία: 29.7.
  3. Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Λ. Μάρκου. Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Χρ. Αδάμου. Για την κατηγορούμενη 2: κ. Μ. Κονής. Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ Με ενδιάμεση απόφαση επί του κατά πόσο αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση, ο κατηγορούμενος 1 αθωώθηκε και απαλλάχθηκε στις κατηγορίες 3 και 7 ενώ η κατηγορούμενη 2 αθωώθηκε και απαλλάχθηκε στις κατηγορίες 6 και
  4. Με την ίδια απόφαση κλήθηκαν σε απολογία: · Ο κατηγορούμενος 1, σε κατηγορίες δημόσιας εξύβρισης, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 1), επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ. 154 (κατηγορία 2) και αντίστασης κατά της νομίμου συλλήψεως, κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Κεφ. 154 (κατηγορία 4). · Η κατηγορούμενη 2, σε κατηγορία επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη (κατηγορία 5). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των εν λόγω αδικημάτων, ο κατηγορούμενος 1, στις 3.8.13, στην Λεμεσό: · Σε δημόσιο χώρο, δηλαδή στην οδό Μισιαούλη και Καβάζογλου εξύβρισε τον Αστ.3804 Γ. Μαθηκολώνη με την φράση «Είσαστε τέλεια μαλάκες» κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση (κατηγορία 1), · Διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον Αστ.3804 Γ. Μαθηκολώνη (κατηγορία 2), · Επιτέθηκε εναντίον του Αστ.3804 Γ. Μαθηκολώνη από τη Λεμεσό, με σκοπό τη ματαίωση της νομίμου συλλήψεως του για ποινικό αδίκημα (κατηγορία 4). Η δε κατηγορούμενη 2 κατηγορείται ότι, στις 3.8.13, στην Λεμεσό, διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στην Αστ.3458 Χ. Χαραλάμπους (κατηγορία 5). Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο 4 μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων στις πιο πάνω κατηγορίες και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτοί έδωσαν ένορκη μαρτυρία και δεν κάλεσαν μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε η Γ/Αστ.3458 Χαρούλα Κωνσταντίνου, της Υ.Κ.Α.Ν. Λεμεσού, η οποία ανέφερε τα ακόλουθα: Στις 3.8.13 και ώρα 16:50, η ίδια και οι Αστ.3804, 1947, 3437 και 3827 ενημερώθηκαν από τον Α/Αστ.193 Δ. Σωκράτους ότι στην οδό 28ης Οκτωβρίου, στην Λεμεσό, ανέκοψαν για έλεγχο μαζί με τον Αστ.2996 Κ. Γεωργίου τον κατηγορούμενο
  1. Κατά την άφιξη τους στο μέρος η μάρτυρας ενημερώθηκε από τον Α/Αστ.193 ότι ο κατηγορούμενος 1 συνελήφθηκε αφού είχε διαπράξει διάφορα τροχαία αδικήματα οδηγώντας το μοτοποδήλατο με αρ. εγγραφής KG
  2. Ακολούθως η μάρτυρας με την Αστ.3827, μετά από οδηγίες, μετέβηκαν στην οικία του κατηγορούμενου 1 με σκοπό την διεξαγωγή έρευνας, κατόπιν γραπτής του συγκατάθεσης. Κατά την άφιξη τους στο μέρος η ώρα 17:10 αφίχθηκαν εκεί και οι Αστ.3804, 1947, 3437 μαζί με τον κατηγορούμενο
  3. Στην αυλή της οικίας βρισκόταν ήδη μια γυναίκα, η οποία όπως πληροφορήθηκε αργότερα η μάρτυρας ήταν η μητέρα του κατηγορούμενου 1, δηλ. η κατηγορούμενη
  4. Η κατηγορούμενη 2, μόλις της εξήγησαν ότι θα ερευνήσουν την οικία τους άρχισε να φωνάζει δυνατά υποστηρίζοντας ότι δεν είχαν δικαίωμα να το πράξουν. Προσπάθησαν να την καθησυχάσουν καλώντας την να ηρεμήσει, εξηγώντας της ότι ο γιος της είχε υπογράψει γραπτή συγκατάθεση, αλλά εκείνη συνέχιζε να είναι αρνητική και να εκτοξεύει απειλές ότι θα τους δημοσιεύσει στα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Στην συνέχεια η κατηγορούμενη 2 άρχισε να φωνάζει ενημερώνοντας τον κατηγορούμενο 1 ότι η Αστυνομία είχε προηγουμένως ερευνήσει την φιλενάδα του. Αυτό προκάλεσε την έντονη την αντίδραση του κατηγορούμενου 1, ο οποίος είπε στον Αστ.3804 Γ. Μαθηκολώνη «Είστε τέλεια μαλάκες» και προσπάθησε να αποφύγει την επιτήρηση του από τον Αστ.
  5. Στην προσπάθεια του αυτή ο κατηγορούμενος 1 έγδαρε τον Αστ.3804 στον λαιμό. Ο Αστ.3804 τον ακινητοποίησε και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο εκείνος απάντησε «Ήντα μπου σας έφταιξε η μιτσία;». Ακολούθως η μάρτυρας εξήλθε της αυλής για υπηρεσιακό τηλεφώνημα. Ενώ αυτή βρισκόταν στο πεζοδρόμιο και πλησίον της βρίσκονταν οι Αστ.1947 και Αστ.3827, την προσέγγισε η κατηγορούμενη 2 κρατώντας ένα κινητό τηλέφωνο και επιδεικτικά έστρεψε αυτό προς το μέρος της και της είπε «Έφκαλα σε φωτογραφία τώρα να δείτε τι θα σας κάμω». Στην συνέχεια η μάρτυρας πληροφόρησε την κατηγορούμενη 2 ότι δυνατό να διαπράττει αδίκημα με το να την βγάζει φωτογραφίες, οι οποίες αποθηκεύονται στο κινητό της και ότι πρόκειται για προσωπικά της δεδομένα που θα έχει στην κατοχή της χωρίς την συγκατάθεση της, της επέστησε την προσοχή της στον νόμο και εκείνη απάντησε «Κάμνω ότι θέλω». Στην συνέχεια η κατηγορούμενη 2 επιτέθηκε στην μάρτυρα σπρώχνοντας της με τα χέρια της. Αμέσως η μάρτυρας την πληροφόρησε για το αυτόφωρο αδίκημα το οποίο διέπραξε δηλ. της επίθεσης εναντίον αστυνομικού, της επέστησε την προσοχή στο νόμο και εκείνη δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση. Στην συνέχεια και ώρα 17:30 η μάρτυρας συνέλαβε την κατηγορούμενη 2 για το εν λόγω αυτόφωρο αδίκημα, της επέστησε την προσοχή της στο νόμο και εκείνη απάντησε «Εν θα με συλλάβεις» και άρχισε να τρέχει προς την οικία της. Η μάρτυρας την ακολούθησε και την ανέκοψε μόλις εισήλθε από την κύρια είσοδο της οικίας της. Στην προσπάθεια της μάρτυρος να την ακινητοποιήσει, η κατηγορούμενη 2 την έγδαρε στα χέρια και την δάγκωσε στο δεξιό μπράτσο. Χρησιμοποιώντας την αναγκαία υπό τις περιστάσεις βία η μάρτυρας την ακινητοποίησε, στην παρουσία των Αστ.3827 και Αστ.
  6. Ακολούθως η μάρτυρα με τους Αστ.1947 και Αστ.3827 μετέφεραν την κατηγορούμενη 2 στην Α.Δ.Ε. Λεμεσού και αυτή τέθηκε υπό κράτηση, αφού η μάρτυρας, στην παρουσία της Αστ.3827, προηγουμένως της έδωσε γραπτώς τα δικαιώματα επικοινωνίας κρατουμένου, τα οποία αρνήθηκε να υπογράψει. Στην συνέχεια κατόπιν οδηγιών του Λοχ.1760 η μάρτυρας μετέβηκε στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού όπου ο Αστ.3075 φωτογράφησε τα τραύματα της και ακολούθως μετέβηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου εξετάσθηκε από την επί καθήκοντι ιατρό. Το Τ.Α.Ε. Λεμεσού ανέλαβε την διερεύνηση των πιθανών αδικημάτων που διαπράχθηκαν από την κατηγορούμενη 2, κατά παράβαση του Νόμου περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, ενώ το Τμήμα Μικροπαραβάσεων ανέλαβε την διερεύνηση των υπόλοιπων αδικημάτων. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Αστ.3804 Γιώργος Μαθηκολώνης, επίσης της Υ.Κ.Α.Ν. Λεμεσού, ο οποίος ανέφερε τα εξής: Στις 3.8.13 και ώρα 16:50 κλήθηκε από τον Α/Αστ.193 να μεταβεί οδό 28ης Οκτωβρίου, στην Λεμεσό, αφού μαζί με τον Αστ.2996 είχαν ανακόψει ένα πρόσωπο για έλεγχο και χρειάζονταν βοήθεια. Μετέβηκε στο μέρος με τους Αστ.3437 και 3827, όπου διαπίστωσε ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο 1, ο οποίος είχε συλληφθεί διότι οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αρ. εγγραφής KG540 χωρίς άδεια οδηγού, χωρίς να καλύπτεται από πιστοποιητικό ασφαλείας έναντι τρίτου και χωρίς άδεια κυκλοφορίας από τις 31.12.
  7. O κατηγορούμενος 1 έφερε χειροπέδες με τα χέρια του να είναι μπροστά. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.2 με την Aστ.1947 μετέφεραν τον κατηγορούμενο 1 στην οικία του με σκοπό να διενεργήσουν έρευνα κατόπιν γραπτής του συγκατάθεσης. Με την είσοδο τους στην αυλή της οικίας περί ώρα 17:10, ταυτόχρονα στο μέρος κατέφθασαν οι Μ.Κ.1 και Αστ.3827 καθώς και η μητέρα του κατηγορούμενου 1, κατηγορούμενη
  8. Η κατηγορούμενη 2 μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία τους άρχισε να φωνάζει και να διαμαρτύρεται ότι δεν είχαν δικαίωμα να ερευνήσουν την οικία και ότι δεν μπορούν να εισέλθουν. Παρόλες τις προτροπές τους να ηρεμήσει και εξηγώντας της ότι έχουν κάθε δικαίωμα να το πράξουν διότι είχαν γραπτή συγκατάθεση από το γιο της, αυτή συνέχιζε να φωνάζει και να απειλεί ότι θα τους κατήγγειλε στα Μ.Μ.Ε. Επιπλέον φώναζε ότι προηγουμένως η Αστυνομία, παράνομα ερεύνησε την φίλη του γιου της, με αποτέλεσμα αυτή να στιγματιστεί. Στο άκουσμα των πιο πάνω για την φιλενάδα του, ο κατηγορούμενος 1 εκνευρίστηκε, εξύβρισε τον μάρτυρα με την φράση «Είσαστε τέλεια μαλάκες» και αντιδρούσε προσπαθώντας να απελευθερωθεί της σύλληψης του. Όσον αφορά το ποια ήταν η αντίδραση του κατηγορούμενου 1, ο μάρτυρας ανέφερε ότι θύμωσε και με κίνηση που έκανε με τα χέρια του κατάφερε να απελευθερωθεί από το κράτημα του και άρχισε να κάνει κάποια βήματα προς τα πίσω. Ο μάρτυρας του ζήτησε να ηρεμήσει και να μείνει σε ένα τόπο για να μπορεί να τον κρατήσει αλλά εκείνος θυμωμένος επέμενε και έκανε βήματα προς τα πίσω. Για να τον εμποδίσει ο μάρτυρας να διαφύγει του έκανε μια κίνηση και κατάφερε να τον ακινητοποιήσει και να τον περιορίσει. Προτού όμως τον ακινητοποιήσει, επειδή ο κατηγορούμενος 1 ανέμιζε τα χέρια του και δεν μπορούσε ο μάρτυρας να τον πιάσει, έγδαρε τον μάρτυρα με τα δάκτυλα του ή με τις χειροπέδες, νομίζει στην δεξιά πλευρά του λαιμού. Στην συνέχεια ο μάρτυρας τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραξε, δηλαδή της επίθεσης εναντίον αστυνομικού και της απόπειρας απόδρασης από νόμιμη σύλληψη, του επέστησε την προσοχή του στο νομό και εκείνος του απάντησε «Ενταμπου σας εφταιξε η μητσιά;». Αμέσως μετά η κατηγορούμενη 2 άρχισε να βγάζει φωτογραφίες τον μάρτυρα και τους άλλους συναδέλφους του με το κινητό της τηλέφωνο, απειλώντας με διάφορες φρασεολογίες όπως «Έφκαλα τις φάτσες σας και θα σας βάλω στα κανάλια». Ο μάρτυρας πληροφόρησε την κατηγορούμενη 2 ότι δυνατόν να διαπράττει αδίκημα με το να συλλέγει και να αποθηκεύει τις φωτογραφίες τους, αφού πρόκειται για προσωπικά δεδομένα, που σε καμία περίπτωση δεν της έδωσαν την ρητή τους συγκατάθεση, της επέστησε την προσοχή της στον νόμο αλλά εκείνη δεν απάντησε οτιδήποτε και απομακρύνθηκε από κοντά τους. Ακολούθως και μεταξύ των ωρών 17:18-17:40, ο μάρτυρας με τον Αστ.3437, διενήργησαν έρευνα στην οικία του κατηγορούμενου 1, στην παρουσία αυτού, χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε το παράνομο, ενώ τα υπόλοιπα μέλη της Υ.Κ.Α.Ν. παρέμειναν στην αυλή της οικίας με την κατηγορούμενη
  9. Με την λήξη της έρευνας και ενώ βρισκόταν ακόμη πάνω στην οικία του κατηγορούμενου 1, ο μάρτυρας άκουσε την κατηγορούμενη 2 να φωνάζει, χωρίς να μπορεί να καταλάβει τι έλεγε. Οι φωνές αυτές έρχονταν από την κατεύθυνση του σαλονιού του ισογείου. Αφού ο μάρτυρας μετέβηκε εκεί πληροφορήθηκε από τους συναδέλφους του ότι η κατηγορούμενη 2 είχε συλληφθεί διότι επιτέθηκε στην Αστ.3458 και την δάγκωσε στο χέρι στην προσπάθεια της να διαφύγει τη σύλληψη. Ακολούθως οι κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν στην Α.Δ.Ε. Λεμεσού όπου και τέθηκαν υπό κράτηση. Το Τμήμα Μικροπαραβάσεων Λεμεσού ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης για όλα τα αδικήματα που διαπράχθηκαν πλην των πιθανών αδικημάτων που διαπράχθηκαν από την κατηγορούμενη 2 κατά παράβαση του Νόμου περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, που θα διερευνάτο από το Τ.Α.Ε. Λεμεσού. Από την επίθεση που ο μάρτυρας δέχθηκε από τον κατηγορούμενο 1, τραυματίστηκε και μετέβηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου εξετάστηκε, ενώ προηγουμένως φωτογραφήθηκε το τραύμα του από τον Αστ.3075 του Τ.Α.Ε. Λεμεσού. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο Αστ.3075 Αλέξανδρος Κωνσταντίνου, ο οποίος είναι φωτογράφος στον Κλάδο Δακτυλοσκοπiας και Φωτογραφιών του Τ.Α.Ε. Λεμεσού. Στις 3.8.13 και ώρα 17:59, στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λεμεσού, κατόπιν κλήσης από τον Σταθμό που διερευνούσε την υπόθεση, ο μάρτυρας φωτογράφησε τον Αστ.3804 Γ. Μαθηκολώνη και αργότερα την ίδια ημέρα μεταξύ των ωρών 18:41-18:42 φωτογράφησε την Αστ.
  10. Οι εν λόγω φωτογραφίες εκτυπώθηκαν στην παρουσία του μάρτυρα στο Αρχηγείο Αστυνομίας και αυτός στην συνέχεια της έδεσε σε βιβλιαράκι, το οποίο κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
  11. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε ο επικεφαλής της ομάδας που ανέκοψε και ερεύνησε σωματικά τον κατηγορούμενο 1 και το μοτοποδήλατο αυτού, Α/Αστ.193 Δήμος Σωκράτους, της Υ.Κ.Α.Ν. Λεμεσού, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Κατόπιν πληροφορίας και σχετικής παρακολούθησης, στις 3.8.13 και ώρα 16:50, με τον Αστ.2996 ανέκοψαν για έλεγχο στην οδό 28ης Οκτωβρίου στην Λεμεσό, το μοτοποδήλατο με αρ. εγγραφής KG540, το οποίο οδηγούσε ο κατηγορούμενος
  12. Με την ανακοπή ο μάρτυρας υπέδειξε στον κατηγορούμενο 1 την αστυνομική του ταυτότητα και του ανέφερε ότι επρόκειτο να διενεργήσουν έρευνα τόσο στον ίδιο όσο και στο μοτοποδήλατο του. Ακολούθως ο μάρτυρας με τους Μ.Κ.1, Μ.Κ.2, Αστ.1947, 3437 και 3827, οι οποίοι πήγαν στο μέρος, ερεύνησαν τόσο τον κατηγορούμενο 1 όσο και το μοτοποδήλατο του χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε το παράνομο. Από περαιτέρω έλεγχο που διενήργησε ο μάρτυρας διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος 1 οδηγούσε το εν λόγω μοτοποδήλατο χωρίς άδεια οδηγού, χωρίς να καλύπτεται από πιστοποιητικό ασφαλείας έναντι τρίτου και χωρίς άδεια κυκλοφορίας από τις 31.12.
  13. Αμέσως τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραττε και αφού του επέστησε την προσοχή του στον νόμο, εκείνος δεν απάντησε οτιδήποτε. Στην συνέχεια ο μάρτυρας συνέλαβε τον κατηγορούμενο 1 για τα εν λόγω αδικήματα, του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο και αυτός απάντησε «Ήβρα την πεταμένη κάπου τζιαί έπια την». Στην συνέχεια τοποθέτησε στον κατηγορούμενο 1 χειροπέδες, με τα χέρια του να είναι μπροστά και τον πληροφόρησε για τα νομικά του δικαιώματα ως κρατούμενου. Καθόλη την διάρκεια που ο μάρτυρας ήταν με τον κατηγορούμενο 1 αυτός ήταν ευγενικός και συνεργάσιμος. Ακολούθως οι Αστ.1947 και Αστ.3804 οδήγησαν τον κατηγορούμενο 1 στην οικία του για την διενέργεια έρευνας μετά από γραπτή του συγκατάθεση. Μετά την λήξη της εν λόγω έρευνας μετέβηκε και ο μάρτυρας στην οικία του κατηγορούμενου
  14. Εκεί είδε και την κατηγορούμενη 2, η οποία ήταν αναστατωμένη και υπό την επιτήρηση της Μ.Κ.
  15. Όπως δε πληροφορήθηκε από τους συναδέλφους του κατά την έρευνα ο κατηγορούμενος 1 εξύβριζε και αντιδρούσε, προσπαθώντας να διαφύγει της κράτησης του με αποτέλεσμα να γδάρει με τα χέρια του τον Αστ.3804 στον λαιμό και χρησιμοποιήθηκε η ανάλογη υπό τις περιστάσεις βία για να ακινητοποιηθεί. Επίσης πληροφορήθηκε ότι μετά το πιο πάνω συμβάν η μητέρα του κατηγορούμενου 1, κατηγορούμενη 2 έβγαζε φωτογραφίες τους συναδέλφους του στο κινητό της τηλέφωνο απειλώντας με διάφορες φρασεολογίες καθώς και ότι αυτή είχε συλληφθεί καθότι επιτέθηκε στην Μ.Κ.
  16. Στην συνέχεια οι κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν στην Α.Δ.Ε Λεμεσού όπου τέθηκαν υπό κράτηση. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 1: Στις 3.8.13 ενώ αυτός πήγαινε με τη μοτοσυκλέτα του στον παραλιακό δρόμο, τον σταμάτησαν κάποιοι με πολιτικά ρούχα, του είπαν ότι είναι αστυνομικοί και ήθελαν να του κάνουν σωματική έρευνα για ναρκωτικά. Ήταν συνεργάσιμος, του έκαναν σωματική έρευνα και του είπαν ότι ήταν καθαρός. Στη συνέχεια του είπαν ότι ήθελαν να κάνουν έρευνα και στο σπίτι του. Τους ρώτησε αν είχαν ένταλμα και εκείνοι του είπαν ότι δεν είχαν και ότι ήθελαν να τους υπογράψει συγκατάθεση. Τους υπέγραψε σχετική συγκατάθεση έρευνας. Δεν του φόρεσαν χειροπέδες, τον έβαλαν στο αυτοκίνητο και τον μετέφεραν στο σπίτι του. Μπήκαν στην αυλή του σπιτιού του. Ο κατηγορούμενος 1 πήρε τα κλειδιά του, τα έβαλε στην πόρτα για να ξεκλειδώσει για να μπουν οι αστυνομικοί να κάνουν την έρευνα και εκείνη την ώρα πήγε εκεί η μητέρα του. Αυτή του ανέφερε το περιστατικό που έγινε με τη φίλη του και αυτός στεναχωρημένος γύρισε προς την μητέρα του και την ρώτησε αν ήταν οι αστυνομικοί οι άλλοι που ερεύνησαν την κοπέλα του και αν ήταν τέλεια μαλάκες. Εκείνη την στιγμή τον έπιασε ο Μ.Κ.2, με διπλό κλείδωμα από τον λαιμό, τον κρατούσε πάρα πολύ σφικτά ώστε δεν ανάπνεε και του είπε ότι εξύβρισε αστυνομικούς και ότι είναι υπό σύλληψη. Ο κατηγορούμενος 1 εξακολουθούσε να μην φορεί χειροπέδες. Ο Μ.Κ.1 τον κρατούσε τόσο σφιχτά από τον λαιμό που δεν μπορούσε να κάνει απολύτως καμιά κίνηση. Δεν έκανε λοιπόν καμία κίνηση, δεν επιτέθηκε εναντίον του Μ.Κ.2, δεν είχε κανένα λόγο να αντισταθεί στην σύλληψη του ούτε και να κάνει οτιδήποτε άλλο. Ήταν πρόθυμος να τους αφήσει να κάνουν τη δουλειά τους. Δεν είχε λόγο να τους εμποδίσει εφόσον δεν είχε τίποτα να φοβηθεί όσον αφορά την έρευνα. Η μητέρα μου όταν είδε να τον κρατά ο Μ.Κ.2 με αυτόν τον τρόπο από τον λαιμό, φοβήθηκε ότι θα τον σκοτώσουν. Στην συνέχεια, αφού ο Μ.Κ.2 σταμάτησε να τον κρατά από τον λαιμό, του έβαλαν χειροπέδες, ξεκλείδωσαν την πόρτα, μπήκαν στο σπίτι του και έκαναν έρευνα κατά την οποία δεν βρήκαν κάτι παράνομο. Μετά τον κατέβασαν στο σπίτι της μητέρας του. Η εκδοχή της κατηγορούμενης 2 ήταν η ακόλουθη: Στις 3.8.13, είχε πάει με τον γιό της, κατηγορούμενο 1, και μια φίλη της στην Λευκωσία. Όταν επέστρεψαν και ενώ αυτή βρισκόταν σε μια γειτόνισσα της, της τηλεφώνησε η φίλη του γιού της, η Γεωργία και της είπε ότι προηγουμένως πήγε στο σπίτι τους, δεν τους βρήκε και την ώρα που έβγαινε από την αυλή, την σταμάτησαν 3 αυτοκίνητα και της ζήτησαν να της κάνουν σωματική έρευνα στον δρόμο. Η Γεωργία αρνήθηκε οπόταν την έβαλαν σε αυτοκίνητο και την πήραν στον Αστυνομικό Σταθμό, δύο κοπέλες την έβαλαν σε αποχωρητήριο έξω στην αυλή, την ξεγύμνωσαν τελείως και της έκαναν σωματική έρευνα. Αυτή τους είπε ότι ο θείος της είναι αστυνομικός και την άφησαν ελεύθερη. Ήταν τόσο ταραγμένη που έτρεμε και φοβόταν να ειδοποιήσει τους γονείς της και για αυτό τηλεφώνησε στην κατηγορούμενη 2, η οποία της είπε ότι θα πήγαινε να την πάρει. Η κατηγορούμενη 2 μπήκε στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε αλλά ενώ βρισκόταν ακόμη στο ύψος του σπιτιού της γειτόνισσας της, είδε από το καθρεφτάκι κάποια αυτοκίνητα που αμέσως πριν είχαν περάσει από δίπλα της, να σταματούν έξω από το σπίτι της στο πεζοδρόμιο. Έτσι σταμάτησε το αυτοκίνητο της εκεί που βρισκόταν και κατέβηκε. Πηγαίνοντας προς το σπίτι της είδε από απέναντι να έρχονται κοπέλες που δεν ήξερε ποιες ήταν καθώς και ότι μέσα στην αυλή της υπήρχαν κάποια άτομα. Τους είπε «Γεια σας ρε παιδιά, ποιοι είστε, τι θέλετε;» και εκείνοι της απάντησαν ότι είναι αστυνομικοί και πήγαν για να κάνουν έρευνα. Τους ρώτησε με χαμηλό τόνο εάν έχουν ένταλμα και εκείνοι της είπαν ότι έχουν άδεια. Την ίδια στιγμή της απάντησε ο γιος της, κατηγορούμενος 1, «Άφησε τους μάμα, έδωκα τους τη συγκατάθεση μου». Η κατηγορούμενη 2 είπε στους αστυνομικούς «Καλάν ρε παιδιά ήταν σωστό τούτο που εκάμετε της μιτσιάς, να θέλετε να της κάμετε έρευνα μέσα στον δρόμο και μετά επήρετε την και εξεγυμνώσετε την;». Τότε ο γιός της την ρώτησε και αυτή του είπε ότι «Ήρτε η Γεωργία, δεν μας βρήκε και την ώρα που έφκαινε που το καγκέλι την έπιασαν για να της κάμουν σωματική έρευνα» οπόταν ο γιος της είπε «Εν τέλεια μαλάκες» και έβαλε τα χέρια του πάνω στο κεφάλι, στεναχωρημένος και έτοιμος να κλάψει. Μεσολάβησε σιγή ενός κλάσματος του δευτερολέπτου και αμέσως μετά ο αστυνομικός που ήταν δίπλα από τον γιο της του είπε «Εξύβρισες αστυνομικό», τον άρπαξε από τον λαιμό και τον γύρισε δίπλα μπροστά από το τραπέζι που υπήρχε μέσα στην αυλή. Τον κρατούσε τόσο σφικτά που σε κάποια στιγμή είδε τον γιο της να έχει τα χέρια του χαλαρά προς τα κάτω και να μην είναι καλά οπότε αυτή φώναξε στον αστυνομικό «Σταμάτα, για όνομα του Θεού, θα τον σκοτώσετε, θα τον σκοτώσετε, τα χέρια του είναι εγχειρισμένα, σταματάτε, για όνομα του Θεού, τι σας έκαμε και κάμνετε του τούτο το πράμα;». Όταν δε είδε τον γιο της να φέρει τα χέρια του προς τα πάνω, άκουσε τον αστυνομικό να του λέει, «Φέρνεις αντίσταση στην Αστυνομία» οπόταν έτρεξαν οι άλλοι και έπιασαν τον γιο της και τον γύρισαν προς τα πίσω και εκείνος έκανε μια κίνηση και φαινόταν να μην αναπνέει, οπόταν η κατηγορούμενη 2 άρχισε να φωνάζει «Βουράτε και θα σκοτώσουν τον Παναγιώτη, βουράτε και θα σκοτώσουν τον Παναγιώτη». Αμέσως πήγε εκεί ο Γιαννάκης από δίπλα, ο οποίος είναι αστυνομικός στις Βάσεις και τους είδε που κρατούσαν τον γιο της από τον λαιμό. Ο Γιαννάκης τους είπε να τον αφήσουν, να σταματήσουν να μιλήσουν και ότι είναι αστυνομικός, οπόταν κάποιος από αυτούς του είπε «Φύγε που δαμέ και είμαστε αστυνομικοί». Μετά από αυτό ο Γιαννάκης έφυγε. Η κατηγορούμενη 2 εκείνη την ώρα πήγε να τραβήξει τον αστυνομικό που κρατούσε τον γιο της από τον λαιμό όμως εκείνος ήταν πολύ δυνατός και έτρεξαν οι άλλοι, οι οποίοι άρπαξαν την κατηγορούμενη 2 και την έριξαν πίσω. Αυτή κρατούσε το τηλέφωνο της και σηκώθηκε και προσπαθούσε να βγάλει βίντεο ή φωτογραφία και είδε τον Γιαννάκη, να στέκεται στον τοίχο του σπιτιού, στο ττέλι και έβλεπαν όλοι και αυτή τους φώναζε να βγάλουν βίντεο γιατί η ίδια δεν τα κατάφερνε. Στην συνέχεια έτρεξε κατά πάνω της μια γυναίκα αστυνομικός να της πάρει το τηλέφωνο αλλά αυτή έτρεξε και μπήκε στο σπίτι της και τηλεφώνησε του τέταρτου γιου της και του είπε να τρέξει γιατί έχει κάποιους αστυνομικούς και θα σκοτώσουν τον Παναγιώτη. Όταν έκλεισε το τηλέφωνο άνοιξε την πόρτα της τζαμαρίας που επικοινωνεί με το σαλόνι και βλέπει στην αυλή εκεί που έγιναν πριν τα ανωτέρω και δεν είδε κανένα. Κοίταξε και πάνω στη βεράντα δεν είδε κάτι όπως δεν είδε τίποτα ούτε εκεί που ήταν η μανταρινιά, ούτε δίπλα στο σπίτι του κατηγορούμενου
  17. Άνοιξε την εξώπορτα και δειλά δειλά κοίταξε αριστερά και δεξιά και δεν υπήρχε κανείς. Βγήκε προς το καγκέλι, το οποίο δεν είχε καγκελόπορτες από όπου έμπαιναν και έβγαιναν στην αυλή και μόλις βγήκε έξω είδε το αυτοκίνητο της Αστυνομίας στο ανατολικό κάγκελο, τον κατηγορούμενο 1 δίπλα στην πόρτα και τον αστυνομικό με χειροπέδες και την Μ.Κ.1 μπροστά. Σήκωσε το τηλέφωνο της και έβγαλε φωτογραφία γιατί δεν της είπαν ούτε ονόματα, ούτε ταυτότητες είδε και ούτε απόδειξη είχε ότι ήταν αστυνομικοί ώστε να έχει κάτι σε περίπτωση που θα συνέβαινε οτιδήποτε στον γιο της. Μόλις έβγαλε την φωτογραφία, η Μ.Κ.1 χωρίς να της πει οτιδήποτε άρχισε να φωνάζει «Βουράτε ρε τζιαι φκάλλει φωτογραφίες» και άρχισε να τρέχει. Η κατηγορούμενη 2 δεν ήταν κοντά στην Μ.Κ.1 αλλά βρισκόταν σε απόσταση. Δεν έσπρωξε την Μ.Κ.1 αλλά γύρισε και έτρεξε προς το σπίτι της για να μην της πάρει το τηλέφωνο. Η Μ.Κ.1 δεν της είπε ότι είναι υπό σύλληψη ή ότι διέπραξε οποιοδήποτε αδίκημα. Όταν μπήκε στην είσοδο του σπιτιού πήγε να κλείσει την πόρτα αλλά η Μ.Κ.1 την πρόλαβε και την άρπαξε από το χέρι. Η κατηγορούμενη ήταν η μισή στην πόρτα και έβαλε το πόδι της και το χέρι της πίσω από την πόρτα, στην προσπάθεια της να την κλείσει για να μην της πιάσει το τηλέφωνο αλλά η Μ.Κ.1 την τραβούσε από το άλλο χέρι και φώναζε «Έφκα έξω είπα σου, είπα σου έφκα έξω» και την τραβούσε με δύναμη τραυματίζοντας της και της τράβηξε την μπλούζα, σχίζοντας την (κατάθεσε την εν λόγω μπλούζα ως τεκμήριο 6). Εκείνη τη στιγμή η κατηγορούμενη 2, χωρίς να το καταλάβει, ασυναίσθητα δάγκωσε την Μ.Κ.
  18. Αυτό το αντιλήφθηκε όταν άκουσε την Μ.Κ.1 να λέει «Άου άκκασε με» οπόταν και η κατηγορούμενη χαλάρωσε το στόμα της γιατί δεν είχε σκοπό να την δαγκώσει. Την ώρα που χαλάρωσε λίγο η πόρτα, η κατηγορούμενη έριξε το τηλέφωνο της πίσω από το μαξιλάρι του καναπέ. Στην συνέχεια έσπρωξαν την πόρτα οι αστυνομικοί και μπήκαν μέσα. Η Μ.Κ.1 είδε την τσάντα της κατηγορούμενης πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού, την άνοιξε, την ανακάτεψε, έβγαλε όλα τα πράγματα από μέσα και όταν διαπίστωσε ότι το τηλέφωνο δεν ήταν εκεί την πέταξε και άρχισε μαζί με τους αστυνομικούς να πιάνουν τα μαξιλάρια και τα καθίσματα των καναπέδων και να τα πετούν και να κοιτάζουν για το τηλέφωνο. Σε κάποια στιγμή η κατηγορούμενη 2 έκατσε στον καναπέ όπου είχε ρίξει το τηλέφωνο της και όταν οι αστυνομικοί έφτασαν στο σημείο αυτό και η κατηγορούμενη 2 δεν σηκωνόταν, την τράβηξαν από τα χέρια, τους ώμους και το κεφάλι για να την σηκώσουν, χωρίς αποτέλεσμα. Κάποια στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο της και έτσι το εντόπισαν και την τράβηξαν για να την σηκώσουν. Εκείνη την ώρα έφτασε εκεί ο τέταρτος γιος της και τους είδε να την τραβούν και τους είπε «Σταματήστε, γιατί η μάμα μου έχει πρόβλημα με την καρδιά της» αλλά εκείνοι συνέχιζαν οπόταν τους είπε «Αν συνεχίσετε έτσι θα σας φκάλω εγώ βίντεο». Αμέσως έτρεξε κατά πάνω του κάποιος και του άρπαξε το τηλέφωνο του, σήκωσε τα χέρια του πάνω στον γιο της και του είπε «Σταμάτα γιατί θα σε βάλω και εσένα υπό κράτηση». Έλεγξαν το τηλέφωνο, δεν είχε βγάλει τίποτε ο γιος της και τον άφησαν ήσυχο. Όταν πήραν το τηλέφωνο της κατηγορούμενης της είπαν ότι είναι υπό κράτηση. Σε κάποια στιγμή είδε και τον κατηγορούμενο 1 με τον αστυνομικό που τον κρατούσε να είναι μέσα στο σαλόνι. Στη συνέχεια περί ώρα 17:35 έφυγαν από το σπίτι και πήραν την κατηγορούμενη 2 στην Αστυνομία. Αυτή ζητούσε συνέχεια να πάει σε γιατρό. Η ώρα 20:30 την πήραν για να την πάνε στο νοσοκομείο αλλά καθοδόν οι αστυνομικοί έλαβαν κάποιο τηλεφώνημα και μετά από αυτό την επέστρεψαν στον Σταθμό. Όταν η κατηγορούμενη τους ρώτησε γιατί επιστρέφουν της είπαν ότι τους ειδοποίησαν από τον Σταθμό ότι έχει κάτι και έπρεπε να επιστρέψουν το αυτοκίνητο. Αυτή τους είπε «Αφού είμαστε τέλεια κοντά στο νοσοκομείο, γιατί δεν με παίρνετε στο νοσοκομείο, να με αφήσετε με την αστυνομικό, αφού έχω χειροπέδες, δεν υπάρχει πρόβλημα, ούτε θέλω να αποδράσω, στον γιατρό θέλω να πάω, αφήστε μας τζιαί να έρτετε να μας πιάσετε ύστερα» της είπαν «Όχι, θα πάμε πίσω». Πριν όμως την βάλουν μέσα της έφεραν ένα χαρτί για να υπογράψει. Τους ρώτησε τι ήταν αυτό και της είπαν «Είναι τούτο που υπογράφεις για να πάεις στο νοσοκομείο». Διαπίστωσε όμως ότι αυτό το χαρτί έγραφε ότι δεν ήθελε να πάει στον γιατρό και έτσι έσβησε το σημείο αυτό. Τελικά την πήραν στο νοσοκομείο η ώρα 22:
  19. Μετά που απολύθηκε της κράτησης της πήγε και σε ιδιώτη ιατρό και της ετοίμασε ιατρικό πιστοποιητικό. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Η μαρτυρία του Μ.Κ.3 ήταν εντελώς τυπική εφόσον αυτός περιορίσθηκε να λάβει τις φωτογραφίες που φαίνονται στο τεκμήριο 4 και ουσιαστικά δεν γνώριζε οτιδήποτε για την υπόθεση. Δεν αμφισβητήθηκε δε ότι οι εν λόγω φωτογραφίες λήφθηκαν στις 3.8.13 στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λεμεσού στις συγκεκριμένες ώρες που ανέφερε ο μάρτυρας. Συνεπώς η μαρτυρία του Μ.Κ.3 γίνεται δεκτή. Ο Μ.Κ.4 μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις, περιέγραψε τα όσα περιήλθαν στην γνώση του και ήταν σταθερός και συνεπής στις θέσεις του, οι οποίες δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση του. Εδώ θα πρέπει να υπομνησθεί ότι δεν μπορούσε να διαφωτίσει για τα γεγονότα που έλαβαν χώραν στην αυλή των οικιών των κατηγορουμένων εφόσον μετέβηκε στον μέρος μετά που αυτά τελείωσαν και συνεπώς δεν είχε προσωπική γνώση. Τα όσα είπε σχετικά προέρχονταν από αυτά που του ανέφεραν οι συνάδελφοι του, των οποίων (για όσους κατέθεσαν στο Δικαστήριο) η μαρτυρία θα αξιολογηθεί. Όσον αφορά την προηγούμενη ανακοπή, έρευνα και σύλληψη του κατηγορούμενου 1, ανέφερε με λεπτομέρεια τα όσα έλαβαν χώραν και επέμεινε στην θέση του ότι αμέσως μετά την σύλληψη πέρασε χειροπέδες στον κατηγορούμενο 1 με τα χέρια του να είναι μπροστά. Σε κανένα δε σημείο της αντεξέτασης του δεν του υποβλήθηκε ότι δεν είχε συλλάβει αυτόν. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Πριν προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2, θα πρέπει να λεχθεί ότι εύλογη απορία δημιουργεί το γεγονός ότι ενώ παρόντες κατά τα επίδικα γεγονότα στην οικία των κατηγορουμένων ήταν και άλλα μέλη της Αστυνομίας εντούτοις κανένα εξ αυτών δεν τέθηκε ως μάρτυρας στο κατηγορητήριο και δεν κλήθηκε να καταθέσει ώστε να δοθεί μια καλύτερη και πιο ολοκληρωμένη εικόνα για όλα όσα έλαβαν χώραν. Η δε μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2, πέραν της αυτοτελούς εξέτασης της θα πρέπει να τύχει και της ανάλογης αντιπαράθεσης για σκοπούς κατάληξης σε ορθή αξιολόγηση της. Αρχίζοντας από τον Μ.Κ.2 θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτός μου έκανε καλή εντύπωση. Περιέγραψε με σαφήνεια τα γεγονότα που έλαβαν χώραν στην παρουσία του, απαντούσε με αμεσότητα και χωρίς περιστροφές στις ερωτήσεις, οι θέσεις του ήταν σταθερές και συνεπείς και δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση του. Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι όταν ο κατηγορούμενος 1 άκουσε από την μητέρα του για το ότι έγινε έρευνα στην φιλενάδα του εκνευρίστηκε και εξύβρισε τον μάρτυρα με την φράση «Είσαστε τέλεια μαλάκες». Εξήγησε δε ότι αντιλήφθηκε ότι απευθυνόταν στον ίδιο καθότι αυτός είχε την ευθύνη και φρούρηση του κατηγορούμενου 1, τον κρατούσε από το μπράτσο και απευθύνθηκε σε αυτόν προσωπικά γιατί ήταν ο πιο κοντινός του. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι ο κατηγορούμενος 1 είπε αυτά τα λόγια αλλά η σχετική υποβολή που έγινε στον μάρτυρα είναι ότι δεν αναφερόταν στον ίδιο αλλά στους συναδέλφους του που ερεύνησαν προηγουμένως την φίλη του. Ήταν όμως κοινή θέση και των δύο πλευρών ότι τα λόγια αυτά λέχθηκαν εντός της αυλής της οικίας των κατηγορουμένων. Από την όλη μαρτυρία του Μ.Κ.2 δεν προκύπτει δε ότι ο κατηγορούμενος 1 τα είπε αυτά φωνάζοντας. Συγκεκριμένα σε κάποιο σημείο όταν ρωτήθηκε πως αντέδρασε ο κατηγορούμενος 1 είπε ότι φώναξε τα πιο πάνω, ανέμισε τα χέρια του και πήγε προς τα πίσω αλλά στην συνέχεια όταν ρωτήθηκε τι φώναζε είπε ότι δεν θυμάται λόγω του χρόνου που παρήλθε αλλά είπε ότι δεν ήταν βρισιές γιατί εάν έβριζε ξανά ή διέπραττε άλλο αδίκημα θα το κατέγραφε στην κατάθεση του. Όσον αφορά τις λοιπές αντιδράσεις του κατηγορούμενου 1, στην κυρίως εξέταση του είπε ότι με κίνηση που έκανε με τα χέρια του κατάφερε να απελευθερωθεί από το κράτημα του μάρτυρα και άρχισε να κάνει κάποια βήματα προς τα πίσω. Ο μάρτυρας του ζήτησε να ηρεμήσει και να μείνει σε ένα τόπο για να μπορεί να τον κρατήσει αλλά εκείνος θυμωμένος επέμενε και έκανε βήματα προς τα πίσω και για να τον εμποδίσει ο μάρτυρας να διαφύγει έκανε μια κίνηση και κατάφερε να τον ακινητοποιήσει και να τον περιορίσει. Προτού όμως τον ακινητοποιήσει, επειδή ο κατηγορούμενος 1 ανέμιζε τα χέρια του και δεν μπορούσε να τον πιάσει ο μάρτυρας, από κάποιες από τις κινήσεις που έκανε, έγδαρε τον μάρτυρα με τα δάκτυλα του ή με τις χειροπέδες, νομίζει στην δεξιά πλευρά του λαιμού. Στην αντεξέταση του διευκρίνισε ότι η κίνηση που έκανε ο κατηγορούμενος 1 με τα χέρια του ήταν να τα ανεμίσει και έδειξε σχετικά ότι έκανε με τα δυο χέρια ενωμένα μπροστά, μια περιστροφική κίνηση από δεξιά προς τα αριστερά με αποτέλεσμα να ξεφύγει από το κράτημα του μάρτυρα και να κάνει κάποια βήματα πίσω. Εξήγησε δε πολύ λογικά ότι κρατούσε τον κατηγορούμενο 1 από το μπράτσο για να τον ελέγχει κάτι που συνηθίζει ενώ σε περίπτωση που κάποιος είναι πολύ επικίνδυνος τον κρατά από τις χειροπέδες. Όσον δε αφορά την κίνηση που έκανε για να ακινητοποιήσει τον κατηγορούμενο 1 περιέγραψε στην αντεξέταση του ότι με το αριστερό του χέρι τον έπιασε από τον αυχένα, με το δεξί του χέρι από το αριστερό του μπράτσο και με απότομο ελιγμό τον έσπρωξε για να βρεθεί στην πλάτη του και συνέχισε να τον κρατά από τον δεξί του ώμο και με το δεξί του χέρι κάτω από τη μασχάλη του κατηγορούμενου το δεξί του χέρι. Ανέφερε δε ότι είναι γνώστης πολεμικών τεχνών και είναι σε θέση να κάνει τέτοιες κινήσεις χωρίς να χτυπήσει και χωρίς να προκαλέσει οποιοδήποτε τραύμα στον κατηγορούμενο 1, κάτι που δεν αμφισβητήθηκε. Όσον δε αφορά το τραύμα που είπε ότι του προκάλεσε ο κατηγορούμενος 1, στην αντεξέταση του όταν ρωτήθηκε εάν του το προκάλεσε την ώρα που ανέμιζε τα χέρια του, απάντησε καταφατικά και επανέλαβε ότι του το προκάλεσε είτε με τα δάκτυλα του είτε με τις χειροπέδες. Για το εν λόγω τραύμα του στην κυρίως εξέταση παρέπεμψε σε σχετικές φωτογραφίες που του λήφθηκαν την ίδια ημέρα καθώς και ότι μετέβηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου εξετάστηκε. Σε σχέση με τα πιο πάνω όμως θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Κατ' αρχάς δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο ούτε καν το έγγραφο που αφορά την προαναφερόμενη εξέταση του μάρτυρα με τα αποτελέσματα της και συνεπώς απουσιάζει η απαραίτητη ιατρική μαρτυρία, ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε εύρημα ότι κατά τον επίδικο χρόνο προκλήθηκε συγκεκριμένο τραύμα στον μάρτυρα. Περαιτέρω στην φωτογραφία 1 του τεκμηρίου 4 φαίνεται ο μάρτυρας κατά πρόσωπο. Δεν φαίνεται όμως οποιοδήποτε σημάδι στην δεξιά πλευρά του λαιμού του. Οι φωτογραφίες 2-3 δείχνουν την αριστερή πλευρά του κεφαλιού και του λαιμού του μάρτυρα. Κάποιο μέρος της εν λόγω πλευράς του λαιμού του φαίνεται να είναι πιο ροζ από το υπόλοιπο. Δεν φαίνεται όμως κάποια πληγή. Ως προκύπτει από την κυρίως εξέταση του, ο μάρτυρας δεν ήταν σίγουρος ότι το τραύμα ήταν στην δεξιά πλευρά του λαιμού του. Ακόμη όμως και να ήταν σίγουρος ότι αυτό ήταν στην αριστερή πλευρά του λαιμού του, ελλείψει της απαραίτητης ιατρικής μαρτυρίας, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταστήσει τον εαυτό του εμπειρογνώμονα και να καταλήξει σε οποιοδήποτε συμπέρασμα όχι μόνο ως προς το είδος αλλά ακόμη και εάν πρόκειται για τραύμα. Περαιτέρω ο μάρτυρας στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι με την λήξη της έρευνας που ακολούθησε και ενώ βρισκόταν ακόμη πάνω στην οικία του κατηγορούμενου 1, άκουσε την κατηγορούμενη 2 να φωνάζει, χωρίς να μπορεί να καταλάβει τι έλεγε. Οι φωνές δε αυτές έρχονταν από την κατεύθυνση του σαλονιού. Στην αντεξέταση του διευκρίνισε ουσιαστικά ότι γνωρίζοντας την διαμόρφωση της οικοδομής αντιλήφθηκε ότι οι φωνές προέρχονταν από το σαλόνι του ισογείου. Ως εκ των άνω δέχομαι την μαρτυρία του Μ.Κ.2, με τις διευκρινίσεις που έγιναν. Η Μ.Κ.1 από την άλλη δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Η όλη εκδοχή της για το επεισόδιο που έγινε μεταξύ αυτής και της κατηγορούμενης 2, δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική και στερείται πειστικότητας. Φαίνεται δε ότι αρκετά σημεία της εκδοχής της αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις της για να δικαιολογήσει τις ενέργειες της. Άλλα δε σημεία αυτής ουσιαστικά διαψεύδονται από την μαρτυρία του Μ.Κ.
  20. Συγκεκριμένα: Κατ' αρχάς όσον αφορά την αντίδραση του κατηγορούμενου 1, μετά που τον ενημέρωσε η κατηγορούμενη 2 για την έρευνα που έγινε στην φιλενάδα του, υποστήριξε ότι αυτός είπε στον Μ.Κ.2 «Είστε τέλεια μαλάκες» φωνάζοντας, γεγονός που διαψεύδεται από την σχετική μαρτυρία του Μ.Κ.
  21. Περαιτέρω ενώ ήταν συνέχεια παρούσα στον χώρο και παρουσίασε την κατηγορούμενη 2, ως να έχει μια συνεχή αντιδραστική συμπεριφορά λέγοντας ότι ήταν εξ αρχής αντιδραστική στην παρουσία των αστυνομικών και στο να γίνει η έρευνα, τόσο πριν προχωρήσουν στην έρευνα όσο και μετά τους απειλούσε ότι θα τους δημοσιεύσει στα ΜΜΕ και τους απειλούσε ότι θα τους βγάλει φωτογραφίες, εντούτοις δεν γνώριζε πού βρισκόταν η κατηγορούμενη 2 όταν γινόταν η έρευνα στην οικία του κατηγορούμενου
  22. Διερωτήθηκε μάλιστα εάν ήταν μέσα στην αυλή της ή είχε φύγει; Αυτό όμως δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική εφόσον ενόψει της αντίδρασης της κατηγορούμενης 2 και του ότι παρούσες ήταν μόνο δύο γυναίκες αστυνομικοί θα αναμενόταν η μάρτυρας να είναι σε θέση να γνωρίζει πού ήταν η κατηγορούμενη 2 ανά πάσα στιγμή. Και ενώ, σύμφωνα πάντα με την μάρτυρα, δεν γνώριζε πού ήταν η κατηγορούμενη 2 και άρα λογικά δεν μπορεί να ήταν κοντά της εντούτοις, όταν η μάρτυρας βγήκε στο πεζοδρόμιο για τηλεφώνημα και ενώ βρίσκονταν κοντά της οι Αστ.1947 και Αστ.3827, η κατηγορούμενη 2 προσέγγισε αυτήν κρατώντας κινητό τηλέφωνο και επιδεικτικά το έστρεψε προς το μέρος της λέγοντας της «Έφκαλα σε φωτογραφία τώρα να δείτε τι θα σας κάμω». Εδώ θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι δεν είναι λογικό η κατηγορούμενη 2 να προέβη σε φωτογράφηση μόνο της μάρτυρος και να στράφηκε ουσιαστικά μόνο προς αυτήν. Ήταν δε η θέση της μάρτυρος ότι μετά από αυτό πληροφόρησε την κατηγορούμενη 2 ότι δυνατό να διαπράττει αδίκημα με το να την βγάζει φωτογραφίες, οι οποίες αποθηκεύονται στο κινητό της και ότι πρόκειται για προσωπικά της δεδομένα που θα έχει στην κατοχή της χωρίς την συγκατάθεση της αλλά ως προκύπτει από την αντεξέταση της δεν έκρινε ότι αυτό συνιστά ποινικό αδίκημα. Παρόλα αυτά προέβη σε επίστηση της προσοχής της κατηγορούμενης 2 στο Νόμο για να της απαντήσει εκείνη «Κάμνω ότι θέλω». Είναι προφανές κατά την κρίση μου ότι η μάρτυρας ανέφερε τα πιο πάνω ως δήλωση της κατηγορούμενης 2 για να δικαιολογήσει την μη λογική θέση της, που είναι ουσιαστικά ότι η κατηγορούμενη 2 στην συνέχεια μετά που είπε αυτό της επιτέθηκε χωρίς άλλο, σπρώχνοντας της με τα χέρια και τις περαιτέρω ενέργειες που ανέφερε. Ούτε και η ίδια δεν μπόρεσε να δώσει μια λογική εξήγηση γιατί η κατηγορούμενη 2 να της επιτεθεί, παρά μόνο αναφέρθηκε στην προηγούμενη αντιδραστική συμπεριφορά της κατηγορούμενης 2, η οποία να σημειωθεί ότι, σύμφωνα πάντα με την εκδοχή της μάρτυρος, δεν στρεφόταν συγκεκριμένα εναντίον αυτής. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης της για να γίνει πιο πειστική ανέφερε ουσιαστικά ότι μετά που της είπε να σταματήσει να βγάζει φωτογραφίες, η κατηγορούμενη επέμενε δηλ. συνέχιζε να βγάζει και της είπε «Κάμνω ότι θέλω». Ήταν επίσης η θέση της Μ.Κ.1 στην κυρίως εξέταση ότι αμέσως μόλις την έσπρωξε η κατηγορούμενη 2, αυτή την πληροφόρησε ότι διέπραξε το αυτόφωρο αδίκημα της επίθεσης εναντίον αστυνομικού, της επέστησε την προσοχή στο νόμο και εκείνη δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση και στην συνέχεια την συνέλαβε για το εν λόγω αδίκημα οπόταν, αφού της επέστησε την προσοχή της στο νόμο εκείνη απάντησε «Εν θα με συλλάβεις» και άρχισε να τρέχει προς την οικία της. Στην αντεξέταση της όμως είπε ότι μετά που η κατηγορούμενη 2 την έσπρωξε, αμέσως έκανε μεταβολή για να φύγει από το σημείο που ήταν η μάρτυρας αλλά αυτή πρόλαβε να την ακουμπήσει στον ώμο. Αυτό όμως σε αντίθεση με τα όσα πιο πάνω η μάρτυρας ανέφερε από τα οποία συνάγεται ότι η κατηγορούμενη 2 έμεινε εκεί μέχρι την στιγμή που της επέστησε την προσοχή της στον Νόμο. Δεν είναι δε λογικό η μάρτυρας να προχώρησε και να συνέλαβε την κατηγορούμενη 2 αγγίζοντας την μάλιστα στον ώμο και αυτή να της είπε «Εν θα με συλλάβεις» και να άρχισε να τρέχει. Αυτό γιατί εάν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, στην συνέχεια η μάρτυρας θα έπρεπε να συλλάβει την κατηγορούμενη 2 και για το αδίκημα της απόδρασης από νόμιμη κράτηση, κάτι που προφανώς δεν έκανε. Ήταν περαιτέρω η θέση της Μ.Κ.1 στην κυρίως εξέταση της ότι μετά που η κατηγορούμενη 2 άρχισε να τρέχει, την ακολούθησε και την ανέκοψε μόλις εισήλθε από την κύρια είσοδο της οικίας της, κάτι που αναμφίβολα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη 2 εισήλθε στην οικία της. Εδώ θα πρέπει να λεχθεί ότι εάν πράγματι κυνήγησε την κατηγορούμενη 2 για να την θέσει υπό την κράτηση της μετά από νόμιμη σύλληψη, είχε την εξουσία να εισέλθει και στην οικία της κατηγορούμενης 2 για τον σκοπό αυτό. Παρόλα αυτά, στην αντεξέταση της, παράδοξα, χωρίς λογική και εντελώς μη πειστικά, υποστήριξε ουσιαστικά ότι σε κανένα στάδιο δεν εισήλθε ούτε η ίδια ούτε η κατηγορούμενη 2 στην οικία. Είπε δε σχετικά «Δεν εισήλθε εντός της οικία της, εμείς την ανακόψαμε κοντά στην κύρια είσοδο». Όταν της ζητήθηκε να το εξηγήσει αυτό καλύτερα είπε ότι όταν την ακολούθησε, κατάφερε να την πιάσει εκεί στην κύρια είσοδο και σε αμέσως επόμενη ερώτηση εάν δηλ. ήταν έξω από το σπίτι της και όχι μέσα, έδωσε την διφορούμενη απάντηση «Κυρίως έξω ναι». Όταν δε πολύ εύλογα αμέσως μετά της ζητήθηκε ουσιαστικά να πει εάν μπορεί να γίνεται λόγος για «κυρίως έξω» και «κυρίως μέσα» είπε με σιγουριά πλέον ότι ήταν έξω. Όταν ρωτήθηκε πολύ λογικά εάν η αναφορά της στην κατάθεση της ότι ανέκοψε την κατηγορούμενη 2 μόλις εισήλθε από την κύρια είσοδο της οικίας της, δεν σημαίνει ότι μπήκε στην οικία, απάντησε αρνητικά χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση όπως για παράδειγμα ότι έκανε λάθος στην κατάθεση της. Περαιτέρω από τα όσα είπε στην κυρίως εξέταση της προκύπτει ότι την ακινητοποίηση της κατηγορούμενης 2 την έκανε μόνη της. Στην αντεξέταση της δε όταν ρωτήθηκε γιατί μετά που άρχισε να τρέχει δεν φώναξε στους άλλους συναδέλφους της να ακινητοποιήσουν την κατηγορούμενη 2 έδωσε και πάλι μη πειστική και εκτός λογικής απάντηση ότι δεν το έπραξε αλλά το χειρίστηκε μόνη της. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι σε προγενέστερο σημείο της αντεξέτασης της, προφανώς της ξέφυγε και είπε, αναφερόμενη σε πληθυντικό αριθμό, «Δεν εισήλθε εντός της οικία της, εμείς την ανακόψαμε κοντά στην κύρια είσοδο». Είπε δε στην κυρίως εξέταση της ότι στην προσπάθεια της να την ακινητοποιήσει, η κατηγορούμενη 2 την έγδαρε στα χέρια και την δάγκωσε στο δεξιό μπράτσο και ότι χρησιμοποιώντας την αναγκαία υπό τις περιστάσεις βία την ακινητοποίησε, στην παρουσία των Αστ.3827 και Αστ.
  23. Στην αντεξέταση της είπε ότι στην προσπάθεια της αυτή η κατηγορούμενη 2 αντιδρούσε και ενώ η μάρτυρας την κρατούσε από το χέρι εκείνη την δάγκωσε. Ήταν δε η θέση της ότι η ακινητοποίηση έγινε στην πόρτα της οικίας και δεν μπήκαν στην συνέχεια στην οικία για να βρούν το κινητό της κατηγορούμενης. Εδώ όμως θα πρέπει να λεχθεί ότι η θέση της αυτή διαψεύδεται από δύο στοιχεία. Πρώτον ο ίδιος ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι άκουσε φωνές από την κατηγορούμενη 2 να έρχονται από το σαλόνι της οικίας της και άρα αυτή πρέπει να βρέθηκε σε κάποιο σημείο εντός αυτής. Δεύτερον εάν δεν έλαβαν το κινητό της κατηγορούμενης 2 τότε με βάση τι το Τ.Α.Ε. Λεμεσού ανέλαβε την διερεύνηση «των πιθανών αδικημάτων που διαπράχθηκαν από την κατηγορούμενη 2, κατά παράβαση του Νόμου περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα» ως η μάρτυρας αναφέρει στη κατάθεση της; Όσον δε αφορά τα τραύματα που της προκάλεσε η κατηγορούμενη 2, θα πρέπει να λεχθεί ότι ισχύουν τα όσα έχουν αναφερθεί και για τον Μ.Κ.2 εφόσον η μόνη σχετική μαρτυρία που παρουσιάσθηκε είναι οι φωτογραφίες 4-8 του τεκμηρίου 4 (να σημειωθεί ότι αυτό κατατέθηκε μετά την περάτωση της μαρτυρίας της Μ.Κ.1), στην βάση μόνο των οποίων το Δικαστήριο δεν μπορεί, ουσιαστικά καθιστώντας τον εαυτό του εμπειρογνώμονα, να καταλήξει σε οποιοδήποτε συμπέρασμα όχι μόνο ως προς το είδος αλλά ακόμη και εάν πρόκειται για τραύματα. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η Μ.Κ.1 δεν ήταν ειλικρινής και συναφώς η μαρτυρία της δεν γίνεται δεκτή. Όπως και για τους Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 έτσι και όσον αφορά τους κατηγορούμενους η μαρτυρία αυτών, πέραν της αυτοτελούς εξέτασης της θα πρέπει να τύχει και της ανάλογης αντιπαράθεσης για σκοπούς κατάληξης σε ορθή αξιολόγηση της. Ο κατηγορούμενος 1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Προσπάθησε να πείσει ότι ήταν καθόλη την διάρκεια του επεισοδίου συνεργάσιμος και ότι δεν αντέδρασε με τον τρόπο που ανέφερε ο Μ.Κ.2, όταν άκουσε την μητέρα του να του λέει για την έρευνα της φίλης του αλλά ότι απλά στεναχωρήθηκε και ό,τι είπε το είπε για τους αστυνομικούς που ερεύνησαν την φίλη του. Η όλη προσπάθεια του όμως δεν ήταν πειστική καθότι μέρος των θέσεων του δεν βρίσκουν έρεισμα στην λογική ενώ άλλες αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του ώστε να πείσει για την εκδοχή του. Συγκεκριμένα: Στην κυρίως εξέταση του, περιγράφοντας τα όσα έγιναν μόλις έφθασε στον χώρο η μητέρα του είπε ότι αυτή του ανέφερε το περιστατικό που έγινε με την φίλη του και αυτός στεναχωρημένος γύρισε προς την μητέρα του και την ρώτησε αν ήταν οι αστυνομικοί οι άλλοι που ερεύνησαν την κοπέλα του και αν ήταν τέλεια μαλάκες. Στην αντεξέταση του όμως είπε για πρώτη φορά ότι όταν πήγε εκεί η μητέρα του του είπε για την φίλη του κάτι για το οποίο στεναχωρήθηκε και απευθυνόμενος στην μητέρα του είπε «Καλά ρε μάνα ήταν τέλεια μαλάκες, έκαμαν έτσι πράμα της μιτσιάς;». Είπε δε ότι μόλις είδε την μητέρα του το πρώτο που του είπε ήταν ότι έκαναν σωματική έρευνα στην φίλη του. Στην συνέχεια όμως είπε ότι η μητέρα του ρώτησε πρώτα εάν είναι αστυνομικοί, στην συνέχεια απευθυνόμενη στους αστυνομικούς είπε «Τι εκάμετε της μιτσιάς;» και μετά αυτός ρώτησε την μητέρα του για ποια «μιτσιά» λέει οπόταν η μητέρα του του είπε ότι προσπάθησαν να κάνουν σωματική έρευνα στην φίλη του μέσα στον δρόμο. Αρνήθηκε ότι φορούσε χειροπέδες όταν έγιναν το πιο πάνω. Υποστήριξε μάλιστα ότι δεν είχε συλληφθεί προηγουμένως για τροχαία αδικήματα ούτε και του ανέφεραν οι αστυνομικοί κάτι σχετικό. Όμως η θέση του Μ.Κ.4 ότι πριν τον μεταφέρουν στο σπίτι του είχε συλληφθεί δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του. Η θέση λοιπόν του κατηγορούμενου 1 ότι δεν είχε συλληφθεί αποτελεί κατά την κρίση μου εκ των υστέρων σκέψη του για να πείσει ότι δεν τον είχε υπό την επιτήρηση του ο Μ.Κ.2, δεν φορούσε χειροπέδες και δεν αντέδρασε, ώστε να διαψεύσει την αντίθετη περί τούτου θέση του Μ.Κ.2 αλλά και το ότι χτύπησε αυτόν κουνώντας τα χέρια του φορώντας τις χειροπέδες. Θα πρέπει εδώ να λεχθεί ότι το γεγονός ότι ήταν συνεργάσιμος μέχρι την στιγμή που άκουσε την μητέρα του να λέει για την έρευνα στην φίλη του, δεν επιβεβαιώνει την θέση του ότι δεν ήταν υπό σύλληψη και δεν φορούσε χειροπέδες. Ενώ δεν ανέφερε στην κυρίως εξέταση ότι σε κάποιο στάδιο απευθυνόμενος στους παρόντες αστυνομικούς είπε «Ίνταμπου σας έφταιξε η μιτσιά;» κάτι που δείχνει ότι εκείνη την ημέρα δεν απευθυνόταν στους αστυνομικούς που ερεύνησαν την φίλη του προηγουμένως, στην αντεξέταση του δέχθηκε ότι το είπε. Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι μετά που τον πληροφόρησε η μητέρα του για την έρευνα στην φίλη του και αυτός την ρώτησε αν ήταν οι αστυνομικοί οι άλλοι που την ερεύνησαν και αν ήταν τέλεια μαλάκες, ο Μ.Κ.2 τον έπιασε αμέσως με διπλό κλείδωμα από τον λαιμό, τον κρατούσε πάρα πολύ σφικτά ώστε δεν ανάπνεε και του είπε ότι εξύβρισε αστυνομικούς και ότι είναι υπό σύλληψη. Τον κρατούσε δε τόσο σφιχτά από τον λαιμό που δεν μπορούσε να κάνει απολύτως καμιά κίνηση. Δεν έκανε λοιπόν καμία κίνηση, δεν επιτέθηκε εναντίον του Μ.Κ.2, δεν είχε κανένα λόγο να αντισταθεί στην σύλληψη του ούτε και να κάνει οτιδήποτε άλλο. Εδώ να σημειωθεί ότι αντίθετα, ως θα λεχθεί στην συνέχεια, η μητέρα του κατά την μαρτυρία της είπε ότι τον είδε σε κάποιο σημείο έστω να σηκώνει τα χέρια του προς τα πάνω. Δεν βρίσκει δε έρεισμα στην λογική η θέση του ότι παρά τα όσα άκουσε για την έρευνα της φίλης του, την οποία και προφανώς ο ίδιος θεώρησε αδικαιολόγητη, δεν θύμωσε αλλά απλά στεναχωρήθηκε όπως ούτε και το ότι ενώ δεν απευθύνθηκε στον Μ.Κ.2, δεν αντέδρασε καθόλου και δεν έκανε καμία κίνηση, ο Μ.Κ.2 του είπε ότι είναι υπό σύλληψη για εξύβριση αλλά κυρίως ότι πέραν τούτου τον έπιασε από τον λαιμό. Αυτό γιατί η κίνηση του Μ.Κ.2, δείχνει προσπάθεια του να ακινητοποιήσει τον κατηγορούμενο 1 και όχι απλά να τον συλλάβει επειδή είπε τα λόγια που ισχυρίζεται. Όσον αφορά την αντίδραση της μητέρας του όταν ο Μ.Κ.2 τον έπιασε από τον λαιμό, στην κυρίως εξέταση του περιορίσθηκε να πει ότι αυτή φοβήθηκε ότι θα τον σκοτώσουν. Στην αντεξέταση του όμως όταν ρωτήθηκε τι έκανε η μητέρα του βλέποντας αυτή την σκηνή είπε ότι αυτή τους φώναζε να τον αφήσουν γιατί θα τον σκοτώσουν. Ανέφερε επίσης ότι η μητέρα του δεν έκανε οτιδήποτε για να τους εμποδίσει και στην συνέχεια του έβαλαν χειροπέδες άνοιξαν την πόρτα και προχώρησαν στην έρευνα της οικίας του. Αναφορικά δε με τον τρόπο που ο Μ.Κ.2 τον χειρίστηκε, ως έχει προαναφερθεί, ήταν η θέση του ότι τον έπιασε από τον λαιμό τόσο σφικτά ώστε δεν ανέπνεε και δεν μπορούσε να κινηθεί. Όταν ρωτήθηκε στην αντεξέταση του όμως εάν από αυτό τραυματίσθηκε ή έπαθε κάτι, απάντησε ότι δεν έπαθε τίποτα σωματικό. Είπε δε ότι πήγε και σε γιατρό αλλά δεν του βρήκε τίποτα. Σε εύλογη δε υποβολή ότι εάν ο Μ.Κ.2 τον έπιανε από τον λαιμό με τον τρόπο που ανέφερε, ο γιατρός θα έβρισκε κάτι, υπεκφεύγοντας είπε ότι έχει απαντήσει. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν ήταν ειλικρινής στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία του δεν γίνεται δεκτή. Ερχόμενος τώρα στην μαρτυρία της κατηγορούμενης 2, αυτή θα πρέπει κατά την κρίση μου να χωριστεί και να αξιολογηθεί σε δύο μέρη εφόσον αυτά είναι ουσιαστικά αυτοτελή έστω και εάν έλαβαν χώραν το ένα αμέσως μετά το άλλο. Συγκεκριμένα το πρώτο μέρος αφορά την μαρτυρία της για όσα έλαβαν χώραν μέχρι πριν να μεταφερθεί ο κατηγορούμενος 1 εντός της οικίας του για έρευνα, πριν δηλαδή, σύμφωνα με την δική της εκδοχή, αυτή βγάλει τις φωτογραφίες ενώ το δεύτερο αφορά τον χρόνο από την λήψη των φωτογραφιών μέχρι τον εντοπισμό του κινητού της από τους αστυνομικούς. Όσον αφορά το πρώτο μέρος θα πρέπει να λεχθεί ότι η κατηγορούμενη δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Ήταν εμφανές ότι προσπάθησε, αναφερόμενη με υπερβολές στις ενέργειες των αστυνομικών έναντι του γιου της, να καταδείξει ότι αυτές ήταν αδικαιολόγητα δυσανάλογες με την «παθητική», όπως την παρουσίασε, συμπεριφορά του γιου της. Δεν ήταν όμως ειλικρινής κάτι που προκύπτει από τις ουσιώδεις διαφορές στην περιγραφή των γεγονότων με την μαρτυρία του ίδιου του γιου της, η οποία ως θα διαφανεί στην συνέχεια δεν μπορεί να εξηγηθεί στην βάση της απλής παράλειψης επουσιωδών λεπτομερειών ενώ κάποιες θέσεις της δεν είναι λογικές. Συγκεκριμένα: Στην κυρίως εξέταση της είπε ότι σε κάποια στιγμή είπε στους αστυνομικούς «Καλάν ρε παιδιά ήταν σωστό τούτο που εκάμετε της μιτσιάς, να θέλετε να της κάμετε έρευνα μέσα στον δρόμο και μετά επήρετε την και εξεγυμνώσετε την;», οπόταν ο γιός της την ρώτησε και αυτή του είπε ότι «Ήρτε η Γεωργία, δεν μας βρήκε και την ώρα που έφκαινε που το καγκέλι την έπιασαν για να της κάμουν σωματική έρευνα» οπόταν ο γιος της είπε «Εν τέλεια μαλάκες;» και έβαλε τα χέρια του πάνω στο κεφάλι, στεναχωρημένος και έτοιμος να κλάψει. Μάλιστα στην αντεξέταση της είπε ότι ο γιος της έπεσε και κρατούσε το κεφάλι του και «κάτι είπε για μαλάκες». Από τα πιο πάνω είναι όμως εμφανής η διαφορά μεταξύ της μαρτυρίας της κατηγορούμενης 2 και του κατηγορούμενου 1 για το ίδιο θέμα κατά την περιγραφή των ίδιων γεγονότων. Πέραν δε της όποιας διαφοράς στην μαρτυρία τους ως προς τα λόγια που ανέφεραν στην σκηνή, η οποία υπό άλλες περιστάσεις θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως απόδειξη της έλλειψης συνεννόησης μεταξύ τους, η κατηγορούμενη 2, προφανώς για να δείξει ότι οι κινήσεις του γιού της με τα χέρια έγιναν όχι στα πλαίσια αντίδρασης του σε αυτό που του είπε, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 1, δήθεν έβαλε τα χέρια του στο κεφάλι και έπεσε, στεναχωρημένος, κάτι που ο ίδιος ουδέποτε ανέφερε. Περαιτέρω στην κυρίως εξέταση της είπε ότι αμέσως μετά από τα πιο πάνω ο αστυνομικός που στεκόταν δίπλα στον γιο της του είπε «Εξύβρισες αστυνομικό», τον άρπαξε από τον λαιμό και τον γύρισε δίπλα μπροστά από το τραπέζι που υπήρχε μέσα στην αυλή, τον κρατούσε τόσο σφικτά που σε κάποια στιγμή είδε τον γιο της να έχει τα χέρια του χαλαρά προς τα κάτω και να μην είναι καλά οπότε αυτή φώναξε στον αστυνομικό «Σταμάτα, για όνομα του Θεού, θα τον σκοτώσετε, θα τον σκοτώσετε, τα χέρια του είναι εγχειρισμένα, σταματάτε, για όνομα του Θεού, τι σας έκαμε και κάμνετε του τούτο το πράμα;» και ότι στην συνέχεια είδε τον γιο της να φέρει τα χέρια του προς τα πάνω οπόταν άκουσε τον αστυνομικό να του λέει, «Φέρνεις αντίσταση στην Αστυνομία». Μάλιστα στην αντεξέταση της είπε ότι ο αστυνομικός όταν τον γύρισε τον χτύπησε κιόλας πάνω στο ξύλινο τραπέζι καθώς και ότι μετά τον γύρισε και τον χτύπησε πάνω στην μανταρινιά. Αντίθετα ο κατηγορούμενος 1 στην δική του μαρτυρία είπε ότι ο αστυνομικός τον κρατούσε τόσο σφιχτά από τον λαιμό που δεν μπορούσε να κάνει απολύτως καμιά κίνηση και έτσι δεν έκανε καμία κίνηση. Δεν αναφέρθηκε δε σε οποιοδήποτε χτύπημα του και μάλιστα σε τραπέζι ή σε μανταρινιά. Εξ άλλου, ως ο ίδιος ανέφερε, δεν υπέστη οποιουσδήποτε τραυματισμούς, κάτι που θα ήταν αναμενόμενο εάν πράγματι τον χτυπούσε πάνω σε τέτοια αντικείμενα κάποιος με την σωματική διάπλαση του Μ.Κ.
  24. Υποστήριξε δε και αυτή ότι ο γιος της δεν φορούσε χειροπέδες και, για να πείσει και να ενισχύσει ουσιαστικά την θέση του γιου της αλλά και την δική της εκδοχή, είπε ότι ούτε τον κρατούσαν αλλά έστεκαν όπως έστεκαν οι άλλοι και δεν ήταν ούτε κρατούμενος ούτε τίποτε, κάτι που όμως δεν μπορούσε να γνωρίζει εφόσον δεν ήταν παρούσα κατά την ανακοπή του προηγουμένως από την Αστυνομία, όταν σύμφωνα με τον Μ.Κ.4 είχε συλληφθεί. Άλλη ουσιώδης διαφορά στην μαρτυρία των κατηγορουμένων είναι ότι η κατηγορούμενη 2 ανέφερε στην κυρίως εξέταση ότι όταν είδε τον γιο της να μην αναπνέει άρχισε να φωνάζει «Βουράτε και θα σκοτώσουν τον Παναγιώτη, βουράτε και θα σκοτώσουν τον Παναγιώτη» οπόταν αμέσως εκεί πήγε ο γιος της γειτόνισσας της ονόματι Γιαννάκης, ο οποίος είναι αστυνομικός στις Βάσεις και τους είδε που κρατούσαν τον γιο της από τον λαιμό. Αυτός μάλιστα, σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούμενης, τους είπε να αφήσουν τον γιο της, να σταματήσουν να μιλήσουν και ότι είναι αστυνομικός οπόταν κάποιος από αυτούς του είπε «Φύγε που δαμέ και είμαστε αστυνομικοί». Αντίθετα ο κατηγορούμενος 1, που εάν γινόταν κάτι τέτοιο σίγουρα θα το αντιλαμβανόταν, δεν έκανε καμία αναφορά στην παρουσία του Γιαννάκη εκεί σε οποιοδήποτε στάδιο. Θα πρέπει περαιτέρω να λεχθεί ότι αυτό δεν τέθηκε καν στον Μ.Κ.2 για να το σχολιάσει. Ως δε είπε στην συνέχεια της περιγραφής της στην κυρίως εξέταση, ο Γιαννάκης έφυγε και η ίδια πήγε να τραβήξει αστυνομικό που κρατούσε τον γιο της από τον λαιμό όμως εκείνος ήταν πολύ δυνατός και έτρεξαν οι άλλοι, οι οποίοι την άρπαξαν και την έριξαν πίσω. Αυτή κρατούσε το τηλέφωνο της και σηκώθηκε και προσπαθούσε να βγάλει βίντεο ή φωτογραφία και είδε τον Γιαννάκη, να στέκεται στον τοίχο του σπιτιού, στο ττέλι και έβλεπαν όλοι και αυτή τους φώναζε να βγάλουν βίντεο γιατί η ίδια δεν τα κατάφερνε. Αυτό όμως και πάλι έρχεται σε αντίθεση με την μαρτυρία του κατηγορούμενου 1, ο οποίος υποστήριξε ότι η μητέρα του δεν έκανε τίποτα για να εμποδίσει τους αστυνομικούς ενώ καμία αναφορά έκανε, ως θα ήταν αναμενόμενο, ότι στην συνέχεια οι αστυνομικοί άρπαξαν την μητέρα του και την έριξαν πίσω. Όσον δε αφορά την θέση της ότι μετά που οι αστυνομικοί την άρπαξαν και την έριξαν πίσω αυτή προσπάθησε να τους βγάλει βίντεο ή φωτογραφία χωρίς να τα καταφέρει και τότε την καταδίωξε μια γυναίκα αστυνομικός για να της πάρει το τηλέφωνο αλλά αυτή έτρεξε και μπήκε στο σπίτι της, ούτε αυτό τέθηκε στους Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 για να το σχολιάσουν. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπομνησθεί ότι ο Μ.Κ.2 είπε ότι μετά που επέστησε την προσοχή του κατηγορούμενου 1 για τα αδικήματα, που σύμφωνα με τον μάρτυρα, διέπραξε στην αυλή, η κατηγορούμενη 2 άρχισε να βγάζει φωτογραφίες αυτόν και τους συναδέλφους του με το κινητό της τηλέφωνο, απειλώντας με διάφορες φρασεολογίες όπως «Έφκαλα τις φάτσες σας και θα σας βάλω στα κανάλια» αλλά μετά που ουσιαστικά την προειδοποίησε ότι αυτό ενδεχομένως να είναι αδίκημα, αυτή απομακρύνθηκε από κοντά τους. Αντίθετη ήταν η μαρτυρία των κατηγορουμένων ακόμη και για το σε ποιό χρονικό σημείο ο κατηγορούμενος 1 είπε «Ίνταμπου σας έφταιξε η μιτσιά;». Σε σχέση με αυτό ο μεν κατηγορούμενος 1 είπε ότι το ανέφερε, μετά που τον συνέλαβαν για πρώτη φορά εκεί στην οικία του και του φόρεσαν χειροπέδες ενώ η κατηγορούμενη 2, ότι το ανέφερε προηγουμένως την ώρα που είπε για μαλάκες. Ως εκ των άνω κρίνω ότι όσον αφορά το πρώτο μέρος της μαρτυρίας της η κατηγορούμενη 2 δεν ήταν ειλικρινής και συναφώς αυτή δεν γίνεται δεκτή. Όσον αφορά το δεύτερο μέρος, θα πρέπει να λεχθεί κατ' αρχάς ότι αποτελούν ουσιαστικά κοινές θέσεις στις εκατέρωθεν εκδοχές τα ακόλουθα: · Μετά που ο κατηγορούμενος 1 μεταφέρθηκε, από κάποιους εκ των αστυνομικών, στην οικία του, η οποία ήταν στο ανώγειο, με σκοπό να γίνει η έρευνα, η κατηγορούμενη 2 έλαβε φωτογραφίες με το κινητό της έχοντας το στραμμένο προς την μεριά όπου βρισκόταν η Μ.Κ.1 και άλλοι συναδέλφοι της, έξω από την αυλή. · Λίγο αργότερα η κατηγορούμενη 2 γύρισε και άρχισε να τρέχει προς την οικία της και η Μ.Κ.1 την καταδίωξε. · Η Μ.Κ.1 πρόλαβε και άρπαξε την κατηγορούμενη 2 από το χέρι μόλις εκείνη εισήλθε της κύριας εισόδου της οικίας και την τραβούσε για να την βγάλει έξω. · Ενώ η Μ.Κ.1 προσπαθούσε να βγάλει την κατηγορούμενη 2 έξω, η τελευταία την δάγκωσε στο χέρι. Εκεί όπου διαφέρουν οι εκατέρωθεν θέσεις είναι στο κατά πόσο η κατηγορούμενη 2 έλαβε τις φωτογραφίες από κοντινή απόσταση, στο ότι στην συνέχεια επιτέθηκε στην Μ.Κ.1, στο εάν η τελευταία την συνέλαβε και ακολούθως στο εάν την καταδίωξε όταν εκείνη έτρεξε να μπει στο σπίτι της, με σκοπό να την θέσει ουσιαστικά υπό κράτηση ενόψει της προηγούμενης σύλληψης της. Επίσης αμφισβητήθηκε και το κατά πόσο το όλο επεισόδιο συνεχίσθηκε και μέσα στην οικία της κατηγορούμενης
  25. Σε σχέση με τα πιο πάνω αμφισβητούμενα θέματα θα πρέπει να λεχθεί ότι η κατηγορούμενη 2 ήταν σταθερή και συνεπής στις θέσεις της, οι οποίες ήταν και λογικές σε αντίθεση με τις αντίστοιχες θέσεις της Μ.Κ.1, οι οποίες, για τους λόγους που εξηγήθηκαν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της, δεν έγιναν δεκτές. Εξήγησε ότι οι φωτογραφίες που έλαβε δεν αφορούσαν μόνο την Μ.Κ.1 καθώς και ότι δεν ήταν σε κοντινή απόσταση από αυτήν. Το γεγονός δε ότι η Μ.Κ.1 την πρόλαβε εντός της εισόδου της κατοικίας της δεν μεταβάλει τα πιο πάνω. Άλλωστε εάν η απόσταση ήταν τόσο κοντινή όσο υποστήριξε η Μ.Κ.1, η οποία μάλιστα ισχυρίσθηκε ότι άγγιξε κιόλας την κατηγορούμενη 2 στον ώμο, γιατί ως πιο νέα σε ηλικία από την κατηγορούμενη 2 δεν την πρόλαβε προηγουμένως, με δεδομένη την απόσταση που ανέφερε η κατηγορούμενη 2 ότι υπήρχε από την άκρη της αυλής μέχρι την πόρτα της; Δεν μου διαφεύγει δε ότι η κατηγορούμενη 2 στην κυρίως εξέταση της είπε ουσιαστικά ότι όταν έβγαλε τις φωτογραφίες, ο γιος της ήταν ακόμη στην αυλή ενώ στην αντεξέταση της είπε ότι δεν ήταν εκεί. Αυτό όμως κρίνω ότι είναι επουσιώδες εφόσον δεν έχει οποιαδήποτε σημασία για το υπό εξέταση θέμα. Ούτε είναι κατά την κρίση μου αρκετό ώστε να θεωρηθούν οι αμέσως προαναφερόμενες θέσεις της ως μη ανταποκρινόμενες στην πραγματικότητα. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί περαιτέρω ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι η Αστυνομία πήρε τελικά το τηλέφωνο της κατηγορούμενης
  26. Εντούτοις καμία διερεύνηση δεν φαίνεται να έγινε και φυσικά καμία μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε ώστε να ελεγχθούν αντικειμενικά, μέσω των όποιων φωτογραφιών υπήρχαν στο κινητό, οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί και ιδιαίτερα ως προς τα ποια πρόσωπα φωτογράφησε η κατηγορούμενη 2 αλλά και ενδεχομένως ένα άλλο ουσιώδες θέμα, όπως η απόσταση από την οποία τραβήχτηκαν. Εδώ να σημειωθεί περαιτέρω ότι τέτοια μαρτυρία ενδεχομένως να επιβεβαίωνε ή και να απέρριπτε την θέση της κατηγορούμενης 2 ότι όταν της πήραν το κινητό έσβησαν τις φωτογραφίες, η οποία έμεινε αναντίλεκτη. Όσον δε αφορά το κατά πόσο το όλο επεισόδιο ακολούθησε και μέσα στην οικία της κατηγορούμενης 2, ως ήταν η θέση αυτής, αυτό κατά την κρίση μου προκύπτει, πέραν από την μαρτυρία του Μ.Κ.2 όσον αφορά τις φωνές της κατηγορούμενης 2 που άκουσε, και κατά λογική ακολουθία εκ του ότι ενώ φαίνεται ότι το κινητό της κατηγορούμενης 2 παραλήφθηκε τελικά από την Αστυνομία, καμία μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε από πλευράς της κατηγορούσας αρχής ότι παραλήφθηκε εκτός της οικίας. Η δε Μ.Κ.1 ουσιαστικά ανέφερε ότι ούτε η ίδια ούτε η κατηγορούμενη 2 εισήλθαν στην οικία της τελευταίας αλλά από την άλλη σε καμία περίπτωση δεν ανέφερε ότι παρέλαβε το κινητό της από την κατοχή αυτής έξω από την οικία. Ως εκ των άνω, πέραν των όσων έχουν προαναφερθεί, δέχομαι την θέση της κατηγορούμενης 2 ότι μετά που έβγαλε τις φωτογραφίες, δεν επιτέθηκε στην Μ.Κ.1 και τα όσα ανέφερε ότι ακολούθησαν μέχρι και την παραλαβή του κινητού της από τους αστυνομικούς. Δέχομαι επίσης ότι η κατηγορούμενη 2 δάγκωσε την Μ.Κ.1 στην προσπάθεια της να της ξεφύγει. Δεν δέχομαι όμως ότι η ενέργεια της αυτή έγινε ασυναίσθητα όπως είπε δηλ. με την έννοια της ακούσιας ενέργειας. Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους παραπέμπω στην Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 39. Τέλος θα πρέπει να λεχθεί ότι προς υποστήριξη της θέσης της ότι η Μ.Κ.1 την τραβούσε για να την βγάλει από την οικία της και ιδιαίτερα του ότι τραυματίσθηκε από το γεγονός αυτό, κατατέθηκαν ως τεκμήρια για αναγνώριση 4 φωτογραφίες και ένα «ιατρικό πιστοποιητικό». Ως έχει νομολογηθεί τόσο ένα έγγραφο όσο και η μαρτυρία που δίδεται σε σχέση με αυτό, όταν κατατίθεται ως τεκμήριο για αναγνώριση, καταγράφεται αλλά παραμένει ανενεργή, μέχρις ότου αυτό καταστεί κανονικό τεκμήριο οπόταν και καθίσταται ενεργή (βλ. Demeco Company Limited v. Beckhoff Gasellchaft MDH
(1989)1 C.L.R. 89 και Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826). Στην παρούσα τα τεκμήρια Α, Β, Δ, Ε και Στ προς αναγνώριση ουδέποτε κατέστησαν κανονικά τεκμήρια και συνεπώς εξ αυτού και μόνο, τόσο το περιεχόμενο τους όσο και η μαρτυρία που δόθηκε σε σχέση με αυτά δεν μπορούν να ληφθούν υπόψην. Ως εκ τούτου δεν έχει καταδειχθεί εάν και ποιους τραυματισμούς έχει υποστεί η κατηγορούμενη
  1. Νομική πτυχή Το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης (κατηγορία 1) προβλέπεται από το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα και τα συστατικά του στοιχεία είναι τα ακόλουθα:
  2. Ο κατηγορούμενος να εξυβρίσει άλλον,
  3. Η εξύβριση να γίνεται με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση,
  4. Η εξύβριση να γίνεται σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο. Όσον αφορά το τι συνιστά δημόσιο χώρο, ο όρος αυτός ερμηνεύεται στο άρθρο 4 του Κεφ. 154, ως εξής: «"δηµόσιος χώρος" ή "δηµόσιο υποστατικό" περιλαµβάνει δηµόσια διάβαση και κτίριο, µέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωµα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους είτε µε όρο πληρωµής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιµοποιείται κάθε φορά για δηµόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δηµόσια συνεδρίαση» Ο όρος αυτός ερμηνεύθηκε στις υποθέσεις Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 25, Anthony Castelow and another v. The Police
(1970)2 C.L.R. 141 και Μιχαήλ κ.α ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 362. Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Στην υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 All E.R. 1297 που αφορούσε κατηγορία βάση του άρθρου 4 του Public Order Act 1986, με παρόμοια συστατικά στοιχεία με αυτά του άρθρου 99 του Ποινικού μας Κώδικα, αποφασίσθηκε ότι η ερμηνεία της λέξης «insulting» (σε ελληνική μετάφραση «υβριστικός») δεν είναι νομικό θέμα και θα πρέπει να αποδίδεται σε αυτή το κανονικό της νόημα. Αναφέρθηκε δε σχετικά ότι ο μέσος συνετός άνθρωπος αντιλαμβάνεται την ύβρη όταν τη βλέπει ή την ακούει. Το κριτήριο για την ύπαρξη όλων των πιο πάνω στοιχείων είναι καθαρά αντικειμενικό. Στην Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 98, κρίθηκε ως ορθή η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η λέξη «καραγκιόζης» που είχε εκστομίσει η εφεσείουσα εναντίον Αστυνομικού, στον τόπο και υπό τις συνθήκες που χρησιμοποιήθηκε είναι υβριστική και εκδηλώνει περιφρόνηση προς το πρόσωπο προς το οποίο εκστομίζεται και είναι γενικά προσβλητική και μειωτική του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται. Επιπρόσθετα στην ίδια απόφαση κρίθηκε ότι δεν χρειάζεται απόδειξη ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Κάτι τέτοιο συνάγεται στην κάθε περίπτωση από τις περιστάσεις στο σύνολο τους. Ως προς το σημείο δε αυτό στην ίδια υπόθεση κρίθηκε ότι από το σύνολο των περιστάσεων ήταν βέβαιο ότι ο παραπονούμενος δεν θεώρησε αθώα την επίμαχη έκφραση ούτε ασφαλώς την εξέλαβε ως εκδήλωση ευγένειας, διότι, αν μη τι άλλο, υπέβαλε παράπονο στην Αστυνομία. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη (κατηγορίες 2 και 5), το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα, είναι τα ακόλουθα: 1. Ο κατηγορούμενος να επιτίθεται σε άλλο πρόσωπο, 2. Η πρόκληση στο πρόσωπο αυτό πραγματικής σωματικής βλάβης από την εν λόγω επίθεση. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly), να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Σε σχέση με το νοητικό στοιχείο της επίθεσης (mens rea), σχετική είναι η υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 όπου λέχθηκε ότι ο νόμος δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση χρήσης βίας. Απαγορεύει τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα παρανόμως (unlawfully). Με αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 αναφέρεται ότι "σωματική βλάβη" σημαίνει σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή είτε μόνιμη είτε προσωρινή. Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56 μια επιπόλαιη εκδορά στο πρόσωπο και κοκκίνισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλ. επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Στο σύγγραμμα Archbold 41η έκδοση, παρ. 20 - 116, αναφέρεται ότι πραγματική σωματική βλάβη σημαίνει κάποια πραγματική σωματική κάκωση. Δεν είναι αναγκαίο να είναι κάκωση μόνιμου χαρακτήρα, ούτε να είναι αυτό που θεωρείται οδυνηρή (grievous) σωματική βλάβη. Συνεπώς δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα. Όσον αφορά το αδίκημα της κατηγορίας 4, αυτό εδράζεται στο άρθρο 244(α) του Ποινικού Κώδικα. Από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας 4, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
  1. Ο κατηγορούμενος να επιτίθεται σε άλλο πρόσωπο,
  2. Η επίθεση να γίνεται με σκοπό την ματαίωση της νόμιμης σύλληψης του κατηγορούμενου για κάποιο ποινικό αδίκημα. Αναφορικά με το πρώτο συστατικό στοιχείο της επίθεσης, ισχύουν τα όσα προαναφέρθηκαν σχετικά για το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη. Σε σχέση με το δεύτερο συστατικό στοιχείο και ειδικά αναφορικά με την ερμηνεία της λέξης «ματαίωση» θα πρέπει κατά την κρίση μου να γίνει αναφορά στο αγγλικό κείμενο της εν λόγω διάταξης, το οποίο είναι και το αυθεντικό εφόσον με αυτό γίνεται πιο σαφής η πράξη που ήθελε να τιμωρήσει ο νομοθέτης (βλ. Bajbouj Mohamed
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1304, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωφρονίου
(2000)2 Α.Α.Δ. 151 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαριλάου κ.α.
(2004)2 Α.Α.Δ. 479). Στο αγγλικό λοιπόν κείμενο χρησιμοποιείται η λέξη «prevent». Σύμφωνα με το αγγλικό λεξικό The Oxford English Reference Dictionary (OUP 1995) «prevent» σημαίνει «stop from happening or doing something, hinder, make impossible». Περαιτέρω σύμφωνα με το αγγλοελληνικό λεξικό Hyper Lexicon
(2000)η λέξη μεταφράζεται στα ελληνικά ως «αποτρέπω, προλαμβάνω, σταματώ (κάποιον ή κάτι), παρεμποδίζω, παρακωλύω». Προκύπτει λοιπόν κατά τη κρίση μου ότι, προς στοιχειοθέτηση του δεύτερου συστατικού στοιχείου του αδικήματος, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε την επίθεση με σκοπό να παρεμποδίσει ή να αποτρέψει από του να συλληφθεί νόμιμα και όχι «να ματαιώσει» σύλληψη του, η οποία προηγήθηκε και στα πλαίσια της οποίας τέθηκε υπό κράτηση. Περαιτέρω θα πρέπει να λεχθεί ότι το αδίκημα του άρθρου 244(α) είναι πανομοιότυπο με το αδίκημα που προβλέπει το άρθρο 38 του Αγγλικού Offences Against the Person Act
  1. Ανάλυση των συστατικών στοιχείων αυτού γίνεται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 σελ. 168 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «B2.15 On a literal reading of the OAPA 1861, s.38, the only actus reus required is that of common assault (see B2.5), whereas the mens rea is that of common assault, coupled with an intent to resist or prevent one's own, or another person's, lawful arrest or detention, etc. Nevertheless, it is firmly established that the arrest or detention in question must in fact be lawful (Self [1992] 3 All ER 476; Lee [2001] 1 Cr App R 293) and this must accordingly be treated as a further essential actus reus element. The victim need not be a police officer. He may be a private citizen assisting such an officer, or a private citizen or store detective making a 'citizen's arrest'. In Lee, Rose LJ appears to have assumed that the victim must be the person seeking to make the lawful arrest; but this was obiter and (with respect) mistaken. There is no good reason why s.38 should not extend to assaults on hapless citizens who unwittingly obstruct the accused's attempt to escape from pursuing officers. As to the contrast between the powers of arrest given to police officers and the more restricted powers given to private citizens, see Self and D1.
  2. The mens rea requirement in s.38 may be negatived by the accused's mistaken view of the facts, as for example where he mistakes CID officers for rival gangsters, and believes he is being abducted, rather than arrested. In such a case the accused would have no intent to resist lawful arrest. Indeed, he would not even have the mens rea of assault (Kenlin v Gardiner [1967] 2 QB 510; Williams [1987] 3 All ER 411; Brightling [1991] Crim LR 364). The mistake would not have to be a reasonable one (Williams; Lee; Blackburn v Bowering [1994] 1 WLR 1324). In contrast, the accused has no defence if his mistake is merely one of law, as for example where he does not appreciate that a citizen has a power of arrest, or where he assumes that an arrest is unlawful merely because he is (or believes himself to be) innocent of the offence in question. As Rose LJ said in Lee: Whether or not an offence has actually been committed or is believed by the defendant not to have been committed is irrelevant. We reach this conclusion without regret. Neither public order nor the clarity of the criminal law would be improved if juries were required to consider in relation to s.38 offences the impact of a defendant's belief as to the lawfulness of his arrest in cases where a lawful arrest is being properly attempted on reasonable grounds.». Από την πολύ πρόσφατη υπόθεση Φωτίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 192/2014, ημερ. 16.9.15, προκύπτουν επίσης τα ακόλουθα: Παράνομη σύλληψη (και κατ' επέκταση παράνομη κράτηση και περιορισμός) οποιουδήποτε πολίτη από αστυνομικούς, αποτελεί παράνομη αποστέρηση της ελευθερίας, η οποία δημιουργεί δικαίωμα στον πολίτη να αντισταθεί, με σκοπό να απελευθερωθεί από την παράνομη σύλληψη του. Γίνεται δε παραπομπή στο ακόλουθο απόσπασμα από την θεμελιακή υπόθεση Christie v. Leachinsky [1947] AC 373, 591: «I would say that it is the right of every citizen to be free from arrest unless there is in some other citizen, whether a constable or not, the right to arrest him. And I would say next that it is the corollary of that right of every citizen to be thus free from arrest that he should be entitled to resist arrest unless that arrest is lawful». Ως αναφέρεται περαιτέρω στην Φωτίου ανωτέρω, με παραπομπή σε αγγλικό σύγγραμμα και νομολογία, ένα πρόσωπο έχει ανεπιφύλακτο δικαίωμα στο Κοινοδίκαιο να αντισταθεί σε παράνομη σύλληψη (Christie v. Leashinsky
(1947)A.C. 573), ωστόσο δεν πρέπει να χρησιμοποιήσει υπερβολική δύναμη για να το πράξει (βλ. Wilson
(1955)1 W.L.R. 493 και Long
(1836)7 C & P p.314). Ενώ υπερβολική βία (δύναμη) στο να αντισταθείς στη σύλληψη δύναται να στοιχειοθετήσει αδίκημα, το πρόσωπο που χρησιμοποιεί τέτοια υπερβολική βία δεν θα είναι ένοχος για αδίκημα για επίθεση εναντίον αστυνομικού κατά την εκτέλεση του καθήκοντος του (Kenlin v. Gardiner
(1967)2 Q.B. 510). Για τα πιο πάνω βλέπε και σύγγραμμα Blackstone´s Criminal Practice 2009, στη σελ.1187 D1.
  1. Το δικαίωμα για αντίσταση λοιπόν δεν είναι απόλυτο. Τελεί σε σχέση αναλογικότητας προς τις ενέργειες των αστυνομικών. Έτσι, όταν ασκείται υπέρμετρη βία, τότε ο δράστης μπορεί να κριθεί ένοχος επίθεσης παρά το παράνομο της σύλληψης (Wilson ανωτέρω). Δεν μπορεί όμως να κριθεί ένοχος για επίθεση κατά οργάνου της τάξης εν τη δεούση εκτελέσει του καθήκοντός του, εφόσον ελλείπει το συστατικό στοιχείο της δέουσας εκτέλεσης καθήκοντος (Kenlin ανωτέρω). Το κατά πόσο έγινε χρήση υπερβολικής βίας είναι δε θέμα των ειδικών περιστάσεων και εφαρμόζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ των πράξεων των αστυνομικών και της αντίδρασης του αντισταμένου. Το Δικαστήριο έχει στα πλαίσια αυτά καθήκον να εξισορροπήσει κατά τρόπο συγκεκριμένο τις ενέργειες των αστυνομικών αφενός και τις ενέργειες του αντισταμένου, ως αντίδραση, αφετέρου με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση η βία που άσκησε ο τελευταίος ήταν υπερβολική. Η συμπεριφορά λοιπόν του αντισταμένου δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σωρευτικά αλλά ανάλογα των περιστάσεων. Το κάθε στάδιο ενός επεισοδίου θα πρέπει να προσεγγίζεται με την αναγκαία διάκριση ώστε να επιτευχθεί η ορθή εξισορρόπηση με βάση τις συγκεκριμένες κάθε φορά ενέργειες ενός εκάστου των εμπλεκομένων. Ευρήματα Με βάση την μαρτυρία που έχω κάνει δεκτή καταλήγω στα ακόλουθα: Κατόπιν πληροφορίας και σχετικής παρακολούθησης, στις 3.8.13 και ώρα 16:50 ο Μ.Κ.4 με τον Αστ.2996, ανέκοψαν για έλεγχο στην οδό 28ης Οκτωβρίου στην Λεμεσό, το μοτοποδήλατο με αρ. εγγραφής KG540, το οποίο οδηγούσε ο κατηγορούμενος
  2. Κλήθηκαν στην σκηνή προς βοήθεια και άλλοι συνάδελφοι του Μ.Κ.
  3. Ακολούθησε σωματική έρευνα του κατηγορούμενου 1 και έρευνα του μοτοποδηλάτου, χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε το παράνομο. Από περαιτέρω έλεγχο που διενήργησε ο Μ.Κ.4 διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος 1 οδηγούσε το μοτοποδήλατο χωρίς άδεια οδηγού, χωρίς να καλύπτεται από πιστοποιητικό ασφαλείας έναντι τρίτου και χωρίς άδεια κυκλοφορίας από τις 31.12.
  4. Αμέσως τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραττε και αφού του επέστησε την προσοχή του στον νόμο, εκείνος δεν απάντησε οτιδήποτε. Στην συνέχεια ο Μ.Κ.4 συνέλαβε τον κατηγορούμενο για τα εν λόγω αδικήματα και του φόρεσε χειροπέδες, με τα χέρια του να είναι μπροστά. Στην σκηνή πήγαν για βοήθεια οι Μ.Κ.1, Μ.Κ.2 και οι Αστ.1947, 3437 και
  5. Στην συνέχεια ο Μ.Κ.2 με την Αστ.1947, μετέφεραν τον κατηγορούμενο 1 στην οικία του με σκοπό να διενεργήσουν έρευνα κατόπιν γραπτής του συγκατάθεσης. Με την είσοδο τους στην αυλή της οικίας και ώρα 17:10, ταυτόχρονα στο μέρος κατέφθασαν η Μ.Κ.1 και οι Αστ.3437 και 3827 καθώς και η μητέρα του κατηγορούμενου, κατηγορούμενη
  6. Η κατηγορούμενη 2 μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία τους άρχισε να φωνάζει και να διαμαρτύρεται ότι δεν είχαν δικαίωμα να ερευνήσουν την οικία και ότι δεν μπορούν να εισέλθουν. Παρόλες τις προτροπές τους να ηρεμήσει και εξηγώντας της ότι έχουν κάθε δικαίωμα να το πράξουν διότι είχαν γραπτή συγκατάθεση από το γιο της, αυτή συνέχιζε να φωνάζει και να απειλεί ότι θα τους καταγγείλει στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Επιπλέον φώναζε ότι προηγουμένως η Αστυνομία, παράνομα ερεύνησε την φίλη του γιου της, με αποτέλεσμα αυτή να στιγματιστεί. Στο άκουσμα των πιο πάνω για την φίλη του, ο κατηγορούμενος 1 θύμωσε και απευθυνόμενος στον Μ.Κ.2, ο οποίος τον κρατούσε από το μπράτσο για να τον ελέγχει, του είπε «Είσαστε τέλεια μαλάκες». Επίσης με τα δυο χέρια ενωμένα μπροστά (φορώντας χειροπέδες) έκανε μια περιστροφική κίνηση από δεξιά προς τα αριστερά με αποτέλεσμα να απελευθερωθεί από το κράτημα του Μ.Κ.2 και άρχισε να κάνει κάποια βήματα προς τα πίσω. Ο Μ.Κ.2 του ζήτησε να ηρεμήσει και να μείνει σε ένα τόπο για να μπορεί να τον κρατήσει αλλά εκείνος θυμωμένος επέμενε, έκανε βήματα προς τα πίσω και ανέμιζε τα χέρια του με αποτέλεσμα στην προσπάθεια του Μ.Κ.2 να τον πιάσει, ο Μ.Κ.2 ένιωσε ο κατηγορούμενος 1 να τον έχει γδάρει στον λαιμό είτε με τα δάκτυλα του είτε με τις χειροπέδες. Στην συνέχεια για να τον ακινητοποιήσει και να τον περιορίσει ο Μ.Κ.2 με το αριστερό του χέρι έπιασε τον κατηγορούμενο από τον αυχένα, με το δεξί του χέρι από το αριστερό του μπράτσο και με απότομο ελιγμό τον έσπρωξε για να βρεθεί στην πλάτη του και συνέχισε να τον κρατεί από τον δεξί του ώμο και με το δεξί του χέρι κάτω από τη μασχάλη του κατηγορούμενου το δεξί του χέρι. Έτσι κατάφερε να τον ακινητοποιήσει χωρίς να του προκαλέσει οποιοδήποτε τραύμα. Στην συνέχεια ο Μ.Κ.2 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα που διέπραξε του επέστησε την προσοχή του στο νομό και εκείνος του απάντησε «Ενταμπου σας έφταιξε η μητσιά;». Αμέσως μετά η κατηγορούμενη 2 άρχισε να βγάζει φωτογραφίες τον Μ.Κ.2 και τους άλλους συναδέλφους του με το κινητό της τηλέφωνο και τους είπε «Έφκαλα τις φάτσες σας και θα σας βάλω στα κανάλια». Ο Μ.Κ.2 την πληροφόρησε ότι δυνατόν να διαπράττει αδίκημα με το να συλλέγει και να αποθηκεύει τις φωτογραφίες τους χωρίς την συγκατάθεση τους, αφού πρόκειται για προσωπικά δεδομένα, της επέστησε την προσοχή της στον νόμο αλλά εκείνη δεν απάντησε οτιδήποτε και απομακρύνθηκε από κοντά τους. Ακολούθως και μεταξύ των ωρών 17:18-17:40, ο Μ.Κ.2 με τον Αστ.3437, διενήργησαν έρευνα στο ανώγειο όπου ήταν η οικία του κατηγορούμενου 1, στην παρουσία αυτού, χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε παράνομο. Ενώ διεξαγόταν η έρευνα, η κατηγορούμενη 2, έλαβε φωτογραφίες με το κινητό της έχοντας το στραμμένο προς την κατεύθυνση όπου βρισκόταν η Μ.Κ.1 και άλλοι συνάδελφοι της έξω από την αυλή της οικίας, χωρίς να είναι σε κοντινή απόσταση από αυτούς. Η Μ.Κ.1 αντιλαμβανόμενη αυτό άρχισε να φωνάζει «Βουράτε ρε τζιαι φκάλλει φωτογραφίες» και άρχισε να τρέχει προς την κατηγορούμενη 2, η οποία με την σειρά της γύρισε προς τα πίσω και άρχισε να τρέχει προς την είσοδο της οικίας της. Την στιγμή που η κατηγορούμενη 2 εισήλθε της κύριας εισόδου της οικίας, προσπάθησε να κλείσει την πόρτα αλλά η Μ.Κ.1 πρόλαβε και την άρπαξε από το χέρι. Η κατηγορούμενη 2 έβαλε το πόδι της και το χέρι της πίσω από την πόρτα στην προσπάθεια της να την κλείσει αλλά η Μ.Κ.1 την τραβούσε με δύναμη από το άλλο χέρι και φώναζε «Έφκα έξω είπα σου, είπα σου έφκα έξω». Επίσης η Μ.Κ.1 τράβηξε την μπλούζα της κατηγορούμενης 2, σχίζοντας την. Ενώ η Μ.Κ.1 τραβούσε την κατηγορούμενη 2 από το χέρι, στην προσπάθεια της τελευταίας να της ξεφύγει, δάγκωσε την Μ.Κ.1 στο χέρι και όταν την άκουσε να λέει «Άου άκκασε με» η κατηγορούμενη 2 χαλάρωσε το στόμα της. Σε κάποια δε στιγμή η κατηγορούμενη 2 κατάφερε και έριξε το κινητό της τηλέφωνο πίσω από το μαξιλάρι του καναπέ. Στην συνέχεια έσπρωξαν την πόρτα άλλοι αστυνομικοί που προσέτρεξαν να βοηθήσουν την Μ.Κ.1 με αποτέλεσμα να καταφέρουν να εισέλθουν στην οικία. Η κατηγορούμενη 2 έκατσε στον καναπέ όπου έριξε το τηλέφωνο της. Η Μ.Κ.1 είδε την τσάντα της κατηγορούμενης πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού, την άνοιξε, την ανακάτεψε, έβγαλε όλα τα πράγματα από μέσα και όταν διαπίστωσε ότι το τηλέφωνο δεν ήταν εκεί την πέταξε και άρχισε μαζί με τους άλλους αστυνομικούς να πιάνουν τα μαξιλάρια και τα καθίσματα των καναπέδων, να τα πετούν και να κοιτάζουν για το τηλέφωνο. Σε κάποια στιγμή έφτασαν στο σημείο όπου καθόταν η κατηγορούμενη 2 και όταν αυτή δεν σηκωνόταν, την τράβηξαν από τα χέρια, τους ώμους και το κεφάλι για να την σηκώσουν, χωρίς αποτέλεσμα. Στην συνέχεια χτύπησε το τηλέφωνο της κατηγορούμενης 2 και έτσι το εντόπισαν. Όταν πήραν το τηλέφωνο, το έλεγξαν, έσβησαν τις όποιες φωτογραφίες τους είχε η κατηγορούμενη 2 λάβει και είπαν σε αυτήν ότι είναι υπό κράτηση. Ακολούθως οι κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν στην Α.Δ.Ε. Λεμεσού όπου και τέθηκαν υπό κράτηση. Τόσο η Μ.Κ.1 όσο και ο Μ.Κ.2 αργότερα την ίδια ημέρα, αφού φωτογραφήθηκαν από τον Αστ.3075, μετέβηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου εξετάστηκαν. Αργότερα το ίδιο βράδυ εξετάσθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και η κατηγορούμενη
  7. Συμπεράσματα Αρχίζοντας από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 1 θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Όσον αφορά την κατηγορία 1, η φράση που αυτός απηύθυνε στον Μ.Κ.2 δηλ. «Είσαστε τέλεια μαλάκες» αποτελεί χωρίς αμφιβολία εξύβριση. Υπό τις συνθήκες δε υπό τις οποίες έγινε, κρίνω περαιτέρω, ότι αυτή ενδέχετο να προκαλέσει παρευρισκόμενο πρόσωπο σε επίθεση. Θα πρέπει όμως να αποδειχθεί και ότι η εξύβριση έγινε σε δημόσιο χώρο δηλαδή στην οδό Μισιαούλη και Καβάζογλου, ως αποδίδουν στον κατηγορούμενο 1 οι λεπτομέρειες του αδικήματος. Από τα ευρήματα όμως του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η εν λόγω εξύβριση δεν έγινε στον πιο πάνω χώρο αλλά εντός της αυλής της οικίας των κατηγορουμένων. Ο εν λόγω χώρος, λαμβανομένου υπόψην του σχετικού ορισμού και της νομολογίας, δεν αποτελεί κατά την κρίση μου δημόσιο χώρο. Συνεπώς κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί το υπό εξέταση συστατικό στοιχείο του αδικήματος της κατηγορίας
  8. Θα μπορούσε φυσικά να εξετασθεί το ενδεχόμενο τροποποίησης του κατηγορητηρίου, δια προσθήκης νέας κατηγορίας, δυνάμει του άρθρου 85
(4)της Ποινικής Δικονομίας, εφόσον από τα ευρήματα αποδεικνυόταν ότι η εξύβριση έγινε στον εν λόγω χώρο που δεν είναι δημόσιος, με τρόπο όμως ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχετο να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο (βλ. άρθρο 99 του Κεφ. 154). Θα πρέπει λοιπόν να εξετασθεί ο τρόπος ή οι συνθήκες που έγινε η εξύβριση. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 1 είπε τα πιο πάνω μια φορά και χωρίς να φωνάζει. Δεν έχει δε τεθεί ακριβής μαρτυρία ως προς την απόσταση που βρισκόταν σε εκείνο το χρονικό διάστημα από το πεζοδρόμιο, ούτε και οποιαδήποτε άλλη μαρτύρια που να οδηγεί σε άνευ αμφιβολίας συμπέρασμα ότι με τον τρόπο που λέχθηκε ή υπό τις εν λόγω συνθήκες ενδέχετο αυτό να ακουστεί έξω από την αυλή στο πεζοδρόμιο, το οποίο αποτελεί δημόσιο χώρο. Συνεπώς δεν τίθεται ούτε θέμα καταδίκης του κατηγορούμενου 1 μετά από τροποποίηση του κατηγορητηρίου με προσθήκη νέας σχετικής κατηγορίας. Όσον αφορά την κατηγορία 2 θα πρέπει να λεχθεί ότι από τα ανωτέρω ευρήματα προκύπτει ότι σε κάποια στιγμή όταν ο κατηγορούμενος 1 κατάφερε να απελευθερωθεί από το κράτημα του Μ.Κ.2, ανέμιζε τα χέρια του με αποτέλεσμα στην προσπάθεια του Μ.Κ.2 να τον πιάσει, ο τελευταίος ένιωσε ότι τον έγδαρε στο λαιμό είτε με τα δάκτυλα του είτε με τις χειροπέδες. Από το γεγονός αυτό συνάγεται ότι η εν λόγω κίνηση του κατηγορούμενου 1 με τα χέρια του, η οποία είχε ως αποδέκτη τον Μ.Κ.2, αποτελεί πραγματική χρήση παράνομης βίας έναντι του εν λόγω προσώπου. Αυτό συνιστά λοιπόν επίθεση εντός της εννοίας του νόμου. Όσον δε αφορά την πρόθεση του κατηγορούμενου 1 προς τούτο θα πρέπει να λεχθεί ότι ακόμη και εάν αυτός δεν είχε πρόθεση να επιφέρει αυτό το αποτέλεσμα, το αδίκημα διαπράττεται και όταν ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Συγκεκριμένα με δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος 1 βρισκόταν υπό τον έλεγχο του Μ.Κ.2, όντας υπό νόμιμη κράτηση, και γνωρίζοντας ότι ο Μ.Κ.2 προσπαθούσε να τον θέσει εκ νέου υπό έλεγχο, ενόψει της προηγούμενης αντίδρασης του, ουσιαστικά ο κατηγορούμενος 1, κουνώντας τα χέρια του με τον συγκεκριμένο τρόπο παρέβλεψε τον πιθανόν κίνδυνο να επιφέρει το προαναφερόμενο αποτέλεσμα. Ενόψει των ανωτέρω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος 1 επιτέθηκε στον Μ.Κ.2. Δεν έχει όμως αποδειχθεί στον ίδιο βαθμό, για τους λόγους που εξηγήθηκαν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.2, ότι η εν λόγω επίθεση του προκάλεσε συγκεκριμένα τραύματα ώστε να κριθεί περαιτέρω εάν αυτά αποτελούν και πραγματική σωματική βλάβη. Παρά όμως το γεγονός ότι δεν έχει αποδειχθεί η πρόκληση σωματικής βλάβης εντούτοις η επίθεση που έχει αποδειχθεί ότι έγινε εναντίον του Μ.Κ.2, συνιστά αδίκημα δυνάμει του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα. Συνεπώς έχει αποδειχθεί μέρος του κατηγορητήριου της κατηγορίας 2, το οποίο συνιστά ποινικό αδίκημα και άρα σύμφωνα με το άρθρο 85
(1)του Κεφ.155, δεν απαιτείται τροποποίηση της εν λόγω κατηγορίας. Όσον αφορά την κατηγορία 4, δηλ. της επίθεσης εναντίον του Μ.Κ.2, με σκοπό τη ματαίωση της νομίμου συλλήψεως του θα πρέπει να λεχθούν τα εξής: Ως έχει ήδη αναφερθεί, η προαναφερόμενη ενέργεια του κατηγορούμενου 1 συνιστά επίθεση. Ως όμως προκύπτει από τα όσα έχουν εκτεθεί ανωτέρω στην νομική πτυχή, θα πρέπει για σκοπούς του υπό εξέταση αδικήματος να αποδειχθεί και ότι ο κατηγορούμενος 1 διέπραξε την επίθεση με σκοπό να παρεμποδίσει ή να αποτρέψει από του να συλληφθεί νόμιμα και όχι να ματαιώσει σύλληψη του, η οποία προηγήθηκε και στα πλαίσια της οποίας είχε τεθεί υπό κράτηση. Δεν φαίνεται όμως από το σύνολο των προαναφερόμενων περιβαλλουσών περιστάσεων και την όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου 1, ότι η συγκεκριμένη επίθεση είχε σκοπό να παρεμποδίσει οποιαδήποτε νέα σύλληψη του εφόσον μέχρι το στάδιο εκείνο δεν είχε πληροφορηθεί ακόμη για την διάπραξη νέων αδικημάτων ούτε και του αναφέρθηκε ότι συλλαμβάνεται για κάτι. Ακόμη όμως και να κρινόταν ότι η ενέργεια του αυτή είχε να κάνει με τα αδικήματα για τα οποία ήταν ήδη από πολύ πριν υπό σύλληψη και κράτηση, δηλ. για τροχαία αδικήματα, αυτό δεν στοιχειοθετεί το υπό εξέταση αδίκημα. Συνεπώς κρίνω ότι δεν έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατηγορίας
  1. Εξετάζοντας τέλος την κατηγορία 5, που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 2 δηλ. αυτή της επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στην Μ.Κ.1 θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Αναμφίβολα η ενέργεια της κατηγορούμενης 2 να δαγκώσει στο χέρι την Μ.Κ.1 συνιστά επίθεση. Κρίνεται δε περαιτέρω ότι αυτή έγινε με πρόθεση εκ μέρους της κατηγορούμενης 2 ώστε να ξεφύγει από την Μ.Κ.
  2. Για τους λόγους δε που εξηγήθηκαν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ.1, κρίνεται ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι η εν λόγω ενέργεια προκάλεσε στην Μ.Κ.1 συγκεκριμένα τραύματα ώστε να κριθεί περαιτέρω εάν αυτά αποτελούν και πραγματική σωματική βλάβη. Ενόψει αυτού θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο στοιχειοθετείται το αδίκημα της κοινής επίθεσης, του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, στα πλαίσια απόδειξης μέρους του κατηγορητηρίου, ως έγινε και στην περίπτωση του κατηγορούμενου
  3. Το ερώτημα όμως που χρήζει, κατά την κρίση μου, απάντησης στην παρούσα είναι κατά πόσο η εν λόγω ενέργεια της κατηγορούμενης 2 έγινε στα πλαίσια του δικαιώματος της να αντισταθεί σε παράνομη σύλληψη; Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι εμφανές ότι μετά που η Μ.Κ.1 αντιλήφθηκε ότι η κατηγορούμενη 2 έλαβε φωτογραφίες με τον κινητό της προς την κατεύθυνση που βρισκόταν και η ίδια, άρχισε να φωνάζει «Βουράτε ρε τζιαι φκάλλει φωτογραφίες» και άρχισε να τρέχει προς την κατηγορούμενη 2, η οποία με την σειρά της γύρισε προς τα πίσω και άρχισε να τρέχει προς την είσοδο της οικίας της. Δεν ήταν δε η θέση ούτε της Μ.Κ.1 αλλά ούτε και γενικότερα της κατηγορούσας αρχής ότι η πιο πάνω ενέργεια της κατηγορούμενης 2 συνιστούσε ποινικό αδίκημα. Η δε θέση της Μ.Κ.1, ότι η κατηγορούμενη 2 της επιτέθηκε μετά την λήψη των φωτογραφιών, για τους λόγους που εξηγούνται ανωτέρω, δεν έγινε δεκτή. Συνεπώς δεν υπήρξε οποιοδήποτε αδίκημα που διαπράχθηκε στην παρουσία της Μ.Κ.1, ώστε να δικαιολογεί την σύλληψη της κατηγορούμενης
  4. Η προσπάθεια λοιπόν της Μ.Κ.1 να την «συλλάβει» και ουσιαστικά να την θέσει υπό κράτηση δεν ήταν νόμιμη. Ως προκύπτει κατά την κρίση μου από τις περιστάσεις, η Μ.Κ.1 ισχυρίσθηκε ότι δέχθηκε επίθεση με σκοπό να δικαιολογήσει τις ενέργειες της, οι οποίες αποσκοπούσαν στο να ελέγξει, αφού λάβει κατοχή, το κινητό της κατηγορούμενης 2, με το οποίο η τελευταία έλαβε φωτογραφίες των μελών της Αστυνομίας. Επρόκειτο λοιπόν για ενέργειες που αποσκοπούσαν ουσιαστικά στην παράνομη σύλληψη, περιορισμό και κράτηση της κατηγορούμενης
  5. Ως έχει προαναφερθεί, παράνομη σύλληψη (και κατ' επέκταση παράνομη κράτηση και περιορισμός) οποιουδήποτε πολίτη από αστυνομικούς, αποτελεί παράνομη αποστέρηση της ελευθερίας, η οποία δημιουργεί δικαίωμα στον πολίτη να αντισταθεί, με σκοπό να απελευθερωθεί από την παράνομη σύλληψη του. Ωστόσο ο πολίτης δεν θα πρέπει για τον σκοπό αυτό να χρησιμοποιήσει υπερβολική δύναμη για να το πράξει καθώς κάτι τέτοιο δύναται να στοιχειοθετήσει αδίκημα επίθεσης παρά το παράνομο της σύλληψης. Το δικαίωμα για αντίσταση λοιπόν δεν είναι απόλυτο. Το κατά πόσο έγινε χρήση υπερβολικής βίας είναι δε θέμα των ειδικών περιστάσεων και εφαρμόζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ των πράξεων των αστυνομικών και της αντίδρασης του αντισταμένου. Το Δικαστήριο έχει στα πλαίσια αυτά καθήκον να εξισορροπήσει κατά τρόπο συγκεκριμένο τις ενέργειες των αστυνομικών αφενός και τις ενέργειες του αντισταμένου, ως αντίδραση, αφετέρου με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση η βία που άσκησε ο τελευταίος ήταν υπερβολική. Στην παρούσα, ως προκύπτει από τα ευρήματα, παρά την προσπάθεια της κατηγορούμενης 2 να αποφύγει να της πάρει το κινητό, η Μ.Κ.1 την κυνήγησε και την στιγμή που η κατηγορούμενη 2 εισήλθε της κύριας εισόδου της οικίας της πρόλαβε και την άρπαξε από το χέρι. Στην συνέχεια την τραβούσε με δύναμη και της φώναζε να βγει έξω ενώ της έσκισε και την μπλούζα. Ενώ η Μ.Κ.1 συνέχιζε να τραβά την κατηγορούμενη 2 από το χέρι, η τελευταία στην προσπάθεια της να ξεφύγει, δάγκωσε την Μ.Κ.1 στο χέρι. Κατ' εφαρμογή λοιπόν της αρχής της αναλογικότητας, με δεδομένες τις ενέργειες της Μ.Κ.1, η οποία τραβούσε με επιμονή και δύναμη την κατηγορούμενη 2 ώστε να την βγάλει από την οικία της και να την συλλάβει, σχίζοντας της μάλιστα και την μπλούζα, κρίνω ότι η αντίδραση της κατηγορούμενης 2 να την δαγκώσει στο χέρι ώστε να απελευθερωθεί από αυτήν, δεν αποτελεί υπερβολική εκ μέρους της άσκηση βίας αλλά μη ποινικά κολάσιμη, υπό τις περιστάσεις, ενέργεια, στα πλαίσια άσκησης του δικαιώματος της να αντισταθεί σε παράνομη σύλληψη και κράτηση. Ως εκ των άνω κρίνω ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί εναντίον της κατηγορούμενης 2, ούτε το αδίκημα της κοινής επίθεσης. Τέλος και πριν οδηγηθώ στην κατάληξη μου θα πρέπει να αναφέρω ότι παρά την οποιαδήποτε προηγούμενη αντιδραστική συμπεριφορά της κατηγορούμενης 2, τόσο η πιο πάνω συμπεριφορά της Μ.Κ.1 όσο και τα όσα έλαβαν χώραν στην συνέχεια εντός της οικίας, μέχρι που εντοπίσθηκε και παραλήφθηκε το κινητό της κατηγορούμενης 2, κάθε άλλο παρά τιμούν το Αστυνομικό σώμα, τα μέλη του οποίου θα πρέπει σε κάθε περίπτωση, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, να επιδεικνύουν την ανάλογη για το έργο τους υποδειγματική και ψύχραιμη συμπεριφορά και να εμπνέουν στους πολίτες ασφάλεια και όχι το αντίθετο. Καταληκτικά: · Ο κατηγορούμενος 1 κρίνεται ένοχος στην κατηγορία 2, για το αδίκημα όμως της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, ενώ αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 1 και
  6. · Η κατηγορούμενη 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία
  7. (Υπ.) ............................................ Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Εξύβριση - Επίθεση με πραγματική σωματική βλάβη - Επίθεση με σκοπό την ματαίωση νόμιμης σύλληψης). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.