ΣΠΥΡΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ ν. ΑΜΒΕ HELTH CONSULTANCY LTD κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 132/15, 29/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B138 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 132/15 Μεταξύ ΣΠΥΡΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ, εκ Λεμεσού -ν-
- ΑΜΒΕ HELTH CONSULTANCY LTD, εκ Λεμεσού
- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, εκ Λεμεσού Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 29 Ιουλίου, 2016 Για Παραπονούμενους : κα. Ε. Βασιλείου Για Κατηγορούμενους 1 και 2: κος Α. Καρεκλάς Κατηγορούμενος 2 : Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν σύμφωνα με το κατηγορητήριο 4 κατηγορίες έκαστος. Συγκεκριμένα, οι Κατηγορούμενοι 1 αντιμετωπίζουν στην 1η ,3η, 5η και 7η κατηγορία το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων οι Κατηγορούμενοι 1 κατηγορούνται ότι κατά ή περί τον Μάρτιο, Ιούνιο, Ιούλιο και Σεπτέμβριο του 2013 εξέδωσαν και παρέδωσαν στον παραπονούμενο 4 επιταγές της Τράπεζας Κύπρου για διάφορα ποσά («στο εξής καλούμενη «οι επίδικες επιταγές») οι οποίες όταν εμφανίστηκαν στην Τράπεζα κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστησαν πληρωτέες δεν εξοφλήθηκαν λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων των εκδοτών τους και παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίαση τους. Ο δε Κατηγορούμενος 2, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, κατηγορείται στις 2η, 4η, 6η και 8η κατηγορία ότι υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντής της κατηγορούμενης εταιρείας 1 ενήργησε και/ή παράλειψε να ενεργήσει κατά τέτοιο τρόπο και/ή παρείχε συνδρομή και/ή παρακίνησε την 1η κατηγορούμενη στην έκδοση προς όφελος του παραπονούμενου των επίδικων επιταγών οι οποίες όταν εμφανίστηκαν στην τράπεζα κατά ή μετά τις ημερομηνίες που κατέστησαν πληρωτέες δεν εξοφλήθηκαν λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων των εκδοτών της και παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίαση τους. Οι Παραπονούμενοι προς απόδειξη της υπόθεσης τους κάλεσαν δυο μάρτυρες, ήτοι τον Σπύρο Αναστασιάδη παραπονούμενο (ΜΚ1), και την Τούλλα Κτενά (ΜΚ2). Πριν την παρουσίαση οποιονδήποτε μαρτύρων κατηγορίας αμφότεροι οι συνήγοροι κατέθεσαν παραδεκτά γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ως τέτοια και τα οποία παραθέτω: 1. Η σφραγίδα της Ελληνικής Τράπεζας ημερομηνίας 05/08/2013 που φαίνεται επί του Τεκμηρίου 4 είναι παραδεκτή. 2. Η σφραγίδα της Ελληνικής Τράπεζας ημερομηνίας 05/08/2013 που φαίνεται επί του Τεκμηρίου 6 είναι παραδεκτή. 3. Η σφραγίδα της Ελληνικής Τράπεζας ημερομηνίας 02/10/2013 που φαίνεται επί του Τεκμηρίου 8 είναι παραδεκτή. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2 και αφού τους επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο Κατηγορούμενος 2 επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία ενώ παρουσίασε ένα μάρτυρα υπεράσπισης την Χρυστάλλα Κυριάκου Παπαλοϊζου (Μ.Υ.1). Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ σε εκείνα τα μέρη της μαρτυρίας τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και είναι απαραίτητα για την αξιολόγηση της. Ο ΜΚ1 Σπύρος Αναστασιάδης είναι πολιτικός μηχανικός και ο παραπονούμενος στην παρούσα υπόθεση. Ξεκίνησε συνεργασία με την κατηγορούμενη εταιρεία 1 περί τα μέσα του 2009 σε συνεργασία με την τότε ιδιοκτήτρια κα Έλλη Λιασίδου. Η συνεργασία τους αφορούσε την διαπραγμάτευση για την πώληση ενός ακινήτου προς την κατηγορούμενη το οποίο βρίσκεται στη Λευκωσία. Η κα Λιασίδου παρέλαβε τα κλειδιά του ακινήτου αυτού το οποίο επισκέφθηκε δυο, τρεις φορές με αποτέλεσμα την 01/08/2009 να προκύψει προφορική συμφωνία για τους όρους της αγοραπωλησίας. Στις 12/05/2010 υπεγράφη και η γραπτή συμφωνία το κείμενο της οποίας ετοίμασαν οι νομικοί σύμβουλοι της κα Λιασίδου. Το έγγραφο αυτό κατατέθηκε στο Δικαστήριο αρχικά ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση Α και ακολούθως ως Τεκμήριο
- Ο Μ.Κ.1 αναφέρθηκε στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 στο χρόνο μεταβίβασης και στον τρόπο πληρωμής του τιμήματος που κατά τον ίδιο ανερχόταν στις €200,000.- Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 η μεταβίβαση θα λάμβανε χώρα στις 30/08/2010 όμως επειδή δεν υπήρχαν διαθέσιμα τα χρήματα του τιμήματος πώλησης υπήρξε καθυστέρηση ούτως ώστε να εξασφαλίσει δάνειο η 1η κατηγορούμενη. Για τις θέσεις του αυτές ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι ενημερώθηκε τον Αύγουστο του 2010 δηλαδή ένα μήνα πριν την πάροδο της προθεσμίας από την κα Λιασίδου η οποία περαιτέρω τον ενημέρωσε ότι ως διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης θα αναλάμβανε πλέον ο κατηγορούμενος
- Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 έρευνα στο ηλεκτρονικό αρχείο του Εφόρου Εταιρειών για τους αξιωματούχους της 1ης κατηγορούμενης. Σύμφωνα με τον Μ.Κ. 1 ο κατηγορούμενος 2 διαβεβαίωσε τον ίδιο ότι θα τηρούσε τους όρους της συμφωνίας και ζήτησε χρόνο να εξεύρουν τα χρήματα. Η μεταβίβαση του ακινήτου έγινε στις 04/10/2011 αλλά από την 01/08/2009 η κατοχή και χρήση του ακινήτου ήταν στην 1η κατηγορούμενη. Κατά τη διάρκεια δε αυτού του χρονικού διαστήματος ο κατηγορούμενος 2 διαβεβαίωνε τον Μ.Κ.1 ότι καταβάλλει προσπάθειες για δανειοδότηση. Στις 02/10/2011 σύμφωνα με το Μ.Κ.1 τον ενημέρωσαν ότι θα λάμβανε το ποσό των €160,000.- σε μετρητά και τις υπόλοιπες €40,000.- θα τις κατέβαλλαν με μια μεταχρονολογημένη επιταγή πληρωτέα σε 12 μήνες. Ο Μ.Κ.1 αποδέχτηκε τον τρόπο πληρωμής και ως εκ τούτου μεταβίβασε την κυριότητα του ακινήτου επ' ονόματι της 1ης κατηγορούμενης. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.1 επέλεξε να διατηρήσει τη συμφωνία και να μην την ακυρώσει καθότι οι κατηγορούμενοι ήταν ήδη κάτοχοι του ακινήτου ενώ παράλληλα δεχόταν πιέσεις να προχωρήσει με την πώληση από κάποιο κύριο Ανδρέα Μιχαηλίδη ο οποίος συνεργαζόταν με την κατηγορούμενη
- Το πρόσωπο αυτό στο οποίο αναφέρθηκε ο Μ.Κ.1 είναι κατά τον ίδιο συγγενής του και είναι το πρόσωπο που ανέλαβε να εξοφλήσει εννέα επιταγές που εκδόθηκαν από τους κατηγορούμενους και οι οποίες αφορούσαν την ποινική υπόθεση 6488/
- Σύμφωνα με τον Μ.Κ.1 οι επιταγές αυτές που εξοφλήθηκαν είχαν εκδοθεί και ήταν ακάλυπτες και αφορούσαν πληρωμή του ποσού των €40,000.- Επεξηγώντας ο Μ.Κ.1 πως έχει στην κατοχή του περισσότερες επιταγές από την μια που του δόθηκε τον Οκτώβριο του 2011 ανέφερε ότι συμφωνήθηκε με την βοήθεια κάποιου κύριου Τάσου Αναστασίου λογιστή δυο τρεις ημέρες πριν την μεταβίβαση και επειδή υπήρχε αδυναμία πληρωμής των €40,000.- να δοθούν επιταγές περί τα €1,000.- μηνιαίως με τόκο 7%. Οι επιταγές αυτές δόθηκαν και ουσιαστικά αντηλλάγησαν με την επιταγή των €40,000.- που δόθηκε τον Οκτώβριο του
- Ο Μ.Κ.1 διευκρίνισε ότι στις 04/10/2011 και προτού μεταβιβάσει την κυριότητα του ακινήτου παρέλαβε το ποσό των €160,000.- και 50 επιταγές των €1,080.- η κάθε μια προς πλήρη εξόφληση του τιμήματος πώλησης. Περαιτέρω στο στάδιο της κυρίως εξέτασής του ο Μ.Κ. 1 ανέφερε ότι στο Κτηματολόγιο παρών ήταν ο κατηγορούμενος 2 ο οποίος του παρέδωσε μια τραπεζιτική επιταγή της Τράπεζας Κύπρου για ποσό €160,000.- και μια μεταχρονολογημένη επιταγή της 1ης κατηγορούμενης για €40,000.- πληρωτέα σε 12 μήνες. Εκτός από το αγοραπωλητήριο έγγραφο ο παραπονούμενος πώλησε στην 1η κατηγορούμενη διάφορα έπιπλα για τα οποία παρέδωσε 5 μεταχρονολογημένες επιταγές, 4ης για το ποσό των €500.- έκαστη και μία για το ποσό των €800.- οι οποίες δεν τιμήθηκαν και ήταν αντικείμενο της ποινικής υπόθεσης υπ' αριθμό 6488/
- Σύμφωνα με τον Μ.Κ.1 οι επιταγές αυτές εξοφλήθησαν από τρίτο πρόσωπο κάποιο κύριο Νικόλα Μιχαηλίδη καθότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αδυνατούσαν να πληρώσουν αυτές. Κατέθεσε δε ως Τεκμήριο 3 αντίγραφο απόδειξης παραλαβής του ποσού των επιταγών αυτών. Περαιτέρω ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως Τεκμήρια 4, 6, 7 και 8 τις επίδικες επιταγές ενώ αναφέρθηκε για μία έκαστη εξ αυτών στην ημερομηνία κατάθεσης και επιστροφής τους. Περαιτέρω κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 χειρόγραφη επιστολή προς τον κατηγορούμενο 2 ημερομηνίας 09/02/2013 με την οποία ζητά άμεση εξόφληση των επιταγών. Ενόψει της μη πληρωμής των επιταγών επικοινώνησε αρκετές φορές με τον κατηγορούμενο 2 ενώ τον Ιούνιο του 2013 σε μια τυχαία συνάντηση στο αεροδρόμιο Αθηνών συμφώνησαν ενόψει της οικονομικής κρίσης να δοθεί περαιτέρω χρόνος για εξόφληση. Για την επιταγή Τεκμήριο 4 ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι την παράλαβε τον Οκτώβριο του
- Για τις επιταγές Τεκμήρια 6, 7 και 8 ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι αρχές Οκτωβρίου 2011 επισκέφθηκε το γραφείο του 2ου κατηγορούμενου όπου παρέλαβε 50 επιταγές των €1,080.- έκαστη για τις οποίες επέστρεψε την πρώτη επιταγή των €40,000.- Οι επιταγές αυτές δεν πληρώθηκαν λόγω μη επαρκών υπολοίπων και ΚΑΠ ενώ μέχρι σήμερα παραμένουν απλήρωτες. Για την καταχώρηση της κατηγορούμενης 1 στο ΚΑΠ γνώριζε από τον Οκτώβρη του 2012 όταν επικοινώνησε με την Κεντρική Τράπεζα. Ενώ κατέθεσε ως Τεκμήριο 9 επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας στην οποία φαίνεται ότι η ημερομηνία καταχώρησης της κατηγορουμένης 1 στο ΚΑΠ είναι η 10/10/
- Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 αναφέρθηκε στο ακίνητο αντικείμενο του αγοραπωλητηρίου εγγράφου το οποίο βρίσκεται σε οικογενειακή πολυκατοικία. Στο εν λόγω διαμέρισμα υπήρχαν πέντε μεγάλα δωμάτια και δύο μπάνια. Σε σχέση με το κατά πόσο ήταν αρχικά δύο διαμερίσματα τα οποία αργότερα ενοποιήθηκαν, ο ΜΚ1 είπε ότι στον ένα χώρο ζούσαν ο παππούς και η γιαγιά του, ενώ στον πίσω χώρο οι γονείς του. Αυτά τα διαμερίσματα αφορούσαν ένα συμβόλαιο αλλά κατοικούντο από δύο συγγενικές οικογένειες. Τη θέση του αυτή, κατά τον ίδιο, μπορεί να επιβεβαιώσει το Κτηματολόγιο με έγγραφα από τον Απρίλιο του
- Στο επίδικο ακίνητο δεν υπάρχει υπόστεγο, ενώ υπάρχουν κοινοί χώροι στάθμευσης. Διευκρίνισε ότι υπόστεγο υπάρχει στο οικόπεδο αλλά όχι στο διαμέρισμα που πωλήθηκε. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 υπάρχει μία αποθήκη που ανεγέρθηκε από τη μητέρα του το 1980 άνευ άδειας και ο ίδιος ανάλαβε με δικά του έξοδα να την κατεδαφίσει. Ενώ ενημέρωσε τον κατηγορούμενο 2 ότι θα προέβαινε στην κατεδάφιση αυτή, ο τελευταίος ενημέρωσε την αστυνομία και του επιτέθηκε λεχτικά. Η καταγγελία του κατηγορούμενου 2 αφορούσε επέμβαση στο ακίνητό του, ενώ σύμφωνα με τον ΜΚ1 αυτός ο ισχυρισμός δεν υφίσταται. Ο ίδιος ο ΜΚ1 δεν ανήγειρε οτιδήποτε εντός της επίδικης οικοδομής η οποία κτίστηκε το 1984 περίπου, ενώ ο ίδιος ήταν στο εξωτερικό μέχρι το
- Το δε ακίνητο περιήλθε στην κατοχή του μετά τον θάνατο των παππούδων και γονέων του, το
- Αρνήθηκε ότι στο ακίνητο που αγοράστηκε υπάρχει οποιαδήποτε οικοδομική παρανομία, ενώ κατέθεσε ως Τεκμήριο 10 επιστολή που φέρεται να έλαβαν οι κατηγορούμενοι από τον Δήμο Λευκωσίας, την οποία παρέλαβε και ο ίδιος. Επεξηγώντας το περιεχόμενο της επιστολής αυτής ανέφερε ότι μετά τον θάνατο των παππούδων του, οι γονείς του ανέλαβαν όλο τον ισόγειο όροφο και υπέβαλαν αίτηση στο Κτηματολόγιο. Οι χώροι στάθμευσης δεν ανεγέρθησαν σε υπόστεγο αλλά τοποθετήθηκαν κεραμίδια και ο ίδιος σε συνεννόηση με τον Δήμο Λευκωσίας ανέμενε ψήφιση του Νόμου περί αμνηστίας, για να υποβάλει σχετική αίτηση, ενώ είναι διατεθειμένος τα λίγα κεραμίδια που υπάρχουν να τα μετακινήσει. Όσον αφορά το τρίτο σημείο επί του Τεκμηρίου 10 για μετατροπή υπόστεγου χώρου, ανέφερε ότι και αυτό ανεγέρθηκε περί τα τέλη του 1980, αλλά δεν έχει καμία σχέση με το πωληθέν διαμέρισμα. Αίτηση δε για αμνηστία έχει καταχωρήσει και γι' αυτό το σημείο. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι οι οιεσδήποτε παρανομίες αναφέρονται επί του Τεκμηρίου 10 δεν έχουν καμία σχέση με το πωληθέν ακίνητο. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει γιατί απεστάλει το Τεκμήριο 10 στον κατηγορούμενο 2 και εξ όσων γνωρίζει ο λόγος μπορεί να είναι απλά για ενημέρωση των ενοίκων του οικοπέδου. Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο 11 άλλη επιστολή του Δήμου Λευκωσίας με την οποία δίδεται προθεσμία για κατεδάφιση των παρανομιών. Επεξηγώντας το Τεκμήριο 11, ο ΜΚ1 αναφέρθηκε σε συνεννόηση και προσπάθειες με τον Δήμο για διευθέτηση, σε μία από τις οποίες ήταν παρών και ο κατηγορούμενος
- Σύμφωνα με τον ΜΚ1, ο κατηγορούμενος 2 κατά τη συνάντηση αυτή ανέφερε ότι δεν τον ενδιαφέρει το θέμα και αποχώρησε, ενώ οι Αρμόδιες Αρχές του ανέφεραν ότι θα μπορούσε να εξεταστεί αίτησή του για αλλαγή χρήσης υποστατικού. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η εκδοθείσα άδεια του 1980 αναφέρει ότι το διαμέρισμα που βρίσκεται επί του δρόμου μπορεί να λάβει χρήση επαγγελματικής στέγης, ενώ όλες οι χρεώσεις γίνονται για εμπορικούς σκοπούς. Ακολούθησε η αναφορά του ΜΚ1 στα όσα συμφώνησε ως περαιτέρω μέτρα με την Αρμόδια Αρχή, ενώ αναφέρθηκε επίσης και στις διαβουλεύσεις καθ' όλη τη διάρκεια των ετών αυτών. Στον μάρτυρα αυτόν υποβλήθηκε ότι παρέλαβε 12 επιταγές των €10.000- έκαστη. Ο ΜΚ1 αποδέχθηκε τον ισχυρισμό αυτό αναφέροντας ότι οι 12 αυτές επιταγές πληρώθηκαν από την 01/08/2009 με τη σύναψη της συμφωνίας με την κα Λιασίδου και δεν αφορούσαν το τίμημα πώλησης αλλά εργασίες αλλαγών και εκμοντερνισμού, τις οποίες ανάλαβε να εκπονήσει. Περαιτέρω, με βάση την προσυμφωνία που είχαν κάνει, έλαβε τα χρήματα αυτά έναντι ενοικίου μέχρι τη στιγμή που θα είχαν οι κατηγορούμενοι τους πόρους για τη μεταβίβαση. Ο ΜΚ1 αποδέχθηκε ότι συνολικά οι κατηγορούμενοι κατέβαλαν €320.000-. Ακολούθησε αναφορά του μάρτυρα στα τετραγωνικά του πωληθέντος ακινήτου και διευκρίνισε ότι επί του τίτλου ιδιοκτησίας αναγράφεται ότι το ακίνητο πωλήθηκε, έχει δική του εγγραφή που είναι ο αριθμός 1246 και αριθμός θύρας
- Το γιατί επί του τίτλου ιδιοκτησίας δεν αναφέρονται τετραγωνικά, είναι θέμα του Κτηματολογίου και όχι δικό του. Ο ΜΚ1 επανέλαβε τη συμφωνία για αντικατάσταση της αρχικής επιταγής των €40.000- με 50 επιταγές που θα έφεραν και τόκο 7%, τόκος ο οποίος καθορίστηκε από τον λογιστή. Στην ερώτηση κατά πόσο γνώριζε ότι οι 50 αυτές επιταγές έγιναν όλες stop payment από τις 17/01/2013, ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν έχει ενημερωθεί από την κα Λιασίδου ότι τον Γενάρη του 2013 ανακλήθηκε η πληρωμή των επιταγών αυτών, ενώ ο λόγος που αποφάσισε να τις καταθέσει ήταν διότι έλαβε νομική συμβουλή ότι έπρεπε να κατατεθούν την ημερομηνία που φαίνεται στις επιταγές και σε περίοδο τριών μηνών, απλώς για να υπάρχει απόδειξη πως δεν έχουν πληρωθεί. Περαιτέρω, ανέφερε ότι το ίδιο θα πράξει και με τις επόμενες 43 επιταγές που έχει στην κατοχή του. Αρνήθηκε ότι επικοινώνησε η κα Λιασίδου μαζί του μετά που παρουσιάστηκαν τα προβλήματα με τις ισχυριζόμενες παρανομίες. Στον ΜΚ1 υποβλήθηκε η θέση ότι είναι στη γνώση του ότι οι επιταγές δεν πληρώθηκαν και ούτε θα πληρωθούν οι επόμενες που κρατά έως ότου λυθεί το θέμα με την οικοδομή. Απαντώντας στην πιο πάνω υποβολή ο ΜΚ1 ανέφερε ότι τις επιταγές θα τις καταθέσει κάθε μήνα, ενώ η οικοδομή δεν έχει να κάνει με το διαμέρισμα. Ο ΜΚ1 αναφέρθηκε στην κατάθεση του σε πληθώρα θεμάτων που αφορούν τις συμβατικές και/ή άλλες σχέσεις του με τους κατηγορούμενους. Οφείλω να αναφέρω ότι μεγάλο μέρος κυρίως της αντεξέτασης του αφορούσε το ζήτημα του αγοραπωλητηρίου εγγράφου και το ειδικότερο ζήτημα της πολεοδομικής νομιμότητας του πωληθέντος ακινήτου. Λαμβάνοντας υπόψη μου ότι, οι οιεσδήποτε διαφορές μεταξύ των μερών που προέκυψαν σε σχέση με το ζήτημα αυτό, δεν αποτελούν συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου 305Α
(1)δεν θα αναλύσω και αξιολογήσω με αναφορά στο ζήτημα αυτό την μαρτυρία του αλλά μόνο κατά πόσο αυτό επηρεάζει γενικότερα την αξιοπιστία και παρουσία του ενώπιον μου ως μάρτυρας. Οφείλω βεβαίως να αναφέρω ότι εάν οι οιεσδήποτε διαφορές τους επηρεάζουν καθ' οιονδήποτε τρόπο την ουσία της παρούσας υπόθεσης θα εξεταστεί και αναλυθεί κατωτέρω. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω λεχθέντων αναφέρω ότι ο ΜΚ1 - παραπονούμενος, δεν άφησε κακή εικόνα στο Δικαστήριο, ούτε κρίνω ότι προσήλθε με σκοπό να αναφέρει ψέματα. Τα όσα ο ΜΚ1 ανέφερε σε σχέση με την έκδοση, παράδοση, πορεία και επιστροφή των επιταγών παρέμειναν ουσιαστικά αναντίλεκτα και αποτελούν και γεγονότα μη αμφισβητούμενα. Ειδικότερα δεν έχει αμφισβητηθεί η έκδοση των επίδικων επιταγών από την κατηγορούμενη 1 μέσω του κατηγορούμενου 2 , η παράδοση τους στον ίδιο, στα πλαίσια εξόφλησης του τιμήματος πώλησης τους ακινήτου και η κατάθεση τους για πληρωμή στην Ελληνική Τράπεζα στις ημερομηνίες που φαίνονται επί των σχετικών σφραγίδων που άλλωστε αποτελούν και παραδεκτό γεγονός. Περαιτέρω σημειώνω ότι εκείνο που έντονα αμφισβητήθηκε είναι ο λόγος μη τίμησης τους που σύμφωνα με το κατηγορητήριο είναι τα μη επαρκή υπόλοιπα και η εισαγωγή στο ΚΑΠ (κατά την νομολογία έννοια με την ίδια σημασία). Το κατά πόσο αυτό το συστατικό στοιχείο έχει αποδειχθεί είναι ζήτημα που θα εξεταστεί κατωτέρω. Συνεπακόλουθα καταλήγω ότι με αναφορά στα ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση ζητήματα αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ1 ως αξιόπιστη. Η ΜΚ2 Τούλα Κτενά είναι τραπεζίτρια στην Τράπεζα Κύπρου από το
- Είναι σύμβουλος πελατών στο τμήμα χορηγήσεων, ενώ το 2013 εργαζόταν στο παράρτημα Μετόχι του Κύκκου με τα ίδια καθήκοντα. Τους κατηγορούμενους 1 και 2 τους γνωρίζει ως πελάτες που διατηρούν τρεχούμενο λογαριασμό στο παράρτημα που ήταν το
- Ανέφερε τον αριθμό του επίδικού λογαριασμού και ότι αυτός ανοίχθηκε τον Μάιο του
- Κατέθεσε ως Τεκμήριο 12 πακέτο εγγράφων της αίτησης για χορήγηση πιστωτικών διευκολύνσεων και της έγκρισης αυτής. Το Τεκμήριο 12 υπογράφηκε από τον κατηγορούμενο 2 ως διευθυντή της 1ης κατηγορούμενης, ο οποίος ήταν το πρόσωπο που μπορούσε να υπογράφει για τον επίδικο λογαριασμό. Περαιτέρω, στο αρχείο της τράπεζας υπάρχει δείγμα της υπογραφής του κατηγορούμενου 2, το οποίο δεν είχε στην κατοχή της εκείνη τη στιγμή, ενώ αναγνώρισε τα Τεκμήρια 4, 6, 7 και 8 ως επιταγές της Τράπεζας Κύπρου με εκδότη την 1η κατηγορούμενη και δικαιούχο τον παραπονούμενο, ΜΚ
- Τα τεκμήρια αυτά φέρουν, σύμφωνα με την ΜΚ2, την υπογραφή του κατηγορούμενου 2 την οποία η ίδια γνωρίζει καθότι ως σύμβουλός του υπεγράφησαν ενώπιον της διάφορα έγγραφα. Η ΜΚ2 αναφέρθηκε σε κάθε επιταγή ξεχωριστά σε σχέση με τον χρόνο κατάθεσης και επιστροφής της, ενώ ως λόγο επιστροφής ανέφερε ότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε στο ΚΑΠ, εδόθησαν οδηγίες να παρουσιαστούν ξανά και ανεπαρκή υπόλοιπα. Σύμφωνα με την ΜΚ2 οι επιταγές παρουσιάζονται σε οποιανδήποτε τράπεζα, ενώ την επόμενη μέρα παρουσιάζονται στο τμήμα Clearing της Τράπεζας Κύπρου όπου ελέγχονται. Ως έλεγχο καθόρισε τον τεχνικό έλεγχο, ήτοι της υπογραφής και της ημερομηνίας, αλλά και έλεγχο για τα υπόλοιπα. Διευκρίνισε ότι επί των επίδικων επιταγών υπάρχουν δύο σφραγίδες, η μία αφορά το ΚΑΠ και η δεύτερη ανεπαρκή υπόλοιπα. Κατέθεσε περαιτέρω ως Τεκμήριο 13 κατάσταση λογαριασμού για τα έτη 2012 και
- Με αναφορά στο Τεκμήριο 4 και σε σχέση με την ημερομηνία 06/08/2013, το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού ήταν χρεωστικό €10.195-. Το Τεκμήριο 4 ακόμα και αν κατατίθετο στις 30/06/2013 δεν θα μπορούσε να τιμηθεί καθότι ο λογαριασμός ήταν στο ΚΑΠ, ενώ δεν υπήρχε ούτε διαθέσιμο υπόλοιπο. Το ίδιο ισχύει και για τα Τεκμήρια 6, 7 και
- Σύμφωνα με την ΜΚ2 ο λογαριασμός ήταν παγοποιημένος από την 01/11/
- Η δε έννοια παγοποιημένος, σύμφωνα με την ΜΚ2, σημαίνει ότι πλην των τόκων προσθέτονται καμία άλλη πράξη δεν δύναται να γίνει. Περαιτέρω, η ΜΚ2 ανέφερε ότι ο λογαριασμός καταχωρήθηκε στο ΚΑΠ όχι λόγω των επίδικων επιταγών, καθότι αυτές κατατέθηκαν μετά την ημερομηνία καταχώρησης στο ΚΑΠ. Ακολούθησε αναφορά στο Τεκμήριο 13 και υποδείχθηκε από τη μάρτυρα πού φαίνεται μία έκαστη εκ των επίδικων επιταγών. Ο επίδικος λογαριασμός είναι ακόμα στο ΚΑΠ. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ2 αναγνώρισε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 14 έντυπο που φέρει τον τίτλο «οδηγίες ανάκλησης πληρωμής επιταγών», ημερομηνίας 27/02/2013, ενώ περαιτέρω αναγνώρισε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 15 επιστολή της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 10/02/2015 προς την κατηγορούμενη 1, σύμφωνα με την οποία οι επιταγές που έχουν ανακληθεί κατά την 27/02/2013 είναι καταχωρημένες στο αρχείο της τράπεζας με την ένδειξη «stop payment order». Η ΜΚ2 ανέφερε ότι ανακλήθηκαν στο σύνολο 50 επιταγές στις οποίες περιλαμβάνονται και οι επίδικες, Τεκμήρια 4, 6, 7 και
- Σύμφωνα δε με το Τεκμήριο 14, ο λόγος ανάκλησης που δόθηκε ήταν ο ακόλουθος «η οικία που αγοράστηκε με δάνειο και επιταγές έχει παρανομίες και το κράτος μου είπε να αποχωρήσω εντός δύο μηνών. Για το λόγο αυτό οι επιταγές που δόθηκαν γι' αυτό το λόγο να μην πληρωθούν. Οι επιταγές του κύριου Σπύρου Αναστασιάδη». Ενόψει των δύο αυτών τεκμηρίων, η ΜΚ2 ρωτήθηκε γιατί οι επίδικες επιταγές δεν φέρουν σφραγίδα «stop payment order» και απάντησε αυτολεξεί «οι επιταγές όπως σας ενημέρωσα προηγουμένως περνούν από το τμήμα του clearing, άτομα του clearing σφραγίζουν τις επιταγές. Διερωτήθηκα και εγώ για το ίδιο και μίλησα μαζί τους, ο λόγος που δεν σφραγίστηκε stop payment order είναι εκ παραδρομής. Εκ παραδρομής με ενημέρωσαν τα άτομα». Συνεχίζοντας στο ίδιο θέμα των σφραγίδων, η ΜΚ2 ανάφερε ότι ήθελε να διορθώσει την προηγούμενη αναφορά της, αναφέροντας ότι οι επίδικες επιταγές έπρεπε να σφραγιστούν και με τη σφραγίδα stop payment και να υπάρχουν και οι τρεις σφραγίδες επί των επιταγών. Περαιτέρω, ανέφερε ότι από τη στιγμή που δίδονται οδηγίες για ανάκληση πληρωμής την ίδια στιγμή ενημερώνεται και το σύστημα, ενώ περαιτέρω ανέφερε ότι η εντολή ανάκλησης δόθηκε πριν την κατάθεση οιασδήποτε εκ των 50 επιταγών. Στο ερώτημα εάν υπάρχουν άλλες επιταγές που επεστράφησαν πριν τις 27/02/2013, που να περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 14, η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν μπορεί να απαντήσει. Περαιτέρω, δεν μπορεί να γνωρίζει ποια η ευθύνη του τραπεζίτη όταν δεν ακολουθεί τις εντολές του πελάτη του. Περαιτέρω, ως ενημερώθηκε η ίδια από το τμήμα clearing, όταν δίδεται εντολή ανάκλησης επιβάλλεται να τίθεται η σχετική σφραγίδα επί των επιταγών. Η ΜΚ2 αναφέρθηκε και σε δάνειο το οποίο έχει λάβει η κατηγορούμενη 1 που αφορούσε αγορά επαγγελματικής στέγης. Από ότι θυμάται, κατά τη χορήγηση του δανείου αυτού η τράπεζα προέβηκε σε εκτίμηση του ακινήτου και κατόπιν ο κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε παρανομίες στο ακίνητο και ζήτησε όπως γίνει δεύτερη εκτίμηση. Αναγνώρισε έγγραφο το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 16, ως την εκτίμηση που η ίδια ζήτησε εκ μέρους της Τράπεζας Κύπρου. Το πώς χρησιμοποιήθηκε η δεύτερη αυτή εκτίμηση, η ΜΚ2 δεν γνωρίζει. Η ΜΚ2 άφησε θετική εντύπωση και εικόνα στο Δικαστήριο. Μέσα από το γενικότερο κλίμα στο οποίο έδωσε την κατάθεσή της και το οποίο σημειώνω ότι ήταν έντονο, καταλήγω ότι η μάρτυρας αυτή δεν προσήλθε με σκοπό να αναφέρει αναλήθειες, αλλά να καταθέσει τα όσα υπό την ιδιότητά της γνωρίζει, σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό. Η ΜΚ2 κρίνω ότι με ειλικρίνεια ανέφερε τα όσα προκύπτουν από τα έγγραφα που υπάρχουν στο αρχείο του οργανισμού που εργάζεται, ενώ καταλήγω ότι δεν προσπάθησε να θέσει σκοπίμως θέσεις που πιθανόν να βοηθούσαν οιονδήποτε εκ των διαδίκων. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΚ2, τόσο σε σχέση με την κατάθεση των επιταγών, τις σφραγίδες επί αυτών, αλλά και τα όσα ανέφερε για την παράληψη σφράγισης των επίδικων επιταγών με την εντολή ανάκλησης τους. Συνεπώς, αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΚ2 στην ολότητα της ως πλήρως αξιόπιστη. Βεβαίως, σημειώνω ότι το πώς επηρεάζουν τα όσα ανέφερε, το αποτέλεσμα της παρούσας ποινικής υπόθεσης, συσχετιζόμενα πάντοτε με τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων, θα εξεταστούν κατωτέρω. Ιδιαίτερη αναφορά κρίνω ότι πρέπει να γίνει στα όσα η ΜΚ2 ανέφερε για τους λόγους σφράγισης και επιστροφής των επίδικων επιταγών ήτοι στο ότι οι επίδικες επιταγές εκ παραδρομής δεν σφραγίστηκαν με την ένδειξη ανάκλησης της πληρωμής τους αλλά και η σφραγίδα που τέθηκε ανταποκρινόταν επίσης στην πραγματικότητα και ευσταθούσε ως λόγος επιστροφής. Ο κατηγορούμενος 2 Παναγιώτης Δρακόπουλος μετά την κλήση του σε απολογία, επέλεξε να δώσει και για λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης, ένορκη μαρτυρία μέσα από την οποία έθεσε τις δικές του θέσεις και ισχυρισμούς σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Είναι ο διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης. Με αναφορά στα Τεκμήρια 10 και 11, ανέφερε ότι παρέλαβε επιστολή από το Δημαρχείο για παράνομες οικοδομές ως αυτές φαίνονται στο Τεκμήριο 10, με την οποία τον ενημέρωναν ότι εντός δύο μηνών θα έπρεπε να αποχωρήσει από το ακίνητο, σε διαφορετική περίπτωση θα λάμβαναν εναντίον του δικαστικά μέτρα. Άμεσα επικοινώνησε με τον παραπονούμενο, ο οποίος τον καθησύχασε και του ζήτησε να επισκεφθούν τον ανώτερο τεχνικό για τον δημοτικό μηχανικό, κ. Σταύρο Ιταλό. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2 μία εβδομάδα με δέκα μέρες μετά την παραλαβή του Τεκμηρίου 10 μετέβηκαν στο Δημαρχείο όπου ο κ. Ιταλός του ανέφερε ότι σε διάστημα δύο με έξι μηνών θα πρέπει να εγκαταλείψει το ακίνητο. Παρών ήταν και ο παραπονούμενος. Στις 02/10/2012 παρέλαβε το Τεκμήριο 11 και άμεσα ενημέρωσε τον παραπονούμενο ότι επιθυμεί επιστροφή του τιμήματος πώλησης. Μεταξύ των Τεκμηρίων 10 και 11, ο κατηγορούμενος 2 ενημερώθηκε από την γραμματέα του ότι ο παραπονούμενος γκρεμίζει τον χώρο στάθμευσης και την αποθήκη που περιλαμβάνονταν στο αγορασθέν ακίνητο. Άμεσα ενημέρωσε την αστυνομία και η οικοδομή έμεινε μισογκρεμισμένη. Μέχρι και την παραλαβή του Τεκμηρίου 11, οι επιταγές που έδωσε στον παραπονούμενο πληρώνονταν κανονικά. Ενόψει των προβλημάτων που παρουσιάστηκαν, ο κατηγορούμενος 2 ισχυρίζεται ότι συνεννοήθηκε με την κα Λιασίδου να μην της πληρώσει κάποιες επιταγές η 1η κατηγορούμενη με σκοπό να καταχωρηθεί ο λογαριασμός στο ΚΑΠ και να μην μπορεί ο παραπονούμενος να εξαργυρώσει τις επίδικες επιταγές. Ο ίδιος αναφέρθηκε σε λάθος της τράπεζας η οποία διόρισε τον πρώτο εκτιμητή ο οποίος δεν εντόπισε τις παρανομίες αυτές. Ως εκ τούτου, σταμάτησε να καταβάλλει τις δόσεις του δανείου και ανακάλεσε την πληρωμή των επίδικων επιταγών. Για τις διαφορές που προέκυψαν με τον παραπονούμενο καταχώρησε αγωγή και ποινική υπόθεση για εξαπάτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Ο κατηγορούμενος 2 επέμενε ότι η καταχώρηση στο ΚΑΠ έγινε με δική του συνεννόηση με την κα Λιασίδου. Όσον αφορά τα μη διαθέσιμα υπόλοιπα, ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι σκοπίμως σταμάτησε να καταβάλλει οποιαδήποτε ποσά ενόψει των ισχυριζόμενων παρανομιών. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος 2 αναφέρθηκε στην ιδιότητα του ως ομοιοπαθητικός και ειδικός εφαρμογών διαιτητικής αλλά και διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης από τις 20/10/2010 και όχι από τις 11/8/2010 ως η θέση της συνηγόρου του παραπονούμενου. Επιπλέον είναι διευθυντής εταιρείας με έδρα την Αθήνα την «Δ.Κ.Μ. Ε.Π.Ε». Η συμφωνία αγοραπωλησίας του ακινήτου, ήταν η πρώτη αγορά στην οποία προέβαινε στην Κύπρο. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2 δεν μπορούσε να μάθει από το Κτηματολόγιο εάν το αγορασθέν ακίνητο ήταν νόμιμο όπως συμβαίνει στην Ελλάδα ενώ δεν γνώριζε ότι θα έπρεπε να ερευνήσει στις υπηρεσίες του Δήμου. Περαιτέρω βασίστηκε στην έκθεση του εκτιμητή της Τράπεζας Κύπρου όπου δεν αναφέρθηκε ότι το ακίνητο είχε παρανομίες. Κατά την διάρκεια των επισκέψεων του στην Κύπρο διαμένει στο γραφείο που αγόρασε σε χώρο που μετέτρεψε ειδικά. Αρνήθηκε ότι έλαβε κατοχή του ακινήτου τον Αύγουστο του 2009 αλλά 1 - 2 χρόνια μετά όταν αγοράστηκε το ακίνητο. Συγκεκριμένα έλαβε κατοχή τον Οκτώβριο του 2010 ή τον Φεβρουάριο του 2011 παρόλο που πλήρωνε από το 2009 και συγκεκριμένα €10.000= για ένα χρόνο. Συμφώνησε ότι η μεταβίβαση της κυριότητας επ' ονόματι της 1ης κατηγορούμενης έλαβε χώρα στις 4/10/
- Σε σχέση με το καταβληθέν ποσό στον παραπονούμενο ο κατηγορούμενος 2 αρνήθηκε ότι ανερχόταν στις €200.000= αλλά ανέφερε ότι έδωσε 12 δόσεις των €10.000, πλέον τις €160.000 από το δάνειο και επιπλέον άλλες €40.000 σε επιταγές. Τα τεκμήρια 2 και 17 αναφέρονται στις €200.000 καθότι σε συμφωνία με τον παραπονούμενο, ο οποίος ήταν φίλος τους δήλωσαν στο Κτηματολόγιο ποσό €200.000= για την αγορά και ποσό €120.000= ως δαπάνη για ανακαίνιση. Δεν έχει μαζί του τις αποδείξεις για τα χρήματα που έδωσε γιατί δεν γνώριζε ότι ήταν απαραίτητο να τις παρουσιάσει. Το τεκμήριο 2 ετοιμάστηκε από τον λογιστή του παραπονούμενου ενώ κατά την ετοιμασία του ήταν όλοι παρόντες και συμφώνησαν τους όρους, ο παραπονούμενος, ο λογιστής, η κα. Λιασίδου και ο ίδιος. Αναφορικά με τα τετραγωνικά μέτρα του ακινήτου ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι επέδειξε τον τίτλο ιδιοκτησίας στον κο. Ιταλό του Δήμου Λευκωσίας ο οποίος τον ενημέρωσε ότι δεν αναγράφονται τα τετραγωνικά μέτρα καθότι η οικοδομή δεν είναι νόμιμη. Η χρήση του ακινήτου ως επαγγελματική σχέση αναφέρεται στα έγγραφα της δανειοδότησης ενώ ήταν παράλειψη του δικηγόρου να μην αναφέρει τον σκοπό αυτό στο έγγραφο. Ο κατηγορούμενος 2 αρνήθηκε ότι το ακίνητο αγοράστηκε αρχικά ως διαμέρισμα και η μετατροπή του σε επαγγελματική στέγη ήταν εκ των υστέρων σκέψεις όπως επίσης και την θέση ότι ο ίδιος μετέτρεψε το διαμέρισμα σε γραφείο χωρίς καμία ανάμειξη του παραπονούμενου. Μέχρι σήμερα δεν αντιμετώπισε κάποια υπόθεση από τον Δήμο καθότι ζήτησε χρόνο για να αποφασίσει πως θα προχωρήσει ενώ εναντίον του παραπονούμενου καταχωρήθηκε υπόθεση ως ενημερώθηκε από τον Δήμο αλλά δεν τον βρίσκουν για να του επιδώσουν το κατηγορητήριο. Συμφώνησε ότι κατά την ημέρα της μεταβίβασης έδωσε ποσό €160.000= και μια επιταγή για €40.000= πληρωτέα ένα χρόνο μετά στις 04/10/
- Ο κατηγορούμενος 2 αρνήθηκε ότι ο λογαριασμός του δεν είχε υπόλοιπα και έθεσε την θέση ότι ο ίδιος όποτε υπήρχε ανάγκη μετέφερε χρήματα από άλλον λογαριασμό όπως έπραξε και για τις προηγούμενες επιταγές παραπέμποντας στην κατάσταση λογαριασμού. Στην υπόδειξη ότι από το 2012 μέχρι και το 2013 ο λογαριασμός της εταιρείας παρουσιάζει μόνο χρεωστικά υπόλοιπα απάντησε ότι μια εταιρεία δεν έχει δεσμευμένα όλα της τα χρήματα στην τράπεζα και έκανε καταθέσεις μόνο όταν υπήρχε ανάγκη μεταφέροντας χρήματα από ταχυδρομικό ταμιευτήριο. Από τις 2/10/2012 που παρέλαβε την επιστολή από τον Δήμο μέχρι τις 10/10/2012 με δικές του προσπάθειες η εταιρεία καταχωρήθηκε στο αρχείο ΚΑΠ αφήνοντας απλήρωτες τις επιταγές της κας. Λιασίδου μετά από συνεννόηση με την ίδια. Αρνήθηκε έντονα την θέση ότι η εταιρεία δεν είχε επαρκή υπόλοιπα παραπέμποντας σε λογαριασμό στην Ελληνική Τράπεζα από τον οποίο λάμβανε χρήματα για να πληρώνονται οι επιταγές της κας. Λιασίδου αλλά και οι €10.000= μηνιαίως που δίδονταν στον παραπονούμενο. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2 ο λόγος που εξέδωσε τις επίδικες επιταγές με τις οποίες θα καταβαλλόταν και τόκος 7% ήταν για να λάβει χώρα η μεταβίβαση και να λάβει τίτλο ιδιοκτησίας. Στην ερώτηση κατά πόσο κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών γνώριζε ότι ο λογαριασμός ήταν στο ΚΑΠ, ο κατηγορούμενος 2 απάντησε ότι «Πριν υπογράψω τις επιταγές ήταν στο ΚΑΠ». «Κάναμε μια συμφωνία με την κα. Λιασίδου ότι εφόσον εξαπατηθήκαμε από τον κο. Αναστασιάδη πρέπει να μπούμε στο ΚΑΠ. Οι επιταγές δόθηκαν πιο μπροστά και για την ακρίβεια δώσαμε μια επιταγή €40.000 και μετά από εύλογο χρονικό διάστημα εφόσον πήρα τον κο. Αναστασιάδη και είπε ο κος. Ιταλός ότι είναι παράνομο το κτίσμα και πρέπει να αποχωρήσω από εκεί, πήραμε την επιταγή των €40.000= και του υπογράψαμε ξεχωριστά 50 επιταγές των €1.080= που είναι 50 χιλιάδες κάτι». Στο ερώτημα πότε έγινε αυτό απαντά «Πριν τις 2/10/2012». O κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι η ΜΚ2 ήταν η αρμόδια υπάλληλος και η ίδια τον ενημέρωνε συχνά για τον επίδικο λογαριασμό. Αρνείται ότι ενημερώθηκε από την ΜΚ2 ότι ο λογαριασμός θα καταχωρηθεί στο ΚΑΠ αλλά ισχυρίζεται ότι ο ίδιος της ανάφερε ότι εν γνώσει του ο λογαριασμός θα μπει στο εν λόγω αρχείο λόγω παρανομιών τις οποίες επιβεβαίωσε και ο 2ος εμπειρογνώμονας. Σε σχέση με τις επιταγές που έδωσε στην κα. Λιασίδου αυτές ήταν 24 σε αριθμό για €1.000= έκαστη, πληρωτέες κάθε μήνα. Σε σχέση με την ανάκληση επέμεινε ότι αυτή έγινε πριν κατατεθούν για πληρωμή οι επίδικες επιταγές. Αναφορικά με τον χρόνο ανάκλησης, 11 μήνες μετά την λήψη του Τεκμηρίου 10 από τον Δήμο, επιστολή ημερ.26/03/2012 ο κατηγορούμενος 2 αναφέρει ότι τον Ιούλιο και Ιούλιο του 2012 έλαβε διαβεβαιώσεις από τον παραπονούμενο ότι όλα ήταν νόμιμα και θα πήγαιναν στο Δημαρχείο να το διευθετήσουν. Την τελική επιστολή του Δήμου την έλαβε 2/10/2012 άρα μέχρι την ανάκληση 27/02/2013 παρήλθαν κάποιοι μήνες. Ο λόγος που δεν προχώρησε άμεσα με την ανάκληση ήταν ότι ανέμενε να δει τι θα του πει ο παραπονούμενος, θα μετέβαιναν στο Δημαρχείο, ήθελε χρόνο να μπει στο ΚΑΠ ενώ στην τελική αναφέρει ότι δεν γνώριζε ότι υπήρχε στην Κύπρο η δυνατότητα ανάκλησης πληρωμής επιταγών. Ο κατηγορούμενος 2 αρνήθηκε έντονα τις υποβολές ότι τα όσα αναφέρει αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις και αναφέρει εκ νέου και επανειλημμένα ότι σε συνεννόηση με την κα. Λιασίδου καταχωρήθηκε ο λογαριασμός στο ΚΑΠ και ότι εκ λάθους δεν σφραγίστηκαν οι επιταγές με αυτό τον λόγο μη πληρωμής. Αναφορικά με την προηγούμενη ποινική υπόθεση πλήρωσε γιατί δεν πρόλαβε να τις κάνει ανάκληση λόγω άγνοιας της δυνατότητας αυτής. Καμία επιστολή δεν έστειλε μετά την λήψη των επιστολών από τον Δήμο καθότι δεν υπέγραψε αυτός το τεκμήριο 2 αλλά η κα. Λιασίδου. Ο κατηγορούμενος 2 δεν άφησε ιδιαίτερα καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Σημειώνω βέβαια εξ' αρχής ότι τα όσα ανέφερε σε σχέση με τις διαφορές του με τον παραπονούμενο αναφορικά με το αγορασθέν ακίνητο δεν θα εξεταστούν στην παρούσα διαδικασία και αφορούν αστικής φύσεως διαφορά. Περαιτέρω δεν μπορώ και δεν αποφασίζω ότι τα όσα ισχυρίζεται για παράνομες οικοδομές δεν ισχύουν όμως δεν θα διεκδικήσει σε αυτή την διαδικασία τα όσα ισχυρίζεται ότι δικαιούται. Βεβαίως τα όσα ανέφερε γύρω από αυτό το θέμα θα εξεταστούν στα πλαίσια της μαρτυρίας τους για την τελική μου κατάληξη επί αξιοπιστίας του η μη. Εξετάζοντας την μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 στο σύνολο της και χωρίς να απομονώνω φράσεις καταλήγω ότι αυτή παρά την έκτασης και τις λεπτομερείς αναφορές δεν άφησε καλή εικόνα και εντύπωση στο Δικαστήριο. Βεβαίως σημειώνω ότι από την μαρτυρία του προέκυψαν και κοινές θέσεις και ισχυρισμοί με τον παραπονούμενο αλλά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα τα οποία ανεξάρτητα με την απόρριψη της μαρτυρίας του δύναται να γίνουν αποδεκτά και είναι τα κάτωθι: - Η έκδοση των επίδικων επιταγών. - Η υπογραφή τους από τον ίδιο και η παράδοση τους στον παραπονούμενο. - Η γνώση από πλευράς του για καταχώρηση της 1ης κατηγορούμενης στο ΚΑΠ. - Η γνώση του για την μη τίμηση των επιταγών. Περαιτέρω και πέραν των ανωτέρω δεν δύναμαι να αποδεχτώ και απορρίπτω την μαρτυρία του με το εξής σκεπτικό: - Ενώ αναφέρει ότι είχε πλήρη έλεγχο των οικονομικών της εταιρείας του, είχε νομικούς συμβούλους και δικηγόρους και ο ίδιος φαίνεται να είναι πρόσωπο με περιουσία στην Κύπρο και την Ελλάδα προχώρησε ως ισχυρίζεται και οργάνωσε με κάποια κα. Λιασίδου μεθοδεύσεις για να καταχωρηθεί ο λογαριασμός της 1ης κατηγορούμενης στο ΚΑΠ με σκοπό να μην πληρωθούν οι επιταγές του παραπονούμενου. Την ίδια στιγμή δεν δίνει δικαιολογία για το γιατί δεν έλαβε νομική συμβουλή για την δυνατότητες που είχε για ανάκληση, άμεσα και όχι 3 μήνες μετά. - Η ανάκληση των επιταγών μήνες μετά την καταχώρησης της 1ης κατηγορούμενης στο ΚΑΠ εγείρει σοβαρές αμφιβολίες για το κατά πόσο όντως η πράξη του αυτή ήταν μια εκ των υστέρων σκέψη με σκοπό να προωθήσει υπεράσπιση για την μη τίμηση τους. - Το πρόσωπο το οποίο, σύμφωνα με τον ίδιο, διευθέτησε μαζί του την καταχώρηση του επίδικου λογαριασμού στο ΚΑΠ ουδέποτε προσήλθε ως μάρτυρας για να επιβεβαιώσει τις θέσεις του. - Έντονο προβληματισμό προκαλεί η θέση του ότι από την μια γνώριζε λεπτομέρειες για το αρχείο του ΚΑΠ αλλά από την άλλη δεν γνώριζε την δυνατότητα ανάκλησης πληρωμής μιας επιταγής. - Περαιτέρω εύλογο απορίας παραμένει το γεγονός ότι ενώ παρέλαβε την πρώτη επιστολή από τον Δήμο τον Μάρτιο του 2012 ανέμενε μέχρι τον Οκτώβριο, οπόταν έλαβε εκ νέου επιστολή, για να ενεργήσει για την μη πληρωμή ως ο ίδιος ισχυρίζεται με την εισαγωγή του λογαριασμού στο ΚΑΠ ενώ περαιτέρω μέχρι τον Φεβρουάριο του 2013 για την ανάκληση της πληρωμής των. Συνεπακόλουθα του πιο πάνω η μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 απορρίπτεται εκτός από το μέρος που αφορά τα κοινά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα. Ως ΜΥ1 προσήλθε η κα. Χρυστάλλα Κυριάκου Παπαλοίζου, εργαζόμενη στην Πολεοδομική αρχή του Δήμου Λευκωσίας. Η εν λόγω μάρτυρας αναγνώρισε τις επιστολές τεκμήρια 10 και 11 που ο Δήμος απέστειλε στους κατηγορούμενους και τις επεξήγησε με ιδιαίτερη αναφορά στις πολεοδομικές παραβάσεις που αναφέρονται σε αυτές. Σύμφωνα με την ΜΥ1 ο Δήμος αποστέλλει σε περίπτωση παράνομων οικοδομών ως η παρούσα, προειδοποιητική επιτολή με προθεσμία 2 μηνών, το τεκμήριο
- Ακολούθως ο συνάδελφος της που εξέταζε την υπόθεση έκανε αποτύπωση εκεί στην οικοδομή και επειδή δεν υπήρξε συμμόρφωση αποστάληκε η 2η επιστολή τον Μάρτιο με νέα 2μηνη προθεσμία. Αναφορικά με τις επίδικες οικοδομές που αναφέρονται στις επιστολές και στην ερώτηση κατά πόσο αυτές υπάγονται στο διαμέρισμα που αναφέρονται οι διάδικοι, η ΜΥ1 απάντησε ότι δεν υπάρχει διαίρεση που να δείχνουν ότι ανήκουν στο υποστατικό, έτσι ανήκουν στο τεμάχιο σε όλη την οικοδομή. Σε σχέση με τον τίτλο ιδιοκτησίας που υπάρχει στο τεκμήριο 16 η ΜΥ1 απάντησε ότι αυτός δείχνει τι περιλαμβάνει η ιδιοκτησία της 1ης κατηγορούμενης. Στο αρχείο του Δήμου υπάρχουν άδειες οικοδομής οι οποίες αναφέρουν 2 διαμερίσματα στο οικοδόμημα αυτό ενώ ο τίτλος αναφέρεται σε ένα οικοδόμημα. Ο Δήμος καταχώρησε ποινική υπόθεση εναντίον του παραπονούμενου για τις οικοδομές αυτές αλλά δεν προχώρησε καθότι δεν κατέστη εφικτή η επίδοση του κατηγορητηρίου ενώ περαιτέρω τα μέτρα που θα λάβουν είναι να εκδώσουν πιστοποιητικό μη εξουσιοδοτημένων εργασιών. Η δημιουργία γραφείων στο τεμάχιο αυτό δεν είναι εφικτή και αυτό φαίνεται και από τις πολεοδομικές ζώνες οι οποίες βρίσκονται στο τοπικό σχέδιο Λευκωσίας αλλά και δημοσιεύονται από τον Δήμο στο διαδίκτυο. Τέλος σύμφωνα με την ΜΥ1 ο Δήμος καταχώρησε την ποινική υπόθεση που ανέφερε εναντίον του παραπονούμενου ως το πρόσωπο που προέβηκε στις παράνομες οικοδομές. Αντεξεταζόμενη η ΜΥ1 ανέφερε ότι τα τεκμήρια 10 και 11 αποστάληκαν και στον παραπονούμενο ως συνιδιοκτήτη του τεμαχίου. Με αναφορά στην φύση της οικοδομής η ΜΥ1 ανέφερε ότι μέρος της άδειας διαίρεσης της οικοδομής που εκδόθηκε στις 23/5/1990 αναφέρει 2 διαμερίσματα με αριθμό 1 και 2 στο ισόγειο με ένα τίτλο και λέει περαιτέρω 1 διαμέρισμα 03 στο ισόγειο άλλος τίτλος, 101 στον 1ο όροφο άλλος τίτλος, 102 στον 1ο επίσης άλλος τίτλος, διαμέρισμα με αρ.201 στον 2ο όροφο με ένα τίτλο και διαμέρισμα 202 στον 2ο με ξεχωριστό τίτλο. Περαιτέρω υπάρχουν κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη για όλους τους τίτλους και ο κάθε τίτλος έχει αδιανέμητο μερίδιο πάνω σε όλο το ακίνητο. Σύμφωνα με την ΜΥ1 οι υπό αναφορά παρανομίες ως 2, 3 και 4 αφορούν τον παραπονούμενο ενώ η ενοποίηση των 2 διαμερισμάτων υπό στοιχείο 1 αφορά την 1η κατηγορούμενη. Η μετατροπή της χρήσης δεν γνωρίζει από πότε έγινε πριν τις 15/3/2012 που έγινε ο επιτόπου έλεγχος. Η ΜΥ1 ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει ποιος προέβηκε στην αλλαγή χρήσης, ενώ ευθύνη έχει ο ιδιοκτήτης αλλά και ο κάτοχος. Μέχρι σήμερα δεν υποβλήθηκε αίτηση για αλλαγή χρήσης την οποία πρέπει να υποβάλει ο ιδιοκτήτης με αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας. Η ΜΥ1 άφησε στο Δικαστήριο ιδιαίτερη καλή εικόνα και εντύπωση παρά το ότι η μαρτυρία της κρίνω ότι δεν συνδέεται με οιοδήποτε τρόπο με την ουσία και τα συστατικά στοιχεία του υπό εκδίκαση αδικήματος. Η ΜΥ1 κατέθεσε, μη έχοντας οιοδήποτε συμφέρον, τα όσα προκύπτουν από τον φάκελο της υπηρεσίας της σε σχέση με την οικοδομή που αφορά η αγοραπωλησία μεταξύ παραπονούμενου και κατηγορούμενη 1 και αποδέχομαι την μαρτυρία της ως αληθή στην ολότητα της. Τελικές Αγορεύσεις Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας στο σύνολο της αμφότεροι οι ευπαιδεύτοι συνήγοροι κατέθεσαν για σκοπούς τελικών τους αγορεύσεων γραπτές καταθέσεις (Έγγραφα Α και Β). Το περιεχόμενο των αγορεύσεων τους έχει μελετηθεί δεόντως στο σύνολο τους και δεν χρειάζεται να επαναληφθεί αυτολεξεί όπως επίσης και η νομολογία εις την οποία με παρέπεμψαν. Συνοπτικά αναφέρω ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η ενοχή των κατηγορουμένων στο αδίκημα που αντιμετωπίζουν καθότι δεν έχει αποδειχθεί η επιστροφή αυτών άνευ αντικρίσματος ενόψει του ότι η πληρωμής τους ανακλήθηκε πριν την κατάθεση τους. Σύμφωνα με τον κο. Καρεκλά, το τραπεζιτικό ίδρυμα όφειλε, ως η ΜΚ2 ανέφερε, να σφραγίσει τις επιταγές με την ένδειξη της ανάκλησης της πληρωμής πράγμα που δεν έπραξε συνεπώς δεν αποδείχθηκε ο λόγος επιστροφής αυτών. Από την άλλη πλευρά η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής αναλύοντας την νομολογία που αφορά το αδίκημα του άρθρου 305Α
(1)εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος και θα πρέπει το Δικαστήριο να κρίνει ένοχους αμφότερους τους κατηγορούμενους. Αναφορικά με την ισχυριζόμενη παράλειψη της τράπεζας να τεθεί και η σφραγίδα της ανάκλησης η κα. Βασιλείου εισηγείται ότι δεν αφορά την παρούσα υπόθεση καθότι θα έπρεπε να υπάρχουν όλες οι σφραγίδες ως εκ τούτου το αδίκημα του άρθρου 305Α
(1)στοιχειοθετείται. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου καθώς και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: - Η κατηγορούμενη 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ενώ ο κατηγορούμενος 2 είναι ο μοναδικός διευθυντής της κατηγορούμενης
- - Η κατηγορούμενη 1 διατηρούσε τραπεζιτικό επιχειρηματικό τρεχούμενο λογαριασμό με όριο παρατραβήγματος €10.000= σε Τράπεζα από τον οποίο εκδίδονταν επιταγές τις οποίες είχε αποκλειστικό δικαίωμα υπογραφής ο κατηγορούμενος
- - Οι επίδικες επιταγές σε άγνωστο επακριβώς χρόνο, περί τον Οκτώβριο του 2012, εκδόθηκαν μεταχρονολογημένες, ως μέρος άλλων 50 επιταγών από τον κατηγορούμενο 2 ως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 και παραδόθηκαν στον παραπονούμενο. - Οι επίδικες επιταγές κατατέθηκαν στην Ελληνική Τράπεζα στις ημερομηνίες που φαίνονται στις σχετικές, επί του σώματος τους, σφραγίδες και επιστράφηκαν απλήρωτες με τις ενδείξεις «Να παρουσιαστεί ξανά - Ανεπαρκή Υπόλοιπα» και «Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε (Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών)». - Ο επίδικος λογαριασμός από τον οποίο εκδόθηκαν οι επιταγές καταχωρήθηκε στο ΚΑΠ στις 10/10/
- - Κατά τον χρόνο παρουσίασης των επιταγών για πληρωμή στον επίδικο λογαριασμό δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα και ο επίδικος λογαριασμός είχε ήδη καταχωρηθεί στο ΚΑΠ. Νομική Πτυχή Το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 , ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Η έκδοση επιταγής.
- Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
- Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα.
- Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
- Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει το αδίκημα της συνέργειας στην έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος. Ουσιαστικά κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Έχει νομολογηθεί πως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σε αυτό, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός, δυνάμει του άρθρου 20 του Νόμου. (βλ. Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της Εταιρείας C.H. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas & Associates Ltd κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523). Η ευθύνη με βάση το άρθρο 305Α του Νόμου βαρύνει τον εκδότη και σε περιπτώσεις επιταγών εταιρείας, εκδότης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή σύμβουλος που υπογράφει την επιταγή, που γενικά θεωρείται ως αντιπρόσωπος της εταιρείας. Στην υπόθεση Bondina Ltd v. Rollaway Shower Blinds Ltd [1986] 1 W.L.R. 517, υποδείχθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, η οποία και παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000 στη σελίδα 70, παράγραφος Α. 5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 ΑΑΔ 261 αναφέρθηκε ότι έστω και αν μπορούσε να θεωρηθεί πως το αδίκημα του άρθρου 305Α του Νόμου είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης, όσον αφορά συνεργό θα πρέπει να αποδεικνύεται ένοχη διάνοια. Τα όσα διατυπώθηκαν στην υπόθεση Παυλόπουλος (πιο πάνω) υιοθετήθηκαν και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 15.10.2012 στην Ποινική Έφεση αρ. 150/2009, Militos Trading Limited v. Αθηνάς Μαλέκου, στην οποία αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Στην περίπτωση έκδοσης επιταγής από εταιρεία, εκδότης είναι η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή ο σύμβουλος ο οποίος την υπογράφει και ο οποίος ενεργεί υπό την αντιπροσωπευτική του ιδιότητα. Είναι δυνατόν σύμβουλος που υπογράφει την επιταγή να υπέχει ποινική ευθύνη ως συνεργός, νοουμένου ότι αποδεικνύεται η πρόθεσή του σε σχέση με τη συνέργεια και τις περιστάσεις του αδικήματος. Όπως σωστά επισημαίνει και το πρωτόδικο δικαστήριο, η αποδιδόμενη στην εφεσίβλητη συνέργεια στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής συνίσταται στο γεγονός ότι αυτή υπέγραψε την επιταγή.» Σφραγίδες επί σώματος μιας επιταγής Αναφορά κρίνω ότι πρέπει να γίνει, ενόψει των ζητημάτων που εγέρθηκαν στην παρούσα υπόθεση, και στην νομοθεσία αλλά και νομολογία που αφορά το ζήτημα των σφραγίδων επί μιας επιταγής. Σύμφωνα με το εδάφιο 3 του άρθρου 305(Α) το οποίο είναι σχετικό με το θέμα αναφέρει τα ακόλουθα: «
(3)Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, η τράπεζα επί της οποίας αυτή εκδόθηκε οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτή τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασης της προς πληρωμή. Η σφράγιση και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από την τράπεζα αυτή επί της επιταγής, η οποία μπορεί να κατατεθεί από τον κάτοχό της, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση της τράπεζας επί της οποίας εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους» Στην Ιωάννου ν. Νanaimo Λίμιτεδ κ.α,
(2005)2 ΑΑΔ 555 λέχθηκε ότι το γεγονός ότι σύμφωνα με το εδάφιο 3 του άρθρου 305Α η σφράγιση ή η σημείωση γίνονται αποδεκτά ως μαρτυρία δε σημαίνει ότι αυτά αποτελούν το μόνο τρόπο απόδειξης γιατί δεν τιμήθηκε η επιταγή. Τα γεγονότα αυτά μπορούν να αποδειχθούν και με οποιαδήποτε άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Περαιτέρω το εδάφιο 4 (γ) του ίδιου άρθρου προβλέπει ότι:
(4).. (γ) Η σφράγιση και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα ή και η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, αναφορικά με τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής και με την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Ως συνάγεται από τα πιο πάνω και από την επιφύλαξη του υπό αναφορά εδαφίου 3, όταν υπάρχει μόνο η σφραγίδα και δεν υπάρχει άλλη σχετική μαρτυρία η αλήθεια του περιεχομένου της σφραγίδας δηλ. της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής και του λόγου μη πληρωμής της τεκμαίρονται μαχητά και μόνο. Με άλλα λόγια σε τέτοια περίπτωση εάν δεν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση η σφραγίδα ή δεν κλονισθεί το μαχητό αυτό τεκμήριο, η σφραγίδα μπορεί να αποτελέσει από μόνη της απόδειξη των όσων αναφέρει. Για να αποτελεί όμως η σφραγίδα από μόνη της τέτοια μαρτυρία πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις του εδαφίου 3 του άρθρου 305Α και συγκεκριμένα να έχει τεθεί από την τράπεζα επί της οποίας η επιταγή εκδόθηκε και να είναι ενυπόγραφη. Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι ( Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Συμπεράσματα Με βάση τώρα τα πιο πάνω ευρήματα σε συνδυασμό με την νομική πτυχή των αδικημάτων που οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία αυτών. Επεξηγώντας την πιο πάνω θέση και κατάληξη μου , αναφέρω τα κάτωθι: Αναφορικά με το συστατικό στοιχείο της έκδοσης των επίδικων επιταγών, συστατικό στοιχείο κοινό για αμφότερους τους κατηγορούμενους, κρίνω ότι με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία είναι προφανές ότι έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Δεν έχει αμφισβητηθεί σε κανένα στάδιο από πλευράς υπεράσπισης, ότι ο κατηγορούμενος 2, ως ο μοναδικής διευθυντής και εξουσιοδοτημένος να υπογράφει επιταγές εκ μέρους της 1ης κατηγορούμενης, υπέγραψε και παρέδωσε στον παραπονούμενο μεταξύ άλλων και τις επίδικες επιταγές. Ειδικότερα αποτέλεσε κοινό έδαφος η έκδοση και παράδοση στα πλαίσια της συνεργασίας και δοσοληψίας που είχαν η έκδοση των επίδικων επιταγών. Κανένα ζήτημα που να αφορά την πατρότητα της υπογραφής τέθηκε αντίθετα ήταν γεγονότα που όχι απλά παρέμειναν αναντίλεκτα αλλά και έγιναν παραδεκτά και μέσα από την ένορκη μαρτυρία του κατηγορούμενου 2. Αναφορικά με το συστατικό στοιχείο της παρουσίασης των επιταγών στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν κατά ή μετά την ημερομηνία που αυτές κατέστησαν πληρωτέες, μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία αλλά και τα παραδεκτά γεγονότα καταλήγω ότι έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Συγκεκριμένα αποτέλεσαν παραδεκτά γεγονότα οι ημερομηνίες κατάθεσης των 3 επιταγών στην Ελληνική Τράπεζα, ενώ αναντίλεκτη παρέμεινε η σφραγίδα επί της 4ης, ως άλλωστε φαίνεται και στις σχετικές επί των σωμάτων των επιταγών σφραγίδων αλά και η ηλεκτρονική παρουσίαση τους στην πληρώτρια Τράπεζα Κύπρου η οποία έθεσε ακολούθως τις σφραγίδες μη πληρωμής. Αναφέρω περαιτέρω ότι δεν έχει αμφισβητηθεί, αντίθετα παρέμεινε αναντίλεκτο και μη αμφισβητούμενο από τους κατηγορούμενους 1 και 2 το συστατικό στοιχείο της μη πληρωμής των επίδικων επιταγών για περίοδο 15 ημερών από την πιο πάνω παρουσίαση τους. Ως εκ τούτου και με αναφορά στα συστατικά στοιχεία του άρθρου 305 Α
(1)εκείνο που απομένει να εξεταστεί σε σχέση με την κατηγορούμενη 1 είναι το συστατικό στοιχείο του λόγου επιστροφής των επιταγών. Αναφέρω ειδικότερα ότι το ζήτημα της ένοχης σκέψης σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 θα εξεταστεί μόνο εάν αποφασισθεί πρώτα το συστατικό στοιχείο του λόγου επιστροφής των επιταγών, σε διαφορετική περίπτωση η εξέταση της ένοχης διανοίας θα παρέλκει. Με βάση τις αρχές της νομολογίας και με αναφορά πάντοτε στο άρθρο 305 Α η σφραγίδα επί μιας επιταγής αποτελεί μαχητό τεκμήριο, το βάρος απόδειξης για την ανατροπή του οποίου, φέρει ο κατηγορούμενος. Βεβαίως σημειώνω ότι οι σφραγίδες δεν συνιστούν και τον μόνο τρόπο απόδειξης του λόγου επιστροφής μιας επιταγής ως απλήρωτης. Στην περίπτωση μας όμως το μαχητό αυτό τεκμήριο προσπάθησε ο συνήγορος υπεράσπισης να ανατρέψει μέσα από την αντεξέταση της ΜΚ2, η οποία, ως φαίνεται ανωτέρω, ανέφερε ότι εκτός από τις 2 σφραγίδες θα έπρεπε να υπάρχει και η σφραγίδα της ανάκλησης πληρωμής καθότι πράγματι για τις επίδικες επιταγές, μεταξύ άλλων δόθηκε γραπτή εντολή ανάκλησης της πληρωμής των ως άλλωστε φαίνεται και από το Τεκμήριο 14. Μέσα από την εν λόγω μαρτυρία της ΜΚ2, η οποία έγινε αποδεκτή στην ολότητα της ως αξιόπιστη και αληθής, προκύπτει ότι στην προκειμένη περίπτωση των 4 επίδικων επιταγών εκτός από τις 2 τεθείσες σφραγίδες θα έπρεπε να είχε τεθεί και αυτή της ανάκλησης η οποία εκ παραδρομής δεν τέθηκε και η οποία όμως συνέτρεχε παράλληλα με τις άλλες 2 ήδη τεθείσες. Εκείνο που θα πρέπει εδώ να αποφασισθεί και αποτελεί και την ουσία της όλης διαφωνίας των ευπαιδεύτων συνηγόρων είναι το κατά πόσο η παράλειψη να τεθεί η εν λόγω σφραγίδα μοιραία θα οδηγήσει σε απόρριψη της κατηγορίας του άρθρου 305Α
(1)την οποία αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι και συνεπακόλουθα εάν έχει ανατραπεί το τεκμήριο που προβλέπεται στο εδάφιο 4 του άρθρου 305 Α. Με όλο τον σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης, κρίνω ότι η απάντηση θα πρέπει να είναι και είναι αρνητική. Ο νομοθέτης μέσα από το άρθρο 305 Α
(1)και
(2)θέσπισε 2 διαφορετικά και ανεξάρτητα μεταξύ τους αδικήματα ανάλογα με τον λόγο επιστροφής της κάθε μιας επιταγής. Κρίνω ότι δεν δύναμαι να εξετάσω εάν έχει διαπραχθεί οιοδήποτε άλλο αδίκημα δυνάμει ενδεχομένως του άρθρου 305 Α
(2)καθότι ενώπιον μου έχω να εξετάσω το αδίκημα του άρθρου 305 Α
(1)και ειδικότερα κατά πόσο οι τεθείσες σφραγίδες είναι ο πραγματικός λόγος επιστροφής. Σημειώνω βεβαίως ότι δεν αποκλείεται κατά την δική μου άποψη και θέση να συντρέχουν παράλληλα όλοι οι δυνατοί λόγοι επιστροφής μιας επιταγής ως απλήρωτης γεγονός που δύναται να ενεργοποιήσει το δικαίωμα για έγερση ιδιωτικής ποινικής δίωξης για 2 αδικήματα. Στην παρούσα περίπτωση μέσα από την μαρτυρία της ΜΚ2 αλλά και με την μαρτυρία του ίδιου του κατηγορούμενου 2 προκύπτει ότι κατά τον χρόνο παρουσίασης των επίδικων επιταγών για πληρωμή ο επίδικος λογαριασμός δεν είχε επαρκή υπόλοιπα ενώ ήταν ήδη και στο ΚΑΠ, μάλιστα ο κατηγορούμενος 2 επέμεινε ότι οι ίδιος ενέργησε με συγκεκριμένο τρόπο για να τεθεί ο λογαριασμός στο αρχείο αυτό. Έχω εξετάσει, παρά το ότι δεν τέθηκε, και το ενδεχόμενο να έχουν επηρεαστεί δυσμενώς τα δικαιώματα των κατηγορουμένων, ενόψει του ότι η παράλειψη της σφράγισης των επιταγών με την ανάκληση, ενδεχομένως να οδήγησε σε απώλεια της δυνατότητας επίκλησης της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας που το άρθρο 305 Α
(2)προβλέπει. Η κατάληξη μου όμως και σε αυτό το ζήτημα θα είναι αρνητική για τον κάτωθι λόγο: - Το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να έχει έρεισμα στην περίπτωση που θα είχε ανατραπεί το μαχητό τεκμήριο που δημιουργήθηκε από τις τεθείσες σφραγίδες αλλά στην περίπτωση που δεν γινόταν αποδεχτή η μαρτυρία της ΜΚ2. Στην παρούσα όμως περίπτωση παρέμεινε αναντίλεκτο και μη αμφισβητούμενο, αντίθετα παραδεκτό από τους κατηγορούμενους, ότι κατά τον χρόνο πληρωμής ο λογαριασμός ήταν στο ΚΑΠ ενώ περαιτέρω ο κατηγορούμενος 2 μη αρνούμενος την μη ύπαρξη επαρκών υπολοίπων, έθεσε την θέση ότι ο ίδιος σκόπιμα δεν μετέφερε χρήματα για να πληρωθούν οι επίδικες επιταγές. Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι οι τεθείσες σφραγίδες αποτελούν τον πραγματικό λόγο μη πληρωμής των επιταγών ή έστω έναν από τους πραγματικούς λόγους μη πληρωμής. - Το κατά πόσο περαιτέρω με τα πιο πάνω δόθηκαν και εντολές ανάκληση της πληρωμής των επιταγών, δεν επηρεάζει την απόδειξη του ανεξάρτητου και αυτοτελούς αδικήματος του άρθρου 305 Α
(1). - Βεβαίως ο λόγος μη σφράγισης των επιταγών και με αυτόν τον λόγο αφορά τις σχέσεις της κατηγορούμενης 1, ως πελάτη του τραπεζιτικού ιδρύματος και όχι τον παραπονούμενο. Τα όσα πιθανώς εγείρονται και προκύπτουν από αυτήν την παράλειψη δεν δύναται να εξεταστούν στην παρούσα απόφαση. - Σημειώνω περαιτέρω ότι η καταχώρηση στο αρχείο του ΚΑΠ, προηγείται χρονικά της δοθείσας εντολής για ανάκληση και αυτό το αναντίλεκτο γεγονός σε συνδυασμό με την απόρριψη της μαρτυρίας του κατηγορούμενου 2 δεν αφήνει περιθώριο για άλλη κατάληξη. Συνεπώς καταλήγω ότι μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής έχει αποδειχθεί και το τελευταίο υπό εξέταση συστατικό στοιχείο του άρθρου 305 Α
(1)και ότι το μαχητό τεκμήριο των σφραγίδων δεν έχει ανατραπεί στον απαιτούμενο βαθμό. Επιπλέον με τα πιο πάνω και σε σχέση με τα όσα αναφέρθηκαν από τον κατηγορούμενο 2 αλλά και γενικότερα από όλους τους μάρτυρες σε σχέση με το αγορασθέν ακίνητο δεν δύναται να αποτελέσουν ζητήματα προς απόφαση στην παρούσα υπόθεση. Το Δικαστήριο με βάση το υπό εξέταση αδίκημα δεν εξετάζει ζητήματα εύλογης αιτίας, παράβασης σύμβασης και/ή οιονδήποτε άλλων ενδεχομένως αστικών διαφορών μεταξύ των διαδίκων τα οποία από ότι αντιλαμβάνομαι αποτελούν και αντικείμενα άλλων δικαστικών διαδικασιών που εκκρεμούν μεταξύ αυτών. Συνεπακόλουθα της απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος στον απαιτούμενο βαθμό η κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2 απομένει να εξεταστεί η ένοχη διάνοια ως οι αρχές της νομολογίας καθορίζουν νοουμένου ότι αναφορικά με την ένοχη πράξη αυτή έχει αποδειχθεί μέσα από την απόδειξη της υπογραφής των επίδικων επιταγών από τον κατηγορούμενο
- Σε σχέση με την ένοχη διάνοια, που στις μεταχρονολογημένες επιταγές, εξετάζεται με βάση τον χρόνο έκδοσης έχω να αναφέρω τα ακόλουθα: - Ο κατηγορούμενος 2 δεν αμφισβήτησε αντίθετα το αποδέχτηκε ότι ήταν το μοναδικό πρόσωπο που είχε τον έλεγχο των οικονομικών της κατηγορούμενης 1 και ειδικότερα του επίδικου λογαριασμού. - Ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι είχε πλήρη γνώση του γεγονότος ότι ο επίδικος λογαριασμός ήταν στο ΚΑΠ αναφέροντας περαιτέρω ότι ο ίδιος ενήργησε ώστε να καταχωρηθεί. Βεβαίως η θέση του αυτή δεν έγινε αποδεκτή, αλλά έγινε αποδεχτή η γνώση του περί της εν λόγω καταχώρησης. - Μέσα από την μαρτυρία της ΜΚ2 προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν το μοναδικό πρόσωπο που εκπροσωπούσε την κατηγορούμενη 1 σε όλες τις τραπεζιτικές εργασίες και ο ίδιος περαιτέρω ανέφερε ότι φρόντιζε να μεταφέρει χρήματα στον επίδικο λογαριασμό για να πληρώνονται οι επιταγές. - Κανένας ισχυρισμός τέθηκε ενώπιον μου περί άγνοιας του κατηγορούμενου 2 για την μη πληρωμή των επιταγών αντίθετα ο ίδιος έθεσε την θέση περί της πλήρους γνώση και ενεργούς συμμετοχής του στον λόγο επιστροφής. Τα όσα πιο πάνω αναφέρονται κρίνω ότι είναι αρκετά για να στοιχειοθετήσουν πέραν πάσης αμφιβολίας την ένοχη σκέψη του κατηγορούμενου 2 συνεπώς και ο κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι, η Κατηγορούσα Αρχή, έτυχε στον απαιτούμενο βαθμό να αποδείξει την υπόθεση της με αναφορά σε ένα έκαστο εκ των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων συνεπώς η κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 1, 3, 5 και 7 ενώ ο κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 2, 4, 6 και
- Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του παραπονούμενου και εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Ε. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ - ΠΑΝΑΓΗ, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο