Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Παύλος Ταμπίχ, Αρ. Υπόθεσης: 5922/14, 31/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B145 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5922/14 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Παύλος Ταμπίχ Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 31/8/2016 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Γ. Αργυρού Για τον κατηγορούμενο: κα Α. Ιωάννου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της κλοπής από αντιπρόσωπο (1η Κατηγ.). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος κατά τον μήνα Σεπτέμβριο του 2010 στη Λεμεσό, έκλεψε τρία χρυσά δαχτυλίδια αξίας Ε3.000=, μία καδένα με σταυρό λευκόχρυση αξίας Ε500=, ένα βραχιόλι χρυσό αξίας Ε700=, και μία καδένα χρυσή αξίας Ε800=, όλα συνολικής αξίας Ε5.000= περιουσία που του εμπιστεύθηκε η Αίγλη Κωσταντίνου από τη Λεμεσό με σκοπό να τα βάλει ενέχυρο και να της δώσει το χρηματικό ποσό των Ε800= και αντί αυτού οικειοποιήθηκε το πιο πάνω ποσό. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1 Β και 2 Β αποτελεί πιστή μετάφραση των Τεκμηρίων 1 Α και 2 Α και ως τέτοιο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο ο αστυφ. 2793 Μαρίνος Τηλεμάχου, η Αίγλη Κωνσταντίνου και η Αστυφ. 3477 Άννα Παπανικολάου (Μ.Κ1- 3), οι οποίοι και σύμφωνα και με τη δυνατότητα που παρέχεται από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, κατέθεσαν τις γραπτές τους καταθέσεις, τις οποίες και υιοθέτησαν ως μέρος της κύριας τους εξέτασης και στη συνέχεια αντεξετάσθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορο του κατηγορούμενου. Μετά δε από την κλήση του τελευταίου σε απολογία αυτός επέλεξε και άσκησε το δικαίωμα της σιωπής χωρίς να προσκομίσει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα, είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό δεν θα την επαναλάβω αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της, εκθέτοντας συνοπτικά και μόνο την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής η οποία προωθήθηκε ουσιαστικά από την παραπονούμενη η οποία κατάθεσε ως Μ.Κ.2. Οι Μ.Κ.1 και 3 ήταν απλώς οι αστυφύλακες που ενεπλάκησαν στην διερεύνηση της υπόθεσης, μετά την καταγγελία της παραπονούμενης εναντίον του κατηγορούμενου. Η Μ.Κ.2 υποστήριξε ότι έδωσε στον κατηγορούμενο κάποια χρυσαφικά, ως ενέχυρο. Και αυτό για να της δώσει Ε800= τα οποία είχε άμεση ανάγκη, με την συμφωνία όπως του τα επιστρέψει σε ένα μήνα, πλέον ποσό Ε10=. Τότε ο κατηγορούμενος θα της επέστρεφε τα χρυσαφικά. Ήταν η θέση της ότι παρόλο που η ίδια αμέσως και με την κατάρτιση της μεταξύ τους συμφωνίας παρέδωσε στον κατηγορούμενο τα χρυσαφικά, αυτός ποτέ δεν της έφερε το ποσό των Ε800=, ούτε και της επέστρεψε τα χρυσαφικά. Σε μεταγενέστερο στάδιο, η σύζυγος του κατηγορούμενου επισκέφθηκε το μαγαζί της και της έδωσε ποσό Ε100=. Της υποσχέθηκε δε, ότι κάθε μήνα θα της έπαιρνε η ίδια κάποιο ποσό χρημάτων, κάτι όμως που δεν έπραξε και κανένα άλλο ποσό δεν της κατέβαλε. Σε κάποια άλλη στιγμή ο ίδιος ο κατηγορούμενος της πήρε το ποσό των Ε200=. Σε άλλη περίπτωση η παραπονούμενη ζήτησε από τον κατηγορούμενο να την προμηθεύσει με κάποιες μπουκάλες ουίσκι δίνοντας του άλλα Ε190= για την αξία τους και τα οποία όμως αυτός ουδέποτε της πήρε. Η Μ.Κ.3 ήταν αυτή η οποία όταν έλαβε την καταγγελία από την παραπονούμενη συνέλαβε τον κατηγορούμενο και έλαβε από αυτόν ανακριτική κατάθεση. Ο δε Μ.Κ.1 αυτός που κατηγόρησε τον κατηγορούμενο ο οποίος και αρνήθηκε ενοχή. Ήταν φανερό ότι και οι δύο δεν μπορούσαν να θυμηθούν γεγονότα πέρα από όσα κατέγραψαν στις καταθέσεις τους, κάτι που ο Μ.Κ.1 δήλωσε ευθαρσώς. Για αυτό και από τη μαρτυρία τους αποδέχομαι μόνο τα όσα ανάφεραν για τις ενέργειες που έκαμαν και οι οποίες καταγράφονται στις καταθέσεις τους. Δεν αποδέχομαι επίσης την εξ' ακοής μαρτυρία που προσήγαγε η Μ.Κ.3 και αφορά την αλήθεια των όσων της αναφέρθηκαν από την παραπονούμενη. Μετά την τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 με το Νόμο 32
(1)/04, η εξ' ακοής μαρτυρία, δεν αποκλείεται πλέον γι' αυτό και μόνο το λόγο. Η βαρύτητα όμως που θα της προσδοθεί, εναπόκειται στο Δικαστήριο το οποίο κατά την κρίση του, μπορεί να λάβει υπόψη του διάφορους παράγοντες οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο Νόμο. Στην συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται ότι δεν θα πρέπει να προσδοθεί στην εξ' ακοής αυτή μαρτυρία καμία βαρύτητα. Και αυτό γιατί η ίδια η παραπονούμενη δεν με έπεισε για την αλήθεια των ισχυρισμών της για τους λόγους που αναφέρονται στην συνέχεια. Αποδέχομαι δηλαδή ότι η τελευταία της είπε όσα καταγράφονται και στο Τεκμήριο Γ, όχι όμως και την αλήθεια αυτών. Παρακολουθώντας την παραπονούμενη να καταθέτει, παρατηρώντας το ύφος και τη συμπεριφορά της, δεν έχω πεισθεί για τη γνησιότητα της εκδοχής της και την αλήθεια των όσων προέβαλε. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους. Απορίες δημιουργεί κατ' αρχήν ο ισχυρισμός της, ότι φύλαξε το ποσό των Ε800= πλέον ποσό Ε10= που θα έπρεπε να καταβάλει στον κατηγορούμενο με την επιστροφή των χρυσαφικών. Και αυτό γιατί δεν είναι λογικό και αναμενόμενο να φυλάξει χρήματα για να ξοφλήσει τον κατηγορούμενο από τη στιγμή που ποτέ δεν έλαβε τα χρήματα αυτά από τον τελευταίο, αλλά αντίθετα μάλιστα του έδωσε και ως εξασφάλιση δικά της χρυσαφικά. Σε κάποια σημεία η μαρτυρία της ήταν συγκεχυμένη. Όταν π.χ. είπε ότι δεν ρωτήθηκε από την αστυνομία για την αξία των χρυσαφικών, αλλά μόνη της η αστυνομία ¨έκρινε και έγραψε'. Και αυτό παρά το ότι σε άλλο σημείο ισχυρίσθηκε ότι είπε στην αστυνομία ποια ήταν η αξία των χρυσαφικών. Πέρα από τα πιο πάνω κάποιες άλλες αντιφάσεις που εντοπίζονται στη μαρτυρία της κλονίζουν περαιτέρω την αξιοπιστία της σε βαθμό που δεν μου επιτρέπουν να βασισθώ σε αυτήν και να εξαγάγω οποιαδήποτε ευρήματα με ασφάλεια. Ενώ στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία και την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κύριας της εξέτασης είπε ότι τα χρυσαφικά που έδωσε στον κατηγορούμενο τα είχε στην τσάντα της (Τεκμήριο Β), στην αντεξέταση της διαφοροποίησε τον ισχυρισμό της αυτό λέγοντας ότι τα φορούσε, τα έβγαλε και του τα έδωσε. Όταν της επισημάνθηκε η αντίθεση αυτή, διαφοροποίησε και πάλι την απάντηση της λέγοντας ότι κάποια από αυτά τα φορούσε και κάποια άλλα τα είχε στην τσάντα της επισημαίνοντας μάλιστα ότι αυτό είναι ένα γεγονός που θυμόταν πάρα πολύ καλά. Ενώ στην κυρίως εξέταση της ισχυρίσθηκε ότι δεν θυμόταν που γνώρισε τον κατηγορούμενο, αντεξεταζόμενη είπε ότι η πρώτη γνωριμία μαζί του έγινε στο κατάστημα της. Αναφορικά με τις μπουκάλες με τα ουϊσκι τις οποίες όπως είπε ζήτησε από τον κατηγορούμενο να της φέρει προέβαλε επίσης αντιφατικούς ισχυρισμούς. Ενώ στο Τεκμήριο Β αναφέρει ότι το περιστατικό αυτό έγινε μετά την παράδοση των χρυσαφικών στον κατηγορούμενο δίδοντας μάλιστα και το λόγο που τον εμπιστεύθηκε ξανά, κατά την ένορκη της μαρτυρία είπε ότι αυτό έγινε 5 μήνες πριν του παραδώσει τα χρυσαφικά, λέγοντας στη συνέχεια ότι αυτό έγινε 3 μήνες πριν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν αισθάνομαι καθόλου ασφαλής να βασισθώ στη μαρτυρία της, την οποία και απορρίπτω. Όπως προαναφέρεται ο κατηγορούμενος μετά την κλήση του σε απολογία επέλεξε και άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Είναι νομολογημένο ότι η σιωπή, σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση, δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (βλ. Τhemistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastasiades v. The Rebublic
(1977)2 CLR 97). Ούτε και η επιλογή ενός κατηγορούμενου να παραμείνει σιωπηλός μπορεί να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (βλ. Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129). Είναι νομολογημένο επίσης ότι η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε συστατικού στοιχείου που την συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 και Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18). Είναι προφανές ότι από τη στιγμή που η μαρτυρία της Μ.Κ.2 που ήταν η ουσιαστική μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής σε σχέση με την υπόθεση έχει απορριφθεί, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αφού το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε κανένα ασφαλές εύρημα όσο αφορά την ουσία της υπόθεσης. Όπως υποδείχθηκε και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου, 2002
(2)ΑΑΔ 246: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την εκδοχή των μαρτύρων κατηγορίας. Η Κατηγορούσα Αρχή έχει την υποχρέωση να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου. Το Δικαστήριο, πολύ ορθά, μετά την απόρριψη της εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής, δεν μπορούσε να προσπαθήσει μέσα από τη συμπεριφορά του εφεσίβλητου να αντλήσει συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να στοιχειοθετούσαν την ενοχή του...... Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσείοντα εγείρει, δεν θα ήταν δυνατό να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι αυτές, δεν επιτρέπονται (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363)». Και στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούσα αρχή, απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.).............. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: criminal/final Αναφορά: κλοπή από υπάλληλο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο