← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΝΙΚΟΛΑΣ ΜΠΡΑΤΦΟΡΤ ΓΟΥΙΛΣΟΝ, Αρ. Υπόθεσης: 4095/14, 5/8/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΝΙΚΟΛΑΣ ΜΠΡΑΤΦΟΡΤ ΓΟΥΙΛΣΟΝ, Αρ. Υπόθεσης: 4095/14, 5/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B140 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4095/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΝΙΚΟΛΑΣ ΜΠΡΑΤΦΟΡΤ ΓΟΥΙΛΣΟΝ Κατηγορούμενος -------------------------- Ημερομηνία: 5 Αυγούστου, 2016 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ν. Χατζηκωνσταντίνου, κα Α. Χατζηγεωργίου και κα Σ. Σαμουρίδου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Π. Οικονόμου Κατηγορούμενος, παρών ΠΟΙΝΗ

  1. Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή σε δύο κατηγορίες.
  2. Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, μη αναγόμενης σε υπαίτια αμέλεια, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, ο κατηγορούμενος στις 24/8/2012 ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ZKQG 502 στην οδό Γαληνού, στον Άγιο Συλά στη Λεμεσό, χωρίς πρόθεση επέφερε το θάνατο της Άντρης Ασσίκη.
  3. Η 2η κατηγορία, αφορά οδήγηση, κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο με την 1η κατηγορία, οχήματος χωρίς προστατευτικό κράνος κατά παράβαση των κ. 59

(2)[1] και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84, όπως τροποποιήθηκαν.
  1. Η Κατηγορούσα Αρχή παρέθεσε με έκθεση γεγονότων (Τεκμήριο 2) τα ακόλουθα γεγονότα που συνθέτουν τα πιο πάνω αδικήματα. Το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Στις 24/8/2012, περί ώρα 22:00, ο κατηγορούμενος οδηγούσε το τετράκυκλο με αρ. εγγραφής ΖΚQG 502 στην οδό Γαληνού στην περιοχή Αγ. Συλά στη Λεμεσό έχοντας ως επιβάτιδα την αρραβωνιαστικιά του Άντρη Ασσίκη («το θύμα») χωρίς να φέρουν προστατευτικά κράνη. Ο κατηγορούμενος είχε αναμμένα τα φώτα πορείας του.
  3. Η οδός Γαληνού είναι ημικύκλιος συνοικιακός δρόμος μήκους 350μ. Αρχίζει από την οδό 25ης Μαρτίου και καταλήγει πάλι στην οδό 25ης Μαρτίου. Είναι ασφαλτοστρωμένη σε όλο το μήκος της και το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 50 ΧΑΩ.
  4. Σε κάποιο σημείο του δρόμου όπου υπάρχει ελαφριά αριστερή στροφή, ο κατηγορούμενος απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος προς τα αριστερά και χτύπησε στην αριστερή πλευρά σταθμευμένου οχήματος με αρ. εγγραφής KNS
  5. Από τη σύγκρουση ο κατηγορούμενος και το θύμα εκτινάχθηκαν και βρέθηκαν στην άσφαλτο. Το θύμα τραυματίστηκε θανάσιμα. Ο κατηγορούμενος τραυματίστηκε στο κεφάλι. Ο θάνατος του θύματος διαπιστώθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και σύμφωνα με την Ιατροδικαστή Ελένη Αντωνίου, η αιτία θανάτου ήταν «κρανιοεγκεφαλική κάκωση συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος».
  6. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε επίσης ότι οι λάμπες οδικού φωτισμού στο δρόμο στο σημείο που έγινε το δυστύχημα δεν ήταν αναμμένες. Στο σημείο εκείνο του δρόμου επικρατούσε πλήρες σκοτάδι. Το οδόστρωμα ήταν στεγνό και ξηρό και ο καιρός αίθριος. Το μηχανοκίνητο όχημα βρισκόταν σε καλή μηχανική κατάσταση και τα φώτα του λειτουργούσαν κανονικά. Στην έκθεση γεγονότων αναφέρονται οι ζημιές των οχημάτων δεν κρίνω σκόπιμο να τις αναφέρω.
  7. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου κατά την αγόρευση του αναφέρθηκε στις περιστάσεις του δυστυχήματος και στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου.
  8. Ως προς τις περιστάσεις του δυστυχήματος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν με το θύμα στο σπίτι των γονιών της και επιβιβάστηκαν στο τετράκυκλο για να μεταβούν σε άλλο συγγενικό τους σπίτι, το οποίο βρισκόταν σε πολύ μικρή απόσταση, περίπου 100 μ. μακριά. Ενώ οδηγούσε ο κατηγορούμενος δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα το σταθμευμένο όχημα με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με την αριστερή πλευρά του σταθμευμένου οχήματος. Το δυστύχημα, ανέφερε, είχε προκληθεί από λανθασμένο στιγμιαίο χειρισμό του κατηγορούμενου. Αναφέρθηκε στη νομολογία επί του θέματος[2] και ανέφερε στο Δικαστήριο ότι η παρούσα περίπτωση δεν αφορά απερίσκεπτη οδήγηση. Το στιγμιαίο σφάλμα του κατηγορούμενου δημιούργησε επικίνδυνη κατάσταση από την οποία και προκλήθηκε ο θάνατος.
  9. Ως προς τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου υιοθέτησε έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 36 ετών και διαμένει με τη μητέρα του ηλικίας 70 ετών. Έχει επίσης ένα αδελφό ηλικίας 38 ετών. Γεννήθηκε στην Αγγλία και όταν ήταν μόλις δύο ετών η οικογένεια του μετακόμισε στην Κύπρο. Οι γονείς του χώρισαν όταν ο ίδιος ήταν 20 ετών. Είναι απόφοιτος ξενοδοχειακής σχολής. Τους δύο τελευταίους μήνες είναι άνεργος. Είχε αρραβωνιαστεί το θύμα το
  10. Όπως αναφέρεται στην έκθεση, ο θάνατος του θύματος επηρέασε τον ίδιο σε μεγάλο βαθμό με αντίκτυπο την προσωπική του ζωή. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος νοιώθει καθημερινά δυσβάστακτο πόνο και ενοχές ενώ διατηρεί άριστες σχέσεις με τους γονείς και τους συγγενείς του θύματος. Κατατέθηκαν γραπτή δήλωση των γονιών του θύματος ημερ. 19/7/2016 (Τεκμήριο 4) στην οποία αναφέρουν ότι δεν επιθυμούν την τιμωρία του κατηγορούμενου. Αναφέρω συμπληρωματικά ότι προηγουμένως είχαν ζητήσει την αναστολή της δίωξης από τον Γενικό Εισαγγελέα με αρνητική απάντηση, επιστολή ημερ. 17/3/2016 (Τεκμήριο 3).
  11. Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν έχει βαθμούς ποινής και έχει παραδεχθεί έστω και σ' αυτό το στάδιο τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.
  12. Σύμφωνα με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154: «Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.»
  13. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 19 του Ν.86/72 το Δικαστήριο έχει εξουσία να στερήσει σε κατηγορούμενο που κρίνεται ένοχος για τροχαίο αδίκημα το δικαίωμα να κατέχει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει και με το άρθρο 20Α να επιβάλει και βαθμούς ποινής στην άδεια του[3].
  14. Στη Νικολάου ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B205, Π.Ε. 195/2014, 20/3/2015, συγκεφαλαιώθηκαν οι κατευθυντήριες γραμμές επιβολής ποινής σε σχέση με το εξεταζόμενο αδίκημα (με αναφορά στις R. v. Guilfoyle 57 Cr.App.R. 549, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 ΑΑΔ 331, Παμπακάς κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 487, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109). Τις παραθέτω:
(1)Το είδος και η έκταση της ποινής είναι πρωταρχική ευθύνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Σε τέτοιου είδους αδικήματα δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή. Στην αρμόζουσα ποινή το δικαστήριο καταλήγει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορουμένου, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η επικίνδυνη οδήγηση στοιχίζει πόρους και ζωές. Η επιμέτρηση της ποινής είναι άμεσα σχετιζόμενη με την έκταση και την υφή της αμέλειας που προκάλεσε το θάνατο, δηλαδή με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του κατηγορουμένου που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου, σε συνάρτηση βέβαια με τις προσωπικές του συνθήκες, οι οποίες θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη.
(2)Όταν το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου είναι καλό, πρέπει να επιβάλλεται χρηματική ποινή και στέρηση της άδειας οδηγού, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας.
(3)Όταν όμως το θανατηφόρο δυστύχημα προκαλείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών ή από απερίσκεπτη οδήγηση, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού. Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια εμπεριέχει και το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων.
(4)Είναι θεμελιωμένο ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, αν δηλαδή θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης ή όχι. 17. Με αναφορά στην Παντέλα ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 562 και την R. v. Boswell [1984] 3 All ER 353, παρατίθενται περαιτέρω, στην προρρηθείσα απόφαση, ενδεικτικοί επιβαρυντικοί και μετριαστικοί παράγοντες που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιβολή ποινής:
(1)Ως επιβαρυντικοί παράγοντες κρίνονται, η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, η υπερβολική ταχύτητα, η αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες του και η επί μακρόν επίμονη και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια). Επιβαρυντικός παράγων είναι επίσης η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθεια του να αποφύγει έλεγχο ή τη σύλληψη.
(2)Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατός του στον οδηγό.
(3)Όπου υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη. 18. Το ερώτημα που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο η οδήγηση του κατηγορούμενου μπορεί να χαρακτηριστεί εγωιστική ή αδιάφορη για την ασφάλεια άλλων προσώπων, αν δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του τη δεδομένη στιγμή, ήταν απερίσκεπτος (και αλόγιστος[4]) ή επικίνδυνος. Περαιτέρω θα πρέπει να εξεταστεί αν το λάθος του ήταν στιγμιαίο. Οι όροι αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ζυπιτής κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220,230). 19. Για να καταδειχθεί απερισκεψία το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι:
(1)Ο κατηγορούμενος πράγματι οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης φυσικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που θα τύγχανε να χρησιμοποιούσε το δρόμο ή ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία· και,
(2)ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτό τον τρόπο χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του προς την δυνατότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, αφού αναγνώρισε πως υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εν τούτοις προχώρησε αναλαμβάνοντας τον (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου
(2002)2 ΑΑΔ 473, Μαρίνου Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:B267, Π.Ε.140/2014, 8/4/2015, R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και R. v. Reid [1992] 3 All ER 673[5]).
  1. Αρκεί η αντίληψη του κινδύνου ως μιας δυνατότητας («possibility») παρά πραγματικής ή ουσιαστικής πιθανότητας («probability») δεν απαιτείται δηλαδή υποκειμενική επίγνωση και ενσυνείδητη ανάληψη συγκεκριμένου κινδύνου (βλ. Μαρίνου Ιωάννου[6]).
  2. Το κατά πόσο ο κίνδυνος που δημιουργήθηκε από τον τρόπο οδήγησης του οχήματος ήταν ταυτόχρονα εμφανής και σοβαρός είναι ζήτημα γεγονότων και κριτήριο, το επίπεδο του συνήθους συνετού οδηγού. Το κριτήριο εξέτασης είναι αντικειμενικό. Αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι είχε δημιουργηθεί εμφανής και σοβαρός κίνδυνος από τον τρόπο οδήγησης του κατηγορούμενου δικαιούται να συμπεράνει ότι ο κατηγορούμενος είχε τη μια ή την άλλη από τις νοητικές καταστάσεις που στοιχειοθετούν το αδίκημα· πρέπει όμως να εξετάσει οποιαδήποτε εξήγηση την οποία ο ίδιος ο κατηγορούμενος δίδει αναφορικά με τη νοητική του κατάσταση η οποία είναι δυνατό να αναιρέσει το συμπέρασμα. Εξετάζεται δηλαδή η υποκειμενική αντίληψη του κατηγορούμενου (βλ. Χρυσοστόμου, Lawrence και Reid).
  3. Απερίσκεπτη πράξη ή συμπεριφορά δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο συγκεκριμένο τρόπο οδήγησης και η απερισκεψία μπορεί να μη συνδέεται με αυτό καθ' εαυτό τον τρόπο της οδήγησης (βλ. Χρυσοστόμου, Lawrence και Reid).
  4. Για να καταδειχθεί επικίνδυνη οδήγηση, πρέπει να αποδειχθεί η πρόκληση, αντικειμενικά ιδωμένης, επικίνδυνης κατάστασης από σφάλμα του οδηγού (βλ. Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233, 238, Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115, 124-125, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18 και την R. v. Gosney
(1971)2 Q.Β. 674).
  1. Η λέξη «επικίνδυνη» σημαίνει αυτήν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους (βλ. Σαζός).
  2. Η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα, όπου αναζητείται κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό (βλ. Σάββα).
  3. Η έννοια «σφάλμα» δεν περιλαμβάνει κατ' ανάγκη εσκεμμένη παράβαση ή απερισκεψία ή πρόθεση οδήγησης κατά τρόπο που αντίκειται στο ορθό επίπεδο οδήγησης. Εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μια αιτία (βλ. Πέτρου, Σάββα, Σαζός και Gosney).
  4. Εξέτασα τα ενώπιον μου τεθέντα γεγονότα και έχω ικανοποιηθεί ότι η οδήγηση του κατηγορούμενου δεν μπορεί να κριθεί απερίσκεπτη. Αντίθετα κρίνω ότι υπέπεσε σε λανθασμένο χειρισμό της στροφής με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με σταθμευμένο όχημα. Το μοιραίο αυτό σφάλμα του κατέστησε την οδήγηση του επικίνδυνη. Δεν υπάρχουν ενώπιον μου οποιαδήποτε γεγονότα που να καταδεικνύουν ότι η οδήγηση του κατηγορούμενου ήταν εγωιστική ή αδιάφορη. Έχω ικανοποιηθεί ότι η επικίνδυνη κατάσταση που δημιουργήθηκε από το σφάλμα του ήταν αποτέλεσμα στιγμιαίας αμέλειας.
  5. Η στιγμιαία αβλεψία έχει την έννοια της μιας και μόνο λανθασμένης κίνησης της στιγμής. Είναι ένα μεμονωμένο σφάλμα, το οποίο συμβαίνει σε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, σε αντίθεση με την αλόγιστη και εγωιστική οδική συμπεριφορά, η οποία υπερβαίνει το στιγμιαίο και καλύπτει περισσότερα χρονικά στάδια (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου, ECLI:CY:AD:2015:B632, Π.Ε. 221/2013, 28/9/2015, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κωνσταντίνου Κουκκίδη, Ποινική Έφεση αρ. 198/12, ημερ. 19/2/2013).
  6. Η παράλειψη του κατηγορούμενου, δεν συνδυάζεται με άλλο επιβαρυντικό παράγοντα ή άλλη τροχαία παράβαση πέραν της οδήγησης χωρίς να φέρει ο ίδιος κράνος. Η παράλειψη του αυτή δεν συνδέεται όμως με την πρόκληση του δυστυχήματος. Το γεγονός ότι το θύμα επίσης δεν φορούσε κράνος, αυστηρά ομιλούντες, αφορά ευθύνη δική της. Νιώθω όμως ότι είναι ορθό να τονιστεί ότι οδηγοί μηχανοκινήτων δίκυκλων και τετράκυκλων δεν πρέπει να αποδέχονται τη μεταφορά επιβατών χωρίς αυτοί να φέρουν το κράνος τους. Ο κατηγορούμενος δεν βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλης, ναρκωτικών ή άλλων ουσιών ούτε έχει αναφερθεί αν οδηγούσε καθ΄ υπέρβαση του ορίου ταχύτητας ή με ταχύτητα επικίνδυνη υπό τις περιστάσεις.
  7. Είναι επίσης σημαντικό να λεχθεί ότι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος από το δυστύχημα απώλεσε την αρραβωνιαστικιά του. Η απώλεια και οι επιπτώσεις σ΄αυτόν δεν μπορούν να αγνοηθούν. Δεν μπορεί επίσης να αγνοηθεί το γεγονός ότι οι γονείς του θύματος έχουν συγχωρέσει τον κατηγορούμενο και δεν επιθυμούν την τιμωρία του.
  8. Τέλος έλαβα υπόψη μου και τα αναφερθέντα στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, 361, αφού έχει επιδειχθεί καθυστέρηση από το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων μέχρι την καταχώριση του κατηγορητηρίου τον Φεβρουάριο του
  1. Η καθυστέρηση αυτή, έχοντας υπόψη μου και τις επιπτώσεις στον κατηγορούμενο δεν μπορεί παρά να προσμετρήσει υπέρ του. Σημειώνω όμως ότι αριθμός αναβολών που ζητήθηκαν μετά την καταχώριση και ορισμό της υπόθεσης, ήταν από την υπεράσπιση, συνεπώς η υπεράσπιση φέρει κάποια ευθύνη για την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε.
  2. Λαμβάνοντας υπόψη μου τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος σε συνδυασμό με την παραδοχή, το λευκό ποινικό μητρώο, τον καλό χαρακτήρα, την ηλικία του κατηγορούμενου, και των υπολοίπων ελαφρυντικών παραγόντων που αναφέρθηκαν και ιδιαίτερα το γεγονός ότι το θύμα ήταν η αρραβωνιαστικιά του, κρίνω ότι δεν ενδείκνυται επιβολή ποινής φυλάκισης στον κατηγορούμενο, αναφορικά με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Οι περιστάσεις του δυστυχήματος, σύμφωνα με τις αρχές που έχω παραθέσει πιο πάνω (βλ. Νικολάου και Παντέλα) καθιστούν την υπό κρίση περίπτωση εντός των πλαισίων επιβολής προστίμου παρά φυλάκισης.
  3. Όσον αφορά την ποινή της στέρησης της άδειας οδηγού, η εξουσία του Δικαστηρίου εμπίπτει στα πλαίσια της διακριτικής του ευχέρειας, αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του παραβάτη και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης. (βλ. Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 57, Ελευθερίου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 300, Stylianou v. The Police
(1962)2 CLR 152, Miltiadous v. The Police
(1970)2 CLR 81, Παναγίδου ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 448, Σαρίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465).
  1. Στην υπόθεση Nicosia Police v. Djemal Ahmed, 3 RSCC 50, κρίθηκε ότι οι ειδικοί λόγοι που μπορεί ένα δικαστήριο να λάβει υπόψη του για να μην ακυρώσει άδεια δεν περιλαμβάνουν μόνο τα περιστατικά του αδικήματος, αλλά επεκτείνονται και στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου.
  2. Ενώπιον μου δεν έχουν τεθεί οποιοιδήποτε λόγοι ώστε να μην του στερηθεί η άδεια οδήγησης. Κρίνω ότι στέρηση ενδείκνυται υπό τις περιστάσεις, παρά την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος, αναλογιζόμενος τη σοβαρότητα και περιστάσεις του αδικήματος που αντιμετωπίζει.
  3. Επιβάλλω στον κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές:
(1)Στην 1η κατηγορία ποινή προστίμου €2500 πλέον 6 βαθμούς ποινής. Επιπρόσθετα, o κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 9 μηνών από σήμερα.
(2)Στη 2η κατηγορία ποινή προστίμου €200. Δεν επιβάλλω βαθμούς ποινής γιατί επέβαλα βαθμούς ποινής στην 1η κατηγορία. (Υπ.).............. Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Sentence/ Causing Death s. 210, Crim. Code. Αναφορά: Ποινική/ Ποινή/ Πρόκληση θανάτου άρθρο 210 ΠΚ. [1] 59
(2)Ο οδηγός μοτοσικλέτας ή μοτοποδηλάτου ή ηλεκτροκίνητου ποδηλάτου ή οχήματος κατηγορίας L6e ή L7e καθώς και το πρόσωπο που μεταφέρεται πάνω σε αυτό ως επιβάτης, όταν ταξιδεύουν σε οποιαδήποτε οδό ή όταν χρησιμοποιούν το εν λόγω όχημα, πρέπει να φέρουν στερεά προσδεδεμένο στην κεφαλή τους προστατευτικό κράνος του τύπου που εγκρίνεται εκάστοτε από τον Έφορο σύμφωνα με γνωστοποίηση τον που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, χρησιμοποιώντας τον εκ κατασκευής εξοπλισμό πρόσδεσης του εν λόγω κράνους:.... [2] Αναφέρθηκε στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου
(2002)2 ΑΑΔ 473, Ζυπιτής κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220, Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233 και Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355. [3] 5-10 βαθμούς ποινής. [4] Στη Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 69, η έννοια «αλόγιστη» εξομοιώθηκε με την έννοια «απερίσκεπτη» (βλ. σελ. 70 της Απόφασης). [5]Αξίζει να αναφερθεί ότι στην Αγγλία θεσμοθετήθηκε ιδιώνυμο αδίκημα σε σχέση με την πρόκληση θανάτου από επικίνδυνη οδήγηση (βλ. s. 1 και 2A του Road Traffic Act 1988 όπως τροποποιήθηκε από το Road Traffic Act 1991) και ξεχωριστό αδίκημα για την πρόκληση θανάτου από αμελή οδήγηση (βλ. s. 2Β του Road Traffic Act 1988 όπως τροποποιήθηκε από το Road Traffic Act 1991). Η προσέγγιση του Αγγλικού δικαίου, είναι ενδιαφέρουσα αφού ουσιαστικά έχει εισαχθεί αντικειμενικό κριτήριο εξέτασης (βλ. Blackstone's Criminal Practice 2013, σελ. 1075, παρ. C3.11). Η προβληματική προσέγγιση της απόδειξης απερίσκεπτης οδήγησης (reckless driving) έχει εγκαταλειφθεί. Στην απόφαση R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 961, στην οποία είχαν στηριχθεί η R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και η R. v. Reid [1992] 3 All ER 673, ασκήθηκε έντονη κριτική. Εν τέλει στην R. v. G [2004] 1 AC 1034, το House of Lords ανέτρεψε ομόφωνα την Caldwell όσον αφορά τα αδικήματα πρόκλησης ζημιάς σε περιουσία (criminal damage) και το κριτήριο ελέγχου της πράξης ή παράλειψης είναι πλέον υποκειμενικό παρά αντικειμενικό. Αν και στην απόφαση R. v. G τονίστηκε στη σελ. 1054, παρ. 28, από τον Bingham L.J. ότι ο λόγος των Lawrence και Reid παρέμενε ανεπηρέαστος σε σχέση με τα αδικήματα οδήγησης, και οι δύο αποφάσεις έχουν καταστεί ακαδημαϊκής σημασίας αφού το αδίκημα σε σχέση με το οποίο αποφασίστηκαν έχει πλέον καταργηθεί και ο όρος «απερίσκεπτος» (reckless) δεν συναντάται στο νέο αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω επικίνδυνης οδήγησης (βλ. πιο πάνω τα όσα ανέφερα σχετικά με τα s. 1 και 2A του Road Traffic Act 1988 όπως τροποποιήθηκε από το Road Traffic Act 1991). Η Χρυσοστόμου και η Πέτρου όμως συνεχίζουν να αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο και ο λόγος των Lawrence και Reid παραμένουν η βάση της Κυπριακής Νομολογίας επί του θέματος, τουλάχιστον σε αδικήματα απερίσκεπτης οδήγησης με βάση το άρθρο 210 ΠΚ. [6]Σύμφωνα με την Αγγλική νομολογία και οι δύο προαναφερόμενες περιπτώσεις κατηγοριοποιούνται ως απερισκεψία με υποκειμενική αντίληψη του αποτελέσματος (subjective recklessness) (βλ. Blackstone's Criminal Practice 2013, σελ. 20, παρ. Α2.6, R. v. Cunningham [1957] 2 QB 396 και R v. G). Μόνο η απερισκεψία με βάση την Caldwell, κατηγοριοποιείται ως απερισκεψία με αντικειμενική αντίληψη του αποτελέσματος (objective recklessness) (βλ. Blackstone's Criminal Practice 2013, σελ. 20, παρ. Α2.6). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.