← Κύπρος

Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού ν. Γεώργιου Χριστοδούλου, Αρ.Υπόθ. 16101/15, 19/8/2016

Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού ν. Γεώργιου Χριστοδούλου, Αρ.Υπόθ. 16101/15, 19/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B142 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Αρ.Υπόθ. 16101/15 Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού Κατηγορούσα Αρχή ν Γεώργιου Χριστοδούλου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 19 Αυγούστου 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Αναστασίου με κα Συμεού (κα Αιμιλίου για να ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο: κος Ιωσήφ με κα Ιωσηφάκη Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση κατηγορείται ότι, στις «05/08/15 και μέχρι σήμερα», στην Κυπερούντα Λεμεσού, λειτουργούσε το κέντρο αναψυχής με την ονομασία «Η ΠΛΑΤΕΙΑ "MONOGIOS" CAFÉ-ΚΑΦΕΝΕΣ ΤΟΥ ΠΑΝΑΗ», χωρίς να έχει εξασφαλίσει σχετική άδεια λειτουργίας από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού (ΚΟΤ), κατά παράβαση των προνοιών του περί Κέντρων Αναψυχής Νόμου 1985, Ν. 29/1985(ο Νόμος) και των σχετικών Κανονισμών. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το υποστατικό που αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος, λειτουργούσε και εξακολουθεί να λειτουργεί εντός των τοπικών ορίων της Επαρχίας Λεμεσού. Κατατέθηκε επίσης από κοινού, ως Τεκμήριο 1, η άδεια πώλησης κρασιού και/ή οινοπνευματωδών ποτών, που ο κατηγορούμενος εξασφάλισε στις 3/6/15 από τον Έπαρχο Λεμεσού και δηλώθηκε ως περαιτέρω παραδεκτό γεγονός, ότι η εν λόγω άδεια εκδίδεται χωρίς να ελέγχεται από την αρμόδια αρχή ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί το εκάστοτε υποστατικό. Για τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής κατέθεσε ένας μάρτυρας, ο Αναστάσης Καπασιής, ΜΚ1, Λειτουργός Διασφάλισης Ποιότητας του ΚΟΤ. Πρόκειται για το λειτουργό που διενήργησε επιθεώρηση στο επίμαχο υποστατικό στις 5/8/15 και προέβη σε συγκεκριμένες διαπιστώσεις, στη βάση των οποίων καταχωρήθηκε η παρούσα ποινική υπόθεση. Ο εν λόγω μάρτυρας, πέραν της προφορικής μαρτυρίας του, κατέθεσε το Τεκμήριο 2 (απόδειξη πληρωμής από ταμειακή μηχανή του επίμαχου υποστατικού ημερ. 5/8/15), το Τεκμήριο 3 (Δελτίο Επιθεώρησης ΚΟΤ ημερομηνίας 05/08/15) και το Τεκμήριο 4, εγκύκλιος ΚΟΤ ημερομηνίας 24/11/06. Τα γεγονότα στα οποία ο μάρτυρας έκαμε αναφορά στην ουσία δεν αμφισβητηθήκαν από την Υπεράσπιση. Στα εν λόγω γεγονότα θα αναφερθώ πιο κάτω στην παρούσα στα πλαίσια παράθεσης των ευρημάτων μου. Σύμφωνα με το μάρτυρα και εδώ είναι που η υπεράσπιση εστιάζει τη διαφωνία της, η όλη εικόνα και τρόπος λειτουργίας του υποστατικού καθώς και η διακόσμηση του χώρου, έδιναν την εικόνα λειτουργίας κέντρου αναψυχής εντός της εννοίας του Νόμου. Εφόσον δε ο κατηγορούμενος δεν είχε εξασφαλίσει από προηγουμένως σχετική άδεια λετουργίας από τον ΚΟΤ, ο μάρτυρας συμπλήρωσε το Τ.3 και ενημέρωσε τον κατηγορούμενο ότι θα ληφθούν δικαστικά μέτρα εναντίον του. Ο μάρτυρας απέρριψε υποβολή της υπεράσπισης ότι το επίμαχο υποστατικό λειτουργούσε σαν καφενείο. Ανέφερε επίσης ότι, σε προηγούμενο έλεγχο που είχε διενεργήσει στο ίδιο υποστατικό περί τις αρχές του 2015 δεν είχε διαπιστώσει την ίδια εικόνα και αναφορικά με την επιχείρηση «καφενείο» έδωσε τη δική του ερμηνεία περί τούτου. Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα, ζητήθηκε από τον συνήγορο για τον κατηγορούμενο και κατατέθηκαν, ως τεκμήριο προς αναγνώριση - «Χ» - δέσμη εκτυπωμένων φωτογραφιών που σύμφωνα με το συνήγορο, απεικονίζουν το υποστατικό κατά την 18/05/16, ημερομηνία αντεξέτασης του ΜΚ1. Το εν λόγω έγγραφο όμως, παρέμεινε για αναγνώριση και ουδέποτε κατέστη κανονικό τεκμήριο, ως εκ τούτου θα αγνοηθεί.(βλ. Lefkaritis Bros Ltd v. Tanya Shipping Office

(1987)1 C.L.R. 47, Demeco Co. v. Beckhoff
(1988)1 C.L.R. 82 και Κυπριακή Δημοκρατία ν Epco Cyprus Ltd και Άλλης,
(2007)1 Α.Α.Δ. 883). Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε, ως άλλωστε ήταν δικαίωμα του, να καταθέσει ενόρκως και να καλέσει μάρτυρα, τον Γιώργο Παναγιώτου, Κοινοτάρχη Κυπερούντας, ΜΥ
  1. Η μαρτυρία του κατηγορούμενου, ο οποίος αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο για την κατηγορούσα αρχή, είναι συνοπτικά η εξής. Ο ίδιος κατάγεται από την Κυπερούντα, όμως για μεγάλο χρονικό διάστημα απουσίαζε από το χωριό. Πριν τρία χρόνια περίπου, όντας άνεργος, επέστρεψε στην Κυπερούντα «οραματισμένος» να φτιάξει «ένα παραδοσιακό μαγαζί όπου θα περνούσαν οι μεγαλύτεροι και οι νεότεροι ευχάριστα την ώρα τους». Επέλεξε τον συγκεκριμένο χώρο γιατί ήταν ένα παραδοσιακό καφενείο που λειτουργούσε από το 1964 με την επωνυμία, «Ο Καφενές του Παναή» και κάποτε «Τα σουβλάκια του Παναή». Στόχος του ήταν να προσφέρει χαρά στην κοινότητα, παρέχοντας ένα ευχάριστο και γνώριμο χώρο για τους παλιούς και ένα χώρο όπου οι νέοι θα μάθαιναν πως περνούσαν οι παλιοί τον χρόνο τους. Από το 2013 που ενοικίασε το υποστατικό, το διατήρησε βασικά στην κατάσταση που το παρέλαβε, προσθέτοντας διακόσμηση και εξοπλισμό ούτως ώστε να διατηρήσει αφενός τον παραδοσιακό χαρακτήρα του χώρου και αφ' ετέρου, για να μπορεί η επιχείρηση να ανταποκριθεί στις ανάγκες της σημερινής κοινωνίας. Τέτοιος εξοπλισμός και διακόσμηση, είναι μεταξύ άλλων, τα διάφορα παλιά αντικείμενα στους τοίχους και στο χώρο γενικότερα, η μηχανή του espresso και παλιά βαρέλια τα οποία χρησιμοποιούνται ως τραπέζια. Προς διευκόλυνση των πελατών του, ο κατηγορούμενος έκδοσε 13 σέλιδο έγχρωμο βιβλιαράκι, Τεκμήριο 5, το οποίο περιλαμβάνει, πέραν από φωτογραφίες και την ιστορία του υποστατικού, το μενού των προϊόντων που προσφέρονται στο υποστατικό. Σύμφωνα με τον ίδιο αν και μεταξύ άλλων, προσφέρονται κοκτέιλς, βότκα και ουίσκι σε μπουκάλι, εντούτοις σπάνια του ζητήθηκε να προσφέρει κάτι τέτοιο. Όσον αφορά τον ναργιλέ που αναφέρεται στο μενού, δεν τον προσφέρει πλέον. Τέλος, αναφορικά με την μηχανή του espresso ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι την χρησιμοποιεί κυρίως ως βραστήρα νερού ή γάλακτος παρά για την παρασκευή τέτοιου είδους καφέ, εφόσον αν και τέτοιου είδους καφέ υπάρχει στο στο μενού εντούτοις δεν έχει πολλή ζήτηση. Οι ώρες λειτουργίας του υποστατικού, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, είναι από τις 10:00 μέχρι τις 01:00 την καλοκαιρινή περίοδο, ενώ τον χειμώνα, επειδή είναι πιο λίγη η πελατεία, σπάνια λειτουργεί τα πρωινά και συνήθως ανοίγει γύρω στις 18:00 - 19:00 το απόγευμα μέχρι και τις 01:
  2. Στο υποστατικό του μεταδίδεται κυρίως έντεχνη ελληνική μουσική, σπάνια ξένη, εκτός αν κάποιος πελάτης το ζητήσει και οι πελάτες του είναι άτομα όλων των ηλικιών, τόσο άντρες όσο και γυναίκες. Στο υποστατικό του μπορεί επίσης κάποιος να παίξει επιτραπέζια παιχνίδια όπως τάβλι, χαρτιά, σκάκι κλπ. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, τόσο το είδος όσο και ο χαρακτήρας της επιχείρησης του, δεν άλλαξαν από το 1964 όταν το υποστατικό πρωτολειτούργησε ως καφενείο. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η αρμόδια κοινοτική αρχή, από το 2013 μέχρι και σήμερα του εκδίδει άδεια λειτουργίας καφενείου (Τ.6). Κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρχε σε ισχύ τέτοια άδεια από την κοινοτική αρχή και ουδέποτε στο παρελθόν υπήρξε οποιοδήποτε πρόβλημα με τον ΚΟΤ ο οποίος έλεγχε το υποστατικό του περίπου 1 - 2 φορές το χρόνο. Απαντώντας σε ερώτηση του συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με την ονομασία «Monogios cafe» που αναγράφεται στην απόδειξη της ταμειακής μηχανής, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι, την εν λόγω επωνυμία, την χρησιμοποιούσε ο προηγούμενος ιδιοκτήτης, ο Ν. Μονογιός, γιός του αρχικού ιδιοκτήτη της επιχείρησης. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, η εν λόγω επωνυμία, ήταν ήδη καταχωρημένη στις ρυθμίσεις της ταμειακής μηχανής που υπήρχε στο χώρο και όταν αυτός ενοικίασε το υποστατικό το 2013, για να την αφαιρέσει θα έπρεπε να πληρώσει ένα σημαντικό ποσό το οποίο δεν είχε. Ως εκ τούτου την άφησε στο σύστημα, προσθέτοντας όμως την ονομασία με την οποία ο ίδιος αποφάσισε να λειτουργήσει την επιχείρηση, δηλαδή «Ο καφενές του Παναή - Η πλατεία». Η επιχείρηση του, σύμφωνα με τον ίδιο, λειτουργούσε πάντοτε και εξακολουθεί να λειτουργεί ως καφενείο. Ο Γιώργος Παναγιώτου, ΜΥ2, κοινοτάρχης Κυπερούντας κατέθεσε αναφορικά με την φύση, το χαρακτήρα και τον τρόπο λειτουργίας της επιχείρησης από το 1964 που το λειτούργησε ο πρώτος του ιδιοκτήτης, ο Παναής, μέχρι και σήμερα που τη λειτουργεί ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, «ο καφενές του Παναή», όπως ήταν και είναι γνωστός στην περιοχή, είναι ένα από τα καλύτερα καφενεία της ευρύτερης περιοχής, βρίσκεται στην πλατεία του χωριού και από το 1964 που το πρωτολειτούργησε ο Παναής μέχρι σήμερα, είναι το μέρος που συχνάζει ο κόσμος για να «χαλαρώσει» και να «δροσιστεί», να συνομιλήσει με άλλους, να παίξει επιτραπέζια παιχνίδια και χαρτιά, «να πιεί τον καφέ του ή να φάει το γλυκό του». Η μόνη διαφορά της σημερινής μορφής της επιχείρησης από εκείνη όταν πρωτολειτούργησε, είναι, σύμφωνα με τον μάρτυρα, το γεγονός ότι ο χώρος είναι «λίγο πιο μοντέρνος» αν και ο παραδοσιακός του χαρακτήρας έχει τονιστεί με τη διακόσμηση του κατηγορούμενου. Σύμφωνα με τον μάρτυρα η επιχείρηση του κατηγορούμενου, όπως και άλλες επιχειρήσεις στην περιοχή, ανέκαθεν αντιμετώπιζαν πρόβλημα με την εξασφάλιση της απαιτούμενης άδειας του ΚΟΤ με αποτέλεσμα αρκετές από αυτές να κλείσουν. Σε σχέση με το επίδικο υποστατικό, ο κύριος λόγος που δεν μπορεί να εξασφαλιστεί η εν λόγω άδεια είναι επειδή το υποστατικό δεν έχει πιστοποιητικό τελικής έγκρισης. Αυτό, ανέφερε ο μάρτυρας, συνιστά πλήγμα για την Κυπερούντα και ως εκ τούτου τόσο ο ίδιος όσο και το κοινοτικό συμβούλιο, καταβάλλουν προσπάθειες ούτως ώστε όλα τα κέντρα αναψυχής της περιοχής, περιλαμβανομένου και του κέντρου του κατηγορούμενου, να εξασφαλίσουν την απαιτούμενη άδεια του ΚΟΤ. Μάλιστα, σε σχέση με την επιχείρηση του κατηγορούμενου, ο μάρτυρας ανέφερε ότι, για το σκοπό αυτό, εδώ και αρκετό καιρό διεξάγει διαβουλεύσεις τόσο με τον Έπαρχο και τον Υπουργό Εσωτερικών όσο και τον ΚΟΤ, σε διοικητικό και πολιτικό επίπεδο. Επειδή όμως απαιτείται αρκετός χρόνος και το κέντρο του κατηγορούμενου έπρεπε να διατηρηθεί σε λειτουργία για το συμφέρον της κοινότητας, η κοινοτική αρχή, από το 2013 μέχρι και σήμερα του χορηγεί άδεια καφενείου ούτως ώστε να μπορεί να παρουσιάζεται ότι λειτουργεί νόμιμα την επιχείρηση έστω και αν δεν έχει ακόμη εξασφαλιστεί πιστοποιητικό τελικής έγκρισης. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την υπεράσπιση οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αντίστοιχα προχώρησαν σε τελικές αγορεύσεις. Συνοψίζω την επιχειρηματολογία τους. Επιχειρηματολογία Υπεράσπισης Α. Δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο λειτουργούσε «κέντρο» αναψυχής εν τη εννοία του Ν.29/
  3. Αντίθετα λειτουργούσε καφενείο, για το οποίο δεν απαιτείται άδεια λειτουργίας από τον ΚΟΤ, (βλ. αρ.2 Ν.29/1986το οποίο εξαιρεί το «καφενείο» από τον όρο «κέντρο»). Το τι συνιστά καφενείο, εφόσον δεν ορίζεται στο Νόμο, δύναται, σύμφωνα με την υπεράσπιση, να συναχθεί από την γραμματική και εννοιολογική σημασία του όρου αλλά και από τη δικαστική προσέγγιση σε όλα τα επίπεδα. Β. Η θέση του ΜΚ1 ως προς το τι συνιστά «καφενείο» καθώς επίσης και ως προς το τι είδους κέντρο αναψυχής λειτουργούσε ο κατηγορούμενος, θα πρέπει να απορριφθεί ως αναξιόπιστη αφού στερείται οποιουδήποτε πραγματικού ή νομικού ερείσματος. Επιχειρηματολογία Κατηγορούσας Αρχής Α. Από την προσκομισθείσα μαρτυρία, όχι μόνο καταδείχθηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο κατηγορούμενος λειτουργούσε κέντρο αναψυχής ως ο νόμος ορίζει αλλά και ότι ουδόλως αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της υπεράσπισης περί λειτουργίας καφενείου. Το ότι ο κατηγορούμενος είχε άδεια λειτουργίας καφενείου, δεν εξ' υπακούει, σύμφωνα με τον κ. Αναστασίου, ότι την επίδικη ημερομηνία ο κατηγορούμενος όντως λειτουργούσε καφενείο ενώ σε κάθε περίπτωση, η εξασφάλιση τέτοιας άδειας δεν απαιτεί προηγούμενη επιθεώρηση του υποστατικού από την αρμόδια κοινοτική αρχή. Β. Ενώ ο κατηγορούμενος φάνηκε να είναι ειλικρινής στο ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας του, αντίθετα ο ΜΥ2 φάνηκε να υποκινείτο, από καθαρή πρόθεση να βοηθήσει τον κατηγορούμενο και όχι να πει την αλήθεια. Αμφότεροι οι συνήγοροι παρέπεμψαν, προς υποστήριξη της επιχειρηματολογίας τους σε νομολογία και πρωτόδικες αποφάσεις καθώς επίσης και σε συγγράμματα και λεξικά. Εξέτασα με προσοχή την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία καθώς επίσης και την πραγματική και διά ζώσης μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Όσον αφορά τις υπό στοιχείο Β ανωτέρω εισηγήσεις των δύο συνηγόρων, παρατηρώ τα εξής. Οι θέσεις και η μαρτυρία που αμφότερες οι πλευρές προώθησαν, σχετικά με το κατά πόσο ο κατηγορούμενος λειτουργούσε κέντρο αναψυχής ή καφενείο, στην ουσία καθιστά τις συγκεκριμένες εισηγήσεις των συνηγόρων, περί κάποιων αναξιόπιστων πτυχών της μαρτυρίας άνευ σημασίας. Και αυτό γιατί, ο κεντρικός άξονας της εκατέρωθεν νομικής επιχειρηματολογίας περί τούτου, εδράζεται επί γεγονότων που στην ουσία δεν αμφισβητούνται αλλά συνιστούν κοινό έδαφος, περιορίζοντας έτσι ως μόνο επίδικο θέμα το κατά πόσο ο κατηγορούμενος, από τις 05/08/2015 μέχρι και τις 31/08/2015 (ημερομηνία καταχώρησης της υπόθεσης), λειτουργούσε κέντρο αναψυχής, εν τη εννοία του Νόμου, χωρίς να έχει εξασφαλίσει προηγουμένως την σχετική άδεια του ΚΟΤ. Το τι δύναται να συνιστά κέντρο αναψυχής εν τη εννοία του νόμου, είναι, όπως και οι δύο συνήγοροι ορθά αναγνώρισαν, θέμα νομικής ερμηνείας για το οποίο, μόνο το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφασίσει. Ως εκ τούτου οι προσωπικές απόψεις οποιουδήποτε προσώπου περί τούτου είναι άνευ σημασίας (βλ Anastassiades v The Republic 1977 2 CLR 97 και Σιακόλα ν Αστυνομιας, Ποιν.Έφ. 53/2011, 24/1/2013 και η νομολογία που η εν λόγω αυθεντίες παραπέμπουν). ΕΥΡΗΜΑΤΑ Τα γεγονότα που, είτε ως παραδεκτά ή ως αδιαμφισβήτητα, συνιστούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών αλλά και έχουν αποτελέσει το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου οικοδομήθηκε η εκατέρωθεν επιχειρηματολογία είναι τα πιο κάτω. Στις 05/08/15, ο ΜΚ1, λειτουργός του ΚΟΤ, διενέργησε έλεγχο στο υποστατικό εντός του οποίου ο κατηγορούμενος λειτουργούσε από το 2013 και εξακολουθεί να λειτουργεί συγκεκριμένη επιχείρηση, έξωθεν της οποίας αναγράφεται η επωνυμία «Η ΠΛΑΤΕΙΑ - Ο ΚΑΦΕΝΕΣ ΤΟΥ ΠΑΝΑΗ», στην Κυπερούντα στην Επαρχία Λεμεσού. Εντός του υποστατικού υπάρχει «πάγκος μπαρ» πίσω από τον οποίο, κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρχαν ράφια πάνω στα οποία ήταν τοποθετημένα εισαγόμενα και κυπριακά ποτά όπως βότκα, ουίσκι, ρούμι και τζιν. Μία κοπέλα, μαζί με τον κατηγορούμενο ήταν πίσω από τον πάγκο και παρασκεύαζαν διάφορα ποτά και ροφήματα. Υπήρχαν επίσης ψυγεία συντήρησης ποτών, μηχανή παρασκευής καφέ τύπου cappuccino, espresso κλπ καθώς και ηλεκτρονικός υπολογιστής που λειτουργούσε ως ταμειακή μηχανή και εξέδιδε αποδείξεις οι οποίες αναγράφουν πέραν από την προαναφερόμενη επωνυμία, τη φράση «"MONOGIOS" CAFÉ». Εντός του υποστατικού μεταδιδόταν από μεγάφωνα, ηχογραφημένη μουσική. Το υποστατικό, συνολικού εμβαδού 80m2 περίπου, διαθέτει εσωτερικό χώρο εστίασης 15 περίπου καθισμάτων, μπαρ, stools (καθίσματα χωρίς πλάτη) και υπαίθριο χώρο εστίασης, 30 περίπου καθισμάτων. Τα αγαθά και οι υπηρεσίες που προσφέρονται στους πελάτες του κατηγορούμενου περιέχονται σε ένα 13 σέλιδο έγχρωμο μενού, το οποίο περιλαμβάνει επίσης, φωτογραφίες και σύντομο ιστορικό τoυ χώρου. Τα εν λόγω αγαθά και υπηρεσίες είναι συνοπτικά τα εξής: Α. Δεκαπέντε
(15)είδη μπύρας τόσο Κυπριακής όσο και εισαγόμενης. Β. Επτά
(7)είδη κρασιού, διαφόρων ποικιλιών τόσο Κυπριακό όσο και εισαγόμενο. Γ. Μπύρα χύμα (draught), κρασί με το ποτήρι και ζιβανία με το μπουκάλι ή το ποτήρι. Δ. Διάφορα είδη αλκοολούχων ποτών τύπου βότκας, ουίσκι, λικέρ κλπ, τα οποία προσφέρονται είτε με το μπουκάλι είτε ως ξεχωριστά ατομικά ποτά. Ε. Τα ποτά που αναφέρονται στο Δ προσφέρονται και ως «special» ποτά με μεγαλύτερη όμως χρέωση ή ως σφηνάκια «shots». Στ. Κοκτέιλς κατά παραγγελία καθώς και διάφορα άλλα προπαρασκευασμένα αλκοολούχα ποτά όπως «Smirnoff ice και Bacardy breezer». Ζ. Οκτώ
(8)είδη καφέ ζεστού ή κρύου τόσο Κυπριακού όσο και ξένου (espresso, cappuccino, latte, nescafe κλπ), τσάι και ζεστή σοκολάτα. Η. Milkshakes, διάφοροι χυμοί φρέσκοι ή σκουός, αναψυκτικά και νερό. Θ. Γλυκά του κουταλιού, μαχαλεπί και παγωτά. Ι. Συνοδευτικοί του ποτού μεζέδες. Κ. Ναργιλές. Η διακόσμηση του χώρου περιλαμβάνει μεταξύ άλλων διάφορα παλιά και παραδοσιακά αντικείμενα της καθημερινότητας καθώς επίσης και διάφορες παλιές φωτογραφίες. Το υποστατικό είναι ανοικτό από τις 10:00 - 01:00 την καλοκαιρινή περίοδο και από τις 18:00 -01:00 τη χειμερινή. Καθημερινά το επισκέπτονται άτομα κάθε ηλικίας και φύλου, ενώ κατά το χρόνο της επιθεώρησης υπήρχαν στο υποστατικό περίπου είκοσι άτομα, νεαρής κυρίως ηλικίας, τα οποία κατανάλωναν διάφορα οινοπνευματώδη ποτά, ροφήματα και παγωτά. Ο κατηγορούμενος διέθετε άδεια πώλησης κρασιού και/ή οινοπνευματωδών ποτών, από τον Έπαρχο Λεμεσού, άδεια για την έκδοση της οποίας όμως δεν διενεργείται οποιοσδήποτε έλεγχος για την φύση ή τον τρόπο λειτουργίας της επιχείρησης. Από το 2013 μέχρι και σήμερα ο κατηγορούμενος διαθέτει επίσης άδεια λειτουργίας καφενείου από την αρμόδια κοινοτική αρχή. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο κατηγορούμενος δεν διέθετε άδεια λειτουργίας κέντρου αναψυχής από τον ΚΟΤ. Για όλα τα πιο πάνω γεγονότα κάμνω ανάλογα ευρήματα. Στρέφομαι τώρα να εξετάσω να εξετάσω κατά πόσο από τα πιο πάνω ευρήματα μου, συνάγεται με ασφάλεια και στον απαιτούμενο στις ποινικές υποθέσεις βαθμό, ότι ο κατηγορούμενος λειτουργούσε κατά τον επίμαχο χρόνο, κέντρο αναψυχής εν τη εννοία του Νόμου, χωρίς να κατέχει άδεια από τον ΚΟΤ, κατά παράβαση του αρ. 6 του Νόμου. Όπως έχω ήδη επισημάνει, η επιχειρηματολογία των συνηγόρων περιστράφηκε γύρω από το τι συνιστά ή δεν συνιστά «καφενείο» και αυτό διότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του αρ.2 του Νόμου, το «καφενείο» δεν περιλαμβάνεται στον όρο «κέντρο» στο οποίο περιορίζονται οι πρόνοιες του Νόμου[1]. Συνακόλουθα, το πρόσωπο που λειτουργεί «καφενείο» εξαιρείται ουσιαστικά από την εφαρμογή και τις υποχρεώσεις που επιβάλλει ο Νόμος και ειδικότερα από την υποχρέωση εξασφάλισης άδειας λειτουργίας από τον ΚΟΤ. Εφόσον ο ορισμός του «καφενείου» όμως δεν παρέχεται στο Νόμο, θα πρέπει να επιχειρηθεί η ορθή ερμηνεία των σχετικών προνοιών, με βάση τους κανόνες ερμηνείας. Όπως έχει νομολογιακά καθιερωθεί, όταν η φρασεολογία μιας νομοθετικής διάταξης είναι σαφής, τότε αποδίδεται στις λέξεις η φυσική και συνήθης έννοιά τους (plain meaning or literal rule). Εκεί όμως που η γραμματική ερμηνεία δεν είναι ξεκάθαρη ή δύναται να οδηγήσει σε παράλογα ή άδικα αποτελέσματα, ακολουθείται η τελεολογική ερμηνευτική προσέγγιση (teleological, purposive interpretation) και ο προσανατολισμός μέσω του σκοπού για τον οποίο έχει θεσπιστεί ο Νόμος, ούτως ώστε να αποδοθεί στο νομοθέτημα, η ερμηνεία εκείνη που αποτελεσματικότερα προωθεί την ευόδωση των κατά άλλα έκδηλων σκοπών του νομοθέτη. (βλ. Κ.Ο.Τ. ν. Παπαδόπουλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 86, Κιτρομηλίδης Στέλιος ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 162, Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 Α.Α.Δ. 348, Hermes Insurance Ltd. κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 406, Aρxή Pαδιοτηλεόρασης Kύπρου ν. Aντέννα Λίμιτεδ,
(2006)3 Α.Α.Δ. 151 και Southfields Industries Ltd v. Δήμου Λευκωσίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 59 και η νομολογία και συγγράμματα που οι εν λόγω αυθεντίες παραπέμπουν). Έχει πλέον εδραιωθεί ως πάγια νομολογιακή αρχή ότι, η ερμηνεία ενός νομοθετήματος γίνεται με αναφορά στο σκοπό του νομοθετήματος και ότι ο κανόνας της αυστηρής γραμματικής ερμηνείας ανήκει στο παρελθόν (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Παναγή Καυκαρή (Αρ. 1)
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 315 καθώς και τη νομολογία που παρατίθεται ανωτέρω). Τονίζεται συναφώς ότι ο σκοπός για τον οποίο έχει θεσπιστεί ο Νόμος αποτελεί σημαντικό παράγοντα για τους σκοπούς της ορθής ερμηνείας του και οι λέξεις σ' ένα νομοθέτημα γενικά ερμηνεύονται με τη συνήθη τους σημασία, αλλά και με βάση τα συμφραζόμενα, έχοντας δε υπόψη το αντικείμενο και το σκοπό του νόμου. Το ότι πρόκειται περί ποινικού νομοθετήματος, ουδόλως διαφοροποιεί την κατάσταση, όπως μπορεί να καταδειχθεί και από τις αποφάσεις που αναφέρονται ανωτέρω, στις οποίες υιοθετήθηκε η προαναφερόμενη αρχή για το σκοπό ερμηνείας ποινικών νομοθετημάτων (βλ. Παπαδόπουλου
(1990), Hermes Insurance Ltd
(2006)και Κιτρομηλίδης Στέλιος
(2009)). Στην Παπαδοπούλου μάλιστα, το επίμαχο νομοθέτημα ήταν, όπως και στην παρούσα, ο Ν.29/1985. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να εξετάσω τις επίμαχες πρόνοιες του Νόμου. Κατ' αρχή, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του Νόμου, ημερ.7/6/84, σκοπός του Νόμου ήταν η ενοποίηση και τροποποίηση της νομοθεσίας σχετικά με όλα τα κέντρα που λειτουργούν στη Δημοκρατία διότι η προηγούμενη νομοθεσία, ο περί Τουριστικών Κέντρων Νόμος 1979-1981 δηλαδή, παρουσίαζε κενά, ασάφειες και αδυναμίες. Από τον «μακρύ τίτλο» (long title) και το προοίμιο του Νόμου, προσδιορίζεται ξεκάθαρα και ο σκοπός του, ήτοι η θέσπιση νομικού πλαισίου που θα ρυθμίζει την ίδρυση και λειτουργία κέντρων εστιάσεως, αναψυχής και ψυχαγωγίας (βλ. επίσης Παπαδοπούλου ανωτέρω). Από το συνοπτικό τίτλο - «ο Περί Κέντρων Αναψυχής Νόμος του 1985» - που παρατίθεται στο αρ.1 για ευκολία αναφοράς, συνάγεται ότι, ο όρος «αναψυχή» εμπερικλείει τόσο την εστίαση όσο και την αναψυχή και την ψυχαγωγία. Άλλωστε αυτή είναι και η «μοντέρνα» γραμματική ερμηνεία της λέξης «αναψυχή» η αρχική έννοια της οποίας παραπέμπει στην «παροχή δροσιάς» [2]. Το ότι πρόθεση του Νομοθέτη ήταν όντως να καλύψει ένα τόσο μεγάλο φάσμα παροχής υπηρεσιών προκύπτει και από τον ευρύ ορισμό που δίνεται σε σχέση με τον όρο «υπηρεσία» στο αρ.2 του Νόμου σύμφωνα με τον οποίο η παροχή κάθε φύσης ποτού ή φαγητού συνιστά υπηρεσία για την οποία ο Νόμος τυγχάνει εφαρμογής.[3] Βεβαίως, οι όροι «αναψυχή» και «υπηρεσία» δεν πρέπει να διαβάζονται απομονωμένα αλλά σε συνδυασμό και υπό το φως και των υπόλοιπων προνοιών του Νόμου. Ως εκ τούτου, το ότι ένα πρόσωπο ή μια επιχείρηση προσφέρει υπηρεσίες «αναψυχής» δεν ενεργοποιεί αυτόματα τις πρόνοιες του Νόμου αλλά θα πρέπει οι παρεχόμενες υπηρεσίες να συνιστούν «υπηρεσίες» εν τη εννοία του Νόμου (βλ. Παπαδοπούλου ανωτέρω όπου η πώληση ποτού εντός δισκοθήκης συνιστούσε τέτοια υπηρεσία ενώ η είσοδος και μόνο για σκοπούς ψυχαγωγίας όχι). Με το Ν.29/1985, επιβλήθηκαν διάφορες υποχρεώσεις αναφορικά με τη λειτουργία τέτοιων κέντρων αναψυχής όπως είναι, μεταξύ άλλων, η υποχρέωση υποβολής αίτησης για κατάταξη του κέντρου στην ανάλογη κατηγορία και εξασφάλισης άδειας λειτουργίας από τον ΚΟΤ υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρχει σε ισχύ πιστοποιητικό τελικής έγκρισης για την καταλληλότητα του χώρου (αρ.6), η υποχρέωση είσπραξης και καταβολής στον ΚΟΤ ποσοστού μέχρι 3% επί των εισπράξεων υπό τη μορφή φορολογίας (αρ.14 το οποίο καταργήθηκε με τον Ν. 151(I)/2005) και η υποχρέωση ύπαρξης διευθυντή της επιχείρησης ο οποίος θα πρέπει να κατέχει είτε συγκεκριμένα ακαδημαϊκά προσόντα είτε να είναι αποδεδειγμένα έμπειρος σε επισιτιστικά ή συναφή επαγγέλματα (αρ.16). Από το αρ.5 του Νόμου, δύναται να εξαχθούν τα είδη επιχειρήσεων, που ο Νομοθέτης είχε υπόψη του ότι δραστηριοποιούνταν στην Κυπριακή Δημοκρατία κατά τον επίμαχο χρόνο θέσπισης του Νόμου και οι οποίες έχριζαν της συγκεκριμένης νομοθετικής ρύθμισης. Αναφέρονται σχετικά τα εστιατόρια, οι ταβέρνες, οι καφετερίες, οι πιτσαρίες, οι μπυραρίες, τα μπαρ, τα μουσικοχορευτικά κέντρα, οι δισκοθήκες, τα σνακ μπαρ και τα καμπαρέ. Αναφορά όμως γίνεται και στο καφενείο, επιχείρηση την οποία ο Νόμος, αρχικά εξαιρούσε μόνο από την υποχρέωση κατάταξης και εξασφάλισης άδειας λειτουργίας από τον ΚΟΤ (βλ. αρχικό αρ.6). Με την παροχή καφέ και μόνο όμως, έναντι πληρωμής, υπηρεσία που αδιαμφισβήτητα προσφέρει ένα καφενείο, να είναι υπηρεσία εν τη ευρεία έννοια του όρου, ως ο όρος ορίζεται στο Νόμο, (βλ. Παπαδόπουλος ανωτέρω), τα καφενεία, αν και δεν υποχρεώνονταν να καταταγούν σε συγκεκριμένη κατηγορία και να εξασφαλίσουν άδεια λειτουργίας, εντούτοις φαίνεται να ενέπιπταν εντός των προνοιών που επέβαλλαν πλέον αυστηρές υποχρεώσεις όπως η υποχρέωση καταβολής φορολογίας 3% και ύπαρξης διευθυντή με ακαδημαϊκά ή εμπειρικά προσόντα κλπ. Από τη φύση όμως των εν λόγω υποχρεώσεων (βλ.αρ. 6-22) αλλά και από τους λόγους που επέβαλαν την ανάγκη για κατάργηση της προηγούμενης νομοθεσίας και αντικατάσταση της από το Ν.29/1985, προκύπτει ξεκάθαρα ότι το προτιθέμενο πεδίο εμβέλειας του Ν.29/1985 ήταν οι εμπορικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνταν πιο «επιθετικά πλέον» στον τουριστικό και ψυχαγωγικό τομέα παρά τα «ασήμαντα» καφενεία της κυπριακής κοινωνίας, επιχειρήσεις που άλλωστε θα ήταν πολύ δύσκολο αν όχι αδύνατο να συμμορφωθούν με τις προβλεπόμενες υποχρεώσεις. Το θέμα φαίνεται να απασχόλησε το Νομοθέτη, αφού, στις 6/12/91, ο Νόμος τροποποιήθηκε με τον Ν.214/1991, σύμφωνα με τις πρόνοιες του οποίου, καταργήθηκε αφενός η ρητή εξαίρεση των καφενείων από την υποχρέωση κατάταξης και αδειοδότησης και εισήχθη αφετέρου μια πιο γενική εξαίρεση, με τη τροποποίηση του όρου «κέντρο» στο αρ.2 του Νόμου. Με την εν λόγω τροποποίηση, τα καφενεία τέθηκαν οριστικά εκτός της έννοιας του όρου «κέντρο» και συνακόλουθα εκτός όλων των σχετικών υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Νόμος. Η σχετική αιτιολογική έκθεση ημερομηνίας 6/10/97, φαίνεται σε μια πρώτη ανάγνωση να είναι υπερβολικά λιτή αφού το μόνο που αναφέρει ως αιτιολογία για την τροποποίηση είναι η ανάγκη να προσδιοριστούν «με ακρίβεια τα κέντρα τα οποία εξαιρούνται από τις διατάξεις του περί Κέντρων Αναψυχής Νόμου...». Παρά το λακωνικό της εν λόγω αναφοράς όμως, αυτή είναι αρκετά κατατοπιστική ως προς το πραγματικό πνεύμα και σκοπό του νομοθέτη, αφού κατ' αρχή επιβεβαιώνει τη θέση ότι το καφενείο έχει τα γνωρίσματα ενός «κέντρου» όπως ο όρος καθορίζεται στο Νόμο, πλην όμως δεν συνιστά «κέντρο» για το οποίο δύναται να εφαρμοστεί ο Νόμος, ενώ την ίδια στιγμή φανερώνει και το ότι πρόθεση του Νομοθέτη δεν ήταν ποτέ, η νομοθετική ρύθμιση της λειτουργίας των καφενείων αλλά των υπόλοιπων κέντρων αναψυχής. Υπενθυμίζω εδώ ότι ο ορισμός που δίνεται σε συγκεκριμένο όρο σε ένα νομοθέτημα αφορά αποκλειστικά το σκοπό του συγκεκριμένου νομοθετήματος. (βλ. PANTELIDES ν. METAFORIKI ETERIA,
(1979)1 Α.Α.Δ. 794 και VENERIS ESTATES ν. MARKIDOU,
(1985)1 Α.Α.Δ. 523).[4] Το γιατί ο νομοθέτης, δεν καθόρισε στο νόμο τι συνιστά καφενείο, αφού πρόθεση του ήταν να το διαχωρίσει από τα υπόλοιπα κέντρα αναψυχής, είναι, κατά την άποψη μου εύκολο να απαντηθεί και εξηγώ. Κατά το χρόνο θέσπισης του Νόμου, ήτοι το 1985, το «καφενείο» δεν ήταν άγνωστο στην Κυπριακή Νομοθεσία ή στην γενική αντίληψη του κύπριου πολίτη. Αντίθετα, αναφορές σε «καφενείο» στην Κυπριακή νομοθεσία δύναται να εντοπιστούν τουλάχιστο από το 1930, όταν ο όρος παρατίθετο στην τότε επίσημη αγγλική γλώσσα ως «coffee-house» ή «coffee-shop»[5]. Από ανάγνωση της κυπριακής νομοθεσίας αλλά και της νομολογίας σε θέματα φορολογίας κερδοσκοπικών επιχειρήσεων, μπορεί εύκολα να γίνει αντιληπτό ποιες ήταν οι επιχειρήσεις που ασκούσαν εμπορική δραστηριότητα στην Κύπρο κατά καιρούς και που είχε υπόψη του ο κύπριος νομοθέτης κατά τη θέσπιση των διαφόρων νομοθετημάτων.[6] Επομένως, ενώ οι επιχειρήσεις της κυπριακής κοινωνίας το 1930 ήταν, μεταξύ άλλων, το καφενείο (coffee-house), το μπαρ (bar), το μαγειρείο (cook-shop), το ποτοπωλείο (drinking shop), το χάνι (khan) και το βυρσοδεψείο (tannery), το 1985, όταν θεσπίστηκε η επίμαχη Νομοθεσία, οι σχετικές επιχειρήσεις ήταν αυτές που ο νομοθέτης περιέλαβε στο αρ.5 του Νόμου. Οι επιχειρήσεις που δεν μεταβλήθηκαν, τουλάχιστο ως προς τη φύση και το χαρακτήρα τους, κράτησαν την ονομασία με την οποία ήταν γνωστές στη κυπριακή κοινωνία, ενώ οι υπόλοιπες είτε χάθηκαν είτε εξειδικεύτηκαν ή απλά έδωσαν τη θέση τους σε μια ξεχωριστή αλλά και διαφορετική εκδοχή τους Διατήρησαν μεν κάποια χαρακτηριστικά του προκάτοχου τους, συνιστούν δε διαφορετικές επιχειρήσεις. Συνακόλουθα, ενώ μέχρι το 1985, τα χάνια είχαν εξαφανιστεί, τα καφενεία, τα μπαρ και τα εστιατόρια εξακολουθούσαν να υπάρχουν πλην όμως εμφανίστηκαν οι καφετέριες, τα σνακ μπαρ, οι πιτσαρίες, τα καμπαρέ κ.ο.κ. Ουδέποτε όμως κρίθηκε αναγκαίος ο νομοθετικός ορισμός των εν λόγω επιχειρήσεων, τουλάχιστο αυτών που ήταν πάντοτε γνωστών στην κυπριακή κοινή δημόσια αντίληψη και των οποίων ο χαρακτήρας ουδέποτε μεταβλήθηκε. Κάτι τέτοιο, τουλάχιστο για το σκοπό νομοθέτησης, θα ήταν αχρείαστο,. (βλ. VENERIS ESTATES ν. MARKIDOU,
(1985)1 Α.Α.Δ. 523). Επανερχόμενος στο επίδικο θέμα στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι η απουσία από το Νόμο, ορισμού του όρου «καφενείο», δεν καθιστά αμφίβολο τον όρο όπως εισηγήθηκε ο κ. Ιωσήφ. Αντίθετα, είναι προφανές ότι ο νομοθέτης ήθελε να διαχωρίσει την «απλή» επιχείρηση του «καφενείου», όπως αυτή ήταν από τα παλιά χρόνια γνωστή στην κυπριακή κοινωνία, από τις πιο «μοντέρνες» και προφανώς πιο εμπορικά «επιθετικές» παραλλαγές της, όπως είναι η «καφετέρια» και το «café», επιχειρήσεις οι οποίες σοφά εντάχθηκαν στον όρο «κέντρα αναψυχής» και αυτό ενόψει και των αυστηρών υποχρεώσεων που επιβλήθηκαν από τη νομοθεσία. Καταφυγή σε λεξικά, για ερμηνεία του όρου «καφενείο», εν τη νομοθετική της έννοια, υπό τις περιστάσεις, δεν θα ήταν βοηθητική, αφού η ερμηνεία που δίνεται σε τέτοια λεξικά, είτε δεν συνάδει με τη νομική σημασία της λέξης είτε δεν ανταποκρίνεται στην σχετική κοινωνική αντίληψη της χώρας του νομοθετήματος (βλ. Kyriakides ανωτέρω). Ενδεικτικό τούτου είναι ότι, ενώ στο λεξικό της ελληνικής γλώσσας του Μπαμπινιώτη, στο οποίο με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος, το «καφενείο» ορίζεται ως «το κατάστημα στο οποίο σερβίρουν κυρίως καφέ αλλά και αναψυκτικά, ποτά, γλυκά ....» για να υποστηρίξει τη θέση ότι αυτό που διαχωρίζει ένα καφενείο είναι η απουσία προσφοράς φαγητού, στο ελληνικό δίκαιο όμως, το καφενείο ορίζεται ως το κατάστημα που προσφέρει πέραν από ελληνικό καφέ, τυρί τηγανιστό, λουκάνικο βραστό ή ψητό ή τηγανιστό και χταπόδι βραστό ή ψητό. (βλ. αρ.37 Υγειονομικής Διάταξης Α1β/8577/83 και Ερμηνευτική εγκύκλιο 3/1992 (01-01-1992) της Αγορανομικής Διάταξης 14/1989 (ΦΕΚ Β΄ 343)). Παρεμβάλλω εδώ βέβαια ότι, τόσο στο ελληνικό δίκαιο όσο και στο λεξικό του Μπαμπινιώτη, οι «καφετέριες» και τα «café», χαρακτηρίζονται ως «μοντέρνες» ή «εκσυγχρονισμένες» εκδοχές του καφενείου, ξεχωριστές και διαφορετικές επιχειρήσεις όμως σε σχέση με το καφενείο, τόσο ως προς τη φύση όσο και ως προς το χαρακτήρα τους. Το ίδιο βέβαια ισχύει και σε περίπτωση που κάποιος ήθελε ανατρέξει στα λεξικά της αγγλικής γλώσσας για να ερμηνεύσει τον όρο «coffee-house» ως ήταν αρχικά στην κυπριακή νομοθεσία. Στο Black's Law Dictionary, 2nd Ed, 1910 o όρος coffee-house ερμηνεύεται ως χώρος όπου πέραν από καφέ και αναψυκτικά, δύναται να προσφερθεί στους πελάτες και διαμονή[7]. Την ίδια στιγμή όμως η αγγλική νομολογία ερμήνευσε την προσφορά τέτοιων υπηρεσιών, άλλοτε ως υπηρεσίες καφενείου και άλλοτε ως υπηρεσίες πανδοχείου (inn)[8] ενώ παράλληλα έκρινε ότι ακόμη και επιχειρήσεις που προσέφεραν φαγητό υπό τη μορφή κανονικών γευμάτων, μπορούσαν να θεωρηθούν ως καφενείο[9]. Επομένως, το τι συνιστά καφενείο στην Ελλάδα ή στην Αγγλία ή σε οποιαδήποτε άλλη χώρα ή γλώσσα, δεν μπορεί να αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα για την ερμηνεία του όρου όπως αυτός συναντάται στην κυπριακή νομοθεσία και σχετίζεται με τις ιδιομορφίες και αντιλήψεις της κυπριακής κοινωνίας. Έχοντας αναφέρει τα ανωτέρω, θα πρέπει να επισημάνω ότι δεν πρέπει να παραγνωρίζεται και το ότι, η οποιαδήποτε ερμηνεία του όρου «καφενείο», για σκοπούς του Ν.29/1985, δεν εξαρτάται από το χρόνο που καλείται ένα Δικαστήριο να ερμηνεύσει τον όρο αλλά από το χρόνο θέσπισης του νομοθετήματος. Με άλλα λόγια, η ερμηνεία που θα δίνετο στον όρο «καφενείο» το 1985, δεν θα πρέπει να είναι διαφορετική από αυτή που θα δοθεί στον ίδιο όρο το 2016, εν τη απουσία βέβαια οποιασδήποτε τροποποίησης. Αντίθετη κατάληξη θα οδηγούσε στο παράλογο και άδικο αποτέλεσμα, η ίδια επιχείρηση να μπορεί να κρίνεται ως «κέντρο αναψυχής», μη εξαιρούμενο του Νόμου, τη μια χρονιά, ενώ την άλλη, ως «καφενείο» και συνεπώς εξαιρετέο. Ως εκ των ανωτέρω, το κατά πόσο στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος λειτουργούσε κέντρο αναψυχής εν τη εννοία του Ν.29/1985 ή «καφενείο», δεν συνιστά θέμα που άπτεται του «παραδοσιακού» ή «μοντέρνου» χαρακτήρα, όπως είναι η εισήγηση του κ. Ιωσήφ αλλά θέμα κοινής αντίληψης, υπό το φως πάντοτε και των «μοντέρνων» κατά το 1985 τουλάχιστο, επιχειρήσεων, αντίληψη την οποία είχε και ο νομοθέτης κατά τον επίμαχο χρόνο. Άλλωστε αυτό που θα χαρακτηρίζετο σήμερα ως παραδοσιακό, πριν 30 χρόνια που θεσπίστηκε ο Νόμος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως επίκαιρο και με τον ίδιο τρόπο, η εικόνα που παρουσίαζε η επιχείρηση το 1985, θα μπορούσε, έχοντας υπόψη τις αντιλήψεις και τα δεδομένα του 1964 που πρωτολειτούργησε, να χαρακτηριστεί κάλλιστα ως μοντέρνα. Το αν παρέχεται φαγητό ή αν το υποστατικό επισκέπτονται γυναίκες ή νέοι ή αν η επίπλωση και η διακόσμηση είναι παραδοσιακή ή αν ακούγεται «μοντέρνα» μουσική, είναι μεν παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη όχι όμως με την απομονωμένη και καθοριστική σημασία που τους απέδωσαν οι συνήγοροι. Είναι η συνολική εικόνα που λαμβάνεται υπόψη και το πως αυτή είναι αντιληπτή στον κύπριο πολίτη, τις ανάγκες του οποίου ο νομοθέτης επιχείρησε να ρυθμίσει. Όπως δηλαδή, ένα καφενείο δεν παύει να θεωρείται ως τέτοιο επειδή σε αυτό θεάθηκε μια γυναίκα να πίνει καφέ ή ένας νέος να χρησιμοποιεί ηλεκτρονικό υπολογιστή, ή ένας ηλικιωμένος να τρώει, ούτε μια επιχείρηση η οποία σερβίρει μόνο καφέ, ποτά και γλυκίσματα δύναται να θεωρηθεί αυτόματα ως καφενείο. Παρεμβάλλω εδώ τις καφετέριες τύπου αλυσίδας, τις οποίες ουδείς αντιλαμβάνεται να συνιστούν καφενεία, παρά το ότι παρουσιάζονται να έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά με αυτά που ο κ. Ιωσήφ εισηγήθηκε με το δεύτερο σκέλος της επιχειρηματολογίας του ότι συνιστούν καφενείο εν τη γενική έννοια του όρου. Εδώ επισημαίνω ότι, η επί του προκειμένου επιχειρηματολογία του κ. Ιωσήφ ήταν διττή, με τις δύο πτυχές της όμως, σε κάποιο βαθμό να αλληλοσυγκρούονται. Ενώ από τη μια προωθήθηκε η θέση ότι η επιχείρηση του κατηγορούμενου, ήταν ουσιαστικά το ίδιο καφενείο που λειτουργούσε από το 1964 πλην κάποιου «εκμοντερνισμού», που κρίθηκε αναγκαίος ενόψει των απαιτήσεων της σημερινής κοινωνίας, από την άλλη, προωθήθηκε η θέση ότι η επιχείρηση του κατηγορούμενου, δεν είναι καφενείο υπό την «παραδοσιακή» έννοια, αλλά μια παραλλαγή ουσιαστικά του καφενείου που λειτουργούσε στα παλιά χρόνια. Έχοντας επομένως κατά νου, την εικόνα που η επιχείρηση του κατηγορούμενου παρουσίαζε στο σύνολο της, κατά την επίδικη περίοδο, ως αυτή προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου πιο πάνω, το ερώτημα που προβάλλει είναι κατά πόσο θα μπορούσε κάποιος να αντιληφθεί, τόσο το 1985 όσο και σήμερα, ότι, η επιχείρηση που ο κατηγορούμενος λειτουργεί δεν είναι κέντρο αναψυχής ως αυτό ορίζεται στο νόμο αλλά καφενείο. Η άποψη μου είναι πως όχι. Μπορεί η επιχείρηση του κατηγορούμενου να έχει κοινά χαρακτηριστικά με αυτά του καφενείου, μπορεί και να είναι διακοσμημένη κατά τρόπο που παραπέμπει σε καφενείο, όμως δεν ήταν καφενείο. Ήταν, λαμβανομένων υπόψη όλων των πιο πάνω, κέντρο αναψυχής εν τη εννοία του Νόμου για τη λειτουργία του οποίου απαιτείτο η εξασφάλιση άδειας από τον ΚΟΤ, άδεια την οποία ο κατηγορούμενος δεν είχε εξασφαλίσει κατά παράβαση της Νομοθεσίας (βλ. αρ.6). Άλλωστε αυτό είναι κάτι που και ο ίδιος ο ΜΥ2, αναγνώρισε από την προσωπική του εμπλοκή εξ' ου και καταβάλλει ακόμη προσπάθειες για να εξασφαλίσει στον κατηγορούμενο την απαιτούμενη άδεια. Το τι κατηγορίας κέντρο είναι η επιχείρηση του κατηγορούμενου είναι άνευ σημασίας αλλά και εκτός της αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου να αποφασίσει αφού η κατάταξη γίνεται στα πλαίσια άσκησης των διοικητικών εξουσιών του ΚΟΤ, κατόπιν αίτησης του ενδιαφερόμενου, αίτηση την οποία είναι υπόχρεος να υποβάλει (βλ. Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Cafe Cappuccino Ol. V Ltd και Άλλης (Αρ. 1),
(2008)2 Α.Α.Δ. 346). Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή, στην παρούσα υπόθεση, πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος στις 5/8/15 λειτουργούσε το κέντρο αναψυχής που αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος χωρίς να εξασφαλίσει την απαιτούμενη άδεια από τον ΚΟΤ. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ). ............... Λ. Πασχαλίδης Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΜΚ Subject: Criminal/Final Αναφορά: :Λειτουργία Κέντρου Αναψυχής χωρίς άδεια ΚΟΤ - Καφενείο [1] Αρ.2 Ν.29/1985- "κέντρον" σημαίνει κατάστημα- (α) λειτουργούν εντός των περιοχών των πόλεων, κωμοπόλεων, συμβουλίων βελτιώσεως και παραλιακών περιοχών· ή (β) λειτουργούν εκτός των ως άνω περιοχών και το οποίον το Διοικητικόν Συμβούλιον θέλει ορίσει ονομαστικώς λόγω της μορφής των υπ' αυτού προσφερομένων υπηρεσιών ή λόγω τοποθεσίας, συγκεντρώσεως ή κινήσεως πελατών, ταξιδιωτών, περιηγητών ή παραθεριστών, εν τω οποίω παρέχονται επί πληρωμή εστίασις, ή πάσης φύσεως φαγητά, ποτά ή γλυκίσματα, ανεξαρτήτως του εάν εις το κατάστημα προσφέρεται μουσική ή καλλιτεχνικόν πρόγραμμα: Νοείται ότι δεν περιλαμβάνονται στον όρο αυτό: (
  1. i)Τα καφενεία, (
  2. ii)... (iii) ... (
  3. iv)... (
  4. v)... [2] Βλ. Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, 1998, σελ. 178 - «αναψυχή - Το ευχάριστο συναίσθημα ψυχοσωματικής ανακούφισης που προσφέρει η ανάπαυση, η χαλάρωση, η ψυχαγωγία... ΕΤΥΜ. αρχική σημ. «δροσιά»... η σημ. «ψυχαγωγία» είναι μτγν.». [3] "υπηρεσία" σημαίνει- (α) παροχήν εστιάσεως ή πάσης φύσεως φαγητών, ποτών ή γλυκισμάτων, ανεξαρτήτως του εάν προσφέρεται μουσική ή καλλιτεχνικόν πρόγραμμα· (β) διοργάνωσιν χοροεσπερίδων, δεξιώσεων, συνεστιάσεων συγχαρητηρίων επισκέψεων ή άλλων εκδηλώσεων παρομοίας φύσεως· [4] Βλ. επίσης περί Εργοδοτουμένων εις Κέντρα Αναψυχής (Όροι Υπηρεσίας) Νόμος του 1968 (Ν.80/1968)και του περί Προμηθειών και Υπηρεσιών (Συνέχιση Μεταβατικών Εξουσιών) Νόμος ΚΕΦ.175A, που αν και συναφή νομοθετήματα, εντούτοις καθορίζουν ρητά το καφενείο ως κέντρο αναψυχής [5] Βλ. αρ.123(
  5. n)kai 158(
  6. f)Κεφ.252 Municipal Corporations Law (Περί Δήμων Νόμος) μετέπειτα Κεφ.240 [6] Βλ. KYRIAKIDES SONS ν. MUN COMMITTEE L'SSOL,
(1985)3 Α.Α.Δ. 607 και LARNACA OIL WORKS, LTD., v. THE MAYOR, DEPUTY MAYOR, COUNCILLORS AND TOWNSMEN OF LARNACA, Civil Appeal No. 3951, 24/02/1953 (CLR 1950-1953, Vol.19, pg. 193) [7] « house of entertainment where guests are supplied with coffee and other refreshments, and sometimes with lodging» [8] Thompson v. Lacy, 3 Barn. & Aid. 2S3; Pitt v. Laming, 4 Camp. 77; Insurance Co. v. Langdon, 6 Wend. (N. Y.) 027; Com. v. Woods, 4 Ky. Law Rep. 202 [9] FITZ v. ILES. [1892 F. 1221.], PROPERTY DEVELOPMENT (COMMERCIAL) LTD V FUGACCIA 221 EG 964 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.