Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Μαρίνου Αναστασίου, Αρ. Υπόθεσης: 14896/12, 26/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B143 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14896/12 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Μαρίνου Αναστασίου Κατηγορούμενου -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 26/8/2016 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Γ. Αργυρού Για τον κατηγορούμενο: κ. Α. Ιωάννου μαζί με κ. Χρ. Ιωάννου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία μόνο κατηγορία για το αδίκημα της τοκογλυφίας κατά παράβαση του άρθρου 314 (Α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος μεταξύ της 9ης Φεβρουαρίου 2010 και της 11ης Ιουλίου 2011 στη Λεμεσό της επαρχίας Λεμεσού, ενώ παρείχε δάνειο στον Νίκο Περατικό από τη Λεμεσό ύψους Ε112.000=, χρέωσε οικονομικό όφελος που υπερέβαινε το επιτόκιο αναφοράς, δηλαδή ενώ έπρεπε να του επέβαλε ανώτατο ποσό ως τόκο το χρηματικό ποσό των Ε3401=, του επέβαλε ποσό Ε126.000=. Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο, ο Αστυφ. 3512 Χάρης Περικλέους, ο Υπαστυνόμος Ιωάννης Σωτηριάδης, ο Χαράλαμπος Στυλιανού, ο Α/Αστυφ. 3498 Φώτης Οντέτσης, ο Λοχίας 4557 Αντρέας Αγαθοκλέους, η Βάσω Ζαχαρία, η Νίκη Σολωμού, ο Νίκος Αναστασιάδης, ο Αστυφ. 2854 Κλείτος Σωκράτους, η Μυριάνθη Συμεού, ο Υπ/μος Οδυσσέας Οδυσσέως, ο Παναγιώτης Φιλίππου, η Άννα Κάτσουρα, ο Χριστάκης Δημητρίου, ο Μάριος Μαρκίδης, ο Ξένιος Κονομής και ο Νίκος Περατικός (Μ.Κ.1- 17). Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 όπως τροποποιήθηκε, εισήγηση, ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του έτσι ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Η εισήγηση του αυτή επικεντρώθηκε σε δύο σκέλη. Πρώτο ότι η προσκομισθείσα από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρία υπήρξε αντινομική, αδύναμη και ασαφής και δεύτερο ότι, κατά το χρόνο που η κατηγορούσα αρχή ισχυρίζεται ότι διαπράχθηκε το αδίκημα δεν υπήρχε σε ισχύ σχετική νομοθεσία που να δημιουργεί το αδίκημα, αφού ακόμα δεν είχε δημοσιευτεί το επιτόκιο αναφοράς που αποτελεί απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Αντίθετη υπήρξε η θέση του ευπαίδευτου συνήγορου της κατηγορούσας αρχής, ο οποίος εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία και ο οποίος προς υποστήριξη της θέσης του ανέπτυξε διάφορα επιχειρήματα. Η απαλλαγή κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου σε αυτή. [ Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E. R. 448]. H κλήση κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas and Anotherv. Police
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Αzinas, πιο πάνω). Ως προς το βαθμό απόδειξης που πρέπει να αποδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9. Βοηθητική επίσης για το ζήτημα που εξετάζεται είναι η υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155 . δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το Δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατό να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της επάρκειά της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρά στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία». Σχετικά είναι επίσης και τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα των κ.κ. Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές Πτυχές στις σελίδες 190-196. Είναι καλά νομολογημένο ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρέπει να προβαίνει σε αξιολόγηση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας. Από την άλλη και όπως και στην Kallenos έχει αποφασισθεί, πρέπει προκαταρκτικά να εξετάζεται αν υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής και το οποίο αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Θα πρέπει λοιπόν το Δικαστήριο να εξετάσει τη δοθείσα μαρτυρία μέσα από το συγκεκριμένο πρίσμα. Προσκομίσθηκε πολλή μαρτυρία η οποία όμως δεν ήταν ουσιαστική αλλά προφανώς στόχευε στην απόδειξη επί μέρους ζητημάτων. Η πιο ουσιαστική μαρτυρία που έχει προσκομισθεί προς απόδειξη της κατηγορίας είναι αυτή του παραπονούμενου, Μ.Κ.17, αφού αυτός είναι το πρόσωπο που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του έλαβε σε διάφορες περιπτώσεις δάνεια από τον κατηγορούμενο έναντι τόκου που υπερέβαινε το επιτόκιο αναφοράς. Είναι για αυτό σημαντικό να εξετασθεί η μαρτυρία του σε συσχετισμό βέβαια πάντα και με την λοιπή εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής προσκομισθείσας μαρτυρία και με αντικειμενικό πάντα τρόπο για να αποφασισθεί αν αυτή είναι αρκετά ισχυρή στην ουσία της, έτσι ώστε στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος κληθεί σε απολογία να μπορεί να οδηγήσει σε καταδίκη του. Σημαντικό λοιπόν είναι να εξετασθούν οι ισχυρισμοί που ο παραπονούμενος προέβαλε σε σχέση με τα ποσά που έλαβε από τον κατηγορούμενο, αυτά που του επέστρεψε, το ύψος του επιτοκίου κ.λ.π.. Και αυτό πάντοτε μέσα στα πλαίσια αντικειμενικής θεώρησης της μαρτυρίας. Ο Μ.Κ.17 έδωσε στην αστυνομία επτά συνολικά καταθέσεις, Τεκμήρια Σ- Ω, τις οποίες και υιοθέτησε ως μέρος της κύριας του εξέτασης. Σε αυτές υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, του δάνεισε διάφορα ποσά χρημάτων, χρεώνοντας τον με τόκο του οποίου το ύψος ήταν 20%. Την επιβολή αυξημένου επιτοκίου υποστήριξε επίσης και προφορικά προβάλλοντας παράλληλα και διάφορους άλλους ισχυρισμούς. Εξετάζοντας το σύνολο της μαρτυρίας του Μ.Κ.17, κρίνεται ότι αυτή δεν είναι ικανή να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής του κατηγορούμενου. Και αυτό γιατί δεν ήταν καθόλου πειστική λόγω της γενικότητας, της αοριστίας και της ασάφειας που την χαρακτηρίζει σε πολλά και σημαντικά για την υπόθεση σημεία. Η ασάφεια αυτή προκύπτει από την πρώτη κιόλας κατάθεση που ο παραπονούμενος έδωσε στην αστυνομία, Τεκμήριο Σ και στην οποία και στο «περίπου» και μόνο, αναφέρει το ποσό που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, του δάνεισε ο κατηγορούμενος προσδιορίζοντας το στην κατάθεση του αυτή σε Ε45.000= περίπου. Στο περίπου επίσης αναφέρεται στο Τεκμήριο Τ, όπου αναφερόμενος σε κάποιο ποσό Ε10.000= που του δάνεισε επίσης ο κατηγορούμενος, ισχυρίζεται ότι το έχει ξοφλήσει, καταβάλλοντας επιπρόσθετα το ποσό των Ε 2.400= περίπου σε διάστημα 2 με 3 μηνών. Ασάφεια επίσης παρατηρείται και στο Τεκμήριο Ψ όπου ο παραπονούμενος στο περίπου και πάλι, αναφέρει ως ποσό που οφείλει στον κατηγορούμενο, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων, αυτό των Ε100.000=. Με τον ίδιο τρόπο, στο περίπου δηλαδή, αναφέρεται και στη συνέχεια του Τεκμηρίου Ψ τόσο για το ποσό των Ε25.000= που όπως αναφέρει χρωστούσε ως τόκους στον κατηγορούμενο μέχρι τις 15/5/2011, όπως και για την περίοδο που αυτοί αφορούσαν και την οποία προσδιορίζει σε 7 μήνες περίπου. Με την ίδια αοριστία απάντησε και σε ερώτηση σε σχέση με το ποσό των χρημάτων που έδωσε στον κατηγορούμενο σε μετρητά από τον Φεβρουάριο του 2010 έως το τέλος Μαϊου του 2011 και στην οποία απάντησε «Γύρω στις 50.000=». Απαντώντας δε σε υποβολή που του έγινε είπε κατά λέξη «.. Ότι ανάφερα στην κατάθεση μου είναι ένα περίπου όπως είναι η πραγματικότητα». Για όλα τα πιο πάνω δηλαδή αναφέρεται στο περίπου. Ασαφής επίσης υπήρξε για το πώς προήλθε το ποσό των Ε126.000= το οποίο εκτίθεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος ως το οικονομικό όφελος που του επέβαλε ο κατηγορούμενος και υπερέβαινε το επιτόκιο αναφοράς, για το οποίο δεν έδωσε ποτέ εξήγηση για το πώς αυτό προήλθε, καταλήγοντας να πει ότι δεν μπορούσε να το εξηγήσει. Ασαφέστατη και συγκεχυμένη υπήρξε η μαρτυρία του και ως προς το ύψος του επιτοκίου που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, του επέβαλε ο κατηγορούμενος. Και αυτό γιατί δεν προσδιόρισε με ακρίβεια ποιο ήταν αυτό. Στις καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία και ειδικότερα στα Τεκμήρια Σ, Τ και Χ αναφέρει ότι ο τόκος που επιβλήθηκε ήταν 20%. Προφορικά είπε διάφορα. Αρχικά ότι ήταν 20% και στη συνέχεια μειώθηκε, χωρίς όμως να μπορεί να θυμηθεί πόση ήταν η μείωση. Μετά είπε ότι ήταν «γύρω στο 10%» και στη συνέχεια 10 % με 12%. Σε άλλο σημείο ότι «. ήταν περίπου σε εκείνο το ποσοστό 20%, 19%, 18% ή 22%. Δεν μπορώ να το υπολογίσω τωρά ακριβώς με ακρίβεια». Σε άλλο σημείο είπε «ήταν γύρω στο 20%, 21%, 22% κάπου τζιαμέ» και σε άλλη περίπτωση το προσδιόρισε «γύρω στο 15%». Κατέληξε δε να πει ότι αρχικά ήταν 20%, μετά μειώθηκε και αυξήθηκε και πάλι σε μεταγενέστερο στάδιο, αφήνοντας ουσιαστικά το ζήτημα του ύψους του επιτοκίου να παραμένει στην σφαίρα του αόριστου και του υποθετικού. Ασαφής υπήρξε επίσης και σε σχέση με το κεφάλαιο επί του οποίου υπολογίσθηκαν οι τόκοι. Είπε σε κάποια στιγμή, απαντώντας και πάλι στο περίπου «Το ποσό είναι πάνω στα Ε27.800=». Σύγχυση επίσης παρατηρείται και σε σχέση με την έκταση των συναλλαγών που υπήρξαν μεταξύ παραπονούμενου και κατηγορούμενου. Και αυτό γιατί δεν υπήρξε ξεκάθαρη μαρτυρία για τα ακριβή ποσά που αφορούσε η κάθε συναλλαγή που υπήρξε μεταξύ τους, τις πράξεις που έγιναν, το ακριβές ύψος των ποσών που αφορούσαν, που καταβλήθηκαν κ.λ.π.. Όλη η μαρτυρία που αφορά τα πιο πάνω ζητήματα στερείται παντελώς και πειστικότητας και σαφήνειας και παρουσιάζει πάρα πολλές αδυναμίες και ασάφειες σε βαθμό που δεν επιτρέπει την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία. Και αυτό χωρίς να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση της μαρτυρίας αυτής, αλλά εξετάζοντας την αντικειμενικά και μόνο. Θεωρώ ότι η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία θα ήταν όπλο στα χέρια της κατηγορούσας αρχής να συμπληρώσει τα κενά και τις ατέλειες που παρουσιάζονται στην υπόθεση της. Η ίδια ασάφεια και αοριστία παρατηρείται πρέπει να λεχθεί και στην μαρτυρία του Μ.Κ.2 ο οποίος επίσης δεν έδωσε στοιχεία για όλα τα πιο πάνω και του οποίου εν πάση περιπτώσει η όλη μαρτυρία βασίζεται ουσιαστικά στα όσα του αναφέρθηκαν από τον Μ.Κ.17 και τα οποία ενόψει της έλλειψης πειστικότητας και ασάφειας που χαρακτηρίζει τη μαρτυρία του τελευταίου δεν θα μπορούσαν σε καμία περίπτωση να αποτελέσουν ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή ορθών συμπερασμάτων. Αποτέλεσε εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου του κατηγορούμενου ότι το Δικαστήριο στο στάδιο τούτο, θα πρέπει να καταλήξει σε εύρημα ότι η συνάντηση μεταξύ παραπονούμενου και κατηγορούμενου και κατά την οποία ο πρώτος παρέδωσε στο δεύτερο τις δύο επιταγές ύψους Ε60.000= η κάθε μια καθώς και το γραμμάτιο των Ε48.000= (Τεκμήρια 18, 19 και 13 αντίστοιχα), δεν ήταν η 15/5/2011, αλλά μια άλλη ημερομηνία που δεν διαφάνηκε από τη μαρτυρία ποια ήταν. Και αυτό γιατί ενώ ο παραπονούμενος μαρτύρησε ότι η συνάντηση αυτή δεν έγινε κατά τη διάρκεια του Σαββατοκυρίακου, όπως το Δικαστήριο μπορεί να λάβει δικαστική γνώση καθότι αποτελεί πασίδηλο γεγονός, η 15/5/2011 ήταν Κυριακή. Συνεπώς και σύμφωνα πάντα με την εισήγηση του κ. Ιωάννου η μαρτυρία του παραπονούμενου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και έτσι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι η συνάντηση έγινε όντως στις 15/5/2011, ημερομηνία που είναι σημαντική σε σχέση με την θέσπιση του άρθρου δυνάμει του οποίου κατηγορείται ο κατηγορούμενος. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση αυτή του ευπαίδευτου συνηγόρου, καθότι το ζήτημα τούτο χρήζει αξιολόγησης της μαρτυρίας κάτι που δεν μπορεί να γίνει στο στάδιο τούτο. Παρά το γεγονός ότι η τύχη της υπόθεσης έχει ήδη πλέον κριθεί θα προχωρήσω να εξετάσω και το δεύτερο σκέλος της εισήγησης του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου, ότι δηλαδή δεν έχει αποδειχθεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, δηλαδή το επιτόκιο αναφοράς. Το αδίκημα που αποδίδεται στον κατηγορούμενο δημιουργείται από το άρθρο 314 (Α) του Ποινικού Κώδικα και διαλαμβάνει τα ακόλουθα. 314Α.
(1)Πρόσωπο το οποίο κατά την παροχή οποιουδήποτε δανείου, κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσµίας πληρωµής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου, λαµβάνει, εισπράττει, χρεώνει, συνοµολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτον οικονοµικό όφελος ή περιουσιακά ωφελήµατα που υπερβαίνουν το επιτόκιο αναφοράς, διαπράττει αδίκηµα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε
(5)έτη ή σε χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τριάντα χιλιάδες ευρώ (€30.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου «επιτόκιο αναφοράς» σηµαίνει το µέσο όρο των ετήσιων επιτοκίων, συµπεριλαµβανοµένων προµηθειών, επιβαρύνσεων ή οποιωνδήποτε εξόδων χρεώνουν τα πιστωτικά ιδρύµατα για καταναλωτικά δάνεια, αυξανόµενο κατά το ήµισυ, µε ελάχιστη αύξηση πέντε ποσοστιαίες µονάδες και µέγιστη αύξηση µέχρι δέκα ποσοστιαίες µονάδες. Το επιτόκιο αναφοράς υπολογίζεται ανά τριµηνία από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, η οποία το δηµοσιεύει στην Επίσηµη Εφηµερίδα της ∆ηµοκρατίας». Για να διαπραχθεί δηλαδή το ποινικό αδίκημα θα πρέπει το όφελος που αποκομίζει κάποιος να υπερβαίνει το επιτόκιο αναφοράς. Αποτελεί συνεπώς ο καθορισμός του επιτοκίου, συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Τι αποτελεί επιτόκιο αναφοράς καθορίζεται και πάλι από το ίδιο άρθρο και συγκεκριμένα από το εδάφιο
(2)το οποίο και εκτίθεται πιο πάνω. Σύμφωνα λοιπόν με τις πρόνοιες του συγκεκριμένου εδαφίου, το επιτόκιο αυτό καθορίζεται από την Κεντρική Τράπεζα και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Για το συγκεκριμένο ζήτημα κλήθηκε και μαρτύρησε λειτουργός της Κεντρικής Τράπεζας, η Μ.Κ.
- Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία της το επιτόκιο αναφοράς υπολογίσθηκε από την Κεντρική Τράπεζα στο 12.18% και σχετική δημοσίευση έγινε την 1/7/
- Όπως όμως διαπιστώθηκε στη συνέχεια η δημοσίευση που έγινε την ημερομηνία αυτή, ήταν λανθασμένη γιατί αφορούσε το αδίκημα που δημιουργείται από το εδάφιο (Γ) του άρθρου 314, το αδίκημα δηλαδή της αισχροκέρδειας. Για αυτό και προς διόρθωση του λάθους, ακολούθησε νέα δημοσίευση με ημερομηνία 18/8/2011 η οποία και αναφέρεται στο επιτόκιο αναφοράς για το οποίο γίνεται λόγος στο άρθρο 314(Α). Είναι ξεκάθαρο λοιπόν ότι το επιτόκιο αναφοράς δημιουργήθηκε με την ορθή δημοσίευση που έγινε στις 18/8/
- Πριν την ημερομηνία αυτή, το επιτόκιο για το αδίκημα της τοκογλυφίας δεν είχε δημοσιευθεί, κάτι που σύμφωνα με τη ρητή πρόνοια της νομοθεσίας, πρέπει να προηγηθεί για τον καθορισμό του επιτοκίου αναφοράς. Το τι δημοσιεύθηκε προηγουμένως είναι χωρίς σημασία αφού σύμφωνα με τη μαρτυρία της αρμόδιας λειτουργού αυτό ήταν λανθασμένο. Εφόσον λοιπόν το αδίκημα που αποδίδεται στον κατηγορούμενο φέρεται να διαπράχθηκε μεταξύ της 9ης Φεβρουαρίου 2010 και της 11ης Ιουλίου 2011, σε περίοδο δηλαδή που σύμφωνα με τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δεν είχε ακόμα δημοσιευθεί το επιτόκιο αναφοράς για το αδίκημα της τοκογλυφίας και συνεπώς αυτό δεν είχε ακόμα αποκρυσταλλωθεί σύμφωνα με τις απαιτήσεις της νομοθεσίας, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί εναντίον του κατηγορούμενου το αδίκημα το οποίο του αποδίδεται, αφού δεν έχει αποδειχθεί η ύπαρξη του συστατικού αυτού στοιχείου του αδικήματος. Συνεπώς και για το δεύτερο αυτό λόγο, ο κατηγορούμενος δεν θα μπορούσε να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Κατά συνέπεια και για τους πιο πάνω λόγους, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάττεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)................. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο