Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Μαρία Φραγκογιάννη, Αρ. Υπόθεσης: 28990/13, 30/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B144 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 28990/13 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Μαρία Φραγκογιάννη Κατηγορούμενης -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 30/8/2016 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Γ. Αργυρού Για την κατηγορούμενη: κα Μ. Χ΄ Λευτέρη Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη αντιμετώπιζε αρχικά τρεις κατηγορίες για αδικήματα κατά παράβαση του Περί της Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, 119(Ι)/2000 όπως τροποποιήθηκε. Συγκεκριμένα αντιμετώπιζε τα αδικήματα της κοινής επίθεσης, της άσκησης βίας στον εν διαστάσει σύζυγο της που προκάλεσε σε αυτόν ψυχική βλάβη και της άσκησης βίας στο τέκνο της που προκάλεσε και σε αυτό ψυχική βλάβη (1η -3ηκατηγ.). Αθωώθηκε όμως και απαλλάγηκε στην 2η και 3η κατηγορία πριν την κλήση της σε απολογία με αποτέλεσμα να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση της μόνο στην 1η κατηγορία. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι ο Μ.Κ.3 είναι γιατρός/παθολόγος στο τμήμα Α΄ Βοηθειών όπου και εξακολουθεί να εργάζεται μέχρι σήμερα και αυτό ως τέτοιο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκαν και μαρτύρησαν, ο Αστυφ. 1135 Μάμας Νικοδήμου, ο Jimenez Moncana Ricardo Ernesto και ο Δρ Τραϊανός Πλουγαρλής (Μ.Κ.1-3 αντίστοιχα). Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα είναι καταγραμμένη στα πρακτικά για αυτό και δεν θεωρώ απαραίτητο να την παραθέσω αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Μ.Κ.1 είναι ο αστυνομικός που εξέτασε την υπόθεση. Αυτός υιοθέτησε ως μέρος της κύριας εξέτασης του την κατάθεση που ετοίμασε για τις ενέργειες που έκαμε για την υπόθεση (Τεκμήριο Α). Πέραν από τα όσα αναφέρει όμως στην κατάθεση του αυτή, ήταν φανερό και δεν το έκρυψε, ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί με θετικότητα οποιοδήποτε άλλο γεγονός που σχετίζεται με την υπόθεση. Για αυτό και από τη μαρτυρία του αποδέχομαι μόνο τα όσα εκθέτει στο Τεκμήριο Α, καθότι δεν διέκρινα οτιδήποτε ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία του. Μ.Κ.2 ήταν ο παραπονούμενος. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει, παρατηρώντας με προσοχή την όλη στάση και συμπεριφορά του, δεν έχω πεισθεί για την ειλικρίνεια του και την αλήθεια των όσων προέβαλε. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους. Αξιοπερίεργη και καθόλου πειστική είναι η εκδοχή του ότι πήρε το παιδί από το σπίτι της κατηγορούμενης για να το πάρει απλώς μια βόλτα σε συνεννόηση με την κατηγορούμενη. Και αυτό γιατί δεν μπορεί να δοθεί καμία λογική εξήγηση γιατί αφού και όπως προέβαλε είχαν συνεννοηθεί με την κατηγορούμενη να συναντηθούν στην εκκλησία του Αγίου Νεκταρίου δεν την περίμενε εκεί παρά μόνο αναχώρησε λίγα λεπτά μετά την διαπίστωση του ότι η εκκλησία ήταν κλειστή, χωρίς μάλιστα να την ενημερώσει για την πρόθεση του να μην την περιμένει. Γιατί αν ήταν ειλικρινής, λογικό θα ήταν και αναμενόμενο να την ειδοποιήσει σχετικά. Αυτός όμως όχι μόνο παρέλειψε να επικοινωνήσει μαζί της για να της αναφέρει την πρόθεση του να φύγει από την συγκεκριμένη εκκλησία και να συνεννοηθούν, αλλά συνέχισε να κυκλοφορεί με το ανήλικο παιδί τους για πολλή ώρα, χωρίς η μητέρα η οποία υποτίθεται ότι θα τους συναντούσε να μην γνωρίζει για τις κινήσεις τους. Πήγε όπως είπε, από την εκκλησία του Αγίου Νεκταρίου στην εκκλησία της Αγίας Ζώνης και στη συνέχεια και όταν διαπίστωσε ότι και η εκκλησία αυτή ήταν κλειστή και αφού αγόρασε κάποια φαγώσιμα, μετέβη με το παιδί σε κάποιο πάρκο συνεχίζοντας όλο αυτό το διάστημα να παραλείπει να ενημερώσει την κατηγορούμενη. Οι κινήσεις του αυτές δημιουργούν εύλογες κατά την κρίση μου απορίες για την ειλικρίνεια των ισχυρισμών του. Γιατί να ενεργήσει όπως ενήργησε χωρίς να ενημερώσει την κατηγορούμενη για τις κινήσεις του αυτές μαζί με το παιδί τους ιδιαίτερα από την στιγμή που είχαν όπως ο ίδιος είπε συνεννοηθεί να συναντηθούν στην εκκλησία του Αγίου Νεκταρίου και ήταν φυσικό αυτή να τους αναζητήσει; Γιατί αν ήταν όντως ειλικρινής χωρίς τίποτε άλλο να έχει στο μυαλό του, τι πιο φυσιολογικό να ενημερώσει την κατηγορούμενη για την πρόθεση του να μην την αναμένει όπως είχαν συμφωνήσει στον προκαθορισμένο χώρο; Αντεξεταζόμενος επί του ζητήματος αυτού και ειδικότερα για την παράλειψη του να τηλεφωνήσει στην κατηγορούμενη και να την ενημερώσει, έδωσε πολλές ασαφείς και αόριστες απαντήσεις λέγοντας μεταξύ άλλων ότι και η ίδια η κατηγορούμενη μπορούσε να του τηλεφωνήσει. Και αυτό όμως καταρρίπτεται από όσα ο ίδιος ανάφερε στη συνέχεια όταν ερωτώμενος για την παράλειψη του να απαντήσει σε έξη τηλεφωνήματα που έλαβε από την αστυνομία είπε κατά λέξη «Για να προσέχω εξ' ολοκλήρου το παιδί μου, είχα το τηλέφωνο μου στο αθόρυβο».Πως ήταν λοιπόν δυνατό και ενώ είχε όπως ισχυρίσθηκε το τηλέφωνο του στο αθόρυβο και για αυτό δεν άκουε τις κλήσεις που είχε από την αστυνομία, να μπορούσε να ακούσει και να απαντήσει τυχόν τηλεφώνημα που θα λάμβανε από την κατηγορούμενη; Περαιτέρω ερωτηματικά δημιουργούνται από άλλη απάντηση που έδωσε λέγοντας ότι «Η Μαρία ήταν ενήμερη εκεί που ήμασταν, ποιο ήταν το σχέδιο μας και επρόκειτο να μας συναντήσει στο μέρος που πήγαμε». Περαιτέρω αμφιβολίες για την ειλικρίνεια του δημιουργούνται και από το ότι και όπως ο ίδιος είπε, φεύγοντας από το σπίτι της κατηγορούμενης πήρε μαζί του αρκετά πράγματα που είναι απορίας άξιο αν μπορούσε να τα μεταφέρει μαζί με το παιδί, αλλά και αν ήταν απαραίτητα για μια απλή βόλτα. Ερωτηματικά επίσης δημιουργεί η παράλειψη του να μεταβεί αμέσως σε γιατρό για εξέταση, κάτι που έπραξε τρεις μέρες μετά το συμβάν. Ιδιαίτερα γιατί σύμφωνα και πάλι με τους δικούς του ισχυρισμούς από την ίδια μέρα ενημέρωσε την αστυνομία για το συμβάν και την πρόθεση του να καταγγείλει την κατηγορούμενη για τα όσα της αποδίδει. Περιέργεια επίσης δημιουργεί η ακρίβεια των ωρών με τις οποίες περιέγραψε τα γεγονότα, καθότι είναι αξιοπερίεργο να μπορεί με τόση ακρίβεια να θυμάται επακριβώς όχι μόνο τις ώρες, αλλά και τα λεπτά που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, αυτά εκτυλίχθηκαν. Εντύπωση επίσης προκαλεί το γεγονός ότι παρά το ότι και σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του η κατηγορούμενη του επιτέθηκε εντελώς αναίτια επέστρεψε και πάλι μαζί της στο σπίτι της τελευταίας. Πέρα από όλα τα πιο πάνω πρέπει να λεχθεί ότι και η γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα για αυτόν παρακολουθώντας τον να καταθέτει από το εδώλιο του μάρτυρα δεν ήταν καθόλου θετική. Σε αρκετές περιπτώσεις απέφευγε να απαντά ευθέως δίδοντας γενικόλογες και αόριστες απαντήσεις, ενώ το ύφος και ο τρόπος που απαντούσε, ακόμα και το βλέμμα του, στοιχεία που βέβαια δεν εμφαίνονται στα στυγνά πρακτικά, δεν μου επέτρεψαν να σχηματίσω για αυτόν θετική εντύπωση ως μάρτυρα της αλήθειας. Αντίθετα σχημάτισα την εντύπωση ότι ο μοναδικός του στόχος ήταν να παρουσιάσει μια προκατασκευασμένη εκδοχή για να ενοχοποιήσει την κατηγορούμενη. Για τους λόγους αυτούς δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του την οποία και απορρίπτω, εκτός μόνο από το μέρος εκείνο που συνάδει με τη μαρτυρία της κατηγορούμενης και η οποία για τους λόγους που εκτίθενται πιο κάτω γίνεται πλήρως αποδεκτή. Μ.Κ.3 ήταν ο γιατρός-παθολόγος του Τμήματος Α΄ Βοηθειών του νοσοκομείου Λεμεσού ο οποίος εξέτασε τον παραπονούμενο στις 7/5/2012 και τα προσόντα του οποίου όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση αλλά αντίθετα δηλώθηκαν παραδεκτά. Πως πρέπει να προσεγγίζεται η μαρτυρία των ιατρών, προσδιορίσθηκε στην υπόθεση Σπύρου v. Χαραλάμπους
(1989)1 ΑΑΔ 289. Σε αυτήν αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Με την πρόοδο της επιστήμης τα Δικαστήρια δέχονται μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώση τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον των μαρτύρων αυτών είναι να δώσουν στον δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης τους και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιον του μαρτυρία. Κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα (R. V. Lantear
(1968)1 All E.R. 683, Andreas Anastasiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97, Kyriakos Nicole Kouppis v. The Republic
(1977)2 CLR 361)». Ο μάρτυρας αυτός εξέτασε τον παραπονούμενο στις 7/5/2013 και κατέγραψε τα ευρήματα του στο Τεκμήριο 3. Πέρα από τα ευρήματα του που κατέγραψε στο τεκμήριο τούτο δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτε άλλο όπως π.χ.τον αριθμό των θλαστικών τραυμάτων. Με σαφήνεια επίσης δήλωσε ότι δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει πιο λεπτομερή στοιχεία για τον τρόπο που προκλήθηκαν τα τραύματα, όπως π.χ. αν αυτά μπορούσε να ήταν αποτέλεσμα αυτοτραυματισμού, τη δύναμη με την οποία έγινε η δαγκωματιά η οποία σύμφωνα με τον παραπονούμενο προκάλεσε τα τραύματα, πόσο διήρκησε αυτή, αν προκλήθηκε από άντρα ή γυναίκα κ.λ.π.. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει, σχημάτισα την εντύπωση ότι κατέθεσε με αντικειμενικότητα, ανεξαρτησία και επιστημονική επάρκεια χωρίς να διακρίνω οτιδήποτε ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία του, για αυτό και τα όσα καταγράφει στο Τεκμήριο 3 και τα οποία ήταν ουσιαστικά τα μόνα που μπορούσε να προβάλει με θετικότητα γίνονται αποδεκτά. Μετά την κλήση της κατηγορούμενης σε απολογία αυτή επέλεξε και κατάθεσε ενόρκως και στην συνέχεια αντεξετάσθηκε εκτενώς από τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούσας αρχής. Παρακολουθώντας την να καταθέτει, παρατηρώντας την όλη στάση και συμπεριφορά της σχημάτισα την εντύπωση ότι αυτή μαρτύρησε την αλήθεια και περιέγραψε τα γεγονότα όπως αυτά εκτυλίχθηκαν. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της ήταν φανερή η ένταση που βίωνε, ακόμα και ο φόβος της έναντι του παραπονούμενου. Δεν μου διαφεύγει ότι σε πολλές περιπτώσεις έδιδε αχρείαστα μακροσκελείς απαντήσεις, όπως και ότι σε κάποιες περιπτώσεις εντοπίζονται κάποιες μικροανατιφάσεις στη μαρτυρία της οι οποίες όμως πρέπει να λεχθεί ότι δεν αφορούν ουσιαστικά σημεία στην υπόθεση και οι οποίες εν πάση περιπτώσει κρίνονται ανίκανες να επηρεάσουν την αξιοπιστία της και τη θετική εντύπωση που σχημάτισα για αυτήν ως μάρτυρα της αλήθειας. Για αυτό και η μαρτυρία της γίνεται πλήρως αποδεκτή. Δεδομένης των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων και της αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 4/5/2013 η ώρα έξη το απόγευμα, ο Μ.Κ.2 μετέβη στο σπίτι της κατηγορούμενης, εν διαστάσει συζύγου του, για να έχει επικοινωνία με το ανήλικο παιδί τους. Η επικοινωνία γινόταν στο σπίτι της κατηγορούμενης. Το παιδί μόλις είχε ξυπνήσει και βρισκόταν στο κρεβατάκι του χωρίς ακόμα να έχει φάει το φαγητό του. Η κατηγορούμενη ανάφερε στον παραπονούμενο ότι θα του ετοίμαζε κάτι να φάει και τους άφησε μόνους στο δωμάτιο. Ενώ βρισκόταν σε διπλανό δωμάτιο άκουσε την πόρτα της εισόδου να κλείνει. Αμέσως έτρεξε και είδε τον παραπονούμενο να κρατά το παιδί και να απομακρύνονται. Ζήτησε από αυτόν να περιμένει να ετοιμάσει το φαγητό του παιδιού, να το ντύσει και όλοι μαζί να πάνε βόλτα. Ο παραπονούμενος δεν της απάντησε και συνέχισε να περπατά κρατώντας το παιδί στρίβοντας την γωνία του δρόμου. Η κατηγορούμενη ανέβηκε βιαστικά πάνω στο σπίτι για να πάρει ρούχα για το παιδί, φαγητό και άλλα αντικείμενα, αλλά κατεβαίνοντας δεν τους είδε. Αναζητώντας τους, περπάτησε στη γύρω περιοχή χωρίς όμως να μπορέσει να τους εντοπίσει. Αφού η κατηγορούμενη ενημέρωσε κάποια άτομα αλλά και την αστυνομία για το συμβάν επέστρεψε στο σπίτι της. Εκεί ζήτησε από την σπιτονοικοκυρά της να προσπαθήσουν μαζί να τους εντοπίσουν, κάτι που έπραξαν. Μετά από πάροδο μιας ώρας περίπου και χωρίς κανένα αποτέλεσμα επέστρεψαν στο σπίτι της, όπου και είδαν τον παραπονούμενο να βρίσκεται εκεί μαζί με το παιδί και να κτυπά το κουδούνι του σπιτιού της κατηγορούμενης. Τότε τους πλησίασε και ζήτησε από τον παραπονούμενο να ανέβουν στο σπίτι. Αυτός και ενώ αρχικά συμφώνησε, αμέσως μετά ξεκίνησε να φύγει, πάλι κρατώντας το παιδί. Τότε η κατηγορούμενη άρχισε να τον ακολουθεί ζητώντας του να γυρίσουν στο σπίτι και προσπαθώντας να τον σταματήσει. Αυτός όμως αρνιόταν και της φώναζε ότι αυτός είναι ο πατέρας του παιδιού και άρχισε να την χαστουκίζει. Αφού την χαστούκισε δύο και τρεις φορές η κατηγορούμενη στην προσπάθεια της να αποφύγει τα χαστούκια του, τον δάγκωσε στο χέρι. Αυτός την έσπρωξε και πάλι και συνέχισε να περπατά στους δρόμους, με την κατηγορούμενη να τον ακολουθεί για μισή ώρα περίπου, οπόταν και επέστρεψαν στο σπίτι. Εκεί έφθασε και μια φίλη και συνάδελφος της κατηγορούμενης την οποία στο μεταξύ είχε ενημερώσει για τα όσα εκτυλίχθηκαν. Μετά την αναχώρηση του κατηγορούμενου από το σπίτι της κατηγορούμενης, η τελευταία μαζί με τη φίλη της και το παιδί μετέβησαν στην αστυνομία όπου και ανάφερε το γεγονός χωρίς να προβεί σε καταγγελία, κάτι που έπραξε στη συνέχεια και μετά από καταγγελία στην οποία προέβη εναντίον της ο παραπονούμενος. Στις 7/5/2013 ο παραπονούμενος παρουσίαζε στο ύψος του δεξιού καρπού στη ραχιαία επιφάνεια, 2 με 3 εκατοστά πάνω από την πηχεοκαρπική, μικρά θλαστικά τραύματα και εκδορές. Αυτά ήταν σε φάση επούλωσης και χωρίς σημεία λοίμωξης. Στον παραπονούμενο έγινε αντιτετανικός εμβολιασμός. Η κατηγορούμενη από την αρχή προέβαλε την υπεράσπιση που δημιουργεί το άρθρο 17 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ότι δηλαδή ενήργησε ενώ βρισκόταν σε άμυνα. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό του Νόμου : «Πράξη ή παράλειψη, που διαφορετικά θα συνιστούσε ποινικό αδίκηµα, δυνατόν να µη καταλογιστεί σε αυτόν που διάπραξε, αν αυτός µπορέσει να αποδείξει ότι αυτή έγινε ή παραλείφθηκε µόνο για αποτροπή συνεπειών διαφορετικά αναπότρεπτων, οι οποίες, αν δεν αποτραπούν θα επιφέρουν σε αυτό ή σε πρόσωπα τα οποία αυτός έχει υποχρέωση να προστατεύσει, αναπότρεπτο και ανεπανόρθωτο κακό, ότι η πράξη δεν υπερέβει το εύλογα αναγκαίο µε αυτό, επίσης ότι το κακό που προκλήθηκε από αυτόν δεν ήταν δυσανάλογο µε εκείνο το οποίο αποτράπηκε». Όπως λέχθηκε στην Ιωάννης Δ. Μαραγκός v. Αστυνομίας, 1998
(2)ΑΑΔ 251: «Η άμυνα είναι δικαίωμα που καθιστά τη χρήση βίας για αποτροπή επίθεσης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, νόμιμη. Η αμυντική πράξη δεν είναι, υπό τέτοιες συνθήκες, ποινικά κολάσιμη. Πρέπει να λεχθεί ότι μια τέτοια θεώρηση λειτουργεί προς όφελος κατηγορουμένου γιατί με την έγερση του θέματος, αυτός δεν αναλαμβάνει το παραμικρό βάρος απόδειξης. Είναι ευθύνη της κατηγορούσας αρχής να εξουδετερώσει το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να αμύνθηκε για να παρεμποδίσει την απειλούμενη σε βάρος του βιαιοπραγία. Στην R. v. Wheeler [1967] 3 AllE. R. 829, 830 έχει σχετικά λεχθεί ότι: "Where a Judge does slip into the error or quasi-error of referring to such explanations as defences, it is particularly important that he should use language which suffice to make it clear to the jury that they are not defences in respect of which any onus rests on the accused, but are matters which the prosecution must disprove as an essential part of the prosecution case before a verdict of guilty is justified." Για το ίδιο ζήτημα μπορεί να γίνει χρήσιμη παραπομπή στην Lobell[1957] 1 Q.B.D. 547.» Όπως αποφασίστηκε στην Oριάνα Γιάλλουρου v. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 320: «Το θέμα αυτοάμυνας σε μια υπόθεση όπως την παρούσα είναι από τις σημαντικές υπερασπίσεις. Μάλιστα από τη στιγμή που εγείρεται τέτοια υπεράσπιση το βάρος είναι στην Κατηγορούσα Αρχή να την αποκλείσει και μάλιστα στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας». Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου όπως αυτά προέκυψαν από τη μαρτυρία της κατηγορούμενης, όταν ο παραπονούμενος άρχισε να την χαστουκίζει στη μέση του δρόμου και αφού όλα όσα πιο πάνω περιγράφονται είχαν διαδραματισθεί, αυτή για να αποφύγει τα χαστούκια του και φοβούμενη μήπως και από αυτά το παιδί τους που ο παραπονούμενος κρατούσε στην αγκαλιά του χτυπηθεί κατά λάθος, τον δάγκωσε στο χέρι. Με βάση τις αρχές που διέπουν το ζήτημα και δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης και των ευρημάτων του Δικαστηρίου, είναι η κατάληξη μου ότι η κατηγορούμενη όντως τελούσε σε αυτοάμυνα και ότι υπό τις περιστάσεις η βία που είχε χρησιμοποιήσει έγινε για να αποτρέψει μεγαλύτερο κακό. Η βία που άσκησε ήταν εύλογη και πάντως όχι δυσανάλογη προς το κακό το οποίο προσπάθησε να αποτρέψει που δεν ήταν άλλο από την σωματική ασφάλεια και ακεραιότητα τόσο της ίδιας όσο και του παιδιού της. Με βάση τα πιο πάνω η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 1ηκατηγορία. (Υπ.).............. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο