← Κύπρος

KANIKA INVESTMENTS LTD ν. DAKA EMBROIDERIES RETAIL LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 29707/14, 1/8/2016

KANIKA INVESTMENTS LTD ν. DAKA EMBROIDERIES RETAIL LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 29707/14, 1/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:B139 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. Δημητρίου-Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 29707/14 Μεταξύ: KANIKA INVESTMENTS LTD Κατηγορούσα Αρχή v.

  1. DAKA EMBROIDERIES RETAIL LTS
  2. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΒΡΑΧΙΜΗ Κατηγορούμενοι --------------------------------------------- Ημερομηνία: 01 Αυγούστου 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή : κος. Κ. Γρηγορίου Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2 : κος. Ν. Θρασυβούλου ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 14/11/2014 εναντίον των 2 πιο πάνω προσώπων οι οποίοι με βάση το τροποποιηθέν κατηγορητήριο κατηγορούνται για την διάπραξη των κάτωθι αδικημάτων: - Η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται στην 1η κατηγορία για το αδίκημα της Παρακοής Διατάγματος Δικαστηρίου κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  3. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ως αυτές περιγράφονται στην 1η κατηγορία η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται ότι κατά ή περί ή πριν την 16/10/2013 και μετέπειτα, και ενώ διατάχθηκε από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεως Πάφου - Λεμεσού, Τμήμα Λεμεσού την 28/6/2013 με διάταγμα στην παράγραφο 1 της απόφασης της αίτησης Ε173/2010 όπως μέχρι την 30/9/2014 το αργότερο να αφαιρέσει οποιεσδήποτε παράνομες προσθήκες και/ή επεκτάσεις στις οποίες είχε προβεί επί των καταστημάτων με αρ. 1 και 2 στο συγκρότημα CASTLE HOTEL APARTMENTS στην Λεωφόρο Γεωργίου Α', στον Ποταμό Γερμασόγειας, στην Λεμεσό και να απομακρύνει οποιαδήποτε αντικείμενα, εμπορεύματα ή πράγματα έχουν τοποθετηθεί στα αναφερόμενα καταστήματα και/ή στους πέριξ χώρους τους και συγκεκριμένα να απομακρύνει τις παράνομες επεκτάσεις που εκτείνονται πέρα από το σημειωμένο με κόκκινο χρώμα κέλυφος του υφιστάμενου κτιρίου και δεικνύονταν με παράλληλες διακεκομμένες γαλάζιες γραμμές και σημειώνονταν με σημείο Α στο επισυνημμένο στην απόφαση σχέδιο, απείθησε ηθελημένα και/ή αρνήθηκε και/ή παρέλειψε να συμμορφωθεί με το εν λόγω Διάταγμα παρά το ότι το διάταγμα επιδόθηκε στην κατηγορούμενη 1 στις 16/10/2013 με αποτέλεσμα να το παραβαίνει και να εξακολουθεί μέχρι σήμερα να μην συμμορφώνεται. - Ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται στην 2η κατηγορία για το αδίκημα της συμμετοχής στην διάπραξη του υπό την 1η κατηγορία αδικήματος. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ως αυτές περιγράφονται στην 2η κατηγορία ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο χρόνο ενώ ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου της κατηγορούμενης 1 παρείχε συνδρομή και/ή παρακίνησε την κατηγορούμενη 1 στο να διαπράξει το αδίκημα το οποίο αντιμετωπίζει με βάση την 1η κατηγορία. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΚΑΙ ΕΓΓΡΑΦΑ Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και την παρουσίαση μαρτύρων εκ μέρους των παραπονούμενων αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κατέθεσαν παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα ως Τεκμήρια ως ακολούθως:
  4. Είναι παραδεκτή η έκδοση απόφασης ημερ.28/06/2013, στην αίτηση του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων με αρ. Ε173/10, μεταξύ παραπονούμενου και κατηγορούμενης
  5. Ως Τεκμήριο 1 κατατέθηκε η απόφαση ημερ.28/06/2013, στην αίτηση Ε.173/10 μετά του συνημμένου σχεδίου που αποτελούσε μέρος αυτής της απόφασης.
  6. Ως Τεκμήριο 2 η ένορκη δήλωση επίδοσης της απόφασης - τεκμήριο 1, προς την κατηγορούμενη 1, μέσω του κατηγορούμενου 2, ημερ.17/10/
  7. Μετά την κατάθεση των παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων, τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ως τέτοια, η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε δύο μάρτυρες κατηγορίας ενώ μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων 1 και 2 προέβηκε σε εισήγηση αναφορικά με την μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των πελατών του. Προς τούτο αγόρευσε προφορικά καταθέτοντας συνοπτικά γραπτώς σκελετό των θέσεων του, ενώ προφορικά αγόρευσε ενώπιον του Δικαστηρίου και ο ευπαίδευτος συνήγορος των Παραπονούμενων προς απάντηση της εισήγησης του συναδέλφου του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας

(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Ευγένιος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανος Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:- "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα Αρχή." Στην παρούσα υπόθεση οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν με βάση το κατηγορητήριο, ως έχει τροποποιηθεί, 1 κατηγορία έκαστος, η οποία αφορά το άρθρο 137 του Κεφ.154 με αναφορά στο αδίκημα της παρακοής δικαστικού διατάγματος. Το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «Ανυπακοή σε νόμιμες διαταγές
  1. Όποιος ανυπακούει σε διάταγμα, ένταλμα, ή διαταγή που εκδόθηκε από Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί με οποιαδήποτε επίσημη ιδιότητα και κανονικά εξουσιοδοτημένο για αυτό, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, εκτός όταν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια με τέτοια ανυπακοή.» Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) Η έκδοση διατάγματος Δικαστηρίου. (β) Η γνώση του προσώπου προς το οποίο το διάταγμα απευθύνεται της ύπαρξης του διατάγματος. (γ) Η παράλειψη συμμόρφωσης με το διάταγμα αυτό του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται. (δ) Η ηθελημένη ανυπακοή ή άλλως πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος. Καταρχήν και για σκοπούς του σταδίου αυτού με βάση το Τεκμήριο 1 που κατατέθηκε από κοινού φαίνεται ότι υπάρχει διάταγμα Δικαστηρίου, του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού - Πάφου, Τμήμα Λεμεσού, που εκ πρώτης φαίνεται να έχει εκδοθεί εκ συμφώνου άρα για σκοπούς του σταδίου αυτού κρίνω ότι πληρούνται τα συστατικά στοιχεία υπό (α) και (β) ανωτέρω, τα οποία και εν πάση περιπτώσει δεν φαίνεται να έχουν αμφισβητηθεί. Για να επιτύχει όμως η Κατηγορούσα Αρχή την στοιχειοθέτηση των (γ) και (δ) ανωτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος θα πρέπει να αποδείξει ότι πέραν του ότι η κατηγορούμενη 1 γνώριζε για την ύπαρξη του διατάγματος και ότι με πρόθεση το καταστρατήγησε, δηλαδή θα πρέπει να αποδείξει την ένοχη διάνοια της (mens rea). Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Λάζαρος Μαύρος v.
  2. Θεόδωρος Στυλιανού κ.α.
(1998)1 ΑΑΔ 2389 και με αναφορά στις υποθέσεις Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas
(1989)1 Ε ΑΑΔ 750 και Antonis Mouzouris & Other v. Xylophaghou Plantations Ltd
(1977)1 CLR 287, η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος (actus reus) συνίσταται σε πράξη ή παράλειψη, η οποία παραβιάζει το διάταγμα, η δε υποκειμενική του υπόσταση (mens rea) σε ηθελημένη ανυπακοή ή άλλως σε πρόθεση ανυπακοής ή καταστρατήγησης του διατάγματος του Δικαστηρίου. Για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση θα πρέπει να αποδειχθεί ηθελημένη ανυπακοή του κατηγορούμενου προς το διάταγμα τούτο. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αυτό καθεαυτό από μόνο του δεν αρκεί αλλά θα πρέπει να συνοδεύεται και από απόδειξη της πρόθεσης καταστρατήγησης του διατάγματος. Παραπέμπω συγκεκριμένα στις αποφάσεις Παπαχρυσοστόμου v. Σιδερά
(1993)1 ΑΑΔ 309, Δήμος Έγκωμης ν. Μαριάννου Πέτρου
(1997)2 ΑΑΔ 70, Έπαρχος Πάφου ν. Χρύσως Κωνσταντίνου
(2009)2 ΑΑΔ 594, Ελισάβετ Θεοφάνους ν. Γαλαταριώτης κ.α.
(2009)2 ΑΑΔ 634, Μαυρονικόλα ν. Ξάνθου, Έφεση Αρ.9/2009, ημερομηνίας 24/02/2011 και Μιχαηλίδης ν. Poliakova, Έφεση Αρ.22/2009, ημερομηνίας 24/02/2011. Επιπλέον, όσον αφορά το πώς αποδεικνύεται τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική υπόσταση, σύμφωνα με την απόφαση Χωματένος ν. Σταυρινού
(2001)1 Γ ΑΑΔ 2110, δυνατό να αποδειχθεί στις κατάλληλες περιπτώσεις με περιστατική μαρτυρία. Σύμφωνα με τη νομολογία, για τον δεύτερο κατηγορούμενο το καθήκον απόδειξης της ένοχης διανοίας είναι αυξημένο καθότι απαιτείται απόδειξη του mens rea ως διευθυντής, σύμφωνα με το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, αλλά και απόδειξη ότι ο κατηγορούμενος 2 ηθελημένα επέτρεψε και/ή παρείχε συνδρομή προς την κατηγορούμενη 1, ηθελημένα και αυτή ως νομικό πρόσωπο με τη σειρά της να μην υπακούσει στο διάταγμα. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι όταν το διάταγμα απευθύνεται σε εταιρεία, όπως ισχύει στην παρούσα περίπτωση σύμφωνα και με το Τεκμήριο 1, μπορεί να ζητηθεί η τιμωρία των διευθυντών ή άλλων αξιωματούχων της, στην περίπτωση ανυπακοής. Όμως στην περίπτωση που επιδιώκεται αυτή η τιμωρία θα πρέπει οι διευθυντές ή οι αξιωματούχοι, πρώτον, να γνωρίζουν την ύπαρξη και τους όρους του συγκεκριμένου διατάγματος και δεύτερο, εκ προθέσεως να έχουν αποτύχει να λάβουν επαρκή και συνεχή διαβήματα για να διασφαλίσουν συμμόρφωση με το διάταγμα. Παραπέμπω στο σημείο αυτό στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England B, 5η έκδοση, τόμος 22, παράγραφος 65, σελίδα 55 και στην απόφαση Templeton Insurance Ltd v. Motor Care Warranties Ltd
(2012)EWCH
  1. ΠΡΟΣΦΕΡΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως ΜΚ1 παρουσιάστηκε η κα Δώρα Ονουφρίου, η οποία υπήρξε διευθύνουσα σύμβουλος της παραπονούμενης εταιρείας για 26 έτη, ενώ σήμερα ασκεί χρέη σύμβουλου. Γνωρίζει τους κατηγορούμενους 1 και 2 ως ενοικιαστές υποστατικού. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 1 ως διάταγμα για αφαίρεση παράνομων επεκτάσεων από το υποστατικό που ενοικιάζει η 1η κατηγορούμενη, ήτοι κατάστημα στη Λεωφόρο Αμαθούντος στη Λεμεσό. Η ΜΚ1 ανέφερε ότι η κατεδαφίσεις που προβλέπονται στο Τεκμήριο 1 δεν έχουν γίνει, ενώ υπάρχει μία μεγάλη επέκταση στον γωνιακό χώρο η οποία είναι παράνομη και παρεμποδίζει την έκδοση τίτλων ιδιοκτησίας του υποστατικού. Για την περιγραφή των εν λόγω ισχυριζόμενων παράνομων οικοδομών παρέπεμψε στο Τεκμήριο 1 και στο επισυνημμένο σε αυτό σχέδιο. Η ίδια επισκέφθηκε, την προηγούμενη της μαρτυρίας της ημέρα, το υποστατικό και έβγαλε φωτογραφίες τις οποίες εκτύπωσε και παρουσίασε ως Τεκμήριο
  2. Επεξηγώντας το Τεκμήριο 3 αναφέρθηκε σε μία πρόσοψη του κτηρίου η οποία είναι ξεκάθαρη από την πρώτη φωτογραφία και δείχνει μεταλλικές κατασκευές και προεκτάσεις μέσα σε δημόσιο χώρο. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ1 ανέφερε ότι πλέον έχει αφυπηρετήσει και παρέχει υπηρεσίες στην παραπονούμενη εταιρεία, ενώ εξουσιοδοτήθηκε να δώσει μαρτυρία από τον πρόεδρο της εταιρείας κ. Σπύρο Καραολή. Στην υποβολή ότι ο Σπύρος Καραολής δεν υπέχει θέση ούτε διευθυντή, ούτε αξιωματούχου, η ΜΚ1 ανέφερε ότι η εταιρεία άλλαξε όνομα και πούλησε ορισμένες μετοχές, ενώ έχει συμβατικά δικαιώματα με την κατηγορούμενη 1 τα οποία πρέπει να εκπληρώσει. Ενώ περαιτέρω ανέφερε ότι όταν η υπόθεση ξεκίνησε ο κ. Καραολής ήταν πρόεδρος της εταιρείας, ενώ η εξουσιοδότηση δόθηκε σε παλαιότερο χρόνο. Σε σχέση με το Τεκμήριο 3 και στην ερώτηση για τις μεταλλικές κατασκευές που ανέφερε σε ποια οδό βρίσκονται, ανέφερε ότι η κύρια οδός είναι η Αμαθούντος αλλά δεν γνωρίζει το όνομα του πλαγιόδρομου ενώ όταν της αναφέρθηκε η οδός Προφήτη Ηλία απάντησε θετικά. Στην υποβολή ότι η κατηγορούμενη 1 δεν παράκουσαν το Τεκμήριο 1, απάντησε ότι η παράνομες επεκτάσεις διαπιστώθηκαν και από τον Δήμο Γερμασόγειας. Ως ΜΚ2 προσήλθε ο κ. Γεώργιος Αθάνατος, δημοτικός μηχανικός στον Δήμο Γερμασόγειας. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι κλήθηκε για να πιστοποιήσει την ύπαρξη παράνομων κατασκευών οι οποίες βρίσκονται σε γωνιακό υποστατικό επί της οδού Γεωργίου Α και Προφήτη Ηλία, μπροστά από το κτήριο της ΚΑΝΙΚΑ. Βλέποντας το Τεκμήριο 3 ανέφερε ότι πρόκειται για τις παράνομες επεκτάσεις στις οποίες αναφέρθηκε και οι οποίες υπάρχουν πριν από το
  3. Με αναφορά στο Τεκμήριο 1, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι στο επισυνημμένο σχέδιο φαίνεται το νόμιμο υποστατικό ενώ με διαγράμμιση μπλε οι παράνομες επεκτάσεις. Οι επεκτάσεις αυτές έχουν κατασκευαστεί με τσίγκους και ευτελή υλικά σε όλο το μήκος του καταστήματος στην οδό Προφήτη Ηλία και συνεχίζονται στην πρόσοψη επί της Γεωργίου Α. Ο ίδιος ο ΜΚ2 επισκέφθηκε και παλαιότερα τον χώρο αλλά και την ίδια ημέρα που έδωσε τη μαρτυρία του και οι κατασκευές αυτές συνεχίζουν να υφίστανται. Οι κατασκευές αυτές υπήρχαν και πριν από το έτος 2013 στην ίδια κατάσταση. Σύμφωνα με τον ΜΚ2 οι επεκτάσεις αυτές είναι μέρος του καταστήματος και σίγουρα η κατεδάφιση τους θα δημιουργήσει κάποιο πρόβλημα αλλά είναι κάτι που πρέπει να γίνει. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 ανέφερε ότι κλήθηκε από την παραπονούμενη εταιρεία να προσέλθει στο Δικαστήριο για να καταθέσει τα όσα γνωρίζει για τις οικοδομές οι οποίες κατά τον ίδιο επηρεάζουν δυσμενώς την εικόνα της περιοχής. Ως Δημοτική Αρχή ήταν έτοιμοι να ξεκινήσουν από το 2010 καταγγελία για τις παρανομίες, αλλά ενημερώθηκαν από την παραπονούμενη εταιρεία ότι είχαν ήδη προσφύγει αυτοί. Η ενημέρωση αυτή έγινε το 2013 ενώ τα ενδιάμεσα τρία έτη δεν έπραξαν οτιδήποτε για άρση της παρανομίας. Ο ΜΚ2 τέλος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει ακριβώς τα τετραγωνικά μέτρα που αφορούν οι παράνομες κατασκευές ενώ γνωρίζει ότι οι υπόλοιποι ένοικοι της οικοδομής συμμορφώθηκαν και παραμένουν μόνο οι παράνομες οικοδομές του συγκεκριμένου υποστατικού. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω σε συνδυασμό με τις νομικές αρχές την προσφερθείσα μαρτυρία για να καταλήξω αν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον αμφοτέρων των κατηγορουμένων. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος κατηγορείται σύμφωνα με το κατηγορητήριο ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της κατηγορουμένης, οφείλω να αναφέρω τα κάτωθι: - Πέραν από την ύπαρξη του Τεκμηρίου 2 που ήταν παραδεκτό, ήτοι της επίδοσης του επίδικου διατάγματος (Τεκμήριο 1) στον κατηγορούμενο 2, δεν τέθηκε ενώπιον μου καμία μαρτυρία η οποία να τον συνδέει με την κατηγορούμενη 1 με την έννοια ότι, από τις 30/09/2014 (ημερομηνία λήξης της αναστολής του διατάγματος) και μέχρι την καταχώρηση του κατηγορητηρίου, ήταν διευθυντής της. Επιπλέον, καμία μαρτυρία περί του ότι αυτός ήταν διευθυντής δεν έχει παρουσιαστεί σε σχέση με τον χρόνο που επιδόθηκε το διάταγμα σε αυτόν υπό αυτή του την ιδιότητα, ήτοι στις 16/10/
  4. Παραπέμπω στο σημείο αυτό στην απόφαση Γαλακτοκομεία Κολιαντρής Λτδ ν. Ελευθέριου Ελευθερίου, Ποινική Έφεση Αρ.7900, ημερομηνίας 14/04/2005, στην οποία με παρέπεμψε και ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης και στην οποία η παρουσίαση μαρτυρίας που να συνδέει πρόσωπο που κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα με το νομικό πρόσωπο, κρίθηκε ότι είναι απαραίτητη. Το γεγονός της γνώσης του διατάγματος από τον κατηγορούμενο 2 δεν συνεπάγεται χωρίς άλλο και χωρίς οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία, ότι κατά τον χρόνο επίδοσης του διατάγματος σε αυτόν ή σε οποιοδήποτε άλλο χρόνο ήταν διευθυντής της κατηγορουμένης
  5. Τα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο 1 περί της παρουσίας του κατηγορούμενου 2 στο Δικαστήριο κατά την έκδοση του διατάγματος ως αξιωματούχου της κατηγορούμενης 1 δεν δύναται, σε ποινική ειδικά διαδικασία, να οδηγήσουν σε συμπέρασμα συνέχισης της σχέσης του με την κατηγορούμενη 1 και μέχρι την καταχώρηση του κατηγορητηρίου. Δεδομένης λοιπόν της μη ύπαρξης μαρτυρίας που να καταδεικνύει τη σχέση του κατηγορούμενου 2 με την 1η κατηγορούμενη η δεύτερη κατηγορία που αυτός αντιμετωπίζει είναι έκθετη προς απόρριψη. - Οφείλω περαιτέρω να αναφέρω ότι ακόμα και στην περίπτωση που παρουσιαζόταν μαρτυρία για την ύπαρξη αυτής της σχέσης μεταξύ των κατηγορουμένων, η κατηγορία θα είχε την ίδια κατάληξη εφόσον ενώπιον μου καμία μαρτυρία έχει τεθεί είτε άμεση είτε περιστατική που να άπτεται και να σχετίζεται με την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος, ήτοι την ένοχη διάνοια του κατηγορούμενου
  6. Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000 στη σελίδα 70, παράγραφος Α.5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ότι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Στην υπό εξέταση περίπτωση όπως διαφαίνεται από την προσαχθείσα μαρτυρία, στα κύρια σημεία της οποίας έχω αναφερθεί, δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οτιδήποτε που να υποστηρίζει ότι ο κατηγορούμενος 2 προέβηκε, κατά την επίδικη περίοδο, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος που αντιμετωπίζει, σε οποιαδήποτε πράξη ή παράληψη ή παρείχε οποιαδήποτε βοήθεια στην κατηγορούμενη 1 για τη διάπραξη του αδικήματος. Η ΜΚ1 καμία αναφορά δεν έκανε στον κατηγορούμενο 2 συγκεκριμένα και ειδικά, αλλά αρκέστηκε σε γενική αναφορά στους κατηγορούμενους περί μη συμμόρφωσης. Η δε μη συμμόρφωση συνίσταται στη μέχρι σήμερα ύπαρξη των οικοδομών. Συνεπακόλουθα και για τους δύο πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου
  7. Εισερχόμενη τώρα στην εξέταση της απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της κατηγορούμενης 1 αναφέρω τα κάτωθι: - Μέσα από την προσφερθείσα μαρτυρία και με δεδομένο ότι η κατηγορούμενη 1 είναι νομικό πρόσωπο, κρίνω ότι θα έπρεπε να είχε παρουσιαστεί μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει ότι κατά τον επίδικο χρόνο η κατηγορούμενη 1 ως νομικό πρόσωπο είχε νομική υπόσταση και ισχύ. Ουδεμία μαρτυρία προς τούτο παρουσιάστηκε. Στο σημείο αυτό η θέση του συνηγόρου των παραπονούμενων περί του ότι σε κανένα σημείο δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση η νομική υπόσταση της 1ης κατηγορούμενης αλλά και η διευθυντική σχέση του κατηγορούμενου 2 με αυτή, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος απόδειξης κάθε συστατικού στοιχείου του αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363). Η καταδίκη ενός προσώπου και στην περίπτωσή μας η κλήση σε απολογία, προϋποθέτει το πρόσωπο αυτό, στην περίπτωσή μας νομικό, να είναι υπαρκτό. Ουδεμία μαρτυρία προς τούτο παρουσιάστηκε η οποία να μπορούσε να αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Η κλήση της κατηγορούμενης 1 σε απολογία με αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι θα έδιδε στην Κατηγορούσα Αρχή τη δυνατότητα να καλύψει κενά και παραλείψεις που με βάση της νομολογιακά καθιερωμένες αρχές, για το στάδιο αυτό, δεν επιτρέπεται (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Δράκου κ.α. Ποινικές Εφέσεις Αρ.5-9/2012, ημερομηνίας 11/12/2012). - Περαιτέρω, μέσα από την προσφερθείσα μαρτυρία σε σχέση με την κατηγορούμενη 2, δεν έχει τεθεί κανένας ισχυρισμός που να καταδεικνύει ότι η παράλειψη της κατηγορούμενης 1 να συμμορφωθεί με το διάταγμα για τον χρόνο που τέθηκε ήταν ηθελημένη ή συνοδευόταν από πρόθεση καταστρατήγησης του. Οι θέσεις των ΜΚ1 και ΜΚ2 ότι οι οικοδομές αυτές υφίστανται και χρησιμοποιούνται σίγουρα δεν στοιχειοθετούν το ηθελημένο της παρακοής αφού ίχνος μαρτυρίας παρουσιάστηκε που να θέτει το υπόβαθρο επί των οποίων βασίζεται αυτή η θέση της παραπονούμενης. Παρά το ότι η κατάληξη με βάση τα ανωτέρω είναι δεδομένη, οφείλω για σκοπούς πληρότητας να σχολιάσω και ασχοληθώ με τα κάτωθι θέματα που κρίνω ότι επίσης θα ήταν καθοριστικής σημασίας για την κατάληξη της υπόθεσης:
  1. Η παρούσα υπόθεση αφορά ποινική δίωξη ιδιωτικής φύσης. Με βάση πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το δικαίωμα καταχώρησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης τίθεται κάτω από αυστηρούς κανόνες και περιορισμούς. Θα πρέπει μέσα από την προσφερθείσα μαρτυρία να αποδεικνύεται το έννομο συμφέρον του ιδιώτη στην καταχώρηση ποινικής υπόθεσης. Με βάση την προσφερθείσα ενώπιον μου μαρτυρία, δεν έχει παρουσιαστεί οτιδήποτε από το οποίο να προκύπτει έστω και για σκοπούς του σταδίου αυτού ότι η παραπονούμενη νομιμοποιείται να καταχωρήσει την παρούσα ποινική δίωξη. Είναι εκ πρώτης φανερό ότι υπάρχει ένα διάταγμα με αιτητή την παραπονούμενη, όμως δεν έχει παρουσιαστεί καμία μαρτυρία που να δεικνύει ότι η παραπονούμενη σήμερα ή έστω κατά το χρόνο καταχώρησης του κατηγορητηρίου, συνεχίζει να υφίσταται και μάλιστα τα δικαιώματα της πλήττονται με αποτέλεσμα αυτή να νομιμοποιείται να καταχωρήσει ιδιωτική ποινική δίωξη. Ειδικότερα δε η ΜΚ1, η οποία δεν έχει σχέση ως αξιωματούχος με την παραπονούμενη, ανέφερε ότι το πρόσωπο από το οποίο έλαβε εξουσιοδότηση σήμερα δεν είναι διευθυντής της παραπονούμενης καθότι αυτή άλλαξε όνομα και πώλησε μέρος των μετοχών. Συνεπώς, από τα πιο πάνω συνάγεται ότι ελλείπει το απαραίτητο υπόβαθρο μέσα από το οποίο να μπορεί να εξαχθεί έστω και για σκοπούς του σταδίου αυτού η νομιμοποίηση της παραπονούμενης να προχωρήσει με την παρούσα ποινική δίωξη.
  2. Επιπλέον με τα πιο πάνω και παρά το ότι φαίνεται αχρείαστο, οφείλω να αναφερθώ και στο ειδικότερο ζήτημα της σαφήνειας που θα πρέπει να έχει το διάταγμα το οποίο οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι ηθελημένα παράκουσαν. Το Τεκμήριο 1 που είναι το επίδικο διάταγμα αναφέρεται σε «αναφερόμενα καταστήματα» μεταξύ άλλων, χωρίς καμία αναφορά σε οδό, αριθμό ή όνομα κτηριακού συγκροτήματος. Αντίθετα, στο κατηγορητήριο γίνεται αναφορά σε αριθμό καταστημάτων, σε όνομα συγκροτήματος και όνομα οδού. Ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον μου που να συνδέει τα ακίνητα που περιγράφονται στις λεπτομέρειες αδικημάτων με τα ακίνητα του διατάγματος (Τεκμήριο 1). Επιπλέον, στο κατηγορητήριο αναφέρεται για ακίνητα στο συγκρότημα CASTLE HOTEL APARTMENTS ενώ επί του σχεδίου του Τεκμηρίου 1 γίνεται αναφορά στο KANIKA INTERNATIONAL BUSINESS CENTRE. Σημειώνω βεβαίως ότι οι ΜΚ1 και ΜΚ2 παρέπεμψαν το Δικαστήριο στη Λεωφόρο Αμαθούντος και Λεωφόρο Γεωργίου Α και ανέφεραν ότι τα καταστήματα που αναφέρονται στο Τεκμήριο 1 είναι αυτά που περιγράφονται στο Τεκμήριο 1, όμως αυτή η μαρτυρία δεν δύναται να θεραπεύσει την ασάφεια, έννοια η οποία συνδέεται με το ηθελημένο, του επίδικου διατάγματος. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το διάταγμα θα πρέπει να εξειδικεύει με λεπτομέρεια το ποιες πράξεις και παραλείψεις επιβάλλονται ή απαγορεύονται καθώς επίσης και να περιγράφουν με λεπτομέρεια τον χώρο, χρόνο και τόπο των οιονδήποτε πράξεων απαιτούνται. Επί του προκειμένου ουδεμία μαρτυρία τέθηκε που να συνδέει τις λεπτομέρειες του αδικήματος με το εκδοθέν διάταγμα. Και τούτο, από το στάδιο αυτό και χωρίς να χρειάζεται να αξιολογήσω τη δοθείσα μαρτυρία. Η κλήση των κατηγορουμένων σε απολογία με αυτά τα δεδομένα θα έδιδε και σε αυτή την περίπτωση στην Κατηγορούσα Αρχή τη δυνατότητα να διορθώσει τα κενά και τις ελλείψεις της μαρτυρίας της.
  3. Τέλος επιθυμώ να αναφερθώ στην διάσταση του επίδικου χρόνου ως αυτός καθορίζεται στο κατηγορητήριο με τον χρόνο συμμόρφωσης που καθορίζει το διάταγμα (Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με το κατηγορητήριο επίδικος χρόνος καθορίζεται «κατά ή περί ή πριν την 16/10/2013 και μετέπειτα» ενώ το διάταγμα - Τεκμ. 1 που εκδόθηκε στις 28/06/2013 είχε αναστολή εκτέλεσης μέχρι τις 30/09/
  4. Συνεπώς ο χρόνος ως καθορίζεται είναι γενικός και αόριστος καθότι δεν δύναται να υπήρχε παρακοή σε χρόνο κατά ή περί το έτος 2013 νοουμένου ότι το διάταγμα τύγχανε αναστολής εκτέλεσης μέχρι τις 30/09/
  5. Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω, καταλήγω ότι μέσα από τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν έχουν αποδειχθεί, έστω και για σκοπούς του σταδίου αυτού, συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα, έτσι η υπόθεση οδηγείται σε απόρριψη από αυτό το στάδιο. Περαιτέρω, τα κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής είναι τέτοια που δεν επιτρέπουν την κλήση των κατηγορουμένων σε απολογία για τους λόγους που προσπάθησα ανωτέρω να εξηγήσω. Συνεπακόλουθα, η υπόθεση απορρίπτεται από το στάδιο αυτό και οι κατηγορούμενοι 1 και 2 απαλλάσσονται και αθωώνονται. Σε σχέση με τα έξοδα, αυτά επιδικάζονται υπέρ των κατηγορουμένων 1 και 2 και εναντίον της παραπονούμενης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.